ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΤΗΣ ΚΕ ΣΤΗΝ ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΗ ΣΥΝΔΙΑΣΚΕΨΗ ΓΙΑ ΤΟ ΔΟΚΙΜΙΟ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΟΥ ΚΚΕ, ΠΕΡΙΟΔΟΣ 1918-1949

Η ΚΕ του ΚΚΕ, υλοποιώντας Απόφαση του 19ου Συνεδρίου του Κόμματος (2013), οργάνωσε και ολοκλήρωσε την εκ νέου μελέτη και συγγραφή της Ιστορίας του Κόμματος για τη χρονική περίοδο από την ίδρυσή του (1918) έως και τη λήξη του ένοπλου ταξικού αγώνα με το Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας - ΔΣΕ (1949) και διοργάνωσε την Πανελλαδική Συνδιάσκεψη, υλοποιώντας Απόφαση του 20ού Συνεδρίου (2017).

 Η εκ νέου μελέτη και συγγραφή της Ιστορίας του Κόμματος για την περίοδο 1918-1939, σε σχέση με αυτήν που κυκλοφορεί από το 1995, ήταν απαραίτητη, αφού από το Κόμμα συλλογικά είχε προχωρήσει η έρευνα και μελέτη με βάση:

• Τα γενικότερα συμπεράσματα που προέκυψαν από σημαντικές μελέτες του Κόμματος, με κυριότερη την αποτίμηση της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στην ΕΣΣΔ, συμπεράσματα που αξιοποιήθηκαν και στις προγραμματικές επεξεργασίες του Κόμματος.

• Τη μελέτη και συγγραφή της Ιστορίας του Κόμματος για την περίοδο από τη λήξη του ΔΣΕ έως τη 12η Ολομέλεια της ΚΕ τον Φλεβάρη του 1968, κατά την οποία συντελέστηκε η διάσπαση της ΚΕ και κατά συνέπεια του Κόμματος. Η διάσπαση ήρθε μετά από μακροχρόνια ιδεολογική - πολιτική και οργανωτική κρίση, ως αποτέλεσμα επικράτησης δεξιού οπορτουνισμού και με την παρέμβαση των 6 αδελφών ΚΚ στην 6η Ευρεία Ολομέλεια της ΚΕ (Μάρτης 1956). Τα συμπεράσματα αυτής της περιόδου, συζητημένα και εγκεκριμένα από Ειδική Πανελλαδική Συνδιάσκεψη τον Ιούλη του 2011, επεκτείνονταν και στη δεκαετία του 1940, περίοδο του ένοπλου απελευθερωτικού αγώνα με το ΕΑΜ - ΕΛΑΣ υπό την καθοδήγηση του ΚΚΕ, διαμόρφωσης επαναστατικής κατάστασης κατά την απελευθέρωση και όξυνσης της ταξικής πάλης, δημιουργίας του ΔΣΕ και ένοπλης αναμέτρησης με το αστικό κράτος. Αυτή η επέκταση επιβαλλόταν από το γεγονός ότι σ’ όλη την επόμενη περίοδο (1950 και μετά) τα κομματικά Όργανα και Σώματα επιχειρούσαν την αποτίμηση αυτής της κρίσιμης δεκαετίας για την Ιστορία της ταξικής πάλης και του Κόμματος.

 

Η εκ νέου μελέτη και συγγραφή της Ιστορίας του Κόμματος στηρίχτηκε:

• Στην πρόσβαση στο οργανωμένο πλέον Αρχείο του Κόμματος και τη μελέτη πληθώρας ντοκουμέντων αυτής της περιόδου.

• Στην πρόσβαση και σε νέο αρχειακό υλικό που αφορούσε τις σχέσεις του ΚΚΕ με το ΚΚΣΕ και τα ΚΚ των γειτονικών βαλκανικών κρατών.

• Στην εκπόνηση σειράς μελετών για την ανάπτυξη και εξέλιξη του καπιταλισμού στην Ελλάδα, τη συμμετοχή της στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους και ιδιαίτερα στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο καθώς και την πρόσβαση κι αξιοποίηση άλλων σχετικών μελετών που εκπονήθηκαν από πανεπιστήμια, την Τράπεζα της Ελλάδας, την Εθνική Τράπεζα κλπ.

Η ΚΕ έκρινε απαραίτητη την επέκταση της ιστορικής αναφοράς στις οικονομικές - κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες της Ελλάδας, όχι μόνο στα χρόνια ίδρυσης και δράσης του Κόμματός μας, αλλά και προγενέστερα, από την ίδρυση του ελληνικού καπιταλιστικού κράτους.

Έτσι, σχεδιάζουμε την εξής δομή στην έκδοση των τόμων Ιστορίας του Κόμματος:

• Α΄ Τόμος: Το ΚΚΕ από την ίδρυσή του (1918) έως το 1939.

• Β΄ Τόμος: Το ΚΚΕ στη δεκαετία του 1939 - 1949 (Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και ΔΣΕ).

• Γ΄ Τόμος: Το ΚΚΕ από το 1949 έως το 1968.

• Δ΄ Τόμος: Το ΚΚΕ κατά τη στρατιωτική δικτατορία (1967-1974).

• Ε΄ Τόμος: Το ΚΚΕ, περίοδος 1974-1991.

Φυσικά, όλοι οι τόμοι εκδίδονται ως Δοκίμιο της Ιστορίας του Κόμματος, που σημαίνει ότι περιλαμβάνουν και ζητήματα ανοιχτά στην περαιτέρω έρευνα, στην ανάπτυξη, διόρθωση, με τη συμβολή όχι μόνο των μελών του Κόμματος αλλά και οπαδών, συνεργαζομένων.

Βάση συζήτησης στην παρούσα Συνδιάσκεψη αποτελούν τα συμπεράσματα από τα επτά (7) κεφάλαια που απαρτίζουν τους τόμους Α΄ και Β΄. Αυτά τα κεφάλαια είναι τα εξής:

Πρώτο Κεφάλαιο: Η εδραίωση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Το εργατικό και το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα. Έναρξη της εποχής περάσματος στο σοσιαλισμό.

Δεύτερο Κεφάλαιο: Η ανάπτυξη του καπιταλισμού στην Ελλάδα (1821-1918). Το αστικό κράτος και το πολιτικό του σύστημα.

Τρίτο Κεφάλαιο: Το σοσιαλιστικό και το εργατικό κίνημα στην Ελλάδα πριν από την ίδρυση του ΣΕΚΕ (ΚΚΕ).

Τέταρτο Κεφάλαιο: Η διεθνής καπιταλιστική οικονομική κρίση. Η ελληνική οικονομία στο Μεσοπόλεμο.

Πέμπτο Κεφάλαιο: Η ίδρυση του ΚΚΕ, τομή στην ελληνική κοινωνία. Η στρατηγική του, η ηρωική πάλη του στο Μεσοπόλεμο.

Έκτο Κεφάλαιο: Το ΚΚΕ στο Β΄ Παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό Πόλεμο 1939-1945.

Έβδομο Κεφάλαιο: Η εποποιία του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (ΔΣΕ).

Τα Κεφάλαια δόθηκαν έγκαιρα για παρατηρήσεις, όχι μόνο στους αντιπροσώπους της Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης, αλλά και σε σημαντικό αριθμό στελεχών (μέλη Επιτροπών Περιοχής, μέλη Τμημάτων της ΚΕ, συνεργάτες του Τμήματος Ιστορίας της ΚΕ, μέλη ΚΣ της ΚΝΕ).

Τα προς συζήτηση Κεφάλαια της Ιστορίας του Κόμματός μας δεν δόθηκαν σε όλα τα μέλη του Κόμματος, όπως είχε γίνει κατά την προετοιμασία της Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης για την Ιστορία του Κόμματος της περιόδου 1949-1968. Τότε θεωρήσαμε σκόπιμη αυτήν τη διαδικασία, γιατί ουσιαστικά για πρώτη φορά επανεκτιμήσαμε θέσεις και εκτιμήσεις Οργάνων του Κόμματος για την κρίσιμη περίοδο της δεκαετίας του 1940, αλλά και για την εσωκομματική κρίση που ακολούθησε στη δεκαετία του 1950 (6η και 7η Πλατιά Ολομέλεια της ΚΕ) και του 1960.

Για την περίοδο που συζητάμε, τα περισσότερα ζητήματα είναι ήδη συζητημένα, ενώ κάποια άλλα δεν αφορούν μόνο ή κυρίως την Ιστορία του Κόμματος.

Το Τμήμα Ιστορίας της ΚΕ έχει ήδη αξιοποιήσει πολλές παρατηρήσεις, διορθώσεις, συμπληρώσεις που αφορούσαν ιστορικά γεγονότα (ονόματα συμμετεχόντων σε εργατικούς - λαϊκούς αγώνες, σε επιχειρήσεις του ΔΣΕ κλπ.).

Επίσης, έχει αξιοποιήσει κι άλλες σημαντικές παρατηρήσεις, όπως να φανεί καλύτερα ότι το πέρασμα από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό είναι μια μακρόχρονη διαδικασία (από τον 15ο έως και περίπου μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα), που προετοίμασε σημαντικές αλλαγές στην οικονομία και προσαρμογές στο εποικοδόμημα (ο ρόλος του θεσμού της βασιλείας στη συγκέντρωση της εξουσίας).

Στο σχεδιασμό της ΚΕ είναι οι δύο τόμοι να εκδοθούν πριν την κεντρική εκδήλωση του Κόμματος για τα 100 χρόνια από την ίδρυσή του (Νοέμβρης 2018).

Μετά την έκδοση των Τόμων Α΄ και Β΄, η επανέκδοση του Τόμου της περιόδου 1949-1968, ως Γ΄, θα γίνει αναμορφωμένη, δηλαδή απαλλαγμένη από ντοκουμέντα και εκτεταμένες αναφορές - εκτιμήσεις που αφορούν την προηγούμενη περίοδο και περιλαμβάνονται στο νέο Β΄ τόμο.

 

Για την επικέντρωση της συζήτησης, η ΚΕ θεωρεί σκόπιμη την εξής αξιολόγηση ως προς τα Κεφάλαια και τα θέματα της Ιστορίας του Κόμματος και συνολικά της Ελλάδας:

 

Πρώτον: Θεωρούμε σημαντικά τα Κεφάλαια 2 και 4, τα συμπεράσματα των οποίων έχουν ευρύτερη πολιτική σημασία.

 Αποδομούν συγχύσεις ως προς το χαρακτήρα της οικονομίας και του εποικοδομήματος στην Ελλάδα στις αρχές του 20ού αιώνα και νωρίτερα. Τεκμηριώνουν τον καπιταλιστικό χαρακτήρα της οικονομίας και της εξουσίας.

Το 2ο Κεφάλαιο, που αναφέρεται στην ίδρυση της Ελλάδας ως καπιταλιστικού κράτους και στην πορεία του έως το τέλος του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου, είναι αναγκαίο για την κατανόηση της Ιστορίας του Κόμματος, για την κατανόηση των παραγόντων που επιδρούσαν στην επεξεργασία της στρατηγικής του, στην ανάλυση, στον προσδιορισμό των κοινωνικών δυνάμεων, στη διαμόρφωση της πολιτικής συμμαχιών.

Η κατανόηση των συνθηκών γέννησης του ελληνικού αστικού κράτους είναι αναγκαία και για την κατανόηση της ταξικής πάλης σ’ όλο τον 20ό αιώνα.

Άλλωστε το Κόμμα, με συλλογικές εργασίες (σχέδια Ιστορίας) ή με μονογραφίες στελεχών του, ασχολήθηκε με την Επανάσταση του 1821, με την ανάπτυξη της ελληνικής αστικής τάξης, την εξέλιξη στη διαστρωμάτωσή της (π.χ. Μάξιμος, Κορδάτος, Ζεύγος, Παπανικολάου), εργασίες για τις οποίες βρίσκουμε αναφορές ακόμα και από αστούς μελετητές, μια προσπάθεια που συνεχίστηκε σε διάφορες περιόδους της ύπαρξης του Κόμματος, συνεχίζεται στις μέρες μας.

Το 2ο είναι Κεφάλαιο μελετητικά απαιτητικό, πολυθεματικό, αφού αφορά οικονομικές - κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις που δεν περιορίζονται μόνο λίγο πριν από την αστική εθνικοαπελευθερωτική επανάσταση του 1821, αλλά και στην περίοδο από την ίδρυση του ελληνικού αστικού κράτους και πέρα, δηλαδή στα σχεδόν 100 χρόνια που μεσολάβησαν από την Επανάσταση του 1821 έως την ίδρυση του Κόμματός μας.

Υποχρεωτικά η ιστορική ανάλυση πηγαίνει πιο πίσω, στα εκατοντάδες χρόνια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, στο καθεστώς της οποίας επέζησαν, εξελίχθηκαν πληθυσμοί της μετέπειτα ελληνικής επικράτειας, με την ιδιαιτερότητα η συγκρότησή της να διαμορφώνεται στη διάρκεια ενός αιώνα.

Οι πληθυσμοί των εδαφών που σταδιακά εντάχθηκαν στην Ελλάδα είχαν δύο αλληλένδετα χαρακτηριστικά:

Την ελληνιστική γλώσσα, επίσημη γλώσσα του Βυζαντίου, και την Ορθοδοξία, κέντρο καλλιέργειας της γλώσσας, με ό,τι αυτά συνεπάγονταν στην πολιτισμική εξέλιξη, διατήρηση παραδόσεων, ιστορίας και υπό συγκεκριμένες οικονομικές, πολιτικές πλέον προϋποθέσεις, στη διαμόρφωση ελληνικής εθνικής συνείδησης.

Για το συγκεκριμένο κεφάλαιο μελετήθηκε αρκετή βιβλιογραφία σε ζητήματα που φωτίζουν ποιες κοινωνικές δυνάμεις πήραν μέρος στην Επανάσταση του ’21, επομένως στην τεκμηρίωση του χαρακτήρα της ως αστικής εθνικοαπελευθερωτικής. Έτσι, διορθώθηκαν απλουστεύσεις, οι οποίες έως ένα βαθμό υπήρχαν σε προγενέστερα ιστορικά κείμενα του Κόμματος ή και σε προγραμματικά ντοκουμέντα που υποβάθμιζαν τον αστικό χαρακτήρα της Επανάστασης του ’21, απομόνωναν τον εθνικοαπελευθερωτικό της χαρακτήρα.1

Από τα δύσκολα θέματα, την έρευνα των οποίων φιλοδοξούμε να συνεχίσουμε ενόψει και των 200 χρόνων από την Επανάσταση, θεωρούμε το ζήτημα της εξέλιξης στην ιδιοκτησία γης ή ειδικότερα στη νομή - χρήση της και βέβαια τη σχέση του αγροτοπαραγωγού (καλλιεργητή ή κτηνοτρόφου) με τον κάτοχο της γης, με πλήρη κυριότητα ή με δικαιώματα άμεσης συγκέντρωσης του προϊόντος ή μέσω φορολογίας κλπ.

Το ζήτημα μας ενδιαφέρει, γιατί εξηγεί τη στάση στην Επανάσταση του 1821 κοινωνικών δυνάμεων, ορθόδοξων, ελληνόφωνων, με παράδοση συμμετοχής στις δομές διοίκησης της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, που αν και υπό καθεστώς υποτέλειας, συμμετείχαν και στα κατώτερα όργανα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, είχαν προνόμια διοικητικά και βέβαια οικονομικά.

Δείχνει όχι μόνο την ταξική διαφοροποίηση των ελληνικών (όπως και αλλογενών) πληθυσμών αλλά και τη διαστρωμάτωση μέσα στις τάξεις, π.χ. την ύπαρξη ανώτερων προεστών, κοτζαμπάσηδων αλλά και κατώτερων τμημάτων τους, ένοπλων τμημάτων για λογαριασμό της οθωμανικής αυτοκρατορικής εξουσίας, όπως οι αρματολοί.

Ποιο είναι το ουσιαστικό ζήτημα: Πρόκειται για κοινωνικές δυνάμεις ενταγμένες στα όργανα εξουσίας της φεουδαρχικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, οι οποίες είχαν και αντιθέσεις με αυτήν, ήθελαν πλήρη ιδιοκτησία γης, πλήρη δικαιώματα σε σχέση με τους Οθωμανούς μουσουλμάνους, αλλά οι περισσότερες, κυρίως οι ανώτερες, δεν οργάνωσαν την Επανάσταση του ’21. Από τα κατώτερα ένοπλα τμήματα προήλθαν οι στρατιωτικοί οπλαρχηγοί.

Οι έμποροι και πλοιοκτήτες ήταν τα πιο δυναμικά τμήματα της αστικής τάξης με ελληνική εθνική συνείδηση που ηγήθηκαν της Επανάστασης.

Η ταξική ανάλυση μας βοηθά να περάσουμε από το αφηρημένο της θεωρίας των τάξεων στο ιστορικά συγκεκριμένο. Εκκινώντας από τις θεμελιακές κατηγορίες του ιστορικού υλισμού, φεουδάρχες - δουλοπάροικοι, αστική τάξη - εργατική τάξη, να προσεγγίζουμε την εσωτερική διαστρωμάτωση της κάθε τάξης, την ύπαρξη ελεύθερων ατομικών καλλιεργητών, αλλά και πώς παρεμβαίνει στη διαστρωμάτωση το εθνοτικό και θρησκευτικό στοιχείο. Επίσης, το ρόλο του Πατριαρχείου που είχε προνόμια στην ιδιοκτησία γης, οικονομική αρμοδιότητα, εκπαιδευτική, γι’ αυτό και δεν στήριξε την Επανάσταση, σε αντίθεση με τον κατώτερο κλήρο.

Ιδιαίτερης σημασίας ζήτημα είναι η κατανόηση της εξέλιξης της εσωτερικής διαστρωμάτωσης, ιδιαίτερα των νέων τάξεων, της αστικής και της εργατικής.

Το όλο ζήτημα της κοινωνικής ανάλυσης περιπλέκεται και εξαιτίας της έντονης φυλοεθνοτικής ανομοιογένειας στα τεράστια εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που επέδρασε και στην εξέλιξη της εθνολογικής ενότητας των καπιταλιστικών βαλκανικών κρατών.

Το ζήτημα της εθνογένεσης στη Χερσόνησο Αίμου, στα νησιά του Αιγαίου, στη Μικρά Ασία είναι ζήτημα ιστορικής μελέτης. Θίγουμε ορισμένες πλευρές στο κεφάλαιο του Δοκιμίου, π.χ. την εμφάνιση και εξέλιξη των πρώιμων τμημάτων της αστικής τάξης, κυρίως εμπόρων και πλοιοκτητών, αλλά και βιοτεχνών, με την ανάλογη ελληνική εθνική συνείδηση.

Η έντονη διαστρωμάτωση παίζει ρόλο και στην εξέλιξη της Επανάστασης, στις συγκρούσεις μεταξύ των κοινωνικών της δυνάμεων, στο ποια αστικά κέντρα τελικά συμμετέχουν στην Επανάσταση.

Δε συμμετείχαν αναπτυγμένα αστικά κέντρα με ισχυρό ελληνικό στοιχείο, όπως η Σμύρνη, η Κωνσταντινούπολη, η Θεσσαλονίκη, αλλά τα αστικά κέντρα της Πελοποννήσου και της Στερεάς, νησιών του Αιγαίου, που λόγω εδαφικής και ιστορικής ιδιομορφίας ήταν πιο απομακρυσμένα από τα κεντρικά όργανα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Το κείμενο αναφέρεται συγκεκριμένα στην πολιτική συγκρότηση των δυνάμεων της Επανάστασης και τη σχέση τους με τις Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής, που δεν ήταν όλες τότε καθαρά αστικά κράτη (ήταν η Αγγλία, η Γαλλία, όχι η Αυστροουγγαρία, η Ρωσία).

Δίνει στοιχεία πώς διαμορφώνεται ο ελληνικός αστικός Διαφωτισμός, από ποια κέντρα επηρεάζεται, πώς οι ξένες δυνάμεις στέκονται στο ζήτημα της διαμόρφωσης ανεξάρτητου ελληνικού κράτους, ανάλογα με τα άμεσα συμφέροντά τους ως προς το διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Αναδεικνύεται το γεγονός των ιδιαίτερων άμεσων συμφερόντων της Ρωσίας για το διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, άρα στάση πιο ευνοϊκή στην ανεξαρτητοποίηση της Ελλάδας, αλλά με πιο συντηρητικές - αντιδραστικές θέσεις ως προς την κατάργηση των φεουδαρχικών σχέσεων.

Αντίθετα, η Αγγλία, η Γαλλία, είναι πιο κοντά στις αστικές λειτουργίες, αλλά αρχικά δε θέλουν το διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Η παλιότερη αστική αλλά και η κομματική βιβλιογραφία δεν ανέλυσαν αντικειμενικά τις σχέσεις της ανερχόμενης ελληνικής αστικής τάξης με τις ξένες αστικές τάξεις, ακόμα και με φεουδαρχικού τύπου κράτη, όπως η Τσαρική Αυτοκρατορία.

Την οικονομική, τη στρατιωτική, επομένως και την πολιτική αδυναμία του νεοϊδρυμένου ελληνικού κράτους, τις αποδίδουν λαθεμένα σε τάση υποτέλειας της αστικής τάξης, χαρακτηρίζοντάς την για πολλά χρόνια ως κομπραδόρικη με μειωμένη εθνική συνείδηση. Σε αυτήν αποδίδουν και τον έντονα εξωστρεφή - κοσμοπολίτικο - χαρακτήρα της ελληνικής αστικής τάξης (εξωτερικό εμπόριο, ξένες επενδύσεις, ναυτιλία υπό ξένη σημαία).

Εκδηλώνουν αδυναμία στον εντοπισμό των πραγματικών αιτιών της αργής καπιταλιστικής ανάπτυξης στην Ελλάδα, όπως είναι το βάρος και η αντοχή της εμπορευματοποιημένης ατομικής αγροτικής παραγωγής, που βοηθήθηκε και από τη διανομή γης αρχικά στην Παλιά Ελλάδα, στη συνέχεια στις νεοενταγμένες περιοχές (νέες επαρχίες).

Σημαντικό ζήτημα στην αναγνώριση του καπιταλιστικού χαρακτήρα της οικονομίας είναι ο ρόλος του εμπορίου, κυρίως του εξαγωγικού, αλλά και της ναυτιλίας στο πλαίσιο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που διεξαγόταν στην ελληνική γλώσσα, ακόμα και από σλάβικους πληθυσμούς.

Το μεταπρατικό εμπόριο, γενικά, παράγοντας πρωτογενούς συσσώρευσης, θεωρήθηκε ως προϊόν υποτέλειας.

Διογκωμένο μεταπρατικό εμπόριο είχαν και η Αγγλία, η Ολλανδία, καθώς και ναυτιλία, που τροφοδότησαν τη βιομηχανική τους ανάπτυξη.

Εξαιτίας ειδικών παραγόντων –πολύ μικρή και κατακερματισμένη εσωτερική αγορά, λόγω και της ιδιαίτερα ορεινής και νησιωτικής μορφολογίας, αραιοκατοίκηση– λιγότερο και πολύ πιο αργά τροφοδοτήθηκε η βιομηχανική ανάπτυξη στην Ελλάδα.

Στις αναλύσεις δεν αναγνωρίζεται η ναυτιλία ως βιομηχανικός κλάδος πολύ ανεπτυγμένος, που τροφοδότησε και τη ναυπήγηση, με παράδοση χιλιάδων χρόνων (αποικίες των αρχαίων ελληνικών πόλεων) στον ελλαδικό χώρο.

Η μακρόχρονη επιβίωση ατομικής εμπορευματικής αγροτικής, κτηνοτροφικής και χειροτεχνικής παραγωγής, ανέστειλε τη βιομηχανική παραγωγή και μάλιστα εργαλειομηχανών ή επεξεργασίας βιομηχανικών υλών.

Η καπιταλιστική ανάπτυξη επιταχύνθηκε κυρίως από το τρίτο τέταρτο του 19ου αιώνα, όταν διευρύνθηκε η ελληνική επικράτεια.

Στοιχείο που προκαλεί συγχύσεις στον προσδιορισμό του χαρακτήρα του ελληνικού καπιταλιστικού κράτους είναι ο θεσμός της Βασιλείας, που εδραιώνεται με την παρέμβαση ξένων κρατών. Η Βασιλεία αποτέλεσε παράγοντα επιτάχυνσης στη συγκέντρωση της αστικής εξουσίας. Ο βασιλιάς συχνά ενισχυόταν ως όργανο εξουσίας σε σχέση με τη Βουλή, ενίσχυση που σε συγκεκριμένες περιόδους συνδέθηκε με οπισθοχωρήσεις στα Συντάγματα από την αστική σκοπιά, γεγονός που προκάλεσε συγχύσεις ως προς τον καπιταλιστικό χαρακτήρα του κράτους. Υποβαθμιζόταν το γεγονός ότι τα Συντάγματα, ήδη από το πρώτο, κατοχύρωναν το κύριο, την ατομική ιδιοκτησία, την κατάργηση των σχέσεων δουλοπαροικίας. Επίσης, υποβαθμιζόταν ότι τα Συντάγματα περιείχαν διατάξεις όπως το γενικό εκλογικό δικαίωμα, που είχαν τη ρίζα τους στο γαλλικό Διαφωτισμό και σε ορισμένες περιπτώσεις προπορεύονταν σε σχέση με άλλα Συντάγματα.

Τα ιδιαίτερα προβλήματα –γνωστά ως διαρθρωτικά στην αστική βιβλιογραφία– κλαδικής και τομεακής βαθιάς ανισομετρίας στην ελληνική καπιταλιστική οικονομία που τη διατρέχουν σε όλο τον 19ο αιώνα, υπάρχουν και κατά τον 20ό αιώνα και προσδιορίζουν τη συγκριτικά αργή καπιταλιστική ανάπτυξη της Ελλάδας.

Ειδικότερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η εξέλιξη της οικονομίας και της κοινωνίας στην περίοδο του Μεσοπολέμου, η έναρξη της οποίας συμπίπτει με την ίδρυση του ΚΚΕ. Τα χαρακτηριστικά και τις εξελίξεις της ελληνικής οικονομίας αυτής της περιόδου πραγματεύεται το 4ο κεφάλαιο.

Στα πρώτα χρόνια αυτής της περιόδου ενισχύονται ορισμένα χαρακτηριστικά της καθυστέρησης συγκριτικά με άλλες καπιταλιστικές κοινωνίες, ακόμα και από το χώρο των Βαλκανίων. Ουσιαστικά, ενισχύεται το αγροτικό στοιχείο σε σχέση με το αστικό/ημιαστικό κι αυτό συχνά οδηγεί σε μεθοδολογικά και ουσιαστικά προβληματικούς χαρακτηρισμούς της οικονομίας, δηλαδή χαρακτηρίζεται ως αγροτική, δίνοντας έναυσμα εκτιμήσεων περί ύπαρξης φεουδαρχικών ή ημιφεουδαρχικών σχέσεων, που είναι λαθεμένες για τους εξής λόγους:

- Παραβλέπεται το γεγονός της εμπορευματοποίησης της ατομικής αγροτικής παραγωγής, η οποία ενισχύθηκε λόγω της αγροτικής μεταρρύθμισης (διανομή γης σε ακτήμονες και πρόσφυγες κυρίως στα εδάφη που εντάχθηκαν μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους, τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά και λόγω της μεγάλης εισροής προσφύγων από την ήττα της Μικρασιατικής εκστρατείας). Στο μεγαλύτερο μέρος της μεγάλης γαιοκτησίας που απαλλοτριώθηκε δεν υφίσταντο πλέον σχέσεις φυσικής εξάρτησης του καλλιεργητή από το γαιοκτήμονα.

- Η ενίσχυση του αγροτικού στοιχείου δεν συνοδεύεται με απόλυτη υποχώρηση του βιοτεχνικού - βιομηχανικού, το οποίο επίσης ενισχύεται από την εισροή των προσφύγων και ειδικότερα την ένταξη γυναικών.

- Κατά τα δύο πρώτα έτη του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου ενισχύεται το εφοπλιστικό κεφάλαιο, που στη συνέχεια υποχωρεί σημαντικά.

- Η έξοδος από τους πολέμους και ιδιαίτερα από αυτόν στη Μικρά Ασία συνοδεύεται από μεγάλη δημοσιονομική και νομισματική κρίση (λόγω των μεγάλων πολεμικών δαπανών που καλύφθηκαν με ξένα δάνεια ή έκδοση νομίσματος χωρίς αποθέματα χρυσού), με συνέπεια έναν πολύ αυξημένο πληθωρισμό, μεγάλη υποτίμηση του ελληνικού νομίσματος, απαξίωση μισθών - ημερομισθίων, μέχρι τη νέα σταθεροποίηση μετά το 1926.

- Το αστικό κράτος διαμορφώνει και εξελίσσει τους θεσμούς του, πρώτ’ απ’ όλα το τραπεζικό σύστημα με το διαχωρισμό της νομισματικής από την εμπορική λειτουργία, με την ίδρυση της Τράπεζας της Ελλάδος, αλλά και εξειδικευμένων τραπεζών στην πίστωση της αγροτικής παραγωγής, όπως και της βιομηχανικής. Στη σύνθεση των Διοικητικών Συμβουλίων των μεγάλων τραπεζών εκφράζεται η σύμφυση βιομηχανικού - εμπορικού - τραπεζικού κεφαλαίου, δηλαδή η ύπαρξη του χρηματιστικού κεφαλαίου.

Η μεγαλύτερη εμπορική τράπεζα, η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (ΕΤΕ), παρεμβαίνει άμεσα στη δημιουργία καρτέλ, συγχωνεύσεων - εξαγορών κλπ., με στόχο την επιτάχυνση της καπιταλιστικής συσσώρευσης και την επέκταση των ανώνυμων εταιριών, ενώ ενισχύεται και η λειτουργία του Χρηματιστηρίου. Η ΕΤΕ διαμεσολαβεί μεταξύ κράτους (κυβερνήσεων) και ξένων αγορών για δανεισμό ή συμπράξεις για Άμεσες Ξένες Επενδύσεις (ΑΞΕ), με στόχο κυρίως τις υποδομές μεταφορών (λιμάνια, σιδηρόδρομο, οδοποιία), αλλά και στην Ενέργεια, στην Υδρευση, στις Τηλεπικοινωνίες.

Το κράτος παρεμβαίνει στην κατεύθυνση καπιταλιστικοποίησης της αγροτικής παραγωγής με το νόμο για τους αγροτικούς συνεταιρισμούς, κυρίως πιστωτικούς, την ίδρυση της Αγροτικής Τράπεζας Ελλάδος (ΑΤΕ) και τη διασύνδεσή τους μ’ αυτήν.

Οργανώνει την παρακολούθηση των οικονομικών στατιστικών στοιχείων, επιδιώκοντας να διαχωρίσει τη βιοτεχνία από τη βιομηχανία.

Δημιουργεί Σχολές, Ινστιτούτα, με στόχο την επέκταση της επιστημονικής και τεχνικής ειδίκευσης και πλήθος άλλων καπιταλιστικών θεσμικών οργάνων, ενώ και τα διάφορα τμήματα του κεφαλαίου - βιομήχανοι, τραπεζίτες, εφοπλιστές - έχουν τις δικές τους οργανώσεις.

Συμπέρασμα: Ο Μεσοπόλεμος είναι περίοδος καπιταλιστικής ανάπτυξης στην Ελλάδα. Ιδιαίτερα από το 1928 (που υπάρχουν συγκρίσιμες στατιστικές) έως και την έναρξη του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, σημειώνονται σημαντικοί ρυθμοί αύξησης του ΑΕΠ και του κατά κεφαλήν ΑΕΠ, αυξάνεται το μισθωτό εργατικό δυναμικό.

Η διεθνής καπιταλιστική οικονομική κρίση πλήττει κυρίως την αγροτική παραγωγή (κυρίως εξαγώγιμα προϊόντα της), η οποία σχετικά γρήγορα αναδιαρθρώνεται και ανακάμπτει.

Βέβαια, παραμένει το διαχρονικό διαρθρωτικό πρόβλημα, ότι ουσιαστικά η ανάπτυξη χαρακτηρίζεται από τους κλάδους της Μεταποίησης, που αφορούν προϊόντα άμεσης κατανάλωσης και όχι μέσα παραγωγής και γενικότερα δε συμβαδίζει με αξιόλογη ανάπτυξη της χρησιμοποιούμενης ιπποδύναμης, ενώ παρουσιάζεται και μία οπισθοχώρηση στη συγκέντρωση εργατικού δυναμικού, που δείχνει μια τάση βιοτεχνικής επέκτασης ισχυρότερη της βιομηχανικής επέκτασης.

Επομένως, η καπιταλιστική οικονομία της Ελλάδας κατά το Μεσοπόλεμο και το επίσης καπιταλιστικό εποικοδόμημά της δεν τεκμηριώνουν το στρατηγικό προσανατολισμό του ΚΚΕ σε αστικοδημοκρατικό στάδιο ή επανάσταση, ο οποίος υιοθετήθηκε με δική του ευθύνη καθώς και με ευθύνη της Κομμουνιστικής Διεθνούς (ΚΔ).

Μια τέτοια στρατηγική επιδίωξη δεν τεκμηριώνεται ακόμα και με βάση τη λενινιστική αντίληψη των «δύο τακτικών της σοσιαλδημοκρατίας», που επικαλούνται οπορτουνιστικές δυνάμεις, αφού αυτή αφορούσε τη στάση του επαναστατικού εργατικού κινήματος στις συνθήκες τσαρικής φεουδαρχικής (ή ημιφεουδαρχικής) εξουσίας, έως την ανατροπή της το Φλεβάρη του 1917.

Τα προβλήματα στρατηγικής του Κόμματος οφείλονται στην ανεπάρκειά του στην επιστημονική ανάλυση της ελληνικής καπιταλιστικής οικονομίας και του εποικοδομήματός της, αλλά και στη στρατηγική των σταδίων που επικράτησε ως γενική στρατηγική στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα, συμπεριλαμβάνοντας και τα αναπτυγμένα καπιταλιστικά κράτη, ιδιαίτερα από τη δεκαετία του 1930 και μετά, με τη μορφή αντιφασιστικών και στη συνέχεια αντιμονοπωλιακών κυβερνήσεων.

Κάνοντας τις παραπάνω εκτιμήσεις, δεν αφαιρούμαστε από το γεγονός ότι το Κόμμα μας, τουλάχιστον στο Μεσοπόλεμο, ήταν ένα σχετικά νέο ΚΚ, ενώ και οι αστικές πηγές και βιβλιογραφία ήταν κατά πολύ προβληματικές.

 

Δεύτερον: Η σημαντικότερη περίοδος της ταξικής πάλης στην Ελλάδα ήταν η δεκαετία του 1940, την οποία πραγματεύονται τα Κεφάλαια 6 και 7.

 Η σημασία της περιόδου έγκειται στην εκτίμηση για διαμόρφωση επαναστατικής κατάστασης, δηλαδή ότι διαμορφώθηκαν αντικειμενικές συνθήκες, ώστε ο υποκειμενικός παράγοντας, το επαναστατικό εργατικό κίνημα, υπό την καθοδήγηση του ΚΚΕ, να σχεδιάσει και να οργανώσει επαναστατική εξέγερση, εργατική (προλεταριακή), σοσιαλιστική επανάσταση με στόχο την κατάκτηση της εξουσίας.

Κατά την απελευθέρωση, το 1944, η αστική τάξη –εγχώρια και ξένη– είχε χάσει σημαντικές θέσεις στην οικονομία και στα όργανα εξουσίας. Βέβαια, ακόμα διατηρούσε δυνάμεις μέσω των βρετανικών ένοπλων δυνάμεων, του ΕΔΕΣ, των Ταγμάτων Ασφαλείας, αλλά είχε χάσει τη στήριξή της από τις εργατικές - λαϊκές μάζες, που, αντίθετα, στήριζαν το ένοπλο απελευθερωτικό κίνημα ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, το οποίο καθοδηγούνταν από το ΚΚΕ. Η διαδικασία αποδυνάμωσης της αστικής εξουσίας στην Ελλάδα εξελισσόταν όσο το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ κατακτούσε θέσεις και οι δυνάμεις κατοχής (Γερμανία, Βουλγαρία, Ιταλία) γενικά έχαναν θέσεις και κυρίως με την ήττα στο Στάλινγκραντ και μετά, ενώ με την αποχώρηση των δυνάμεών τους από την Ελλάδα δεν είχαν διαμορφωθεί συνθήκες επανεδραίωσης των οργάνων εξουσίας από την ελληνική αστική τάξη.

Αντίθετα, στις απελευθερωμένες περιοχές από τον ΕΛΑΣ, το ΕΑΜ οργάνωνε την κοινωνική δραστηριότητα.

Στον ελλαδικό χώρο ουσιαστικά δεν υπήρχε κυβέρνηση, ενώ η κυβέρνηση Γεωργίου Παπανδρέου βρισκόταν στο Κάιρο και δεν μπορούσε να αποβιβαστεί στην Ελλάδα, δίχως την έγκριση του ΚΚΕ και του ΕΑΜ. Το ίδιο και οι στρατιωτικές δυνάμεις του αστικού στρατού (Ορεινή Ταξιαρχία κλπ.), που είχαν απομείνει στη Μέση Ανατολή, ενώ ο ΕΔΕΣ βρισκόταν στην Ήπειρο, εγκλωβισμένος από τον ΕΛΑΣ. Με το μέρος του ΕΑΜ - ΕΛΑΣ είχαν περάσει χιλιάδες στρατιωτικοί ακόμα και στη Μ. Ανατολή, χαρακτηριστικό των στοιχείων που συνθέτουν την ύπαρξη επαναστατικής κατάστασης.

Η αστική τάξη είχε πεντακάθαρο ότι η ανασυγκρότηση και η θωράκιση του καπιταλιστικού συστήματος επιβαλλόταν να περάσουν μέσα από «φωτιά και σίδερο» και ότι η συμμαχία με το ΕΑΜ και το ΚΚΕ σε μια κυβέρνηση «εθνικής ενότητας» δεν ήταν παρά μόνο για να κερδίσει χρόνο και προϋποθέσεις για την πλήρη ανατροπή του συσχετισμού δυνάμεων σε όφελός της.

Οπωσδήποτε, θα ακολουθούσε μια περίοδος που αντικειμενικά η αστική τάξη θα έδινε τη μάχη για την επανεδραίωσή της. Είτε το εργατικό κίνημα συνειδητοποιούσε τις απώλειες της εχθρικής τάξης είτε όχι, επίθεση της αστικής τάξης θα γινόταν, ανεξάρτητα αν η εργατική τάξη θα επιχειρούσε ή όχι την επανάσταση υπό την καθοδήγηση του Κόμματός της.

Βέβαια, η νίκη μιας επανάστασης εξαρτάται από σειρά παραγόντων, υποκειμενικών αλλά και αντικειμενικών, αν ως αντικειμενικό θεωρήσουμε και το διεθνή συσχετισμό δυνάμεων ή ειδικότερα το συσχετισμό στα Βαλκάνια.

Για τη νίκη της επανάστασης παίζει ρόλο και η επιλογή της καταλληλότερης στιγμής για την εκδήλωση της εξέγερσης για την κατάκτηση της εξουσίας. Κι αυτό, γιατί η επαναστατική κατάσταση μπορεί να έχει διάρκεια κάποιων μηνών ή και χρόνων, αν και όχι με την ίδια ένταση ή ακριβέστερα με τον ίδιο ακριβώς συσχετισμό, ώστε «ακόμα η κυρίαρχη τάξη να μην έχει ηττηθεί, η καταπιεσμένη να μην έχει νικήσει». Οπωσδήποτε όμως για την επιτυχή έκβαση του επαναστατικού αγώνα, εκτός των άλλων, αποφασιστικό ρόλο παίζει και η συγκεκριμένη στιγμή του αποφασιστικού χτυπήματος ενάντια στην αστική εξουσία. Το «χτες πολύ νωρίς, αύριο πολύ αργά, η μόνη στιγμή είναι σήμερα», της πείρας των μπολσεβίκων, ισχύει απόλυτα.

Αν και όχι με την ίδια ένταση της περιόδου Οκτώβρη-Δεκέμβρη 1944 και με σαφώς δυσμενέστερο συσχετισμό μετά την ήττα του 1944, την παράδοση των όπλων και την εξελισσόμενη ανασυγκρότηση του αστικού κράτους, εξακολουθούσε να υπάρχει επαναστατική κατάσταση και το 1946 που συγκροτήθηκε ο ΔΣΕ, όπως δείχνουν οι εξής παράγοντες:

• Οι δυνάμεις καταστολής (και πρωταρχικά ο στρατός) ήταν ακόμα ευάλωτες, ιδιαίτερα έξω από την Αττική και τη Θεσσαλονίκη. Στις γραμμές τους καταγράφονταν η ισχυρή, οργανωμένη παρουσία του ΚΚΕ και του ΕΑΜ, η μεγάλη επιρροή τους και η διάθεση πλατιών τμημάτων του στρατού να προσχωρήσουν και να πρωτοστατήσουν σε μια γενικευμένη ένοπλη εξέγερση, αν και ταυτόχρονα ήταν συγκροτημένες και πάνω από 160 συμμορίες, προκειμένου να τσακίσουν το ΕΑΜικό κίνημα.

• Είχε αρχίσει και απλωνόταν η ένοπλη αντίσταση μερικών χιλιάδων ΕΑΜιτών και ΕΛΑΣιτών καταδιωκόμενων, που είχαν καταφύγει στα βουνά, ενώ χιλιάδες ήταν εκείνοι που επιδίωκαν να εξοπλιστούν. Οι ανελέητες διώξεις και συνολικά η αιματηρή τρομοκρατία, στον ένα χρόνο από τη Συμφωνία της Βάρκιζας (Φλεβάρης του 1946), δυνάμωναν και πλάταιναν την πεποίθηση ότι δεν υπήρχε άλλη διέξοδος από τον ένοπλο αγώνα.

• Η οργανωμένη δύναμη και επιρροή του ΚΚΕ παρέμενε μεγάλη, παρότι αριθμητικά εμφανιζόταν κατά πολύ μειωμένη σε σχέση με το 1944, αφού τα κομματικά μέλη ανέρχονταν σε περίπου 45.000, έναντι των 430.000 της Κατοχής (περίπου 20.000-25.000 είχαν διαγραφεί μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας και ένας αριθμός μελών είχαν διαρρεύσει μετά το Δεκέμβρη 1944). Ωστόσο, σύμφωνα με στοιχεία της περιόδου, 250.000 κομματικά μέλη είχαν περάσει στο Αγροτικό Κόμμα με πρωτοβουλία του ΚΚΕ.2

Χαρακτηριστικό του συσχετισμού είναι ότι ο «Ριζοσπάστης» και η «Ελεύθερη Ελλάδα» είχαν τη μεγαλύτερη πανελλαδική κυκλοφορία. Την πρώτη θέση στην κυκλοφορία3 είχαν και οι περισσότερες τοπικές ΕΑΜικές εφημερίδες.

Εντυπωσιακή ήταν η επιρροή του ΚΚΕ στη νεολαία4 και στο μαζικό κίνημα. Στο συνδικαλιστικό εργατικό κίνημα πλειοψηφούσε η παράταξη του ΚΚΕ.5

Στους ιδρυμένους συλλόγους του ΕΛΑΣ ήταν εγγεγραμμένοι δεκάδες χιλιάδες ΕΛΑΣίτες, που έπαιρναν μέρος σε κάθε μαχητική εκδήλωση.

• Η μεγάλη αστάθεια του αστικού πολιτικού συστήματος σε συνάρτηση με τις οξύτατες ενδοαστικές αντιθέσεις, την υπάρχουσα (και πριν τον πόλεμο) αντίθεση ανάμεσα σε αστικές πολιτικές δυνάμεις για την ύπαρξη και τις αρμοδιότητες της Βασιλείας, τη σχέση του θρόνου με τις ένοπλες δυνάμεις. Το 1945 σχηματίστηκαν 6 κυβερνήσεις, ενώ όλη τη χρονιά ήταν έντονη η ενδοαστική αντιπαράθεση, σχετικά με το πότε θα διεξάγονταν και με ποιο εκλογικό σύστημα οι βουλευτικές εκλογές (πλειοψηφικό, απλή αναλογική ή άλλο) καθώς και το αν θα προηγούνταν ή θα ακολουθούσαν το δημοψήφισμα για το πολίτευμα. Μια σχετική σταθερότητα επήλθε τους πρώτους μήνες του 1946 και μετά από σθεναρή παρέμβαση του αγγλικού παράγοντα.

Το σημαντικότερο ζήτημα που τίθεται και κρίνεται στο Δοκίμιο, είναι ότι από το Κόμμα δεν υπήρξε συλλογική εκτίμηση για την ύπαρξη επαναστατικής κατάστασης, ούτε σχεδιάστηκε - οργανώθηκε η σοσιαλιστική επανάσταση. Αιτία ήταν ότι το ΚΚΕ στρατηγικά ήταν εγκλωβισμένο στο στόχο της συνεργασίας με αστικές δυνάμεις για τον αστικό εκδημοκρατισμό, την κατάργηση της Βασιλείας, την αξιοποίηση Συντακτικής Συνέλευσης με όρους αστικής δημοκρατίας (αυτά μαζί με άλλα ονόμαζε Λαϊκή Δημοκρατία). Δε συνειδητοποίησε την ουτοπικότητα της αξιοποίησης αυτού του οργάνου προς όφελος της θέλησης της εργατικής - λαϊκής πλειοψηφίας, αφού ουσιαστικά είναι όργανο της αντίπαλης τάξης. Δε χαρακτήρισε αντικειμενικά ως δυνάμεις της αστικής εξουσίας συμμορίες, συνεργάτες των Γερμανών κατακτητών και άλλες που έδρασαν στη συνέχεια μαζί με ΕΔΕΣίτες, χωροφύλακες κ.ά., με τις βρετανικές δυνάμεις, αλλά τις θεωρούσε περιορισμένα, μόνο ως όργανα μιας μερίδας της αστικής τάξης, της μοναρχοφασιστικής. Επίσης, δεν προέβλεψε το ρόλο αστικών φιλελεύθερων πολιτικών δυνάμεων (π.χ. Σοφούλης) στη συγκρότηση και υποστήριξη των Ταγμάτων Ασφαλείας.

Όπως ήδη έχουμε εκτιμήσει (Πανελλαδική Συνδιάσκεψη του 2011), το 7ο Συνέδριο του Κόμματος (1-6 Οκτώβρη 1945) δεν ανταποκρίθηκε στις απαιτήσεις των συνθηκών ως προς την εκτίμηση της γραμμής πάλης του ΚΚΕ κατά την Κατοχή, ούτε ως προς την ανάγκη επεξεργασίας της πολιτικής του για τις επερχόμενες συνθήκες.

Και οι μετέπειτα Ολομέλειες της ΚΕ δε δείχνουν διόρθωση της στρατηγικής του Κόμματος, αν και φαίνεται να προσανατολίζονται στον ένοπλο αγώνα, γύρω από το χαρακτήρα του οποίου συνεχίζονται η ασάφεια και η αντιφατικότητα. Στην αντίληψη για τον ένοπλο αγώνα κυριαρχεί ο περιορισμένος και αμυντικός του χαρακτήρας και όχι ο γενικευμένα οργανωμένος, επιθετικός ενάντια στην αστική εξουσία. Ακόμα και στην πλήρη ανάπτυξή του, ο ΔΣΕ στηριζόταν στο αγροτικό στοιχείο, κι αυτό ήταν επόμενο, αφού δεν είχε έγκαιρα οργανωθεί και σχεδιαστεί ως κλιμακούμενη επαναστατική εργατική εξέγερση, στηριγμένη πρώτα απ’ όλα στις πόλεις.

Η Απόφαση της 2ης Ολομέλειας της ΚΕ του Κόμματος (12-15 Φλεβάρη 1946) δεν ανταποκρίθηκε στις ανάγκες της ταξικής πάλης, αφού καταρχάς έβλεπε την αντάρτικη δράση ως μέσο πίεσης για ομαλές δημοκρατικές εξελίξεις και προοδευτική γενίκευσή της μόνο σε περίπτωση που αυτές δεν επιτυγχάνονταν. Αυτή η Απόφαση είχε κατά βάση τη σύμφωνη γνώμη του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, το οποίο τη συνόδευε με τη, συμβατή προς την παραπάνω θέση του, σύσταση προς το ΚΚΕ να πάρει μέρος στις βουλευτικές εκλογές της 31ης Μάρτη 1946. Η ηγεσία του ΚΚΕ σωστά απέρριψε τη συμμετοχή στις εκλογές.

Ιστορικά δεν είναι με ακρίβεια διερευνημένο και εξακριβωμένο, αν η καθυστέρηση στη γενίκευση του ένοπλου αγώνα οφειλόταν κυρίως σε δισταγμό του Κόμματος ή κυρίως σε δισταγμό των αδελφών ΚΚ, πρώτα απ’ όλα του ΚΚ(μπ). Σημειώνουμε, ωστόσο, ότι μια σειρά στοιχεία προσανατολίζουν στο συμπέρασμα ότι από το Κόμμα υπήρχε ένας προσανατολισμός και ορισμένη προετοιμασία για γενική λαϊκή εξέγερση. Χαρακτηριστικές είναι μεταγενέστερες εκθέσεις του αντιστράτηγου του ΔΣΕ Γιώργη Κικίτσα καθώς και άλλα τεκμήρια που παρατίθενται στο 7ο Κεφάλαιο του Δοκιμίου.

Στην έκθεσή του, με ημερομηνία 30 Μάρτη 1951, προς το Πολιτικό Γραφείο, που είχε συντάξει με υπόδειξη του Νίκου Ζαχαριάδη, ο Γ. Κικίτσας αναφέρει: «Αρχές 1946 με προοπτική μιας γενικής ξαφνικής Λαϊκής εξέγερσης είχε εκπονηθεί για την περιοχή Μακεδονίας - Θράκης σχέδιο ενέργειας. Το σχέδιο αυτό με την επωνυμία «Χάλυψ Ι, Χάλυψ ΙΙ», καθόριζε τις διάφορες υποχρεώσεις για μια τέτοια περίπτωση στην περιοχή της Μακεδονίας - Θράκης. Δυνατότητες για την επικράτηση μιας τέτοιας εξέγερσης τότε υπήρχαν πολλές για να κυριαρχήσουμε στο μεγαλύτερο μέρος της χώρας μας.

Μια τέτοια γενική ξαφνική εξέγερση θα εύρισκε από την πρώτη στιγμή το δημοκρατικό Λαό πρόθυμο να παλαίψει για τη λευτεριά του και θα βοηθούσε ολόψυχα την εξέγερση».

Επίσης, στη δεύτερη έκθεσή του, γραμμένη το 1956, ο Γ. Κικίτσας αναφέρει:

«Λίγους μήνες μετά την αποκήρυξη του Βελουχιώτη ήρθε καινούργια γραμμή της ηγεσίας του Κόμματος. Ν’ αρχίσει η προετοιμασία για μια γενική, ξαφνική ένοπλη λαϊκή εξέγερση.

Για τη δουλιά, τη μελέτη και προετοιμασία της τέτοιας εξέγερσης, ήρθε στα τέλη του 1945 στη Θεσσαλονίκη από μέρους της ηγεσίας του Κόμματος ο μόνιμος ταγματάρχης σ. Μακρίδης Θεόδωρος, αναπληρωματικό μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ. Με αυτόν συνεργάστηκα αρκετές μέρες πάνω στις γενικές γραμμές, το τι θα επιδιώκαμε με αυτή την γενική εξέγερση και στο χώρο της Μακεδονίας - Θράκης, σε συνδυασμό με την ταυτόχρονη κίνηση σ’ όλη τη χώρα. Κανονίσαμε την ταχτική που έπρεπε να ακολουθήσουμε για την τελική κατάρτιση σχεδίου ενέργειας ως τη λεπτομέρεια. Τη λεπτομερειακή μελέτη γι’ αυτό το σκοπό, για ό,τι αφορούσε τη Μακεδονία - Θράκη, την επεξεργάστηκα με το συνταγματάρχη Μουστεράκη Γιάννη και το λοχαγό Παλάσκα Γιάννη (Σταυραετό). Η μελέτη αυτή εγκρίθηκε, πήρε την ονομασία “Σχέδιο ενέργειας Χάλυψ Ι και Χάλυψ ΙΙ”.

Με βάση αυτή τη μελέτη αρχίσαμε σύντομα προετοιμασία ως τις λεπτομέρειες, σύμφωνα με το σχέδιο. Στη Θεσσαλονίκη και σε όλη την περιοχή Μακεδονίας - Θράκης ταχτοποιήθηκε ο οπλισμός που προβλεπόταν ως την τελευταία συνοικία και τομέα. Με διάφορες αφορμές, έγιναν παντού με επιτυχία δοκιμές κινητοποίησης των μαχητικών ομάδων».

Στη συνέχεια της Έκθεσης δίνει εκτίμηση του στρατιωτικού συσχετισμού, υπολογίζοντας και τ’ αγγλικά στρατεύματα.

Θεωρούμε ότι η Έκθεση σωστά κατά βάση αποτύπωνε τις στρατιωτικές δυνατότητες για την οργάνωση της ένοπλης λαϊκής εξέγερσης, παρά το γεγονός ότι υποτιμούσε τις αντίπαλες δυνάμεις, κυρίως τις αγγλικές.

Συγκεκριμένη αναφορά και υπογράμμιση για τη συγκρότηση κέντρου διεύθυνσης της ένοπλης πάλης γίνεται μόνο όσον αφορά τη Βόρεια Ελλάδα, ενώ για τη συγκρότηση κέντρου πανελλαδικής διεύθυνσης του ένοπλου αγώνα αναφέρει:

«Αν τραβούσαμε να φτιάσουμε στρατό για να καταλάβουμε την εξουσία, τότε έπρεπε η ηγεσία πρώτα απ’ όλα να καταρτίσει το πολιτικοστρατιωτικό επιτελείο που θα αναλάμβανε την όλη διαχείριση του ένοπλου αγώνα».

Επίσης, στην Έκθεση ο Γ. Κικίτσας αναφέρει:

«Τελικά αυτή η απόφαση για γενική ξαφνική εξέγερση και όλη η προετοιμασία που έγινε σταμάτησε.

Για ποιο λόγο σταμάτησε;

Η εξήγηση που δόθηκε τότε ήταν ότι τραβούσαμε για μια ομαλή δημοκρατική λύση. Θα παίρναμε μέρος στις εκλογές.

Ξαφνικά, [...] λίγες μέρες πριν από τις εκλογές με κάλεσαν και μου ανακοίνωσαν ότι η ταχτική άλλαξε. Δεν θα παίρναμε μέρος στις εκλογές».

Στο Αρχείο του Κόμματος, δεν έχει ακόμα βρεθεί το «Σχέδιο Χάλυψ Ι και Χάλυψ ΙΙ» καθώς και η σχετική απόφαση του καθοδηγητικού οργάνου (του ΠΓ ή της ΚΕ).

Νύξη για συσκέψεις στρατιωτικών σε Αθήνα, Λάρισα, Θεσσαλονίκη, το Μάρτη του 1946, έκανε το 1956 και το 1957 (αντιστοίχως 6η6 και 7η7 Ολομέλεια της ΚΕ) ο Θ. Μακρίδης, δίχως να αναφέρεται στην ύπαρξη σχεδίου με την παραπάνω ονομασία.

Η ταλάντευση στις Αποφάσεις του Κόμματος σχετικά με την ένοπλη λαϊκή εξέγερση ήταν αποτέλεσμα σειράς παραγόντων για τους οποίους ήδη έχουμε τοποθετηθεί, με κυριότερο τη μη εκτίμηση της επαναστατικής κατάστασης και τη μη έγκαιρη διόρθωση της στρατηγικής με στόχο την εργατική εξουσία. Συνέπεια ήταν να θεωρείται ο ένοπλος αγώνας ως μαζική λαϊκή αυτοάμυνα και πίεση για «ομαλές δημοκρατικές εξελίξεις».

Και από τις μεταγενέστερες συζητήσεις στις Ολομέλειες της ΚΕ, κυρίως στη δεκαετία του 1950, φαίνεται ότι υπήρχε διαπάλη στην ΚΕ σχετικά με την ένοπλη μορφή πάλης. Επόμενο ήταν να μην είναι και ανάλογα ιδεολογικοπολιτικά προετοιμασμένοι το κομματικό δυναμικό και ο ενεργητικός περίγυρος του Κόμματος.

Γενικότερα, αναστολές στην ηγεσία του Κόμματος σε σχέση με τον ένοπλο αγώνα σχετίζονταν και με τη στάση των ΚΚ της Σοβιετικής Ένωσης και των βαλκανικών γειτονικών χωρών (κυρίως της Βουλγαρίας). Οι αναστολές σχετίζονταν και με ορισμένη υπερεκτίμηση των δυνατοτήτων του αγγλικού κράτους, το οποίο βέβαια θα έδινε μάχη για να καταστείλει την εξέγερση, αλλά η έκβαση αυτής της μάχης δεν μπορούσε να προκαθοριστεί.

Ως προς τη θέση του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος την ίδια περίοδο, επισημαίνουμε τα εξής:

Με ραδιογράφημα στις 5 Φλεβάρη 1946, ο Δημητρόφ έστειλε στον Μόλοτοφ στη Μόσχα Έκθεση της ΚΕ του ΚΚΕ, στην οποία αναφέρονταν και τα εξής:

«...ανοίγονται δυο δρόμοι μπροστά στο λαϊκό - δημοκρατικό κίνημα και το Κόμμα: 1) Οργάνωση παλλαϊκής αντίστασης στην αντίδραση, μετεξελισσόμενης σε ΕΝΟΠΛΗ ΕΞΕΓΕΡΣΗ. Στην περίπτωση αυτή το λαϊκό κίνημα μπορεί την άνοιξη να συγκεντρώσει περίπου 40.000 ένοπλους αντάρτες και θα έχει την υποστήριξη της εργατικής τάξης και της σημαντικής μάζας των αγροτών, ιδιαίτερα στη Θεσσαλία, Μακεδονία και Θράκη [...] 2) Συνέχιση και ενίσχυση του ΜΑΖΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ ΓΙΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ σε συνδυασμό με τη μαζική ΑΥΤΟΑΜΥΝΑ. [...] Σύμφωνα με δήλωση του Γενικού Γραμματέα [Ν. Ζαχαριάδη], το Κόμμα θα ακολουθήσει το δρόμο της σκληρής αντίστασης στην αντίδραση. Ωστόσο, για την οριστική λύση του ζητήματος είναι απαραίτητο να γνωρίζει την προοπτική της διεθνούς εξέλιξης και της δυνατότητας ουσιαστικής βοήθειας από την πλευρά της Σοβιετικής Ένωσης και των άλλων δημοκρατικών κρατών»8.

Στις 8 Φλεβάρη 1946, ο Μόλοτοφ διαμήνυσε εσπευσμένα στον Δημητρόφ:

«... Μεταδώστε όσο το δυνατόν πιο σύντομα στους Έλληνες, ότι εμείς θα τους συμβουλεύαμε να μην ακολουθήσουν το δρόμο που οδηγεί στην ένοπλη εξέγερση, αλλά να επιδιώξουν την ανάπτυξη ενός μαζικού αγώνα υπέρ της δημοκρατίας σε συνδυασμό με μαζική αυτοάμυνα, όπως ήδη αναφέρατε στο τηλεγράφημά σας»9.

Το ίδιο σημείωσε στο ημερολόγιό του ο Δημητρόφ, μια μέρα αργότερα (9 Φλεβάρη 1946):

«Έλαβα απάντηση από τον “Αλεξέγεφ” [Μόλοτοφ] στην ερώτηση των Ελλήνων συντρόφων εάν μπορούν να προσανατολιστούν προς ένοπλη εξέγερση [...] ή θα πρέπει να οργανώσουν αυτοάμυνα σε συνδυασμό με πολιτική επιστράτευση των λαϊκ[ών] μαζών. Συστήνεται το δεύτερο»10.

Άλλωστε και οι συζητήσεις, π.χ. τον Αύγουστο του 1946, με την αποστολή του Ιωαννίδη για μεταφορά σχετικής Έκθεσης του ΚΚΕ προς το ΚΚΣΕ, δείχνουν ότι υπήρξε αρνητική στάση του ΚΚ(μπ) ως προς την επιλογή της ένοπλης εξέγερσης.

Όλα τα παραπάνω επιβεβαιώνουν ότι σε εκείνη τη φάση το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα δεν ευνοούσε μια όξυνση της κατάστασης στην Ελλάδα, εκτιμώντας διαφορετικά την έκβαση του γενικότερου συσχετισμού. Είναι εξηγήσιμη η αδυναμία της ΕΣΣΔ να εγγυηθεί τη στρατιωτική στήριξη του ένοπλου αγώνα στην Ελλάδα, με δεδομένη τη στρατιωτική παρουσία της Αγγλίας.

Ωστόσο, αυτό δεν δικαιώνει τις υποδείξεις του ΚΚΣΕ ως προς τις στρατηγικές επιλογές του ΚΚΕ (υπέρ της Συμφωνίας του Λιβάνου11, υπέρ της συμμετοχής στην κυβέρνηση, να συμμετάσχει στις εκλογές του 1946). Ήταν υποδείξεις εναρμονισμένες με τη γενικότερη στρατηγική του αντιφασιστικού μετώπου, όπως είχε διαμορφωθεί και προωθούνταν σε μια σειρά από χώρες της Ευρώπης, με τη συμμετοχή ΚΚ σε αστικές μεταπολεμικές κυβερνήσεις, αν και ο Κόκκινος Στρατός συνέβαλε αποφασιστικά στην ευνοϊκή έκβαση του συσχετισμού και της ταξικής πάλης υπέρ της διαμόρφωσης των ονομαζόμενων Λαϊκών Δημοκρατιών.

Η τοποθέτηση του Στάλιν το 1950 ότι το ΚΚΕ έπρεπε να μην παραδώσει τα όπλα και να συνεχίσει τον ένοπλο αγώνα έξω από την Αττική, ήταν απόλυτα σωστή, αλλά δεν υπάρχει αρχειακό εύρημα για ανάλογη τοποθέτηση το 1945. Και αυτό το ζήτημα υπάγεται σ’ εκείνα που παραμένουν σχετικά ανοιχτά στην παραπέρα μελέτη τους, σε συνδυασμό με πρόσβαση στο σχετικό αρχειακό υλικό (π.χ. θέματα της ΚΔ ή της ΒΚΟ).12

Σήμερα η ΚΕ εκτιμά ότι:

Ο καθοδηγητικός πυρήνας του ΚΚΕ προσανατολιζόταν σε δυναμική αναμέτρηση με τον ταξικό αντίπαλο, δίχως όμως και να έχει ξεκάθαρη στρατηγική επαναστατικής κατάκτησης της εργατικής εξουσίας, ενώ εξαρτούσε την υλοποίηση του σχεδίου από τη σύμφωνη θέση του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, αλλά και από την πολεμική βοήθειά του.

Το ΚΚΕ σωστά επέλεξε τον ένοπλο αγώνα και όχι την υποταγή, αλλά η στρατηγική του αδυναμία εμπόδισε την έγκαιρη μετατροπή του ΕΛΑΣ σ’ επαναστατικό εργατικό στρατό, την αποφασιστική επιλογή της κατάλληλης στιγμής για σύγκρουση - κατάληψη της Αθήνας, στηριζόμενο στον εσωτερικό συσχετισμό, στον οποίο καταγράφονταν και οι ένοπλες δυνάμεις που διέθετε ή επηρέαζε. Οι ανασταλτικές παρεμβάσεις του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος δεν αναιρούν την παραπάνω εκτίμηση. Άλλωστε, μια ευνοϊκή εξέλιξη του ένοπλου επαναστατικού αγώνα στην Ελλάδα, στηριγμένου στις δικές του στρατιωτικές δυνατότητες, μπορούσε να προκαλέσει και την πιο άμεση στήριξή του από το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα, ώστε να έχει τελικά θετική έκβαση. Υπάρχουν τέτοια ιστορικά προηγούμενα (Κίνα, Κούβα).

Αυτή η τοποθέτηση της ΚΕ και του Δοκιμίου για τις δυνατότητες του ένοπλου επαναστατικού αγώνα στην Ελλάδα είναι συνεπής με την κριτική του Κόμματός μας για την ένταξη του ΕΛΑΣ στο Στρατηγείο Μέσης Ανατολής, για τις Συμφωνίες του Λιβάνου, της Καζέρτας και της Βάρκιζας, για το Δεκέμβρη του 1944, την ύπαρξη επαναστατικής κατάστασης.

Η επαναστατική στρατηγική της ταξικής πάλης, με την αξιοποίηση των συνθηκών επαναστατικής κατάστασης για την ανατροπή της καπιταλιστικής εξουσίας, τόσο στην Ελλάδα όσο και σε κάθε χώρα που διαμορφωνόταν επαναστατική κατάσταση, ήταν προϋπόθεση για μια ριζική αλλαγή του διεθνούς συσχετισμού δυνάμεων στα Βαλκάνια και στην Ευρώπη, παγκόσμια. Αυτή η γραμμή θα ενίσχυε περισσότερο τη διεθνή υπόσταση της Σοβιετικής Ενωσης απέναντι στον «ψυχρό πόλεμο», στο ενδεχόμενο νέου θερμού πολέμου, θα συντελούσε στην αποτελεσματική της υποστήριξη και στην έμπρακτη αντιμετώπιση του οπορτουνισμού στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα. Στο αντίθετο οδηγούσε εξ αντικειμένου η στρατηγική της συμμετοχής των ΚΚ στις αστικές κυβερνήσεις, πριν, στη διάρκεια του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου και μετά απ’ αυτόν (Γαλλία, Ιταλία και πολλές άλλες χώρες της Ευρώπης).

 

Τρίτον: Οι ρίζες του προβλήματος στρατηγικής στη δεκαετία του 1930 και η σχέση τους με τη στρατηγική της ΚΔ.

 Το πρόβλημα στρατηγικής έχει τη ρίζα του κυρίως στη δεκαετία του 1930, με καθοριστικές τις Αποφάσεις της 6ης Ολομέλειας της ΚΕ του ΚΚΕ το 1934 και του 7ου Συνεδρίου της ΚΔ το 1935, και στη συνέχεια, την ίδια χρονιά, του 6ου Συνεδρίου του Κόμματός μας. Αλλωστε, σ’ αυτήν την περίοδο διαφαίνονταν τα σύννεφα ενός γενικευμένου ιμπεριαλιστικού πολέμου, ενώ δεν υπήρχε ουσιαστική αναζωογόνηση από τη διεθνή καπιταλιστική οικονομική κρίση που εκδηλώθηκε το 1929, στο δε εσωτερικό της χώρας μας υπήρξε όξυνση της ταξικής πάλης το 1936, με χαρακτηριστικά τα γεγονότα της Θεσσαλονίκης το Μάη, τα αιματηρά συλλαλητήρια και τη μαζική απεργία.

Στις προγραμματικού χαρακτήρα Αποφάσεις των προαναφερθέντων Οργάνων και Σωμάτων, παρεμβλήθηκε αρχικά η σταδιοποίηση της επαναστατικής διαδικασίας και, στη συνέχεια, με τη μία ή την άλλη μορφή, ένας κυβερνητικός στόχος πριν από τη σοσιαλιστική επανάσταση, αν και τα διάφορα σχέδια δεν έπαιρναν μορφή τελικού Προγράμματος (προφανώς και λόγω της διαπάλης στο Κόμμα και στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα). Όλα αυτά τα χρόνια, αλλά και τα μεταγενέστερα, ουσιαστικά κυριαρχούσε αυτή η σταδιοποίηση στη στρατηγική του Κόμματος καθώς και ένας μεταρρυθμιστικός - μεταβατικός κυβερνητικός στόχος που αποδυνάμωνε και απενεργοποιούσε τον διακηρυγμένο στόχο της σοσιαλιστικής επανάστασης, οδηγούσε σε πολιτική συμμαχίας με αστικές δυνάμεις.

Όπως ήδη αναφέραμε, η αιτιολόγηση αυτής της σταδιοποίησης γινόταν στη βάση και λαθεμένων θέσεων για τον καπιταλισμό στην Ελλάδα, τόσο σε επίπεδο οικονομικής βάσης όσο και στο εποικοδόμημα.

Κατά τη συζήτηση στις Επιτροπές Περιοχής αναπτύχθηκε προβληματισμός σε σχέση με τις αιτίες παρέκκλισης της ΚΔ από την επαναστατική στρατηγική.

Το ζήτημα αυτό παραμένει σε μεγάλο βαθμό ανοιχτό προς διερεύνηση από το Κόμμα μας, δεδομένου ότι ακόμα δεν διαθέτουμε όλες τις αναγκαίες πηγές που αφορούν τις συζητήσεις στα Όργανα της ΚΔ, στα Όργανα του ΚΚ(μπ), τις διμερείς συζητήσεις των κομμάτων που εκπροσωπούνταν στην Εκτελεστική Επιτροπή της ΚΔ.

Με βάση τη μέχρι τώρα μελέτη του ζητήματος, θεωρούμε σκόπιμο να συνοψίσουμε τους εξής παράγοντες που επέδρασαν στη συγκρότηση και έκβαση της ΚΔ:

Η ΚΔ ιδρύθηκε (1919) σε συνθήκες τουλάχιστον ευρωπαϊκής επαναστατικής ανόδου, με τη νικηφόρα πορεία της Οκτωβριανής Σοσιαλιστικής Επανάστασης στη Ρωσία, με την εκδήλωση επαναστατικής κατάστασης σε χώρες της Ευρώπης και μάλιστα στη Γερμανία, επαναστατικές εξεγέρσεις που δεν είχαν νικηφόρα έκβαση και επομένως στη συνέχεια επήλθε δυσμενής αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων μεταξύ των αντίπαλων τάξεων, με την επανασταθεροποίηση της αστικής εξουσίας.

Δηλαδή, σε συνθήκες υποχώρησης και ήττας κάποιων επαναστατικών εξεγέρσεων (π.χ. Γερμανία, Ουγγαρία), το ζήτημα «μεταρρύθμιση ή επανάσταση», κομβικό στη διαπάλη του επαναστατικού εργατικού κινήματος με τον οπορτουνισμό - συμβιβασμό, επανήλθε πιέζοντας επαναστατικές δυνάμεις ενταγμένες στις γραμμές της ΚΔ. Άλλωστε, στην ΚΔ είχαν ενταχθεί και κόμματα που δεν είχαν αποβάλει σοσιαλδημοκρατικές δυνάμεις.

Σε επαναστατικές συνθήκες, το ΚΚ(μπ) εφάρμοσε γραμμή διαπάλης στα Σοβιέτ από το Φλεβάρη έως τον Οκτώβρη του 1917 απέναντι στους Μενσεβίκους, με στόχο να κατακτήσει την πλειοψηφία σε αυτά. Όμως, αυτές οι συνθήκες δεν έδωσαν ανάλογη πείρα και για τις νέες, μη επαναστατικές συνθήκες σε σειρά χωρών.

Το ΔΚΚ αντιμετώπιζε έναν εξαιρετικά αρνητικό συσχετισμό και μέσα στις γραμμές του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος, που βρισκόταν κάτω από την «αποκλειστική κατοχή των ρεφορμιστών», όπως το χαρακτήρισε ο Λένιν.

Το 3ο Συνέδριο της ΚΔ (1921) επιχείρησε να βελτιώσει τη δράση των κομμουνιστών σε ανώριμες εργατικές δυνάμεις, ρίχνοντας το σύνθημα «Ανάμεσα στις μάζες» και τη γραμμή του «ενιαίου εργατικού μετώπου», που θα βοηθούσε, σε μη επαναστατικές συνθήκες, την κοινή δράση εργατών επηρεαζόμενων από διαφορετικές πολιτικές και συνδικαλιστικές οργανώσεις, όπως ήταν η 2η Διεθνής, η 21/2 Διεθνής, η Συνδικαλιστική Διεθνής του Άμστερνταμ, αλλά και η Κόκκινη Συνδικαλιστική Διεθνής.

Ο Λένιν έβλεπε την πολιτική του «ενιαίου εργατικού μετώπου» να αφορά περιορισμένους οικονομικούς και πολιτικούς στόχους13, ωστόσο τμήματα της ΚΔ, όπως το γερμανικό, το έβλεπαν ως δυνατότητα διαμόρφωσης «μιας κυβέρνησης ενότητας της εργατικής τάξης», παρά την τότε πρόσφατη αρνητική πείρα. Στην ίδια γραμμή κινήθηκαν τα τμήματα της ΚΔ σε Γαλλία, Ιταλία, Τσεχοσλοβακία και αλλού.

Η Απόφαση του 4ου Συνεδρίου της ΚΔ (1922) σκιαγράφησε πέντε πιθανούς τύπους εργατικών κυβερνήσεων. Απέκλεισε τη συμμετοχή των κομμουνιστών σε μια φιλελεύθερη εργατική ή μια εργατική σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση, αλλά δεχόταν την πιθανότητα συμμετοχής τους σε μια εργατοαγροτική ή εργατική κυβέρνηση, που δε θα ήταν ακόμα δικτατορία του προλεταριάτου.

Στα επόμενα συνέδρια της ΚΔ, μέσα από μια αντιφατική πορεία εναλλαγών στη στάση απέναντι στη σοσιαλδημοκρατία, σταδιακά αδυνάτιζε το μέτωπο απέναντί της, αν και αυτή είχε πλέον διαμορφωθεί ως πολιτική δύναμη αστικής εξουσίας.

Η ΚΕ έχει ήδη εκτιμήσει ότι:

«Γενικότερα, στις στρατηγικές επεξεργασίες της ΚΔ υποτιμήθηκε ο χαρακτήρας της εποχής και κυριάρχησε ο προσδιορισμός του χαρακτήρα της επανάστασης με κριτήριο τη θέση μιας καπιταλιστικής χώρας στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα. Δηλαδή, λαθεμένα υιοθετήθηκαν ως κριτήρια για τον προσδιορισμό του χαρακτήρα της επανάστασης το χαμηλότερο επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων μιας χώρας, σε σχέση με το πιο υψηλό που είχαν φτάσει οι ηγετικές δυνάμεις στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα καθώς και ο αρνητικός συσχετισμός σε βάρος του επαναστατικού εργατικού κινήματος. Αυτή η λαθεμένη μεθοδολογική προσέγγιση υποτιμούσε τη δυνατότητα των σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής να δώσουν μεγάλη ώθηση και να απελευθερώσουν την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων σε μια καπιταλιστική χώρα»14.

Κατά τη συζήτηση στις Επιτροπές Περιοχής, αναπτύχθηκε προβληματισμός γιατί δε γενικεύτηκε η επαναστατική στρατηγική του ΚΚ(μπ).

Σε διάφορα κομματικά μας κείμενα έχουμε αναδείξει πλευρές της διαπάλης στην ΚΔ που μας είναι γνωστές, π.χ. στο 6ο Συνέδριο. Ωστόσο, η απάντηση μπορεί να προκύψει μόνο μέσα από μια πιο εμπεριστατωμένη μελέτη της συγκρότησης, λειτουργίας, διαμόρφωσης και εξέλιξης της στρατηγικής, της διαπάλης στην ΚΔ, καθήκον ανοιχτό προς υλοποίηση για το Κόμμα μας.

Η ΚΕ θεωρεί ως συμπέρασμα διαχρονικής αξίας το εξής:

Ο κίνδυνος παρέκκλισης σε μεταρρυθμιστικό στόχο (πολιτικό κυβερνητικό στόχο, με συμμετοχή ή ανοχή ΚΚ στο έδαφος του καπιταλισμού) είναι υπαρκτός ακόμα κι αν έχει προηγηθεί σαφής επαναστατική στρατηγική επεξεργασία. Αυτός ο κίνδυνος υπάρχει ιδιαίτερα σε απότομες αλλαγές των οικονομικών και πολιτικών συνθηκών (οικονομική κρίση, αναστολή λειτουργιών αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, πόλεμος). Σοβαρό παράγοντα πίεσης αποτελεί και η περιορισμένη επίδραση των κομμουνιστών στα εργατικά σωματεία, ως αποτέλεσμα της πολύχρονης ενσωμάτωσης σειράς εργατικών οργανώσεων στο σύστημα (εξαγορά, γραφειοκρατικοποίηση, απομαζικοποίηση κλπ.).

Εκ των πραγμάτων, η διατήρηση μιας επαναστατικής στρατηγικής και η προώθησή της ως γραμμή πάλης σε μαζικές οργανώσεις της εργατικής τάξης και λαϊκών στρωμάτων με δυσμενή συσχετισμό, έχει αποδειχθεί δύσκολη υπόθεση, με κίνδυνο κυρίως δεξιάς, αλλά και αριστερής παρέκκλισης.

Κανένα ΚΚ, όσο έμπειρο κι αν είναι, δεν μπορεί να εφησυχάζει.

Αναφορικά με την ωφελιμότητα της σχέσης του Κόμματός μας με την ΚΔ, εξαιτίας των προβλημάτων στρατηγικής της δεύτερης, που οπωσδήποτε επέδρασαν στο Κόμμα μας, θα πρέπει να αποφύγουμε απλουστευτικά συμπεράσματα.

Το Κόμμα μας, στις συνθήκες της δικής του πορείας ίδρυσης - ανάπτυξης - ωρίμανσης, σε σχέση και με τις διεθνείς συνθήκες, ωφελήθηκε από την ένταξή του στην ΚΔ.

Η ΚΔ το βοήθησε να συγκροτηθεί σε ΚΚ με ανάλογες αρχές λειτουργίας, να απαλλαγεί από τη λειτουργία φραξιονιστικών τάσεων, να δρα σε μάζες ανώριμες ως προς την ταξική τους θέση και το γενικό συμφέρον τους.

Σε τελευταία ανάλυση, ήταν θέμα ωριμότητας και ικανότητας του ίδιου του δικού μας κόμματος να αποφύγει θεμελιακά λάθη στρατηγικής στην κρίσιμη περίοδο της δεκαετίας του 1940.

Η όποια κριτική στην ΚΔ δεν αναιρεί σε καμία περίπτωση την ευθύνη κάθε ΚΚ χωριστά για την πορεία του επαναστατικού κινήματος στη χώρα του. Με αυτόν τον τρόπο συμβάλλει γενικότερα στην πορεία του διεθνούς κινήματος.

Η αναγκαιότητα διεθνούς οργάνωσης του επαναστατικού εργατικού κινήματος πηγάζει από το διεθνή χαρακτήρα της ταξικής πάλης. Το ζήτημα της ιδεολογικής ενότητας και της επαναστατικής στρατηγικής είναι καθήκον και του κάθε ΚΚ, ο δε βαθμός προώθησής της είναι το μεγάλο ζητούμενο και στις μέρες μας.

 

Τέταρτον: Ορισμένες εκτιμήσεις που επανεξετάζονται.

• Στο Δοκίμιο τίθεται το ζήτημα της κομματικής αποκατάστασης της «Παλιάς ΚΕ», με την έννοια ότι αποτέλεσε ως όργανο συνέχεια της ΚΕ (είχε γίνει αποκατάσταση των μελών της μόνο ατομικά) και κρίνεται ως σωστός ο χαρακτηρισμός της για τον πόλεμο.

Σημειώνεται ότι η ΚΕ εισηγείται να κριθεί ως σωστή η θέση της «Παλιάς ΚΕ» για τον ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα του ιταλοελληνικού πολέμου, θέση που είχε άλλωστε και η ΚΔ, τουλάχιστον όσο υπήρχε ενημέρωση της ΚΕ από την ΚΔ. Επίσης, σωστά η «Παλιά ΚΕ» έθετε το ζήτημα της συμμετοχής του λαού στον πόλεμο σε συνδυασμό με την πάλη για την ανατροπή της κυβέρνησης Μεταξά.

Το Δοκίμιο βλέπει κριτικά πλευρές της τακτικής της «Παλιάς ΚΕ», κυρίως όσον αφορά το αν έπαιρνε υπόψη της τις διαθέσεις μέσα στο στρατό.

Δημιουργεί ασφαλώς ένα κενό, που εμποδίζει την ασφαλέστερη εκτίμηση για την «Παλιά ΚΕ», το γεγονός ότι δεν είναι γνωστή η τοποθέτησή της την ημέρα που κηρύχθηκε ο πόλεμος ή τις αμέσως επόμενες μέρες. Η πρώτη γνωστή τοποθέτηση ανάγεται στις 7 Δεκέμβρη 1940, δηλαδή 40 μέρες μετά την έναρξη του πολέμου.

• Κριτικά στέκεται και στο Α΄ γράμμα του Ν. Ζαχαριάδη, στο σημείο που αφορά το χαρακτήρα του πολέμου και τη στάση απέναντι στην κυβέρνηση Μεταξά. Χαρακτηρίζει σωστό το περιεχόμενο του 2ου και 3ου γράμματος του Ζαχαριάδη.

Ως προς το γεγονός ότι η κυβέρνηση Μεταξά οργάνωσε την αντεπίθεση στην ιταλική επίθεση, επισημαίνουμε ότι:

Καμιά αστική τάξη δεν παραχωρεί κυριαρχικά της δικαιώματα, δε δέχεται αγόγγυστα το διαμελισμό της εσωτερικής της αγοράς και τον περιορισμό της εξουσίας της. Όταν αυτό συμβαίνει, με στρατιωτική κατοχή ή απώλεια εδαφών μετά από πόλεμο κλπ., δεν παραιτείται από την προσπάθεια επανάκτησής τους με οποιοδήποτε μέσο. Αλλά κι όταν η αστική τάξη παραχωρεί κυριαρχικά δικαιώματα με τη θέλησή της (π.χ. μέσω της συμμετοχής της σε διεθνικές ιμπεριαλιστικές ενώσεις), στόχος της είναι η θωράκιση της εξουσίας της μέσω διεθνικών συμμαχιών, η διεύρυνση της οικονομικής και πολιτικής της δύναμης.

• Σημειώνονται οι κριτικές επισημάνσεις του Δοκιμίου για τη μη λειτουργία των ανώτερων κομματικών οργάνων στις κρίσιμες συνθήκες του Δεκέμβρη του ’44. Το συμπέρασμα είναι ότι η συλλογικότητα στις Αποφάσεις του Κόμματος πρέπει να εξασφαλίζεται και μέσω της λειτουργίας των ΚΟΒ και των ενδιάμεσων οργάνων, ανεξάρτητα από τις συνθήκες της ταξικής πάλης.

• Με βάση την εξέταση όλης της πορείας μετά τη Βάρκιζα έως την ήττα του ΔΣΕ, μελετάται όσο το δυνατόν πληρέστερα η - όπως έχει καθιερωθεί να λέγεται - «Υπόθεση Μπούλκες». Αξιοποιήθηκαν γι’ αυτό πολλά υλικά του κομματικού Αρχείου που σχετίζονται με την κοινότητα του Μπούλκες.

Η ιστορική έρευνα για το Μπούλκες χρειάζεται να συνεχιστεί. Στο Δοκίμιο γίνεται ανάμεσα σε άλλα η εξής εκτίμηση:

Η φιλοξενία πολιτικών προσφύγων από το γιουγκοσλαβικό κράτος αποτελούσε έκφραση διεθνιστικής αλληλεγγύης και συμπαράστασης στον αγώνα του λαϊκού κινήματος στην Ελλάδα. Από την πλευρά τους οι Έλληνες πολιτικοί πρόσφυγες συνεισέφεραν στην οικονομία της Γιουγκοσλαβίας. Το Μπούλκες είχε σημαντική συνεισφορά στον αγώνα του ΔΣΕ. Κατά βάση το Μπούλκες λειτούργησε ως εφεδρεία του ένοπλου λαϊκού αγώνα.

Η ζωή στο Μπούλκες, έναν ιδιόμορφο χώρο, κύλησε μέσα στις συνθήκες του ένοπλου αγώνα, αλλά και στο στόχαστρο της επίθεσης από σειρά καπιταλιστικούς μηχανισμούς, μέσα κι έξω από τη Γιουγκοσλαβία. Ακόμα, στο διάστημα 1945-1949, αναπτύχθηκε εσωκομματική διαπάλη και στο Μπούλκες, με αιχμή βασικές επιλογές του ΚΚΕ (Συμφωνία της Βάρκιζας, αποχή από τις εκλογές, απόφαση για τη διεξαγωγή του ένοπλου αγώνα κ.ά.).

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, σωστά η ΚΟ Μπούλκες, με την κατεύθυνση του ΠΓ, πήρε μέτρα οργάνωσης της περιφρούρησης του Μπούλκες, όξυνσης της επαγρύπνησης και αποφασιστικής αντιμετώπισης της υπονομευτικής δράσης των αντιπάλων. Όμως, ο φραξιονισμός (ή ο υποτιθέμενος φραξιονισμός) δεν αντιμετωπίστηκε μόνο με καταστατικά μέτρα, αλλά και με κατασταλτικά.

• Με βάση την αναλυτική εξέταση των γεγονότων σε όλη τη διάρκεια του ΔΣΕ (7ο Κεφάλαιο) τίθεται το θέμα της κομματικής αποκατάστασης των Γιώργου Γιαννούλη και Γιώργου Γεωργιάδη, η οποία έχει γίνει στην πράξη. Επίσης το Δοκίμιο εκτιμά ως άδικη την εκτέλεση του Αλέκου Τσουκόπουλου.

• Αναδεικνύονται οι συνθήκες που οδήγησαν στην απειθαρχία του Άρη Βελουχιώτη, αλλά και κάποιες δικές του προσπάθειες για συζητήσεις με την ηγεσία του Κόμματος.

Υπολογίζοντας όλα αυτά, αλλά και το γεγονός ότι η απόφαση για τη Συμφωνία της Βάρκιζας δεν είχε συζητηθεί στην ΚΕ του Κόμματος, ότι ήταν μια απόφαση που προκάλεσε μαζική αντίδραση των μελών του Κόμματος, των ΕΛΑΣιτών και ότι γρήγορα ανατράπηκε από τη ζωή, προτείνουμε να προχωρήσουμε σε κομματική αποκατάσταση του Άρη Βελουχιώτη.

Έτσι, επιλύεται μια αντίφαση ανάμεσα στην πολιτική του αποκατάσταση και στη μη κομματική. Θεωρούμε ότι το Κόμμα μας έχει την απαιτούμενη ωριμότητα ώστε αυτή η πράξη να μη σηματοδοτήσει χαλάρωση ως προς το ζήτημα της λειτουργίας του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού.

 

Πέμπτον: Οι θέσεις της Βαλκανικής Κομμουνιστικής Ομοσπονδίας, της ΚΔ και ειδικότερα του ΚΚΕ για το λεγόμενο Μακεδονικό ζήτημα.

 Το Δοκίμιο αναφέρεται σχετικά στα ανάλογα κεφάλαια. Το λεγόμενο Μακεδονικό ζήτημα σχετιζόταν με το σε ποιο αστικό κράτος της περιοχής θα ανήκε η Μακεδονία ως στρατηγικός χώρος εξόδου στο Αιγαίο, ιδιαίτερα το λιμάνι της Θεσσαλονίκης. Το ζήτημα αυτό αποτέλεσε αιτία αντιπαραθέσεων, πολεμικών συγκρούσεων, ιμπεριαλιστικών σχεδιασμών και επεμβάσεων, μια πλευρά της «πυριτιδαποθήκης» των Βαλκανίων. Στη βάση αυτή απασχολεί το κομμουνιστικό κίνημα, που με τις κατά καιρούς αποφάσεις του επιχειρεί να εντάξει τη λύση του στην επαναστατική πάλη και προοπτική. Το Μακεδονικό αποτέλεσε πεδίο τριβών και διαφωνιών και μέσα στο κομμουνιστικό κίνημα διαχρονικά, στο πλαίσιο των διεθνών και περιφερειακών οργάνων του και κυρίως μεταξύ των Κομμουνιστικών Κομμάτων Βουλγαρίας, Ελλάδας και Γιουγκοσλαβίας.

Λόγω της όξυνσης της ιδεολογικής - πολιτικής πάλης στην Ελλάδα και διεθνώς, της εξέλιξης των σχέσεων της Ελλάδας με τη FYROM μετά τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, της σχετικής αντικομμουνιστικής επίθεσης, κωδικοποιούμε την εξέλιξη των θέσεων του Κόμματος και του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος και τη συνολική εκτίμηση της ΚΕ και του Δοκιμίου:

Το εθνικό ζήτημα στα Βαλκάνια απασχόλησε τη Βαλκανική Κομμουνιστική Ομοσπονδία (ΒΚΟ) από την ίδρυσή της μέχρι και την 3η Συνδιάσκεψη (1921), που εκτιμούσε ότι η λύση όλων των εθνικών ζητημάτων στα Βαλκάνια, που δεν περιορίζονταν βέβαια στο έδαφος της Μακεδονίας και της Θράκης, θα πραγματοποιούνταν με τη σοσιαλιστική επανάσταση και τη συνένωση σε μια Βαλκανική Σοβιετική Δημοκρατία.

Για πρώτη φορά τέθηκε ως ξεχωριστό θέμα στην 4η Συνδιάσκεψη της ΒΚΟ (1922) από τον εκπρόσωπο του ΚΚ Βουλγαρίας, που υποστήριξε ότι τα ΚΚ έπρεπε να στηρίξουν τον αγώνα των εθνικών μειονοτήτων για απελευθέρωση. Την ίδια θέση εξέφρασε και ο εκπρόσωπος της ΚΔ, ενώ διαφώνησαν οι εκπρόσωποι του ΚΚ Γιουγκοσλαβίας και του ΣΕΚΕ (Κ), με το αιτιολογικό ότι δεν υπήρχε ακόμη γνήσιο επαναστατικό εθνικό κίνημα και ότι η απελευθέρωση θα επιτυγχανόταν με τη σοσιαλιστική επανάσταση και εξουσία.

Ειδική αναφορά σε «Μακεδονικό ζήτημα» έγινε για πρώτη φορά στην 5η Συνδιάσκεψη της ΒΚΟ (Δεκέμβρης 1922), που πραγματοποιήθηκε αμέσως μετά το 4ο Συνέδριο της ΚΔ. Στις Αποφάσεις του αναφερόταν ότι στο πλαίσιο της Βαλκανικής Ομόσπονδης Σοσιαλιστικής Σοβιετικής Δημοκρατίας θα εντάσσονταν ως αυτόνομες δημοκρατίες η Μακεδονία και η Θράκη. Αναγνωριζόταν, επίσης, η ύπαρξη μακεδονικού απελευθερωτικού κινήματος, που η ΒΚΟ όφειλε να αποσπάσει από την καθοδήγηση της αστικής τάξης και να το κερδίσει προς όφελος της σοσιαλιστικής επανάστασης. Γενικότερα, η ΚΔ εκτιμούσε ότι τότε υπήρχε επαναστατική κατάσταση στα Βαλκάνια, ιδιαίτερα στη Βουλγαρία, που μπορούσε να τροφοδοτήσει επαναστατικές εξελίξεις στην Κεντρική και Δυτική Ευρώπη, όπου το επαναστατικό ρεύμα είχε υποχωρήσει. Με αυτόν το σκοπό, πραγματοποιούσε επαφές με την Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση (ΕΜΕΟ)15, που είχε την έδρα της στο βουλγαρικό τμήμα της Μακεδονίας.

Η 6η Βαλκανική Συνδιάσκεψη (1923), στην οποία δεν παραβρέθηκε εκπρόσωπος του ΣΕΚΕ (Κ), κατήγγειλε και τις τρεις αστικές τάξεις (βουλγαρική, σερβική, ελληνική) για τα προβλήματα των πληθυσμών στις γεωγραφικές περιοχές Μακεδονίας - Θράκης, για την καταπίεση των πληθυσμών, ανεξάρτητα από εθνότητα. Αναφέρθηκε στην πολύχρωμη εθνολογική σύνθεση του πληθυσμού σε Μακεδονία και Θράκη, όπου καμιά εθνότητα δεν υπερτερούσε αριθμητικά και επομένως, όποιο κράτος κι αν κυριαρχούσε, θα ήταν σίγουρη η εθνική καταπίεση εκ μέρους της πλειοψηφίας. Γι’ αυτό διακήρυξε ότι:

«Στην εθνική, πολιτική και οικονομική απελευθέρωση των βαλκανικών εθνοτήτων μπορεί να οδηγήσει μόνον ο κοινός αγώνας των εργατών και των αγροτών όλων των βαλκανικών χωρών, για την εγκαθίδρυση εργατοαγροτικής κυβέρνησης σε κάθε χώρα [...] με σκοπό τη δημιουργία μιας ομοσπονδιακής βαλκανικής δημοκρατίας»16.

Επαναλαμβάνοντας τις ειδικές Αποφάσεις της 5ης Συνδιάσκεψης για τη Μακεδονία - Θράκη, διακήρυξε επιπρόσθετα το δικαίωμα των μειονοτήτων για αυτοδιάθεση, μέχρι την απόσχισή τους από το κράτος όπου βρίσκονταν.

Οι Αποφάσεις της 6ης Συνδιάσκεψης της ΒΚΟ δεν βρήκαν σύμφωνο το ΣΕΚΕ (Κ), με αποτέλεσμα να αποστείλει διαμαρτυρία στο Προεδρείο της ΒΚΟ, επειδή αποφάσισε να δημοσιευτεί η σχετική απόφαση της 6ης Συνδιάσκεψης στον κομματικό Τύπο. Στη συνέχεια, ο Δημητρόφ απάντησε με επικριτική επιστολή προς την ΚΕ του ΣΕΚΕ (Κ).

Το 5ο Συνέδριο της ΚΔ το 1924 επικύρωσε την Απόφαση της 6ης Συνδιάσκεψης της ΒΚΟ και κάλεσε τα ΚΚ και τη ΒΚΟ να υποστηρίξουν «τα εθνικά επαναστατικά κινήματα των λαών της Μακεδονίας και Θράκης για τη δημιουργία ανεξάρτητων κρατών»17.

Η 7η Βαλκανική Συνδιάσκεψη, που συνήλθε μία ημέρα μετά το 5ο Συνέδριο της ΚΔ (1924), εισηγητικά επισημαίνει τις αντιρρήσεις του γιουγκοσλαβικού κόμματος και ακόμα περισσότερο του ελληνικού. Στο 3ο Έκτακτο Συνέδριο του ΣΕΚΕ (Κ) διεξήχθη διαπάλη γύρω από το ζήτημα. Η πλειοψηφία της ΚΕ (εκφραζόμενη από τους Κορδάτο - Αποστολίδη) είχε απορρίψει τη θέση για «ενιαία και ανεξάρτητη Μακεδονία και Θράκη»18.

Αντίθετη άποψη είχαν ο Π. Πουλιόπουλος και ο εκπρόσωπος της ΚΔ, που χαρακτήρισαν οπορτουνιστική την άποψη του Αποστολίδη. Τελικά επικράτησε η άποψη της ΚΔ και το συνέδριο διακήρυξε ως σωστά τα συνθήματα για «ανεξάρτητη Μακεδονία» και «ανεξάρτητη Θράκη».

Το Δοκίμιο και η ΚΕ εκτιμούν ότι:

Αποτελεί αντικείμενο διερεύνησης αν στα Βαλκάνια είχαν διαμορφωθεί συνθήκες επαναστατικής κατάστασης στις αρχές της δεκαετίας του 1920, όπως εκτιμούσε το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα. Το βέβαιο είναι ότι αυτήν την περίοδο ήταν πολύ οξυμένες οι ενδοαστικές αντιθέσεις, τόσο στη Βουλγαρία και στη Γιουγκοσλαβία, όσο και στην Ελλάδα, στην οποία το 1924 δεν υπήρχε επαναστατική κατάσταση.

Η τοποθέτηση στο 5ο Συνέδριο της ΚΔ (1924) και στη ΒΚΟ βρισκόταν σε σύγκρουση με το γεγονός ότι είχε ήδη ανατραπεί η προϋπάρχουσα εθνολογική σύνθεση του πληθυσμού στα Βαλκάνια. Το μεγαλύτερο τμήμα των βουλγαρόφωνων πληθυσμών είχε εγκαταλείψει το ελληνικό τμήμα της Μακεδονίας και της Θράκης, ενώ η πλειοψηφία των ελληνόφωνων πληθυσμών είχε ακολουθήσει την αντίστροφη διαδρομή, έπειτα από τους Βαλκανικούς Πολέμους. Μετά και από την υπογραφή της συνθήκης της Λοζάνης (1923) και την υποχρεωτική ανταλλαγή ελληνόφωνων και τουρκόφωνων πληθυσμών, το ελληνικό και τα άλλα τμήματα της Μακεδονίας και της Θράκης άρχισαν να χάνουν την πολυεθνοτική τους ταυτότητα. Παρέμειναν μόνο οι σλαβόφωνοι στη Δυτική Μακεδονία (κυρίως στις περιοχές της Φλώρινας, της Καστοριάς και της Έδεσσας) και οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης. Η υιοθέτηση των συνθημάτων ανεξαρτητοποίησης για να αντιμετωπιστούν οι εθνικισμοί, ιδιαίτερα ο βουλγαρικός εθνικισμός, και οι ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις, στην πραγματικότητα, από μια άποψη, ανατροφοδοτούσε τους εθνικισμούς στα Βαλκάνια, ενώ αποδυνάμωνε την πρωταρχική σημασία της ταξικής πάλης.

Την παραπάνω θέση διόρθωσε η 4η Ολομέλεια της ΚΕ (Σεπτέμβρης 1935) και στη συνέχεια το 6ο Συνέδριο του ΚΚΕ (Δεκέμβρης 1935), που έβαλαν το σύνθημα «πλέρια ισοτιμία στις μειονότητες», εκτιμώντας σωστά την αλλαγή της εθνολογικής σύνθεσης στο ελληνικό τμήμα της Μακεδονίας (γεωγραφικής περιοχής). Το Συνέδριο επικύρωσε ανάλογη Απόφαση της 3ης Ολομέλειας τον Απρίλη του ίδιου έτους και έκτοτε το Κόμμα είχε αυτή τη θέση.

Οι περιοχές της Δυτικής Μακεδονίας στις οποίες στηρίζονταν ο ΔΣΕ και η ΠΔΚ είχαν πολυάριθμο σλαβόφωνο πληθυσμό, ενώ σημαντικό τμήμα του είχε περάσει στη Βουλγαρία (Μακεδονία του Πιρίν) και στη Γιουγκοσλαβία (Μακεδονία του Βαρδάρη), εξαιτίας της καταπίεσής του από το ελληνικό αστικό κράτος.

Η σημασία των περιοχών αυτών αυξήθηκε λόγω και της απώλειας του Γράμμου στο τέλος του καλοκαιριού του 1948, εξέλιξη που συνέπεσε και με τη σύγκρουση Γιουγκοσλαβίας - Κομινφόρμ και με τη σωστή Απόφαση του Κόμματος (4η Ολομέλεια της ΚΕ, Ιούλης 1948) να συνταχθεί με το ΔΚΚ, την Κομινφόρμ, παρότι αυτό θα είχε αρνητικές συνέπειες ως προς τη στήριξη από τη Γιουγκοσλαβία.

Κάτω από την πίεση του τότε συσχετισμού δυνάμεων (πρόβλημα εφεδρειών του ΔΣΕ) καθώς και του ρόλου της γιουγκοσλαβικής κυβέρνησης, που προσπαθούσε να αποσπάσει από τον ΔΣΕ το σλαβόφωνο στοιχείο (Σλαβομακεδόνες), η 5η Ολομέλεια της ΚΕ (Γενάρης 1949) διαμόρφωσε τη θέση: «Δεν πρέπει να υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι, σαν αποτέλεσμα της νίκης του ΔΣΕ και της λαϊκής επανάστασης, ο μακεδονικός λαός θα βρει την πλήρη εθνική αποκατάστασή του, έτσι όπως το θέλει ο ίδιος, προσφέροντας σήμερα το αίμα του για να την αποκτήσει»19.

Αργότερα, ο Ν. Ζαχαριάδης διευκρίνισε: «Η υπονομευτική και διασπαστική δράση του Τίτο και των πραχτόρων του στην Ελλάδα ανάγκασε την 5η Ολομέλεια της ΚΕ να αντικαταστήσει το σύνθημα της ισοτιμίας με το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης»20.

Αυτήν τη θέση, που έγινε και γίνεται σημαία του αντικομμουνισμού, διόρθωσε η 6η Ολομέλεια της ΚΕ (Οκτώβρης 1949), υιοθετώντας τη θέση: «Το Κόμμα πρέπει να φυλάξει και να δυναμώσει τους δεσμούς ανάμεσα στον ελληνικό και σλαβομακεδόνικο λαό [...] Η πάλη για την ισοτιμία τους [...] δένει τους Μακεδόνες με τους Έλληνες και εμποδίζει τα καταχτητικά σχέδια του Τίτο εναντίον της ελληνικής Μακεδονίας»21.

Η ΚΕ επισημαίνει ότι δεν μπορεί να τεκμηριωθεί ιστορικά η άποψη ότι οι Μακεδόνες αποτελούν αυτοτελή εθνότητα. Η γεωγραφική περιοχή της Μακεδονίας στο πέρασμα των αιώνων κατοικήθηκε από πληθυσμούς διαφορετικής φυλετικής καταγωγής, Έλληνες, Σλάβους, Τούρκους, Εβραίους κ.ά. κατά τη Ρωμαϊκή, τη Βυζαντινή και αργότερα την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η σύνθεση της Μακεδονίας ήταν πολυφυλετική και αργότερα πολυεθνοτική. Στην πορεία οι ανταλλαγές πληθυσμών που πραγματοποιήθηκαν είτε αναγκαστικά είτε εθελοντικά στις αρχές του 20ού αιώνα, καθώς και η κατάτμηση των γεωγραφικών περιοχών της Μακεδονίας και της Θράκης στα αντίστοιχα έθνη - κράτη, εξάλειψαν τον πολυεθνικό χαρακτήρα αυτών των περιοχών, όπως προκύπτει από πλήθος ιστορικών μελετών και πηγών.

Από το 1945, στο χώρο της γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας διαμορφώθηκε αυτόνομη κρατική οντότητα στο πλαίσιο της Γιουγκοσλαβικής Ομοσπονδίας και κράτος (FYROM) μετά τη διάλυσή της.

Η ΚΕ επισημαίνει ότι την περίοδο της αντεπανάστασης αναπτύχθηκαν αποσχιστικές τάσεις και ως αποτέλεσμα υποδαύλισής τους από ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις, παρόλο που ιστορικά ο καπιταλισμός, στοχεύοντας στη διευρυμένη εσωτερική αγορά, συγχώνευσε φυλογενετικές ανομοιογένειες, ιδιαιτερότητες εθνοτήτων και ανάλογων γλωσσικών ιδιωμάτων. Γενικότερα, ο καπιταλισμός ενοποιούσε την αγορά και σ’ αυτήν τη βάση διαμόρφωνε εθνική συνείδηση, αλλά δε δίσταζε να προχωρήσει με τη δύναμη των στρατευμάτων και στη μαζική αναγκαστική εθνοτική αφομοίωση, ακόμα και στην εξόντωση πληθυσμών.

Θεωρούμε ότι το όλο ζήτημα της εξέλιξης των εθνοτήτων, των γλωσσών, των παραδόσεων, της θρησκείας, όχι μόνο στο γεωγραφικό χώρο της Μακεδονίας αλλά και ευρύτερα, αποτελεί αντικείμενο βαθύτερης ιστορικής μελέτης.

 

Έκτον: Η ΚΕ επισημαίνει προς την Πανελλαδική Συνδιάσκεψη την επίθεση που ήδη δέχεται το Κόμμα με επίκεντρο την Ιστορία του, επίθεση που θα κλιμακωθεί μέσα στη χρονιά, πολύ περισσότερο με την έκδοση των δύο τόμων.

 Η επίθεση εκφράζεται κυρίως από δύο ρεύματα, το αστικό αντικομμουνιστικό και το οπορτουνιστικό, με τις διάφορες αποχρώσεις τους.

Και τα δύο ρεύματα διαστρεβλώνουν και ιστορικά γεγονότα και τις θέσεις του Κόμματος, ενώ αξιοποιούν, κυρίως ο οπορτουνισμός, αντιφάσεις της στρατηγικής του Κόμματος στο παρελθόν.

Η κύρια επιδίωξη του αντικομμουνισμού είναι το τσάκισμα της ταξικής πάλης. Η επιδίωξη είναι κοινή, είτε η επίθεση γίνεται από τη Χρυσή Αυγή και παρεμφερείς δυνάμεις, είτε από την ΕΕ και θιασώτες του «εκσυγχρονισμένου» αστικού πολιτικού συστήματος, στους οποίους συμπεριλαμβάνεται και το μεγαλύτερο τμήμα του οπορτουνισμού. Βασικοί χαρακτηρισμοί τους είναι: Το «προδοτικό ΚΚΕ», τα «εγκλήματα» του ΚΚΕ και του Στάλιν (και με τη μορφή της θεωρίας των «δύο άκρων»), δηλαδή η επίθεση στην ένοπλη ταξική πάλη και στη δικτατορία του προλεταριάτου. Συνοδεύονται από εθνικισμό και ρατσισμό, αλλά και από κοσμοπολιτισμό του κεφαλαίου και με το ιδεολόγημα της «εθνικής ενότητας».

Ειδικότερα, μέρος του οπορτουνισμού εμφανίζεται ως θεματοφύλακας της Ιστορίας του ΚΚΕ και ιδιαίτερα της στρατηγικής της ΚΔ, ειδικότερα της κληρονομιάς και προσφοράς των Στάλιν και Ζαχαριάδη. Δεν απορρίπτει τον ένοπλο αγώνα και στοχεύει στο συναίσθημα και την παραδοσιακή μνήμη, σε στερεότυπα που καλλιεργήθηκαν επί δεκαετίες, υπερτονίζοντας (και μάλιστα άκριτα) το ρόλο της προσωπικότητας (του ηγέτη) στο ιστορικό γίγνεσθαι, ουσιαστικά απορρίπτοντας την επιστημονική ανάλυση των γεγονότων.

Οι βασικοί άξονες στους οποίους κινείται είναι:

• «Το ΚΚΕ ξαναγράφει την Ιστορία του για να δικαιώσει τη σημερινή σεχταριστική στρατηγική του. Έτσι ουσιαστικά οδηγείται στο να μηδενίζει το παρελθόν, να θεωρεί λάθος τα 75 χρόνια της 100χρονης ιστορίας του και σωστά μόνο τα 25 τελευταία χρόνια, διαγράφοντας έτσι τους αγώνες και τις θυσίες 100 χρόνων». Αντιστρέφουν έτσι τη σχέση συμπεράσματος και ιστορικής εκτίμησης. Είναι όμως η ίδια η ιστορική μελέτη που οδηγεί στα στρατηγικά συμπεράσματα που αποτυπώνονται στο Πρόγραμμά μας και όχι το αντίθετο.

• Πολεμούν την προσπάθεια που κάνει το Κόμμα μας να μελετήσει και να βγάλει συμπεράσματα από λάθη και αδυναμίες στη στρατηγική του ΔΚΚ, ισχυριζόμενοι ότι: «Η στρατηγική του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος δικαιώθηκε γιατί νίκησε η σοσιαλιστική εξουσία σε μια σειρά κράτη, γιατί υπήρξε η Αντιφασιστική Νίκη, γιατί δημιουργήθηκαν μεγάλα κινήματα όπως το ΕΑΜ». Έτσι, διαστρεβλώνουν την πραγματικότητα σε σχέση με την ανάπτυξη των ένοπλων αντιφασιστικών κινημάτων, τη σχέση τους με τα ΚΚ ή και με τον Κόκκινο Στρατό.

Αποκρύπτουν συνειδητά ότι η διαμόρφωση ένοπλου απελευθερωτικού κινήματος υπό την ηγεσία ΚΚ δεν πήρε την ίδια έκταση σε όλες τις χώρες όπου τα ΚΚ ακολούθησαν τη στρατηγική του αντιφασιστικού μετώπου, π.χ. Γαλλία, Πολωνία, Τσεχοσλοβακία. Το ΚΚΕ σωστά πρωτοστάτησε στον ένοπλο απελευθερωτικό αγώνα, μάλιστα σε σύγκρουση και με ένοπλες αστικές αντιφασιστικές δυνάμεις (ΕΔΕΣ, «Σύνταγμα 5/42»). Αυτά είχαν ως αποτέλεσμα σε συνθήκες βαθιάς πολιτικής κρίσης των αστικών δυνάμεων να συσπειρώσει τη λαϊκή πλειοψηφία, να μετατραπεί σε καθοδηγητική δύναμη του ένοπλου αγώνα.

• Κάνουν συστηματική προσπάθεια να αποκόψουν τα προβλήματα στη στρατηγική του Κόμματος από τα λάθη του Λιβάνου, της Καζέρτας και της Βάρκιζας, να τα εμφανίσουν ως αποκλειστικά λάθη προσώπων ή ηγεσιών ή λάθη στην εκτίμηση του συσχετισμού δυνάμεων. Ή, σε άλλες περιπτώσεις, αποφεύγουν να τοποθετηθούν.

• Την αδυναμία αξιοποίησης της επαναστατικής κατάστασης σε χώρες της Ευρώπης, τη «δικαιολογούν» ως «υπεράσπιση της ΕΣΣΔ και του σοσιαλισμού». Έτσι κρύβουν ότι η πιο συνεπής υπεράσπιση της ΕΣΣΔ θα ήταν η πάλη για τη νίκη της εργατικής εξουσίας και του σοσιαλισμού σε κάθε χώρα ξεχωριστά. Σε αυτό το καθήκον συνίσταται η ξεχωριστή ευθύνη κάθε Κομμουνιστικού Κόμματος σε κάθε χώρα.

• Με μηχανιστικό τρόπο αντιμετωπίζουν τις αιτίες της αντεπανάστασης του 1989-1991. Άλλοι, εντοπίζοντας τις αιτίες μόνο μετά το θάνατο του Στάλιν, άλλοι αργότερα, παραβλέποντας τη διαπάλη και τα προβλήματα στην πολιτική του ΚΚ της Σοβιετικής Ένωσης και της σοβιετικής εξουσίας. Παραβλέπουν για παράδειγμα ότι το 20ό Συνέδριο αποτέλεσε ένα σημείο στροφής, επικράτησης του οπορτουνισμού, που προφανώς είχε βαθύτερο οικονομικό - κοινωνικό υπόβαθρο και ήρθε ως αποτέλεσμα της θεωρητικής και πολιτικής αδυναμίας των πιο συνεπών θέσεων μέσα στο ΚΚ της Σοβιετικής Ένωσης να επικρατήσουν σε αυτήν την διαπάλη. Πολύ περισσότερο αργότερα.

• Οι απόψεις αυτές θεωρούν δικαιωμένη τη στρατηγική των σταδίων, παρά το γεγονός ότι αποτέλεσε αιτία για τραγικές ήττες του κομμουνιστικού κινήματος, ενώ σήμερα αναφέρονται στην ανάγκη μεταβατικών κυβερνήσεων και προγραμμάτων, που εμφανίζουν ως τακτική. Πυρήνας αυτής της στρατηγικής είναι ότι στις σημερινές συνθήκες συσχετισμού δυνάμεων η προσέγγιση του επαναστατικού στρατηγικού στόχου μπορεί να γίνει με την προώθηση ενδιάμεσων μεταβατικών κυβερνητικών στόχων (π.χ. μιας αριστερής, αντιμονοπωλιακής κυβέρνησης) με βάση το σημερινό βαθμό συνείδησης των εργατικών και λαϊκών μαζών. Έτσι, παρακάμπτουν τη λενινιστική θεωρητική θέση για τον αντικειμενικό χαρακτήρα της επαναστατικής κατάστασης. Στην πράξη, αυτή η πολιτική αναπαράγει τον αρνητικό συσχετισμό, ενώ δεν βοηθά την ανάπτυξη του υποκειμενικού παράγοντα, αφού τον συνηθίζει σε συνθήκες ενσωμάτωσης. Αντί να βοηθάει τις εργατικές - λαϊκές μάζες στο να εκπαιδεύονται και να ωριμάζουν μέσα από την πείρα των ταξικών αγώνων σε όλα τα επίπεδα (οικονομικό και πολιτικό), τις εγκλωβίζει στην ουτοπική αναζήτηση κοινοβουλευτικών κυβερνητικών λύσεων μέσα στο σύστημα, στο όνομα του εφικτού.

Γενικότερα, ο οπορτουνισμός επιτίθεται στο Κόμμα χρησιμοποιώντας επιλεκτικά είτε θέσεις ηγετών του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος και του ίδιου του ΚΚΕ, είτε θέσεις άλλων ηγετικών προσώπων που τελικά διαχωρίστηκαν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο (αποχώρηση, διάσπαση, διαγραφή ή και πέρασμα σε προδοσία). Πρόκειται για τακτική ανέντιμη και αντιεπιστημονική, την οποία αποκαλύπτουμε και εξουδετερώνουμε.

Η μελέτη του Δοκιμίου δεν τελειώνει με την Πανελλαδική Συνδιάσκεψη. Επίσης δεν είναι ζήτημα εξειδικευμένου γενικού ή ειδικού ιστορικού ενδιαφέροντας. Είναι ζήτημα κατάκτησης της αντικειμενικής αλήθειας, με τα ανάλογα ταξικά συμπεράσματα, δηλαδή είναι διαδικασία απαραίτητη για τη διαμόρφωση επαναστατικής κομμουνιστικής συνείδησης, ανάλογης ικανότητας στην οργάνωση της ταξικής πάλης στις σημερινές και μελλοντικές συνθήκες. Γι’ αυτό, η ΚΕ μαζί με τις Επιτροπές Περιοχής και το ΚΣ της ΚΝΕ θα πρέπει να διαμορφώσει και να υλοποιήσει σχέδιο ουσιαστικής μελέτης των δύο τόμων από όλα τα μέλη του Κόμματος και της ΚΝΕ. Αυτή θα είναι έμπρακτη τιμή στα 100 χρόνια του Κόμματος.

23.6.2018

 

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

 1. Αυτή η διόρθωση δεν είναι καινούργια, υπάρχει σε προηγούμενα κείμενά μας.

2. ‑Αρχείο ΚΚΕ - Έγγραφο 542286, Έκθεση της ΚΕ του ΚΚΕ στο ΚΚΣΕ με τίτλο «Η κατάσταση στην Ελλάδα και τα επείγοντα προβλήματα του κινήματός μας», 12 - 9 - 1946.

3. ‑Το πρώτο φύλλο του «Ρίζου της Δευτέρας» έγινε ανάρπαστο. Πουλήθηκαν 40.000 φύλλα στην Αθήνα και τον Πειραιά και 20.000 στις επαρχίες («Ριζοσπάστης», 22-10-1946). Η κυκλοφορία του ξεπέρασε κατά 10.000 φύλλα την κυκλοφορία όλων μαζί των άλλων εφημερίδων της Δευτέρας («Ριζοσπάστης», 25.10.1946).

4. ‑Στο Α΄ Συνέδριο της ΕΠΟΝ (13-19 Γενάρη 1946) συμμετείχαν 355 αντιπρόσωποι από όλη την Ελλάδα που εκπροσωπούσαν περίπου 450.000 μέλη, σύμφωνα με τα στοιχεία που δόθηκαν στο Α΄ Συνέδριό της.

5. ‑Στο 8ο Συνέδριο της ΓΣΕΕ, που πραγματοποιήθηκε στις 1-7 Μάρτη 1946, ο ΕΡΓΑΣ απέσπασε τη συντριπτική πλειοψηφία. Οι αντιπρόσωποι εκπροσωπούσαν 258.000 εργαζόμενους από 50 Εργατικά Κέντρα, 1.259 Σωματεία, 12 ανεξάρτητες Οργανώσεις και 8 Ομοσπονδίες.

6. ‑ΚΕ του ΚΚΕ, «Η 6η Πλατιά Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ», Πρακτικά, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 2010, σελ. 243 - 244.

7. ‑ΚΕ του ΚΚΕ, «Η 7η Πλατιά Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ», Πρακτικά, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 2011, σελ. 372.

8. ‑CDA-CPA, F 1, Op. 7, Ath. Ed., όπως παρατίθεται στο «Βασίλης Κόντης - Σπυρίδων Σφέτας (Επιμ.), Εμφύλιος Πόλεμος. Έγγραφα από τα Γιουγκοσλαβικά και Βουλγαρικά Αρχεία», εκδ. «Παρατηρητής», Θεσσαλονίκη, 1999, σελ. 174-175. Βλ. και Ιορντάν Μπάεφ, «Μια ματιά απ’ έξω. Ο εμφύλιος πόλεμος στην Ελλάδα. Διεθνείς διαστάσεις», εκδ. «Φιλίστωρ», Αθήνα, 1997, σελ. 100-101.

9. ‑MAE, Archives Diplomatiques, Serie Z, Carton 68, Dossier 1, τ. 27, σελ. 21, όπως παρατίθεται στο Ιορντάν Μπάεφ, «Μια ματιά απ’ έξω. Ο εμφύλιος πόλεμος στην Ελλάδα. Διεθνείς διαστάσεις», εκδ. «Φιλίστωρ», Αθήνα, 1997, σελ. 101-102.

10. ‑Γκεόργκι Δημητρόφ (Σπύρος Κουζινόπουλος: Επιμ.), «Σελίδες από το απόρρητο ημερολόγιο», εκδ. «Καστανιώτης», Αθήνα, 1999, σελ. 173.

11. ‑Η συζήτηση Στάλιν - Δημητρόφ, η οποία παρατίθεται στο Δοκίμιο, δείχνει ότι η κυβέρνηση της Εθνικής Ενότητας που συμφωνήθηκε στο Λίβανο είχε την εκ των υστέρων σύμφωνη γνώμη της ΕΣΣΔ, ακόμα κι αν το ΚΚΕ και το ΕΑΜ δεν προσχώρησαν με υπόδειξή της.

‑Όσον αφορά τις Συμφωνίες της Καζέρτας και της Βάρκιζας, δεν έχει βρεθεί αρχειακό υλικό που να τεκμηριώνει τη θέση του ΚΚΣΕ κι άλλων αδελφών ΚΚ. Το μόνο που γνωρίζουμε για τη Βάρκιζα είναι η συζήτηση το 1950 στη Μόσχα, ανάμεσα στους Στάλιν - Μόλοτοφ και τους Ζαχαριάδη - Παρτσαλίδη, αναφορά της οποίας έγινε στην 7η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ το Μάη του 1950. Στα Πρακτικά της Ολομέλειας διαβάζουμε από την ομιλία του Παρτσαλίδη:

‑«Πρώτο ζήτημα: Η συμφωνία της Βάρκιζας. Ο σ. Στάλιν είπε: “Είτανε λάθος δεν έπρεπε να παραδώσετε τα όπλα”. Όταν ο σ. Ζαχαριάδης ανέφερε πως δεν παραδώσαμε όλα τα όπλα και γω ότι πολεμήσαμε στην Αθήνα και ότι είχαμε την υπόδειξη του σ. Δημητρώφ για συμφωνία, ο σ. Στάλιν απάντησε: “Έπρεπε να πολεμήσετε έξω απ’ την Αθήνα. Ο σ. Δημητρώφ δεν είναι Κ.Ε. του Μπολσ. Κόμματος”» (7η Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας και της Κ.Ε. Ελέγχου του Κ.Κ.Ε., 14-18 του Μάη 1950, σελ. 26).

12. ‑Ωστόσο, απ’ όσο έχουμε μελετήσει έως σήμερα για τη στάση του Δημητρόφ, μπορούμε να πούμε ότι επρόκειτο για στέλεχος του ΔΚΚ που δεν λειτουργούσε ατομικά χωρίς συλλογικότητα και συνεννόηση με την ηγεσία του ΚΚ(μπ).

13. ‑Ουίλιαμ Φόστερ, «Ιστορία των τριών Διεθνών», σελ. 421, 1975.

14. ‑Διακήρυξη της ΚΕ του ΚΚΕ: Για τα 100χρονα της Μεγάλης Οκτωβριανής Σοσιαλιστικής Επανάστασης, ΚΟΜΕΠ, τ. 4/2017, σελ. 30.

15. ‑Η ΕΜΕΟ διέθετε ένοπλα τμήματα και στρατολογούσε πρόσφυγες από τις διάφορες περιοχές της Μακεδονίας καθώς και Βούλγαρους που είχαν παραμείνει στο νότιο τμήμα της Γιουγκοσλαβίας. Η ΕΜΕΟ εκτέλεσε σειρά στελεχών του κυβερνώντος κόμματος υπό τον Σταμπολίνσκι, ακόμα και υπουργούς. Στην ελληνική Μακεδονία η ΕΜΕΟ είχε πολύ περιορισμένη δράση, στη Γιουγκοσλαβία δημιούργησε σημαντική δύναμη, ενώ στη βουλγαρική Μακεδονία «κατείχε τη θέση της επίσημης κρατικής εξουσίας». (Αλέξανδρος Δάγκας - Γιώργος Λεοντιάδης, «Κομιντέρν και Μακεδονικό ζήτημα», εκδ. «Τροχαλία», Αθήνα, 1997, σελ. 35-36).

16. ‑Αλέξανδρος Δάγκας - Γιώργος Λεοντιάδης, «Κομιντέρν και Μακεδονικό ζήτημα», εκδ. «Τροχαλία», Αθήνα, 1997, σελ. 107-111.

17. ‑Αλέξανδρος Δάγκας - Γιώργος Λεοντιάδης, «Κομιντέρν και Μακεδονικό ζήτημα», εκδ. «Τροχαλία», Αθήνα, 1997, σελ. 135-136.

18. ‑Η πλειοψηφία της ΚΕ (Κορδάτος - Αποστολίδης) είχε απορρίψει τη θέση εξαιτίας της αλλοίωσης της πολυεθνικής σύνθεσης των περιοχών, έπειτα και από την έλευση των Μικρασιατών προσφύγων, των αστικών διώξεων που θα μπορούσε να επιφέρει, αλλά και της απουσίας επαναστατικών οργανώσεων των εθνικών μειονοτήτων.

19. ‑Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ 1949-1968, Β΄ τόμος, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 2011, σελ. 200.

20. Ό.π.

21. Ό.π.