ΤΟ «ΕΜΠΟΡΙΟ ΕΛΠΙΔΑΣ» ΤΟΥ ΣΥΡΙΖΑ

Με ένα διάγγελμα από την Ιθάκη που εστιάζει στο «εμπόριο ελπίδας», σηματοδότησε την έναρξη της προεκλογικής περιόδου ο πρωθυπουργός Αλ. Τσίπρας.

Βασικό επιχείρημα της κυβέρνησης είναι πως η νέα «μεταμνημονιακή» εποχή θα φέρει φιλολαϊκή οικονομική ανάπτυξη, αφού η «προοδευτική κυβέρνηση» ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, έχοντας πλέον ανακτήσει τη χάραξη της οικονομικής πολιτικής της χώρας, θα απλώσει τα οφέλη της ανάπτυξης σε ολόκληρη την κοινωνία, επαναφέροντας τη χώρα στην περίφημη «Ευρωπαϊκή Κανονικότητα».

Τα Μνημόνια, ισχυρίζεται η κυβέρνηση, είχαν ως αποτέλεσμα τη «δέσμευση» της οικονομικής πολιτικής σε συγκεκριμένες κατευθύνσεις-απαιτήσεις των δανειστών, ενώ η έξοδος από αυτά επιτρέπει πλέον την εκπόνηση αυτοτελούς οικονομικής πολιτικής από την κάθε κυβέρνηση, φέρνοντας στην επιφάνεια και τις τεράστιες, τάχα, διαφορές μεταξύ των πολιτικών σχεδίων της κυβέρνησης και της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

 

Οι στόχοι του κυβερνητικού αφηγήματος είναι πολλαπλοί:

– Να καλλιεργήσει κλίμα «αλλαγής σελίδας» και να αλλάξει την ατζέντα της πολιτικής αντιπαράθεσης, στη βάση του κυβερνητικού ισχυρισμού πως η μεταμνημονιακή περίοδος είναι διαφορετική από τη μνημονιακή, πως η σχέση με τους εργαζόμενους και τα λαϊκά στρώματα μπορεί να ξαναγραφτεί διαφορετικά.

– Να εμφανίσει ως αιτία της κρίσης και των προβλημάτων των εργαζόμενων τα Μνημόνια και τις προηγούμενες κυβερνήσεις της «συντήρησης» και της διαφθοράς.

– Να χαράξει κάλπικες διαχωριστικές γραμμές με τη ΝΔ, προωθώντας τη θέση πως συγκρούεται η πρόοδος με τη συντήρηση.

Το νέο κυβερνητικό αφήγημα είναι απατηλό και αποπροσανατολιστικό στον πυρήνα του. Η αστική πολιτική καθορίζεται από τις ανάγκες κερδοφορίας και διευρυμένης αναπαραγωγής του κεφαλαίου. Γι’ αυτόν το λόγο, η πολιτική την περίοδο της ανάπτυξης διέπεται από τις ίδιες αντιλαϊκές κατευθύνσεις της προηγούμενης περιόδου, με τις αναγκαίες προσαρμογές στις νέες απαιτήσεις της άρχουσας τάξης.

 

Η ΑΝΤΙΛΑΪΚΗ ΕΞΟΔΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ

 Το αφήγημα αυτό δεν αναπτύσσεται στο κενό. Οι οικονομικές εξελίξεις και η νέα φάση που βρίσκεται η εγχώρια οικονομία αξιοποιούνται για να καλλιεργηθεί η εικόνα της αποτελεσματικής οικονομικής πολιτικής που φέρνει θετικά αποτελέσματα και για το κεφάλαιο και για τους εργαζόμενους.

Η εγχώρια καπιταλιστική οικονομία βρίσκεται σε φάση αναιμικής ανάκαμψης τους τελευταίους 18 μήνες. Το ΑΕΠ το 2017 ανήλθε στα 187,089 δισ. € και αυξήθηκε κατά 1,4% σε σχέση με το 2016, σημειώνοντας αύξηση κάθε τρίμηνο του έτους, ενώ το B΄ τρίμηνο του 2018 το ΑΕΠ παρουσίασε αύξηση 0,2% σε σχέση με το A΄ τρίμηνο του 2018 και 1,8% σε σχέση με το B΄ τρίμηνο του 2017. Το 2018 το ΑΕΠ προβλέπεται να αυξηθεί κατά περίπου 2%.1 Σημειώνουμε ωστόσο πως η αύξηση του ΑΕΠ είναι μικρότερη από τις προβλέψεις της κυβέρνησης, που εκτιμούσε, στην εισηγητική έκθεση του Προϋπολογισμού του 2018, αύξηση 1,6% για το 2017 και προέβλεπε αύξηση 2,5% για το 2018. Σημειώνουμε επίσης πως το 2017 η αύξηση του ΑΕΠ αποδίδεται σχεδόν αποκλειστικά σε αύξηση των επενδύσεων, με την ιδιωτική κατανάλωση να παραμένει στάσιμη.

Πρέπει να κάνουμε ορισμένες βασικές επισημάνσεις:

Από τη μία, η βελτίωση του ρυθμού ανάπτυξης, ακόμα και σε ένα ρυθμό της τάξης του 2% του ΑΕΠ, δεν οδηγεί στην επαναφορά στα προ κρίσης επίπεδα σε κάποιο σύντομο χρονικό ορίζοντα. Το ΑΕΠ έχει υποχωρήσει κατά 25% σε σχέση με τα επίπεδα του 2008 και απαιτείται περίπου μία δεκαετία με ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης 2% προκειμένου να επανέλθει στα επίπεδα του 2008.

Η αύξηση του ΑΕΠ δε σημαίνει επίσης ίδια κατανομή με αυτήν που είχε προηγουμένως. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της αύξησης το 2017, όπου, παρά την αύξηση κατά 1,4%, η ιδιωτική κατανάλωση παρέμεινε πρακτικά σταθερή. Αυτό δεν πρέπει φυσικά να εκπλήσσει, καθώς η καπιταλιστική ανάπτυξη δεν μπορεί να γίνει, σε τελευταία ανάλυση, διαφορετικά παρά σε βάρος των εργαζόμενων. Γι’ αυτό και διαχρονικά το μερίδιο του ετήσιου κοινωνικού πλούτου που καρπώνονται οι εργαζόμενοι φθίνει σε ολόκληρο τον κόσμο.

 Φυσικά η αναντιστοιχία μισθών σε σχέση με την παραγωγικότητα και τις ανάγκες χαρακτήριζε και εκείνη την περίοδο. Αρκεί να θυμηθούμε τις ελαστικές εργασιακές σχέσεις, τις αλλαγές στο Ασφαλιστικό, τους μειωμένους μισθούς για τους νέους κ.ά.

Τέλος, η διατήρηση, σε μεσοπρόθεσμη βάση, τέτοιων ρυθμών ανάπτυξης είναι επισφαλής. Οι θετικοί ρυθμοί ανάπτυξης της εγχώριας οικονομίας, σε μεγάλο βαθμό, οφείλονται σε θετικούς ρυθμούς της παγκόσμιας και της ευρωπαϊκής οικονομίας, που επιδρούν στην ελληνική μέσα από τις διεθνείς μεταφορές και τον αλλοδαπό τουρισμό, που αποτελούν πολύ σημαντικά τμήματα της εγχώριας οικονομίας. Μια εκδήλωση νέας διεθνούς καπιταλιστικής κρίσης ενδέχεται να οδηγήσει σε σημαντική συστολή τόσο στο διεθνή τουρισμό2 όσο και στις διεθνείς μεταφορές3, και κατ’ επέκταση σε εντονότερη επίδραση στην ελληνική οικονομία σε σχέση με τις υπόλοιπες οικονομίες διεθνώς. Καθώς το ενδεχόμενο εκδήλωσης μιας νέας κρίσης το επόμενο διάστημα είναι ανοιχτό, η προοπτική μιας σταθερής ανάπτυξης για χρονικό διάστημα δεκαετίας είναι τουλάχιστον επισφαλής. Παράλληλα, η εγχώρια οικονομία επηρεάζεται έντονα από την κατάσταση της περιοχής. Καθώς η περιοχή της ΝΑ Μεσογείου βρίσκεται σε «αναβρασμό», που οξύνεται και από τις συνεχείς επεμβάσεις του ΝΑΤΟ, η πιθανότητα εμπλοκής της χώρας ακόμα και σε πολεμικές περιπέτειες είναι αυξημένη, και μια τέτοια εξέλιξη θα έχει δραστικά αρνητικές συνέπειες στην εξέλιξη της εγχώριας οικονομίας.

Από την άλλη, αυτή η βελτίωση της οικονομίας δημιουργεί ορισμένα μικρά περιθώρια ελιγμών για την εγχώρια αστική τάξη. Πιο συγκεκριμένα, χωρίς να αναιρείται η κατεύθυνση, δημιουργείται η δυνατότητα αλλαγής της έντασης ή/και του ρυθμού προώθησης νέων αντιλαϊκών μέτρων. Για παράδειγμα, η νέα μείωση των συντάξεων που έχει ήδη ψηφιστεί για τις αρχές του επόμενου έτους μπορεί να καθυστερήσει, ενώ το νέο αφορολόγητο, η εφαρμογή του οποίου έχει προαποφασιστεί για τις αρχές του 2020, θα μπορούσε τελικά να μην είναι τόσο χαμηλό όσο έχει προβλεφθεί. Μια τέτοια δυνατότητα μπορεί να μετουσιωθεί σε πραγματικότητα για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας ή ευρύτερα λόγω ανάγκης (επανα)σφυρηλάτησης κοινωνικών συμμαχιών από την αστική τάξη. Φυσικά, μια τέτοια εξέλιξη δε θα αντιταχτεί στην αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης που απαιτεί η καπιταλιστική ανάπτυξη. Τα περιθώρια ελιγμών δεν εκφράζουν τελικά τίποτε άλλο παρά μια σημαντική αύξηση της παραγωγικότητας –για το κεφάλαιο– ενώ το κομμάτι της που καρπώνονται οι εργαζόμενοι είμαι μικρό. Η ψαλίδα μισθών-παραγωγικότητας συνεχίζει να διευρύνεται.

 

Ο ΤΑΞΙΚΟΣ ΧΑΡΑΚTHΡΑΣ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΤΩΝ ΜΝΗΜΟΝΙΩΝ

 Στην πραγματικότητα όμως, το κυβερνητικό αφήγημα για τάχα φιλολαϊκή στροφή της πολιτικής μετά τη «λήξη» των Μνημονίων είναι σαθρό από τα γεννοφάσκια του. Η πολιτική των Μνημονίων δεν αποτελεί ένα «νεοφιλελεύθερο πείραμα» που εφαρμόστηκε στη χώρα μας. Αντίθετα, αποτελεί τη νομοτελειακή προώθηση και στήριξη των αναγκών κερδοφορίας του μεγάλου κεφαλαίου.

 Η οικονομική πολιτική κάθε αστικής κυβέρνησης, στην Ελλάδα, στην ΕΕ, σε κάθε καπιταλιστική χώρα, έχει ως στόχο την καπιταλιστική ανάπτυξη, ανάπτυξη με γνώμονα την αύξηση των κερδών των μονοπωλίων. Πρόκειται για τη διαχρονική πολιτική της ΕΕ διασφάλισης της ανταγωνιστικότητας.

Σε όλα τα κράτη-μέλη της ΕΕ, η ανταγωνιστικότητα των μονοπωλίων διασφαλίστηκε και διασφαλίζεται με φθηνή εργατική δύναμη, επίθεση στα κοινωνικά δικαιώματα, διευκολύνσεις στη δράση του μεγάλου κεφαλαίου, κανονιστικές, χωροταξικές και χρηματοδοτικές, επιτάχυνση των ιδιωτικοποιήσεων και της «απελευθέρωσης» της αγοράς.

 

Η ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΑΠΑΙΤΕΙ ΕΝΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ

 Η πολιτική αυτή δεν είναι τυχαία, ούτε οφείλεται σε κυριαρχία κάποιων δογματικών νεοφιλελεύθερων πολιτικών, όπως συνεχίζουν να βαυκαλίζονται οι κάθε λογής απολογητές του καπιταλισμού. Όπως απέδειξε ο Μαρξ, στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής το κεφάλαιο, καθώς συσσωρεύεται συνεχώς σε ολοένα και αυξανόμενο μέγεθος, χρειάζεται να αυξάνει το βαθμό εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης προκειμένου να διατηρεί ικανοποιητικό ποσοστό κερδοφορίας.

Η απαξίωση τμήματος του κεφαλαίου κατά τη διάρκεια κάθε καπιταλιστικής κρίσης και η διαδικασία συγκεντροποίησής του που επιταχύνεται ενεργά με την κρατική πολιτική, η διατήρηση ενός τμήματος του συσσωρευμένου πλούτου σε μη κεφαλαιακή μορφή4 αποτελούν άλλους τρόπους με τους οποίους το κεφάλαιο διατηρεί το ποσοστό κερδοφορίας του. Πλευρές της αστικής πολιτικής, όπως η πολιτική των ιδιωτικοποιήσεων και η προώθηση της «απελευθέρωσης» αντανακλούν αυτούς τους τρόπους στήριξης της κερδοφορίας του μεγάλου κεφαλαίου.

Όμως, οι τρόποι αυτοί μπορούν να στηρίξουν την κερδοφορία του μεγάλου κεφαλαίου για ένα περιορισμένο χρονικό διάστημα. Η «απελευθέρωση» των αγορών και η προώθηση της συγκεντροποίησης δίνουν μια προσωρινή ώθηση στο ποσοστό κέρδους του κεφαλαίου.

Γι’ αυτόν το λόγο, η αύξηση της υπεραξίας που απομυζά το κεφάλαιο είναι ο βασικός παράγοντας διατήρησης του ποσοστού κέρδους, στήριξης της κερδοφορίας του κεφαλαίου.

Η αυξημένη παραγωγικότητα της εργασίας ενός τμήματος του κεφαλαίου, σε ένα κράτος ή σε μια ομάδα κρατών, μπορεί φυσικά να οδηγήσει σε μια αύξηση των κερδών του κεφαλαίου, όπως συνέβη ιστορικά σε προηγούμενες δεκαετίες στη Δυτική Ευρώπη και στις ΗΠΑ, και σε τέτοιες περιόδους, με μισθούς που μπορεί ακόμα και να αυξάνονται όταν υπάρχουν και ειδικοί πολιτικοί λόγοι. Όμως, η αύξηση των μισθών υπολείπεται πάντα σε σχέση με την αύξηση της παραγωγικότητας, και το μερίδιο του κοινωνικού πλούτου που απολαμβάνουν οι εργαζόμενοι φθίνει. Η εργατική τάξη εξαθλιώνεται σχετικά και καλύπτει ένα ολοένα και μικρότερο κομμάτι των αναγκών που διαμορφώνει το νέο επίπεδο παραγωγικότητας. Παράλληλα, η διαφορά παραγωγικότητας δεν μπορεί να διατηρηθεί αιώνια, καθώς η καινοτομία και οι όροι αυξημένης παραγωγικότητας διαχέονται στα ανταγωνιστικά τμήματα του κεφαλαίου, σε άλλα κράτη. Έτσι, η δυνατότητα αυξημένης κερδοφορίας σταδιακά μειώνεται και ο καπιταλισμός καταφεύγει στη φθηνή εργατική δύναμη. Γι’ αυτό και η χρυσή περίοδος του καπιταλισμού στη Δυτική Ευρώπη και στις ΗΠΑ ήταν ένα σύντομο διάλειμμα.

 Σε πείσμα όλων των απολογητών του καπιταλισμού, όλων των ιδεολόγων της ταξικής συνεργασίας, ο βασικός τρόπος διασφάλισης αυξανόμενων κερδών για το κεφάλαιο ήταν, είναι και θα παραμείνει η πίεση για φθηνή εργατική δύναμη.

Η αύξηση της υπεραξίας είτε μέσα από παράταση του εργάσιμου χρόνου είτε μέσα από μικρότερο μισθό που παίρνει ο εργαζόμενος για τον ίδιο χρόνο, ανεξάρτητα από τη μορφή που λαμβάνει αυτή η απομύζηση, είναι οργανικό διαχρονικό στοιχείο του καπιταλιστικού δρόμου ανάπτυξης.

 Η φθηνή εργατική δύναμη είναι η κυρίαρχη προϋπόθεση για τη διασφάλιση της κερδοφορίας του μεγάλου κεφαλαίου.

Και η αστική πολιτική στην Ελλάδα και σε κάθε αστικό κράτος, που έχει ως δομικό ταξικό ρόλο τη διασφάλιση της κερδοφορίας του μεγάλου κεφαλαίου που κυριαρχεί στην κοινωνική παραγωγή του σύγχρονου καπιταλισμού, υπηρετεί αυτόν το στόχο. Η κρατική αστική πολιτική περιλαμβάνει φυσικά διάφορα μέσα για την ολόπλευρη στήριξη της κερδοφορίας και της ανταγωνιστικότητας του κεφαλαίου, όπως την άμεση στήριξηή του, τη διαμόρφωση κατάλληλου θεσμικού πλαισίου, την προστασία του εγχώριου κεφαλαίου. Όμως, κεντρικός στόχος της αστικής πολιτικής είναι η διασφάλιση φθηνής εργατικής δύναμης.

 

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΦΘΗΝΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΔΥΝΑΜΗΣ

 Πρέπει να σημειώσουμε πως η έννοια φθηνή εργατική δύναμη αφορά την ελάττωση του μέσου μισθού και δεν αφορά αποκλειστικά τη διαμόρφωση του κατώτατου. Αυτό που ενδιαφέρει τον κεφαλαιοκράτη δεν είναι ο κατώτατος μισθός που δαπανά σε κάποια κατηγορία εργαζόμενων, αλλά το σύνολο των μισθών που καταβάλλει στους εργαζόμενους ώστε να «βγει» η δουλειά. Και φθηνή εργατική δύναμη σημαίνει περιορισμό του συνόλου των μισθών που καταβάλλει, είτε ρίχνοντας το μέσο μισθό είτε βάζοντας τους εργαζόμενους να δουλεύουν πιο εντατικά.

– Φθηνή εργατική δύναμη μπορεί να προκύψει μέσα από μείωση του κατώτατου μισθού ή/και μέσα από τη διάλυση των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας που ρίχνουν το μέσο μισθό σε έναν κλάδο ή σε μία επιχείρηση. Μάλιστα, μια μείωση του μέσου μισθού μπορεί ακόμα και να γίνεται και με μια αύξηση του κατώτατου. Υπάρχουν, δε, ιστορικά παραδείγματα όπου μια αύξηση του κατώτατου μισθού αξιοποιήθηκε για να μειωθεί προς τα κάτω ο μέσος μισθός.

– Φθηνή εργατική δύναμη προκύπτει μέσα από την προώθηση ελαστικών εργασιακών σχέσεων, που επιτρέπουν να απομυζά ο εργοδότης περισσότερη ποσότητα εργασίας με τον ίδιο μισθό από έναν εργαζόμενο. Η ευελιξία στο ωράριο και η διευθέτηση του χρόνου εργασίας σε μηνιαία ή και πολύμηνη βάση είναι χαρακτηριστικός τρόπος. Αντίστοιχα, το παράδειγμα του Δελτίου Παροχής Υπηρεσιών, της «δουλειάς με το μπλοκάκι», που έχει κυριαρχήσει σε μεγάλες κατηγορίες νέων μισθωτών, ιδίως επιστημόνων, είναι χαρακτηριστικό. Επιτρέπει στις επιχειρήσεις να απασχολούν εργαζόμενους που, αν και είναι στην ουσία τους μισθωτοί, δεν απολαμβάνουν ούτε τη στοιχειώδη προστασία που προβλέπεται για τους μισθωτούς, και με τον τρόπο αυτό οι επιχειρήσεις γλιτώνουν από αποζημιώσεις για απολύσεις, άδειες ασθενείας ή λοχείας κ.ά.

– Φθηνή εργατική δύναμη επίσης διαμορφώνει η ελάττωση του λεγόμενου μη μισθολογικού κόστους, την παραπέρα μείωση του οποίου διακαώς επιζητά ο ΣΕΒ, με κυρίαρχο παράδειγμα τις ασφαλιστικές εργοδοτικές εισφορές.

– Τέλος, η φθηνή εργατική δύναμη πρέπει να υπολογίζεται και σε σχέση με την παραγωγικότητα της εργασίας για το κεφάλαιο, αλλά και με τα ιστορικά διαμορφωμένα επίπεδα των μισθών. Για παράδειγμα, φθηνή εργατική δύναμη μπορεί να σημαίνει μια δραστικά αυξημένη παραγωγικότητα της εργασίας με μισθούς που απλά διατηρούνται σε χαμηλά επίπεδα ή μισθούς που μπορεί να αυξήθηκαν σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά, αλλά παραμένουν δραστικά μικρότεροι σε σχέση με τους μισθούς που είχαν διαμορφωθεί μερικά χρόνια νωρίτερα.

Αυτός ο στόχος της φθηνής εργατικής δύναμης και της προώθησης και άλλων μέτρων στήριξης της κερδοφορίας του μεγάλου κεφαλαίου υλοποιείται με πολλούς διαφορετικούς τρόπους. Η πολιτική της ΕΕ συνολικά, όπως αποτυπώνεται σε όλα τα στρατηγικά της ντοκουμέντα και όπως εκφράζεται με την αστική πολιτική σε συνθήκες κανονικότητας σε όλα τα κράτη-μέλη της έχει αυτόν το χαρακτήρα. Στην Ελλάδα, εκτός από την προώθηση του συνόλου των μέτρων που αφορούν ολόκληρη την ΕΕ, η αστική πολιτική διασφάλισης της ανταγωνιστικότητας προωθήθηκε αποφασιστικά την τελευταία 8ετία με τα Μνημόνια.

 

«ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΚΑΝΟΝΙΚΟΤΗΤΑ» ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΗ ΕΠΙΘΕΣΗ ΣΤΑ ΕΡΓΑΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ

 Ένα βασικό στοιχείο της προπαγάνδας του ΣΥΡΙΖΑ είναι η περιβόητη επαναφορά στην «Ευρωπαϊκή Κανονικότητα». Τα επικοινωνιακά επιτελεία της κυβέρνησης δεν κουράζονται να επαναλαμβάνουν πως, με τη λήξη των Μνημονίων και την επαναφορά της οικονομικής πολιτικής στην ευθύνη των κυβερνήσεων, η χώρα «επανέρχεται» σε μια κατάσταση που ομοιάζει με όλες τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες, στις οποίες τάχα η οικονομική κρατική πολιτική είναι φιλολαϊκή. Η φράση-κλειδί που συμπυκνώνει τη συγκεκριμένη θέση είναι η «Ευρωπαϊκή Κανονικότητα».

Παρακάμπτουμε το «εύκολο» ιστορικό επιχείρημα για την αντιφατικότητα αυτής της θέσης. Αν η «Ευρωπαϊκή Κανονικότητα» είναι η φιλολαϊκή πολιτική και αν η «Ευρωπαϊκή Κανονικότητα» διαταράχτηκε στην Ελλάδα λόγω των Μνημονίων, τότε η οικονομική πολιτική πριν τα Μνημόνια ήταν φιλολαϊκή και η «εξήγηση» του ΣΥΡΙΖΑ για την «αιτία» της κρίσης χάνεται.

Για να δούμε σε ποιο βαθμό το επιχείρημα της «Ευρωπαϊκής Κανονικότητας» στηρίζεται από την πραγματικότητα, αρκεί να δούμε την «κανονικότητα» της οικονομικής πολιτικής στα υπόλοιπα κράτη-μέλη της ΕΕ.

Και τα γεγονότα είναι πεισματάρικα. Σε όλη την ΕΕ, πριν, κατά τη διάρκεια και μετά την κρίση, η εφαρμοζόμενη οικονομική πολιτική από τις αστικές κυβερνήσεις, ανεξαρτήτως πολιτικού χρωματισμού, έχει αντιλαϊκό πρόσημο. Παραθέτουμε ορισμένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα:

Μεταρρυθμίσεις Σρέντερ: Στις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας, η κυβέρνηση Σρέντερ προώθησε ένα σύνολο μεταρρυθμίσεων, γνωστές ως «Ατζέντα 2010», βασικός κορμός των οποίων ήταν η δραστική περικοπή των συντάξεων, η μείωση των επιδομάτων ανεργίας και οι αλλαγές στο φόρο εισοδήματος, ενώ περιλαμβάνονταν και μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας, που έμειναν γνωστές ως «μεταρρυθμίσεις Χαρτζ», οι οποίες προώθησαν τις ελαστικές εργασιακές σχέσεις, διευκόλυναν τις απολύσεις και γενικά οδήγησαν σε φθηνότερη εργατική δύναμη.

Μεταρρυθμίσεις Μακρόν: Η νέα γαλλική κυβέρνηση, αμέσως μετά την εκλογή του Μακρόν ως Προέδρου της χώρας, προχώρησε σε ένα επιθετικό πρόγραμμα «σφαγής» των εργατικών δικαιωμάτων των Γάλλων εργατών, που περιλαμβάνει τη σταδιακή αποσάθρωση των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας μέσα από την ισχυροποίηση των επιχειρησιακών σε αντιπαράθεση με τις κλαδικές, διευκόλυνση των απολύσεων από μονοπωλιακούς ομίλους και νέα προώθηση των ελαστικών σχέσεων εργασίας.

Μεταρρυθμίσεις Ρέντσι: Ο Ιταλός πρωθυπουργός Ματέο Ρέντσι τη διετία 2014-2015 προχώρησε σε μεταρρύθμιση της «αγοράς εργασίας», διευκολύνοντας σημαντικά τις απολύσεις –ελαχιστοποιώντας την πιθανότητα δίωξης λόγω απόλυσης– εισάγοντας νέες μορφές ελαστικότερης εργασίας, προχωρώντας σε επιδότηση των εργοδοτών για θέσεις εργασίας κ.ά.

Κοινός τόπος της εργατικής πολιτικής των αστικών κυβερνήσεων σε ολόκληρη την ΕΕ είναι η διασφάλιση φθηνότερης εργατικής δύναμης, είτε άμεσα είτε έμμεσα. Η επίθεση στις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας και η ελαστικοποίηση της εργασίας οδηγούν άμεσα σε φθηνή εργατική δύναμη, ενώ οι μειώσεις στις συντάξεις και οι αυξήσεις στα όρια συνταξιοδότησης, σε τελευταία ανάλυση, δεν είναι κάτι άλλο παρά μεταχρονολογημένο φθήνεμα της εργατικής δύναμης.

Έτσι, η «Ευρωπαϊκή Κανονικότητα», την οποία ο ΣΥΡΙΖΑ εμφανίζει ως τη Γη της Επαγγελίας, δεν είναι παρά η πολιτική ολοένα και μεγαλύτερης εκμετάλλευσης των εργαζόμενων προκειμένου να θωρακιστούν τα κέρδη του μεγάλου κεφαλαίου.

 

ΤΑ ΜΝΗΜΟΝΙΑ ΩΣ ΕΞΕΙΔΙΚΕΥΣΗ ΤΗΣ ΑΣΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

 Στην ελληνική πραγματικότητα, η πολιτική διασφάλισης της κερδοφορίας των ομίλων, ο άξονας της πολιτικής της ΕΕ εξειδικεύτηκε με τα Μνημόνια.

Τα Μνημόνια δεν είναι μια «παρέκκλιση» από την ευρωπαϊκή κανονικότητα της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Είναι η εφαρμογή της στην Ελλάδα.

Γι’ αυτό και όλες οι βασικές κατευθύνσεις των Μνημονίων βρίσκονται στα κείμενα των εκπροσώπων του μεγάλου κεφαλαίου, του ΣΕΤΕ, του ΣΕΒ, της ΕΕΕ, της ΕΕΤ. Οι διαχρονικές απαιτήσεις των εργοδοτικών ενώσεων για φθηνή εργατική δύναμη, με μειώσεις μισθών, συντάξεων και κοινωνικών δικαιωμάτων, δημοσιονομική θωράκιση με φορολόγηση του λαού για να χρηματοδοτούνται οι όμιλοι, ελευθερία δράσης του κεφαλαίου με αλλαγές στο πλαίσιο αδειοδότησης, ελευθερία χωροθέτησης εγκαταστάσεων, ιδιωτικοποιήσεις για να τοποθετηθούν τα υπερσυσσωρευμένα κεφάλαιά τους, είναι ακριβώς το περιεχόμενο όλων των Μνημονίων όλων των κυβερνήσεων, ανεξαρτήτως χρώματος.

Γι’ αυτό και τα «μνημονιακά» μέτρα όχι απλά δεν πρόκειται να «αρθούν», αλλά πρόκειται να κλιμακωθούν περαιτέρω το επόμενο διάστημα. Επειδή η κυρίαρχη τάξη στην Ελλάδα, η αστική τάξη, και το σύστημά της απαιτούν αυτά ακριβώς τα μέτρα.

Αρκεί να εξετάσει κανείς τις «προτάσεις» του ΣΕΒ για την οικονομική πολιτική της επόμενης περιόδου, για να δει το βαθμό ταύτισής τους με την κυβερνητική πολιτική.

Στην εναρκτήρια ομιλία του στο συνέδριο που διοργάνωσε, το 2017, με τίτλο: «Το μέλλον της εργασίας μετά το Μνημόνιο», ο πρόεδρος του ΣΕΒ αναφέρεται στα χαρακτηριστικά της εθνικής στρατηγικής για την απασχόληση. Αναφέρει, μεταξύ άλλων, για τις εργασιακές σχέσεις και την πορεία των μισθών: «Η επιστροφή στο καθεστώς εργασιακών σχέσεων που ίσχυε πριν από την κρίση είναι μια ανιστόρητη ουτοπία». Λίγο παρακάτω αναφέρει: «Ο μόνος τρόπος για τη διασφάλιση βιώσιμων θέσεων εργασίας είναι η πορεία των μισθών να συνδέεται και να εξαρτάται από την πορεία» της ανταγωνιστικότητας της επιχείρησης, ενώ κλείνει λέγοντας: «Οι ευέλικτες μορφές εργασίας δεν είναι ανάθεμα».

Η τοποθέτηση του προέδρου του ΣΕΒ αποδεικνύει πως οι βασικές επιλογές των Μνημονίων αναφορικά με τις εργασιακές σχέσεις αποτελούν στοιχεία που συμπυκνώνουν τις απαιτήσεις του ΣΕΒ για την καπιταλιστική ανάπτυξη. Σε όποιον τομέα της οικονομικής πολιτικής που υλοποιήθηκε με τα Μνημόνια και αν κοιτάξουμε, από τη φορολογία των επιχειρήσεων, τη διευκόλυνση των επενδύσεων με άρση «της γραφειοκρατίας», την προώθηση χρήσεων γης που ευνοούν το μεγάλο κεφάλαιο, την κωδικοποίηση της νομοθεσίας κ.ά., θα δούμε αντίστοιχες διατυπώσεις και διαπιστώσεις του ΣΕΒ.

Η κυβερνητική πολιτική ακολούθησε σχεδόν κατά γράμμα τις υποδείξεις που έκανε ο ΣΕΒ. Η πολιτική των Μνημονίων «έλυσε» τα προβλήματα που εντόπιζε ο ΣΕΒ ως ζητήματα για την προώθηση της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Στο πρόβλημα του μεγάλου αριθμού επιχειρήσεων και της υπερβολικής ρύθμισης απάντησε με την «απελευθέρωση» και την επιτάχυνση της συγκεντροποίησης, που έφεραν τα Μνημόνια. Στο πρόβλημα του μεγάλου δημόσιου τομέα απάντησε με τη δραστική μείωση και τη μείωση της μισθολογικής δαπάνης σε αυτόν, που έφεραν τα Μνημόνια. Στο πρόβλημα των δεσμευτικών Συλλογικών Συμβάσεων και της μειωμένης ευελιξίας απάντησε με την προώθηση των επιχειρησιακών συμβάσεων, τη μείωση του μισθού, τη διαμόρφωση ενός πλαισίου ευελιξίας στην αγορά εργασίας, που έφεραν τα Μνημόνια. Στην υψηλή παραοικονομία απάντησε με τη φοροαφαίμαξη μισθωτών και αυτοαπασχολούμενων, το ηλεκτρονικό χρήμα και την αύξηση των μηχανισμών φορολογικών ελέγχων που χτυπάνε τα λαϊκά στρώματα, αφού η φοροαποφυγή του μεγάλου κεφαλαίου είναι νόμιμη και δε χρειάζεται να γίνει παράνομα.

Σε τελευταία ανάλυση, τα Μνημόνια δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια ολομέτωπη επίθεση στα δικαιώματα του λαού από το μεγάλο κεφάλαιο, την ΕΕ, το κράτος του και κάθε αστική κυβέρνηση. Τα Μνημόνια εξειδίκευσαν την ταξική πολιτική που έχει ανάγκη το μεγάλο κεφάλαιο, που τσακίζει τα δικαιώματα των εργαζόμενων. Γι’ αυτό και αποτελεί αυταπάτη η θέση ότι η έξοδος από τα Μνημόνια μπορεί να αλλάξει την κατάσταση. Οι πραγματικοί εχθροί, ο ΣΕΒ και οι υπόλοιποι κεφαλαιοκράτες, παραμένουν εδώ και έχουν τις ίδιες απαιτήσεις, τις ίδιες ανάγκες.

 

ΚΕΡΔΙΣΜΕΝΟΙ ΚΑΙ ΧΑΜΕΝΟΙ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΤΩΝ ΜΝΗΜΟΝΙΩΝ

 Εξετάζοντας συνολικά την περίοδο των Μνημονίων, αξίζει να αποτιμήσουμε τις συνέπειες της πολιτικής αυτής, να μετρήσουμε ποιος κέρδισε και ποιος έχασε από το σύνολο των μέτρων που είτε έχουν ήδη υλοποιηθεί είτε είναι προγραμματισμένα για να υλοποιηθούν το επόμενο διάστημα. Καθώς τα ψηφισμένα μέτρα παραμένουν αφού, όπως απέδειξε για πολλοστή φορά το πολιτικό πείραμα της εναλλαγής των αστικών κυβερνήσεων, τα μέτρα που έχει ανάγκη το μεγάλο κεφάλαιο υλοποιούνται ανεξάρτητα από το «χρώμα» του διαχειριστή της κυβέρνησης, είναι αναγκαίο να αποτιμήσει κανείς την επίδραση του συνόλου των αντιλαϊκών μέτρων. Σε τελευταία ανάλυση, η διατήρηση και η εφαρμογή των αντιλαϊκών μέτρων από μια κυβέρνηση δεν έχει μεγάλη διαφορά από τη θέσπισή τους. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ διατήρησε, εφάρμοσε και εμπλούτισε τα μέτρα που πήραν οι προηγούμενες και είναι συνυπεύθυνη, συνένοχη με όσους τα ψήφισαν. Και οι συνέπειες για τους εργαζόμενους δεν εξαρτώνται καθόλου από το ποια κυβέρνηση έφερε τα μέτρα. Γι’ αυτό και είναι αφέλεια να συγκρίνει κανείς τα μέτρα που έχει λάβει η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ σε σχέση με ΝΔ-ΠΑΣΟΚ.

 

ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΩΝ ΜΝΗΜΟΝΙΩΝ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΥΣ

 Στους μισθούς: Περικοπή κατά 15% στο μισθό των δημόσιων υπαλλήλων (κατάργηση 13ου και 14ου μισθού), περικοπές επιδομάτων δημόσιων υπαλλήλων και ενιαίο μισθολόγιο με νέες περαιτέρω μειώσεις, μείωση από 22% έως 35% του κατώτατου μισθού, σημαντική μείωση του μέσου μισθού μέσα από την προώθηση ατομικών ή επιχειρησιακών συμβάσεων που υπερβαίνουν το 20%, και αλλαγές στη συνδικαλιστική νομοθεσία που δυσκολεύουν σημαντικά και σε πολλές περιπτώσεις πρακτικά απαγορεύουν ακόμα και τη δυνατότητα απεργίας.

Στη φορολογία: Δραστικές διαδοχικές αυξήσεις στο ΦΠΑ, μετακινήσεις σε υψηλότερους συντελεστές στο ΦΠΑ, αυξήσεις στο φόρο στα καύσιμα, στα τσιγάρα, και γενικότερα σε όλους τους έμμεσους φόρους. Η άμεση φορολογία αυξήθηκε δραστικά μέσα από την κατάργηση των φοροαπαλλαγών και τη σημαντική περικοπή του αφορολόγητου, με μια σειρά «έκτακτες», αλλά τελικά μόνιμες εισφορές. Τώρα προετοιμάζεται νέα περικοπή του αφορολόγητου, που θα αυξήσει έως και 500 ευρώ τον ετήσιο φόρο.

Οι συντάξεις μειώθηκαν δραστικά. Την κατάργηση της 13ης και 14ης σύνταξης ακολούθησαν πολλαπλά κύματα μειώσεων στις συντάξεις, ενώ για τις αρχές του επόμενου έτους έχει ψηφιστεί νέα μείωση, της τάξης του 19%, με την κατάργηση της «προσωπικής διαφοράς». Παράλληλα, οι αυτοαπασχολούμενοι είδαν εκτόξευση των ασφαλιστικών εισφορών την περίοδο των Μνημονίων με διαδοχικές νομοθετικές παρεμβάσεις.

Στον τομέα των κοινωνικών παροχών ξεχωρίζουν οι περικοπές στη φαρμακευτική δαπάνη, οι μειώσεις στη χρηματοδότηση των νοσοκομείων, οι αυξήσεις στις εισφορές υγείας και οι επερχόμενες αλλαγές στα επιδόματα αναπηρίας που θα οδηγήσουν σε δραστική μείωσή τους.

Η προώθηση της «απελευθέρωσης» και των ιδιωτικοποιήσεων έχει επίσης δραστικές συνέπειες. Η απελευθέρωση της ενέργειας οδήγησε ήδη σε εκτίναξη του κόστους στο ηλεκτρικό ρεύμα, ενώ αναμένονται κύματα αυξήσεων λόγω των ιδιωτικοποιήσεων στις μεταφορές, στο νερό, στο φυσικό αέριο κλπ. Παράλληλα, η κρατική παρέμβαση οδηγεί δεκάδες χιλιάδες αυτοαπασχολούμενους εκτός αγοράς, είτε λόγω υπέρογκων εισφορών είτε λόγω αλλαγών στο καθεστώς εργασίας τους, που κάθε φορά στόχο έχουν την επιτάχυνση της συγκεντροποίησης του κεφαλαίου με τη δημιουργία «χώρου» για το μεγάλο κεφάλαιο.5

Ειδική αναφορά πρέπει να γίνει στο ζήτημα των πλειστηριασμών πρώτης κατοικίας. Η τεράστια υπερχρέωση των λαϊκών νοικοκυριών δεν οφείλεται στον «καταναλωτισμό» τους. Ο δανεισμός ήταν απαραίτητος για να καλύψουν στοιχειωδώς τις ανάγκες τους, ενώ έγινε σε περίοδο πολύ υψηλότερων εισοδημάτων. Σε κάθε περίπτωση, στηρίχτηκε ενεργά από τις τράπεζες, το κράτος, την αστική τάξη στο σύνολό της. Όμως τα λεγόμενα κόκκινα δάνεια πρέπει να αποπληρωθούν, αν κριτήριο είναι η στήριξη της κερδοφορίας των τραπεζών, και για το σκοπό αυτό προωθούνται μια σειρά από μηχανισμοί, όπως τιτλοποίηση των δανείων, πώλησή τους σε εταιρίες κ.ά. Βασικό εργαλείο για τον εξαναγκασμό των λαϊκών στρωμάτων να αποπληρώσουν είναι η προώθηση των πλειστηριασμών, μέσα σ’ αυτούς και της πρώτης κατοικίας. Η απειλή της απώλειας του σπιτιού είναι αρκετή για να επιτρέψει το μέγιστο δυνατό ξεζούμισμα μιας λαϊκής οικογένειας, όπως και να την υποχρεώσει να ρευστοποιήσει και να εκποιήσει κάθε άλλο χρήσιμο για το κεφάλαιο περιουσιακό της στοιχείο.

 

ΕΥΕΡΓΕΤΙΚΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

 Η δραστική περικοπή των μισθών είχε ιδιαίτερα ευεργετικό αποτέλεσμα για τις μεγάλες επιχειρήσεις. Η ανταγωνιστικότητα «εργατικού κόστους» έχει πλήρως επανέλθει, δήλωνε με περηφάνια ο διοικητής της ΤτΕ Γ. Στουρνάρας στη Φρανκφούρτη το Μάη του 2017. Το σχετικό κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος επανήλθε το 2017 στα επίπεδα του 20006, έχοντας μειωθεί σχεδόν κατά 10% από το 2010.

Παράλληλα, η φοροαφαίμαξη των λαϊκών στρωμάτων και η βελτίωση των δημόσιων οικονομικών δίνει δυνατότητα στήριξης της κερδοφορίας του μεγάλου κεφαλαίου, άμεσης, μέσα από τον κρατικό προϋπολογισμό, και έμμεσης, μέσα από το χρηματοπιστωτικό σύστημα. Υπενθυμίζουμε το ρόλο του κρατικού προϋπολογισμού ως μηχανισμού αναδιανομής του παραγόμενου πλούτου προς όφελος του μεγάλου κεφαλαίου.

Η «απελευθέρωση» των αγορών και το επιθετικό πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων δημιουργεί νέες επενδυτικές ευκαιρίες για το μεγάλο κεφάλαιο, είτε με την εξαγορά μεγάλων κρατικών επιχειρήσεων είτε με τη δημιουργία όρων κυριαρχίας του μεγάλου κεφαλαίου σε μια σειρά από αγορές, όπως, για παράδειγμα, στο εμπόριο λιανικής, όπου η πώληση ψωμιού και φαρμάκων θα οδηγήσουν σε ακόμα μεγαλύτερη συγκέντρωση της πίτας του λιανεμπορίου στα σουπερ-μάρκετ.

Η σύγκριση για τα αποτελέσματα στα λαϊκά στρώματα και στο κεφάλαιο καθιστά εμφανές πως τα Μνημόνια και η αστική πολιτική δεν έχουν χτυπήσει το σύνολο της κοινωνίας.

Η εφαρμοζόμενη πολιτική τσακίζει τους εργαζόμενους και τους αυτοαπασχολούμενους πόλης και υπαίθρου (αγρότες κλπ.), για να τροφοδοτήσει την κερδοφορία των μεγάλων ομίλων.

 

ΤΟ ΣΑΘΡΟ ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΙΣΤΙΚΟ ΑΦΗΓΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ

 Πέραν της σαθρής βάσης, στην οποία αναφερθήκαμε παραπάνω, το κυβερνητικό αφήγημα για τη νέα Μεταμνημονιακή πραγματικότητα βρίθει από τερατώδεις προπαγανδιστικές θέσεις, που δεν αντέχουν στοιχειωδώς σε κριτική.

 

ΤΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑ ΤΗΣ ΕΞΟΔΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΙΤΗΡΗΣΗ

 Πρόκειται για κεντρικό επιχείρημα της κυβέρνησης την περίοδο που διανύουμε. Πως «κατάφερε να βγάλει τη χώρα από τα Μνημόνια».

Ωστόσο το επιχείρημα είναι ουσιαστικά ψευδεπίγραφο. Φυσικά, τυπικά το 3ο Μνημόνιο έληξε μέσα στον Αύγουστο και η τρέχουσα συμφωνία που διέπει το διακρατικό ελληνικό χρέος δεν έχει τον τυπικό τίτλο του Μνημονίου.

Όμως, τα χαρακτηριστικά που είχε η περίοδος των Μνημονίων θα συνεχίζονται για αρκετά χρόνια στο μέλλον.

Η εποπτεία εκφράζεται πρώτα-πρώτα από το γενικό δεσμευτικό πλαίσιο της ΕΕ, που εξασφαλίζει πως τα ξεχωριστά κράτη-μέλη μπορούν να λειτουργούν ως τμήματα της ΟΝΕ. Πρόκειται για το Σύμφωνο Σταθερότητας, το Ευρωπαϊκό Εξάμηνο και άλλα κομμάτια του κανονιστικού πλαισίου της ΕΕ, που εισάγουν δημοσιονομικούς περιορισμούς, κατευθύνουν τις επενδύσεις κ.ά. με ένα σύνολο κανόνων και μηχανισμού ελέγχου κάθε κράτους-μέλους. Η περίοδος που διατρέχουμε προβλέπει συνέχιση της ενισχυμένης επιτόπιας εποπτείας στην εφαρμοζόμενη πολιτική με ποινές χρηματοδότησης που δεν αφορούν μόνο τους γενικούς κανόνες της ΕΕ, αλλά τους όρους επιστροφής των κερδών από τα ελληνικά ομόλογα σε περίπτωση μη συμμόρφωσης, την πρόβλεψη για νέες αξιολογήσεις της πορείας της οικονομίας και νέες αλλαγές στις ρυθμίσεις του χρέους. Ουσιαστικά η ελληνική οικονομία δε «φεύγει» από τα Μνημόνια, αλλά αντικαθιστά στην πράξη το 3ο πρόγραμμα με ένα νέου τύπου, «υβριδικό» πρόγραμμα, στο οποίο η εφαρμογή των μέτρων θα ελέγχεται αυστηρά και θα καθορίζει δημοσιονομικές διευκολύνσεις, ενώ την ίδια στιγμή απλά θα γίνεται σταδιακή μετατροπή του διακρατικού χρέους (μέσω ESM, EFSF κλπ.), που τώρα «χρωστάει» το ελληνικό κράτος στα ευρωπαϊκά κράτη, σε κρατικό χρέος προς τις τράπεζες, που θα «χρωστάει» το ελληνικό κράτος σε ευρωπαϊκές τράπεζες.

Τα μέτρα αυτά αναφέρονται στη συμφωνία –σε ξεχωριστό παράρτημα– ως «συγκεκριμένες δεσμεύσεις» που θα εξασφαλίσουν τη «συνέχεια και την ολοκλήρωση» των μεταρρυθμίσεων των Μνημονίων. Ουσιαστικά, και σε σημειολογικό επίπεδο, υιοθετείται η θέση πως μιλάμε για συνέχεια και ολοκλήρωση του προγράμματος των Μνημονίων.

 

Η ΑΠΑΤΗΛΗ ΥΠΟΣΧΕΣΗ ΓΙΑ ΑΥΞΗΣΗ ΤΩΝ ΜΙΣΘΩΝ

 Στην εισήγησή του στο υπουργικό συμβούλιο ο Αλ. Τσίπρας ανέφερε πως πρώτος βασικός στόχος της κυβέρνησης είναι η «ανάκτηση της εργασίας με αξιοπρεπείς αμοιβές και συνθήκες», ενώ στάθηκε και στην πτώση του ποσοστού ανεργίας στο 19,5% από 27%.

Όμως, ο Αλ. Τσίπρας, στην προσπάθειά του να χαράξει διαχωριστική γραμμή με τη ΝΔ, επαναφέρει τη συζήτηση στο ζήτημα της συσχέτισης ανάπτυξης και αγοράς εργασίας. «Και γνωρίζετε καλά ότι η στήριξη της μισθωτής εργασίας, η βελτίωση της θέσης των εργαζόμενων, δεν είναι το αποτέλεσμα της ανάπτυξης της οικονομίας, αλλά, αντιθέτως με ό,τι πιστεύουν οι νεοφιλελεύθεροι, είναι η προϋπόθεση για την ανάπτυξη της οικονομίας. Τονώνει και ενισχύει την ανάπτυξη. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο θέτουμε σε πρώτη προτεραιότητα τη ρύθμιση της αγοράς εργασίας και την αύξηση του κατώτατου μισθού». Το επιχείρημα όμως δε στέκεται απλά σε έναν κεϊνσιανισμό. Άλλωστε κάτι τέτοιο θα ήταν ύβρις για τα επικοινωνιακά τσακάλια της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ. Συνεχίζει ως εξής: «Ότι προϋπόθεση για την ανάκτηση της εργασίας στη χώρα μας, που είναι ο βασικός μας στόχος, προϋπόθεση για την ανάκτηση της εργασίας, είναι η δημιουργία ενός φιλοεπενδυτικού περιβάλλοντος». Το επιχείρημα κλείνει με τις μεταρρυθμίσεις που απαιτούνται: «Ο δρόμος, λοιπόν, των μεταρρυθμίσεων, ο δρόμος των μεταρρυθμίσεων στη δημόσια διοίκηση και στην οικονομία όχι μόνο δεν έχει τελειώσει, αλλά τώρα είναι που πρέπει να επιταχυνθεί και να βαθύνει...».

Το κεντρικό επιχείρημα του ΣΥΡΙΖΑ έχει, συνοπτικά, ως εξής: Η ανάπτυξη έρχεται μέσα από τη βελτίωση της θέσης των εργαζόμενων. Η βελτίωση της θέσης των εργαζόμενων έρχεται μέσα από τις επενδύσεις και, για να γίνουν οι επενδύσεις, απαιτείται ένα φιλοεπενδυτικό περιβάλλον που θα προέλθει μέσα από μεταρρυθμίσεις. Ποιο είναι το τελικό διά ταύτα: Πως οι μεταρρυθμίσεις είναι φιλολαϊκές και πρέπει να προχωρήσουν.

Το επιχείρημα του ΣΥΡΙΖΑ είναι παντελώς διάτρητο:

– Η αύξηση των μισθών μπορεί να αυξάνει τις δυνατότητες κατανάλωσης και να τροφοδοτεί την αγορά, όμως μειώνει τα κέρδη των επιχειρήσεων και εμποδίζει τις επενδύσεις, αφού η παραγωγή γίνεται λιγότερο ανταγωνιστική σε σχέση με το εξωτερικό. Γι’ αυτό και ο ΣΕΒ δεν κουράζεται να επαναλαμβάνει πως η επαναφορά των εργασιακών σχέσεων είναι ουτοπικό όνειρο, πως απαιτείται νέα μείωση του μη μισθολογικού κόστους και ποικιλότροπη στήριξη των επενδύσεων.

Το επιχείρημα του ΣΥΡΙΖΑ είναι απατηλό και οδηγεί σε φαύλο κύκλο.

– Σε τελευταία ανάλυση, λέει πως η ανάπτυξη θέλει καλύτερους μισθούς και πως οι μισθοί θέλουν νέες επενδύσεις, δηλαδή ανάπτυξη.

Στην πραγματικότητα, ο ΣΥΡΙΖΑ υιοθετεί ως προτεραιότητα την προώθηση των μεταρρυθμίσεων που δεν έχουν ακόμα ολοκληρωθεί, ώστε να αυξηθούν οι επενδύσεις, ο πλούτος, ώστε τάχα, στη συνέχεια, να επιτρέψει αυξήσεις μισθών.

Η κυβέρνηση δε βρίσκεται σε κατάσταση παράνοιας. Υλοποιεί μέχρι κεραίας τις αντιλαϊκές μεταρρυθμίσεις που απαιτούνται, ντύνοντάς τες με ένα μανδύα δήθεν φιλεργατικό.

Πρόκειται για μεταρρυθμίσεις που απαιτεί ο ΣΕΒ ήδη από το 2011 και που αποτελούν και τυπικές δεσμεύσεις της κυβέρνησης απέναντι στους δανειστές, με βάση την τελευταία συμφωνία, για μεταρρυθμίσεις στήριξης της κερδοφορίας του μεγάλου κεφαλαίου διαλύοντας τα δικαιώματα των εργαζόμενων. Αντιμετώπιση των κόκκινων δανείων σημαίνει πλειστηριασμοί πρώτης κατοικίας, απλοποίηση της ίδρυσης επιχειρήσεων σημαίνει νέα «ασυδοσία» για το μεγάλο κεφάλαιο, περιουσιολόγιο σημαίνει ένταση της φοροαφαίμαξης των λαϊκών στρωμάτων, κτηματολόγιο και δασικοί χάρτες γίνονται για να διευκολυνθούν οι επενδύσεις.

Οι επενδύσεις δεν οδηγούν σε αυξήσεις μισθών, αφού απαιτούν φθηνή εργατική δύναμη. Γι’ αυτό και το επιχείρημα του ΣΥΡΙΖΑ είναι απατηλό.

Αυτό φυσικά δε σημαίνει πως μπορούμε να αποκλείσουμε ορισμένες μικρές, ελάχιστες αυξήσεις σε ορισμένους κλάδους, που αξιοποιούν τα περιθώρια ελιγμών της εγχώριας αστικής τάξης και βασίζονται στο τρομακτικά χαμηλό επίπεδο μισθών που έχει ήδη διαμορφωθεί και στις ευέλικτες εργασιακές σχέσεις, όπου το 4ωρο γίνεται αυξημένο 6ωρο και 8ωρο και το 8ωρο γίνεται 10ωρο και 12ωρο. Έτσι, για παράδειγμα, ο κατώτατος μισθός, αφού έπεσε από τα 750 ευρώ στα 511 ευρώ για τους κάτω των 25, θα μπορούσε να αυξηθεί στα 540 ευρώ. Μια τέτοια πιθανή ισχνή αύξηση εξακολουθεί να αφήνει το μισθό πολύ κάτω ακόμα και από τα επίπεδα που είχε πριν την κρίση, και σίγουρα δεν καλύπτει ούτε τις στοιχειώδεις ανάγκες των εργαζόμενων.

Χαρακτηριστικό δείγμα γραφής της κυβερνητικής πολιτικής είναι οι εξαγγελίες της κυβέρνησης για τον κατώτατο μισθό και την επέκταση των κλαδικών ΣΣΕ στις αρχές Σεπτέμβρη. Αρκεί να κοιτάξει κανείς λίγο πίσω από τις φανταχτερές αυτές ανακοινώσεις, για να δει πως στην πραγματικότητα η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ διατηρεί και επεκτείνει το αντεργατικό νομοθετικό οπλοστάσιο των Μνημονίων που έχει ως στόχο τη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας του μεγάλου κεφαλαίου.

 Η όποια αύξηση του κατώτατου μισθού θα γίνει με βάση το νόμο της κυβέρνησης ΝΔ-ΠΑΣΟΚ, δηλαδή σε συμφωνία με τους εργοδότες και λαμβάνοντας υπόψη την ανταγωνιστικότητα, σε απόλυτη δηλαδή ευθυγράμμιση με τις απαιτήσεις της αστικής τάξης. Είναι άλλωστε προφανές ότι, αν ήθελε να αυξήσει τον κατώτατο μισθό, στα 751 ευρώ που διεκδικούν τα συνδικάτα, θα μπορούσε να καταργήσει τους μνημονιακούς νόμους που τον έχουν καταβαραθρώσει... Η «υποχρεωτικότητα» των ΣΣΕ γίνεται με τη «σύμφωνη γνώμη» ουσιαστικά των εργοδοτών του κλάδου. Δε λύνεται καθόλου το πρόβλημα του ότι λόγω των αντεργατικών νόμων του προηγούμενου διαστήματος η τεράστια πλειοψηφία των εργαζόμενων δεν καλύπτεται από ΣΣΕ. Τέλος, η διατήρηση της πανσπερμίας των εργασιακών σχέσεων αφήνει χιλιάδες εργαζόμενους εκτός πλαισίου. Ουσιαστικά η κυβέρνηση επιχειρεί, με μια ισχνή πιθανή αύξηση του κατώτατου μισθού, πάντα μέσα στα όρια που διατίθεται να δώσει το μεγάλο κεφάλαιο, να χρυσώσει το χάπι της μονιμοποίησης του αντεργατικού πλαισίου των Μνημονίων με την κωδικοποίησή του σε νέο κώδικα εργατικού δικαίου.

 

ΤΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑ ΤΗΣ «ΑΥΤΟΤΕΛΕΙΑΣ» ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ

 Το δεύτερο επιχείρημα υποστηρίζει πως με την έξοδο από τα Μνημόνια η χώρα αποκτά «αυτοτελή οικονομική πολιτική», που θα επιτρέψει μια σταδιακή απομάκρυνση από τη «νεοφιλελεύθερη συνταγή» των Μνημονίων, στο βαθμό που στο τιμόνι της χώρας βρίσκονται προοδευτικές δυνάμεις και όχι συντηρητικές.

Όμως, όπως είδαμε παραπάνω, η πολιτική οποιασδήποτε αστικής κυβέρνησης υπηρετεί τη νομοτελειακή πορεία του καπιταλισμού, που απαιτεί ένταση της εκμετάλλευσης για να θωρακίζονται τα κέρδη. Στο δημοσιονομικό επίπεδο, η αυτοτελής αστική πολιτική αφορά τη δυνατότητα διασφάλισης καλύτερων όρων χρηματοδότησης της εγχώριας αστικής τάξης κάθε χώρας μέσα από το κράτος και γενικότερα στην επίτευξη των στόχων της αστικής τάξης.

Στην ουσία η –όποια– αυτοτέλεια της οικονομικής πολιτικής αφορά την «πατρίδα του κεφαλαίου», όχι την «πατρίδα της εργατικής τάξης».

Παράλληλα αυτή η αυτοτέλεια, στην οποία αναφερθήκαμε και παραπάνω, αντικειμενικά περιορίζεται τόσο από το Ευρωπαϊκό πλαίσιο χρηματοδότησης, από τις γενικές κατευθύνσεις και τους μηχανισμούς ελέγχου της ΕΕ που αφορούν το σύνολο των κρατών-μελών της, όσο και από τους ειδικούς όρους για τη χώρα μας, που αφορούν συγκεκριμένα μέτρα που πρέπει να υλοποιηθούν και τον έλεγχο που συνδέεται με αυτά και αφορά την υλοποίησή τους.

Ειδικότερα, η συμφωνία του Eurogroup της 21ης Ιούνη 2018 αναφέρει ρητά πως συγκεκριμένα μέτρα πρέπει να υλοποιηθούν το επόμενο διάστημα, προβλέποντας μάλιστα και ποινές για τη μη υλοποίησή τους.

Έτσι, η «αυτοτελής» οικονομική πολιτική του επόμενου διαστήματος περιλαμβάνει μια σειρά από συγκεκριμένα προαποφασισμένα μέτρα που θα ληφθούν ανεξάρτητα από το συγκεκριμένο κυβερνητικό διαχειριστή.

Τα απολύτως δεσμευτικά μέτρα περιλαμβάνουν νέες περικοπές στις δαπάνες κοινωνικής προστασίας, νέα μείωση της χρηματοδότησης των δημόσιων νοσοκομείων κατά 30% την επόμενη 2ετία και 40% μέχρι το 2022, νέες περικοπές των επιδομάτων αναπηρίας –με τη φόρμουλα της λειτουργικής αξιολόγησης– μείωση των επιχορηγούμενων εισιτηρίων, προώθηση του πλαισίου αντιμετώπισης των μη εξυπηρετούμενων δανείων με ρητή αναφορά στην ανάγκη «εξάλειψης των συσσωρευμένων περιπτώσεων» χρεοκοπημένων νοικοκυριών, στη διατήρηση της αντεργατικής νομοθεσίας των Μνημονίων, στην προώθηση μέτρων επιτάχυνσης των επενδύσεων, στην ολοκλήρωση του κτηματολογίου, στην προώθηση νέων μέτρων απελευθέρωσης της ενέργειας με σαφή αναφορά στην πώληση λιγνιτικών μονάδων της ΔΕΗ και την παράλληλη υλοποίηση των δημοπρασιών ΝΟΜΕ7, στην επιθετική ολοκλήρωση των ιδιωτικοποιήσεων με σαφείς αναφορές στο «Ελ. Βενιζέλος», στο Ελληνικό, στη ΔΕΠΑ, σε ΕΥΔΑΠ και ΕΥΑΘ, στα λιμάνια Αλεξανδρούπολης και Καβάλας, για να αναφέρουμε ορισμένα, και στην επιθετική προώθηση «εκμοντερνισμού της διαχείρισης προσωπικού στο Δημόσιο» με σαφή αναφορά στην κινητικότητα των δημόσιων υπαλλήλων. Έτσι, η «αυτοτελής» οικονομική πολιτική των κυβερνήσεων έχει απόλυτες, ρητές και συγκεκριμένες δεσμεύσεις για τα επόμενα 5 χρόνια.

Πέραν αυτών, η συμφωνία επαναλαμβάνει την ανάγκη υλοποίησης όλων των μέχρι τώρα ψηφισμένων μέτρων στο πλαίσιο του 3ου Μνημονίου, μέσα στα οποία περιλαμβάνεται η νέα μείωση των συντάξεων –με ολοκληρωτική υλοποίηση του νόμου Κατρούγκαλου και την κατάργηση της «προσωπικής διαφοράς»– και η δραστική περικοπή, περίπου στο μισό, του αφορολόγητου.

Σημειώνουμε φυσικά πως οι δεσμεύσεις αυτές όχι απλά δεν ενοχλούν, αλλά στην πραγματικότητα είναι ευθυγραμμισμένες με τις ανάγκες της εγχώριας αστικής τάξης.

Η κυβέρνηση διαπραγματεύεται κάποια αναβολή των μέτρων, καθώς και το ύψος των νέων επιβαρύνσεων προκειμένου να ενσωματώσει τη λαϊκή αγανάκτηση και να πείσει τους εργαζόμενους για τη δυνατότητα μιας φιλολαϊκής καπιταλιστικής ανάπτυξης. Ωστόσο οι όποιες μικρές αλλαγές δεν μπορούν να μετριάσουν το ύψος των συνεπειών στους εργαζόμενους, αφού τα υφιστάμενα μέτρα εξακολουθούν να ισχύουν και απλά οι πρόσθετες επιβαρύνσεις ενδέχεται να είναι λίγο μικρότερες.

 

ΤΑ ΕΠΙΤΕΥΓΜΑΤΑ ΣΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΟ ΕΠΙΠΕΔΟ ΚΑΙ ΤΑ «ΥΠΕΡΠΛΕΟΝΑΣΜΑΤΑ» ΠΟΥ ΕΠΙΤΡΕΠΟΥΝ ΜΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

 Τα φορολογικά έσοδα που παράγουν τα πλεονάσματα προκύπτουν μέσα από τη φορολόγηση των λαϊκών στρωμάτων, αφού το μεγάλο κεφάλαιο απολαμβάνει ουσιαστικής φορολογικής ασυλίας. Το περιβόητο υπερπλεόνασμα δεν είναι τίποτε άλλο, παρά ακόμα μεγαλύτερο «ξεζούμισμα» των εργαζόμενων, ενώ το τμήμα του οποίου διανέμεται είναι ένα πολύ μικρό κομμάτι του. Αποτελεί κραυγαλέα πολιτική απάτη του ΣΥΡΙΖΑ να καλεί το λαό να πανηγυρίσει για το υπερπλεόνασμα, αφού το πληρώνει κυριολεκτικά από την τσέπη του.

 

ΟΙ «ΘΕΤΙΚΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ» ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

 Όπως είδαμε παραπάνω, η ελληνική οικονομία βρίσκεται σε φάση αναιμικής ανάκαμψης. Ο ΣΥΡΙΖΑ προσπαθεί να καρπωθεί τους θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης και να τους εμφανίσει ως δικό του κατόρθωμα και μπροστά στους εργαζόμενους. Η λαθροχειρία που διαπράττει είναι πολλαπλή.

Η πρώτη λαθροχειρία είναι πως δεν πρόκειται για επιτυχία του ΣΥΡΙΖΑ. Ο περιοδικός κύκλος της καπιταλιστικής κρίσης εμπεριέχει πάντα και φάση ανόδου, ενώ η επαναφορά της οικονομίας σε φάση ανάπτυξης περιλαμβάνει –εκτός από την καταστροφή τμήματος του κεφαλαίου– και το σύνολο των αντιλαϊκών μέτρων που διασφαλίζουν την κερδοφορία του μεγάλου κεφαλαίου.

Η δεύτερη λαθροχειρία του ΣΥΡΙΖΑ είναι ότι συσκοτίζει πως οι όποιες θετικές εξελίξεις στην ανάκαμψη της καπιταλιστικής κερδοφορίας προϋποθέτουν την αντιλαϊκή επίθεση που έχει τσακίσει τους εργαζόμενους. Είναι πολιτική απάτη να υποστηρίζει κανείς πως η καπιταλιστική ανάπτυξη θα ωφελήσει τους εργαζόμενους, όταν η προϋπόθεσή της είναι το τσάκισμα των δικαιωμάτων τους, η αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης. Φυσικά, επισημαίνουμε και πάλι πως η επαναφορά σε φάση ανάπτυξης δίνει ορισμένα περιθώρια ελιγμών στην αστική τάξη και αυτό μπορεί να έχει αποτέλεσμα στο ρυθμό υλοποίησης αντιλαϊκών μέτρων, χωρίς να αλλάζει στο ελάχιστο η κατεύθυνση και ο προσανατολισμός τους.

Τέλος, η τρίτη λαθροχειρία αφορά τη διατήρηση των ρυθμών ανάπτυξης. Η μεσοπρόθεσμη διατήρηση της ανάπτυξης είναι ιδιαίτερα επισφαλής, λόγω της ολοένα αυξανόμενης πιθανότητας εκδήλωσης νέας γενικευμένης καπιταλιστικής κρίσης, αλλά και της αστάθειας στην περιοχή –που οξύνεται από τις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις του ΝΑΤΟ– που μπορεί εύκολα να οδηγήσει σε φαινόμενα κρίσης στενά στην εγχώρια οικονομία.

 

Η ΦΟΡΟΛΟΓΗΣΗ ΤΩΝ «ΠΛΟΥΣΙΩΝ» ΚΑΙ Η «ΠΑΤΑΞΗ ΤΗΣ ΔΙΑΦΘΟΡΑΣ»

 Η κλιμάκωση της φοροεπίθεσης σε μισθωτούς και αυτοαπασχολούμενους, όπως και οι περικοπές στις συντάξεις, επενδύονται προπαγανδιστικά με το μανδύα της φορολόγησης των πλουσίων. Ως πλούσιοι στοχοποιούνται όλοι όσοι δε βρίσκονται σε κατάσταση απόλυτης εξαθλίωσης. Όμως με αυτό, οι σύγχρονες παραγωγικές δυνατότητες οδηγούν σε ένα αυξημένο επίπεδο αναγκών και συνεπώς είναι προκλητικό ένας εργαζόμενος ή ένας συνταξιούχος των 1.000-1.500 ευρώ μηνιαίως να χαρακτηρίζεται πλούσιος. Αντίθετα με τις διακηρύξεις του, ο ΣΥΡΙΖΑ αυξάνει ποικιλότροπα τις παροχές προς τον πραγματικό πλούτο, τους ομίλους και τα κέρδη τους, διατηρώντας τη σχεδόν απόλυτη φοροασυλία του και πολλαπλασιάζοντας τα κονδύλια με τα οποία τον χρηματοδοτεί.

Η κυβέρνηση προωθεί επιθετικά τη θέση πως ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ο αποκλειστικά ικανός για να αντιμετωπίσει το διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα, που κατηγορείται για την πρόκληση της κρίσης, για τη διασπάθιση δημόσιου χρήματος, για προκλητική στήριξη του κεφαλαίου κλπ.

Η γραμμή αυτή είναι άλλωστε– όπως μαρτυρά και η τοποθέτηση του Τσίπρα για τους Μνηστήρες από την Ιθάκη– και προπαγανδιστικός άξονας μπροστά στις εκλογές. Όμως, η διαφθορά παράγεται νομοτελειακά από ένα σύστημα που παράγει με κριτήριο το κέρδος και αποτελεί πολιτική εξαπάτηση η διακήρυξη ότι μπορεί να διατηρηθεί ο καπιταλισμός που μετατρέπει τα πάντα σε εμπόρευμα και παράλληλα να εξαλειφθεί η διαφθορά. Την ίδια στιγμή, η κρίση δεν οφείλεται στην κακοδιαχείριση και στη διαφθορά, αλλά στην ίδια την επιτυχία του καπιταλιστικού συστήματος, που απλά δεν μπορεί να συνεχίσει να επενδύει με ικανοποιητική απόδοση τα κέρδη του, ενώ η χρηματοδότηση του μεγάλου κεφαλαίου από το κράτος δεν είναι «διαφθορά», αλλά μια από τις αιτίες ύπαρξης κάθε αστικού κράτους.

Ο «νέος» ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να διαφοροποιηθεί σε τίποτα στη «διαφθορά» από τους προηγούμενους, και το πλήθος «σκανδάλων» της νέας κυβέρνησης αποδεικνύουν του λόγου το αληθές.

 

Η ΑΣΦΑΙΡΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΝΔ

 Οι άξονες κριτικής της ΝΔ στο ΣΥΡΙΖΑ εστιάζονται, αφενός, στη γενική ανικανότητά του να διαχειριστεί την καπιταλιστική ανάπτυξη και, αφετέρου, στην εμμονή του σε ένα λαθεμένο δημοσιονομικό μίγμα με μεγάλη έμφαση στη φορολογία.

Η κριτική της ΝΔ απευθύνεται πρώτιστα στην αστική τάξη. Επισημαίνει πως ο ΣΥΡΙΖΑ, λόγω πολιτικών καταβολών και ιδεοληψιών, λόγω του κοινού στο οποίο απευθύνεται, λόγω της εσωτερικής δομής του και της ιστορίας του, δεν μπορεί να υλοποιήσει την πολιτική που μπορεί να εγγυηθεί την καπιταλιστική ανάπτυξη. «Αυτό που σήμερα θέλουν να ακούσουν οι Έλληνες και αυτό που τελικά θα κρίνουν στις εκλογές είναι ποιος μπορεί να δημιουργήσει συνθήκες ανάπτυξης, να φέρει επενδύσεις και κυρίως να δημιουργήσει νέες και καλά αμειβόμενες δουλειές»8. Ουσιαστικά, η ΝΔ υπόσχεται πως θα υλοποιήσει με ακόμα μεγαλύτερη αποφασιστικότητα τις απαιτούμενες μεταρρυθμίσεις που χρειάζεται η ελληνική οικονομία προκειμένου να εγγυηθεί την καπιταλιστική ανάπτυξη, υποστηρίζοντας πως στόχος είναι η Ελλάδα να «γίνει ένας φιλικός επενδυτικός προορισμός με ένα σταθερό φορολογικό σύστημα και με δημόσια διοίκηση που θα δουλεύει ταχύτερα, αποτελεσματικότερα, χωρίς γραφειοκρατία»9.

Η ΝΔ επιχειρεί να εμφανιστεί, μπροστά στην αστική τάξη, ως αποτελεσματικότερος, τολμηρότερος διαχειριστής της καπιταλιστικής ανάπτυξης, πως θα προωθήσει τις απαιτούμενες μεταρρυθμίσεις με μεγαλύτερη αποφασιστικότητα. Την ίδια στιγμή, η κριτική της ΝΔ ακουμπάει, πέραν της αστικής τάξης, και ένα ευρύτερο ακροατήριο, μέσα στο οποίο βρίσκονται και λαϊκά στρώματα, που υιοθετεί τους στόχους της καπιταλιστικής ανάπτυξης ως δικούς του.

Ο άξονας της κριτικής της που αφορά το δημοσιονομικό μίγμα του ΣΥΡΙΖΑ επικεντρώνεται στο φορολογικό. «Δεν πρόκειται να βγούμε από την κρίση, όσο υπάρχει η σημερινή κυβέρνηση που επιμένει δογματικά στο παράλογο μίγμα φόρων και εισφορών υπονομεύοντας την οικονομία και το εισόδημα των πολιτών»10. Η κριτική αυτή της ΝΔ έχει, με σαφήνεια, διπλό στόχο. Από τη μία, εξειδικεύει τη γενική κριτική που ασκεί στο ΣΥΡΙΖΑ στον τομέα της φορολογικής πολιτικής και υπόσχεται μικρότερη φορολογία προς το μεγάλο κεφάλαιο.

Από την άλλη, υπόσχεται στα λαϊκά στρώματα που δε βρίσκονται σε κατάσταση εξαθλίωσης πως έχει τη δυνατότητα να ελαφρύνει τα φορολογικά βάρη τους και πως η οικονομική πολιτική της θα είναι πιο ανεκτική σ’ αυτά τα στρώματα. Η πολιτική λογική της ΝΔ είναι να σφυρηλατήσει ισχυρότερους δεσμούς με εκείνο το κομμάτι των λαϊκών στρωμάτων, με τα λεγόμενα μεσαία στρώματα, το οποίο άλλωστε παραδοσιακά κινείται στον ευρύτερο χώρο της λεγόμενης «Δεξιάς». Ουσιαστικά η ΝΔ επιχειρεί να εμφανίζεται πιο «ανεκτική» σε μια κοινωνική διαστρωμάτωση των λαϊκών στρωμάτων, σε αντιπαράθεση με το ΣΥΡΙΖΑ που εμφανίζεται ισοπεδωτικός.

 

Η ΨΕΥΔΕΠΙΓΡΑΦΗ ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΗ ΝΔ - ΣΥΡΙΖΑ

 Ωστόσο η «επίθεση» στα μικροαστικά μεσαία στρώματα δεν είναι ιδεοληψία του ΣΥΡΙΖΑ. Είναι επιταγή της καπιταλιστικής ανάπτυξης της επόμενης περιόδου και δεν αποτελεί ελληνική πρωτοτυπία.

Σε τελευταία ανάλυση, σε ολόκληρο τον κόσμο, η ύπαρξη και η έκταση των μικροαστικών μεσαίων στρωμάτων είναι απότοκο της πολύ υψηλότερης παραγωγικότητας στις καπιταλιστικές χώρες της Δ. Ευρώπης και των ΗΠΑ στις δεκαετίες μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο που έδινε την οικονομική δυνατότητα να υπάρχουν αυτά τα στρώματα, της ανάγκης καταπολέμησης του κομμουνιστικού κινδύνου και της ισχυρότατης εργατικής τάξης. Δεν πρέπει φυσικά να παραλείψουμε πως, ακόμα και σε εκείνες τις συνθήκες, οι εργαζόμενοι παρήγαγαν πολύ περισσότερα απ’ όσα εισέπρατταν και γι’ αυτό και το επίπεδο κάλυψης των αναγκών τους παρέμενε πάντα πολύ πίσω από τις δυνατότητες και τις απαιτήσεις της περιόδου. Όμως, στις σύγχρονες συνθήκες, η ψαλίδαστην παραγωγικότητα συρρικνώθηκε και η «επίθεση» στα λεγόμενα μεσαία στρώματα είναι ένας βασικός τρόπος με τον οποίο το μεγάλο κεφάλαιο προσδοκά να διατηρήσει την κερδοφορία του για τα επόμενα χρόνια.

Τόσο οι δεσμεύσεις απέναντι στους δανειστές όσο και οι επιταγές του ΣΕΒ και των υπόλοιπων εργοδοτικών οργανώσεων περιλαμβάνουν μια δραστική συρρίκνωση των «μεσαίων στρωμάτων», κατά κύριο λόγο λαϊκών στρωμάτων δηλαδή, που δε βρίσκονται σε κατάσταση εξαθλίωσης. Ο ΣΕΒ, για παράδειγμα, αναφέρεται συνεχώς στην ανάγκη περιορισμού του μεγάλου αριθμού αυτοαπασχολούμενων –διπλάσιου σε σχέση με την ΕΕ, όπως δεν κουράζεται να επισημαίνει– που αποτελεί μία από τις «διαρθρωτικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας»11.

Με την εξαντλητική φορολογία, την απελευθέρωση, τη φοροαφαίμαξη, τη διάλυση των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας, η οικονομική πολιτική που ακολουθεί κάθε κυβέρνηση έχει και αυτόν το στόχο.

Γι’ αυτό, το δίλημμα «με το ΣΥΡΙΖΑ ή με τη ΝΔ» είναι επίπλαστο. Η αστική πολιτική περιορίζει τα «μεσαία στρώματα» για να τροφοδοτήσει την κερδοφορία του μεγάλου κεφαλαίου και η ΝΔ δεν μπορεί να σταματήσει τον τροχό της Ιστορίας. Την ίδια στιγμή, τα όποια «οφέλη» προκύψουν από το σημαντικό περιορισμό των μεσαίων στρωμάτων είναι απαραίτητα για να τροφοδοτήσουν την καπιταλιστική κερδοφορία και δεν πρόκειται να διανεμηθούν στα εξαθλιωμένα λαϊκά στρώματα. Γι’ αυτό και η γραμμή του ΣΥΡΙΖΑ είναι επίσης πολιτική απάτη.

Η πολιτική ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ παίρνει από τη μία τσέπη των εργαζόμενων 10 και δίνει στην άλλη τσέπη πίσω 1. Ο πολιτικός «τσακωμός» τους περιορίζεται στο πώς θα μοιράσουν ένα μικρό τμήμα όσων απομυζούν από τα λαϊκά στρώματα... Αν θα κατανεμηθεί με έναν περισσότερο ισόμετρο τρόπο στο σύνολο των λαϊκών στρωμάτων ή αν θα τροφοδοτήσει μια εντονότερη κοινωνική διαστρωμάτωση μέσα στα λαϊκά στρώματα. Και οι δύο, όμως, δίνουν τα 9 από τα 10 στο μεγάλο κεφάλαιο. Με δημοσιονομικούς όρους, ο τσακωμός ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ αφορά την κατανομή του υπερπλεονάσματος που είναι της τάξης του 1% του ΑΕΠ, ενώ δε γίνεται καμιά συζήτηση για τον κυρίως όγκο του προϋπολογισμού, που είναι της τάξης του 40% του ΑΕΠ.

Και οι δύο ενισχύουν με τον ίδιο τρόπο την πραγματική κοινωνική διαφοροποίηση ανάμεσα στα λαϊκά στρώματα που εξαθλιώνονται και στο μεγάλο κεφάλαιο που θωρακίζει τα κέρδη του.

Η κυβερνητική πολιτική κάθε αστικής κυβέρνησης έχει ενιαίους και σταθερούς στόχους, την εγγύηση της καπιταλιστικής κερδοφορίας. Γι’ αυτό και ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ δε διαφοροποιούνται ουσιαστικά σε οποιοδήποτε ζήτημα έχει ουσία, όπως στους τομείς προτεραιότητας, την επιμονή στη φθηνή εργατική δύναμη, στη διατήρηση και προώθηση των μεταρρυθμίσεων των τελευταίων ετών. Δεν πρόκειται παρά για παραλλαγές στα καρυκεύματα της ίδιας συνταγής. Και οι δύο θα εφαρμόσουν τους εκατοντάδες νόμους και μέτρα που συμφωνήθηκαν για την επόμενη περίοδο. Γι’ αυτό και είναι αστείο να επικαλείται ο ΣΥΡΙΖΑ την έννοια της «προόδου». Η στήριξη του μεγάλου κεφαλαίου, που δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο σε βάρος των εργαζόμενων, δεν έχει τίποτα το προοδευτικό, τίποτα το καινούργιο.

 

ΜΕ ΤΟ ΚΚΕ ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ ΤΗΣ ΑΝΑΤΡΟΠHΣ

 Η «μεταμνημονιακή περίοδος», είτε την διαχειριστεί ο ΣΥΡΙΖΑ είτε η ΝΔ, δε θα έχει φιλολαϊκό πρόσημο. Η καπιταλιστική ανάπτυξη, με ή χωρίς μνημόνια, απαιτεί αυξημένη την εκμετάλλευση, διαιώνιση των αντιλαϊκών μέτρων, υλοποίηση και προώθηση νέων, ενώ η εκδήλωση μιας νέας κρίσης όχι απλά δεν αποφεύγεται, αλλά αντίθετα έρχεται πιο κοντά.

Η πολιτική ενίσχυσης του μεγάλου κεφαλαίου, μέσα από τη φθηνή εργατική δύναμη, τις ιδιωτικοποιήσεις, την απελευθέρωση, τις μεταρρυθμίσεις, μπορεί να δώσει μια ώθηση στην καπιταλιστική ανάπτυξη. Ανάπτυξη που θα γίνει σε βάρος των εργαζόμενων. Όμως, δεν μπορεί να δώσει πραγματική, μόνιμη λύση στο βαθύτερο πρόβλημα του καπιταλισμού, της υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου που δεν μπορεί να επενδυθεί κερδοφόρα. Ιστορικά ο καπιταλισμός «λύνει» το πρόβλημα με την εκδήλωση κρίσεων και πολέμων. Σε κάθε περίπτωση, ο δρόμος της μεταμνημονιακής περιόδου σημαίνει για τους εργαζόμενους διατήρηση των σκληρών αντιλαϊκών μέτρων, συνεχείς νέες θυσίες χωρίς τέλος. Σημαίνει μια ολοένα και βαθύτερη εξαθλίωση των λαϊκών στρωμάτων. Και όσο ο καπιταλισμός πετυχαίνει, η κατάσταση θα γίνεται χειρότερη. Στο τέλος του τούνελ δεν υπάρχει φως. Υπάρχει νέα κρίση, πόλεμος και χειρότερα μέτρα, ένα νέο, ακόμα μακρύτερο τούνελ.

Οι εργαζόμενοι μπορούν να ζήσουν πολύ καλύτερα. Το εμπόδιο στην ικανοποίηση των σύγχρονων λαϊκών αναγκών είναι το σύστημα του κέρδους, ο καπιταλισμός, οι μονοπωλιακοί όμιλοι που αποφασίζουν για το τι θα γίνει με κριτήριο την κερδοφορία τους, η εξουσία τους. Αυτός είναι ο πραγματικός αντίπαλος των εργαζόμενων, του λαού.

Το ΚΚΕ καλεί τους εργαζόμενους, όλο το λαό, να μην πιστέψουν τις νέες υποσχέσεις για μια τάχα φιλολαϊκή στροφή τη νέα περίοδο. Να κρίνουν από την ίδια τους την πείρα και να βγάλουν τα απαραίτητα συμπεράσματα, να κατανοήσουν πως τίποτα δε χαρίζεται και πως όλα κατακτιούνται. Να δουν χωρίς παραμορφωτικά γυαλιά την πραγματικότητα, πως η υποταγή στα κελεύσματα της άρχουσας τάξης, όσο γλυκό και αν είναι το προσωπείο κάθε φορά που χρησιμοποιεί η τελευταία, σημαίνει θυσία των δικαιωμάτων τους για τα συμφέροντα του κεφαλαίου. Να κατανοήσουν πως, όταν ακούν τις αγελάδες που «είναι μεσάνυχτα και πως τις πάνε στα σφαγεία», για να δανειστούμε τα λόγια του Ναζίμ Χικμέτ, ο μύθος μιλάει γι’ αυτούς. Πως η μη σύγκρουση με την κυρίαρχη πολιτική και εξουσία μπορεί να φαίνεται η απλή, ανέξοδη κι εύκολη λύση. Είναι όμως η λύση που οδηγεί σε προδιαγεγραμμένη ήττα, σε νέες απώλειες του βιοτικού επιπέδου, σε σχετική και απόλυτη εξαθλίωση.

Πως μονόδρομος για το λαό είναι να οργανώσει την πάλη του απέναντι στην πολιτική κυβέρνησης - ΕΕ - άρχουσας τάξης και των κομμάτων τους, που θυσιάζει και θα συνεχίσει να θυσιάζει τα δικαιώματα των εργαζόμενων για τα κέρδη των ομίλων. Κάθε εργασιακός χώρος, κάθε σχολείο, κάθε γειτονιά, κάθε χωριό, κάθε πόλη, πρέπει να γίνει ορμητήριο νέων σκληρών αγώνων, να γίνει σημείο αντίστασης και ρήξης με την προωθούμενη πολιτική, ανασύνταξης του εργατικού κινήματος, συγκέντρωσης νέων δυνάμεων. Να συμπορευτεί με το ΚΚΕ, να στηρίξει, να συμμετέχει οργανωμένα στον αγώνα με τις δυνάμεις που παλεύουν με ταξικό προσανατολισμό, στο εργατικό κίνημα, στο κίνημα των αυτοαπασχολούμενων, στο κίνημα των συνταξιούχων, στο κίνημα των αγροτών, στις γειτονιές.

Ο λαός δεν έχει άλλο δρόμο. Πρέπει σήμερα να παλέψει για να μην εφαρμοστούν νέα μέτρα, για να ανακτηθούν οι απώλειες, να καταργηθούν οι αντιλαϊκοί νόμοι, για να ικανοποιηθούν οι ανάγκες, να συγκεντρώσει δυνάμεις για την ανατροπή του σάπιου εκμεταλλευτικού συστήματος και για το ριζικά διαφορετικό δρόμο ανάπτυξης της εργατικής εξουσίας, της κοινωνικοποιημένης συγκεντρωμένης παραγωγής και του επιστημονικού κεντρικού σχεδιασμού που μπορεί να ικανοποιήσει τις λαϊκές ανάγκες. Αυτός ο δρόμος, αντίστασης, αντεπίθεσης και ανατροπής, είναι μονόδρομος για τα συμφέροντα του λαού.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

Ο Γρηγόρης Λιονής είναι μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ, υπεύθυνος του Τμήματος Οικονομίας.

1. Πρόβλεψη ΕΕ 1,9% , πρόβλεψη ΔΝΤ 2,02%.

2. Η παγκόσμια κρίση του 2008-2009 είχε ως αποτέλεσμα μείωση κατά 4% των διεθνών  αφίξεων και κατά 6% των διεθνών εσόδων απ’ τον Τουρισμό, με βάση έρευνα του ΟΗΕ.  United Nations Global Pulse, «Economic crisis, tourism decline and its impact on the poor (2011)», https://www.unglobalpulse.org/projects/rivaf-research-econo mic-crisis-tourism-decline-and-its-impact-poor

3. Το διεθνές εμπόριο υποχώρησε κατά 12,5% το 2009 ως αποτέλεσμα της διεθνούς συγχρονισμένης καπιταλιστικής κρίσης του 2008-2009, με βάση στοιχεία του ΟΟΣΑ. OECD, «Trade and Economic Effects of Responses».

4. Για παράδειγμα η συσσώρευση πλούτου σε λαϊκές κατοικίες  για ιδιοκατοίκηση.

5. Επισημαίνουμε πως η αστική πολιτική, ανάλογα με το ειδικό πρόβλημα που επιδιώκει να λύσει για να δημιουργήσει χώρο για το μεγάλο κεφάλαιο, εμφανίζεται αντιφατική. Έτσι, η απελευθέρωση στον τομέα των φαρμακείων εκφράζεται με κατάργηση μιας σειράς περιορισμών - αποστάσεις, πώληση φαρμάκων από super market κλπ. Αντίθετα, στον τομέα των επιστημονικών υπηρεσιών, χαρακτηριστικό της αστικής πολιτικής είναι η προσθήκη περιορισμών που καθιστούν αδύνατη την αυτοτελή λειτουργία ενός αυτοαπασχολούμενου (επαγγελματικά δικαιώματα και απόσπασή τους απ’ τα πτυχία). Ο στόχος είναι κοινός, η δημιουργία χώρου σε μεγάλες επιχειρήσεις, απλά η ακολουθούμενη μεθοδολογία διαφοροποιείται κατά περίπτωση.

6. Τράπεζα της Ελλάδος, «Έκθεση του Διοικητή για το έτος 2017», σελ. 124.

7. Τελικά, πρόκειται για προπώληση, μέσα από δημοπρασία, συγκεκριμένης ποσότητας ηλεκτρικής ενέργειας απ’ τη ΔΕΗ σε έναν ιδιώτη  σε χαμηλή τιμή, με στόχο ο συγκεκριμένος  να μπορεί να τη μεταπωλήσει στη συνέχεια σε υψηλότερη τιμή.

8. Κ. Μητσοτάκης, συνέντευξη στην εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ» 25 Αυγούστου 2018, https://nd.gr/nea/synenteyxi-toy-proedroy-tis-nd-k-kyriakoy-mitsotaki-stin-efimerida-ta-nea

9. Ό.π.

10. Κ. Μητσοτάκης, 21 Αυγούστου 2018, https://nd.gr/nea/dilosi-toy-proedroy-tis-nd-k-k-mitsotaki-gia-ti-simerini-parastasi-toy-k-tsipra-stin-ithaki

11. ΠρόεδροςΣΕΒ, 8 Γενάρη 2018, http://www.sev.org.gr/grafeio-typou/deltia-typou/ simeia-parousiasis-tou-proedrou-sev-sti-dimosiografiki-apostoli-tis-e-e-stin-athina/