ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ

Φρ. Ένγκελς - Κ. Μαρξ: «ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΞΕΛΙΞΗ»

Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή»

 «Κι όμως κινείται»! Και δεν κινείται μόνο η Φύση και η Γη –όπως εμφατικά επέμενε ο Γαλιλαίος το 17ο αιώνα– αλλά και η ίδια η ανθρώπινη κοινωνία. Ποια είναι, όμως, τα ελατήρια αυτής της εξέλιξης; Ποιες μορφές προσέλαβε η κοινωνία διαχρονικά; Ποιες ήταν οι εκάστοτε καθοριστικές αλλαγές στην οικονομική βάση της κοινωνίας, αλλά και στο νομικό-πολιτικό-ιδεολογικό εποικοδόμημά της;

 Αυτά είναι κάποια από τα ερωτήματα με τα οποία καταπιάνονται τα κείμενα που περιλαμβάνονται σε αυτήν τη συλλογή, ταξιδεύοντας τον αναγνώστη από την εποχή της εμφάνισης των γερμανικών φύλων και της μετέπειτα σύγκρουσής τους με τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, στη Μεγάλη Μετανάστευση των Λαών το διάστημα από τον 3ο μέχρι τον 5ο αιώνα, από εκεί στα «μεσαιωνικά» καθεστώτα των Μεροβίγγειων και των Καρολίγγειων, στη συνέχεια στις κοινωνίες της αναπτυγμένης φεουδαρχίας και τις Σταυροφορίες και, τέλος, στην άνοδο των πόλεων και της αστικής τάξης που συγκεντρώνονταν σε αυτές.

Σε αυτήν την πορεία, ο αναγνώστης θα συναντήσει φυλές που υπάρχουν πια μόνο ως ίχνη σε κάποια τοπωνύμια, καθοριστικές μάχες της Ιστορίας (μαζί με πλευρές τους όπως η πολεμική τακτική, η προσωπικότητα των στρατιωτικών ηγετών, οι προδοσίες κλπ.), ποικίλες μορφές κοινωνικής συμβίωσης και αντίστοιχους τρόπους ρύθμισης των κοινωνικών υποθέσεων, συγκρότησης του στρατού και απόδοσης της δικαιοσύνης, ποικίλα καθεστώτα ιδιοκτησίας της γης, ακόμα και λεπτομέρειες για τις διατροφικές και άλλες συνήθειες των διάφορων φυλών και λαών.

Ιδιαίτερα βοηθητικές σε αυτό το ταξίδι είναι και οι επεξηγηματικές σημειώσεις που περιλαμβάνονται στην έκδοση.

Τα τέσσερα κείμενα του Φρ. Ένγκελς μεταφράζονται και δημοσιεύονται για πρώτη φορά στα ελληνικά, ενώ το κείμενο του Κ. Μαρξ –το οποίο θεωρείται θεμελιώδες για τη μελέτη της μαρξιστικής αντίληψης της κοινωνικής εξέλιξης– δημοσιεύεται σε νέα μετάφραση.

Τα κείμενα του Ένγκελς γράφτηκαν την περίοδο 1878-1884. Από αυτά, μόνο «Η Μark» κυκλοφόρησε κατά τη διάρκεια της ζωής του. Τα υπόλοιπα κείμενά του αποτελούν χειρόγραφα τα οποία ποτέ δεν πήραν την τελική τους μορφή προς έκδοση. Ως τέτοια, αποτυπώνουν σε μεγάλο βαθμό την πορεία της ζωντανής σκέψης του Ένγκελς, την πορεία κατά την οποία διαμορφώθηκαν κάποιες σκέψεις που περιλαμβάνονται και σε άλλα κείμενά του. Το ίδιο ισχύει και για το κείμενο του Μαρξ «Μορφές που προηγούνται της καπιταλιστικής παραγωγής», το οποίο γράφτηκε ως μέρος των λεγόμενων Grundrisse, των οικονομικών δηλαδή χειρογράφων του Μαρξ της περιόδου 1857-1858 που αποτελούν την πρώτη μορφή του υλικού που περιλήφθηκε «Στο Κεφάλαιο», ο πρώτος τόμος του οποίου εκδόθηκε το 1867. Ο πρωτόλειος χαρακτήρας των περισσότερων κειμένων της έκδοσης αποτυπώνεται και στις διαφορές (σε νοηματική συμπύκνωση, εκφραστικό ύφος κλπ.) που έχουν μεταξύ τους. Στη συνέχεια ακολουθεί μια σύντομη παρουσίαση των κειμένων της έκδοσης.

 

«ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΩΙΜΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΓΕΡΜΑΝΩΝ»

Το κείμενο αυτό πραγματεύεται την ιστορία του «χώρου που καταλαμβάνουν τώρα», όπως λέει ο Ένγκελς, οι Γερμανοί από την εμφάνιση των πρώτων φυλών μέχρι την περίοδο της λεγόμενης Μεγάλης Μετανάστευσης των Λαών στο διάστημα από τον 3ο μέχρι τον 5ο αιώνα. Πρόκειται για την περίοδο που τελειώνει με τη διάλυση της δουλοκτητικής (Δυτικής) Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και το σχηματισμό πολυάριθμων βασιλείων στα πρώην εδάφη της.

Ο Ένγκελς αξιοποιεί τα λεγόμενα των επιφανών Ρωμαίων Ιούλιου Καίσαρα και Κορνήλιου Τάκιτου για να περιγράψει τις πρώτες κινήσεις των μεταναστευτικών (νομαδικών) ακόμα γερμανικών φύλων, την οριστική μετάβαση του μεγαλύτερου μέρους τους από τη μεταναστευτική ζωή στη μόνιμη εγκατάσταση και στη συνέχεια τις πρώτες μάχες τους ενάντια στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Στις τελευταίες παρουσιάζονται οι διάφορες προφάσεις αυτών των μαχών, η διάταξη των ρωμαϊκών στρατευμάτων στο Ρήνο, οι ρωμαϊκές κατακτητικές εκστρατείες, οι αμυντικές προσπάθειες των Γερμανών και η επίδραση κομβικών μαχών, όπως αυτή στον Τευτοβούργιο Δρυμό (το 9 μ.Χ. με νικητές τους Γερμανούς) και στον ποταμό Βέζερ (το 16 μ.Χ. με νικητές τους Ρωμαίους). Παρουσιάζεται τέλος, η ανέγερση και η διαδρομή των Ρωμαϊκών Τειχών ανάμεσα σε Ρωμαίους και Γερμανούς.

Στη συνέχεια, το κείμενο αναφέρεται στην πρόοδο που συντελέστηκε στους γερμανικούς λαούς μέχρι την περίοδο της Μετανάστευσης των Λαών. Εδώ παρουσιάζονται τόσο η πρόοδος στην ίδια την παραγωγική δομή των γερμανικών φυλών, με ιδιαίτερη έμφαση στη μεταλλουργία, τη ναυπηγική και την αγγειοπλαστική, όσο και στα διευρυμένα για τα δεδομένα της εποχής χερσαία και θαλάσσια εμπορικά δίκτυα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει τόσο ο προσδιορισμός των πρώιμων εμπορικών εταίρων των Γερμανών όσο και το είδος των ανταλλασσόμενων προϊόντων, όπως προσδιορίζεται από τα αρχαιολογικά ευρήματα σε στεριά και θάλασσα (τα τελευταία από τα ναυάγια της εποχής). Παράλληλα, τίθεται και συζητιέται το ερώτημα κατά πόσο οι Γερμανοί έδιναν ως εμπορικό αντάλλαγμα τους Ρωμαίους δούλους. Τέλος, παρουσιάζονται οι ριζικές αλλαγές που επέφερε αυτή η πρόοδος σε μια σειρά πλευρές της κοινωνικής ζωής (από τις διατροφικές συνήθειες και τη γραφή μέχρι τα λεγόμενα λαϊκά Δίκαια), οι οποίες προετοίμασαν το άλμα που συντελέστηκε με τη βίαιη μετανάστευση των γερμανικών φυλών στα εδάφη της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, την εγκατάστασή τους σε αυτά, και το πέρασμα των Γερμανών από την αταξική στην ταξική κοινωνία.

Σε αυτό το κείμενο αποτυπώνεται η άψογη γνώση από τον Ένγκελς των αρχαίων συγγραφέων (πέρα από τον Καίσαρα και τον Τάκιτο, αξιοποιεί και τους Πλίνιο, Στράβωνα, Πτολεμαίο), των σύγχρονών του σχετικών επιστημονικών πραγματειών, των σχετικών αρχαιολογικών ευρημάτων, της ευρωπαϊκής γεωγραφίας και τοπογραφίας, αλλά και των διάφορων γερμανικών φύλων, της ενδυμασίας τους, των εθίμων τους, των γλωσσών τους κλπ.

Από το σύνολο του κειμένου απορρέει ότι, κατά τη διάρκεια αυτής της πρωτόγονης περιόδου της γερμανικής ιστορίας, οι Γερμανοί ζούσαν ως ελεύθεροι άνθρωποι που δε γνώριζαν την ταξική καταπίεση.

 

«Η ΦΡΑΓΚΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ»

 Το κείμενο αυτό πραγματεύεται την «κλασική» μεσαιωνική εποχή μετά από τη διάλυση της (Δυτικής) Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, επικεντρώνοντας στην εποχή των Μεροβίγγειων (481-751) και ακόμα περισσότερο των Καρολίγγειων (751-913) ηγεμόνων. Πρόκειται για μια περίοδο κατά την οποία στο πλαίσιο της γερμανικής αγροτικής κοινότητας της Mark αναπτύσσονται εκείνα τα στοιχεία που λίγο μετά θα εξελιχτούν στην αναπτυγμένη φεουδαρχική ιδιοκτησία και εκμετάλλευση.

Το κείμενο ξεκινά με την παρουσίαση των μεγάλων αλλαγών που συντελέστηκαν στον τρόπο οργάνωσης της κοινωνικής συμβίωσης των Γερμανών. Η συγκρότηση στη βάση φυλών (με δεσμούς αίματος ανάμεσα στα μέλη) αντικαθίσταται από μια σειρά σχετικά αυτάρκεις λαούς (ενώσεις μικρών κοινοτήτων χωρίς αναγκαστική συγγένεια αίματος), οι οποίοι οργανώνονται κάτω από τις φτερούγες της νεοσύστατης για τους Γερμανούς (βασιλικής) κρατικής εξουσίας που δρα και ως συνδετικός κρίκος μεταξύ τους.

Το πραγματικά νέο στοιχείο όμως, που επαναστατικοποίησε όλες τις πλευρές της κοινωνικής ζωής τους, ήταν η μετατροπή της μέχρι πρότινος κοινής γης σε ατομική ιδιοκτησία μέσω των σταδιακών αλλαγών στο καθεστώς της γης (Allod, precarium, beneficium). Η εμφάνιση της ατομικής ιδιοκτησίας διάβρωσε αργά, αλλά σταθερά τη σχετική ομοιογένεια των γερμανικών κοινοτήτων, δημιουργώντας δύο μεγάλα κοινωνικά στρατόπεδα, από τη μία αυτό των γαιοκτημόνων και από την άλλη αυτό των παραγωγών-χωρικών που βρίσκονται πια σε δεσμούς οικονομικής και προσωπικής εξάρτησης από τους πρώτους.

Στο κείμενο αυτό, ο Ένγκελς παρουσιάζει όχι μόνο το βασικό ταξικό-κοινωνικό διαχωρισμό αυτής της κοινωνίας, αλλά και την εσωτερική διαστρωμάτωση των βασικών κοινωνικών τάξεων, τα κοινωνικά στρώματα που βρίσκονταν σε ενδιάμεση κατάσταση ανάμεσά τους, αλλά και τις πολυεπίπεδες εξαρτήσεις που αναπτύσσονται στο εσωτερικό της κυρίαρχης τάξης. Με αυτόν τον καθόλου απλοϊκό τρόπο σκιαγραφείται το εξαιρετικά περίπλοκο μωσαϊκό της ευρωπαϊκής φεουδαρχικής κοινωνίας, με τους βασιλιάδες, τους κόμητες, τους δούκες και τους κάθε είδους γαιοκτήμονες βασάλους από τη μία και τους εξαρτημένους (ελεύθερους, μισοελεύθερους και ανελεύθερους) παραγωγούς-χωρικούς, ακόμα και δούλους, από την άλλη.

Ιδιαίτερη αξία έχουν οι αναφορές στο ρόλο της βασιλικής εξουσίας και της Εκκλησίας ως των δύο μεγαλύτερων γαιοκτημόνων της εποχής, αλλά και στις μεταξύ τους συμμαχίες κι έριδες. Τέλος, στο έδαφος της εμφάνισης της ιδιοκτησίας της γης (και των μεταμορφώσεων που αυτή προσέλαβε κατά τους συγκεκριμένους αιώνες), ο Ένγκελς μελετά και τις αντίστοιχες προσαρμογές στον τρόπο οργάνωσης του στρατού αφού, όπως λέει χαρακτηριστικά, «μαζί με τους ελεύθερους ανθρώπους της κοινότητας κατέρρευσε και ο παλιός τρόπος οργάνωσης του στρατού».

Όλες αυτές οι επαναστατικές αλλαγές στον κορμό των γερμανικών κοινωνιών παρουσιάζονται από τον Ένγκελς με πολύ συγκεκριμένο και ζωντανό τρόπο, μέσα από βασιλικές αποφάσεις (τα λεγόμενα Καπιτουλάρια) κι εκκλησιαστικές συνόδους, μέσα από την παρουσίαση των όρκων των ακολούθων προς τους μεγάλους γαιοκτήμονες κλπ.

 

«Η MARK»

 Σε αυτό το κείμενο αναλύονται τα χαρακτηριστικά και η ιστορική θέση της πρώτης, ουσιαστικά, κοινωνικής οργάνωσης των ελεύθερων Γερμανών. Πρόκειται για το καθεστώς ελευθερίας που διήρκεσε από τη στιγμή που οι Γερμανοί εγκαταστάθηκαν στους χώρους που, grosso modo, κατοικούν έως σήμερα μέχρι και τον 6ο αιώνα.

Στο κείμενο δεν περιγράφεται μόνο η «ελευθερία» αυτής της μορφής οργάνωσης με θεμέλιο την κοινή ιδιοκτησία της γης, αλλά και η πορεία διάβρωσής της και μετατροπής της σε ταξική «ανελευθερία». Ο Ένγκελς περιγράφει γλαφυρά αυτήν την πορεία, η οποία ξεκίνησε από την εποχή της μετανάστευσης και της εγκατάστασης στα πρώην ρωμαϊκά εδάφη, επιταχύνθηκε την περίοδο των Φράγκων βασιλέων (με σημαντικό περιορισμό της σημασίας και έκτασης της κοινής ιδιοκτησίας της γης), για να κορυφωθεί τον 9ο αιώνα, κατά τον οποίο «η ελευθερία των αγροτών πετάχτηκε γρήγορα στα σκυλιά», κάτι άλλωστε που αποτελούσε προϋπόθεση της ολοκληρωμένης φεουδαρχικής εκμετάλλευσης που ακολουθούσε.

Στη συνέχεια, ο Ένγκελς παρουσιάζει τη θέση των αγροτών και τους επόμενους αιώνες, μέχρι και την εμβληματική Γαλλική Επανάσταση με την οποία «χάραξε, τόσο για τη Γερμανία όσο και για το Γερμανό χωρικό, η αυγή μιας καλύτερης εποχής». Ωστόσο, ο Ένγκελς δε μένει στα πλεονεκτήματα αυτής της νέας εποχής για τους χωρικούς σε σχέση με το προηγούμενο φεουδαρχικό καθεστώς, αλλά αναδεικνύει και το γεγονός ότι η τυπική ελευθερία τους συνοδεύεται από την ουσιαστική υποδούλωσή τους στις περιορισμένες δυνατότητες αξιοποίησης του πολύ μικρού κομματιού γης, στο φοροεισπράκτορα και τον τοκογλύφο, στην αδυναμία αξιοποίησης της σύγχρονης τεχνολογίας.

Το κείμενο τελειώνει με την παρουσίαση των προϋποθέσεων επανάκτησης για τους χωρικούς –σε ανώτερο επίπεδο πια– της ελευθερίας της Mark. Ως τέτοιες παρουσιάζονται η κοινή ιδιοκτησία της γης, η οργάνωση της μεγάλης καλλιέργειας και η εφαρμογή της γεωργικής μηχανοποίησης, δίπλα σε μια σύγχρονη βιομηχανία η οποία θα λειτουργεί «για λογαριασμό όχι των καπιταλιστών, αλλά της κοινότητας».

 

«ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΚΜΗ ΤΗΣ ΦΕΟΥΔΑΡΧΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΝΟΔΟ ΤΗΣ ΑΣΤΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ»

 Στο κείμενο αυτό, ο Ένγκελς περιγράφει με άκαμπτη λογική και ταυτόχρονα αδιαμφισβήτητο λογοτεχνικό ταλέντο το πώς η πρόοδος των πρώτων αστών των πόλεων στην παραγωγή και στις χρηματικές ανταλλαγές υπέσκαπτε σταθερά τα ήδη διαβρωμένα θεμέλια της φεουδαρχίας.

Στο επίκεντρο της ανάλυσής του βρίσκεται ο ρόλος του χρήματος, αφού «πολύ πριν τα κανόνια ανοίξουν ρήγματα στα κάστρα των ιπποτών, αυτά είχαν ήδη υπονομευτεί από το χρήμα». Η διαλυτική δύναμη του χρήματος υποχρεώνει τους φεουδάρχες να εγκαταλείψουν την παλιά τους, εντελώς αυθαίρετη, έως αχαλίνωτη κοινωνική διαγωγή, ενώ «παντού όπου μια προσωπική σχέση εκτοπιζόταν από μια χρηματική σχέση, μια απόδοση σε είδος από μια απόδοση σε χρήμα, εκεί έμπαινε μια αστική σχέση στη θέση μιας φεουδαρχικής».

Αυτή η δίψα για πλούτη, που υποδαυλίζεται από τα κέρδη που αποφέρουν οι μεγάλες γεωγραφικές ανακαλύψεις των θαλασσοπόρων, οδηγεί σε παράτολμα επιτεύγματα τα θαρραλέα αστικά μυαλά, κάτι τελείως ασύλληπτο για την έως τότε κυρίαρχη φεουδαρχική νοοτροπία. Επέρχεται η παρακμή της υπαίθρου απέναντι στις πόλεις που αρχίζουν ν’ ακμάζουν και πάλι μετά το θάνατο της Αρχαιότητας, αυτήν τη φορά πάνω στη βάση της παραγωγής κάπως πιο εξεζητημένων εργαλείων και ενός ζωντανού και κερδοφόρου εμπορίου.

Στη βάση αυτών των οικονομικών εξελίξεων παρουσιάζεται η εμφάνιση των νέων εθνοτήτων, οι οποίες σύμφωνα με τον Ένγκελς εμφανίζονται τώρα συνήθως ως «προϊόν των καταπιεσμένων τάξεων» (π.χ., Τσέχοι, Πολωνοί, Ολλανδοί), ενώ αποκτούν μεταξύ τους και καθορισμένα γεωγραφικά και γλωσσολογικά σύνορα. Τέλος, αναδεικνύεται ότι οι νέοι αστοί των πόλεων, στον αγώνα τους εναντίον των φεουδαρχών, έλκονται από την κεντρική, τη βασιλική εξουσία που, παρόλο που η ίδια είναι γέννημα-θρέμμα της φεουδαρχίας, νιώθει υποσκελισμένη και υποβαθμισμένη από τους φεουδάρχες της και στηρίζεται στους αστούς για να στερεώσει την εξουσία της. Έτσι, παρά το γεγονός ότι αποτελούσε την κορυφή της φεουδαρχικής ιεραρχίας, η βασιλεία παρουσιάζεται ως αντικειμενικά προοδευτικό στοιχείο, αφού «αντιπροσώπευε την τάξη μέσα στην αταξία, το διαμορφούμενο έθνος έναντι του κατακερματισμού σε απείθαρχα βασιλικά κράτη».

 

«ΜΟΡΦΕΣ ΠΟΥ ΠΡΟΗΓΟΥΝΤΑΙ ΤΗΣ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ»

 Πρόκειται για το μοναδικό κείμενο του Μαρξ που περιλαμβάνεται στην έκδοση. Αποτελεί ένα από τα πιο θεμελιώδη κείμενα στο οποίο αναφέρονται όλες οι μαρξιστικές συζητήσεις για την κοινωνική εξέλιξη.

Αρχίζει χρονικά από τότε που η κοινότητα της φυλής (φυσική κοινότητα) αποτελεί προϋπόθεση της από κοινού ιδιοποίησης και χρησιμοποίησης του εδάφους (τέλος της νομαδικής ζωής). Από τότε οι άνθρωποι αρχίζουν να σχετίζονται συστηματικά με τη γη και να γίνονται κάτοχοί της, με τον Μαρξ να διακρίνει κάποιες συγκεκριμένες ιστορικές μορφές που προσέλαβε αυτή η συσχέτιση. Αρχικά κυριαρχούσε η συλλογική-κοινοτική ιδιοκτησία της γης, η οποία πήρε διάφορες μορφές, με βασικές την ανατολίτικη και τη γερμανική, ενώ στη συνέχεια, όταν η κοινότητα του φύλου αρχίζει να παρακμάζει, εμφανίζεται η αρχαϊκή μορφή ιδιοκτησίας (με πιο χαρακτηριστική περίπτωση τη ρωμαϊκή) που χαρακτηρίζεται από την εμφάνιση της κρατικής ιδιοκτησίας της γης (ager publicus) και τη συνύπαρξή της μετά από ένα σημείο με την ατομική ιδιοκτησία της γης.

Το κείμενο όμως δεν περιορίζεται στις μορφές ιδιοκτησίας της γης αλλά –στη βάση αυτών των αλλαγών– μελετά και την προσαρμογή των υπόλοιπων χαρακτηριστικών της κοινοτικής οργάνωσης, με πρώτο τον τρόπο διαχείρισης των ζητημάτων της κοινότητας, είτε στη μη κρατική είτε αργότερα στην κρατική μορφή του. Εδώ ο Μαρξ συνδέει τον ανατολίτικο δεσποτισμό με την ανατολίτικη μορφή ιδιοκτησίας της γης –η οποία βασίζεται στην εμφάνιση μιας ανώτερης ενότητας πάνω από τις επιμέρους κοινότητες– αναδεικνύει τον αποκεντρωμένο χαρακτήρα της γερμανικής μορφής ιδιοκτησίας συνδέοντάς τον με το γεγονός ότι η γερμανική κοινότητα αποκτά πραγματική ύπαρξη ως τέτοια μόνο κατά την περιοδική συνέλευση των μελών της και, τέλος, αντιπαραθέτει στη γερμανική μορφή τη Ρωμαϊκή Αρχαιότητα, όπου η κοινότητα υπάρχει ως τέτοια και «έξω από αυτές τις συνελεύσεις, στην υπόσταση της ίδιας της πόλης και στο πρόσωπο των αξιωματούχων που φέρουν την ευθύνη γι’ αυτήν κλπ.», υπάρχει δηλαδή ως κράτος. Μέσα από αυτήν την παράθεση, ο Μαρξ αναδεικνύει (μία δεκαετία σχεδόν πριν την κυκλοφορία του μνημειώδους έργου του «Το Κεφάλαιο») τους ιστορικούς όρους εμφάνισης της ελεύθερης μισθωτής εργασίας και του κεφαλαίου, που συνίστανται στη διάλυση των προ-αστικών τρόπων συσχέτισης του ανθρώπου με τους αντικειμενικούς όρους της εργασίας του.

Στο σύνολό τους, τα κείμενα της έκδοσης αποτελούν απαραίτητο εφόδιο στην προσπάθεια μαρξιστικής ερμηνείας του εξαιρετικά περίπλοκου –αλλά και κρίσιμου για την ανάδειξη της δυνατότητας και της αναγκαιότητας κομμουνιστικού μετασχηματισμού της κοινωνίας– φαινομένου της κοινωνικής εξέλιξης.