Της Σύνταξης

Λίγες μόνο βδομάδες πριν τις εκλογές, οι κομμουνιστές κορυφώνουν την προσπάθειά τους για να φτάσει το κάλεσμα της ενίσχυσης του ΚΚΕ σε όλες τις κάλπες, όσο το δυνατόν πλατύτερα. Η ψήφος στο ΚΚΕ και τη «Λαϊκή Συσπείρωση» είναι η μοναδική ψήφος που στέλνει ξεκάθαρο μήνυμα καταδίκης της αντιλαϊκής πολιτικής, η μοναδική που θα πιστωθεί μετά από τις εκλογές στους σκληρούς και πολύμορφους αγώνες εναντίον της σε όλα τα επίπεδα υλοποίησής της, η μοναδική που θα συμβάλει στην αγωνιστική ανάταση εντός κι εκτός Ελλάδας, η μοναδική που θα ενισχύσει την πάλη για την Ελλάδα και την Ευρώπη του σοσιαλισμού.

Από το περιεχόμενο της αντιπαράθεσης κατά την προεκλογική περίοδο, αναδείχτηκε για μία ακόμη φορά ότι στην Ελλάδα, όπως και σε όλα τα καπιταλιστικά κράτη, συγκρούονται δύο «κόσμοι». Από τη μία, ο «κόσμος» της αστικής τάξης και του αστικού πολιτικού συστήματος ο οποίος –παρά τις εσωτερικές αντιθέσεις, διαμάχες και δευτερεύουσες διαφοροποιήσεις– σχηματίζει ένα γρανιτένιο μέτωπο ιδεολογικοπολιτικής επίθεσης απέναντι στα λαϊκά δικαιώματα, προς όφελος της ενίσχυσης της καπιταλιστικής κερδοφορίας. Από την άλλη, ο «κόσμος» της εργατικής τάξης και των υπόλοιπων λαϊκών στρωμάτων, ο οποίος στενάζει κάτω από τον καπιταλιστικό ζυγό, ενώ τα πιο πρωτοπόρα τμήματά του δίνουν –με μπροστάρη το ΚΚΕ– μια σκληρή μάχη σε όλα τα επίπεδα, απέναντι στην αντιλαϊκή πολιτική, προβάλλοντας ταυτόχρονα την αναγκαιότητα συνολικής ρήξης με τον «κόσμο» της αστικής τάξης, ως προϋπόθεση για να ζήσει ο λαός στο μέτρο των σημερινών δυνατοτήτων και του πλούτου που παράγει.

Στον ήδη τεράστιο σωρό των αντιλαϊκών μέτρων, που από κοινού ψηφίζονται στο κοινοβούλιο από ΣΥΡΙΖΑ, ΝΔ και άλλα αστικά κόμματα, προστέθηκαν το τελευταίο δίμηνο η μείωση της φορολογίας των διανεμόμενων κερδών από 15% σε 10% (μετά από τη σταδιακή μείωση του φορολογικού συντελεστή από το 29% στο 25% μέχρι το 2022), η αύξηση κατά 10% των τιμών των «φαρμάκων αναφοράς» (που συνεπάγεται ανατιμήσεις σε μια σειρά φάρμακα), η εθελοντική φορολογία των εφοπλιστών, η παράδοση αιγιαλών και άλλων χώρων στο κεφάλαιο, το περαιτέρω χτύπημα της προστασίας της πρώτης κατοικίας προς όφελος των τραπεζικών ομίλων (και η από κοινού αποδοχή του προγραμματισμού 130.000 πλειστηριασμών την τριετία 2019-2022). Στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, έχει σημασία να υπενθυμίσουμε την πρόσφατη δήλωση του υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας Γ. Σταθάκη, σύμφωνα με την οποία «το σύνολο σχεδόν των νομοσχεδίων, που έχει φέρει η κυβέρνηση τους πρόσφατους μήνες, ψηφίζονται με πολύ ευρεία πλειοψηφία, καθώς αναγκάζεται και η ΝΔ να τα ψηφίσει».

Την ίδια στιγμή, ακόμα και στα νομοσχέδια στα οποία η ψήφος των αστικών κομμάτων είναι διαφορετική, η τοποθέτησή τους γίνεται από την ίδια ακριβώς αφετηρία. Έτσι, π.χ., η διαφορετική ψήφος στη Συμφωνία των Πρεσπών έγινε στη βάση της από κοινού αποδοχής της «ευρωατλαντικής ολοκλήρωσης» των Βαλκανίων, αλλά και του ενεργητικού ρόλου της Ελλάδας σε αυτήν. Αντίστοιχα, η διαφορετική ψήφος στο νομοσχέδιο Γαβρόγλου για την Παιδεία γίνεται στη βάση της από κοινού αποδοχής του σχολείου της αγοράς και των δεξιοτήτων και της σύνδεσης της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης με τις –αντιλαϊκές– ανάγκες της (καπιταλιστικής) αγοράς, που αποτελούν, άλλωστε, και κατευθύνσεις της ΕΕ.

Η σύγκλιση αυτή αποτυπώνει σε πολιτικό επίπεδο την προσήλωση σύσσωμου του αστικού πολιτικού κόσμου στην πολιτική εξυπηρέτησης της καπιταλιστικής κερδοφορίας. Αποτελεί την καλύτερη απόδειξη ότι τίποτα δεν έχει να περιμένει ο λαός από την αλλαγή του συσχετισμού ανάμεσα στα αστικά κόμματα ή από την κυβερνητική εναλλαγή –όποτε κι αν γίνουν οι εθνικές εκλογές– και η μόνη του έγνοια πρέπει να είναι η ενδυνάμωση της πραγματικής αντιπολίτευσης και της πάλης απέναντι σε κεφάλαιο - κυβερνήσεις - ΕΕ.

Οι «ράγες» πάνω στις οποίες θα κινηθεί το «τρένο» της αστικής διακυβέρνησης τα επόμενα χρόνια είναι, άλλωστε, ήδη τοποθετημένες. Αυτό αποδεικνύεται τόσο από τις πιο μακροπρόθεσμες δεσμεύσεις (ψηλά πλεονάσματα μέχρι το 2060, παγίωση μνημονιακών νόμων κλπ.) όσο και από τους πιο μεσοπρόθεσμους σχεδιασμούς που αποτυπώνονται στα κείμενα που ετοίμασε η κυβέρνηση για να στείλει στις Βρυξέλλες στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου, δηλαδή της μόνιμης εποπτείας από την ΕΕ της αντιλαϊκής πολιτικής στα κράτη-μέλη. Πιο συγκεκριμένα, τον Απρίλη καταρτίστηκαν από την κυβέρνηση τόσο το «Πρόγραμμα Σταθερότητας 2019-2022» όσο και το «Εθνικό Πρόγραμμα Μεταρρυθμίσεων 2019», ενώ ακολουθεί το αμέσως επόμενο διάστημα η κατάρτιση του «Μεσοπρόθεσμου Προγράμματος Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2020-2023». Ενδεικτικό είναι ότι στο «Εθνικό Πρόγραμμα Μεταρρυθμίσεων 2019», η «βελτίωση της παραγωγικότητας της ελληνικής οικονομίας ανάγεται σε κεντρική προτεραιότητα στη νέα περίοδο», ενώ σε αυτό περιλαμβάνονται 35 προγράμματα-«χρηματοδοτικά εργαλεία» με δράσεις της τάξης των 7,5-8 δισ. ευρώ σε «ζεστό» κρατικό χρήμα, μέσω των οποίων η κυβέρνηση εκτιμά ότι «θα υποστηριχτούν επενδύσεις της τάξης των 22 δισ. ευρώ σε ορίζοντα τριετίας».

Το περιεχόμενο των κειμένων αυτών, άλλωστε, κινείται πάνω στους άξονες που έχουν καθοριστεί από την απόφαση του Eurogroup τον Ιούνη του 2018, για την κλιμάκωση των αναδιαρθρώσεων μέχρι το 2022, τα «συμπεράσματα» των τριμηνιαίων «αξιολογήσεων» στο πλαίσιο της «ενισχυμένης εποπτείας» και την πρόσφατη έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, αναφορικά με τις «μακροοικονομικές ανισορροπίες» στην ελληνική οικονομία. Σε κάθε περίπτωση, ενδεικτικοί για τον ταξικό χαρακτήρα των κριτηρίων αποτίμησης της αστικής πολιτικής και τα επόμενα χρόνια είναι οι κυβερνητικοί πανηγυρισμοί για τα θηριώδη πλεονάσματα που προέκυψαν το 2018, οι πανηγυρισμοί δηλαδή για την αφαίμαξη του λαϊκού εισοδήματος και τη μείωση των κοινωνικών δαπανών προς όφελος της αποπληρωμής των χρεών προς τους θεσμούς και της στήριξης της καπιταλιστικής κερδοφορίας.

Σε αυτό το «εύφορο» έδαφος της σύγκλισης του αστικού πολιτικού κόσμου, λαμβάνουν χώρα οι μεταγραφές στελεχών ανάμεσα στα αστικά κόμματα, οι οποίες δείχνουν «τροχιοδεικτικά» και τη δυνατότητα των μετεκλογικών συνεργασιών μεταξύ τους. Όπως έχει αποδειχτεί, άλλωστε, επανειλημμένα στο παρελθόν, το «ρυάκι» που χωρίζει τα αστικά κόμματα είναι τόσο ρηχό, που διασχίζεται πολύ εύκολα. Έτσι, μόνο εντύπωση δεν προκαλεί η δήλωση της Ντ. Μπακογιάννη, σύμφωνα με την οποία «το 2015 ο κ. Μεϊμαράκης είχε ζητήσει από τον κ. Τσίπρα να περπατήσουμε (σ.σ. η ΝΔ και ο ΣΥΡΙΖΑ) μαζί».

Αν ο τότε επικεφαλής της ΝΔ και νυν επικεφαλής του ευρωψηφοδελτίου της διέβλεπε το 2015 δυνατότητα κυβερνητικής συνεργασίας, καταλαβαίνουμε το εύρος των δυνατοτήτων συνεργασίας ανάμεσα στα αστικά κόμματα σήμερα, που ο ΣΥΡΙΖΑ έχει «τρέξει» πολλά «χιλιόμετρα» αντιλαϊκού έργου, έχει πάρει τα εύσημα από πολλούς βασικούς πυλώνες της αντιλαϊκής πολιτικής, εντός και εκτός χώρας, έχει ήδη συγκυβερνήσει για 3,5 χρόνια με τους ακροδεξιούς ΑΝΕΛ, ενώ ήδη σήμερα έχει προσελκύσει κάτω από τις κυβερνητικές του φτερούγες πρώην υπουργούς του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ των κυβερνήσεων Παπανδρέου - Παπαδήμα - Σαμαρά, διατηρώντας και κάποια πρώην στελέχη των ΑΝΕΛ. Οι διαθέσιμοι μνηστήρες για συμμετοχή στην αστική διακυβέρνηση είναι, εξάλλου, πάρα πολλοί, με ενδεικτική την τοποθέτηση της Φώφης Γεννηματά στο πλαίσιο του πρόσφατου 2ου Συνεδρίου του ΚΙΝΑΛ περί πρόθεσης μετεκλογικής συνεργασίας του κόμματος με όποιον χρειαστεί, στο πλαίσιο μίας κυβέρνησης «εθνικής συνεννόησης».

Φυσικά, προεκλογικά προέχει η χάραξη εκείνων των πλαστών διαχωριστικών γραμμών, οι οποίες από τη μία θα κρύψουν τη σύγκλιση των αστικών κομμάτων, ενώ από την άλλη θα λειτουργήσουν ως δόκανο απόσπασης της λαϊκής ψήφου. Τη διάνοιξη των προεκλογικών «χαρακωμάτων» υπηρετούν τα ψευτοδιλήμματα που μαζικά παράγονται το τελευταίο διάστημα από όλα τα αστικά κόμματα, η σκανδαλολογία καθώς και κάθε είδους δηλώσεις ή ζητήματα που αφήνουν στο απυρόβλητο τους βασικούς άξονες της αντιλαϊκής πολιτικής, στους οποίους όλοι ομονοούν. Έτσι, π.χ., η αντιπαράθεση γύρω από τη NOVARTIS αφήνει τελείως «εκτός κάδρου» τη μείωση των κρατικών δαπανών για την υγεία, την εμπορευματοποίησή της και τη δράση μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων με κριτήριο το κέρδος, η αντιπαράθεση γύρω από την απαράδεκτη δήλωση Πολάκη για τον υποψήφιο ευρωβουλευτή της ΝΔ Στ. Κυμπουρόπουλο έγινε στο έδαφος της από κοινού αποδοχής της μείωσης των προνοιακών δαπανών για τους αναπήρους, της άσχημης κατάστασης των ειδικών σχολείων κλπ.

Ωστόσο, ακριβώς επειδή όλο αυτό το «μαύρο» αστικό μέτωπο απέναντι στο λαό παίρνει ιδιαίτερα επικίνδυνες εκφάνσεις στις σοσιαλδημοκρατικές μπαγαποντιές του ΣΥΡΙΖΑ, αξίζει να σταθούμε λίγο παραπάνω σε κάποιες από αυτές. Η κυβέρνηση έχει το θράσος να επικαλείται το δίλημμα «πρόοδος-συντήρηση» τη στιγμή που ασκεί την πιο βάρβαρη αντιλαϊκή πολιτική υπεράσπισης των συμφερόντων των λίγων, δηλαδή των επιχειρηματικών ομίλων. Έχει το θράσος να επικαλείται το δίλημμα «δημοκρατία ή Ακροδεξιά» τη στιγμή που συγκυβέρνησε για 3,5 χρόνια με τους ακροδεξιούς ΑΝΕΛ, που έχει καταστεί η εκλεκτή του ακροδεξιού Τραμπ και του πρέσβη του στην Αθήνα Τζ. Πάιατ που «κλείνει το μάτι» στη Χρυσή Αυγή (βλ. καθυστερήσεις στη δίκη, προτεινόμενες αλλαγές στον Ποινικό Κώδικα, παραχώρηση χώρων και ξεναγήσεις στους χρυσαυγίτες από στελέχη του σε μια σειρά δήμους κλπ.).

Όσο για την πάλη του ΣΥΡΙΖΑ απέναντι στο... νεοφιλελευθερισμό, θα αρκεστούμε στην τελευταία δήλωση στήριξης που έγινε από τον Α. Γκούρια, επικεφαλής του διαβόητου καθοδηγητή της «νεοφιλελεύθερης» πολιτικής παγκοσμίως, του ΟΟΣΑ, ο οποίος δήλωσε το Μάρτη στην Αθήνα: «Κρατήστε σταθερό το πηδάλιο και είμαστε μαζί σας» (!) αναφέροντας επίσης ότι «Η Ελλάδα είναι στο σωστό δρόμο (...) Όμως κωπηλατείτε ενάντια στο ρεύμα και αυτό σημαίνει ολοένα και μεγαλύτερη προσπάθεια...»

Πέραν των άλλων, η κυβέρνηση επιστρατεύει προεκλογικά και την ανοιχτή κοροϊδία, προβάλλοντας τη νέα διάταξη για τη δήθεν αιτιολόγηση των απολύσεων, κρύβοντας ότι η εργοδοσία μπορεί πολύ εύκολα να «αποδείξει επαρκώς» την ανάγκη των απολύσεων, έχοντας σχεδόν πάντα τη δυνατότητα να τις συνδέει με την «αναδιάρθρωση της παραγωγής» και τις «οικονομικές δυσχέρειες της επιχείρησης». Το μέγεθος της κοροϊδίας γίνεται αντιληπτό αν υπολογιστεί ότι αυτά εκπορεύονται από μια κυβέρνηση που, το Μάη του 2017, νομοθέτησε την πλήρη απελευθέρωση των ομαδικών απολύσεων για τις μεγάλες επιχειρήσεις, καταργώντας την απαραίτητη –μέχρι τότε– προϋπόθεση της διοικητικής έγκρισης (υπουργικό βέτο) για απολύσεις «άνω των νόμιμων ορίων», ενώ παράλληλα κράτησε σε πλήρη ισχύ τις διατάξεις για αύξηση της «δοκιμαστικής περιόδου» των νεοπροσλαμβανόμενων εργαζόμενων από 2 σε 12 μήνες και για μείωση του ύψους της αποζημίωσης κατά 50%, αν η προειδοποίηση γίνεται 4 μήνες πριν (από 6 μήνες που ήταν προηγουμένως).

Συμπερασματικά, οι εργαζόμενοι πρέπει να σπάσουν τον άχρηστο μεγεθυντικό φακό που τους προσφέρουν τα αστικά κόμματα, με στόχο να τους κάνουν να αναλωθούν στην κοπιώδη προσπάθεια εντοπισμού των όποιων δευτερευόντων και τριτευόντων διαφορών μεταξύ τους και να δουν αυτό που «βγάζει μάτι», τη σύμπλευσή τους σε ένα δρόμο που τα δικαιώματα και η ζωή τους δεν έχουν άλλο ρόλο παρά αυτόν του λιπάσματος για την «άνθιση» της καπιταλιστικής κερδοφορίας. Ελπιδοφόρο σταθμό σε αυτήν την πάλη αποτελεί το τελευταίο διάστημα και η μάχη των ταξικών συνδικαλιστικών οργανώσεων που συσπειρώνονται στο ΠΑΜΕ –το οποίο αυτές τις μέρες γιορτάζει την 20ή επέτειό του– ενάντια στη συνδικαλιστική μαφία που δρα στη ΓΣΕΕ και σε κάποιες πρωτοβάθμιες και δευτεροβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις.

Με την ίδια θέρμη που νομοθετεί στο εσωτερικό της χώρας υπέρ των συμφερόντων του κεφαλαίου, πορεύεται η κυβέρνηση και στην εξωτερική της πολιτική. Από τα Βαλκάνια μέχρι την Κύπρο, βασικό στόχο της κυβερνητικής εξωτερικής πολιτικής αποτελεί η μετατροπή της Ελλάδας σε ενεργειακό και εμπορικό κόμβο και η προσέλκυση των αντίστοιχων επενδύσεων. Πρόκειται για ένα στόχο ο οποίος «κουμπώνει» με τον ευρωΝΑΤΟϊκό σχεδιασμό ενσωμάτωσης των κρατών των Δυτικών Βαλκανίων στους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς του ΝΑΤΟ και της ΕΕ και απώθησης της ρωσικής επιρροής, χωρίς αυτό να αναιρεί αντιθέσεις όπως αυτές γύρω από το ρόλο της Κίνας στην περιοχή, αλλά και συνολικά στην ΕΕ. Σε αυτό το έδαφος, η ελληνική κυβέρνηση φιλοδοξεί να δρα ως βασικός προωθητής αυτών των σχεδιασμών.

Πιο συγκεκριμένα, στα Βαλκάνια αναπτύσσεται –στο έδαφος της Συμφωνίας των Πρεσπών– μία πολύπλευρη κυβερνητική δραστηριότητα. Στις αρχές Απρίλη, ο Αλ. Τσίπρας επισκέφτηκε με τη συνοδεία πολλών υπουργών και 120 αντιπροσώπων μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων τη Β. Μακεδονία υπογράφοντας πολλές επιχειρηματικές συμφωνίες, με πολλές από αυτές να αφορούν τις υποδομές σε Μεταφορές και Ενέργεια (διασύνδεση σιδηροδρομικού δικτύου από τη Θεσσαλονίκη μέχρι το Βελιγράδι, κάθετοι αγωγοί φυσικού αερίου και πετρελαίου, διασύνδεση δικτύων μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας). Λίγες βδομάδες προηγουμένως, ο Αλ. Τσίπρας είχε συναντήσει τη Ρουμάνα ομόλογό του στο Βελιγράδι (στο πλαίσιο της 7ης τετραμερούς Συνόδου Κορυφής Ρουμανίας, Σερβίας, Βουλγαρίας και Ελλάδας), όπου αφότου εξήρε τη Συμφωνία των Πρεσπών ως «μοντέλο συνεργασίας» για τα επόμενα βήματα της «ευρωατλαντικής ολοκλήρωσης», εστίασε στη λεγόμενη διασυνδεσιμότητα, ιεραρχώντας σχέδια όπως η διασύνδεση του Αιγαίου με τη Μαύρη Θάλασσα ή ο οδικός άξονας Θεσσαλονίκη - Σκόπια - Βελιγράδι. Οι ίδιες στοχεύσεις αναδείχτηκαν και από τις τοποθετήσεις των κυβερνητικών στελεχών στο «1ο Βαλκανικό Φόρουμ» στη Θεσσαλονίκη. Τέλος, στα μέσα Μάρτη, ο Γ. Κατρούγκαλος συμμετείχε στην υπουργική σύνοδο της «Διαδικασίας του Βερολίνου για τα Δυτικά Βαλκάνια» –η οποία υπενθυμίζεται ότι ξεκίνησε το 2014 με πρωτοβουλία της Γερμανίας, με στόχο «να κρατά ζωντανή την προοπτική της σχέσης και της σύνδεσης των Δυτικών Βαλκανίων με την ΕΕ»– ενώ στην αντίστοιχη Σύνοδο Κορυφής που θα γίνει στο Πόζναν της Πολωνίας στις αρχές Ιούνη, η Ελλάδα θα συμμετάσχει –για πρώτη φορά– ως μόνιμο μέλος.

Οι σχεδιασμοί της αστικής τάξης στην Ελλάδα αποτυπώθηκαν και στην τοποθέτηση του Αλ. Τσίπρα στο «2ο Φόρουμ Υψηλού Επιπέδου του σύγχρονου “Δρόμου του Μεταξιού”» στο Πεκίνο. Ο Έλληνας πρωθυπουργός ανέφερε: «Η χώρα μου σήμερα εκμεταλλεύεται και θέλει να αξιοποιήσει τη μοναδική γεωπολιτική της θέση στο αντάμωμα τριών ηπείρων, καθώς και το ρόλο της ως δύναμη με παγκόσμια εμβέλεια στους τομείς της ναυτιλίας και του τουρισμού», ώστε «να γίνει η περιοχή μας παγκόσμιος κόμβος μεταφορών, Ενέργειας και εμπορίου», προσθέτοντας πως «η επένδυση της κινεζικής COSCO στο λιμάνι του Πειραιά παίζει κεντρικό ρόλο σε αυτήν την προσπάθεια.»

Ο ιδιαίτερος ρόλος της Κίνας σε αυτόν το στόχο αποτυπώθηκε τόσο στην υπογραφή του νέου τριετούς Πλαισίου Συνεργασίας (2020-2022) ανάμεσα σε Ελλάδα και Κίνα όσο και στην ένταξη της Ελλάδας τον Απρίλη στην πρωτοβουλία «17+1», στην οποία συμμετέχουν η Κίνα και 17 χώρες της Ανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης και η οποία εντάσσεται στο στρατηγικό σχέδιο της Κίνας «Μία ζώνη - Ένας δρόμος».

Ωστόσο, η ενίσχυση των θέσεων της Κίνας στα Βαλκάνια και την ΕΕ πυροδοτεί την αντίδραση των ΗΠΑ και τις ανησυχίες σε τμήματα της αστικής τάξης διαφόρων κρατών της ΕΕ. Έτσι, στην 21η Σύνοδο Κορυφής ΕΕ-Κίνας, που έλαβε χώρα τον Απρίλη στις Βρυξέλλες, πέρα από τη στήριξη των δύο πλευρών στην ενίσχυση των οικονομικών τους δεσμών, εκφράστηκαν και σοβαρές διαφωνίες για τους όρους «ανοίγματος» της κινεζικής και της ευρωπαϊκής αγοράς, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την αγωνία της ΕΕ για τις κινεζικές επενδύσεις στην Ευρώπη σε τομείς κρίσιμων τεχνολογιών και υποδομών (και ιδιαίτερα για τα δίκτυα 5G στα οποία πρωταγωνιστεί η κινεζική HUAWEI).

Ιδιαίτερα, αξίζει να αναφερθούν οι αντιθέσεις γύρω από το σχέδιο «Μία Ζώνη - Ένας Δρόμος». Παρά τη γενικόλογη στήριξη που απέσπασε το σχέδιο στην πρόσφατη Σύνοδο ΕΕ-Κίνας, η απειλούμενη επιθετική εισβολή κινεζικών κεφαλαίων που συνεπάγεται, προκαλεί μεγάλες ανησυχίες σε χώρες της ΕΕ και ιδιαίτερα σε Γερμανία και Γαλλία. Η ανησυχία αυξάνεται από το γεγονός ότι –πέρα από την Ελλάδα, που ήταν η πρώτη ευρωπαϊκή χώρα που εντάχτηκε στο σχέδιο– το Μάρτη η Ιταλία έγινε η πρώτη χώρα των G7 (και μέλος της ΕΕ) που εντάχτηκε καθαρά στο κινεζικό σχέδιο, ενώ το τελευταίο δίμηνο εντάχτηκαν στο σχέδιο το Λουξεμβούργο (επίσης μέλος της ΕΕ) και η Ελβετία.

Ακόμη, ιδιαίτερο ενδιαφέρον θα έχει στο αμέσως επόμενο διάστημα ο τρόπος με τον οποίο θα επιδράσουν στους ανταγωνισμούς εντός της ΕΕ οι εξελίξεις που σχετίζονται με το Brexit, με όλα τα σενάρια (διεξαγωγή ευρωεκλογών στη χώρα, πρόωρες γενικές εκλογές, δεύτερο δημοψήφισμα, κυβέρνηση συνασπισμού κλπ.) να είναι «στο τραπέζι» μετά από την καταψήφιση για τρίτη φορά στο βρετανικό κοινοβούλιο της συμφωνίας Ηνωμένου Βασιλείου - ΕΕ και την απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου για αναβολή του Brexit έως τις 31 Οκτώβρη 2019.

Επιστρέφοντας στην εξωτερική πολιτική της ελληνικής κυβέρνησης, οι σχεδιασμοί στα Βαλκάνια βρίσκουν τη συμπλήρωσή τους στους αντίστοιχους σχεδιασμούς στη Ν/Α Μεσόγειο. Η αύξηση της σημασίας αυτής της περιοχής (η οποία οφείλεται κυρίως στην ανεύρεση σημαντικών κοιτασμάτων υδρογονανθράκων) αναδείχθηκε και από τη συμμετοχή για πρώτη φορά των ΗΠΑ με εκπρόσωπο τον ίδιο τον ΥΠΕΞ Μάικ Πομπέο στην 6η Σύνοδο Ελλάδας - Κύπρου - Ισραήλ που έγινε το Μάρτη στην Ιερουσαλήμ. Εκεί, ο Μ. Πομπέο παρουσίασε –από τη σκοπιά των ΗΠΑ– τα αντικρουόμενα συμφέροντα στην περιοχή αναδεικνύοντας εμμέσως τους κινδύνους στους οποίους σέρνει η κυβέρνηση τον ελληνικό λαό όταν μετατρέπεται σε σημαιοφόρο των αμερικανοΝΑΤΟϊκών συμφερόντων στην περιοχή. Έτσι, αφού αναφέρθηκε στις ευκαιρίες που ανοίγονται στην περιοχή για τους ενεργειακούς επιχειρηματικούς ομίλους, ο Μ. Πομπέο τόνισε: «Αναθεωρητικές δυνάμεις, όπως το Ιράν, η Ρωσία και η Κίνα, προσπαθούν όλες να αποκτήσουν κρίσιμες βάσεις σε Ανατολή και Δύση και εμείς θεωρούμε τις ΗΠΑ (μαζί) με το Ισραήλ και την Κυπριακή Δημοκρατία και την Ελλάδα ως σπουδαίους, κρίσιμους συμμάχους για την ασφάλεια και την ευημερία.» Αξίζει, ωστόσο, να σημειωθεί ότι στη συνάντηση δεν υπογράφτηκε –λόγω των επιφυλάξεων της ιταλικής κυβέρνησης– η αναμενόμενη συμφωνία για τον αγωγό EastMed, ο οποίος σχεδιάζεται να μεταφέρει αέριο από την Ανατ. Μεσόγειο, το Ισραήλ και την Κύπρο, διαμέσου της Κρήτης και της Δ. Ελλάδας στην Ιταλία και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Ιδιαίτερος ντόρος προκλήθηκε το τελευταίο διάστημα και από την κατάθεση στην αμερικανική Γερουσία του νομοσχεδίου για την «Ασφάλεια και την Ενεργειακή Συνεργασία στην Ανατ. Μεσόγειο του 2019» και την επίσκεψη ενός εκ των εμπνευστών του, του Αμερικανού γερουσιαστή Μπ. Μενέντεζ, στην Αθήνα. Το νομοσχέδιο προβλέπει, μεταξύ άλλων, δραστική ενίσχυση της στρατιωτικής παρουσίας των ΗΠΑ στη Σούδα και σε άλλες βάσεις (π.χ. Λάρισα), άρση του εμπάργκο όπλων στην Κύπρο, ενίσχυση των κοινών ασκήσεων, οικονομική βοήθεια για στρατιωτικές εκπαιδεύσεις κ.ά. Το συγκεκριμένο νομοσχέδιο αποτυπώνει την προσπάθεια ολοένα και μεγαλύτερης αξιοποίησης της Ελλάδας για τους αμερικανοΝΑΤΟϊκούς σχεδιασμούς στη Ν/Α Μεσόγειο, αλλά και τη διαθεσιμότητα της ελληνικής κυβέρνησης να παίξει –προς όφελος της αστικής τάξης στην Ελλάδα– το ρόλο διαμεσολαβητή αυτών των σχεδιασμών, αξιοποιώντας την όξυνση των σχέσεων ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Τουρκία και σέρνοντας τον ελληνικό λαό όλο και πιο βαθιά στο κουβάρι των ιμπεριαλιστικών αντιθέσεων στην περιοχή.

Το συγκεκριμένο νομοσχέδιο ήρθε σε μια περίοδο στην οποία οι σχέσεις Ελλάδας και ΗΠΑ είναι –σύμφωνα με σχετική δήλωση του υπουργού Άμυνας Ευ. Αποστολάκη– «στα καλύτερα επίπεδα που ήταν ποτέ σε όλους τους τομείς». Ο Ευ. Αποστολάκης έφτασε μάλιστα στο σημείο να ζητά: «Η παρουσία των αμερικανικών Ενόπλων Δυνάμεων στην περιοχή να είναι όσο το δυνατό μεγαλύτερη.» Στο ίδιο πνεύμα και ο υπουργός Εξωτερικών Γ. Κατρούγκαλος ο οποίος δήλωσε: «Οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις διανύουν την καλύτερη περίοδο στη σύγχρονη ιστορία τους και οι ΗΠΑ πλέον αναγνωρίζουν έμπρακτα τον αναβαθμισμένο γεωπολιτικό ρόλο που διαδραματίζει η Ελλάδα στην περιοχή.»

Όσο για τα κυβερνητικά φληναφήματα περί διασφάλισης της ειρήνης στην περιοχή, μέσω της ολοένα και πιο στενής σχέσης με τις ΗΠΑ, θα αναφέρουμε μόνο μια εκτίμηση του «think tank» ευρωατλαντικών θεμάτων «German Marshall fund of the United States» για τους ανταγωνισμούς στη Ν/Α Μεσόγειο μετά και από τις ανακαλύψεις των νέων κοιτασμάτων: «Ο ανταγωνισμός για την εκμετάλλευσή τους μπορεί να δημιουργήσει νέες συγκρούσεις στην περιοχή και όχι να διευκολύνει την επίλυση των υφιστάμενων ή να προκαλέσει περισσότερη συνεργασία και ευημερία.»

Φυσικά, η όλο και πιο στενή συνεργασία ΗΠΑ-Ελλάδας στην περιοχή αξιοποιείται και για την άσκηση πίεσης στην Τουρκία για αναστροφή της προσέγγισής της με τη Ρωσία και μεγαλύτερη πρόσδεσή της στη Δύση και το ΝΑΤΟ. Λαμβάνει, άλλωστε, χώρα σε μια περίοδο κατά την οποία εξελίσσεται ένα πολύμορφο παζάρι ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Τουρκία σε πολλά επίπεδα, με την αντιπαράθεσή τους να αγγίζει ζητήματα όπως η επόμενη μέρα στη Συρία, το Κουρδικό, η στάση απέναντι στο Ιράν, οι «μονομερείς ενέργειες» και στρατιωτικές επιχειρήσεις της Τουρκίας, η αγορά από την Τουρκία των ρωσικών S-400 και η σύνδεσή της με την παράδοση των αμερικανικών F-35 κλπ. Από την πλευρά της η Ρωσία επιδιώκει να κερδίσει καλύτερες θέσεις στην ευρύτερη περιοχή, όπως φάνηκε και από το Ρωσο-αραβικό Φόρουμ Συνεργασίας, που πραγματοποιήθηκε τον Απρίλη στη Μόσχα και κατέληξε στην κατάρτιση ενός τριετούς πλάνου (2019-2021) στενότερων σχέσεων στον οικονομικό, αλλά και σε μια σειρά άλλους τομείς.

Σε αυτό το κλίμα, τον Απρίλη πραγματοποιήθηκαν δύο σημαντικές συναντήσεις. Από τη μία, η συνάντηση του ΥΠΕΞ της Τουρκίας Μ. Τσαβούσογλου στις ΗΠΑ με τον ομόλογό του Μ. Πομπέο για το περιεχόμενο της οποίας οι δύο πλευρές εξέδωσαν αντικρουόμενες ανακοινώσεις. Από την άλλη, η συνάντηση του Βλ. Πούτιν με τον Ρ. Τ. Ερντογάν στη Μόσχα, στο πλαίσιο της 8ης συνεδρίασης του Συμβουλίου Κορυφής για τη συνεργασία Ρωσίας-Τουρκίας, κατά την οποία εκδηλώθηκε –παρά τις νέες οικονομικές συμφωνίες που υπογράφτηκαν– η αντιφατικότητα των σχέσεων των δύο κρατών, με τον Βλ. Πούτιν να δηλώνει: «Αν νομίζετε ότι όλες μας οι συνομιλίες ήταν τόσο ρόδινες, ότι απλά ο ένας παίνευε τον άλλο και μιλούσαμε μόνο για τα κατορθώματά μας (...) Όχι, δε γίνεται έτσι.» Επίσης, υπήρξε σχετική τηλεφωνική επικοινωνία Τραμπ-Ερντογάν.

Δεν πρέπει να υποτιμάται η σταθερή προσπάθεια των ΗΠΑ και ΕΕ για την επίτευξη συμβιβασμού με την Τουρκία, η οποία κλιμακώνεται με στόχο τη «συνεκμετάλλευση» των υδρογονανθράκων της Ν/Α Μεσογείου, σε συνδυασμό με την προώθηση διχοτομικής λύσης στην Κύπρο που θα εδράζεται στην αποκαλούμενη Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία. Ταυτόχρονα, μια λύση τύπου Πρεσπών στο Αιγαίο θα σήμαινε αναγνώριση «ζωτικών συμφερόντων της Τουρκίας στο Αιγαίο» και «διμερών διαφορών πέραν της υφαλοκρηπίδας». Σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να ιδωθούν και οι πρόσφατες δηλώσεις νυν και πρώην κυβερνητικών στελεχών, που κινούνταν στη λογική του «έντιμου συμβιβασμού», με τον Ν. Κοτζιά να προτρέπει την Τουρκία να μπει «στο παιχνίδι των υδρογονανθράκων στην Ανατ. Μεσόγειο», τον Γ. Κατρούγκαλο να δηλώνει ότι «δεν μπορεί κάποιος να αποκλείσει από αυτήν την περιοχή την Τουρκία, η οποία έχει τόσα χιλιόμετρα ακτή στη Μεσόγειο...» και τον Γ. Τσιρώνη να εκφράζει τις αναζητήσεις του για το αν το Καστελόριζο ανήκει στο Αιγαίο ή στην Αν. Μεσόγειο.

Στο παρόν τεύχος-αφιέρωμα σε ΕΕ-Ευρωεκλογές περιλαμβάνεται το κάλεσμα της ΚΕ του ΚΚΕ για τις ευρωεκλογές. Επίσης περιλαμβάνεται η συνέντευξη των Κώστα Παπαδάκη, ευρωβουλευτή και μέλους της ΚΕ του ΚΚΕ, και Μάκη Παπαδόπουλου, μέλους του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ, για όλα τα βασικά ζητήματα της διαπάλης, στην τελική ευθεία προς τις ευρωεκλογές, καθώς και ορισμένες εκτιμήσεις για τις εξελίξεις στην ΕΕ.

Το κείμενο με τίτλο «Κοινοτική χρηματοδότηση: Εργαλείο στήριξης της καπιταλιστικής κερδοφορίας» αποδομεί τα αστικά ιδεολογήματα που συγκαλύπτουν τον πραγματικό ρόλο των κοινοτικών χρηματοδοτήσεων προς τα κράτη-μέλη. Αυτό γίνεται μέσω της παρουσίασης του συγκεκριμένου προσανατολισμού των κοινοτικών πόρων στην ελληνική οικονομία στα ΕΣΠΑ 2007-2013 και 2014-2020, αλλά και των συνεπειών τους στα λαϊκά στρώματα. Παράλληλα, παρουσιάζει την τοποθέτηση της αστικής τάξης στην Ελλάδα και των κομμάτων της για τα ΕΣΠΑ, αναδεικνύοντας από τη μία τη στρατηγική συμφωνία τους στο ρόλο και τη στόχευσή τους και από την άλλη ορισμένες ενδοαστικές αντιθέσεις γύρω από την αξιοποίηση των κονδυλίων τους.

Το άρθρο με τίτλο «Το δίπολο “πρόοδος-συντήρηση” ως εργαλείο εξαπάτησης» αναλύει τον ψευδεπίγραφο τρόπο με τον οποίο τίθεται προεκλογικά το δίπολο από το ΣΥΡΙΖΑ. Πέρα από την ανάδειξη της ανοιχτής κοροϊδίας που επιχειρεί ο ΣΥΡΙΖΑ, το κείμενο πραγματεύεται ερωτήματα όπως τα εξής: Ποιο είναι το πραγματικό περιεχόμενο της προόδου σε μία ταξική κοινωνία, όπως η καπιταλιστική; Ποιος ήταν ο πραγματικός χαρακτήρας του «κοινωνικού κράτους» σε παλιότερες φάσεις του καπιταλισμού; Είναι η Συμφωνία των Πρεσπών τεκμήριο προοδευτικότητας της πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ; Πόσο προοδευτικός είναι ο χαρακτήρας τόσο του ίδιου του ΣΥΡΙΖΑ όσο και των δυνάμεων που συστρατεύονται μαζί του στο πλαίσιο του «προοδευτικού μετώπου»;

Το κείμενο με τίτλο «Ο “Χώρος Ελευ-θερίας, Ασφάλειας και Δικαιοσύνης” (ΧΕΑΔ) της Ευρωπαϊκής Ένωσης» παρουσιάζει τις νομοθετικές εξελίξεις στην ΕΕ και τον τρόπο με τον οποίο αυτές υπηρετούν τόσο τους σχεδιασμούς της ίδιας της ΕΕ όσο και τη στήριξη της δικτατορίας του κεφαλαίου σε κάθε ξεχωριστό κράτος-μέλος. Πιο συγκεκριμένα αναφέρεται στις νομοθετικές αλλαγές που σχετίζονται με τους ελέγχους στα σύνορα, το άσυλο και τη μετανάστευση, με τη δικαστική συνεργασία σε αστικές και ποινικές υποθέσεις, με την αστυνομική συνεργασία, με τη λεγόμενη ηλεκτρονική δικαιοσύνη και τις προτεραιότητες του ΧΕΑΔ το επόμενο διάστημα. Επίσης, αναφέρεται στον αντιδραστικό ρόλο του Δικαστηρίου της ΕΕ (και σε χαρακτηριστικές αποφάσεις του) και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

Δημοσιεύεται επίσης η ομιλία του Ν. Αμπατιέλου, Γραμματέα του ΚΣ της ΚΝΕ, στο Μαθητικό Φεστιβάλ της ΚΝΕ στο Περιστέρι, που αφορά τους νέους που συμμετέχουν για πρώτη φορά στις εκλογές.

Στο τεύχος περιλαμβάνεται επίσης η Ανακοίνωση της ΚΕ του ΚΚΕ για τα 100 χρόνια από την ίδρυση της Κομμουνιστικής Διεθνούς.

Τέλος, σε αυτό το τεύχος περιλαμβάνονται τα Κομματικά Ντοκουμέντα από 6.2.2019 έως 24.4.2019.