Ο ΦΛΕΒΑΡΗΣ ΤΟΥ 1934 ΣΤΗΝ ΑΥΣΤΡΙΑ: Η ΕΝΟΠΛΗ ΠΑΛΗ ΚΑΙ Η ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟ ΦΑΣΙΣΜΟ*


του Τίμπορ Τσένκερ

Από τις 12 Φλεβάρη 1934 έως τις 16 Φλεβάρη 1934 έλαβε χώρα ο σύντομος εμφύλιος πόλεμος της Αυστρίας. Ήταν μια ένοπλη σύγκρουση μεταξύ των αντιφασιστικών κι επαναστατικών δυνάμεων της εργατικής τάξης και των δυνάμεων της αυταρχικής αστικής κυβέρνησης και των φασιστών συμμάχων της.

Παρόλο που οι αγώνες αυτοί διήρκεσαν μόνο λίγες μέρες και παρέμειναν τοπικά περιορισμένοι, είχαν και έχουν ιστορική και στρατηγική διεθνή σημασία. Ήταν η πρώτη προσπάθεια της εργατικής τάξης στην Ευρώπη να αντιμετωπίσει το φασισμό με τα όπλα στο χέρι. Και αυτή η απόπειρα μιας ένοπλης εξέγερσης –υπό την ηρωική καθοδήγηση των σοσιαλδημοκρατών, των σοσιαλιστών, των κομμουνιστών και των συνδικαλιστών– απέτυχε. Θα θέλαμε να ρίξουμε μια σύντομη ματιά στην ιστορία, το ιστορικό, τα γεγονότα, τα αποτελέσματα και τις συνέπειες του εμφύλιου πολέμου της Αυστρίας, αλλά θέλουμε επίσης να βγάλουμε και κάποια συμπεράσματα από αυτόν.

Το ιστορικό αρχίζει με το τέλος του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Εκείνη την εποχή, ειδικά το 1918, η κατάσταση στην Αυστρία ήταν έντονα επαναστατική. Ακολουθώντας το παράδειγμα της ρωσικής Οκτωβριανής Επανάστασης, η οποία είχε μόλις θριαμβεύσει, η αυστριακή εργατική τάξη ήθελε επίσης να θέσει ένα τέλος όχι μόνο στον πόλεμο, αλλά και στην καπιταλιστική εκμετάλλευση και καταπίεση. Το Γενάρη του 1918, περισσότερο από ένα εκατομμύριο εργαζόμενοι συμμετείχαν στο μεγαλύτερο απεργιακό κίνημα της αυστριακής ιστορίας μετά από την Οκτωβριανή Επανάσταση στη Ρωσία· αυτή η «απεργία του Γενάρη» ήταν η μεγαλύτερη εξέγερση των εργαζόμενων στον κόσμο εκείνη την εποχή. Σχηματίστηκαν σοβιέτ εργατών και στρατιωτών σε ολόκληρη τη χώρα, ενώ στο αυστριακό ναυτικό υπήρξε ανταρσία των ναυτών στο σημαντικότερο στρατιωτικό λιμάνι του Κότορ (Μαυροβούνιο), ενώ υπήρξαν επίσης ανταρσίες σε κάποιες φρουρές στις χερσαίες δυνάμεις. Την άνοιξη του 1919 θα ήταν δυνατή η σύνδεση των ουγγρικών και βαυαρικών σοβιετικών δημοκρατιών κατά μήκος του Δούναβη. Αλλά η σοσιαλιστική επανάσταση στην Αυστρία απέτυχε, παρά τις βέλτιστες αντικειμενικές συνθήκες και παρά τη θέληση της εργατικής τάξης και των μαζών. Γιατί;

Ο λόγος ήταν η ηγεσία της αυστριακής σοσιαλδημοκρατίας. Το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SP), με επικεφαλής τον ιδρυτή του κόμματος Victor Adler, ήδη σε προχωρημένη ηλικία, και ο δεξιός ηγέτης Karl Renner, πήραν απόφαση κατά της επανάστασης κι έσωσαν τον καπιταλισμό στην Αυστρία, κάτι που διαφορετικά η αστική τάξη σίγουρα δε θα είχε καταφέρει εκείνη την περίοδο. Το SP είχε ήδη υποστηρίξει τον ιμπεριαλιστικό-δυναστικό επιθετικό πόλεμο της Αυστρίας και της Γερμανίας το 1914 και τώρα πρόδιδε ξανά τα συμφέροντα της εργατικής τάξης. Με ριζοσπαστική ρητορική, αλλά με καθησυχαστικές ρεαλιστικές πολιτικές και ψευδείς υποσχέσεις, έγινε κυβέρνηση και οδήγησε τις διαμαρτυρίες της εργατικής τάξης σε ελεγχόμενα κανάλια. Εμπόδισε την επανάσταση και ξεκίνησε μια μεταρρυθμιστική πορεία μέσα στο πλαίσιο του αστικού κράτους και του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Ταυτόχρονα, κατόρθωσε να περιορίσει το μέγεθος του νεοσύστατου Κομμουνιστικού Κόμματος (KPÖ), που ιδρύθηκε το Νοέμβρη του 1918. Εν ολίγοις, το 1918 δεν υπήρχε –ή δεν υπήρχε ακόμη– ένα επαναστατικό μαρξιστικό αγωνιστικό κόμμα της εργατικής τάξης στην Αυστρία, ένα κόμμα ρωσικού μπολσεβίκικου τύπου. Και χωρίς ένα τέτοιο κόμμα, η σοσιαλιστική επανάσταση δεν ήταν δυνατή – και γενικά δεν είναι δυνατή.

Ωστόσο, η πολιτική κοινωνικής και δημοκρατικής μεταρρύθμισης του SP την εποχή εκείνη είχε αρχικά ως αποτέλεσμα κάποιες επιτυχίες προς όφελος των εργαζόμενων και των συνθηκών διαβίωσής τους. Αυτό δεν ήταν, φυσικά, μόνο η καθιέρωση καθολικής και ισότιμης ψηφοφορίας για τους άντρες και τις γυναίκες, αλλά και, για παράδειγμα, η καθιέρωση του οκταώρου. Τα νόμιμα επιδόματα ανεργίας και το δικαίωμα διακοπών θεσπίστηκαν για πρώτη φορά, υπήρχε μια νομική βάση για τη σύσταση εργατικών επιτροπών κι εργατικών επιμελητηρίων για την εκπροσώπηση των συμφερόντων των εργαζόμενων –δηλαδή η αστική εκδοχή του Σοβιέτ. Με τη διοικητική διαίρεση της μεγαλύτερης αυστριακής επαρχίας της Κάτω Αυστρίας στη Βιέννη αφενός και της γύρω περιοχής της Κάτω Αυστρίας από την άλλη, δόθηκε στην ομοσπονδιακή πρωτεύουσα ειδική θέση, μέσω της οποίας το SP ήταν σε θέση να εφαρμόσει περαιτέρω θετικές μεταρρυθμίσεις σε αυτό που ήταν γνωστό ως «Κόκκινη Βιέννη», τη γνωστή κατασκευή λαϊκών κατοικιών. Όλα αυτά έγιναν ανεκτά από την αστική τάξη ως απαραίτητο αμυντικό μέτρο. Αλλά στη δεκαετία του 1920, το κύριο κόμμα τους, το Χριστιανικό Κοινωνικό Κόμμα (το CSP, σήμερα Λαϊκό Κόμμα, ÖVP), ήρθε ξανά στην κυβέρνηση και το SP κατέληξε να είναι αντιπολίτευση. Είχε κάνει τη δουλειά του ως ένας χρήσιμος ηλίθιος του κεφαλαίου. Μόνο η «Κόκκινη Βιέννη» και μερικές μικρότερες πόλεις παρέμειναν ως προμαχώνες και πρόβαλαν έργα του σοσιαλδημοκρατικού ρεφορμισμού, οι οποίες δήλωσαν: Αν έχουμε το 50% συν ένα στις εθνικές εκλογές, τότε θα εισαγάγουμε και το σοσιαλισμό –φυσικά σε μια συνταγματική, κοινοβουλευτική-δημοκρατική βάση. Αλλά αυτό δε συνέβη, υπήρξε επίθεση από τις μεγάλες επιχειρήσεις, το μονοπωλιακό κεφάλαιο και το εργαλείο του, το φασισμό.

Προερχόμενο από τις ομάδες Λευκής Φρουράς στο τέλος του Παγκόσμιου Πολέμου, σχηματίστηκε στην Αυστρία το παραστρατιωτικό κίνημα Πατριωτικής Φρουράς (Heimwehr-Bewegung). Θεωρούνταν το πραγματικό φασιστικό κίνημα στην Αυστρία, αλλά ήταν πολύ στενά συνδεδεμένο με το CSP. Και αυτό είναι πολύ σημαντικό, επειδή ο αυστριακός φασισμός –ο αυστροφασισμός όπως λέμε– δεν ήρθε στην εξουσία όπως συνέβη στην περίπτωση της Γερμανίας, της Ιταλίας ή της Ισπανίας –από τα «κάτω» ή τα «έξω»– αλλά από τη θέση της κυβέρνησης. Το 1933, η κυβέρνηση του CSP κατόρθωσε να διαλύσει το κοινοβούλιο και το συνταγματικό δικαστήριο και να κυβερνήσει μέσω «έκτακτων διαταγμάτων». Αυτό ήταν ήδη μια συνταγματική παραβίαση και το τέλος της Αυστρίας ως δημοκρατικού κράτους: Το ΚΚ επίσης απαγορεύτηκε, όπως και η Δημοκρατική Δύναμη Προστασίας (Republikanischer Schutzbund), η παραστρατιωτική οργάνωση του SP με 80.000 μέλη, ενώ η Κομμουνιστική Ένωση Νεολαίας ήταν παράνομη εδώ και αρκετό καιρό. Αλλά στην «Κόκκινη Βιέννη» το SP παρέμεινε στην εξουσία επί του παρόντος. Οι «χριστιανοκοινωνιστές» και οι φασίστες «πατριωτικοί φρουροί» ήθελαν φυσικά όλη την εξουσία στο κράτος, γι’ αυτό συνέχισαν να παρενοχλούν, να προκαλούν και να αφοπλίζουν τις οργανώσεις του εργατικού κινήματος.

Ακόμη και σε αυτήν την κατάσταση, όπου η πλήρης φασιστική κατάληψη της εξουσίας ήταν θέμα χρόνου, η ηγεσία του SP συνέχισε να βασίζεται σε μια «διαπραγματευτική λύση» με τους φασίστες, η οποία φυσικά δε συνέβη. Ωστόσο, στη βάση του SP και της Δημοκρατικής Δύναμης Προστασίας, πολλοί εργάτες ήταν έτοιμοι να αποδεχτούν την άποψη του ΚΚ, που δεν είχε και μεγάλη επιρροή, και να διεξάγουν συνεπή πάλη ενάντια στο φασισμό. Και στις 12 Φλεβάρη 1934, μια ομάδα περίπου 30 οπλισμένων εργαζόμενων στο Λιντς της Άνω Αυστρίας ήταν η πρώτη που ανέλαβε δράση, ενάντια στις επιθυμίες που είχε εκφράσει η ηγεσία του SP.

Όταν οι μονάδες της αστυνομίας και της Πατριωτικής Φρουράς έφτασαν στις εγκαταστάσεις του SP στο Λιντς νωρίς το πρωί για να πραγματοποιήσουν έρευνα για όπλα, οι εργάτες είχαν ήδη ταμπουρωθεί στο κτήριο και άνοιξαν πυρ. Ακόμη κι εδώ, τα πρώτα προβλήματα της απόπειρας της εξέγερσης έγιναν εμφανή: Έγινε αμυντικά, δηλαδή [οι εργάτες] υπερασπίζονταν μόνο τα δικά τους κτήρια. Δεύτερον, οι εργάτες του Λιντς σε αυτό το πρώτο πεδίο μάχης είχαν μόνο ένα πολυβόλο και λίγα παλιά τουφέκια και πιστόλια του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου –δεν ήταν αρκετά για όλους εκείνους που ήταν παρόντες. Οι φασίστες, οι οποίοι στηρίζονταν από το στρατό κατά τη διάρκεια της μέρας, πολιόρκησαν το κτήριο, το βομβάρδισαν με εκτοξευτές χειροβομβίδων και το πυροβολούσαν έτοιμοι για επίθεση μέχρι να μπορέσουν να το καταλάβουν διάδρομο το διάδρομο, σκάλα τη σκάλα, δωμάτιο το δωμάτιο. Τα άλλα πεδία μάχης στην πόλη του Λιντς –ή τουλάχιστον τα περισσότερα από αυτά– επίσης απομονώθηκαν και οι μαχητές –περίπου 1.000 στο Λιντς– δεν μπορούσαν να υποστηρίξουν ο ένας τον άλλον ή το έκαναν με μεγάλη δυσκολία. Αυτό ήταν κάτι παρόμοιο με αυτό που θα συνέβαινε σχεδόν παντού στα πεδία μάχης της Αυστρίας.

Οι ειδήσεις για το ξέσπασμα των αγώνων στο Λιντς έφτασαν σύντομα στις άλλες πόλεις της Αυστρίας, ιδίως στη Βιέννη. Η ηγεσία του SP έμεινε έκπληκτη και στην ουσία ήταν ανίκανη να ενεργήσει. Κάλεσε απρόθυμα σε γενική απεργία και διακήρυξε να επιτραπούν τα ένοπλα αμυντικά μέτρα: Οι εργαζόμενοι θα έπρεπε μόνο να υπερασπιστούν τους εαυτούς τους με τη δύναμη όπλων αν είχαν δεχτεί επίθεση, αλλά δεν έπρεπε να προβούν σε επιθετικές ενέργειες –αυτό φυσικά είναι το αναμενόμενο τέλος οποιασδήποτε στρατιωτικής εξέγερσης. Πολλοί εργάτες, μέλη της Δημοκρατικής Δύναμης Προστασίας, αλλά και οι κομμουνιστές, οι οποίοι είχαν εκδιωχτεί από τη Δημοκρατική Δύναμη Προστασίας το 1927, αλλά υποστήριξαν άνευ όρων την εξέγερση κι εντάχτηκαν σε αυτή, δεν ενδιαφέρονταν πλέον για την ηγεσία του SP. Συγκεντρώθηκαν στα συμφωνημένα σημεία συνάντησης και συγκεκριμένα στις δημοτικές επιχειρήσεις και απαίτησαν την παράδοση των κρυμμένων όπλων. Αλλά σε πολλά μέρη αυτό παρεμποδίστηκε από τους κορυφαίους σοσιαλδημοκράτες αξιωματούχους, οι οποίοι κρύφτηκαν, παραδόθηκαν στην αστυνομία και ορισμένοι έκαναν ανοιχτή προδοσία. Ωστόσο, κάποιοι είχαν ήδη συλληφθεί το προηγούμενο βράδυ, επειδή η Ασφάλεια είχε ενημερώσει εκ των προτέρων την κυβέρνηση για την προγραμματισμένη εξέγερση. Ως αποτέλεσμα, οι μάχες έπρεπε να πραγματοποιηθούν χωρίς πραγματικό κεντρικό έλεγχο, με απομονωμένα μεταξύ τους πεδία μάχης, με φτωχά και ανεπαρκή όπλα και χωρίς μια στρατηγική πραγματικής εξέγερσης, η οποία φυσικά θα απαιτούσε μια επίθεση εναντίον του κέντρου της πόλης, των κυβερνητικών κτηρίων, των στρατιωτικών βάσεων, συμπεριλαμβανομένων των οπλοστασίων, των αποθηκών όπλων και των υποδομών. Σχεδόν παντού στις εργατικές συνοικίες της Βιέννης, οι μαχητές εργάτες υπερασπίστηκαν μόνο τα δικά τους κτήρια, ταμπουρώθηκαν στα κτήρια της οργάνωσης και στα δημοτικά κτήρια. Επομένως ήταν σχετικά εύκολο για τις φασιστικές και κυβερνητικές δυνάμεις, οι οποίες κατά τη διάρκεια της μέρας έλαβαν στήριξη από τα τεθωρακισμένα οχήματα και το πυροβολικό του στρατού, να διαλύσουν τις μεμονωμένες φωλιές αντίστασης, να τους ρίξουν καπνογόνα και να τις καταλάβουν τη μία μετά από την άλλη. Μόνο σε ορισμένες περιοχές της Βιέννης, μεταξύ των οποίων το Floridsdorf, το Meidling και εν μέρει το Ottakring, υπήρχε ένας πραγματικός πόλεμος στους δρόμους, με μάχες από σπίτι σε σπίτι, έγιναν επιθετικές ενέργειες, έγιναν επιθέσεις σε αστυνομικά τμήματα, έγιναν καταστροφές στις σιδηροδρομικές γραμμές για να μην μπορούν να μετακινηθούν στρατιώτες κι έγινε κατάληψη σε υποδομές. Αλλά η υπεροχή του στρατού, της αστυνομίας και της Πατριωτικής Φρουράς ήταν συντριπτική παντού. Ήδη τη δεύτερη μέρα, παρά τις εναπομένουσες ομάδες αντίστασης, η κυβέρνηση είχε επανακτήσει τον έλεγχο σχεδόν παντού στη Βιέννη.

Εκτός της Βιέννης, οι εργάτες σε μεγάλες πόλεις και βιομηχανικές περιοχές επιχείρησαν επίσης απελπισμένες εξεγέρσεις. Στο Bruck an der Mur, μια πόλη στην Άνω Στυρία, οι εργάτες, οπλισμένοι με δύναμη μεγαλύτερη των 400 αντρών, απέκτησαν ακόμη και τον πλήρη έλεγχο πριν αναγκαστούν να υποχωρήσουν στα βουνά εξαιτίας του στρατού που πλησίαζε. Αλλά επίσης, για παράδειγμα, στο Graz, στο Wiener Neustadt, στο Sankt Pölten, στο Steyr, ακόμη και στο Tirolo στις βιομηχανικές περιοχές ανατολικά του Ίνσμπρουκ, υπήρξαν ένοπλες συγκρούσεις, σύντομες διαμαρτυρίες από τους αγωνιζόμενους εργάτες, αλλά τελικά παντού υποχώρησαν. Η απόπειρα εξέγερσης ήταν ηρωική, αλλά ήταν καταδικασμένη σε αποτυχία από την αρχή, λόγω της κατωτερότητας των όπλων, της λαθεμένης αμυντικής στρατηγικής και της έλλειψης υποστήριξης και προδοσίας από αξιωματούχους του SP. Μετά από τέσσερις μέρες ο σύντομος αυστριακός εμφύλιος πόλεμος τελείωσε. Τελείωσε με τη νίκη των φασιστών και την ήττα της εργατικής τάξης.

Το άμεσο αποτέλεσμα της καταστολής της Εξέγερσης του Φλεβάρη ήταν, φυσικά, η πλήρης εγκαθίδρυση της αυστροφασιστικής δικτατορίας –το «ομοσπονδιακό κράτος» συγκροτήθηκε τυπικά με το Σύνταγμα του Μάη την 1η Μάη 1934, το οποίο επίσης υποστηρίχτηκε διεθνώς από τα ήδη φασιστικά κράτη της Ιταλίας και της Ουγγαρίας.

Οι μάχες του Φλεβάρη κόστισαν στο εργατικό κίνημα περίπου 200 ζωές και σχεδόν διπλάσιους τραυματισμένους. Κατά τη διάρκεια και μετά από τις μάχες, σύμφωνα με το στρατιωτικό νόμο, πάρθηκαν 24 ποινές εκτέλεσης εναντίον μελών της Δημοκρατικής Δύναμης Προστασίας και των εργατών, εκ των οποίων πραγματοποιήθηκαν 9. Χιλιάδες μαχητές του Φλεβάρη, συνδικαλιστές και αξιωματούχοι των εργατών, συνελήφθησαν και σε περίπου 1.200 δόθηκαν ποινές φυλάκισης. Και μετά από τις μάχες του Φλεβάρη, εκατοντάδες άνθρωποι απελάθηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης του αυστροφασιστικού καθεστώτος: Την 1η Μάη 1934, πάνω από 500 σοσιαλδημοκράτες και κομμουνιστές φυλακίστηκαν στο Wöllersdorf, το πιο διάσημο –ή μάλλον διαβόητο– στρατόπεδο συγκέντρωσης.

Το SP, όπως το ΚΚ προηγουμένως, απαγορεύτηκε, οι δημόσιοι εκπρόσωποί του απομακρύνθηκαν από το αξίωμα, οι ανώτεροι αξιωματούχοι του διώχτηκαν και φυλακίστηκαν (τουλάχιστον προσωρινά), μεταξύ των οποίων κορυφαίοι αξιωματούχοι όπως ο Karl Seitz, δήμαρχος της Βιέννης, και ο Karl Renner, πρώην επικεφαλής της κυβέρνησης. Άλλοι, όπως ο Otto Bauer, επικεφαλής θεωρητικός του λεγόμενου «αυστρομαρξισμού», κατάφεραν να φύγουν στο εξωτερικό.

Χιλιάδες μέλη του SP και μέλη της Δημοκρατικής Δύναμης Προστασίας, που απογοητεύτηκαν από την αποτυχία της σοσιαλδημοκρατίας, προσχώρησαν στο παράνομο ΚΚ, το οποίο από την πλευρά του είχε συμμετάσχει στις μάχες του Φλεβάρη με όλα τα μέσα που διέθετε, αν και θεωρούσε τη χρονική στιγμή δυσμενή. Με αυτόν τον τρόπο, μέσα σε ένα σύντομο χρονικό διάστημα μετά από το Φλεβάρη του 1934, τα μέλη του ΚΚ τετραπλασιάστηκαν, καθιστώντας το για πρώτη φορά ένα κόμμα με μαζική απήχηση κι επιρροή κατά την περίοδο της παρανομίας. Έτσι το ΚΚ –και μαζί του η Κομμουνιστική Ένωση Νεολαίας– ακόμη περισσότερο μετά από την παράδοση της ανανεωμένης σοσιαλδημοκρατίας το 1938, έγινε ο σημαντικότερος πυλώνας της αντιφασιστικής αντίστασης στην Αυστρία από το 1934 έως το 1945.

Αυτό συνδέθηκε με κάποια διδάγματα για το Διεθνές Κομμουνιστικό Κίνημα: Στο 7ο Παγκόσμιο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς στη Μόσχα το 1935, έγιναν προσπάθειες όχι μόνο να αντιμετωπιστεί η ήττα του ισχυρού KPD στη Γερμανία, αλλά και της αυστριακής εργατικής τάξης. Το γνωστό αποτέλεσμα ήταν η στρατηγική του λαϊκού μετώπου της Κομιντέρν, βασισμένη σε μια ακριβή ανάλυση του φασισμού που παρουσίασε στο Συνέδριο ο Γκεόργκι Ντιμιτρόφ.

Ένας σημαντικός αριθμός πρώην μελών της Δημοκρατικής Δύναμης Προστασίας, σοσιαλιστές και κομμουνιστές, εξορίστηκαν το 1934 (πολλοί στη Σοβιετική Ένωση) και δεν επέστρεψαν μέχρι το 1945 –μεταξύ των οποίων ο πρόεδρος του ΚΚ Johann Koplenig. Άλλοι πολέμησαν εναντίον του φασισμού στις τάξεις των Διεθνών Ταξιαρχιών στον Ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο το 1936-1939, οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν κυρίως στο Αυστριακό Τάγμα «12 Φλεβάρη» της Ενδέκατης Ταξιαρχίας («Thälmann» - Brigade).

Ένα ιστορικά ιδιαίτερα σημαντικό αποτέλεσμα των αγώνων του Φλεβάρη και της ίδρυσης της αυστροφασιστικής δικτατορίας ήταν και η αποδυνάμωση της Αυστρίας ενόψει των πιέσεων και των προσπαθειών προσάρτησης εκ μέρους της Ναζιστικής Γερμανίας. Η προπαγάνδα των Αυστριακών Ναζί τότε επίσης έπεφτε όλο και πιο εύκολα σε γόνιμο έδαφος. Το γεγονός ότι το Μάρτη του 1938 η γερμανική «Wehrmacht» μπόρεσε να καταλάβει την Αυστρία χωρίς να συναντήσει στρατιωτική αντίσταση είχε επομένως τα αίτιά του κατά τα έτη από το 1933-1934 έως το 1938. Μια δημοκρατική Αυστρία με μια μαχητική εργατική τάξη κι ένα νόμιμο εργατικό κίνημα θα είχε σίγουρα άλλες δυνατότητες άμυνας από την αυστροφασιστική δικτατορία, η οποία είχε απορριφθεί από την πλειοψηφία του πληθυσμού. Έτσι, με μια ορισμένη εσωτερική συνοχή, το κίνημα των χριστιανοκοινωνιστών και της Πατριωτικής Φρουράς έγινε ο νεκροθάφτης της Αυστρίας, παρά το γεγονός ότι, εκτός από τους κομμουνιστές, τους σοσιαλδημοκράτες και τους Σλοβένους αντάρτες, και οι χριστιανοδημοκράτες διαδραμάτισαν τον αξιέπαινο ρόλο τους στην αντίσταση κατά του ναζιστικού φασισμού και των Γερμανών κατακτητών από το 1938 έως το 1945.

Εν τούτοις, πρέπει να σημειωθεί ότι οι πολιτικοί κληρονόμοι και οι συνεχιστές του κινήματος των χριστιανοκοινωνιστών, οι οποίοι είχαν επίσης κάποια συνέχεια με τον αυστροφασισμό ως προς το προσωπικό, δεν έχουν ακόμη αποστασιοποιηθεί από τα εγκλήματα του κινήματός τους· αντίθετα, σε τμήματα του ÖVP, ακόμη και ο δολοφόνος των εργατών και φασίστας δικτάτορας Dollfuss –που μεταμορφώθηκε σε έναν αντιναζί (και μερικές φορές «αντιμπολσεβίκο») «μαχητή της αντίστασης»– εξακολουθεί να είναι σεβαστός σήμερα.

Ακόμη κι αν μόνο ένα μικρό μέρος της αυστριακής εργατικής τάξης συμμετείχε στους αγώνες του Φλεβάρη, αυτή η απόπειρα εξέγερσης σηματοδοτεί παρόλ’ αυτά μια ιστορική πράξη που δεν πρέπει να υποτιμάται. Οι Αυστριακοί εργάτες –σοσιαλδημοκράτες, συνδικαλιστές και κομμουνιστές– ήταν οι πρώτοι στην Ευρώπη που αντιτέθηκαν στο φασισμό με τα όπλα στα χέρια. Αυτή η αξία παραμένει ανεξίτηλη –και σε αυτήν την παράδοση πολλοί εργάτες, και ιδιαίτερα οι κομμουνιστές, εξακολούθησαν να αγωνίζονται ενάντια στις φασιστικές δικτατορίες έως ότου η Αυστρία απελευθερώθηκε σε μεγάλο βαθμό από τον Κόκκινο Στρατό της Σοβιετικής Ένωσης το 1945.

 


ΣημειώσειςΣημειώσεις

* Γραπτή παρέμβαση του Τίμπορ Τσένκερ, αναπληρωτή προέδρου του Κόμματος Εργασίας Αυστρίας, στην ενότητα «Επαναστατικοί Ξεσηκωμοί», στη Συνάντηση των Κομμάτων της Ευρωπαϊκής Κομμουνιστικής Πρωτοβουλίας στην Κωνσταντινούπολη στις 16-17 Φλεβάρη 2019.