ΜΕ ΤΟΝ ΕΝΓΚΕΛΣ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟΝ ΕΝΓΚΕΛΣ

Στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υπάρχει ένας πραγματικός κατακλυσμός από δημοσιεύσεις για τον Μαρξ, τον Ένγκελς και τον Λένιν, στις οποίες οι επαγγελματίες μαρξολόγοι προχωρούν σε μια σειρά πλαστογραφίες και απλουστεύσεις του μαρξισμού. Αντίθετα, τα ίδια τα έργα των κλασικών του μαρξισμού δεν εκδίδονται σχεδόν καθόλου ή εκδίδονται μόνο επιλεγμένα με τέτοιο τρόπο ώστε να υπηρετείται η στόχευση της αξιοποίησης του Μαρξ εναντίον του Μαρξ, του Ένγκελς εναντίον του Ένγκελς και του Λένιν εναντίον του Λένιν. Ακόμα περισσότερο ισχύει αυτό στην προσπάθεια να επιστρατευτούν έργα ή αποσπάσματα έργων των Μαρξ κι Ένγκελς –τα οποία έχουν αποκοπεί από τα ιστορικά συμφραζόμενά τους– στην πολεμική ενάντια στον Λένιν ή και στην προσπάθεια να κατασκευαστούν με τον ίδιο τρόπο αντιθέσεις ακόμα και ανάμεσα στον Μαρξ και τον Ένγκελς. Γι’ αυτό το σκοπό αξιοποιούνται ιδιαίτερα μερικά –ερμηνευμένα με λάθος τρόπο– πρώιμα γραπτά του Μαρξ, καθώς και μερικές όψιμες εργασίες του Ένγκελς οι οποίες διαστρεβλώνονται. Έτσι δεν αποτελεί καμία έκπληξη το γεγονός ότι στην τετράτομη συλλογή επιλεγμένων έργων (Studienausgabe) των Μαρξ - Ένγκελς από τις εκδόσεις «Fischer-Verlag» βρίσκονται ιδιαίτερα αυτά τα γραπτά, το περιεχόμενο των οποίων διαστρεβλώνεται από τον αντίστοιχο πρόλογο του καθηγητή Φέτσερ (Fetscher) με τον απαραίτητο τρόπο.

 

 

ΑΠΛΟΣ «ΕΚΛΑΪΚΕΥΤΗΣ» Ή ΣΥΝΔΗΜΙΟΥΡΓΟΣ ΤΟΥ ΜΑΡΞΙΣΜΟΥ;

 Καταρχήν, γίνεται η προσπάθεια να μειωθεί η σημασία του Ένγκελς στην επεξεργασία του μαρξισμού ή να παρουσιαστεί ως απλός εκδότης κι εκλαϊκευτής των ιδεών του Μαρξ. Αυτή η προσπάθεια είναι φανερή και στον αναφερθέντα πρόλογο του Φέτσερ στη συλλογή επιλεγμένων έργων των Μαρξ - Ένγκελς. Την συναντάμε όμως επίσης –και πολλές φορές σε ακόμα πιο ξεκάθαρη μορφή– στα γραπτά πολλών άλλων μαρξολόγων.

Αναμφισβήτητα, ο βασικός ρόλος στην επεξεργασία του μαρξισμού αναλογεί στον Μαρξ. Αυτό δεν το έχει τονίσει κανείς περισσότερο από τον ίδιο τον Ένγκελς. Πράγματι αυτός ήταν που στην επιστολή του στον Γιόχαν Φίλιπ Μπέκερ (Johann Philipp Becker), στις 15 Οκτώβρη 1884, ανέφερε ότι καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του έπαιζε δεύτερο βιολί και ότι ήταν πολύ ευτυχής που το έκανε αυτό δίπλα σε ένα τόσο περίφημο βιολί σαν τον Μαρξ. Και στην εργασία του «Ο Λουδοβίκος Φόιερμπαχ και το τέλος της κλασικής γερμανικής φιλοσοφίας» ο Ένγκελς γράφει για το ρόλο του Μαρξ και το δικό του μερίδιο στην επεξεργασία του επιστημονικού σοσιαλισμού: «Δεν μπορώ ούτε ο ίδιος ν’ αρνηθώ ότι πριν και στο διάστημα της σαραντάχρονης συνεργασίας μου με τον Μαρξ, έχω και εγώ κάποιο ανεξάρτητο μερτικό στη θεμελίωση της θεωρίας, και ιδιαίτερα στην επεξεργασία της. Όμως, το μεγαλύτερο μέρος από τις κατευθυντήριες βασικές ιδέες, ιδιαίτερα στον οικονομικό και ιστορικό τομέα, και ειδικά η τελική τους αυστηρή διατύπωση, ανήκουν στον Μαρξ. Εκείνο που πρόσφερα εγώ –αν εξαιρέσουμε, βέβαια, μερικούς ειδικούς κλάδους– μπορούσε, βέβαια, να το είχε κάνει ο Μαρξ και χωρίς εμένα. Ό,τι έδωσε ο Μαρξ, δεν θα το κατάφερνα εγώ μονάχος. Ο Μαρξ στεκόταν πιο ψηλά, έβλεπε πιο μακριά, και το βλέμμα του αγκάλιαζε περισσότερο και ταχύτερα απ’ ότι όλοι εμείς οι άλλοι. Ο Μαρξ ήταν μεγαλοφυΐα, εμείς οι άλλοι το πολύ-πολύ ταλέντα. Χωρίς αυτόν, η θεωρία δε θα ήταν σήμερα καθόλου αυτή που είναι. Γι’ αυτό δίκαια φέρνει το όνομα του»1.

Αυτή η σεμνή εκτίμηση του δικού του ρόλου γίνεται όμως σε σχέση με τον Μαρξ, ένα διανοούμενο και αγωνιστή που μόνο πολύ σπάνια γεννιέται στους αιώνες. Ωστόσο, αυτή η μετριοφροσύνη του Ένγκελς δεν μπορεί να κρύψει σε καμία περίπτωση τη δική του τεράστια επιστημονική συμβολή στην επεξεργασία του μαρξισμού. Για να γίνει αυτό κατανοητό, αρκεί μόνο να αναφερθούν ορισμένα μεγαλειώδη έργα του μαρξισμού που γράφτηκαν από τον Ένγκελς ή σε συνεργασία με αυτόν, όπως «Η κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία», «Το Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος», «Ο Πόλεμος των Χωρικών στη Γερμανία», «Επανάσταση και Αντεπανάσταση στη Γερμανία», «Η εξέλιξη του σοσιαλισμού από την ουτοπία στην επιστήμη», «Αντι-Ντύρινγκ», «Η διαλεκτική της Φύσης», «Η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους», «Ο Λουδοβίκος Φόιερμπαχ και το τέλος της κλασικής γερμανικής φιλοσοφίας», «Κριτική του προγράμματος της Ερφούρτης», οι πρόλογοι στα έργα του Μαρξ «Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία» και «Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία» και άλλα.

Ο Ένγκελς έχει επίσης ένα καθόλου ασήμαντο μερτικό και στην επεξεργασία του «Κεφαλαίου», του βασικού έργου του Καρλ Μαρξ. Όταν ολοκλήρωσε τον πρώτο τόμο του «Κεφαλαίου», ο Μαρξ έγραψε στις 16 Αυγούστου 1867 στον Ένγκελς: «Έτσι, αυτός ο τόμος είναι έτοιμος. Μόνο σε εσένα το χρωστάω που αυτό κατέστη δυνατό! Χωρίς τη δική σου αυτοθυσία θα ήταν αδύνατο για μένα να κάνω την τεράστια δουλειά που απαιτείται για τους 3 τόμους. Σε αγκαλιάζω γεμάτος ευγνωμοσύνη!»2.

Πράγματι, ο Μαρξ δε θα μπορούσε να ολοκληρώσει το μεγάλο του έργο χωρίς τη φιλική βοήθεια του Ένγκελς. Αυτό ισχύει καταρχήν αναφορικά με την υλική βοήθεια. Ως γνωστόν, ο Ένγκελς εργάστηκε για είκοσι χρόνια στην εταιρία «Ermen and Engels» στο Μάντσεστερ –ασχολούμενος, όπως έλεγε χαρακτηριστικά, με το «ελεεινό εμπόριο»– για να δώσει στο φίλο του τη δυνατότητα να ασχοληθεί με την εργασία του στο «Κεφάλαιο». Επιπλέον, ανέλαβε ο ίδιος κάθε είδους εργασία που θα αποσπούσε τον Μαρξ από την εργασία για το μεγάλο έργο του. Έτσι, δημοσίευσε ένα μεγάλο αριθμό άρθρων με το όνομα του Μαρξ και τον βοήθησε στην εργασία του για το Γενικό Συμβούλιο της Α΄ Διεθνούς.

Ωστόσο, η βοήθεια του Ένγκελς στην επεξεργασία του «Κεφαλαίου» του Μαρξ δεν περιορίζεται στην υλική στήριξη και την ανάληψη μέρους των εργασιών του. Ο Ένγκελς ήταν αυτός που μετέδωσε στον Μαρξ –μέσω του άρθρου του με τίτλο «Περίγραμμα μίας κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας» που δημοσιεύτηκε ήδη από το 1844 στα «Γερμανο-Γαλλικά Χρονικά»– βασικές πλευρές της κριτικής της αστικής Πολιτικής Οικονομίας. Ο Μαρξ χαρακτήρισε, μάλιστα, αυτή την εργασία ως «ιδιοφυές σχεδιάγραμμα». Επίσης, όπως απορρέει από την αλληλογραφία των δύο φίλων, κατά την πορεία επεξεργασίας του έργου του ο Μαρξ συζητούσε πολύ συχνά με τον Ένγκελς για διάφορα ζητήματα της οικονομίας.

Η συνεργασία τους για το περιεχόμενο του «Κεφαλαίου» αφορά κυρίως το 2ο και τον 3ο τόμο, στον οποίο ο Ένγκελς αφιέρωσε όλη του την ενέργεια μετά το θάνατο του Μαρξ.3 Εδώ δεν επρόκειτο σε καμία περίπτωση για την έκδοση έτοιμων χειρόγραφων. Πολλά μέρη του έργου υπήρχαν μόνο σε περιγράμματα ή σε πολλές εκδοχές που έπρεπε να αποτελέσουν αντικείμενο περαιτέρω επεξεργασίας στη συνέχεια. Κατά τη διάρκεια αυτού του καθήκοντος, ο Ένγκελς πήρε υπόψη του και μία σειρά εξελίξεις οι οποίες έλαβαν χώρα στον καπιταλισμό μετά το θάνατο του Μαρξ, όπως η ολοένα και πιο ισχυρή ανάπτυξη των μετοχικών εταιριών, η έναρξη της μετάβασης από τον ελεύθερο ανταγωνισμό στο μονοπώλιο κ.ά. Γι’ αυτό ο Λένιν χαρακτήρισε δικαίως το 2ο και τον 3ο τόμο του «Κεφαλαίου» ως «το έργο δύο ανθρώπων: του Μαρξ και του Ένγκελς»4.

Ο Ένγκελς αναλύει τις νέες εξελίξεις του καπιταλισμού και σε άλλα έργα του όπως, π.χ., στην «Κριτική του σοσιαλδημοκρατικού σχεδίου προγράμματος του 1891». Εκεί γράφει κατά την αντιπαράθεση με μία ανεπαρκή διατύπωση του σχεδίου προγράμματος: «Τι σημαίνει άραγε ατομική καπιταλιστική παραγωγή; Παραγωγή μέσω του ξεχωριστού επιχειρηματία, η οποία καθίσταται ήδη όλο και περισσότερο εξαίρεση. Η καπιταλιστική παραγωγή μέσω μετοχικών εταιριών δεν είναι πια ατομική παραγωγή, αλλά παραγωγή για λογαριασμό πολλών συνεταιρισμένων. Και όταν περνάμε από τις μετοχικές εταιρίες στα τραστ, τα οποία μονοπωλούν και κυριαρχούν σε ολόκληρους βιομηχανικούς κλάδους, τότε δεν σταματά μόνο η ατομική παραγωγή, αλλά και η έλλειψη σχεδιασμού»5.

Ο Λένιν, ο οποίος ανέλυσε αργότερα διεξοδικά τις αλλαγές που έγιναν στον καπιταλισμό την περίοδο γύρω από τη στροφή του [σ.μ.: προηγούμενου] αιώνα και τις επεξεργάστηκε στη θεωρία του για τον ιμπεριαλισμό, διαπίστωσε ότι ο Ένγκελς αναγνώρισε εδώ ακριβώς το βασικό στοιχείο του νέου σταδίου ανάπτυξης του καπιταλισμού «ότι ο καπιταλισμός μετατρέπεται σε μονοπωλιακό καπιταλισμό»6. Ο Λένιν τόνισε ότι οι υποδείξεις του Ένγκελς ήταν ιδιαίτερα πολύτιμες για την αντίκρουση των αστικών-ρεφορμιστικών ισχυρισμών, σύμφωνα με τους οποίους «ο μονοπωλιακός ή κρατικο-μονοπωλιακός καπιταλισμός δεν είναι πια καπιταλισμός»7. Όσον αφορά τη δραστηριότητα του κράτους στον καπιταλισμό, ο Ένγκελς μας δίνει ήδη από το «Αντι-Ντίρινγκ» την απόδειξη για το ότι αυτή –ακόμα και στην ψηλότερη μορφή της, την κρατική ιδιοκτησία– δεν αναιρεί «το γεγονός ότι οι παραγωγικές δυνάμεις είναι μία ιδιότητα του κεφαλαίου»8.

Ο Ένγκελς έχει μεγάλο μερίδιο στην επεξεργασία του μαρξισμού σε όλα τα πεδία, στην Πολιτική Οικονομία, στη Φιλοσοφία, στην επεξεργασία της στρατηγικής και της τακτικής του εργατικού κινήματος, στη μαρξιστική ιστορική έρευνα και ως δημιουργός της μαρξιστικής στρατιωτικής θεωρίας. Αν ο Μαρξ ήταν ένας γίγαντας της επιστήμης, έτσι και ο Ένγκελς ήταν ένας γίγαντας του πνεύματος, ο οποίος ξεπερνούσε κατά πολύ όλους τους καθηγητικούς κριτικούς του.

 

ΕΡΑΣΙΤΕΧΝΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ Ή ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΟΣ ΥΛΙΣΤΗΣ;

 Στην προσπάθειά τους να υποτιμήσουν την επιστημονική συμβολή του Ένγκελς, οι μαρξολόγοι και οι σύγχρονοι αναθεωρητές επικεντρώνονται κυρίως στο φιλοσοφικό του έργο. Ο Φέτσερ ισχυρίζεται «ότι η στενεμένη (αν και όχι παντού στενεμένη) αντίληψη της διαλεκτικής και η εφαρμογή της στην ερμηνεία της Φύσης και της επιστημονικής γνώσης έστρωσε το δρόμο για το λενινιστικό-σταλινικό “Diamat”»9. Κάνει λόγο για «φυσικοεπιστημονικό ερασιτεχνισμό του “Αντι-Ντίρινγκ”»10 και ισχυρίζεται την ύπαρξη ενός «μονόπλευρου οικονομικού ντετερμινισμού στην “Καταγωγή της Οικογένειας”»11. Κανένας από αυτούς τους ισχυρισμούς, οι οποίοι έχουν ως στόχο να κατασκευάσουν μία αντίθεση ανάμεσα στον Μαρξ από τη μία και τον Ένγκελς και τον Λένιν από την άλλη, δεν αντέχουν σε μία σοβαρή εξέταση της πραγματικότητας.

Η αλληλογραφία ανάμεσα στον Μαρξ και τον Ένγκελς, ο Πρόλογος που έγραψε ο Ένγκελς το 1885 για το «Αντι-Ντίρινγκ», ο Πρόλογος του Μαρξ στη γαλλική δημοσίευση των –σύμφωνα με τον Μαρξ– «πιο σημαντικών αποσπασμάτων από το θεωρητικό μέρος του βιβλίου, τα οποία αποτελούν κατά κάποιο τρόπο μία εισαγωγή στον επιστημονικό σοσιαλισμό»12 αποδεικνύουν τα ακόλουθα:

1. Το «Αντι-Ντίρινγκ» γράφτηκε κάτω από την πίεση του Μαρξ, ο οποίος θεωρούσε αυτό το έργο αναγκαίο για την ύπαρξη του κόμματος.

2. Ο Μαρξ γνώριζε και ενέκρινε κάθε λέξη του έργου, το οποίο άλλωστε του διάβασε ο Ένγκελς πριν το τύπωμα.

3. Το 10ο κεφάλαιο του βιβλίου γράφτηκε από τον ίδιο τον Μαρξ.

Από τα παραπάνω απορρέει ότι η επίθεση ενάντια στον Ένγκελς στην πραγματικότητα είναι επίθεση κι ενάντια στον Μαρξ.

Ήδη από τη δεκαετία του 1920, όταν ο Αρτούρο Λαμπριόλα (Arturo Labriola) και ο Γκέοργκ Λούκατς (Georg Lukács) διέδιδαν το μύθο της ύπαρξης φιλοσοφικής αντίθεσης ανάμεσα στον Μαρξ και τον Ένγκελς, ο Λάντισλαους Ρούντας (Ladislaus Rudas) και άλλοι τους αντέκρουαν13. Πρόσφατα, ο Κουρτ Ράιπριχ (Kurt Reiprich) δημοσίευσε μία μονογραφία για τα φιλοσοφικο-φυσικοεπιστημονικά έργα των Μαρξ και Ένγκελς, η οποία καταπιάνεται και με μεγάλο αριθμό αδημοσίευτων ακόμα μελετών του Καρλ Μαρξ πάνω σε φυσικοεπιστημονικά ζητήματα.14 Ο Ρόμπερτ Στάιγκερβαλντ (Robert Steigerwald) απέδειξε στη βάση της αλληλογραφίας των Μαρξ και Ένγκελς και μερικών κειμένων του Μαρξ ότι όλα τα βασικά στοιχεία της διαλεκτικής της Φύσης που επεξεργάστηκε πιο διεξοδικά ο Ένγκελς ανιχνεύονται στο έργο του Μαρξ.15 Εν ολίγοις, και σε αυτό τον τομέα δεν υπάρχει καμία δυνατότητα να αξιοποιηθεί ο Μαρξ εναντίον του Ένγκελς.

Όσον αφορά το έργο του Ένγκελς για την «Καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους», μία απλή ματιά του Φέτσερ και των ακολούθων του στον Πρόλογο του Ένγκελς του 1884 θα αρκούσε για να τους πείσει ότι σε αυτό ο Ένγκελς βασίστηκε σε πολύ εκτεταμένα αποσπάσματα του Μαρξ.16 Αντί να κατασκευάζει μία υποτιθέμενη αντίθεση ανάμεσα στον Μαρξ και τον Ένγκελς σε αυτό τον τομέα, ο Φέτσερ θα ήταν καλύτερα να αναζητήσει τις αντιλήψεις που περιέχονται στις μαρξιστικές σημειώσεις – κάτι που θα ήταν απαραίτητο αν επρόκειτο να κάνει σοβαρή, επιστημονική εργασία.

Ας περάσουμε τώρα στον ισχυρισμό περί επίπεδου οικονομικού ντετερμινισμού. Ο Ένγκελς, κατά τη δεκαετία του 1890, με ένα μεγάλο αριθμό επιστολών στον Σμιτ (Schmidt), τον Μπλοχ (Bloch), τον Μέρινγκ (Mehring) και τον Στάρκενμπουργκ (Starkenburg), αντιτάχθηκε ευθέως στις απόψεις που του καταλογίζουν οι μαρξολόγοι. «Αυτό που λείπει σε όλους αυτούς τους κυρίους είναι η διαλεκτική. Βλέπουν πάντα μόνο από δω την αιτία και από εκεί το αποτέλεσμα»17 έγραφε στον Σμιτ, ασκώντας κριτική σε εκείνους που έψαχναν οικονομικές αιτίες στα πάντα και δεν έβλεπαν τις ποικίλες μορφές επίδρασης και αλληλεπίδρασης.

«...όλοι μας δώσαμε, και έπρεπε να δώσουμε, πρώτα τη μεγαλύτερη βαρύτητα στην παραγωγή από τα οικονομικά θεμελιακά γεγονότα των πολιτικών, νομικών και άλλων ιδεολογικών παραστάσεων και των πράξεων που καθορίζονται από τις παραστάσεις [...] Είναι η παλιά ιστορία: στην αρχή παραμελείται πάντα η μορφή για χάρη του περιεχομένου. Όπως είπαμε, κι εγώ το έκανα αυτό και το λάθος μού χτυπούσε στα μάτια πάντα μόνο κατόπιν εορτής [...] Μ’ αυτό συνδέεται επίσης και η ανόητη αντίληψη των ιδεολόγων: επειδή αρνιόμαστε ότι οι διάφορες ιδεολογικές σφαίρες, που παίζουν κάποιο ρόλο στην ιστορία, έχουν αυτοτελή ιστορική εξέλιξη, τους αρνιόμαστε και κάθε ιστορική δράση. Στη βάση βρίσκεται εδώ η κοινή αντιδιαλεκτική αντίληψη για την αιτία και το αποτέλεσμα σαν πόλους που αντιπαρατίθενται αναλλοίωτοι ο ένας στον άλλον καθώς και στο γεγονός ότι ξεχνούν την αλληλεπίδραση. Οι κύριοι αυτοί ξεχνούν συχνά σκόπιμα ότι ένας ιστορικός παράγοντας μόλις γεννηθεί από άλλα σε τελευταία ανάλυση οικονομικά αίτια ,αντιδρά και αυτός, και μπορεί να αντεπιδράσει στο περιβάλλον του ακόμα και στα ίδια τα αίτια του»18.

 

ΟΠΑΔΟΣ ΤΟΥ ΟΠΟΡΤΟΥΝΙΣΜΟΥ Ή ΤΗΣ ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΑΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ;

 Ένα ακόμα βασικό σημείο της διαστρέβλωσης της κληρονομιάς του Ένγκελς συνίσταται στην προσπάθεια να τον προβάλλουν ως οπαδό του αστικού κοινοβουλευτισμού και να τον αξιοποιήσουν ως δήθεν υπερασπιστή της οπορτουνιστικής, ρεβιζιονιστικής θεωρίας και πράξης. Γι’ αυτό το σκοπό αξιοποιείται και πάλι η τελευταία εργασία του Ένγκελς, η Εισαγωγή στο έργο του Μαρξ «Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία», που γράφτηκε το 1895. Έτσι, ο Φέτσερ διαδίδει τον αναθεωρητικό ισχυρισμό ότι σε αυτή την εργασία ο Ένγκελς απομακρύνεται από το «επαναστατικό δόγμα» και τονίζει την «ανωτερότητα της ειρηνικής πάλης με το δικαίωμα ψήφου». Ισχυρίζεται ότι ο Ένγκελς χαρακτήρισε την κοινοβουλευτική δημοκρατία όχι μόνο ως «την καλύτερη πολιτική προϋπόθεση για το ειρηνικό πέρασμα από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό, αλλά και ως την πολιτική μορφή της μετεπαναστατικής εποχής», παρεκκλίνοντας, δήθεν, έτσι «καθαρά από την αντίληψη του Μαρξ στον “Εμφύλιο πόλεμο στη Γαλλία”», όπου το καθεστώς της Κομμούνας χαιρετίζεται ως η πολιτική μορφή της δικτατορίας του προλεταριάτου η οποία επιτέλους είχε βρεθεί. Σύμφωνα πάλι με τον Φέτσερ, ο Λένιν παρουσίασε το 1917 «με ρητή επίκληση του Μαρξ και αγνόηση του Ένγκελς» τη δημοκρατία της Κομμούνας ως το πρότυπο για το σοβιετικό καθεστώς19.

Και σε αυτή την περίπτωση επιχειρείται να φέρουν τον Ένγκελς σε αντίθεση με τον Μαρξ και τον Λένιν. Ο Ένγκελς εμφανίζεται εδώ –αφού πρώτα μετατραπεί σε οπαδό του ειρηνικού κοινοβουλευτισμού– ως εκείνος ο διανοητής και πολιτικός που είναι βολικός για την αστική τάξη, ενώ οι Μαρξ και Λένιν παρουσιάζονται ως οι μόνοι υποστηρικτές της δικτατορίας του προλεταριάτου και της ένοπλης πάλης σε όλες τις συνθήκες20. Πρόκειται για χονδροειδή ιστορική διαστρέβλωση.

Καταρχήν, ο Φέτσερ αποσιωπά κάτω από ποιες συνθήκες γράφτηκε αυτή η τελευταία εργασία του Ένγκελς και πώς διαστρεβλώθηκε από τους οπορτουνιστές. Κατά τη δημοσίευση της Εισαγωγής του, ο Ένγκελς ήταν αναγκασμένος να λάβει υπόψη την άποψη της κομματικής καθοδήγησης στη Γερμανία, η οποία, βλέποντας την προετοιμασία για ένα νέο αντισοσιαλιστικό νόμο21, απαιτούσε από αυτόν η εργασία του να έχει μια πιο προσεχτική μορφή. Το γεγονός ότι αυτή η ήπια μορφή δεν άρεσε στον ίδιο τον Ένγκελς φαίνεται σε μία επιστολή του προς τον Κάουτσκι στις 25 Μάρτη 1895, στην οποία γράφει: «Το κείμενό μου έχει υποφέρει αρκετά από το φόβο για διατάξεις ενάντια στην ανατροπή [σ.μ.: του κοινωνικού καθεστώτος] που έχουν οι φίλοι μας στο Βερολίνο, τις οποίες εγώ έπρεπε μάλιστα να λάβω υπόψη στις παρούσες συνθήκες»22.

Ωστόσο, μερικοί ηγέτες της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας ευαρεστήθηκαν με αυτή την καταπράυνση του κειμένου του Ένγκελς. Δημοσίευσαν στη «Vorwärts», το κεντρικό όργανο του κόμματος, ένα τόσο πετσοκομμένο απόσπασμα ώστε ο Ένγκελς παρουσιαζόταν –όπως αγανακτισμένος γράφει ο ίδιος στον Κάουτσκι– ως «φιλειρηνικός λάτρης της νομιμότητας quand même (κάτω από όλες τις συνθήκες)»23. Ο Ένγκελς διαμαρτυρήθηκε στον Λίμπκνεχτ κι ενημέρωσε σχετικά τις ηγεσίες άλλων κομμάτων.

Το κείμενο της Εισαγωγής του Ένγκελς, όπως και όλες οι υπόλοιπες –και οι ύστερες– εργασίες του, αποδεικνύει ότι ο Ένγκελς δεν ήταν ποτέ λάτρης του αστικού κοινοβουλευτισμού και των αποκλειστικά ειρηνικών μορφών πάλης. Στην Εισαγωγή του τονίζει ότι είναι αναγκαίο να αξιοποιούνται όλα τα νόμιμα μέσα για την προετοιμασία του προλεταριάτου για τη σοσιαλιστική επανάσταση και ότι αυτό που απαιτείται είναι να συνδέεται επιδέξια η πάλη για τη δημοκρατία με την πάλη για τη σοσιαλιστική επανάσταση. Και σε αυτή την εργασία ο Ένγκελς σημείωσε για άλλη μία φορά ότι η επιλογή των μορφών και της τακτικής της πάλης εξαρτάται πάντα από την ιστορική κατάσταση, ενώ εξήγησε πότε και γιατί πρέπει να προτιμούνται οι ειρηνικές μορφές της επαναστατικής πάλης. Ταυτόχρονα τόνισε ότι η εργατική τάξη πρέπει να κατέχει όλες τις μορφές πάλης, έτσι ώστε σε περίπτωση άσκησης βίας από την Αντίδραση να μπορεί να προσφύγει σε μη ειρηνικές μορφές. Ως τον πιο σημαντικό όρο για την επιτυχία της σοσιαλιστικής επανάστασης, ο Ένγκελς έβλεπε το κέρδισμα των πλατιών λαϊκών μαζών με την υπόθεση της εργατικής τάξης. Γράφει: «Εκεί όπου πρόκειται για μία ολοκληρωτική μετατροπή της κοινωνικής οργάνωσης, εκεί πρέπει να πάρουν μέρος οι ίδιες οι μάζες, πρέπει οι ίδιες να ’χουν κιόλας καταλάβει για τι πρόκειται, γιατί δίνουν το αίμα τους και τη ζωή τους»24. Στο εκλογικό δικαίωμα ο Ένγκελς δεν έβλεπε τίποτα περισσότερο από ένα βαρόμετρο «το οποίο μας πληροφορούσε με ακρίβεια για τη δική μας τη δύναμη και για τη δύναμη όλων των αντίπαλων κομμάτων και μας πρόσφερε έτσι ένα τέτοιο μέτρο για να ρυθμίζουμε τη δράση μας» ενώ το κοινοβούλιο το έβλεπε κυρίως ως «ένα βήμα απ’ όπου [οι αντιπρόσωποί μας] μπορούσαν να μιλούν στους αντιπάλους μας μέσα στη Βουλή, καθώς και στις μάζες έξω από τη Βουλή, με εντελώς διαφορετικό κύρος κι εντελώς διαφορετική ελευθερία απ’ ό,τι γινόταν με τον Τύπο και στις συγκεντρώσεις».25

Την αντίληψή του για το αστικό κράτος ο Ένγκελς την εξέφρασε με ιδιαίτερα καθαρό τρόπο στην Εισαγωγή στο έργο του Μαρξ «Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία» που έγραψε το 1891 και στο έργο του «Η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους». Εκεί αναφέρει: «Στην πραγματικότητα όμως, το κράτος δεν είναι τίποτ’ άλλο παρά μία μηχανή για την καταπίεση μίας τάξης από μία άλλη και μάλιστα όχι λιγότερο στην αστική δημοκρατία απ’ ό,τι γίνεται στη μοναρχία!»26. «Σ’ αυτήν [στην αστική δημοκρατία] ο πλούτος ασκεί έμμεσα την εξουσία του, αλλά γι’ αυτό και πιο σίγουρα»27.

Την ίδια στιγμή, οι Μαρξ και Ένγκελς αναγνώριζαν τη ρεπουμπλικανική δημοκρατία (demokratische Republik)28, τα δημοκρατικά δικαιώματα και ελευθερίες ως πεδίο πάλης της εργατικής τάξης και στρέφονταν αποφασιστικά ενάντια σε κάθε υποτίμηση της πάλης για δημοκρατία. Αυτή η στάση παραμένει σταθερή από το «Κομμουνιστικό Μανιφέστο» μέχρι την Εισαγωγή του Ένγκελς στους «Ταξικούς αγώνες στη Γαλλία». Έτσι, ο Ένγκελς ασκεί στο σχέδιο προγράμματος της Ερφούρτης κριτική, μεταξύ άλλων, κι επειδή σε αυτό λείπει το αίτημα για ρεπουμπλικανική δημοκρατία. Οι Μαρξ και Ένγκελς έβλεπαν στην πάλη για δημοκρατικά δικαιώματα κι ελευθερίες την πάλη της εργατικής τάξης «για το δικό της ζωτικό στοιχείο, για τον αέρα που της χρειάζεται για να μπορεί να αναπνέει»29.

Αν ο Φέτσερ προσπαθεί να παρουσιάσει τα πράγματα λες και ο Ένγκελς υποστηρίζοντας τις ειρηνικές μορφές της επαναστατικής πάλης απομακρυνόταν από τον Μαρξ και από τη δικτατορία του προλεταριάτου, τότε θέλουμε να θυμίσουμε επίσης σε αυτόν τον καθηγητή της πολιτικής επιστήμης και υποτιθέμενο ειδικό στον Μαρξ ότι το 1872 –δηλαδή μετά την Παρισινή Κομμούνα, την οποία χαιρέτησε ως τη μορφή της δικτατορίας του προλεταριάτου που επιτέλους βρέθηκε– ο Μαρξ θεωρούσε απολύτως δυνατό τον ειρηνικό δρόμο της σοσιαλιστικής επανάστασης κάτω από συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες. Σε μία συνάντηση στο Άμστερνταμ, που έλαβε χώρα μετά το τέλος του Συνεδρίου της Χάγης της Α΄ Διεθνούς, ο Μαρξ σημείωνε: «Ο εργάτης οφείλει μία μέρα να πάρει στα χέρια του την πολιτική εξουσία για να οικοδομήσει μία νέα οργάνωση της εργασίας [...] Αλλά εμείς δεν υποστηρίξαμε ποτέ πως η επίτευξη αυτού του σκοπού πρέπει να γίνει με τα ίδια μέσα σ’ όλα τα μέρη. Γνωρίζουμε ότι πρέπει να παίρνονται υπόψη οι θεσμοί, τα ήθη και οι παραδόσεις των διάφορων χωρών. Και δεν αρνιόμαστε πως υπάρχουν χώρες, όπως η Αμερική, η Αγγλία και, αν γνώριζα καλύτερα τους θεσμούς σας, ίσως θα πρόσθετα σ’ αυτές και την Ολλανδία, όπου οι εργάτες μπορούν να επιτύχουν το σκοπό τους με ειρηνικά μέσα. Αλλά κι αν αυτό είναι σωστό, οφείλουμε πάντως να παραδεχτούμε ότι στις περισσότερες χώρες της ηπείρου μοχλός της επανάστασής μας οφείλει να είναι η βία»30.

Και ο Λένιν τόνιζε συνέχεια ότι η εργατική τάξη και το κόμμα της πρέπει να κατέχουν όλες τις μορφές της επαναστατικής πάλης. Η πάλη του ρωσικού προλεταριάτου κάτω από την καθοδήγηση του Λένιν και των μπολσεβίκων, κατά τη μετάβαση από την Επανάσταση του Φλεβάρη στη σοσιαλιστική επανάσταση του Οκτώβρη του 1917, αποτελεί το πιο εξαιρετικό παράδειγμα εφαρμογής αυτής της αρχής στην επαναστατική πράξη.

 

Ο ΕΝΓΚΕΛΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΑΚΟ ΚΟΜΜΑ

 Ένα ιδιαίτερο σημείο της διαστρέβλωσης του έργου του Ένγκελς αφορά τη θέση του Μαρξ και του Ένγκελς για το προλεταριακό κόμμα. Οι αστοί και αναθεωρητές ιδεολόγοι προσπαθούν κι εδώ να κατασκευάσουν αντιθέσεις ανάμεσα στον Μαρξ και τον Ένγκελς καθώς και –κυρίως– ανάμεσα σε αυτούς και τον Λένιν. Ενώ κάποιοι μαρξολόγοι ισχυρίζονται ότι ο Μαρξ έδωσε μικρή προσοχή στο ανεξάρτητο κόμμα της εργατικής τάξης και ότι η ιδέα ενός συγκεντρωτικού προλεταριακού κόμματος ανήκει αρχικά στον Ένγκελς και στη συνέχεια κυρίως στον Λένιν, άλλοι ισχυρίζονται ότι τόσο ο Μαρξ όσο και ο Ένγκελς απέδιδαν μικρή σημασία στα ζητήματα του κόμματος και της οργάνωσης της εργατικής τάξης και ότι το καθήκον της δημιουργίας ενός σφιχτά οργανωμένου κόμματος τέθηκε για πρώτη φορά από τον Λένιν. Γι’ αυτό, σύμφωνα με αυτούς, η βαθύτερη τομή ανάμεσα στο λενινισμό και το «γνήσιο μαρξισμό» βρίσκεται στη λενινιστική διδασκαλία για το προλεταριακό κόμμα.

Ιδιαίτερα τυπικά παραδείγματα για τέτοιες διαστρεβλώσεις της μαρξιστικής θεωρίας για το κόμμα βρίσκει κανείς στους Λέονχαρντ (Leonhard), Βέτερ (Wetter), Τίερ (Thier), Ρούμπελ (Rubel) και ξανά στον Ίρινγκ Φέτσερ. Έτσι, ο Φέτσερ αντιδιαστέλλει τις απόψεις του Ένγκελς και του Λένιν για το κόμμα από τις αντίστοιχες απόψεις του νεαρού Μαρξ.31 Ενώ, όσον αφορά τον Μαρξ, βασίζεται στα πρώιμα έργα του και ιδιαίτερα στην «Κριτική της χεγκελιανής φιλοσοφίας του δικαίου. Εισαγωγή» και στα «Οικονομικά και φιλοσοφικά χειρόγραφα του 1844», όσον αφορά τον Ένγκελς, βασίζεται αντίθετα στα ύστερα γραπτά του και κυρίως στο «Αντι-Ντίρινγκ» κ.ά. Αυτή και μόνο η μέθοδος είναι αποκαλυπτική για την επιστημονική αξία των θεωριών των αστών και των αναθεωρητών.

Φυσικά, η επεξεργασία της μαρξιστικής θεωρίας για το κόμμα, όπως και ο μαρξισμός συνολικά, έχει διατρέξει μία πορεία ανάπτυξης. Με μία πιο προσεκτική ματιά μπορεί κανείς αμέσως να διαπιστώσει ότι ορισμένες ανώριμες ακόμα διατυπώσεις για το κόμμα, τις οποίες κάποιοι επαινούν ιδιαιτέρως, βρίσκονται και στον πρώιμο Ένγκελς, ενώ, από την άλλη, η ώριμη θεωρία για το κόμμα του όψιμου Ένγκελς είναι η ίδια με αυτήν του Μαρξ της ίδιας περιόδου.

Πέραν αυτού όμως, τα συμπεράσματα τα οποία εξάγουν οι μαρξολόγοι από το μαρξιστικό έργο, ακόμα και από τα ίδια τα πρώιμα γραπτά του και τα πρώτα βήματα για τη δημιουργία ενός κομμουνιστικού κόμματος, αποτελούν αβάσιμες εικασίες. Έτσι, ο Φέτσερ ισχυρίζεται ότι ο Μαρξ κατανοούσε την ανάπτυξη της σοσιαλιστικής συνείδησης στην εργατική τάξη ως αυθόρμητη διαδικασία και ουδέποτε υπερασπίστηκε την αναγκαιότητα της απ’ έξω από το κόμμα διείσδυσης της σοσιαλιστικής ιδεολογίας στην εργατική τάξη.

Τι μένει όμως από αυτή την «ανακάλυψη» του Φέτσερ, αν αντιπαραθέσουμε σε αυτήν τέτοιες σκέψεις του Μαρξ από την πρώιμη εργασία του «Κριτική της χεγκελιανής φιλοσοφίας του δικαίου. Εισαγωγή» –η οποία αποτελεί για τον Φέτσερ και το επίκεντρο της αντίληψής του για τον Μαρξ– όπως: «...η θεωρία γίνεται υλική δύναμη όταν κατακτά τις μάζες»32 ή «Όπως η φιλοσοφία βρίσκει στο προλεταριάτο τα υλικά της όπλα, έτσι και το προλεταριάτο βρίσκει στη φιλοσοφία τα πνευματικά του όπλα...»33; Έτσι, ο νεαρός Μαρξ έβλεπε ήδη τη σοσιαλιστική θεωρία ως μία εξωτερική δύναμη η οποία έρχεται στις μάζες απ’ έξω και πρέπει να τις κατακτήσει.

Δεύτερον, ο Φέτσερ ισχυρίζεται ότι ο Μαρξ δεν έκανε ποτέ διάκριση ανάμεσα στο κόμμα και την τάξη. Μπορεί να διατυπώσει αυτό τον ισχυρισμό μόνο αν –σε αυτή την ερμηνεία του Μαρξ– παραβλέψει εσκεμμένα ένα τόσο θεμελιώδες έργο του μαρξισμού όπως το «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος». Στο Μανιφέστο οι Μαρξ και Ένγκελς αφιερώνουν ως γνωστόν ένα ολόκληρο κεφάλαιο –που φέρει την επικεφαλίδα «Προλετάριοι και κομμουνιστές»– στη σχέση της εργατικής τάξης και του κόμματος. Σε αυτό το κεφάλαιο οι θεμελιωτές του επιστημονικού σοσιαλισμού τονίζουν από τη μία ότι οι κομμουνιστές «δεν έχουν συμφέροντα που ξεχωρίζουν από τα συμφέροντα του προλεταριάτου στο σύνολό του»34, ότι αποτελούν δηλαδή τμήμα της τάξης. Από την άλλη, ωστόσο, υπογραμμίζουν το ρόλο των κομμουνιστών ως συνειδητής πρωτοπορίας της τάξης. «Οι κομμουνιστές διαφέρουν από τα άλλα προλεταριακά κόμματα μονάχα κατά τούτο: ότι από τη μία μεριά, στους διάφορους εθνικούς αγώνες των προλετάριων τονίζουν και προβάλλουν τα συμφέροντα που είναι κοινά σ’ όλο το προλεταριάτο κι ανεξάρτητα από την εθνότητα. Και από την άλλη, ότι στις διάφορες βαθμίδες ανάπτυξης του αγώνα ανάμεσα στο προλεταριάτο και στην αστική τάξη, εκπροσωπούν πάντα τα συμφέροντα του κινήματος στο σύνολό του. Στην πράξη, λοιπόν, οι κομμουνιστές είναι το πιο αποφασιστικό τμήμα των εργατικών κομμάτων όλων των χωρών, το τμήμα που τα κινεί πάντα προς τα μπρος. Θεωρητικά, πλεονεκτούν από την υπόλοιπη μάζα του προλεταριάτου με τη σωστή αντίληψη για τις συνθήκες, την πορεία και τα γενικά αποτελέσματα του προλεταριακού κινήματος»35.

Τρίτον, ο Φέτσερ και άλλοι μαρξολόγοι ισχυρίζονται ότι οι Μαρξ και Ένγκελς δε συνέδεαν την έννοια του κόμματος με μία γερή οργάνωση. Η πιο χτυπητή διάψευση αυτής της διαστρέβλωσης του μαρξισμού είναι το καταστατικό της Ένωσης των Κομμουνιστών, του πρώτου κομμουνιστικού κόμματος, που συνέταξαν οι Μαρξ και Ένγκελς.36 Εδώ διατυπώνεται για πρώτη φορά η προλεταριακή οργανωτική αρχή της στενής σύνδεσης εσωκομματικής δημοκρατίας και συγκεντρωτισμού. Η ικανότητα δράσης του προλεταριακού κόμματος μπορεί να προκύψει μόνο μέσω της αδιαχώριστης ενότητας προγράμματος, πολιτικής και οργάνωσης. Οι Μαρξ και Ένγκελς θεωρούσαν ως πρώτη προϋπόθεση για την ένταξη στην Ένωση την «αποδοχή του κομμουνισμού», δηλαδή την αναγνώριση του επιστημονικού σοσιαλισμού ως θεωρητικού-ιδεολογικού θεμελίου του κόμματος. Η ιδεολογική ενότητα του κόμματος ήταν γι’ αυτούς η πρώτη προϋπόθεση για την ενιαία θέληση και την ενιαία δράση του κόμματος. Παράλληλα, όμως, το καταστατικό απαιτούσε και την ενεργή προσωπική δραστηριοποίηση για την επίτευξη των πολιτικών στόχων, την υποταγή στην κοινή υπόθεση και την αυστηρή προλεταριακή πειθαρχία. Η οργανωτική δομή συνέδεε την πλατιά εσωκομματική δημοκρατία στην οικοδόμηση και στη ζωή της Ένωσης με τη δεσμευτική υποχρέωση κάθε μέλους και οργάνου να εκτελεί αυστηρά τις εντολές και τις αποφάσεις των εκλεγμένων ανώτερων οργάνων. Αυτές οι αρχές αποτελούν σήμερα συστατικό μέρος των καταστατικών των κομμουνιστικών κι εργατικών κομμάτων.

Οι ισχυρισμοί των αστών και των αναθεωρητών μαρξολόγων ότι ο Μαρξ ή οι Μαρξ και Ένγκελς έδωσαν μικρή σημασία στο κόμμα της εργατικής τάξης αποδεικνύονται λοιπόν με μία πιο προσεκτική παρατήρηση ως χοντροειδείς παραχαράξεις της αλήθειας, οι οποίες στοχεύουν να αφαιρέσουν από το μαρξισμό τη διδασκαλία για το κόμμα του προλεταριάτου για να αφοπλίσουν την εργατική τάξη. Στην πραγματικότητα, οι Μαρξ και Ένγκελς συνέδεαν από την αρχή την αιτιολόγηση της κοσμοϊστορικής αποστολής της εργατικής τάξης με τη διαπίστωση ότι η εργατική τάξη μπορεί να εκπληρώσει τον ιστορικό της ρόλο μόνο αν καθοδηγείται από ένα αυτοτελές ταξικό κόμμα. Γι’ αυτό η απάρνηση της «οργάνωσης του προλεταριάτου ως αυτοτελούς πολιτικού κόμματος» ταυτιζόταν σύμφωνα με τους Μαρξ και Ένγκελς με την τοποθέτηση [σ.μ.: εκείνου που την υποστήριζε] «έξω απ’ το προλεταριακό κίνημα και μέσα στον μικροαστικό σοσιαλισμό».37

Το πόσο μεγάλη σημασία απέδιδαν οι θεμελιωτές του επιστημονικού σοσιαλισμού στο προλεταριακό κόμμα, το υπογράμμισε ο Ένγκελς ακόμα μία φορά στο τέλος της ζωής του, όταν διαπίστωνε: «Για να είναι το προλεταριάτο τη μέρα της κρίσης αρκετά ισχυρό για να νικήσει, είναι απαραίτητο –και αυτό το υποστηρίζουμε ο Μαρξ και εγώ από το 1847– να δημιουργηθεί ένα ξεχωριστό κόμμα, διακριτό από όλα τα άλλα και αντίπαλα προς αυτό κόμματα, ένα δυναμικό ταξικό κόμμα»38.

Οι Μαρξ και Ένγκελς δεν περιορίστηκαν όμως στη θεμελίωση της αναγκαιότητας ενός αυτοτελούς προλεταριακού κόμματος, αλλά δημιουργώντας την Ένωση των Κομμουνιστών και τη Διεθνή Ένωση Εργατών και στηρίζοντας την ανάπτυξη μαρξιστικών κομμάτων στις ξεχωριστές χώρες, έδρασαν ενεργά για τη διαμόρφωση και την –βασισμένη σε σταθερές αρχές– ανάπτυξη ενός τέτοιου κόμματος.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

* Μετάφραση από το γερμανικό περιοδικό «Marxistische Blätter», τ. 4-95. Το κείμενο αποτελεί απόσπασμα από διάλεξη που έδωσε ο Willi Gerns σε διεθνή συνδιάσκεψη που διοργάνωσε το Γερμανικό Κομμουνιστικό Κόμμα (DKP), το Νοέμβρη του 1970, προς τιμήν των 150 χρόνων από τη γέννηση του Φρίντριχ Ένγκελς.

1. Φρ. Ένγκελς: «Ο Λουδοβίκος Φόιερμπαχ και το τέλος της κλασικής γερμανικής φιλοσοφίας», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», 2007, σελ. 43-44 (υποσημ. 2).

2. Γερμανική έκδοση των Απάντων Μαρξ - Ένγκελς, «Marx-Engels Werke» (MEW), τ. 31, σελ. 323.

3. Σ.μ.: Για την επεξεργασία των χειρόγραφων του Μαρξ για το δεύτερο τόμο του «Κεφαλαίου» και την ιστορία της έκδοσης του, αξίζει ιδιαίτερα να διαβαστεί το άρθρο της Λ.Λ. Βάσινα, «Δεύτερος τόμος του “Κεφαλαίου”», ΚΟΜΕΠ, τ. 4/2003, σελ. 105-128.

4. Γερμανική έκδοση έργων του Β. Ι. Λένιν, «W. I. Lenin, Werke», τ. 2, σελ. 12.

5. Γερμανική έκδοση των Απάντων Μαρξ - Ένγκελς, «Marx-Engels Werke» (MEW), τ. 22, σελ. 231-232.

6. Ό.π., σελ. 456.

7. Ό.π.

8. Φρ. Ένγκελς: «Αντι-Ντίρινγκ», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», 2006, σελ. 431. Σ.μ.: Εδώ ο Ένγκελς αναφέρεται στην αλληλεπίδραση παραγωγικών δυνάμεων και σχέσεων παραγωγής, η οποία δεν αναιρείται ούτε στην κρατική καπιταλιστική ιδιοκτησία.

9. Μαρξ - Ένγκελς Ι, Studienausgabe, Φρανκφούρτη, 1966, σελ. 10. Σ.μ.: Η λέξη «Diamat» αποτελεί συντομογραφία του «διαλεκτικού υλισμού». Η συγκεκριμένη συντομογραφία χρησιμοποιείται πολλές φορές υποτιμητικά από αστούς και οπορτουνιστές φιλόσοφους για να δείξει την –κατά τη γνώμη τους– σχηματική μορφή που πήρε ο διαλεκτικός υλισμός στην ΕΣΣΔ.

10. Ό.π.

11. Μαρξ - Ένγγκελς ΙV, Studienausgabe, Φρανκφούρτη, 1966, σελ. 9.

12. Γερμανική έκδοση των Απάντων Μαρξ - Ένγκελς, «Marx-Engels Werke» (MEW), τ. 19, σελ. 185. Σ.μ.: Ολόκληρη η σχετική πρόταση από τον πρόλογο του Μαρξ στη γαλλική έκδοση της «Εξέλιξης του σοσιαλισμού από την ουτοπία στην επιστήμη» (η οποία βασίζεται στο υλικό τριών κεφαλαίων του «Αντι-Ντίρινγκ») έχει ως εξής: «Τη νέα σειρά άρθρων στην οποία έδωσε τον ειρωνικό τίτλο “Ο κύριος Ντίρινγκ και η ανατροπή της επιστήμης” (σε απάντηση των δήθεν νέων θεωριών του κυρίου Όιγκεν Ντίρινγκ για την επιστήμη γενικά αλλά και για το σοσιαλισμό ειδικά), [σ.μ.: ο Ένγκελς] την έστειλε στη Vorwärts. Αυτή η σειρά συγκεντρώθηκε σε έναν τόμο και είχε μεγάλη επιτυχία στους Γερμανούς σοσιαλιστές. Στην παρούσα μπροσούρα παρουσιάζουμε τα πιο σημαντικά αποσπάσματα από το θεωρητικό μέρος του βιβλίου τα οποία αποτελούν κατά κάποιο τρόπο μία εισαγωγή στον επιστημονικό σοσιαλισμό».

13. Ladislaus Rudas, «Arbeiterliteratur», Βιέννη, 1924, Τετράδια 9, 10, 12.

14. Kurt Reiprich, «Die philosophisch-natuwissenschaftlichen Arbeiten von Karl Marx und Friedrich Engels», Βερολίνο, 1969.

15. Robert Steigerwald, «Herbert Marcuses ‘dritter’ Weg», Βερολίνο, 1969, σελ. 28.

16. Σ.μ.: Πιο συγκεκριμένα, ο Ένγκελς στο απόσπασμα από τον Πρόλογο του βιβλίου αναφέρει: «Η δική μου εργασία μονάχα ελάχιστα μπορεί ν’ αντικαταστήσει εκείνο που δεν αξιώθηκε να κάνει ο αείμνηστος φίλος μου. Όμως στις λεπτομερειακές περιλήψεις του από τον Μόργκαν [σμ: και το βιβλίο του “Ancient Society”] βρίσκω κριτικές παρατηρήσεις που τις παραθέτω εδώ όσο γίνεται» (Φρ. Ένγκελς: «Η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους», εκδ. «Σύγχρονη», 1997, σελ. 7).

17. Επιστολή του Φρ. Ένγκελς στον Κόνραντ Σμιτ, 27 Οκτώβρη 1890, στη Γερμανική έκδοση των Απάντων Μαρξ - Ένγκελς, «Marx - Engels Werke» (MEW), τ. 37, σελ. 494.

18. Μαρξ - Ένγκελς: «Διαλεχτά Έργα», τ. ΙΙ, σελ. 584-586.

19. Μαρξ - Ένγκελς Ι, Studienausgabe, Φρανκφούρτη, 1966, σελ. 10.

20. Σ.μ.: Με τη φράση «σε όλες τις συνθήκες» υπονοούνται εδώ όλα τα καπιταλιστικά κράτη, ανεξαρτήτως του βαθμού ανάπτυξης (ή μη) των κοινοβουλευτικών θεσμών.

21. Σ.μ.: Το διάστημα από το 1878 μέχρι το 1890 στη Γερμανία ήταν σε ισχύ ο «Νόμος ενάντια στις επικίνδυνες επιδιώξεις της Σοσιαλδημοκρατίας» με τον οποίο απαγορεύονταν οι σοσιαλιστικές, σοσιαλδημοκρατικές, κομμουνιστικές ενώσεις, συγκεντρώσεις και αναλύσεις που διακήρυσσαν το στόχο της ανατροπής της υπάρχουσας κρατικής και κοινωνικής τάξης.

22. Γερμανική έκδοση των Απάντων Μαρξ - Ένγκελς, «Marx-Engels Werke» (MEW), τ. 39, σελ. 446.

23. «Ένγκελς στον Καρλ Κάουτσκι», 1η Απρίλη 1895, ό.π., σελ. 452.

24. Κ. Μαρξ: «Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία από το 1848 ως το 1850» (Εισαγωγή του Φρ. Ένγκελς), εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 2012, σελ. 28-29.

25. Ό.π., σελ. 22-23.

26. Κ. Μαρξ: «Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία» (Εισαγωγή του Φρ. Ένγκελς), εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 2000, σελ. 22.

27. Κ. Μαρξ: «Η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 1997, σελ. 213.

28. Σ.μ.: Τόσο οι Μαρξ και Ένγκελς όσο και αργότερα ο Λένιν θεωρούσαν τη ρεπουμπλικανική δημοκρατία ως την ανώτερη μορφή της αστικής δημοκρατίας με πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις των ΗΠΑ και της Ελβετίας, ενώ παράλληλα ξεκαθάριζαν ότι ακόμα και αυτή αποτελεί μορφή της δικτατορίας του κεφαλαίου που βασίζεται στην εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο και αποκλείει την ουσιαστική συμμετοχή του λαού στην εξουσία.

29. Γερμανική έκδοση των Απάντων Μαρξ - Ένγκελς, «Marx - Engels Werke» (MEW), τ. 16, σελ. 77.

30. Κ. Μαρξ: «Λόγος για το Συνέδριο της Χάγης (8 Σεπτέμβρη 1872)», στο Κ. Μαρξ-Φρ. Ένγκελς: «Για τον Αναρχισμό», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 2015, σελ. 108. Σημ. ΚΟΜΕΠ: Το απόσπασμα αυτό διατυπώθηκε το 1872, λίγο μόλις καιρό μετά τη βίαιη καταστολή της Παρισινής Κομμούνας. Όπως φαίνεται και από τη «Συνέντευξη με τον Καρλ Μαρξ» που δημοσιεύτηκε στο προηγούμενο τεύχος της ΚΟΜΕΠ, ο Μαρξ –όπως και τα υπόλοιπα ηγετικά στελέχη της Διεθνούς Ένωσης Εργατών– χρησιμοποιούσε εκείνη την περίοδο κάποιες διπλωματικές διατυπώσεις έτσι ώστε να μη δώσει ερείσματα στην οξυμμένη καταστολή της Διεθνούς, σε μία περίοδο όπου μια σειρά αστικές κυβερνήσεις την στοχοποιούσαν ανοιχτά ως εκείνη τη δύναμη που βρίσκεται πίσω από την Κομμούνα και ζητούσαν την καταστολή της. Ωστόσο είναι σαφές ότι εκείνη την περίοδο οι Μαρξ και Ένγκελς είχαν καταλήξει στην ανάγκη της επαναστατικής κατάκτησης της εξουσίας από την εργατική τάξη, ανεξαρτήτως αν υπάρχουν αναπτυγμένοι κοινοβουλευτικοί θεσμοί ή όχι. Υπενθυμίζουμε ότι στην ίδια συνέντευξη, σε σημείωση του δημοσιογράφου ότι στην Αγγλία οι στόχοι της Διεθνούς θα μπορούσαν να επιτευχθούν μέσω της προπαγάνδας και «χωρίς τα βίαια μέσα της επανάστασης», ο Μαρξ απάντησε: «Δεν είμαι τόσο αισιόδοξος σε αυτό το σημείο όσο εσείς. Η αγγλική μεσαία τάξη πάντα ήταν αρκετά πρόθυμη να αποδεχτεί την ετυμηγορία της πλειοψηφίας, στο βαθμό που απολαμβάνει το μονοπώλιο στις εκλογές. Αλλά, σημειώστε το, τη στιγμή που θα καταψηφιστεί σε κάτι που θεωρεί ζωτικής σημασίας, θα δούμε έναν καινούργιο πόλεμο των δουλοκτητών».

31. Βλ. Ι. Fetscher, «Der Marxismus. Seine Geschichte in Dokumenten», Μόναχο, 1967, ιδιαίτερα τις σελ. 617-619 και Ι. Fetscher, «Karl Marx und der Marxismus. Von der Philosophie des Proletariats zur proletarischen Weltanschauung», Μόναχο, 1967, σελ. 123-131.

32. Γερμανική έκδοση των Απάντων Μαρξ - Ένγκελς, «Marx - Engels Werke» (MEW), τ. 1, σελ. 385.

33. Ό.π., σελ. 39.

34. Κ. Μαρξ - Φρ. Ένγκελς: «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 1994, σελ. 41.

35. Ό.π.

36. Γερμανική έκδοση των Απάντων Μαρξ - Ένγκελς, «Marx - Engels Werke» (MEW), τ. 4, σελ. 596-601.

37. Φρ. Ένγκελς: «Για το ζήτημα της κατοικίας», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 2012, σελ. 119.

38. «Ένγκελς στον Γκέρσον Τρίερ (Gerson Trier), 18 Δεκέμβρη 1889», στη Γερμανική έκδοση των Απάντων Μαρξ - Ένγκελς, «Marx - Engels Werke» (MEW), τ. 37, σελ. 326.