ΓΙΑ ΤΙΣ ΔΙΕΡΓΑΣΙΕΣ ΣΤΗΝ ΑΝΤΑΡΣΥΑ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΟΠΟΡΤΟΥΝΙΣΤΙΚΟ ΧΩΡΟ

Ολόκληρος ο οπορτουνιστικός χώρος βρίσκεται μετά το 2015 υπό αναμόρφωση. Η διαδικασία αυτή δεν έχει ακόμη κατασταλάξει, ενώ οι επερχόμενες εκλογές θα τροφοδοτήσουν περαιτέρω τις ζυμώσεις.

Το τελευταίο διάστημα υπήρξε έντονη κινητικότητα και διαπάλη στο ΝΑΡ και την ΑΝΤΑΡΣΥΑ πάνω σε μια σειρά ζητημάτων (αποτίμηση της πολιτικής γραμμής των προηγούμενων χρόνων, στάση απέναντι στο ΣΥΡΙΖΑ και την κυβέρνησή του, πολιτική συμμαχιών), η οποία κατέληξε σε ομαδικές αποχωρήσεις στελεχών από το ΝΑΡ και στη δημιουργία νέων πολιτικών ομαδοποιήσεων στο πλαίσιο της ΑΝΤΑΡΣΥΑ.

Οι εξελίξεις αυτές εντείνουν τη γενικότερη ρευστότητα, επιδρώντας στους συσχετισμούς στο εσωτερικό της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, στις ζυμώσεις της με άλλες δυνάμεις του οπορτουνιστικού ρεύματος (ΛΑΕ, «Εργατικός Αγώνας», «Σύλλογος Κορδάτος») και τον προσανατολισμό των συνεργασιών της, ενώ θα παίξουν καθοριστικό ρόλο στους όρους εκλογικής καθόδου των οπορτουνιστικών δυνάμεων, που είναι και βασικό «επίδικο» για αρκετές από αυτές, με σταθερή επιδίωξη την ανακοπή της επιρροής του ΚΚΕ.

Τα αδιέξοδα που αντιμετωπίζει η ΑΝΤΑΡΣΥΑ και πιο ειδικά το ΝΑΡ δεν προκύπτουν βέβαια μόνο από τη γραμμή που ακολούθησαν τα τελευταία χρόνια. Ιδιαίτερα το ΝΑΡ είναι πλέον μια οργάνωση με πορεία σχεδόν 30 χρόνων, και με βάση αυτή κρίνεται. Η συγκρότησή του ως «ρεύμα» από τους φραξιονιστές αποχωρήσαντες από το ΚΚΕ και την ΚΝΕ στις αρχές της δεκαετίας του 1990 έγινε στη βάση της οπορτουνιστικής θεώρησης ότι τα «κόμματα νέου τύπου» είναι ιστορικά ξεπερασμένα. Το ΝΑΡ εξαρχής απαρνήθηκε και πολέμησε το μαρξισμό-λενινισμό, διαστρέβλωσε βασικές αρχές, διαμόρφωσε ένα συνονθύλευμα θέσεων αναμιγνύοντας κατά καιρούς τροτσκιστικές, αναρχικές, «ευρωκομμουνιστικές» θέσεις, συνεργαζόμενο άλλωστε όλα αυτά τα χρόνια με πλείστες τέτοιες –ετερόκλητες– δυνάμεις (από δυνάμεις της λεγόμενης «κομμουνιστικής ανανέωσης» ως τροτσκιστικά κόμματα όπως το ΣΕΚ, και από το Σχέδιο Β΄ του Αλαβάνου και το ΕΠΑΜ μέχρι αντιεξουσιαστικές ομάδες), καταλήγοντας να λειτουργεί στην πράξη ως «συνιστώσα» του ΣΥΡΙΖΑ και της «κυβερνώσας Αριστεράς».

Οι πολιτικές του επιλογές σε κρίσιμα ζητήματα καθ’ όλη αυτήν τη διαδρομή συνέβαλαν ώστε να διαμορφώνεται το έδαφος για ρυμούλκηση του εργατικού κινήματος στην αστική πολιτική, με αποκορύφωμα τη γραμμή απέναντι στο ΣΥΡΙΖΑ και στο ζήτημα της αστικής διακυβέρνησης την περίοδο 2012-2015. Οι δυνάμεις του ΝΑΡ και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ με τη στάση τους από τις «πλατείες των αγανακτισμένων» ως τα συλλαλητήρια «στήριξης της διαπραγμάτευσης» και τις αυταπάτες του δημοψηφίσματος παρείχαν «καύσιμα» στις κινήσεις αναμόρφωσης του αστικού πολιτικού συστήματος και αναδιάταξης των πολιτικών δυνάμεων, ώστε να υπηρετηθούν οι στόχοι διαχείρισης του κεφαλαίου. Η σημερινή εσωτερική κρίση τους είναι αποτέλεσμα όλης αυτής της πορείας και στρατηγικών επιλογών που χαρακτηρίζονται από:

α) Ουσιαστική απάρνηση του πρωτοπόρου ρόλου της εργατικής τάξης και αναζήτηση «νέων υποκειμένων» της επανάστασης. Το ΝΑΡ απορρίπτει το ρόλο της εργατικής τάξης ως πρωτοπόρας κοινωνικής δύναμης για τη σοσιαλιστική επανάσταση και οικοδόμηση, ρόλος που προκύπτει από τη θέση της στην κοινωνική παραγωγή και αποτελεί θεμέλιο για την επαναστατική στρατηγική. Αρνείται στην ουσία τον προσδιορισμό των τάξεων με βάση τα λενινιστικά κριτήρια, ενώ υιοθετεί θέσεις που εμφανίζουν άλλες κοινωνικές δυνάμεις ως την πρωτοπορία του αγώνα. Συνέπλευσε με το ρεύμα αναζήτησης «νέων» υποκειμένων της επαναστατικής πολιτικής (που ήταν ιδιαίτερα στη «μόδα» τις δεκαετίες ’90 και ’00) και το αστικό ιδεολόγημα που έβλεπε στις αλλαγές στη διάρθρωση της εργατικής τάξης την «εξαφάνισή» της. Για την αναγνώριση του πρωτοπόρου ρόλου της εργατικής τάξης δεν αρκεί απλά και μόνο μια «φραστική» αναφορά της εργατικής τάξης σε ντοκουμέντα και αποφάσεις. Αφορά την αντίληψη για τις κινητήριες δυνάμεις και το χαρακτήρα της επανάστασης, όπως και της εξουσίας της νέας, σοσιαλιστικής-κομμουνιστικής κοινωνίας. Η απάρνηση αυτής της ταξικής «πυξίδας» αντανακλάται συνολικά στο χαρακτήρα, τη φυσιογνωμία και τη δράση του ΝΑΡ, το οποίο παρουσιάζει σήμερα ως υποκείμενα της λεγόμενης «αντικαπιταλιστικής» (όπως το ίδιο την προσδιορίζει, και όχι σοσιαλιστικής) επανάστασης ένα θολό άθροισμα δυνάμεων (μακροχρόνια άνεργοι, οι «δούλοι της ψηφιακής εποχής» όπως αναφέρει, το ΛΟΑΤΚΙ κίνημα κ.ά.)

β) Η στάση απόρριψης απέναντι στο σοσιαλισμό και τη σοσιαλιστική οικοδόμηση του 20ού αιώνα. Το ΝΑΡ προσεγγίζει στην ουσία με μηδενισμό την ιστορία του κομμουνιστικού κινήματος και αποκηρύσσει στο σύνολό του το σοσιαλισμό που οικοδομήθηκε. Χαρακτηρίζει την ΕΣΣΔ και τα άλλα σοσιαλιστικά κράτη ως «εκμεταλλευτικές» κοινωνίες στις οποίες υπήρχαν «ιδιότυπες καπιταλιστικές σχέσεις». Υιοθετεί αστικές θέσεις και απορρίπτει θεμελιώδεις αρχές του μαρξισμού-λενινισμού, όπως η δικτατορία του προλεταριάτου (δηλαδή η επαναστατική εξουσία της εργατικής τάξης), ο ρόλος του ΚΚ στη σοσιαλιστική οικοδόμηση, ο κεντρικός σχεδιασμός ως σχέση παραγωγής και κατανομής.

γ) Η απόρριψη του «Κόμματος Νέου Τύπου», των μαρξιστικών-λενινιστικών αρχών συγκρότησης και λειτουργίας του επαναστατικού κόμματος και η υιοθέτηση αστικών-μικροαστικών θολών αρχών «δημοκρατίας» και «σύνθεσης απόψεων». Απόδειξη του τυχοδιωκτισμού και του οπορτουνισμού του ΝΑΡ είναι ότι, ενώ στη συγκρότησή του απαρνήθηκε τον όρο «κομμουνιστικό», προσπαθεί τώρα να τον αξιοποιήσει ως «σημαία ευκαιρίας», τόσο ως στοιχείο αντιπαράθεσης με το ΚΚΕ όσο και ως στοιχείο «διαχωρισμού» από τις άλλες οπορτουνιστικές ομάδες.

δ) Η προβολή χρεοκοπημένων πολιτικών στρατηγικών και η υιοθέτηση του «μεταβατικού προγράμματος» στο έδαφος του καπιταλισμού, το οποίο αποτέλεσε τα προηγούμενα χρόνια βασικό όχημα για τον εγκλωβισμό στην αστική διαχείριση. Το ΝΑΡ πρόβαλε την αυταπάτη των «ενδιάμεσων» πολιτικών στόχων που μπορούν να διασφαλίσουν φιλολαϊκές αλλαγές στο έδαφος του καπιταλισμού, την οποία έντυσε με ψευτοεπαναστατική φρασεολογία επιχειρώντας να κολυμπήσει στα θολά νερά των «πλατιών» και των «αντιμνημονιακών» μετώπων. Το αποτέλεσμα είναι γνωστό: Η γραμμή αυτή, που παρουσιάστηκε ως πλατφόρμα συσπείρωσης αντικαπιταλιστικών δυνάμεων, ενίσχυσε τις κοινοβουλευτικές αυταπάτες και έβγαλε τελικά κερδισμένο το ΣΥΡΙΖΑ.

 

Η ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΗ ΣΤΟ ΝΑΡ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΝΤΑΡΣΥΑ ΚΑΙ ΟΙ ΝΕΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΟΜΑΔΟΠΟΙΗΣΕΙΣ

 Για να γίνουν καλύτερα κατανοητές αυτές οι διεργασίες, θα παρουσιάσουμε συνοπτικά ορισμένα στοιχεία της αντιπαράθεσης που εκτυλίχτηκε στο 4ο Συνέδριο του ΝΑΡ τον περασμένο Δεκέμβρη και στην 4η Συνδιάσκεψη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ που ακολούθησε λίγους μήνες μετά, τον περασμένο Απρίλη. Επίσης θα αναφερθούμε σύντομα και σε ορισμένες νέες πολιτικές ομάδες και κινήσεις που συγκροτήθηκαν ως προϊόν αυτών των διεργασιών.

 

Η ΔΙΑΠΑΛΗ ΣΤΟ ΝΑΡ ΚΑΙ ΟΙ ΑΠΟΧΩΡΗΣΕΙΣ ΣΤΕΛΕΧΩΝ

 Στο 4ο Συνέδριο του ΝΑΡ (1-3.12.2017) διαμορφώθηκαν μια «μειοψηφούσα» και μια «πλειοψηφούσα»1 τάση, οι οποίες συγκρούστηκαν δημόσια τόσο γύρω από το ζήτημα της συνολικής πολιτικής γραμμής του ΝΑΡ, της γραμμής συμμαχιών κλπ., όσο και γύρω από το ζήτημα του (διακηρυγμένου ως στόχου από προηγούμενες αποφάσεις) «κόμματος της Κομμουνιστικής Απελευθέρωσης», που ήταν και ένα από τα βασικά θέματα του Συνεδρίου και προϋποθέτει τη μετατροπή του ΝΑΡ σε πρόπλασμα ενός νέου «κομμουνιστικού κόμματος». Οι διαφωνίες οδήγησαν σε ανοιχτή ρήξη και σε ορισμένες πρώτες αποχωρήσεις στελεχών. Οι ψηφοφορίες του Συνεδρίου αποτύπωσαν χοντρικά το συσχετισμό. Η Πολιτική Απόφαση ψηφίστηκε με 70,5% υπέρ, 18,1% κατά και ένα υψηλό ποσοστό λευκών (11,2%).

Χωρίς να μπούμε στις λεπτομέρειες αυτής της αντιπαράθεσης που αφορούσε πλήθος επιμέρους πλευρών, μπορούμε να πούμε ότι αυτό που ουσιαστικά καλλιεργήθηκε σε γενικές γραμμές από τη μειοψηφούσα τάση ήταν μια πιο έντονη κατεύθυνση για άμεση συνεργασία με άλλες δυνάμεις του οπορτουνιστικού χώρου, «κοιτάζοντας» προς την κατεύθυνση της ΛΑΕ ή / και άλλες δυνάμεις που είχαν αποσπαστεί από το ΣΥΡΙΖΑ, πράγμα που εξάλλου επιβεβαιώθηκε πιο καθαρά λίγους μήνες αργότερα και με την πλατφόρμα που υποστήριξαν αυτά τα στελέχη στο πλαίσιο της Συνδιάσκεψης της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Γι’ αυτό και βασικό στίγμα της αντιπαράθεσης στο Συνέδριο αφορούσε την κριτική από την πλευρά της μειοψηφίας ότι στη βάση λαθεμένων εκτιμήσεων της πλειοψηφίας πραγματοποιείται μια «σεχταριστική στροφή» του ΝΑΡ, ενώ οι ίδιοι προβάλλουν την ανάγκη για πιο ενεργή δράση για συμπόρευση με άλλες δυνάμεις του οπορτουνιστικού ρεύματος.

Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε η εκτίμηση της μειοψηφίας, με τις πλειοψηφούσες θέσεις καλλιεργείται «αρνητισμός και φοβία απέναντι στις άλλες δυνάμεις της Αριστεράς και του κινήματος. Αντιμετώπιση του κινδύνου του μικροαστικού “οπορτουνισμού” με τον επίσης μικροαστικό “σεχταρισμό”», ενώ αναμασώντας τις αυταπάτες για το ρόλο του ΣΥΡΙΖΑ αλλά και επιδιώκοντας τη διατήρηση διαύλων επικοινωνίας και συνεργασίας με μια σειρά δυνάμεις που ανήκαν στο ΣΥΡΙΖΑ προσθέτει: «Δεν μπορούμε όμως επ’ ουδενί να προσχωρούμε στην ισοπέδωση της Ιστορίας, να μη βλέπουμε την πορεία της ταξικής πάλης και της μεταμόρφωσης των πολιτικών δυνάμεων, να μη μετράμε το γεγονός ότι 30.000 μέλη και 500.000 ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ αποχώρησαν στη διαδικασία μετατροπής του από το κόμμα-μέτωπο του “καμία θυσία για το ευρώ” στο σημερινό αντιδραστικό μόρφωμα του “πάση θυσία στο ευρώ”»2.

Στη βάση αυτή, ενώ υπήρχε συμφωνία στη γενική κατεύθυνση για τη συγκρότηση «νέου κομμουνιστικού κόμματος» –που ήταν από τα βασικά θέματα του Συνεδρίου– υπήρξε διαπάλη για τους όρους που θα γίνει αυτό και τη φυσιογνωμία τού υπό διαμόρφωση φορέα, με τη μειοψηφία να θεωρεί ότι οι επιλογές της πλειοψηφίας οδηγούν σε ένα «κόμμα παλαιού τύπου» και όχι μια πραγματική τομή. Όπως υποστήριζαν: «Είναι μια τάση για οπισθοχώρηση και περιχαράκωση σε ένα “κόμμα παλαιού τύπου” και, μάλιστα, στο όνομα του αναγκαίου, “νέου κομμουνιστικού προγράμματος”».

Οι αποχωρήσαντες από το ΝΑΡ συσπειρώνονται σε δύο σχετικά διακριτές ομαδοποιήσεις, οι οποίες όμως βρίσκονται σε «διάλογο» και συνεργασία.

Η πρώτη, στην οποία συμμετέχουν στελέχη όπως ο Θ. Σκαμνάκης, ο Κ. Μάρκου, ο Λ. Βατικιώτης, Α. Αναγνωστάκης κ.ά., συγκροτείται γύρω από την ιστοσελίδα «Kommon» και απηχεί ευκρινέστερα τη λογική που παρουσίασε η μειοψηφούσα «αντιπολιτευόμενη» πλατφόρμα στο Συνέδριο. Η ιστοσελίδα «Kommon» έχει συγκροτηθεί εδώ και καιρό αποτελώντας ουσιαστικά –πολύ πριν την αποχώρηση των συγκεκριμένων στελεχών– βήμα για τη διατύπωση των απόψεων της μειοψηφίας, αλλά και χώρο ζύμωσης με άλλες οπορτουνιστικές δυνάμεις (είναι ενδεικτικό ότι το «Kommon» έχει διοργανώσει κοινές εκδηλώσεις με τον «Εργατικό Αγώνα», το «Σύλλογο Κορδάτο» κ.ά. με «στοχευμένα» θέματα, όπως το μεταβατικό πρόγραμμα κ.ά.).3 Μετά το συνέδριο του ΝΑΡ, με πρωτοβουλία της συγκεκριμένης ιστοσελίδας διοργανώθηκε τον περασμένο Μάρτη εκδήλωση για τη συγκρότηση νέας πολιτικής κίνησης, ενώ η πρωτοβουλία συνεχίστηκε με πανελλαδική συνδιάσκεψη στα τέλη Ιούνη, στην οποία και ανακοινώθηκε η συγκρότηση μιας «Πολιτικής Κίνησης για ένα Σύγχρονο Κομμουνιστικό Σχέδιο»4.

Η δεύτερη έχει ως πυρήνα στελέχη νεολαίας που αποχώρησαν από τη νΚΑ και έχουν συγκροτήσει την πολιτική ομάδα «Αναμέτρηση» που αυτοπροσδιορίζεται ως «ομάδα κομμουνιστών/στριών». Το στίγμα αυτής της ομάδας περιγράφηκε μέσα από το κείμενο αποχώρησης 36 στελεχών της νΚΑ που δόθηκε στη δημοσιότητα το Φλεβάρη και μέσα από σχετική εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε το Μάρτη με στόχο τη συγκρότηση νέας πολιτικής κίνησης με επίκεντρο τη νεολαία. Ενδεικτικό των ζυμώσεων είναι ότι στη συγκεκριμένη εκδήλωση συμμετείχαν εκπρόσωποι από πλήθος οργανώσεων, όπως ΑΡΑΝ, ΑΡΑΣ, ΟΝΡΑ (οργάνωση που έχει συγκροτηθεί από πρώην μέλη της ν. ΣΥΡΙΖΑ), «Σύλλογος Κορδάτος», αλλά και οι αναρχικές ομάδες «Κόκκινη Γραμμή» και «Ταξική Αντεπίθεση».

Στα κείμενα της συγκεκριμένης ομάδας ασκείται κριτική στη γραμμή του ΝΑΡ, θεωρώντας ότι «μέσα στην όξυνση της ταξικής πάλης της περιόδου 2010-12 [...], η αντικαπιταλιστική Αριστερά μπορούσε να μετασχηματίσει και να μετασχηματιστεί. Να γίνει χώρος “υποδοχής” νέων ρευμάτων και να υπερβεί τα όριά της»5. Ιδιαίτερο στοιχείο είναι ότι αυτή η ομάδα επιδιώκει να παρουσιάζεται ως εκπρόσωπος τη «νέας γενιάς», η οποία συμμετέχοντας στους αγώνες «βίωσε τα αδιέξοδα της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς» και δε βρήκε απαντήσεις ούτε στο ΝΑΡ. Όπως αναφέρουν, το ακροατήριο στο οποίο απευθύνονται είναι οι ηλικίες ανάμεσα σε 20 και 40, η γενιά των φοιτητικών κινητοποιήσεων του 2008 κλπ.: «Η δική μας ταυτότητα αντλεί τα στοιχεία της από την ιδιαίτερη πολιτικοποίηση που διαμόρφωσαν οι νέες γενιές στους αγώνες των τελευταίων δυο δεκαετιών [...] Από τις διαδρομές σε άλλες πολιτικοποιήσεις που προέρχονται από το ΚΚΕ και την Αριστερά της κομμουνιστικής ανανέωσης, μέχρι τις συλλογικότητες του εξωκοινοβουλίου, του αναρχικού χώρου και, φυσικά, του ευρύτερου “χώρου” της ΕΑΑΚ και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ –όλες εκείνες τις δυνάμεις που δεν υποτάχθηκαν στη μνημονιακή διαχείριση του ΣΥΡΙΖΑ».

Για να γίνει καλύτερα κατανοητή η στόχευση της συγκεκριμένης ομάδας στο «χώρο» της νεολαίας που περιγράφουν, χρειάζεται να επισημάνουμε ότι ορισμένα από τα αποχωρήσαντα στελέχη της νΚΑ (Ζ. Χριστοδουλόπουλος, Ε. Γαϊτάνου κ.ά.) είχαν συγκροτήσει σε συνεργασία με πρώην ηγετικά στελέχη της νεολαίας ΣΥΡΙΖΑ (ανάμεσά τους και δύο πρώην γραμματείς της ν. ΣΥΡΙΖΑ, οι Η. Χρονόπουλος και Η. Παντελεάκος) την ιστοσελίδα «k-lab», που αποτέλεσε χώρο ζύμωσης και κοινής δράσης αυτών των δυνάμεων.

Ουσιαστικά, η κίνηση αυτή διακηρυκτικά και σε επίπεδο ανάλυσης επαναφέρει το ζήτημα της νεολαίας ως «πρωτοπορίας» του αγώνα. Υποστηρίζουν ότι η νέα γενιά έχει τη δική της «πολιτικοποίηση», που την διαφοροποιεί από τις άλλες: «Η νεολαία έχει ειδικό ρόλο σε αυτήν την προσπάθεια, καθώς έχει τη δική της πολιτικοποίηση, τις δικές της εμπειρίες, αλλά και γιατί βιώνει με ποιοτικότερο τρόπο τις σύγχρονες αλλαγές στην κοινωνία». Εξάλλου διακηρύσσουν ανοιχτά ότι ο στόχος τους επικεντρώνεται στη συγκρότηση μιας πολιτικής κίνησης με επίκεντρο τη νεολαία: «Μια πολιτική κίνηση που θα προβάλει τη σύγχρονη Χάρτα αναγκών και δικαιωμάτων της νέας γενιάς για τις άμεσες διεκδικήσεις της, αλλά και για τη ζωή της συνολικά».

 

ΤΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΑΝ ΤΗΝ 4η ΣΥΝΔΙΑΣΚΕΨΗ ΤΗΣ ΑΝΤΑΡΣΥΑ ΚΑΙ Η ΔΙΑΠΑΛΗ ΠΟΥ ΑΝΑΠΤΥΧΘΗΚΕ

 Η 4η Συνδιάσκεψη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ πραγματοποιήθηκε στις 21-22 Απρίλη 2018.6 Αρκετά κωδικοποιημένα μπορούμε να πούμε ότι τρία ήταν τα βασικά ζητήματα γύρω από τα οποία κινήθηκε η συζήτηση και η σχετική αντιπαράθεση: α) Η αποτίμηση της προηγούμενης δράσης της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και η στάση απέναντι στο ΣΥΡΙΖΑ. β) Οι πολιτικές και εκλογικές συμμαχίες της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. γ) Ορισμένες οργανωτικές αλλαγές (π.χ. εκλογή των οργάνων με χωριστά ψηφοδέλτια). Θα αναφερθούμε κυρίως στα δύο πρώτα.

Η διαπάλη που αποτυπώθηκε στη Συνδιάσκεψη ουσιαστικά προκαθορίστηκε από τη διαπάλη που προηγήθηκε στο ΝΑΡ. Στο πλαίσιο της Συνδιάσκεψης οι αποχωρήσαντες από το ΝΑΡ συμμετείχαν μαζί με ορισμένες άλλες οπορτουνιστικές δυνάμεις στη συγκρότηση μιας νέας πολιτικής κίνησης-συνιστώσας της ΑΝΤΑΡΣΥΑ με το όνομα «Μετάβαση», η οποία και κατέθεσε μια συνολική πλατφόρμα αντιπαραθετική προς την πλειοψηφία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Η «Μετάβαση» ουσιαστικά συγκροτήθηκε μέσα από τη σύμπραξη δυνάμεων που αποχώρησαν από το ΝΑΡ με την ομάδα «Ενωτική Πρωτοβουλία Παρέμβασης και Διαλόγου» (ΕΠΔΔ), κίνηση που προέκυψε κατά βάση από τα στελέχη της ΑΡΑΝ που παρέμειναν στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ μετά από την προσχώρηση της ΑΡΑΝ στη ΛΑΕ το καλοκαίρι του 2015. Καθώς πρόκειται για ένα «κουβάρι» ομάδων και τάσεων, είναι αναγκαίο να παρουσιάσουμε συνοπτικά μια καταγραφή των εξελίξεων για την καλύτερη κατανόηση όλων αυτών των ζυμώσεων και των θέσεων που διαμορφώνονται.

Στις ψηφοφορίες της Συνδιάσκεψης –οι οποίες αξίζει να σημειώσουμε ότι για πρώτη φορά έγιναν με ξεχωριστά ψηφοδέλτια-πλατφόρμες– το ψηφοδέλτιο που στηρίχτηκε από ΝΑΡ-ΑΡΙΣ-ΕΚΚΕ και ανένταχτους πήρε σχεδόν 55%, το ψηφοδέλτιο του ΣΕΚ περίπου 28%, η «Μετάβαση» περίπου 10% και μικρότερα ποσοστά συγκέντρωσαν ορισμένα άλλα ψηφοδέλτια. Τα ποσοστά αυτά απεικονίζουν ουσιαστικά το συσχετισμό που έχει διαμορφωθεί εντός της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Το 55% που κατέγραψε το ΝΑΡ δεν είναι ενιαίο, καθώς προκύπτει από τη συνεργασία με μικρότερες οργανώσεις. Το ΣΕΚ διαθέτει ένα συμπαγές 28% που συνεπάγεται ότι απαιτείται η συμφωνία του για κάθε σημαντική απόφαση, ενώ η «Μετάβαση» θα κλιμακώνει με κινήσεις μέσα κι έξω από την ΑΝΤΑΡΣΥΑ την πίεση. Είναι φανερό ότι η «συμβίωση» των διάφορων δυνάμεων μέσα στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι επισφαλής, αν και βρίσκουν άφθονη συγκολλητική ουσία στην αντι-ΚΚΕ και αντι-ΠΑΜΕ στάση τους.

Βάση της όλης συζήτησης αποτέλεσε, χωρίς να αναγνωρίζεται με ξεκάθαρο τρόπο, η κραυγαλέα χρεοκοπία της γραμμής και της στάσης της ΑΝΤΑΡΣΥΑ απέναντι στο ΣΥΡΙΖΑ και τις αυταπάτες της αστικής διακυβέρνησης. Η κατάσταση αυτή είχε το προηγούμενο διάστημα ως αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός κλίματος «ήττας» και «απογοήτευσης» στις δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και αποτέλεσε το «χαλί» όπου ξεδιπλώθηκαν οι εσωκομματικές, αλλά και οι μεταξύ τους αντιπαραθέσεις. Όπως αναφέρουν χαρακτηριστικά οι ίδιοι, «ήταν λογικό να επιδρούν πάνω μας οι Σειρήνες της παραίτησης, του συμβιβασμού, της ενσωμάτωσης, της γκρίνιας, της φαγωμάρας, της εσωστρέφειας»7. Στο ίδιο μήκος κύματος, στη συζήτηση του Συνεδρίου του ΝΑΡ υπήρχε η εκτίμηση ότι μεγάλο κομμάτι δυνάμεων διακατέχεται από απογοήτευση, υπάρχουν αποστρατεύσεις κλπ.8

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ πάντως, ακόμη και τώρα, που έχουν μεσολαβήσει τρία χρόνια αντιλαϊκής πολιτικής από το 2015, δεν έχει ξεκάθαρη στάση, ψάχνοντας ακόμη τις «διατυπώσεις» για τη διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. Σε αυτό το πλαίσιο, υπήρξε στη συνδιάσκεψη αντιπαράθεση σχετικά με το αν ο ΣΥΡΙΖΑ είναι «κυβέρνηση δουλική στα αστικά συμφέροντα», όπως πρότεινε το ΣΕΚ, ή «αστική κυβέρνηση», όπως πρότεινε το ΝΑΡ και τελικά υιοθετήθηκε. Οι όροι αυτής της συζήτησης από μόνοι τους μαρτυρούν τις τεράστιες αμφισημίες της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, που συνεχίζει με τον έναν ή τον άλλο τρόπο να μιλά για το ΣΥΡΙΖΑ με όρους πολιτικής «συγγένειας». Το ΝΑΡ υποστηρίζει ότι καθήκον της συνδιάσκεψης ήταν να επιφέρει «βαθύτερο ξεκαθάρισμα λογαριασμών της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς» με την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ και να συμβάλει στην «αποΣΥΡΙΖοποίηση της Αριστεράς»9, ενώ το ΣΕΚ πολύ καθαρά υποστηρίζει πως «ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι το τέλος της αναζήτησης προς τα αριστερά», θέτοντας ως κρίσιμο στοίχημα «το πού θα πάει η αγανάκτηση από τις προδοσίες του ΣΥΡΙΖΑ. Αν θα σημαίνει απογοήτευση, αποστράτευση και επομένως περιθώρια για τη Δεξιά να ανακάμψει ή θα υπάρξει συνέχιση αυτής της ριζοσπαστικοποίησης η οποία μας έφερε στην κυβέρνηση της “πρώτης φοράς αριστερά”»10.

Είναι φανερό ότι η συζήτηση αυτή δεν αφορά μόνο την εκτίμηση σε σχέση με το ΣΥΡΙΖΑ, ούτε το παρελθόν και την προηγούμενη στάση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ απέναντί του, αλλά κυρίως την τρέχουσα και μελλοντική διαμόρφωση της πολιτικής γραμμής της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Αφορά επίσης τη στάση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ απέναντι στο ΣΥΡΙΖΑ όταν εκείνος θα βρεθεί σε κάποια επόμενη στιγμή ξανά στη θέση της αντιπολίτευσης.

Οι αποφάσεις της συνδιάσκεψης συνεχίζουν να αναμασούν την ξοφλημένη λογική του λεγόμενου μεταβατικού προγράμματος («αντικαπιταλιστικό μεταβατικό πρόγραμμα», ή και σκέτο «αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα», όπως αναφέρεται σε άλλα σημεία των κειμένων), ενώ παράλληλα προσπαθούν υποκριτικά να ωραιοποιήσουν την προηγούμενη στάση τους, διαστρεβλώνοντας προκλητικά την πραγματικότητα, υποστηρίζοντας, π.χ., ότι η ΑΝΤΑΡΣΥΑ «έδωσε μάχη ενάντια στις αυταπάτες για την “αριστερή κυβέρνηση”» ή ότι «δεν προσαρμόστηκε στις σειρήνες της “άμεσης εφικτής λύσης”», την ώρα που όλα αυτά ουσιαστικά αποτέλεσαν τη ραχοκοκαλιά της αντίληψης που πρόβαλε όλα τα προηγούμενα χρόνια. Ή μήπως νομίζουν ότι ξεχάστηκαν κορυφαία παραδείγματα αυτής της στάσης «ουράς» στο ΣΥΡΙΖΑ, όπως οι συναντήσεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ με τον Α. Τσίπρα στο πλαίσιο των διερευνητικών εντολών για σχηματισμό κυβέρνησης υπό το ΣΥΡΙΖΑ μετά από τις εκλογές του Μάη του 2012 (όταν και αναδείχτηκε δεύτερο κόμμα) ή η συμμετοχή της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στα συλλαλητήρια στήριξης της διαπραγμάτευσης μετά από την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση το 2015;

Η αγωνία τους να αποστασιοποιηθούν σήμερα από το ΣΥΡΙΖΑ είναι προφανής και επιβάλλεται αυτονόητα για λόγους πολιτικής επιβίωσης. Η λογική όμως που αφήνει ορθάνοιχτη την πόρτα στον κυβερνητισμό παραμένει απαράλλαχτη, πέρα από φραστικές προσαρμογές. Όπως άλλωστε αναφέρεται στις Θέσεις για τη Συνδιάσκεψη: «Βάση της πολιτικής μας είναι το αντικαπιταλιστικό μεταβατικό πρόγραμμα». Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ επιμένει να προσπαθεί να εγκλωβίσει σε έναν πολιτικό στόχο-σκαλοπάτι στο πλαίσιο του καπιταλισμού, που θα λειτουργεί δήθεν ως «γέφυρα» για την εργατική εξουσία, καλλιεργώντας εκ νέου την αυταπάτη κάποιας εκδοχής φιλολαϊκής διαχείρισης χωρίς να έχει ανατραπεί η καπιταλιστική εξουσία.11

Οι «βασικές πολιτικές αιχμές» αυτού του αντικαπιταλιστικού προγράμματος που αναφέρονται στην απόφαση της συνδιάσκεψης επαναλαμβάνουν βαρετά τη συνταγή διαχείρισης που ακολούθησε ως τώρα η ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Ενδεικτικά: «Ριζική βελτίωση της θέσης των εργαζομένων σε βάρος του κεφαλαίου, μονομερής κατάργηση όλων των Μνημονίων - Παύση πληρωμών και διαγραφή του χρέους - Αποδέσμευση από την ΕΕ από τη σκοπιά των εργατικών και λαϊκών συμφερόντων. Πάλη ενάντια στο καθεστώς επιτροπείας από ΕΕ και ΔΝΤ - Εθνικοποίηση χωρίς αποζημίωση, με εργατικό και κοινωνικό έλεγχο όλων των τραπεζών και των μονάδων στρατηγικής σημασίας»12.

 

Η «ΜΕΤΑΒΑΣΗ» ΩΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΑΝΤΑΡΣΥΑ

 Αρκετά διαφωτιστική ως προς τις «γραμμές» τις αντιπαράθεσης είναι η προσέγγιση της «Μετάβασης», η οποία στο ιδρυτικό της κείμενο αναφέρει ότι επιδιώκει να δυναμώσουν οι, όπως τους χαρακτηρίζει, «δυο πυλώνες που πάνω τους στηρίχτηκε το εγχείρημα (της ΑΝΤΑΡΣΥΑ), το μεταβατικό πρόγραμμα και η μετωπική πολιτική», ενώ σημειώνει –αποκαλύπτοντας πιο καθαρά το σκεπτικό της– ότι «δε βολευόμαστε με τα “εξωκοινοβουλευτικά” ποσοστά στα οποία μας κατέταξε η μέχρι τώρα ανάπτυξη της ταξικής πάλης [...] Θέλουμε να “ψάξουμε” και είμαστε με αυτούς και αυτές που ψάχνουν, εκ νέου».13

Σε αυτήν τη βάση η «Μετάβαση» κατέθεσε μια πολιτική πλατφόρμα θέτοντας υπό αμφισβήτηση βασικές κατευθύνσεις των Θέσεων για τη Συνδιάσκεψη, θεωρώντας ότι οδηγούν την ΑΝΤΑΡΣΥΑ σε «περιχαράκωση». Η «Μετάβαση» υποστηρίζει ότι η ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν έπαιξε το ρόλο που θα μπορούσε να παίξει για τη συσπείρωση ευρύτερων δυνάμεων, πράγμα που χρεώνει στις πολιτικές ανεπάρκειες της γραμμής της, λέγοντας πως «εκατομμύρια άνθρωποι, κυρίως από τα λαϊκά στρώματα, έφυγαν από το δικομματισμό, κυρίως από το ΠΑΣΟΚ αρχικά, ενώ χιλιάδες αγωνιστές και συλλογικότητες αποχώρησαν από το ΣΥΡΙΖΑ στη συνέχεια, ακόμα και από τη ΛΑΕ αργότερα».

Σε αυτό το πλαίσιο η «Μετάβαση» υποστηρίζει ότι η ΑΝΤΑΡΣΥΑ «αυτήν τη στιγμή βρίσκεται περισσότερο από ποτέ πίσω», και καλεί σε μια νέα «επανεκκίνηση» και «υπέρβαση» της ΑΝΤΑΡΣΥΑ με στόχο «να αποτελέσει πολιτικό νεύρο μιας νέας, ανατρεπτικής, μαζικής, πολυτασικής Αριστεράς»14. Όπως οι ίδιοι δηλώνουν, η ονομασία «Μετάβαση» επιλέχτηκε ακριβώς για να σηματοδοτήσει την πρόθεση να λειτουργήσουν ως όχημα «υπέρβασης» της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, με τη λογική μιας ευρύτερης συσπείρωσης δυνάμεων του οπορτουνιστικού χώρου.

Αναπτύσσοντας αυτήν τη λογική, η «Μετάβαση» πρόβαλε μια «μετωπική» πολιτική για «μέγιστη συσπείρωση δυνάμεων» και πρότεινε εκλογικές συμμαχίες –οι οποίες, όπως με νόημα τονίζουν, «δεν είναι κατ’ ανάγκην εφ’ όλης της ύλης»– με μια γκάμα δυνάμεων, ανάμεσα σε αυτές και με τη ΛΑΕ, πρόταση η οποία τελικά απορρίφθηκε από την πλειοψηφία. Η συνολική λογική και δράση της «Μετάβασης» θα λειτουργεί το επόμενο διάστημα ως «γέφυρα» ανάμεσα σε δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και της ΛΑΕ καθώς και άλλων οπορτουνιστικών δυνάμεων και θα πιέζει για περισσότερα «ανοίγματα» προς αυτήν την κατεύθυνση.

Ενδεικτικό αυτών των κινήσεων είναι η συγκρότηση τον περασμένο Ιούνη της κίνησης «Πανελλαδικός Αντιπολεμικός Κινηματικός Συντονισμός» μέσα από κοινή συμφωνία σε πολιτικό πλαίσιο της «Μετάβασης», του «Αριστερού Ρεύματος», του «Εργατικού Αγώνα», του «Συλλόγου Κορδάτου», του «Kommon», της «Αναμέτρησης», της «ΑΡΑΝ», της «ΑΡΑΣ» και άλλων μικρότερων ομάδων, αποτελώντας μια μορφή συνεργασίας οργανώσεων που ανήκουν στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ και στη ΛΑΕ, αλλά και ευρύτερων δυνάμεων του οπορτουνιστικού χώρου.15

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΒΑΣΙΚΕΣ ΘΕΣΕΙΣ ΝΑΡ - ΑΝΤΑΡΣΥΑ

 Δε θα προχωρήσουμε σε μια «εξαντλητική» παράθεση των ζητημάτων που περιλαμβάνονται στα κείμενα της Συνδιάσκεψης της ΑΝΤΑΡΣΥΑ ή του Συνεδρίου του ΝΑΡ. Άλλωστε τα κείμενα αυτά αποτελούν σε μεγάλο βαθμό προϊόν συμβιβασμού και «παζαριού» διατυπώσεων. Θα περιοριστούμε σε μια κωδικοποίηση ορισμένων σημαντικών πλευρών και στην κριτική παρουσίαση ορισμένων θέσεων, όπως παρουσιάζονται τόσο μέσα από τις αποφάσεις όσο και από τη γενικότερη παρέμβαση αυτών των δυνάμεων.

 

Η ΣΤΑΣΗ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ

 Η στάση του ΝΑΡ και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ χαρακτηρίζεται σε γενικές γραμμές από απάρνηση του σοσιαλισμού και της σοσιαλιστικής οικοδόμησης του 20ού αιώνα και ουσιαστικά υιοθέτηση και προβολή πλευρών της αστικής αντισοβιετικής επιχειρηματολογίας και πολεμικής. Η στάση αυτή αναδείχτηκε γλαφυρά στις σχετικές παρεμβάσεις των δυνάμεων αυτών για την επέτειο των 100 χρόνων από την Οκτωβριανή Επανάσταση.

Το ΝΑΡ απορρίπτει τη σοσιαλιστική οικοδόμηση στον 20ό αιώνα και αρνείται το σοσιαλιστικό χαρακτήρα της ΕΣΣΔ. Υποστηρίζει ότι: «Ο “υπαρκτός σοσιαλισμός” αποτέλεσε έναν ιδιόμορφο τρόπο παραγωγής, ανέκδοτο ιστορικά. Ήταν εξαρχής μια κοινωνία με “ερώτημα μετάβασης”. Με διαταραγμένα ορισμένα καπιταλιστικά χαρακτηριστικά δεν προσομοίαζε στον τυπικό καπιταλισμό»16.

Σύμφωνα με την προσέγγιση του ΝΑΡ, η ΕΣΣΔ διαμορφώθηκε στην πορεία ως εκμεταλλευτική κοινωνία: «Διαμορφώθηκαν νέες εκμεταλλευτικές δομές [...] η σοβιετική κοινωνία μετατράπηκε σε ταξική εκμεταλλευτική κοινωνία με ιδιότυπες καπιταλιστικές σχέσεις»17. Για τη διαμόρφωση του στρώματος που ήταν εκμεταλλευτικό προς την υπόλοιπη κοινωνία λένε: «Οι διαφορές στο εισόδημά του σε σχέση με εκείνες της εργαζόμενης πλειοψηφίας προκύπτουν από καλυμμένη οικειοποίηση των προϊόντων της εργασίας άλλων, από τη διαχείριση και μερική απόσπαση του υπερπροϊόντος. [...] Παρ’ ότι δε διαθέτει νομικά ιδιωτική ιδιοκτησία, στην ουσία αυτό το στρώμα διαθέτει μέσα παραγωγής, καθώς ασκεί τη διεύθυνση της παραγωγής, καθορίζει τη διάθεση του υπερπροϊόντος και συμπράττει στην αναπαραγωγή των καπιταλιστικών σχέσεων»18, ενώ δεν προσδιορίζεται με την παραμικρή σαφήνεια η χρονική περίοδος διαμόρφωσης αυτού του λεγόμενου «εκμεταλλευτικού στρώματος».

Οι θέσεις αυτές δεν εμφανίζονται ασφαλώς για πρώτη φορά τώρα. Έχουν διατυπωθεί σε μια πρώτη μορφή στο κείμενο των Θέσεων του ΝΑΡ για το 1ο Συνέδριό του το 1998. Εκεί το ΝΑΡ απορρίπτει κατηγορηματικά την ύπαρξη σοσιαλισμού, προσπαθώντας ταυτόχρονα να οριοθετηθεί σε σχέση με το χαρακτηρισμό της ΕΣΣΔ ως «κρατικού καπιταλισμού». Έτσι καταλήγει στην αντίληψη περί ύπαρξης μιας κοινωνίας με «παραποιημένα» καπιταλιστικά χαρακτηριστικά, που είχε προδιαγεγραμμένη πορεία στο κλείσιμο του «ρήγματος» που άνοιξε η Οκτωβριανή Επανάσταση. Αυτό βέβαια δημιουργεί αρκετές δυσκολίες και αντιφάσεις στην ίδια τους την ανάλυση, όπως ο χαρακτήρας της συμμετοχής της ΕΣΣΔ στο Β΄ Παγκόσμιο. Αν δηλαδή η ΕΣΣΔ ήταν μια «εκμεταλλευτική κοινωνία» και δεν εμφανίστηκαν σοσιαλιστικές σχέσεις, όπως υποστηρίζει το ΝΑΡ, τότε τι χαρακτήρα είχε η σύγκρουση του Κόκκινου Στρατού με το ναζισμό; Ή μήπως ήταν απλά δύο στρατοί «εκμεταλλευτικών» συστημάτων; Και ποια η στάση του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος σε μια τέτοια σύγκρουση; Το ίδιο ισχύει και με την ερμηνεία του 20ού Συνεδρίου και στη συνέχεια της Περεστρόικα, που εμφανίζονται υποβαθμισμένα ως μοιραία κατάληξη μια πορείας που ήδη είχε χαραχτεί νωρίτερα, από τη δεκαετία του 1930.

Το ΣΕΚ με τη σειρά του κατηγορεί το ΚΚΕ ότι «εξωραΐζει τη δεκαετία του 1930 στην ΕΣΣΔ ως σοσιαλιστική οικοδόμηση», ενώ –όπως αναφέρει– την περίοδο του Στάλιν πραγματοποιήθηκαν «αντεπαναστατικές ανατροπές» και ο «εναγκαλισμός της κρατικής γραφειοκρατίας με την κομματική με τη μορφή του σταλινισμού».19 Το ΣΕΚ χαρακτηρίζει ανοιχτά την ΕΣΣΔ ως «κρατικό καπιταλισμό». Η θέση τους αδυνατεί να απαντήσει ακόμη και στο ερώτημα με ποια μεθοδολογία και με ποιες οικονομικές κατηγορίες χαρακτηρίζεται ως καπιταλιστική μια κοινωνία στην οποία, ως αποτέλεσμα της κατάργησης της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής (γεγονός που δεν αρνούνται ούτε οι εχθροί του σοσιαλισμού), δεν υπάρχει εκμετάλλευση μισθωτής εργασίας, ούτε και παραγωγή υπεραξίας.

Όλα αυτά βέβαια δεν είναι νέα ζητήματα, ειδικά για το τροτσκιστικό ρεύμα, αφού αποτέλεσαν αντικείμενο διαπάλης και υπονομευτικής δράσης στη Σοβιετική Ρωσία την περίοδο των πρώτων δεκαετιών της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, ενώ αναπτύχθηκαν περαιτέρω στη μετέπειτα πολεμική του τροτσκισμού. Υπενθυμίζουμε, π.χ., ότι το ΣΕΚ χαρακτηρίζει τις αντεπαναστατικές απόπειρες σε Ουγγαρία και Τσεχοσλοβακία το 1956 και 1968 αντίστοιχα –οι οποίες είχαν την πλήρη στήριξη των αστικών κρατών– ως «εργατικές επαναστάσεις», ταυτιζόμενο με την αστική αντικομμουνιστική προπαγάνδα.

Αυτό που ουσιαστικά υποστηρίζει το ΝΑΡ και άλλες δυνάμεις του οπορτουνιστικού ρεύματος είναι η πλήρης καταδίκη της σοσιαλιστικής οικοδόμησης τον 20ό αιώνα, την οποία ουσιαστικά παρουσιάζουν ως «βαρίδι». Για παράδειγμα, σε άρθρο του «Ριζοσπάστη» όπου ασκούνταν κριτική στην αντιμετώπιση της επετείου της Οκτωβριανής Επανάστασης από το οπορτουνιστικό ρεύμα, το ΝΑΡ απάντησε με ακόμη «πιο επιθετική» απόρριψη του σοσιαλισμού γράφοντας: «Η υπεράσπιση του “υπαρκτού σοσιαλισμού” από το ΚΚΕ δεν μπορεί να συμβάλει στο να γίνει και πάλι ο σοσιαλισμός και η απελευθερωτική προοπτική του κομμουνισμού μια απάντηση στην καπιταλιστική βαρβαρότητα του σήμερα, ένα όραμα που θα κερδίζει τους καταπιεσμένους με την ελπίδα ενός πιο δίκαιου κόσμου [...] Η μάχη αυτή δεν μπορεί να αφορά ένα καλύτερο παρελθόν για το σοσιαλισμό, το οποίο μπορείς να αποδεχτείς ή να απορρίψεις, αλλά δεν μπορείς να αντιπαραθέσεις στη σύγχρονη καπιταλιστική βαρβαρότητα...»20.

Οι απόψεις αυτές δε διατυπώνονται στη βάση επεξεργασιών και τεκμηρίωσης κάποιας συγκροτημένης θέσης για το σοσιαλισμό ή έστω ορισμένων στοιχείων σε αυτήν την κατεύθυνση. Στην ουσία οι αντιλήψεις αυτές που υιοθετεί το ΝΑΡ ενσωματώνουν πλευρές της αστικής πολεμικής απέναντι στο σοσιαλισμό (έλλειψη δημοκρατίας, αντισταλινισμός), και απόψεις που έχουν διατυπωθεί από μια βεντάλια δυνάμεων, από το τροτσκιστικό ρεύμα ως μια σειρά άλλους θεωρητικούς (φλερτάρισμα με τα περί κρατικού καπιταλισμού, διαμόρφωση εκμεταλλευτικών δομών στην ΕΣΣΔ, γραφειοκρατία κλπ.). Με τον τρόπο αυτό, μπορεί να κολακεύουν τους εαυτούς τους παρουσιάζοντας ότι κάνουν κάποια «υπέρβαση» από ριζοσπαστική σκοπιά, στην ουσία όμως κάνουν υπόκλιση στην αντικομμουνιστική πολεμική. Επιπλέον είναι και υπεκφυγή, καθώς δεν εξετάζουν το θεωρητικό πυρήνα των προβλημάτων τα οποία θα προκύψουν και σε μια μελλοντική σοσιαλιστική οικοδόμηση, ούτε τοποθετούνται με σαφήνεια στην «καρδιά» του θέματος (ποιος είναι ο χαρακτήρας της ανώριμης βαθμίδας του κομμουνισμού, τι ισχύει με την εμπορευματική παραγωγή και το σχεδιασμό, πως γίνεται το ξεπέρασμα των στοιχείων ανωριμότητας, τι ισχύει με την εργατική εξουσία;).

Η μελλοντική σοσιαλιστική οικοδόμηση δε θα έχει βέβαια να αντιμετωπίσει ως «επανάληψη» τα ίδια ακριβώς προβλήματα που παρουσιάστηκαν στις ιστορικές συνθήκες των αρχών του 20ού αιώνα, αλλά θα έχει να αντιμετωπίσει την επεξεργασία πολιτικής στις δοσμένες συνθήκες με βάση τις γενικές νομοτέλειες του περάσματος στο σοσιαλισμό, της πάλης της νέας κοινωνίας απέναντι στο παλιό που λυσσαλέα παλεύει να κρατηθεί στη ζωή, την ανάγκη σχεδιασμένης ανάπτυξης και εμβάθυνσης των νέων σχέσεων παραγωγής και κατανομής, την ανάγκη θεωρητικής εμβάθυνσης ώστε να καθοδηγείται η σοσιαλιστική οικοδόμηση, τις δυσκολίες που θα αντιμετωπίσει ο υποκειμενικός παράγοντας κλπ. Η παράκαμψη αυτών των ζητημάτων είναι «διαφυγή» και όχι αντιμετώπιση του θέματος «προς τα μπροστά», είναι καθαρά οπορτουνιστική στάση.

 

Ο ΣΤΟΧΟΣ ΓΙΑ ΝΕΟ «ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟ» ΚΟΜΜΑ

 Το ΝΑΡ εδώ και κάποια χρόνια προβάλλει το στόχο για «νέο ΚΚ», ενώ από το 3ο του Συνέδριο (2013) μετονομάστηκε σε «ΝΑΡ για την Κομμουνιστική Απελευθέρωση». Το θέμα αυτό ήταν από τα βασικά που απασχόλησαν το πρόσφατο συνέδριό του. Όπως θα φανεί και στη συνέχεια, δε γίνεται στην πραγματικότητα λόγος για ένα κόμμα με κομμουνιστικά χαρακτηριστικά, αλλά για ένα κόμμα που α) στο επίπεδο στρατηγικής δε μιλάει για σοσιαλιστική επανάσταση, δε θεμελιώνει τη δράση και το χαρακτήρα του στον πρωτοπόρο ρόλο της εργατικής τάξης και απαρνιέται ως «εκμεταλλευτική» κοινωνία το σοσιαλισμό που οικοδομήθηκε, χωρίς μάλιστα να δίνει απαντήσεις ή να έχει επεξεργαστεί θεωρητικά συμπεράσματα, και β) στο επίπεδο των αρχών λειτουργίας συγκροτείται με πολυφωνία, ομαδοποιήσεις και αρχές μιας αστικής –ουσιαστικά– αντίληψης για τη δημοκρατία. Αυτό πάντως που παρουσιάζει ως κόμμα το ΝΑΡ δεν έχει σχέση με κομμουνιστικό, παρά μόνο ως γελοιογραφία.

Το όλο θέμα γύρω από το νέο «κόμμα», τόσο ως συζήτηση όσο και επί της ουσίας με τον τρόπο που μπαίνει από το ΝΑΡ, είναι απαύγασμα οπορτουνισμού και τυχοδιωκτισμού. Η απόρριψη της κομμουνιστικής ονομασίας επισφράγισε την «ιδρυτική» πράξη του ΝΑΡ στις αρχές της δεκαετίας του ’90, σε συνθήκες νίκης της αντεπανάστασης και αφόρητης πίεσης από την αστική τάξη προς το κομμουνιστικό κίνημα. Ήταν εποχή που ΚΚ άλλαζαν και τυπικά ονομασία, αποκήρυξαν τίτλους και σύμβολα, ο όρος «κομμουνιστικό» και το σφυροδρέπανο αντιμετωπίστηκαν εχθρικά από τις οπορτουνιστικές δυνάμεις που τα απαρνήθηκαν. Το ίδιο έκανε και το ΝΑΡ τότε, ενώ τώρα, 30 χρόνια μετά, επιχειρεί να χρησιμοποιήσει ευκαιριακά την κομμουνιστική ονομασία, σε μια συγκυρία που έχει ανοίξει η συζήτηση από άλλες οπορτουνιστικές ομάδες και τους φραξιονιστές που αποχώρησαν από το ΚΚΕ («Εργατικός Αγώνας», «Σύλλογος Κορδάτος» με τους οποίους το ΝΑΡ ζυμώνεται) για τη συγκρότηση νέου φορέα με «κομμουνιστική» ονομασία, ως παράγοντα αποτελεσματικότερης, όπως οι ίδιοι εκτιμούν, πίεσης και επίθεσης προς τη γραμμή του ΚΚΕ.

Στο επίπεδο της στρατηγικής επεξεργασίας έχουμε ήδη δει ότι το ΝΑΡ απορρίπτει το στόχο της σοσιαλιστικής επανάστασης, όπως επίσης απορρίπτει με απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς το σοσιαλισμό που οικοδομήθηκε τον 20ό αιώνα και υποστηρίζει ότι αυτό το «νέο» κόμμα θα πρέπει να επιδιώκει ένα «νέο» κομμουνισμό (ο οποίος βέβαια δεν περιγράφεται) «και όχι [...] μια καλύτερη εκδοχή του “υπαρκτού σοσιαλισμού” και του “υπαρκτού κομμουνιστικού κινήματος” που ηττήθηκε» ή, όπως αλλού προσθέτουν, «το ζητούμενο δεν είναι η επαναφορά ενός αμφίσημου ή σκουριασμένου “Κ”»21.

Σε σχέση με τη φυσιογνωμία και τις αρχές συγκρότησης του νέου κόμματος αναφέρεται: «Η πρότασή μας για το κομμουνιστικό κόμμα της εποχής μας εμπεριέχει δημιουργικά την κριτική και την ανάγκη υπέρβασης του ηττημένου και μη επαναστατικού τελικά κομμουνιστικού κινήματος, που διαμορφώθηκε μέσα από την ήττα του επαναστατικού ρεύματος του Οκτώβρη και των άλλων μεγάλων κοινωνικών επαναστάσεων του 20ού αιώνα. Εκφράζει μια βαθιά κριτική και στις οργανωτικές μορφές συγκρότησής του».

Το ΝΑΡ απαρνιέται τις αρχές λειτουργίας, συγκρότησης και δράσης του επαναστατικού ΚΚ, όπως έχουν θεμελιωθεί από το μαρξισμό-λενινισμό. Απαρνιέται επίσης την πολύχρονη πείρα του επαναστατικού κινήματος, που καταδεικνύει ότι μόνο ένα λενινιστικό Κόμμα Νέου Τύπου μπορεί να οδηγήσει με επιτυχία την εργατική τάξη στη διεκδίκησης της εξουσίας. Ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός είναι θεμελιακή αρχή συγκρότησης του ΚΚ, είναι αδιαχώριστος, στενά και διαλεκτικά συνδεδεμένος με τον τελικό σκοπό και τη στρατηγική του.

Στον αντίποδα, το ΝΑΡ μιλάει για ένα κόμμα «νέο στη μορφή και στις αρχές» και συμπληρώνει: «Ούτε κόμμα-φρούριο, ούτε κόμμα-χυλός, ούτε κομματική αρτηριοσκλήρυνση, ούτε κινηματίστικη διάλυση και ελιτισμός». Ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός, η ιδεολογική-πολιτική ενότητα, η συνειδητή πειθαρχία και αυτοπειθαρχία, η συλλογικότητα, οι αρχές που μπορούν να εξασφαλίσουν τη συγκρότηση και τη δράση του Κόμματος σε όλες τις συνθήκες ως πρωτοπορία της εργατικής τάξης απορρίπτονται ως «γραφειοκρατία», «ομοφωνίες νεκροταφείου» κλπ. Ως αρχές λειτουργίας παρουσιάζεται μια θολή αρχή δημοκρατίας (που βαφτίζεται «εργατική δημοκρατία»), η σύνθεση απόψεων (που προϋποθέτει ιδεολογική διαφοροποίηση, ομαδοποιήσεις και τάσεις μέσα σε ένα κόμμα) και γενικόλογες φράσεις για «ενότητα δράσης», που δε γίνεται αντιληπτό πως μπορεί να εξασφαλιστεί σε ένα κόμμα με τέτοια χαρακτηριστικά.

 

Η ΣΤΑΣΗ ΣΤΟΝ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΟ ΠΟΛΕΜΟ

 Η τοποθέτηση του ΝΑΡ και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ αρχίζει και τελειώνει αναμασώντας αυταπάτες «για αποτροπή του πολέμου», ενώ (παρά τις όποιες αντιφατικές προσπάθειες προσαρμογής) δεν τοποθετείται για την περίπτωση μιας ενδεχόμενης εισβολής, ούτε παίρνει σαφή θέση στο θέμα της επιστράτευσης. Το κεντρικό σύνθημα που προβάλλει είναι: «Πάλη για την αποτροπή του πολέμου, για την ειρήνη και τη διεθνή συνεργασία των λαών, ενάντια στις αστικές τάξεις και τις κυβερνήσεις, τον ιμπεριαλισμό, τον εθνικισμό, το σκοταδισμό και το φασισμό»22. Δεν υπάρχει η παραμικρή κουβέντα για το με ποια κατεύθυνση και προοπτική παλεύει η εργατική τάξη σε συνθήκες ιμπεριαλιστικού πολέμου, ενώ ακόμη και μετά από ορισμένες διαφωνίες που εκφράστηκαν στη γραμμή της πλειοψηφίας του ΝΑΡ23 επιμένουν στις τοποθετήσεις τους ότι «με μια τέτοια γραμμή (σ.σ.: που προτείνει το ΝΑΡ) μπορεί να αποτραπεί η πορεία προς τον πόλεμο»24.

Το ΣΕΚ από τη μεριά του υποστηρίζει ότι «μπορούμε και πρέπει να παλέψουμε ενάντια στην απειλή ενός άδικου ελληνοτουρκικού πολέμου, απαιτώντας τη μονομερή απεμπλοκή από αυτές τις βρόμικες (σ.σ.: πολεμικές) εξορμήσεις»25, ενώ παίρνει μια πολύ θολή θέση, υποστηρίζοντας ότι μια ενδεχόμενη σύρραξη «τάχα θα γίνεται για την υπεράσπιση των συνόρων»26, αφήνοντας να εννοηθεί ότι η υπεράσπιση των συνόρων είναι ζήτημα που δεν τους αφορά.

Σε ανακοινώσεις του λεγόμενου «Δικτύου Ελεύθερων Φαντάρων Σπάρτακος» (που εκφράζει τις δυνάμεις του χώρου της ΑΝΤΑΡΣΥΑ) αναφέρεται ότι «δεν πολεμάμε για βραχονησίδες και πετρέλαια του Αιγαίου».

Για να δικαιολογήσουν την πασιφιστική γραμμή τους, οι δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ ασκούν πολεμική στην ανάδειξη από το ΚΚΕ της επιθετικότητας της τούρκικης αστικής τάξης, με τον ισχυρισμό ότι συγκαλύπτει τάχα τον ανταγωνισμό των δύο αστικών τάξεων και τις ευθύνες της ελληνικής αστικής τάξης.

Οι συγκεκριμένες θέσεις επενδύουν σε μεγάλο βαθμό στο φόβο μπροστά στις εξελίξεις, ενώ αντικειμενικά εξυπηρετούν τελικά τα σχέδια της αστικής τάξης και των ΗΠΑ για αποδοχή και συνεκμετάλλευση των εγχώριων κοιτασμάτων και των νέων συμφωνιών ιμπεριαλιστικής ειρήνης με το πιστόλι στον κρόταφο (π.χ. ένταξη σε ΝΑΤΟ-ΕΕ, διευθέτηση ΑΟΖ στην Ανατολική Μεσόγειο). Πώς αλλιώς να ερμηνευτεί η θέση που διατυπώνεται στην εφημερίδα του ΝΑΡ, η οποία υποστηρίζει λίγο-πολύ ότι το πρόβλημα βρίσκεται στο ότι η Ελλάδα «δεν έχει αποποιηθεί του δικαιώματος να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα στα 12 ναυτικά μίλια»27; Τι άλλο μπορεί να σημαίνει ότι το ΝΑΡ, όπως και το ΣΕΚ, παίρνουν θέση υπέρ του μη καθορισμού ΑΟΖ από την πλευρά της Ελλάδας;

Ακόμη πιο προβληματική είναι η τοποθέτηση του ΝΑΡ ότι στην Κύπρο οι έρευνες για τους υδρογονάνθρακες έγιναν «χωρίς προσυνεννόηση και συμφωνία με τους Τουρκοκυπρίους», θέση που εμμέσως αναγνωρίζει κυριαρχικά δικαιώματα στο κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου, με άλλα λόγια αναγνωρίζει ως κρατική οντότητα το προϊόν της τουρκικής εισβολής και κατοχής. Επιπλέον, οι θέσεις αυτές διαμορφώνουν αυταπάτες, υπονοώντας ότι η επίτευξη συμφωνιών στο πλαίσιο μιας ιμπεριαλιστικής (και εξ ορισμού άδικης για τους λαούς) μοιρασιάς μπορούν δήθεν να εξασφαλίσουν ειρήνη.

Οι δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, αρνούμενες να διαχωρίσουν την πατρίδα της αστικής τάξης από την πατρίδα της εργατικής τάξης και του λαού, στην ουσία ανοίγουν το δρόμο ώστε να εγκλωβίζεται κάτω από τη σημαία της αστικής τάξης –ακόμη και της «Χρυσής Αυγής»– όποιος θέλει να υπερασπιστεί την εδαφική ακεραιότητα της χώρας.

Οι θέσεις αυτές μαρτυρούν επίσης τεράστιες συγχύσεις ή σκόπιμες διαστρεβλώσεις γύρω από σημαντικά ζητήματα της ταξικής πάλης:

α) Η έναρξη του πολέμου, ακόμη περισσότερο ενός «θερμού επεισοδίου», δεν ισοδυναμεί με εκδήλωση επαναστατικής κατάστασης. Η διαπάλη με τη γραμμή της αστικής τάξης απαιτεί κλιμάκωση ανάλογα με την εξέλιξη του πολέμου. Ας σκεφτούμε πόσο χρονικό διάστημα χρειάστηκε για να εμφανιστεί επαναστατική κατάσταση στη Ρωσία μετά την κήρυξη του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου το 1917 και στην Ελλάδα μετά την εισβολή και κατοχή του 1940-1941.

Το ΝΑΡ δεν μπορεί να μην αντιλαμβάνεται ότι ο αγώνας του εργατικού κινήματος σε τέτοιες συνθήκες περνάει από διαφορετικές φάσεις. Ούτε η γενικότερη κατάσταση, ούτε η κατάσταση του λαού είναι ίδια πριν τον πόλεμο, στο ξεκίνημα ενός πολέμου, στην εξέλιξη και διάρκειά του. Με σταθερούς και ενιαίους στόχους προσαρμόζεται η κλιμάκωση της δράσης, των συνθημάτων, της ζύμωσης, ώστε η αστική εξουσία, που έστειλε τους λαούς να αλληλοσκοτώνονται, να μη βγει «αλώβητη» από τον πόλεμο και να μην επιστρέψουμε στον αντιλαϊκό βάλτο της ιμπεριαλιστικής «ειρήνης» και της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, με τον κίνδυνο ενός επόμενου πολέμου να συνεχίζει να επικρέμαται πάνω από το κεφάλι του λαού.

Το ΝΑΡ στην ουσία καλεί σε «πολεμική απεργία», λιποταξία από το βασικό πεδίο της ταξικής πάλης.

β) Η εναντίωση σε ξένη αστική τάξη ως εισβολέα αποτελεί προγραμματική θέση του ΚΚΕ και είναι προφανές γιατί τα κυριαρχικά δικαιώματα και ο εγχώριος πλούτος της χώρας αφορούν τις μελλοντικές δυνατότητες της εργατικής εξουσίας. Η σοσιαλιστική επανάσταση δε θα νικήσει ταυτόχρονα παγκόσμια, αλλά σε μία χώρα ή ομάδα χωρών. Οι κομμουνιστές μπαίνουν μπροστά για να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα του λαού και να οργανωθεί εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας σε περίπτωση ξένης κατοχής, με έπαθλο την εργατική εξουσία. Το ΚΚΕ δεν αδιαφορεί ούτε για το απαραβίαστο των συνόρων, ούτε για την «εδαφική ακεραιότητα» και τα «κυριαρχικά δικαιώματα». Γι’ αυτό και επιδιώκει να πρωταγωνιστήσει στη λαϊκή πάλη. Ούτε ακόμη αδιαφορεί γενικά για τις πλουτοπαραγωγικές πηγές της χώρας, τα κοιτάσματα πετρελαίου κλπ. Αδιαφορεί γι’ αυτά μόνο όποιος θεωρεί δεδομένο ότι είτε έτσι είτε αλλιώς κάποιο εγχώριο μονοπώλιο ή κάποια ExxonMobil θα τα εκμεταλλεύεται· μια λογική που ουσιαστικά διευκολύνει τους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς «συνεκμετάλλευσης» του Αιγαίου υπό την ομπρέλα των ΝΑΤΟ-ΗΠΑ. Αδιαφορεί για όλα αυτά τελικά όποιος δε σκοπεύει να παλέψει για την εργατική εξουσία, που θα στηριχτεί στις παραγωγικές δυνατότητες της χώρας και θα τις αξιοποιήσει στο έπακρο για τη λαϊκή ευημερία.

γ) Η εναντίωση στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο δε σημαίνει ότι το εργατικό κίνημα μιας χώρας μπορεί σε κάθε περίπτωση να αποτρέψει την εκδήλωση του ιμπεριαλιστικού πολέμου, όσο ισχυρό και αν είναι. Η εκδήλωση του πολέμου δεν εξαρτάται μόνο από τη δική μας αστική τάξη. Εξαρτάται κυρίως από την αντικειμενική όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων. Εκτός αν εννοείται η στήριξη του εργατικού κινήματος στη συνθηκολόγηση εκ των προτέρων της εγχώριας αστικής τάξης, στην παραχώρηση κυριαρχικών δικαιωμάτων, σε συμφωνία ιμπεριαλιστικής ειρήνης με το πιστόλι στον κρόταφο.

Εξαντλώντας τη θέση του στο σύνθημα της «αποτροπής του πολέμου», το ΝΑΡ προσπαθεί υποκριτικά να αποφύγει το φλέγον ερώτημα: «Τι κάνει» σε περίπτωση πολέμου, και πιο συγκεκριμένα –με βάση τα τωρινά δεδομένα– στην περίπτωση στρατιωτικής εισβολής; Ή μήπως το αποκλείουν ακόμη και ως ενδεχόμενο; Μια τέτοια γραμμή καταδικάζει το εργατικό κίνημα να βρεθεί απροετοίμαστο, βορά στους αστικούς σχεδιασμούς. Το οδηγεί σε σίγουρη ήττα σε μια περίοδο όξυνσης του αγώνα, αλλά πιθανότατα και της καταστολής. Σημαίνει παραίτηση στην πράξη από την ιδεολογική-πολιτική-οργανωτική προετοιμασία της εργατικής τάξης, που θα έχει ως αποτέλεσμα να συρθεί απλά στην ουρά της αστικής.

Η μη επεξεργασία γραμμής πριν τον πόλεμο για ένα τέτοιο ενδεχόμενο μπορεί να έχει καταστροφικές συνέπειες για το εργατικό κίνημα. Ο Κάουτσκι προσπαθούσε να δικαιολογήσει τη σοσιαλσοβινιστική γραμμή που υιοθέτησε τελικά η γερμανική σοσιαλδημοκρατία την περίοδο του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου και να παρουσιάσει ότι δεν ήταν σε αναντιστοιχία με τις αντιπολεμικές διακηρύξεις που έκανε πριν το ξέσπασμά του, λέγοντας ότι «ο διεθνής σοσιαλισμός είχε μεν ασχοληθεί με το ερώτημα της αποτροπής του πολέμου, όχι όμως και με το τι πρέπει να γίνει αφού ξεσπάσει ο πόλεμος»28.

δ) Αποτελεί ιδεαλιστική προσέγγιση του ΝΑΡ ότι, αν συγκαλύψει φραστικά την πραγματικότητα της επιθετικότητας της τουρκικής αστικής τάξης, αυτή δε θα επιδράσει αντικειμενικά στις συνειδήσεις και στη στάση του λαού. Ο ανταγωνισμός ελληνικής και τουρκικής αστικής τάξης έχει ιστορία δεκαετιών. Όμως οι στόχοι και κυρίως οι επιθετικές στρατιωτικές και διπλωματικές ενέργειες της τούρκικης αστικής τάξης έχουν κλιμάκωση την τελευταία διετία. Αντίστοιχα, η στάση της τουρκικής κυβέρνησης στο εσωτερικό της χώρας με ουσιαστικό καθεστώς στρατιωτικού νόμου προτάσσει την καταστολή σε σχέση με την ενσωμάτωση του κινήματος. Η ελληνική αστική τάξη επιμένει στη γραμμή συναίνεσης και εθνικής ενότητας στο εσωτερικό και φαίνεται να προτιμά μια νέα συμφωνία ιμπεριαλιστικής ειρήνης. Η συγκάλυψη αυτών των διαφορών δε βοηθά στην κατανόηση πώς εκδηλώνεται ο ανταγωνισμός των αστικών τάξεων τη συγκεκριμένη στιγμή, δεν προετοιμάζει συγκεκριμένα την εργατική τάξη.

Σε τελευταία ανάλυση, η πασιφιστική γραμμή του ΝΑΡ είναι γραμμή ταξικής συνθηκολόγησης, αποδοχής επιλογών της αστικής τάξης με φιλειρηνικό, αντικαπιταλιστικό φραστικό περιτύλιγμα. Εξάλλου η επιστράτευση και η επιβολή στρατιωτικού νόμου δε θα είναι προαιρετική. Πίσω από αντικαπιταλιστικές γενικολογίες κρύβεται μια γραμμή που στέκεται σε πασιφιστικά καλέσματα, χωρίς την παραμικρή επεξεργασία για τα συγκεκριμένα καθήκοντα ώστε να στραφεί η εργατική τάξη ενάντια στον πραγματικό της αντίπαλο, που είναι η τάξη που την εκμεταλλεύεται, όπως και ενάντια στις ιμπεριαλιστικές συμμαχίες που την στηρίζουν, το ΝΑΤΟ και την ΕΕ. Στην πράξη είναι γραμμή παραίτησης από την ταξική πάλη.

Ο Λένιν, έχοντας ως σταθερή πυξίδα την πάλη της εργατικής τάξης για την εξουσία, έγραφε απέναντι στις τάσεις πασιφισμού που υπήρχαν σε διάφορα σοσιαλιστικά κόμματα την περίοδο του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου: «Η άρνηση της στρατιωτικής υπηρεσίας, η απεργία ενάντια στον πόλεμο κτλ. δεν είναι παρά ανοησία, ανίσχυρο και άνανδρο όνειρο άοπλου αγώνα ενάντια στην εξοπλισμένη αστική τάξη...»29.

 

Η ΕΠΙΘΕΣΗ ΣΤΟ ΠΑΜΕ ΚΑΙ Η ΣΤΑΣΗ ΣΤΟ ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ

 Οι δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, στους χώρους που έχουν κάποια παρουσία (φοιτητικό κίνημα, εκπαιδευτικοί, Υγεία, μηχανικοί) από τη μία συμμετέχουν δραστήρια στην αντι-ΠΑΜΕ επίθεση, ενώ από την άλλη συχνά χρησιμοποιούν υποκριτικούς «φιλικούς εναγκαλισμούς» και καλέσματα «ενότητας δράσης». Η αντι-ΠΑΜΕ λογική που τους διακρίνει σε πολλές περιπτώσεις αποτελεί και βάση για μια συσπείρωση χωρίς αρχές των πιο ετερόκλητων στοιχείων. Μπορεί στα «χαρτιά» το ΝΑΡ να ασκεί κριτική στη ΛΑΕ, στην «Πλεύση» και άλλους, στην πράξη όμως πρωταγωνιστεί σε Γενικές Συνελεύσεις σωματείων σε ένα συνονθύλευμα χωρίς αρχές, έχοντας σταθερό μέτωπο ενάντια στο πλαίσιο του ΠΑΜΕ (βλ., για παράδειγμα, τη στάση τους στο Σωματείο Μισθωτών Τεχνικών).

Το ΚΚΕ καταγγέλλεται σταθερά από τις διάφορες δυνάμεις του οπορτουνισμού ότι «αρνείται» κάθε συμμαχία. Το ζήτημα είναι όμως ότι μιλάμε στη βάση διαφορετικής αντίληψης για το τι είναι συμμαχία. Για το σύνολο των οπορτουνιστικών δυνάμεων, συμπεριλαμβανομένου και του ΝΑΡ, η πολιτική συμμαχιών αντιμετωπίζεται κυρίως ως κοινή δράση πολιτικών οργανώσεων, συγκολλήσεις μεταξύ τους, ενότητα της «Αριστεράς» και συγκερασμού πολιτικών διαφωνιών. Για το ΚΚΕ η πολιτική συμμαχιών καθορίζεται με κοινωνικά κριτήρια, με βάση το ποιες κοινωνικές δυνάμεις μπορούν και πρέπει να συνενωθούν στον αντιμονοπωλιακό-αντικαπιταλιστικό αγώνα. Είναι κοινωνική συμμαχία και όχι μια συμμαχία πολιτικών δυνάμεων. Το ΚΚΕ βέβαια δρα μέσα στο εργατικό συνδικαλιστικό και λαϊκό κίνημα, μέσα στα όργανά του, με τα μέλη και τα στελέχη του, εκεί όπου δρουν και συμμετέχουν και άλλες πολιτικές δυνάμεις, προβάλλοντας τη γραμμή ολοκληρωμένης αντιπαράθεσης με τη στρατηγική του κεφαλαίου, με τον κυβερνητικό-εργοδοτικό συνδικαλισμό ως αναγκαία γραμμή συσπείρωσης. Εκεί, μέσα από τη συζήτηση και τη διαπάλη μπορεί να συναντηθούν εργαζόμενοι στον αγώνα, είτε ανήκουν σε κάποιο πολιτικό κόμμα είτε όχι.

Η ταξική αντιμονοπωλιακή-αντικαπιταλιστική γραμμή που προωθεί το ΚΚΕ στο κίνημα βαφτίζεται «σεχταρισμός», ενώ η δική τους γραμμή, που είναι μια γραμμή «σούπα» που χωράει τους πάντες, βαφτίζεται «αντικαπιταλιστική». Η αδυναμία άσκησης κριτικής φαίνεται και από τις αντιφάσεις: Το ΚΚΕ κατηγορείται ταυτόχρονα και για ρεφορμισμό και για μαξιμαλισμό, και για μη σύγκρουση και όταν παίρνει πρωτοβουλίες για ακτιβισμό, και για «ατελή» ρήξη με ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ αλλά και για «κομματικό» ΠΑΜΕ κλπ.

Μνημείο «τρικυμίας» αποτέλεσε για την ΑΝΤΑΡΣΥΑ η πρόσφατη απεργία στις 30 Μάη, όπου με τη γραμμή της καλλιέργησε τεράστια σύγχυση, υπονομεύοντας ανοιχτά την επιτυχία της απεργίας. Το πρώτο που πρέπει να σχολιαστεί είναι ότι από τις συνιστώσες της ΑΝΤΑΡΣΥΑ προβλήθηκαν τουλάχιστον τρεις-τέσσερις διαφορετικές γραμμές, υποστηρίζοντας από την ανοιχτή ή συγκαλυμμένη απεργοσπασία ως το «ξέπλυμα» των ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ, όπως άλλωστε κάνει σταθερά το ΣΕΚ, γεγονός που αποτελεί και σημείο τριβής εντός της ΑΝΤΑΡΣΥΑ.

Το ΝΑΡ κατήγγειλε την απεργία ως «απεργία των εργοδοτών», καλώντας ουσιαστικά σε καταψήφισή της. Όταν όμως πιεζόταν από τις ταξικές δυνάμεις που αναδείκνυαν αυτήν τη στάση ως απεργοσπασία, υποστήριζε ότι θα βρεθεί στο δρόμο, χωρίς όμως να καλεί σε απεργία. Δεν είναι τυχαίο ότι σε ιστοσελίδα που προβάλλει τις απόψεις του ΝΑΡ φιλοξενήθηκε η ανακοίνωση της αναρχοσυνδικαλιστικής «Ροσινάντε», που καλούσε τους εργαζόμενους να μην πάρουν μέρος στην απεργία και να πάνε... στην παραλία: «Η Αναρχοσυνδικαλιστική Πρωτοβουλία Ροσινάντε καλεί κάθε εργαζόμενο και κάθε εργαζόμενη να εκμεταλλευτούν την κήρυξη αυτής της απεργίας-παρωδίας και να πάνε για μπάνιο σε κάποια κοντινή παραλία»30. Το ΝΑΡ είπε αυτό που ήθελε πραγματικά να πει για την απεργία, αλλά ντρεπόταν, διά στόματος «Ροσινάντε».

Στους χώρους της νεολαίας, έχουν τεράστια ευθύνη για τον εκφυλισμό του φοιτητικού κινήματος, ενώ βάζουν παντού εμπόδια για την οργάνωσή του, στην προσπάθεια του ΜΑΣ για την αγωνιστική του ανασυγκρότηση. Προωθούν την αμορφία στα όργανα του κινήματος και ενώ υποστηρίζουν συνθήματα όπως «όλη η εξουσία στις Γενικές Συνελεύσεις», είναι οι πρώτοι που τις διαλύουν όταν δεν υπάρχει ευνοϊκός γι’ αυτούς συσχετισμός ή όταν παίρνονται αγωνιστικές πρωτοβουλίες (όπως συνελεύσεις τμημάτων) στις οποίες πρωτοστατούν οι δυνάμεις του ΜΑΣ. Απόδειξη των αδιεξόδων που οι ίδιοι αντιμετωπίζουν είναι η κατάσταση που επικρατεί μέσα στην ΕΑΑΚ (διασπασμένη εκλογική κάθοδος, αντιπαράθεση –ως και βίαια επεισόδια– μεταξύ των σχημάτων κλπ.), καθώς και η σημαντική συρρίκνωση της εκλογικής τους δύναμης τα τελευταία χρόνια.

 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

 Οι διεργασίες, η αντιπαράθεση και οι ζυμώσεις στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ το τελευταίο διάστημα αποκαλύπτουν τα αδιέξοδα των συνιστωσών της και τη χρεοκοπία της πολιτικής γραμμής «ουράς» στο ΣΥΡΙΖΑ, που είχε ως αποτέλεσμα και την όξυνση των τριβών στο εσωτερικό τους. Αποκαλύπτει επίσης τις συνεχείς μεταμορφώσεις, τις ευκαιριακές μεταλλάξεις τους, εγγενές χαρακτηριστικό στοιχείο του οπορτουνισμού, που στην ουσία αντανακλούν νέες εκδοχές εγκλωβισμού του εργατικού κινήματος στους στόχους της αστικής πολιτικής.

Για όλες αυτές τις δυνάμεις, παρά τις επιμέρους διαφορές και αντιπαραθέσεις, παραμένουν ως κοινός τόπος βασικά χαρακτηριστικά: Η απάρνηση του στρατηγικού στόχου της σοσιαλιστικής επανάστασης, η απάρνηση του πρωτοπόρου ρόλου της εργατικής τάξης, η συκοφάντηση του σοσιαλισμού που οικοδομήθηκε τον 20ό αιώνα και η υιοθέτηση πλευρών της αστικής αντικομμουνιστικής πολεμικής.

Η διαπάλη και η αντιφατική ζύμωση συγκλίσεων-αποκλίσεων θα συνεχιστεί και θα ενταθεί ενόψει των εκλογικών αναμετρήσεων. Το πεδίο της διαπάλης θα είναι οι όροι συνεργασιών και εκλογικής καθόδου αυτών των δυνάμεων, αλλά και οι ζυμώσεις σχετικά με τη συγκρότηση νέων οπορτουνιστικών κομμάτων.

Οι διεργασίες αυτές και η κυοφορούμενη ανασύνθεση του «χώρου» πέρα από τα άμεσα εκλογικά σενάρια υπηρετεί και ενδεχόμενους μετεκλογικούς σχεδιασμούς. Οι κινήσεις αυτές διαμορφώνουν και το έδαφος ώστε να υπάρχουν ορισμένες «κινηματικές» εφεδρείες με τις οποίες ο ΣΥΡΙΖΑ να μπορεί να «συνομιλεί» και να τις αξιοποιεί (ιδιαίτερα στην περίπτωση που στο μέλλον βρεθεί σε θέσεις αντιπολίτευσης), και οι οποίες από τώρα χρειάζεται να διαμορφωθούν.

Όμως, η απογοήτευση από την πορεία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και το ρόλο «ουράς» του ΣΥΡΙΖΑ που έπαιξε τα προηγούμενα χρόνια δημιουργεί ευνοϊκό έδαφος για να συναντηθούν αρκετοί, που προβληματίζονται, με το ταξικό εργατικό κίνημα, να συναντηθούν με το ΚΚΕ, να παλέψουν σε αντιμονοπωλιακή-αντικαπιταλιστική κατεύθυνση.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

* Κείμενο της Ιδεολογικής Επιτροπής της ΚΕ του ΚΚΕ.

1. Εδώ, όπως και στο υπόλοιπο κείμενο, χρησιμοποιούμε τους όρους «μειοψηφία» και «πλειοψηφία» περιγραφικά, με βάση τους συσχετισμούς που κατέγραψαν αυτές οι τάσεις στο Συνέδριο.

2. «Κριτική στις Θέσεις της πλειοψηφίας της Πολιτικής Επιτροπής», ομαδικό κείμενο υπογεγραμμένο από 6 μέλη της ΠΕ του ΝΑΡ ενόψει του Συνεδρίου, www.narnet.gr

3. Για το «Kommon», όπως και τις σχέσεις του με τον «Εργατικό Αγώνα», καταγράφουμε τη διαδικτυακή αντιπαράθεση Ρούση-Πετρόπουλου με αφορμή άρθρο του τελευταίου στην «Εφημερίδα των Συντακτών» για το συνέδριο του ΝΑΡ, όπου ο Ρούσης γράφει μεταξύ άλλων: «Τρομερά αντικειμενική ενημέρωση υπέρ της διατήρησης της παιδικής χαράς και κατά του λενινιστικού δημοκρατικού συγκεντρωτισμού. Χάσαμε το συνέδριο και δεν μπορούμε να το χωνέψουμε. [...] Η πολιτικά ανήθικη φράξια του “kommon” σε συνεργασία με τον “Εργατικό Αγώνα” στον οποίο ανήκεις κατηγορούν το ΝΑΡ γιατί δεν πέρασε η ρεφορμιστική τους πρόταση και προσπαθούν να την επιβάλουν από μέσα μέσω Μάρκου κλπ. και απ’ έξω με κοινές εκδηλώσεις και άρθρα σαν το δικό σου».

4. «Ιδρυτική διακήρυξη Πολιτικής Κίνησης για ένα Σύγχρονο Κομμουνιστικό Σχέδιο», www.kommon.gr

5. «Από την αποχώρηση στην επαναστράτευση, συμβολή σε μια ριζική επανεκκίνηση», κείμενο αποχώρησης 36 στελεχών ΝΑΡ-νΚΑ.

6. Με βάση τα στοιχεία που δόθηκαν στη δημοσιότητα, στη Συνδιάσκεψη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ πήραν μέρος περίπου 890 αντιπρόσωποι, που προέκυψαν από συνελεύσεις 79 τοπικών και κλαδικών επιτροπών σε πανελλαδικό επίπεδο, στις οποίες συμμετείχαν περίπου 2.700 μέλη της.

7. Βλ. άρθρο «4η Συνδιάσκεψη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Η πιο ξεκάθαρη, η πιο προωθητική», www.antarsya.gr

8. Σημειώνουμε πάντως ότι στο πλαίσιο όλης αυτής της κινητικότητας υπάρχουν και μεμονωμένες δυνάμεις που φαίνεται να βγάζουν συμπεράσματα. Ένα τέτοιο παράδειγμα αποτυπώνεται στο περιεχόμενο της ιστοσελίδας «praxisreview», στη συντακτική επιτροπή της οποίας συμμετέχουν πρώην στελέχη του ΝΑΡ τα οποία είχαν αποχωρήσει σε προηγούμενη φάση. Η συγκεκριμένη ιστοσελίδα το τελευταίο διάστημα προβάλλει ορισμένες θέσεις του ΚΚΕ και έχει μέτωπο στον αντικομμουνισμό.

9. Άρθρο «ΑΝΤΑΡΣΥΑ μάχιμη, ανατρεπτική και μετωπική», www.antarsya.gr

10. Ομιλία του στελέχους του ΣΕΚ Π. Γκαργκάνα στη Συνδιάσκεψη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, www.antarsya.gr

11. Σε προηγούμενη αρθρογραφία της ΚΟΜΕΠ έχει γίνει αναλυτική κριτική στη λογική του «μεταβατικού προγράμματος», την οποία δεν επαναλαμβάνουμε εδώ. Βλ. ενδεικτικά: «Η ανασύνθεση του οπορτουνιστικού χώρου με ορίζοντα τη διαμόρφωση νέου πόλου», ΚΟΜΕΠ, τ. 3/2016, «Ο κυβερνητισμός στον “Εργατικό Αγώνα” και τη “Νέα Σπορά”», ΚΟΜΕΠ, τ. 1/2015, «Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ στην πορεία αναμόρφωσης του αστικού πολιτικού συστήματος», ΚΟΜΕΠ, τ. 4/2014.

12. «Πολιτικό Πρόγραμμα Δράσης της 4ης Συνδιάσκεψης της ΑΝΤΑΡΣΥΑ».

13. «Μετάβαση - Κίνηση για μια μετωπική ανατρεπτική Αριστερά, Ιδρυτική Διακήρυξη», www.antarsya.gr

14. «Πολιτική Πρόταση της Μετάβασης για την 4η Συνδιάσκεψη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ».

15. Βλ. ενδεικτικά: «Ελπιδοφόρο ξεκίνημα του ΠΑΚΣ (Πανελλαδικού Αντιπολεμικού Κινηματικού Συντονισμού)», www.iskra.gr

16. Π. Μαυροειδή - Β. Μηνακάκη: «Από την επαναστατική εποποιία στην αντίστροφη μετάβαση: Ανιχνεύοντας τις αιτίες της ήττας του Οκτώβρη», περιοδικό «Τετράδια Μαρξισμού», τ. 4, σ. 108.

17. «Η Οκτωβριανή επανάσταση και ο κομμουνισμός στην εποχή μας», www.narnet.gr

18. Π. Μαυροειδή, Β. Μηνακάκη: «Από την επαναστατική εποποιία στην αντίστροφη μετάβαση: Ανιχνεύοντας τις αιτίες της ήττας του Οκτώβρη», περιοδικό «Τετράδια Μαρξισμού», τ. 4, σελ. 116.

19. «Το ΚΚΕ και τα 100χρονα του Οκτώβρη», ιwww.antarsya.gr

20. Βλ. άρθρο στην εφημερίδα «ΠΡΙΝ», 5 Νοέμβρη 2017.

21. «Θέσεις της ΠΕ για το 4ο Συνέδριο του ΝΑΡ», www.narnet.gr

22. «Απόφαση 4ου Συνεδρίου του ΝΑΡ», www.narnet.gr

23. Βλ. για παράδειγμα το άρθρο με τίτλο: «Όχι στον πόλεμο, ναι στην υπεράσπιση της πατρίδας», των Ρούση - Μαυρουδέα - Χρύση, με το οποίο τοποθετούνται ενάντια στη γραμμή του ΝΑΡ, στο πλαίσιο όμως της λαθεμένης αντίληψής τους περί «ντόπιας ξενόδουλης αστικής τάξης».

24. «Κείμενο-τοποθέτηση του ΝΑΡ για την 4η Συνδιάσκεψη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ», 11 Απρίλη 2018.

25. Εφημερίδα «Εργατική Αλληλεγγύη», 11 Απρίλη 2018.

26. Ό.π., 26 Απρίλη 2018.

27. Εφημερίδα «ΠΡΙΝ», 8 Απρίλη 2018.

28. Περιλαμβάνεται στο άρθρο της Ρ. Λούξεμπουργκ, «Το ξαναχτίσιμο της Διεθνούς» (1915), στη συλλογή κειμένων «Ο βασικός εχθρός βρίσκεται στην ίδια μας τη χώρα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 96.

29. Β. Ι. Λένιν: «Η κατάσταση και τα καθήκοντα της σοσιαλιστικής διεθνούς», «Άπαντα», τ. 26, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 41.

30. «Η θέση της ΑΠ Ροσινάντε για την απεργία της εργοδοσίας στις 30 Μάη», www.pandiera.gr