ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

 Το «Ερωτηματολόγιο για εργάτες» που ακολουθεί, συντάχτηκε από τον Μαρξ κατά το πρώτο μισό του Απρίλη του 1880, μετά από παράκληση του εκδότη του γαλλικού περιοδικού «La Revue socialiste», Μπενουά Μαλόν (Benoît Malon).

Ο στόχος της σύνταξης αυτού του «Ερωτηματολόγιου» ήταν διττός. Από τη μια, αποτελούσε μια σημαντική –και ιστορικά την πρώτη– προσπάθεια συγκέντρωσης διεξοδικών στοιχείων για τους όρους ζωής κι εργασίας της γαλλικής εργατικής τάξης, τα οποία θα αξιοποιούνταν στην οικονομική, ιδεολογική και πολιτική πάλη ενάντια στην καπιταλιστική εκμετάλλευση. Από την άλλη, φιλοδοξούσε να συμβάλει στη σφαιρική συνειδητοποίηση από τους ίδιους τους εργάτες της κοινωνικής θέσης και κατάστασής τους. Έτσι, το «Ερωτηματολόγιο» δεν είναι μόνο μέσο άντλησης πληροφοριών από τους εργάτες, αλλά και μέσο επίδρασης στη συνείδησή τους, κάτι που αποτυπώνεται, άλλωστε, και στον τρόπο διατύπωσης κάποιων ερωτήσεων, π.χ. «αποζημιώνει ο επιχειρηματίας με οποιονδήποτε τρόπο εκείνους που υφίστανται ατυχήματα κατά τη διάρκεια της εργασίας η οποία συμβάλλει στον πλουτισμό του;» ή «για πόσο καιρό πιστώνετε το αφεντικό σας πριν παραλάβετε την πληρωμή για τη δουλειά που κάνατε;».

Το ενδιαφέρον των θεμελιωτών της κομμουνιστικής θεωρίας για την αντικειμενική «διάγνωση» των εκάστοτε συνθηκών ζωής και εργασίας της εργατικής τάξης –από την οποία απορρέουν και στοιχεία όπως η εσωτερική διαστρωμάτωσή της, ο βαθμός συνειδητοποίησής της κ.ά.– ήταν μόνιμο. Ο ίδιος ο Μαρξ είχε θέσει από τη δεκαετία του 1860 την ιδέα της στατιστικής απεικόνισης της κατάστασης της εργατικής τάξης μέσω της συγκέντρωσης στοιχείων από τους ίδιους τους εργάτες. Η ιδέα αυτή, μάλιστα, μετουσιώθηκε και στην απόφαση της Α΄ Διεθνούς να διεξάγει μια τέτοια έρευνα, κάτι που δεν ευοδώθηκε λόγω ανεπάρκειας των οικονομικών μέσων. Παράλληλα, «Στο Κεφάλαιο» (ιδιαίτερα στον τόμο Ι), περιλαμβάνεται πολύ εμπειρικό υλικό που αποδεικνύει πόσο επισταμένα και διεξοδικά παρακολουθούσε ο Μαρξ αυτά τα ζητήματα. Ο Ένγκελς με τη σειρά του εξέδωσε το 1844, στα 24 του χρόνια, το έργο του «Η κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία», στο οποίο περιγράφει τους όρους ζωής κι εργασίας της εργατικής τάξης κατά το «στάδιο της νεότητας της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης», όπως χαρακτήρισε εκείνη την περίοδο στην Αγγλία ο ίδιος ο Ένγκελς στον Πρόλογο της επανέκδοσης του βιβλίου πολλά χρόνια μετά, το 1892.

Αξίζει να σημειωθεί ότι τα χρόνια που έγραφαν οι Μαρξ και Ένγκελς δεν υπήρχαν στατιστικές υπηρεσίες και η συλλογή στατιστικών δεδομένων σε οποιονδήποτε τομέα της κοινωνικής ζωής αποτελούσε ένα εξαιρετικά δύσκολο και δαπανηρό εγχείρημα. Γι’ αυτό, άλλωστε, τόσο το «Ερωτηματολόγιο για εργάτες» όσο και «Η κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία» θεωρούνται –ακόμα και από εκπροσώπους των αστικών κοινωνικών επιστημών– πρωτοπόρα εγχειρήματα στον τομέα της εμπειρικής κοινωνικής έρευνας. Παρά τις δυσκολίες, ωστόσο, οι Μαρξ και Ένγκελς δε φείδονταν των σχετικών προσπαθειών, αφού γνώριζαν πολύ καλά ότι η αντικειμενική και ακριβής γνώση των όρων ζωής κι εργασίας της εργατικής τάξης αποτελούσε απαραίτητη «πρώτη ύλη» τόσο για τη θεωρητική κατανόηση του εκμεταλλευτικού συστήματος όσο και για την πολιτική δράση με στόχο την ανατροπή του.

Η ανάγκη έγκαιρης αντίληψης των εκάστοτε αλλαγών στις συνθήκες εργασίας και ζωής της εργατικής τάξης, αλλά και ο τρόπος με τον οποίο προσλαμβάνουν οι ίδιοι οι εργαζόμενοι αυτές τις αλλαγές πρέπει ν’ αποτελούν μόνιμο ζητούμενο για την επαναστατική πρωτοπορία της εργατικής τάξης, για το επαναστατικό Κομμουνιστικό Κόμμα. Η ανάγκη αυτή αυξάνεται, μάλιστα, στις μέρες μας τόσο λόγω των γρήγορων και σημαντικών αλλαγών που λαμβάνουν χώρα στην παραγωγική διαδικασία όσο και λόγω της επίδρασης αυτών των αλλαγών στον τρόπο «πρόσληψής» τους από τους ίδιους τους εργαζόμενους. Για παράδειγμα, υπάρχει ο κίνδυνος φαινόμενα όπως η μείωση του ποσοστού των εργαζόμενων στη μεταποίηση και η αντίστοιχη άνοδος των εργαζόμενων στις λεγόμενες υπηρεσίες, η άνοδος του μορφωτικού επιπέδου της εργατικής τάξης, η διεύρυνση της εσωτερικής της διαστρωμάτωσης κλπ. να οδηγούν πλατιά τμήματα σύγχρονων εργαζόμενων –κάτω και από τη στοχευμένη επίδραση της αστικής ιδεολογίας– σε λαθεμένες αντιλήψεις για μείωση του όγκου και της κοινωνικής σημασίας της εργατικής τάξης.

Σήμερα, η ύπαρξη επαναστατικών κομμάτων με βαθιές ρίζες στην εργατική τάξη αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση αυτής της «ανατροφοδότησης». Παράλληλα, η ικανότητα προσαρμογής της παρέμβασης αυτών των κομμάτων στα κάθε φορά νέα δεδομένα αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για τη διατήρηση κι ενίσχυση της ικανότητας επίδρασης στην εργατική τάξη και ιδιαίτερα στα πιο πρωτοπόρα τμήματά της.

Φυσικά, στην εποχή μας η έρευνα για τη ζωή και την εργασία της σύγχρονης εργατικής τάξης οφείλει να αξιοποιεί και σχετικές αστικές στατιστικές πηγές, έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν υπάρχει ταξικά και κοινωνικά ουδέτερη στατιστική. Ιδιαίτερα όταν πρόκειται για κρατικές στατιστικές υπηρεσίες, η βαθύτερη αξιοποίησή τους προϋποθέτει τη «διόρθωση» των στατιστικών στοιχείων με βάση τη μαρξιστική μεθοδολογία, πράγμα που πολλές φορές ενέχει σημαντικές δυσκολίες. Σε κάθε περίπτωση, όμως, όπως ακριβώς οι επαναστάτες Μαρξ και Ένγκελς πήγαν στην εποχή τους κόντρα στις τεράστιες δυσκολίες της σχεδόν ολοκληρωτικής έλλειψης οποιουδήποτε συγκεντρωμένου εμπειρικού υλικού, έτσι και τα σύγχρονα επαναστατικά εργατικά κόμματα οφείλουν να δώσουν τη δική τους μάχη κόντρα στις σύγχρονες δυσκολίες.

Πριν περάσουμε στην παρουσίαση του «Ερωτηματολογίου για εργάτες», αξίζει να σημειώσουμε κάποια ιστορικά στοιχεία γι’ αυτό. Το «Ερωτηματολόγιο» δημοσιεύτηκε ανυπόγραφο κάτω από τον τίτλο «Enquête Ouvrière» στο τεύχος της 20ής Απρίλη 1880 του «La Revue socialiste», αλλά και ως αυτοτελής έκδοση (σε 25.000 αντίτυπα) που διανεμήθηκε σε ολόκληρη τη Γαλλία. Το γεγονός ότι συγγραφέας του «Ερωτηματολογίου» είναι ο Μαρξ φαίνεται από τη σχετική αναφορά του Μαρξ στην επιστολή του στον Φρίντριχ Άντολφ Ζόργκε (Friedrich Adolph Sorge) στις 5 Νοέμβρη 1880, στην οποία αναφέρει μεταξύ άλλων: «Συνέταξα γι’ αυτόν [σ.μ. τον Μαλόν] ένα “questionneur” (ερωτηματολόγιο) το οποίο δημοσιεύτηκε πρώτα στο “Revue socialiste” και μετά διαδόθηκε σε μεγάλο αριθμό αντιτύπων σε ολόκληρη τη Γαλλία».

Το ερωτηματολόγιο δημοσιεύτηκε στη «Revue socialiste» με την ακόλουθη εισαγωγή:

«Καμία κυβέρνηση (είτε μοναρχική είτε αστική-ρεπουμπλικανική) δεν έχει τολμήσει να διεξάγει σοβαρή έρευνα για την κατάσταση της γαλλικής εργατικής τάξης. Αντίθετα, πόσες πολλές έρευνες υπάρχουν για τις αγροτικές, οικονομικές, βιομηχανικές, εμπορικές και πολιτικές κρίσεις!

Η ποταπότητα της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης η οποία αποκαλύφτηκε από την επίσημη έρευνα της αγγλικής κυβέρνησης, οι νομικές συνέπειες αυτών των αποκαλύψεων (περιορισμός της νομοθετημένης εργάσιμης μέρας στις δέκα ώρες, νόμοι για τη γυναικεία και την παιδική εργασία κλπ.) έχουν αυξήσει το φόβο της γαλλικής αστικής τάξης μπροστά στους κινδύνους που θα δημιουργούσε μια αμερόληπτη και συστηματική διερεύνηση του ζητήματος.

Με την ελπίδα να παρακινήσουμε τη ρεπουμπλικανική κυβέρνηση να ακολουθήσει το παράδειγμα της μοναρχικής κυβέρνησης της Αγγλίας και να ξεκινήσει μια πλατιά έρευνα για τις πράξεις και τα εγκλήματα της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, θέλουμε να ξεκινήσουμε εμείς, με τα περιορισμένα μέσα που διαθέτουμε, μια τέτοια έρευνα. Σε αυτήν την προσπάθεια ελπίζουμε να βρούμε τη στήριξη όλων των εργατών στην πόλη και την επαρχία, οι οποίοι κατανοούν ότι μόνο αυτοί οι ίδιοι μπορούν –έχοντας πλήρη επίγνωση του θέματος– να περιγράψουν τα βάσανα που υφίστανται· ότι μόνο αυτοί οι ίδιοι, και όχι οι σωτήρες που στέλνονται από την Πρόνοια, μπορούν με την ενεργητική δράση τους να πολεμήσουν την κοινωνική εξαθλίωση από την οποία υποφέρουν. Βασιζόμαστε επίσης στους σοσιαλιστές όλων των σχολών οι οποίοι, από τη στιγμή που επιδιώκουν μια κοινωνική μεταρρύθμιση, πρέπει να επιθυμούν και την ακριβή και αξιόπιστη γνώση των συνθηκών κάτω από τις οποίες εργάζεται και [σ.μ. αρχίζει να] κινείται η εργατική τάξη, η τάξη στην οποία ανήκει το μέλλον.

Αυτά τα τετράδια της εργασίας αποτελούν το πρώτο βήμα που πρέπει να κάνει η σοσιαλδημοκρατία για να προετοιμάσει την ανανέωση της κοινωνίας.

Οι εκατό ερωτήσεις που ακολουθούν είναι υψίστης σημασίας. Οι απαντήσεις πρέπει να περιλαμβάνουν το νούμερο της κάθε ερώτησης. Δεν είναι αναγκαίο να απαντηθούν όλες οι ερωτήσεις, αλλά συνιστούμε οι απαντήσεις να είναι όσο το δυνατόν πιο αναπτυγμένες και αναλυτικές. Το όνομα της εργάτριας και του εργάτη που απαντά το ερωτηματολόγιο δε θα δημοσιευτεί αν δεν αναφέρεται η ρητή συγκατάθεσή του, ωστόσο, πρέπει να σημειώνονται τα ονόματα και οι διευθύνσεις όσων απαντούν, έτσι ώστε να μπορούμε να έρθουμε σε επαφή μαζί τους σε περίπτωση που αυτό είναι αναγκαίο.

Οι απαντήσεις πρέπει να αποστέλλονται στο διευθυντή του “Revue socialiste”, κύριο Λεκλούζ (Lécluse), 28 rue Royale, Σεν Κλάουντ, Παρίσι.

Οι απαντήσεις θα ταξινομηθούν και θα αποτελέσουν τη βάση για ξεχωριστές μονογραφίες, τις οποίες θα δημοσιεύσει το “Revue socialiste” και αργότερα θα εκδώσει συγκεντρωμένες σε έναν τόμο».

Όσον αφορά τη συνέχεια του εγχειρήματος, η απόκριση δεν ήταν δυστυχώς μεγάλη, με αποτέλεσμα να μη συγκεντρωθεί αρκετό υλικό για περαιτέρω επεξεργασία. Το «Ερωτηματολόγιο» ξεχάστηκε για πολύ καιρό, μέχρι να δημοσιευτεί το 1926 ως μπροσούρα από το ΚΚ Μ. Βρετανίας, ενώ κυκλοφόρησε και στα γερμανικά το 1933 στο «Όργανο της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομμουνιστικής Διεθνούς».

Τέλος, οι ερωτήσεις που συνέταξε αρχικά ο Μαρξ ήταν 99 και είχαν γραφτεί στα αγγλικά με λίγες λέξεις στα γαλλικά. Κατά τη μετάφραση και έκδοσή τους στα γαλλικά, το περιοδικό προσέθεσε άλλες δύο ερωτήσεις (αυξάνοντας το σύνολό τους στις 101), ενώ έκανε και κάποιες άλλες μικρές προσθήκες στις ερωτήσεις του Μαρξ. Το σύνολο των προσθηκών του περιοδικού στο κείμενο του Μαρξ περιλαμβάνεται σε αγκύλες.