Της Σύνταξης

Η πρόσφατη επίσκεψη του Α. Τσίπρα στις ΗΠΑ προκάλεσε ρίγη συγκίνησης σε όλο τον αστικό κόσμο της χώρας. Όλοι οι εκπρόσωποί του πανηγυρίζουν, από την κυβερνητική «Αυγή» και την αντικυβερνητική «Καθημερινή» μέχρι τη φασιστική Χρυσή Αυγή. Για να καταλάβουμε το μέγεθος του ενθουσιασμού, θα παρουσιάσουμε εισαγωγικά κάποια αποσπάσματα από τοποθετήσεις που προέρχονται όχι από το κυβερνητικό, αλλά από το αντικυβερνητικό στρατόπεδο.

Η «Καθημερινή» ανέφερε: «Αποτελεί εξαιρετικά θετική εξέλιξη για τη χώρα η γεωπολιτική ενηλικίωση της Αριστεράς, ή έστω ενός σημαντικού μέρους αυτής. Η κατανόηση της σημασίας της στενής συνεργασίας με την υπερδύναμη, αλλά και η συνειδητοποίηση του εξ Ανατολών κινδύνου και η αποδοχή της αναγκαιότητας ενίσχυσης της αμυντικής θωράκισης της χώρας, και μάλιστα από τις ΗΠΑ».

Στην ίδια κατεύθυνση κινήθηκε και ο Η. Κασιδιάρης της φασιστικής Χρυσής Αυγής, ο οποίος σχολίασε την επίσκεψη ως «ιστορική ευκαιρία για την Ελλάδα». Ο Ά. Γεωργιάδης με τη σειρά του σημείωσε (εστιάζοντας στις ιδεολογικές προεκτάσεις της επίσκεψης): «Η εικόνα του πρωθυπουργού της Αριστεράς να είναι στο Λευκό Οίκο, να καμαρώνει σαν “γύφτικο σκεπάρνι” και να λέει επί λέξει “η δυνατότητα της Αμερικής να παρεμβαίνει για το καλό είναι απαραίτητη” συμβάλλει καθοριστικά ώστε να τελειώσει οριστικά, στην Ελλάδα, όλη αυτή η περίοδος του αντι-αμερικανισμού, του αντι-ιμπεριαλισμού και όλων των άλλων ιδεολογιών που κρατούσαν την Ελλάδα πίσω επί δεκαετίες».

Ποια είναι όμως η πηγή αυτής της αστικής ομοψυχίας; Γιατί όλοι αυτοί που πασχίζουν με τόσο κόπο να δημιουργούν την εντύπωση της μόνιμης αντιπαράθεσης μεταξύ τους εμφανίστηκαν «μ’ ένα στόμα, μια φωνή» όσον αφορά τη σημασία της επίσκεψης, αναγκαζόμενοι να περιορίσουν την αντιπαράθεση σε δευτερεύουσες πλευρές της;

Η απάντηση βρίσκεται στο ότι αυτή η επίσκεψη και το συγκεκριμένο περιεχόμενο που προσέλαβε σηματοδότησε με τρανταχτό τρόπο όχι μόνο την ιεράρχηση των ΗΠΑ ως του βασικότερου εταίρου της χώρας, αλλά κυρίως την από κοινού προσήλωση όλων των αστικών κομμάτων στον καπιταλιστικό δρόμο ανάπτυξης της χώρας. Και όπως είναι ευνόητο, αυτό το ζήτημα καθόλου δεν προσφέρεται για «μικροκομματικές σκοπιμότητες», για να μιλήσουμε και με τη δική τους ορολογία.

Αν παρακολουθήσουμε βήμα-βήμα τα τεκταινόμενα αυτής της επίσκεψης, θα καταλάβουμε ότι σε αυτήν αποτυπώνεται με τον πλέον καθαρό τρόπο και ο χαρακτήρας της κυβερνητικής πολιτικής. Τόσο οι δηλώσεις του πρωθυπουργού Αλ. Τσίπρα όσο και τα όσα διαδραματίστηκαν στη διάρκεια της επίσκεψης, επισφράγισαν την ανάληψη απ’ την Ελλάδα ενός πιο ενεργού ρόλου στην υλοποίηση των επικίνδυνων πολιτικών και στρατιωτικών σχεδίων του ΝΑΤΟ και των ΗΠΑ στην ευρύτερη περιοχή, καθώς και τη διευκόλυνση των αμερικανικών επενδύσεων σε στρατηγικούς τομείς της ελληνικής οικονομίας και στα Βαλκάνια.

Η ενεργή σύμπλευση της ελληνικής αστικής πολιτικής με τις βασικές επιλογές της πολιτικής των ΗΠΑ στην περιοχή, γίνεται με γνώμονα το στόχο αναβάθμισης της θέσης των εγχώριων μονοπωλιακών ομίλων στην Ανατολική Μεσόγειο και στα Βαλκάνια.

Καταρχάς, στις ΗΠΑ έκλεισε η συμφωνία για την περιβόητη αναβάθμιση των F-16, η οποία σύμφωνα με την Υπηρεσία Συνεργασίας Ασφαλείας του υπουργείου Άμυνας των ΗΠΑ «θα συμβάλει στην επίτευξη στόχων της εξωτερικής πολιτικής και εθνικής ασφάλειας των ΗΠΑ […] (και) θα ενισχύσει την ικανότητα της ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας να υποστηρίζει το ΝΑΤΟ και να παραμένει διαλειτουργική με τις ΗΠΑ και τη συμμαχία του ΝΑΤΟ». Το πιο σημαντικό είναι ότι η βάση της Σούδας, με διεύρυνση μάλιστα των αρμοδιοτήτων και του ρόλου της, παραχωρήθηκε εκ νέου στους αμερικανο-ΝΑΤΟϊκούς, ενώ ο πρωθυπουργός δήλωσε για τα σχέδια των ΗΠΑ σε αυτήν:

«Σε ό,τι αφορά τη Σούδα, είναι γνωστό ότι έχει ιδιαίτερη γεωστρατηγική σημασία, την αξιολογήσαμε από κοινού, γίνεται σημαντική δουλειά εκεί, που μπορεί και πρέπει να αναβαθμιστεί»!

Επίσης, τη μέρα που ολοκληρωνόταν η επίσκεψη Τσίπρα στις ΗΠΑ δημοσιοποιήθηκε ότι στα τέλη Σεπτέμβρη πραγματοποιήθηκε σύσκεψη στην έδρα του ΝΑΤΟ στις Βρυξέλλες, καθώς και ότι υπάρχει σχετικό απόρρητο έγγραφο που αναφέρει προετοιμασία εγκαταστάσεων για την αποθήκευση «ειδικών όπλων», τα οποία στη γλώσσα της Πολεμικής Αεροπορίας σημαίνουν πυρηνικά. Είναι σίγουρο ότι οι Τραμπ και Τσίπρας συζήτησαν πολλά ακόμα πράγματα που αφορούν τη «στενότερη αμυντική στρατιωτική συνεργασία» των δύο χωρών, τα οποία ακόμα δεν έχουν βγει «στη φόρα».

Μετά απ’ όλα τα παραπάνω, είναι λογικό ο Τραμπ να δηλώνει: «Ευχαριστώ τους Έλληνες που φιλοξενούν τις αμερικανικές δυνάμεις στη βάση της Σούδας και γιατί είναι από τις λίγες χώρες που δαπανούν τουλάχιστον το 2% για το ΝΑΤΟ». Αντίστοιχα, ο Τσίπρας ανέφερε για τον Τραμπ ότι «η προσέγγισή του στα πράγματα και ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει την πολιτική μπορεί να μοιάζει διαβολικός, αλλά γίνεται για καλό»!

Την ίδια περίοδο, ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ, Σάκης Παπαδόπουλος, επανέφερε σε συνέντευξή του το γνωστό: «Δεν ανταποκρίνεται στα σημερινά δεδομένα το “Φονιάδες των λαών, Αμερικάνοι”», διαστρεβλώνοντας συνειδητά το σύνθημα που δεν αφορούσε το λαό των ΗΠΑ, αλλά το κράτος και την πολιτική της ηγεσίας του διαχρονικά. Παράλληλα με όλα τα παραπάνω, ο ΣΥΡΙΖΑ προκαλεί ανοιχτά τον ελληνικό λαό όταν, δυο-τρεις μέρες μετά από την επίσκεψη Τσίπρα στις ΗΠΑ και όλα όσα την συνόδευσαν, βρέθηκαν στη Μακρόνησο όπου μαρτύρησαν κομμουνιστές και άλλοι αγωνιστές κάτω από την άμεση καθοδήγηση των προκατόχων του «διαβολικά καλού» (σύμφωνα με τον Α. Τσίπρα) Τραμπ. Πρωταγωνιστής, μάλιστα, αυτού του τραγέλαφου ήταν ο ανεκδιήγητος Κατρούγκαλος, ο «ψαλιδοχέρης» μισθών και συντάξεων, ο οποίος μετά από τη Μακρόνησο τόλμησε να πάει και στη Σάντα Κλάρα για ν’ «αποτίσει φόρο τιμής στο “Μεγάλο Τσε”». Όπως έχει αποδειχτεί επανειλημμένα, δεν έχουν ούτε ιερό, ούτε όσιο...

Η ικανότητα διαχείρισης και ενσωμάτωσης της λαϊκής δυσαρέσκειας προς όφελος των αστικών επιδιώξεων αποτελεί συγκριτικό πλεονέκτημα του ΣΥΡΙΖΑ έναντι άλλων αστικών κομμάτων. Το συγκριτικό αυτό πλεονέκτημα –το οποίο άλλωστε έχει εκτιμηθεί κι επιβραβευτεί κατά καιρούς από το σύνολο σχεδόν των εκπροσώπων της αστικής τάξης και των ιμπεριαλιστικών οργανισμών– ο Α. Τσίπρας το διαφήμισε και στις ΗΠΑ δηλώνοντας (σε συνάντησή του με επιχειρηματίες στο Σικάγο): «Βασική συνισταμένη της λογικής που έχει η κυβέρνηση για να προχωρούν οι επενδύσεις είναι ότι γίνονται μέσα σε πλαίσιο συναίνεσης με την κοινωνία, στοιχείο που δεν υπήρχε σε πολλές περιπτώσεις στο παρελθόν, καθιστώντας επισφαλείς πάρα πολλές επενδύσεις». Στο ίδιο μήκος κύματος, ο Γ. Ντάισελμπλουμ επιβράβευσε σε συνέντευξή του στην κυριακάτικη «Καθημερινή» τον Α. Τσίπρα για τη «δουλειά που έχει κάνει» και μάλιστα «με το κόστος για την κοινωνία που έχει συμβεί αυτό», δηλώνοντας με ενθουσιασμό: «Θαυμάζω τον Αλέξη Τσίπρα»...

Την ίδια στιγμή που ο πρωθυπουργός διαβεβαίωνε τις ΗΠΑ για τις «κοινές αξίες και (τα) κοινά συμφέροντα στην περιοχή», ο υπουργός Οικονομίας και Ανάπτυξης, Δ. Παπαδημητρίου, διαφήμιζε το τοπίο που έχει δημιουργήσει η αντιλαϊκή κυβερνητική πολιτική δηλώνοντας από τις ΗΠΑ: «Όπως έχει διαμηνύσει και ο Αμερικανός πρέσβης στην Ελλάδα Τζέφρι Πάιατ, στρατηγικοί επενδυτές θα βρουν ένα φιλικό και ενθαρρυντικό περιβάλλον για επενδύσεις από την ελληνική κυβέρνηση».

Υπενθυμίζουμε ότι ο Δ. Παπαδημητρίου είχε μεταβεί –προς άγραν «επενδυτών»– και στο Λονδίνο στα τέλη Σεπτέμβρη. Εκεί μάλιστα ήταν ακόμα πιο συγκεκριμένος όσον αφορά το τι σημαίνει «φιλικό και ενθαρρυντικό περιβάλλον για επενδύσεις», αφού μεταξύ άλλων ανέφερε στους υποψήφιους «επενδυτές» ότι, ενώ το 2008 το «εργατικό κόστος στην Ελλάδα έφτανε στο 65,5%», το 2016 «το εργατικό κόστος στην Ελλάδα ήταν μόνο στο 47,7% της ΕΕ». Στο ίδιο μήκος κύματος, πρόσφατη μελέτη της Eurobank αναδεικνύει μεταξύ άλλων ως «ανταγωνιστικό πλεονέκτημα» της Ελλάδας το γεγονός ότι οι ονομαστικές αποδοχές βρίσκονται πλέον περίπου στο μισό του μέσου όρου της ΕΕ.

Ως παρεμβολή, αξίζει εδώ να σημειώσουμε ότι το ίδιο επιχείρημα αξιοποίησε και ο Αλβανός πρωθυπουργός, ο οποίος στη συνάντηση με τον Ιταλό ομόλογό του ανέδειξε με τον εξής τρόπο τα πλεονεκτήματα που προσφέρει η χώρα του στους επίδοξους «επενδυτές»: «Η Αλβανία είναι μια χώρα με χαμηλό κόστος εργασίας σε σύγκριση με την Ιταλία […] στην Αλβανία δεν έχουμε ακόμα συνδικάτα για να δημιουργούν προβλήματα».

Από τα παραπάνω αναδεικνύεται ποιο είναι το έδαφος της όποιας αύξησης των επενδύσεων, αλλά και το πραγματικό περιεχόμενο του πολυθρύλητου comeback (της ελληνικής καπιταλιστικής οικονομίας), το οποίο εντυπωσίασε σε τέτοιο βαθμό τον πρωθυπουργό –όταν το πρωτάκουσε ως όρο στις ΗΠΑ από έναν υποψήφιο «επενδυτή»– ώστε το ανήγαγε σε βασικό εγχώριο προπαγανδιστικό εργαλείο της κυβέρνησης. Είναι κάτι παραπάνω από φανερό ότι το comeback αφορά την καπιταλιστική κερδοφορία και τις προϋποθέσεις της και όχι τα εργατικά-λαϊκά δικαιώματα.

Όσον αφορά αυτό το συμπέρασμα, άλλωστε, δε θα μπορούσε να υπάρχει πιο κατηγορηματική επιβεβαίωση από αυτήν που έδωσαν οι «καθ’ ύλην αρμόδιοι», ο Σύνδεσμος Επιχειρήσεων και Βιομηχανιών (ΣΕΒ), ο οποίος ανοίγοντας το «διάλογο» για το «μέλλον της εργασίας μετά από το μνημόνιο» ανέφερε προκλητικά: «Η επιστροφή στο καθεστώς εργασιακών ρυθμίσεων που ίσχυε πριν την κρίση είναι μια ανιστόρητη ουτοπία, που δεν έχει καμία σχέση με την οικονομική πραγματικότητα της χώρας μας».

Την περιφρούρηση του παραπάνω καθεστώτος υπηρετούν και οι κυβερνητικοί σχεδιασμοί για το περαιτέρω χτύπημα του δικαιώματος στην απεργία και στη συνδικαλιστική δράση, το οποίο βρίσκεται στην «καρδιά» της λεγόμενης τρίτης αξιολόγησης του μνημονίου. Στα τέλη Οκτώβρη κατέφτασαν στην Αθήνα τα υψηλόβαθμα κλιμάκια του κουαρτέτου για τον έλεγχο της προόδου υλοποίησης των 95 προαπαιτούμενων, στα οποία εκτός του χτυπήματος στα Εργασιακά και στο απεργιακό δικαίωμα περιλαμβάνονται και η «αναθεώρηση» (δηλαδή η απομείωση ή κατάργηση) των όποιων απομεινάντων κοινωνικών παροχών, η έναρξη των ηλεκτρονικών πλειστηριασμών για τα «κόκκινα» δάνεια στις τράπεζες, οι «απελευθερώσεις» στην αγορά Ενέργειας, οι περαιτέρω ιδιωτικοποιήσεις κλπ.

Τόσο οι διαπιστώσεις της εκπροσώπου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Α. Μπράιτχαρντ, ότι οι συζητήσεις με την κυβέρνηση ήταν «καλές και εποικοδομητικές» και ότι ο στόχος είναι η ολοκλήρωση της αξιολόγησης πριν το τέλος του 2017 όσο και οι διαρροές ότι ήδη έχει επιτευχθεί συμφωνία σχετικά με τα περαιτέρω εμπόδια στην άσκηση του απεργιακού δικαιώματος πρέπει να σημάνουν συναγερμό στο εργατικό και λαϊκό κίνημα.

Σε αυτό το έδαφος, το ταξικό συνδικαλιστικό κίνημα, το ΠΑΜΕ, κάλεσε σε μια δυναμική απάντηση με τα συλλαλητήρια της 9ης Νοέμβρη στοχοποιώντας εκτός από τα «προαπαιτούμενα» της τρίτης αξιολόγησης και τον ταξικό χαρακτήρα του προϋπολογισμού που κατατίθεται στη Βουλή στις 21 Νοέμβρη (ο οποίος την ίδια στιγμή που προβλέπει ανάπτυξη 2,4% φορτώνει 1,8 δισ. ευρώ επιπλέον βάρη στο λαό), αλλά και την πιο βαθιά εμπλοκή της χώρας στους θανάσιμους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς. Παράλληλα, αναδεικνύεται η ανάγκη κλιμάκωσης της αντιπαράθεσης με τους κυβερνητικούς σχεδιασμούς με την κήρυξη γενικής απεργίας. Αυτόν το σκοπό υπηρετεί και το κοινό κάλεσμα των εννέα Ομοσπονδιών σε συνδικάτα, συνδικαλιστές κι εργαζόμενους για αγωνιστική συμπόρευση ενάντια στα σχέδια επίθεσης στην απεργία και τα συνδικαλιστικά δικαιώματα.

Η σύμπλευση με τις επιδιώξεις των ΗΠΑ και η αναβάθμιση του ρόλου της χώρας στους επικίνδυνους σχεδιασμούς στην ευρύτερη περιοχή αποτελούν τα βασικά συστατικά της «πολυδιάστατης» κι «ενεργητικής» εξωτερικής πολιτικής της κυβέρνησης. Όσον αφορά τα ελατήρια αυτής της επιλογής, ο Έλληνας πρωθυπουργός δε θα μπορούσε να είναι πιο σαφής απ’ όσο ήταν σε συνέντευξή του στην ομογενειακή εφημερίδα «Greek News»: «Βρισκόμαστε σε μια περίοδο που οι σκοποί της εξωτερικής πολιτικής της Ελλάδας βρίσκουν κοινά σημεία με τη στρατηγική των ΗΠΑ στην περιοχή».

Εκκινώντας από την αφετηρία της σύμπλευσης με τις ΗΠΑ, η κυβερνητική εξωτερική πολιτική φιλοδοξεί να παίξει όλο και περισσότερο το ρόλο της «γέφυρας» ανάμεσα στις ΗΠΑ και την ΕΕ και άλλα καπιταλιστικά κράτη. Όπως δήλωνε πρόσφατα ο Τσίπρας: «Μέσα στην Ευρωζώνη, μέσα στην Ευρώπη […] αλλά ταυτόχρονα και μια χώρα που μπορεί, όσο καμία άλλη, να συνεννοείται και να συνομιλεί με τη Ρωσία και με την Κίνα και με τον αραβικό κόσμο. Αυτό είναι μοναδικό. Δεν μπορούν άλλες χώρες της Ευρωζώνης να το κάνουν αυτό […] Είναι στοιχείο της στρατηγικής μας ενόρασης για την εξωτερική μας πολιτική και για την προοπτική της χώρας».

Αντίστοιχα, πριν λίγες μέρες, δήλωσε με καμάρι στη «2η Διεθνή Διάσκεψη για το Θρησκευτικό και Πολιτιστικό Πλουραλισμό και την Ειρηνική Συνύπαρξη στη Μέση Ανατολή» (που διοργάνωσε το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών): «Είμαστε η μόνη χώρα που ανήκει στην ΕΕ και στο ΝΑΤΟ και την ίδια στιγμή βρίσκεται στην Ανατολική Μεσόγειο […] η πρωτοβουλία αυτή του υπουργείου Εξωτερικών αποτελεί απόδειξη του σημαντικού ρόλου που διαδραματίζει η Ελλάδα στην ευρύτερη περιοχή».

Οι κίνδυνοι που απορρέουν για τον ελληνικό λαό από την «πολυδιάστατη» εμπλοκή της χώρας στους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς αναδεικνύονται και στην περιοχή των Δυτικών Βαλκανίων, όπου η κυβέρνηση δρα ως «βαποράκι» των ΝΑΤΟ-ΗΠΑ-ΕΕ. Οι προσπάθειές της για ένταξη των χωρών που δεν είναι μέλη των ΝΑΤΟ και ΕΕ σε αυτούς τους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς προσκρούει αντικειμενικά στην αντίθεση της Ρωσίας και των φιλορωσικών θυλάκων στην περιοχή. Έτσι, γίνεται εύκολα κατανοητό τι εννοούσε ο Αμερικανός πρέσβης όταν δήλωνε ότι πρέπει να στηριχτεί η Ελλάδα, ούτως ώστε «να μπορέσει να παίξει το ρόλο της στα Βαλκάνια»...

Η περιοχή αυτή προκαλεί το ενδιαφέρον πολλών καπιταλιστικών κρατών λόγω –μεταξύ άλλων– και της μεγάλης της σημασίας για τους δρόμους μεταφοράς της Ενέργειας. Με αυτό το γεγονός συνδέεται και το ιδιαίτερο ενδιαφέρον των ΗΠΑ για τη Βόρεια Ελλάδα που απασχόλησε και τη συνάντηση Τσίπρα-Τραμπ. Άλλωστε ο Αμερικανός πρέσβης δήλωσε λίγο πριν την επίσκεψη Τσίπρα στη χώρα του ότι «οι ΗΠΑ έχουν μεγάλο ενδιαφέρον για το τι συμβαίνει στη Βόρεια Ελλάδα, λόγω της στρατηγικής σημασίας της περιοχής […] (που) μπορεί να αναδειχθεί σε έναν ενεργειακό κόμβο, με τον αγωγό ΤΑΡ, με τον προτεινόμενο αγωγό IGB, με τον προτεινόμενο σταθμό Υγροποιημένου Φυσικού Αερίου (LNG) στην Αλεξανδρούπολη […] η Ενέργεια αποτελεί το σημαντικότερο κομμάτι της επενδυτικής εμπλοκής των ΗΠΑ στην Ελλάδα αυτήν τη στιγμή».

Παράλληλα, σε άλλη συνέντευξή του ο Αμερικανός πρέσβης ξόρκισε τη διασύνδεση Τουρκίας-Ρωσίας με άξονα την Ενέργεια και τη μεταφορά ρωσικού αερίου στην Ευρώπη μέσω τουρκικών αγωγών, δηλώνοντας κατηγορηματικά ότι «αντιτιθέμεθα στον Turkish Stream». Γενικά, οι Αμερικανοί θ’ αξιοποιήσουν το βήμα της ΔΕΘ το 2018 –η οποία θα είναι αφιερωμένη στις ΗΠΑ– για την περαιτέρω προώθηση των ενεργειακών τους επιδιώξεων στην περιοχή.

Επιβεβαιώνοντας προβλέψεις που παρουσιάσαμε σε προηγούμενα τεύχη της ΚΟΜΕΠ, οι αμερικανικές εταιρίες Cheniere Energy και Tellurian έχουν εκφράσει κι επισήμως το ενδιαφέρον τους να συμμετάσχουν μαζί με την Gastrade του ομίλου Κοπελούζου στην κατασκευή του πλωτού σταθμού LNG στην Αλεξανδρούπουλη. Παράλληλα, υπενθυμίζεται ότι η αμερικανική Exxon Mobil –η οποία συμμετέχει σε κοινοπρακτικό σχήμα με τη γαλλική Total και τα ελληνικά ΕΛΠΕ– έχει καταθέσει επίσημη αίτηση εκδήλωσης ενδιαφέροντος για δύο θαλάσσιες περιοχές νότια της Κρήτης, ενώ το αμερικανικό επενδυτικό fund «Third Point» έχει ήδη εισέλθει στο μετοχικό κεφάλαιο της εγχώριας Energean Oil & Gas, η οποία δραστηριοποιείται παραγωγικά στα κοιτάσματα του Πρίνου. Όσον αφορά το Ιόνιο Πέλαγος, στις 31 Οκτώβρη υπογράφτηκε Σύμβαση Μίσθωσης για έρευνα κι εκμετάλλευση υδρογονανθράκων από τον υπουργό Περιβάλλοντος κι Ενέργειας, Γ. Σταθάκη, κι εκπροσώπους της κοινοπραξίας που απαρτίζεται από τη γαλλική Total, την ιταλική Edison και τα ελληνικά ΕΛΠΕ.

Αντίστοιχους κινδύνους εγκυμονεί και η σαφής σύμπλευση του Α. Τσίπρα –κατά τη συνάντησή του στην Αθήνα με τον πρωθυπουργό της Ν. Κορέας Lee Nak-Yon– με τις επιδιώξεις των ΗΠΑ στην ευρύτερη περιοχή γύρω από την Κορεατική Χερσόνησο, η οποία μυρίζει μπαρούτι. Ιδιαίτερα προκλητικά ήταν και τα ευχαριστήρια του τελευταίου για τη συμμετοχή της Ελλάδας στη στρατιωτική ιμπεριαλιστική επέμβαση στην Κορέα υπό την ηγεσία των ΗΠΑ από το 1950 έως το 1953, η οποία αιματοκύλισε τον κορεατικό λαό, οδήγησε στο διαμελισμό της χώρας και είχε ως αποτέλεσμα πάνω από 180 Έλληνες νεκρούς και 600 τραυματίες.

Και όλα αυτά την περίοδο που, εκτός από την ενίσχυση της αμερικανικής παρέμβασης στην περιοχή, ξεκίνησαν στη Θάλασσα της Ιαπωνίας (μεταξύ Ιαπωνίας και Κορεατικής Χερσονήσου) και στη Θάλασσα του Οχότσκ οι ρωσοκινεζικές στρατιωτικές ασκήσεις με τον κωδικό «Joint Sea 2017».

Η όξυνση των ενδοαστικών κι ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων γίνεται φανερή σε πολλές «γωνιές» του πλανήτη και αφορά την ενίσχυση και αξιοποίηση εθνικιστικών πρωτοβουλιών. Ενδεικτικά αναφέρουμε την ενδοαστική σύγκρουση στην Ισπανία, όπου μετά από τη μονομερή ανακήρυξη της αυτονομίας στη Βουλή το ισπανικό κράτος απάντησε με άρση της αυτονομίας της επαρχίας, αποπομπή του Προέδρου και προκήρυξη εκλογών στις 21 Δεκέμβρη. Επίσης, το τελευταίο διάστημα απασχόλησαν τα αποτελέσματα των δημοψηφισμάτων στη Λομβαρδία και το Βένετο της Βόρειας Ιταλίας υπέρ των «περαιτέρω μορφών αυτονομίας» τους από το ιταλικό κράτος, καθώς και το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος που διεξήχθη στα τέλη Σεπτέμβρη υπέρ της πλήρους αυτονομίας του ημιαυτόνομου Κουρδιστάν στο Βόρειο Ιράκ, το οποίο είχε ως συνέπεια την προσέγγιση Τουρκίας-Ιράν-Ιράκ στον αντίποδα των σχεδίων του Ισραήλ και των ΗΠΑ και τελικά την αποχώρηση του Κούρδου Προέδρου Μασούτ Μπαρζανί από τον προεδρικό θώκο του Ιρακινού Κουρδιστάν (κατηγορώντας τις ΗΠΑ για τη μη παροχή της αναμενόμενης μεγάλης στήριξής τους).

Επίσης, το τελευταίο δίμηνο οι ΗΠΑ αποφάσισαν την αποχώρησή τους από την UNESCO, τον πολιτιστικό οργανισμό του ΟΗΕ, ενώ ο Τραμπ αρνήθηκε να επανεπικυρώσει τη συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, με το τελευταίο ν’ αντιδρά απειλώντας εμμέσως με ενίσχυση του πυρηνικού του προγράμματος. Σχετικά με τις BRICS, το Σεπτέμβρη έλαβε χώρα η 9η Σύνοδος Κορυφής τους, όπου ο Κινέζος Πρόεδρος πρότεινε την προοπτική διεύρυνση της συμμαχίας μέσω της προώθησης του σχεδίου BRICS plus.

Όσον αφορά την ΕΕ, το τελευταίο δίμηνο ξεχώρισαν δύο παρεμβάσεις: Η πρώτη ήταν η ομιλία του Γάλλου Προέδρου Ε. Μακρόν στη Σορβόνη με τίτλο: «Πρωτοβουλία για την Ευρώπη». Σε αυτήν, ο Γάλλος Πρόεδρος παρουσίασε το «όραμά» του για την «επανίδρυση μιας Ευρώπης κυρίαρχης, ενωμένης, δημοκρατικής», προτάσσοντας την ανάγκη «να κάνουμε την Ευρωζώνη την καρδιά της οικονομικής δύναμης της Ευρώπης μέσα σε όλο τον κόσμο». Στις πιο συγκεκριμένες προτάσεις που ανέφερε ξεχωρίζουν οι προτάσεις για «έναν προϋπολογισμό που θα επιτρέπει τη χρηματοδότηση κοινών επενδύσεων και θα διασφαλίζει τη σταθερότητα έναντι οικονομικών σοκ», για «μια Κομισιόν πιο περιορισμένη (με 15 μέλη)», για τη δημιουργία «κοινής (σ.σ.: στρατιωτικής) δύναμης επέμβασης», για «κοινό αμυντικό προϋπολογισμό», αλλά και «κοινό αμυντικό δόγμα δράσης». Παράλληλα ξεχώρισε ως πεδία δράσης της «Ευρώπης» την Αφρική και τη Μεσόγειο.

Οι προτάσεις αυτές –οι οποίες κινούνται στην κατεύθυνση μιας προσεκτικής ενίσχυσης της «ολοκλήρωσης» της ΕΕ– αποτυπώνουν από τη μία την πίεση της γαλλικής αστικής πολιτικής να σηκώσει η Γερμανία μεγαλύτερο βάρος των οικονομικών δυσκολιών των κρατών-μελών που έχουν μείνει πιο πίσω και από την άλλη την αναγνώριση της αναπόφευκτης ύπαρξης πολλών «ταχυτήτων» στην ΕΕ (όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, «εκείνοι που επιθυμούν να πάνε γρήγορα πρέπει να το κάνουν χωρίς να παρεμποδίζονται»). Το πνεύμα αυτών των προτάσεων διαφάνηκε και κατά την επίσκεψη του Μακρόν στην Αθήνα λίγες μέρες πριν τη βαρύγδουπη παρέμβασή του. Κατά τη διάρκεια αυτής, εκτός από την αμέριστη στήριξη στην αντιλαϊκή πολιτική της κυβέρνησης Τσίπρα και το κλείσιμο της τρίτης αξιολόγησης, ο Γάλλος Πρόεδρος στήριξε την περαιτέρω διευθέτηση του ελληνικού χρέους, αλλά και τη μείωση του ρόλου του ΔΝΤ στην Ευρώπη.

Η δεύτερη παρέμβαση είναι η ετήσια ομιλία του προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ζ. Κ. Γιούνκερ, στα μέσα Σεπτέμβρη. Σε αυτήν, ο Γιούνκερ τόνισε την αναγκαιότητα ν’ αξιοποιηθεί από την ΕΕ το «μομέντουμ» της καπιταλιστικής ανάπτυξης σε όλα τα κράτη-μέλη προς όφελος της ενίσχυσής της έναντι άλλων ιμπεριαλιστικών κέντρων, αλλά και της δημιουργίας μιας Ευρώπης «περισσότερο ισχυρής και περισσότερο ενωμένης». Σημείωσε χαρακτηριστικά: «Η Ευρώπη έχει και πάλι τον άνεμο στα πανιά της. Ένα παράθυρο ευκαιρίας έχει ανοίξει πλέον, αλλά δε θα μείνει ανοικτό για πάντα. Ας κάνουμε ό,τι είναι δυνατό για να εκμεταλλευτούμε αυτήν τη δυναμική».

Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι η ομιλία του Γιούνκερ περιείχε αναφορές στην ενίσχυση τόσο του ελεύθερου εμπορίου όσο και των μέτρων προστατευτισμού της ΕΕ κυρίως έναντι των εξαγορών ευρωπαϊκών επιχειρήσεων από κινεζικά κεφάλαια. Έτσι, από τη μία κάλεσε σε αύξηση των εμπορικών συμφωνιών με άλλα κράτη και διακρατικές συμμαχίες, ενώ από την άλλη ανακοίνωσε τη θέσπιση ενός ευρωπαϊκού πλαισίου για τον έλεγχο των ξένων επενδύσεων, υλοποιώντας όσα είχαν ζητήσει το προηγούμενο διάστημα οι κυβερνήσεις της Γερμανίας, της Γαλλίας και της Ιταλίας.

Όσον αφορά τους θεσμούς της ΕΕ, ο πρόεδρος της Κομισιόν υποστήριξε την πρόταση του Γάλλου Προέδρου για θέσπιση θέσης υπουργού Οικονομικών της Ευρωζώνης, ο οποίος θα είναι ταυτόχρονα επίτροπος Οικονομίας και Οικονομικών και πρόεδρος του EUROGROUP, εν τούτοις διαφώνησε με τη θέσπιση κοινοβουλίου της Ευρωζώνης και ξεχωριστού προϋπολογισμού. Παράλληλα, υποστήριξε την ιδέα ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας (ESM) να μετατραπεί σταδιακά στο «ευρωπαϊκό ΔΝΤ» (που αποτελεί επιδίωξη και της Γερμανίας), ενώ προανήγγειλε την κατάθεση σχετικών προτάσεων από την Κομισιόν το Δεκέμβρη. Στον αντίποδα θα πρέπει να σημειώσουμε την ενίσχυση αστικών ευρωσκεπτικιστικών κομμάτων μετά τις πρόσφατες εκλογικές αναμετρήσεις σε πολλές χώρες της ΕΕ (π.χ. Γαλλία, Γερμανία, Αυστρία).

Τέλος, στην εσωτερική ενδοαστική πολιτική αντιπαράθεση, το τελευταίο διάστημα ξεχωρίζουν από τη μία η προπαγανδιστική προσπάθεια της κυβέρνησης να εμφανίσει το «μαύρο άσπρο» σχετικά με το άμεσο μέλλον της ζωής των λαϊκών στρωμάτων και από την άλλη οι εκλογές για το νέο σοσιαλδημοκρατικό σχήμα οι οποίες θα γίνουν σε δύο γύρους, στις 12 και 19 Νοέμβρη. Όσον αφορά το πρώτο, η κυβέρνηση αξιοποιεί το μύθευμα της «δίκαιης (καπιταλιστικής) ανάπτυξης» και τη –χιλιοπαιγμένη απ’ όλες τις αστικές κυβερνήσεις– κοροϊδία του «κοινωνικού μερίσματος» στο φόντο των προνομοθετημένων αντιλαϊκών μέτρων για μετά από το 2018 και των ματωμένων πλεονασμάτων μέχρι το 2060. Αξιοποιεί επίσης μορφές της λεγόμενης «κοινωνικής οικονομίας» (Κ.ΑΛ.Ο. κλπ.) για να μετατρέψει σε ιδιωτικές μια σειρά από οφειλόμενες κρατικές κοινωνικές υπηρεσίες και να επεκτείνει τις σχέσεις προσωρινής εργασίας με μισθούς πείνας, συγκαλύπτοντας παράλληλα και την ανεργία. Όσον αφορά το δεύτερο, γίνεται όλο και πιο φανερό ότι «κινητήρας» των διεργασιών στο νέο σοσιαλδημοκρατικό φορέα αποτελεί η αντιπαράθεση σχετικά με το σε ποιο κυβερνητικό σχήμα θα κολλήσει στο άμεσο μέλλον.

Σε σχέση με το περιεχόμενο του τεύχους, περιλαμβάνει καταρχάς το αφιέρωμα «Παιδεία» με δύο σχετικά κείμενα. Όπως αναφέρεται στο προλογικό σημείωμα του αφιερώματος, τα κείμενα θίγουν ζητήματα της παρέμβασης των κομμουνιστών στις σχολές Παιδαγωγικών και Φυσικών επιστημών.

Στη συνέχεια ακολουθεί η ενότητα «Σοσιαλισμός», με δύο κείμενα που συμβάλλουν στον προβληματισμό γύρω από ζητήματα σοσιαλιστικής οικοδόμησης.

Το κείμενο με τίτλο «Οι απόψεις του Ο. Κ. Αντόνοφ για την οικονομία του σοσιαλισμού» παρουσιάζει τον προβληματισμό του μεγάλου Σοβιετικού αεροναυπηγού για ζητήματα που σχετίζονται με τον κεντρικό σχεδιασμό από τη δεκαετία του 1960 και ιδιαίτερα με το ζήτημα των δεικτών που καθοδηγούν την οικονομική δραστηριότητα στο σοσιαλισμό. Το κείμενο δεν αποτελεί απλή παράθεση των απόψεων του Αντόνοφ, αλλά περιλαμβάνει και το σχολιασμό τους από το συγγραφέα του άρθρου, ο οποίος ενώ γενικά κινείται στην ίδια κατεύθυνση με τις απόψεις του Αντόνοφ, δεν ταυτίζεται πάντα μαζί τους.

Το κείμενο με τίτλο «Τα αίτια της 17ης Ιούνη 1953» αναφέρεται στα γεγονότα γύρω από την προσπάθεια αξιοποίησης των δυσχερειών στα πρώτα βήματα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στη Γερμανική Λαοκρατική Δημοκρατία (ΓΛΔ) προς όφελος της αντεπαναστατικής ανατροπής. Παρά το γεγονός ότι περιλαμβάνει κάποιες υποκειμενικές εκτιμήσεις του συγγραφέα ιδιαίτερα όσον αφορά τη σχέση των ηγεσιών της ΓΛΔ και της ΕΣΣΔ, το κείμενο μπορεί να συμβάλει στην κατανόηση του πλαισίου των συγκεκριμένων γεγονότων και των προκλήσεων που αντιμετώπισε στα πρώτα της βήματα η οικοδόμηση του σοσιαλισμού στη ΓΛΔ. Πριν τις δύο μεταφράσεις υπάρχει σχετικό προλογικό σημείωμα, που θίγει κάποια περαιτέρω ζητήματα σχετικά με το περιεχόμενό τους.

Στο τεύχος αυτό περιλαμβάνεται το τέταρτο και τελευταίο κείμενο της σειράς με τίτλο «Σχετικά με το λαϊκό κίνημα στο Βυζάντιο». Το κείμενο αυτό φέρει τον υπότιτλο «Η αδύναμη φεουδαρχοποίηση» και αφορά τις εξελίξεις της περιόδου από το 1042 μέχρι την ανατροπή της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας το Μάη του 1453.

Τέλος, στο παρόν τεύχος δημοσιεύονται τα Κομματικά Ντοκουμέντα της περιόδου από 31.8.2017 έως 3.11.2017.