Της Σύνταξης

Το τελευταίο διάστημα χαρακτηρίζεται από τις κυβερνητικές πρωτοβουλίες για τη διευθέτηση μιας σειράς εκκρεμών ζητημάτων προς όφελος της ελληνικής αστικής τάξης και των συμμάχων της διεθνώς. Στην εσωτερική πολιτική σκηνή ξεχωρίζει η συμφωνία για τη ρύθμιση του χρέους σε συνδυασμό με την ψήφιση του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής για την περίοδο 2019-2022 και τον καθορισμό του «μεταμνημονιακού» πλαισίου συνέχισης κι εποπτείας της αντιλαϊκής πολιτικής. Στην εξωτερική πολιτική σκηνή ξεχωρίζουν η συμφωνία με την ΠΓΔΜ, αλλά και η επιτάχυνση των διαπραγματεύσεων με την Αλβανία. Όπως πάντα, έτσι και τώρα, ο γνώμονας με τον οποίο κινείται η κυβέρνηση τόσο στην εσωτερική όσο και στην εξωτερική πολιτική είναι ενιαίος και συνίσταται στην εξυπηρέτηση των βραχυπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων επιδιώξεων της αστικής τάξης.

Η πρόσφατη απόφαση-συμφωνία του Γιούρογκρουπ για το κρατικό χρέος της Ελλάδας πανηγυρίστηκε από την κυβέρνηση ως βασικό συστατικό της «εξόδου από τα μνημόνια», της επανάκτησης της δυνατότητας άσκησης αυτοτελούς εθνικής πολιτικής, της σταδιακής επιστροφής στην κανονικότητα. Το ίδιο το περιεχόμενο της συμφωνίας αναδεικνύει ότι τα πανηγύρια της κυβέρνησης αποτελούν τον «απόηχο» των πανηγυρισμών της αστικής τάξης, η οποία εξάλλου έσπευσε να την συγχαρεί γι’ αυτήν. Η επιμήκυνση των αποπληρωμών για την εξυπηρέτηση τμήματος του κρατικού χρέους κατά 10 χρόνια, το «πάγωμα» των επιτοκίων, η απόδοση στο ελληνικό κράτος των κερδών των κρατικών τραπεζών της Ευρωζώνης (από τα «ακούρευτα» ομόλογα του ελληνικού Δημοσίου μετά την αναδιάρθρωση του 2012), η δημιουργία «κεφαλαιακού αποθέματος» αποτελούν παράγοντες που από τη μία δημιουργούν τον απαραίτητο δημοσιονομικό χώρο για την κρατική στήριξη της προσπάθειας ανάκαμψης της καπιταλιστικής κερδοφορίας, ενώ από την άλλη βελτιώνουν τους όρους πρόσβασης του κράτους και των καπιταλιστών στις διεθνείς αγορές χρήματος.

Αντίθετα, το βαρύ αντίτιμο που θα πληρώσει και πάλι ο ελληνικός λαός αφορά τις αποφάσεις για την περαιτέρω μείωση των συντάξεων (από το 2019), για τη μείωση του αφορολόγητου (από το 2020), για τα ογκωδέστατα πλεονάσματα για τα οποία δεσμεύτηκε η κυβέρνηση μέχρι το 2060, για την «ολοκλήρωση όλων των βασικών μεταρρυθμίσεων που υιοθετήθηκαν με βάση το πρόγραμμα του ESM» και για όλες τις άλλες κυβερνητικές δεσμεύσεις που περιλαμβάνονται στη συμφωνία. Από τα παραπάνω γίνεται καθαρό γιατί το ΚΚΕ χαρακτήρισε τη συμφωνία ως «μεταμνημονιακό μνημόνιο». Το ταξικό πρόσημο αυτής της συμφωνίας αναδεικνύεται, άλλωστε, και από τη σχετική τοποθέτηση του Ευ. Τσακαλώτου για την αποτίμηση της συμφωνίας: «Όλοι βλέπουν ότι έχουμε έναν “καθαρό διάδρομο” για πολλά χρόνια, που πάντα έλεγα ότι ήταν το ζητούμενο για τους επενδυτές». Αντίστοιχα, ο επίτροπος Οικονομικών και Νομισματικών Υποθέσεων της ΕΕ Π. Μοσκοβισί σημείωσε για τον πρωθυπουργό: «...Στο πρόσωπο του Αλέξη Τσίπρα τελικά ανακάλυψα ένα λαμπρό, επιδέξιο και γενναίο άνθρωπο, που πέτυχε να μεταστρέψει το λαό του».

Έτσι, για μια ακόμη φορά, όπως και με τη διευθέτηση του χρέους το 2012, η ρύθμιση του χρέους μετατράπηκε σε εργαλείο επιτάχυνσης και παγίωσης της αντιλαϊκής πολιτικής, και αυτήν τη φορά μάλιστα με ορίζοντα πολλών δεκαετιών. Άλλωστε, πριν ακόμα και από τη συμφωνία για το χρέος είχε ξεκαθαριστεί ότι μετά την τυπική λήξη του τρέχοντος μνημονίου η Ελλάδα θα βρεθεί σε καθεστώς «ενισχυμένης εποπτείας» με τριμηνιαίες αξιολογήσεις από τους «θεσμούς» (στις οποίες θα συμμετέχει ως τεχνικός σύμβουλος και το ΔΝΤ). Επίσης, η κυβέρνηση είχε ψηφίσει το Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής για την περίοδο 2019-2022, στο οποίο περιλαμβάνονταν όλες οι δεσμεύσεις της για τη «μεταμνημονιακή» περίοδο, καθώς και η στόχευση για πλεονάσματα μέχρι και 5,19% για την πρώτη «μεταμνημονιακή» τετραετία. Τις ίδιες αντιλαϊκές δεσμεύσεις αναφέρουν με ακρίβεια και η «Έκθεση Συμμόρφωσης» της Κομισιόν, η «Δήλωση Συμπερασμάτων» του ΔΝΤ και η Έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδας.

Ο ίδιος ο Τσίπρας, άλλωστε, ανέφερε σε συνέντευξή του στη γερμανική εφημερίδα «Die Welt»: «...Δεν είμαστε τόσο κουτοί να γυρίσουμε για μια ακόμα φορά στην άθλια κατάσταση του 2010 [...] Εγώ τουλάχιστον θα κάνω ό,τι μπορώ για να μη σπαταληθούν οι μεγάλες προσπάθειες και επιτυχίες». Επίσης, στην ίδια συνέντευξη προσπάθησε για μια ακόμα φορά να ιδιοποιηθεί και το αντιλαϊκό έργο των προηγούμενων κυβερνήσεων, αναφέροντας για τις συντάξεις: «Η συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση ήταν σκληρή. Σ’ αυτή χρωστάμε τη δημοσιονομική εξυγίανση. [...] Δε θα επιτρέψουμε καμία οπισθοδρόμηση σε αυτόν τον τομέα»!

Παρά τα παραπάνω, η κυβέρνηση προσπαθεί με διάφορα τεχνάσματα να οδηγήσει το λαό στον εφησυχασμό, ακόμα και στη συναίνεση στη σφαγή του. Αυτό το κάνει πότε με υποσχέσεις για αυξήσεις μισθών, πότε με υπονοούμενα για τη μη περικοπή των συντάξεων, πότε με την εξαπάτηση των λεγόμενων αντίμετρων που θα προκύψουν από το λεγόμενο «υπερπλεόνασμα» (δηλαδή τη διαφορά ανάμεσα στο πλεόνασμα που προβλέπει η κυβέρνηση στο Μεσοπρόθεσμο και το πλεόνασμα που προβλέπει η συμφωνία για το χρέος). Ιδιαίτερα για τα τελευταία, πρέπει να σημειώσουμε ότι –πέρα από το χαρακτήρα τους ως εργαλεία διαχείρισης και αναδιανομής της φτώχειας– ποσοτικά αποτελούν «σταγόνα στον ωκεανό» σε σχέση με τις επιβαρύνσεις που έχουν συμφωνηθεί για τη σταθερή επίτευξη των τεράστιων πλεονασμάτων, ενώ ποιοτικά περιλαμβάνουν πολλά μέτρα που άμεσα και έμμεσα κατευθύνονται και πάλι προς το κεφάλαιο, με πιο χαρακτηριστικό, ίσως, τη μείωση του εταιρικού φορολογικού συντελεστή από 29 σε 26%! Εννοείται, φυσικά, ότι το οποιοδήποτε αντίμετρο εξαρτάται από την πορεία της οικονομίας και της εκτέλεσης του προϋπολογισμού (δηλαδή από την απρόσκοπτη συνέχιση της αντιλαϊκής επίθεσης) και πρέπει να έχει την έγκριση των «θεσμών». Ενδεικτικό για το χαρακτήρα των αντίμετρων είναι το γεγονός ότι σε πρόσφατο δελτίο του ΣΕΒ στα τέλη Ιούνη, στο οποίο μεταξύ άλλων επικροτείται η μείωση του αφορολόγητου και των συντάξεων, ζητείται να αξιοποιηθεί το «υπερπλεόνασμα» για μείωση των ασφαλιστικών εισφορών.

Η κυβερνητική στόχευση για δημιουργία «ευνοϊκού επενδυτικού περιβάλλοντος» συνδέεται άμεσα με τη «γεωστρατηγική αναβάθμιση» της Ελλάδας, η οποία έχει ως βασικό πυλώνα τη μετατροπή της χώρας σε κόμβο μεταφοράς εμπορευμάτων και Ενέργειας. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η φιλοδοξία του ελληνικού αστικού κράτους «να πρωτοστατήσει στην ευρωατλαντική προοπτική των γειτόνων μας», αλλά και «να εδραιώσει τον πρωταγωνιστικό της ρόλο στα Βαλκάνια», όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο Α. Τσίπρας στο διάγγελμά του για τη συμφωνία με την ΠΓΔΜ. Αυτόν το στόχο υπηρετούν και δύο ακόμα πρωτοβουλίες του Ν. Κοτζιά μέσα στο Μάη: Η πρώτη αφορά τη συνάντηση των υπουργών Εξωτερικών χωρών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης στο Σούνιο με ατζέντα τη «διεύρυνση της ΕΕ» και τη μετατροπή της περιοχής σε ενεργειακό κόμβο της ΕΕ και η δεύτερη την αντίστοιχη συνάντηση των ΥΠΕΞ από χώρες της Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής (εκτός της Τουρκίας), αλλά και εκπροσώπων από αραβικές και άλλες χώρες στη Ρόδο με τίτλο «Διάσκεψη για την Ασφάλεια και τη Σταθερότητα». Όλη αυτή η κινητικότητα της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ φέρει τη σφραγίδα των επιδιώξεων τόσο της ελληνικής αστικής τάξης όσο και των ΗΠΑ, ΝΑΤΟ και ΕΕ.

Όσον αφορά την ίδια τη συμφωνία με την ΠΓΔΜ, δε θα αναφερθούμε εκτενώς, αφού σε αυτό το τεύχος της ΚΟΜΕΠ περιλαμβάνεται η τοποθέτηση του ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ Δ. Κουτσούμπα στη Βουλή, στην οποία παρουσιάζεται αναλυτικά η τοποθέτηση του ΚΚΕ. Εδώ απλώς θα υπενθυμίσουμε το πλαίσιο των ανταγωνισμών στο οποίο εντάσσεται η σχετική συμφωνία και το ρόλο που έχει αναλάβει η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ σε αυτούς. Για να γίνει κατανοητό τι κρίνεται στα Βαλκάνια, θα παραθέσουμε τις σχετικές τοποθετήσεις δύο διπλωματών από τις ΗΠΑ και τη Ρωσία.

Αρχικά, ο Γουές Μίτσελ, υφυπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ και υπεύθυνος για θέματα Ευρώπης και Ευρασίας, δήλωσε σε αρμόδια επιτροπή της Γερουσίας των ΗΠΑ: «Τόσο η Ρωσία όσο και η Κίνα θέλουν να χτυπήσουν τη Δύση: Η Ρωσία θέλει να την διασπάσει και η Κίνα θέλει να την αντικαταστήσει. Ένας τόπος όπου είναι ιδιαίτερα επιθετικοί είναι στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη [...] Τα χρόνια της ήπιας πολιτικής [των ΗΠΑ] που επέτρεψαν τη ρωσική επιθετικότητα έχουν τελειώσει [...] Καταρτίζουμε μια μακροπρόθεσμη στρατηγική για την ενίσχυση της παρουσίας των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο. Καλλιεργούμε την Ελλάδα ως αγκυροβόλιο σταθερότητας στη Μεσόγειο και τα Δυτικά Βαλκάνια κι εργαζόμαστε για να ενισχύσουμε συστηματικά τη συνεργασία στον τομέα της Ασφάλειας και την ενεργειακή συνεργασία με την Κύπρο». Από την άλλη πλευρά, ο μόνιμος αντιπρόσωπος της Ρωσικής Ομοσπονδίας στις Βρυξέλλες, Βλαντιμίρ Τσιζόφ, τάχτηκε ανοιχτά ενάντια στην ένταξη των Δυτικών Βαλκανίων στο ΝΑΤΟ, προειδοποίησε με συνέπειες τα κράτη της περιοχής που ενισχύουν τον ευρωατλαντικό προσανατολισμό τους και εξέφρασε με νόημα την «ελπίδα» να μην υπάρξει αποσταθεροποίηση της περιοχής τύπου Ουκρανίας.

Εννοείται ότι, σε αντίθεση με όσα αναφέρει ο Μίτσελ, το γεγονός ότι η κυβέρνηση μετατρέπει –προς χάριν των επιδιώξεων της αστικής τάξης στην Ελλάδα– τη χώρα σε ένα «αγκυροβόλιο» των ΗΠΑ μόνο προς όφελος της σταθερότητας δεν είναι. Εκτός αν θεωρήσουμε ως παράγοντες σταθερότητας το να απογειώνονται από το Ηράκλειο και τη Σούδα τα κατασκοπευτικά αεροσκάφη που καταδεικνύουν στόχους βομβαρδισμού (όπως έγινε στο πρόσφατο χτύπημα στη Συρία), το να σταθμεύουν στην καρδιά της Ηπειρωτικής Ελλάδας (Λάρισα) και στην Ανδραβίδα τα αμερικανικά πολεμικά drones, το να επεκτείνεται η αμερικανική στρατιωτική παρουσία σε Αλεξανδρούπολη και Σύρο. Και όλα αυτά σε μια γειτονιά που φλέγεται από πολεμικές αντιπαραθέσεις και κινδύνους. Αντίστοιχα, πόση... σταθερότητα αποπνέει, άραγε, η πρόσφατη αποκάλυψη ιστοσελίδας στρατιωτικού περιεχομένου –η οποία δε διαψεύστηκε από την κυβέρνηση– για την επίσκεψη του Φρεντ Φρέντρικσον, επικεφαλής της Πυρηνικής Πολιτικής του ΝΑΤΟ και σταθερού υπέρμαχου του διαβόητου ΝΑΤΟϊκού δόγματος του «πρώτου πυρηνικού πλήγματος», στην αεροπορική βάση του Αράξου για την οποία εδώ και μήνες το ΚΚΕ έχει καταγγείλει εργασίες αναβάθμισης που παραπέμπουν σε «φιλοξενία ειδικών όπλων»; Από τα παραπάνω και από πολλά ακόμα, γίνεται φανερό ότι η κυβέρνηση τραβάει προς όφελος των επιδιώξεων της ελληνικής αστικής τάξης όλο και περισσότερο τη χώρα στο ναρκοπέδιο των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών.

Σε αυτούς τους ανταγωνισμούς εντάσσεται και η ολοένα και μεγαλύτερη σφυρηλάτηση –με τις ευλογίες των ΗΠΑ– των συμμαχικών δεσμών της Ελλάδας με κράτη της περιοχής όπως το Ισραήλ, η Κύπρος, η Αίγυπτος, η Ιορδανία. Στις αρχές του Μάη έλαβε χώρα στη Λευκωσία η 4η Τριμερής Σύνοδος Ελλάδας - Κύπρου - Ισραήλ, με τους τρεις αρχηγούς κρατών να υπογράφουν μνημόνια συναντίληψης σε μια σειρά τομείς και να διατυπώνουν την πρόθεσή τους για υπογραφή εντός του 2018 διακρατικής συμφωνίας για τον αγωγό φυσικού αερίου EastMed. Μια βδομάδα μετά, το Ισραήλ προχώρησε στην πολύνεκρη κατάπνιξη των παλαιστινιακών αντιδράσεων για τη μεταφορά της πρεσβείας των ΗΠΑ στην Ιερουσαλήμ, την οποία η κυβέρνηση απέφυγε να καταδικάσει. Άλλωστε, ο Α. Τσίπρας επανειλημμένα έχει διαβεβαιώσει τον Νετανιάχου για το γεγονός ότι συμμερίζεται τις ανησυχίες του «για την ασφάλεια στην περιοχή», ενώ η κυβέρνηση βαθαίνει συνεχώς σε στρατιωτικό επίπεδο τη συνεργασία της με το κράτος-δολοφόνο της περιοχής μας.

Επίσης, η ελληνική κυβέρνηση προσπαθεί να αξιοποιήσει προς όφελος της αστικής τάξης στην Ελλάδα τις ρωγμές που εμφανίζονται στις σχέσεις ΗΠΑ-Τουρκίας, η πορεία των οποίων θα φανεί με ποιον τρόπο θα επηρεαστεί από την επανεκλογή Ερντογάν στη διακυβέρνηση της χώρας. Αναδεικνύοντας τη σημασία της Ελλάδας για τα σχέδια των ΗΠΑ στην περιοχή, ο Αμερικανός πρέσβης δήλωσε, αυτήν τη φορά από το Πανεπιστήμιο Πειραιά: «Πιστεύω ότι για τις ΗΠΑ, αναλογιζόμενος τις προκλήσεις της στρατηγικής κατεύθυνσης της Τουρκίας, δεν έχουμε σημαντικότερο σύμμαχο από την Ελλάδα». Σε άλλη ομιλία του, μάλιστα, το ίδιο διάστημα, προς τους εφοπλιστές, ο Πάιατ χρησιμοποίησε μια φρικιαστική ιστορική αναλογία για να δείξει τι σημαίνει για τις ΗΠΑ η γεωστρατηγική αναβάθμιση της Ελλάδας: «Θέλουμε μια Ελλάδα δυνατή το 2018, όπως την θέλαμε δυνατή και το 1949»!

Πάντως, τόσο η προεκλογική εκστρατεία του Ερντογάν όσο και οι πιέσεις των αντιπολιτευτικών κομμάτων να προστατέψει η Τουρκία τα συμφέροντά της «πιο ενεργητικά» δείχνουν ότι η τουρκική αστική τάξη θα συνεχίσει να κλιμακώνει τη δράση της για την ενίσχυση της θέσης της στην περιοχή που απλώνεται από τα Βαλκάνια και την Κασπία μέχρι τη Μέση Ανατολή και όλη τη Νοτιοανατολική Μεσόγειο, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη συνέχιση της αμφισβήτησης των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας.

Όσον αφορά, τώρα, τους ανταγωνισμούς στο εσωτερικό της ΕΕ επικεντρώθηκαν το τελευταίο διάστημα σε δύο πεδία: Το πρώτο ήταν οι αντιθέσεις που εκφράστηκαν στην πορεία προσέγγισης ενός συμβιβασμού για το Μεταναστευτικό, με την Ιταλία να ασκεί βέτο στο αρχικό κείμενο συμπερασμάτων με την ουσιαστική στήριξη της λεγόμενης ομάδας του Βίσενγκραντ. Χαρακτηριστικό της οξύτητας του ζητήματος είναι ότι οι σχετικές διαπραγματεύσεις τροφοδότησαν αρχικά αναταράξεις και στο εσωτερικό της Γερμανίας, απειλώντας ακόμα και τη διάρρηξη της κυβερνητικής συμμαχίας. Στον τελικό συμβιβασμό, πάντως, αποτυπώνεται η κλιμάκωση της ήδη ακολουθούμενης πολιτικής καταστολής και εγκλωβισμού των μεταναστών, αφού θεσπίζονται περιορισμοί στην ελευθερία κίνησης των μεταναστών από τη μία χώρα στην άλλη, αυστηροποιούνται οι έλεγχοι στα εξωτερικά σύνορα της ΕΕ, ενώ υπήρξε ακόμα και πρόταση για διερεύνηση της δυνατότητας δημιουργίας πλωτών πλατφορμών για όσους μετανάστες διασώζονται στη θάλασσα! Τέλος, η συμφωνία συμπληρώθηκε με διμερείς συμφωνίες επιστροφής μεταναστών από κράτη της ΕΕ, όπως η Γερμανία, στα κράτη μέσω των οποίων εισήλθαν στην ΕΕ, όπως η Ελλάδα.

Το δεύτερο πεδίο στο οποίο εκφράστηκαν οι αντιθέσεις είναι η συζήτηση για τις μεταρρυθμίσεις στην ΟΝΕ, η οποία έχει ξεκινήσει από τα τέλη του 2017 και επικεντρώνεται στα ζητήματα της ολοκλήρωσης της λεγόμενης τραπεζικής ένωσης, της μετεξέλιξης του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας σε Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο και της δημιουργίας ενός προϋπολογισμού της Ευρωζώνης. Η οξύτητα των αντιθέσεων αποτυπώνεται στο γεγονός ότι οι σημαντικές αποφάσεις μετατέθηκαν για μία ακόμη φορά για τη σύνοδο κορυφής του Δεκέμβρη του 2018, λόγω των αποκλίσεων Γερμανίας-Γαλλίας που δεν επέτρεψαν τη διαμόρφωση συμβιβαστικής πρότασης.

Την ίδια περίοδο, οι υπουργοί οκτώ κρατών-μελών της ΕΕ και της Βρετανίας προχώρησαν, στο περιθώριο του Συμβουλίου Εξωτερικών Υποθέσεων της ΕΕ στο Λουξεμβούργο, σε μια πρώτη απόφαση για τη συγκρότηση της «Ευρωπαϊκής Πρωτοβουλίας Επεμβάσεων». Ο νέος αυτός στρατιωτικοπολιτικός σχηματισμός προβλέπει κοινές επεμβάσεις σε τρίτες χώρες, εκτός ευρωενωσιακών συνόρων, με διάφορα προσχήματα, όπως η αντιμετώπιση φυσικών καταστροφών, η διευθέτηση «κρίσεων» και η «απομάκρυνση Ευρωπαίων πολιτών από επικίνδυνες ζώνες». Υπενθυμίζεται ότι από το Δεκέμβρη του 2017 έχει συγκροτηθεί από τη μεγάλη πλειοψηφία των κρατών-μελών της ΕΕ και η λεγόμενη «Μόνιμη Διαρθρωμένη Συνεργασία» (PESCO) με στόχο τη «στενότερη συνεργασία στον τομέα της ασφάλειας και της άμυνας».

Στην παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία, τώρα, το τελευταίο διάστημα σημαδεύτηκε από τις αντιπαραθέσεις για τους εμπορικούς δεσμούς που επέβαλαν οι ΗΠΑ σε πολλά προϊόντα που εισάγονται από μια σειρά άλλα κράτη, αλλά και την απαντητική επιβολή δασμών από τα τελευταία σε πολλά αμερικανικά προϊόντα. Αυτές οι εμπορικές αντιθέσεις –κυρίως οι αντιδράσεις της Γερμανίας και της Κίνας απέναντι στην προστατευτική πολιτική των ΗΠΑ– εκφράστηκαν και στη Σύνοδο των G-7, η οποία με τεράστια κι εμφανή δυσκολία –και μετά από απόσυρση των ΗΠΑ από ένα πρώτο κοινό ανακοινωθέν– κατέληξε σε μια κοινή δήλωση. Από την άλλη, στη 18η Σύνοδο Κορυφής της Οργάνωσης για τη Συνεργασία της Σαγκάης που έλαβε χώρα στην Κίνα τις ίδιες σχεδόν μέρες φάνηκε ότι η οργάνωση ενισχύει τη θέση της στη διεθνή σκακιέρα, παρά τις υπαρκτές τριβές ανάμεσα σε χώρες όπως Κίνα, Ρωσία, Ινδία, Πακιστάν κ.ά.

Λίγο πιο νότια, στη Σιγκαπούρη, έλαβε χώρα στις 12 Ιούνη –μετά την αρχική ακύρωσή της– η Σύνοδος Κορυφής ανάμεσα στους ηγέτες των ΗΠΑ και Βόρειας Κορέας, η οποία κατέληξε και σε ένα κοινό ανακοινωθέν με γενικόλογες αναφορές στην επίσπευση της «αποπυρηνικοποίησης της Κορεατικής Χερσονήσου». Όπως έδειξαν, ωστόσο, και οι μετέπειτα μέρες, η συνάντηση αυτή κάθε άλλο παρά τερματίζει τους ανταγωνισμούς στην περιοχή. Για τις εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή της Ασίας, αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι στις αρχές του Μάη ανασυστάθηκε ο 2ος αμερικανικός Στόλος (ο οποίος είχε διαλυθεί το 2011) με χώρο ευθύνης την ευρύτερη περιοχή της Ασίας και του Ειρηνικού, ενώ τις ίδιες μέρες οι ΗΠΑ ανακοίνωσαν την αποχώρησή τους από τη διεθνή συμφωνία για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα.

Στην εσωτερική πολιτική σκηνή, κάτω από το βάρος των ενδοϊμπεριαλιστικών κι εσωτερικών ενδοαστικών αντιθέσεων, η κινητικότητα αυξήθηκε το τελευταίο διάστημα, ιδιαίτερα μετά τη συμφωνία με την ΠΓΔΜ, ενόψει και των σχεδιασμών με ορίζοντα τις επικείμενες εκλογές (τοπικές, βουλευτικές, ευρωεκλογές) και το μετεκλογικό σκηνικό. Οι πιο πρόσφατες εξελίξεις ήταν η αποχώρηση του ΠΟΤΑΜΙΟΥ από το Κίνημα Αλλαγής, η αποχώρηση μιας σειράς στελεχών από τους ΑΝΕΛ και οι αντιφατικές δηλώσεις του Π. Καμμένου περί αποχώρησής του από την κυβέρνηση όταν έρθει προς ψήφιση στη Βουλή η συμφωνία με την ΠΓΔΜ, η στήριξη Μπουτάρη από το ΣΥΡΙΖΑ και το κάλεσμα του Α. Τσίπρα προς αυτόν να ηγηθεί ενός «ευρύτερου δημοκρατικού μετώπου» κλπ.

Όσο πιο καθαρή γίνεται η σύγκλιση ανάμεσα στα αστικά κόμματα, και ιδιαίτερα ανάμεσα στους δύο βασικούς πυλώνες, του ΣΥΡΙΖΑ και της ΝΔ, τόσο περισσότερο θα επιστρατεύονται δευτερεύουσες και τριτεύουσες διαφοροποιήσεις ανάμεσά τους με στόχο τον εγκλωβισμό των λαϊκών στρωμάτων σε πολιτικές επιλογές που διασφαλίζουν τη συνέχεια της αντιλαϊκής πολιτικής, είτε πρόκειται για τη νεκρανάσταση του διαχωρισμού ανάμεσα στην «αριστερή-προοδευτική» και τη «δεξιά-συντηρητική» παράταξη που αναπτύσσει ο ΣΥΡΙΖΑ είτε για τις διακηρύξεις περί μεταρρυθμιστικής αξιοπιστίας έναντι της κυβερνητικής αναξιοπιστίας που αναπτύσσει η ΝΔ.

Όλα αυτά δεν μπορούν να κρύψουν το γεγονός ότι τόσο οι ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ όσο και τα υπόλοιπα αστικά κόμματα στηρίζουν από κοινού και την πολιτική τσακίσματος του λαού, αλλά και την περαιτέρω εμπλοκή της χώρας στους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς με σταθερό τον ευρωατλαντικό προσανατολισμό. Άλλωστε, επανειλημμένα ο Κυρ. Μητσοτάκης έχει αναφέρει ότι θα σεβαστεί πλήρως τόσο τις «μεταμνημονιακές» δεσμεύσεις όσο και τη συμφωνία με την ΠΓΔΜ, ενώ ο τομεάρχης Άμυνας της ΝΔ Β. Κικίλιας ανέφερε στο Ελληνοαμερικανικό Εμπορικό Επιμελητήριο, απευθυνόμενος προσωπικά στον Αμερικανό πρέσβη, ότι σε θέματα άμυνας και ασφάλειας υπάρχει «εθνική γραμμή» και «ενιαίο πρόσωπο της Ελλάδας προς τα έξω».

Στον αντίποδα των διεργασιών στο αστικό πολιτικό σύστημα, βρίσκεται η παρέμβαση του ΚΚΕ, αλλά και οι αγωνιστικές διεργασίες που ξεδιπλώνονται σε δύσκολες συνθήκες. Η πάλη για την επιτυχία και το περιεχόμενο της απεργίας της 30ής Μάη, η απεργία στη Μελισσοκομική και κυρίως η σκληρή απεργιακή μάχη στην COSCO δείχνουν το δρόμο που πρέπει να ακολουθηθεί για να μπουν εμπόδια στην αντιλαϊκή πολιτική και να αναδειχτούν οι δυνατότητες φιλολαϊκής ανάπτυξης της οικονομίας και της κοινωνίας αν ξεριζωθεί το κέρδος ως κριτήριο παραγωγής. Ιδιαίτερα το παράδειγμα των απεργιακών κινητοποιήσεων στην COSCO –οι οποίες για πρώτη φορά νέκρωσαν τις προβλήτες εμπορευματοκιβωτίων ΙΙ και ΙΙΙ του ΟΛΠ– έφερε στην επιφάνεια τόσο το γεγονός ότι η κερδοφορία της επιχείρησης βασίζεται στα τσακισμένα εργασιακά δικαιώματα των εργαζόμενών της όσο και ότι οι εργαζόμενοι μπορούν μέσα από την οργάνωσή τους να αγωνιστούν για αξιοπρεπή ζωή, να συγκρουστούν με την τρομοκρατία της εργοδοσίας, να δεχτούν και να δώσουν ταξική αλληλεγγύη. Η κατάσταση στην COSCO αναδεικνύει και το πραγματικό αντίκρισμα για τους εργαζόμενους της κυβερνητικής προσπάθειας προσέλκυσης επενδύσεων, για την οποία θα αξιοποιηθεί και η ΔΕΘ το Σεπτέμβρη που είναι αφιερωμένη στις... ΗΠΑ!

Όσον αφορά το περιεχόμενο αυτού του τεύχους, περιλαμβάνεται η Εισήγηση της ΚΕ στην Πανελλαδική Συνδιάσκεψη για το Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ 1918-1949, καθώς και οι Αποφάσεις των Κομματικών Αποκαταστάσεων.

Στην ενότητα «Οικονομία-Πολιτική» περιλαμβάνονται δύο κείμενα: Το κείμενο με τίτλο «Για την πρόταση μομφής στην κυβέρνηση και τη συμφωνία Ελλάδας-ΠΓΔΜ» αποτελεί την τοποθέτηση του ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ Δ. Κουτσούμπα στη σχετική συζήτηση στη Βουλή. Σε αυτό παρουσιάζεται αναλυτικά η τοποθέτηση του ΚΚΕ στο ζήτημα της συμφωνίας με την ΠΓΔΜ, ενώ αναδεικνύεται και η συστράτευση όλων των αστικών κομμάτων στο ευρωατλαντικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η συμφωνία. Αναδεικνύεται ο κίνδυνος για τους λαούς από την παρουσία του ΝΑΤΟ στα Βαλκάνια.

Το κείμενο με τίτλο «Ο μύθος της “δίκαιης ανάπτυξης”: Το παράδειγμα του λιμανιού του Πειραιά» αναδεικνύει τον κεντρικό ρόλο του μεγαλύτερου λιμανιού της χώρας τόσο στον αστικό σχεδιασμό για μετατροπή της χώρας σε κόμβο μεταφοράς εμπορευμάτων και ενέργειας όσο και στην αξιοποίησή του ως κινητήρα καπιταλιστικής ανάπτυξης και για άλλους κλάδους. Αναδεικνύει με συγκεκριμένο τρόπο σε ποιο πλαίσιο σχεδιασμών και αντιθέσεων –τόσο διεθνώς όσο και στο εσωτερικό της Ελλάδας– εντάσσονται οι εξελίξεις στο λιμάνι. Τέλος, προβάλλονται οι συνέπειες των εξελίξεων αυτών για τα λαϊκά στρώματα ως ενδεικτικές του αντιλαϊκού χαρακτήρα της καπιταλιστικής ανάπτυξης, ενώ αναδεικνύονται οι δυνατότητες φιλολαϊκής αξιοποίησης του λιμανιού, και γενικότερα των παραγωγικών δυνατοτήτων της χώρας, μέσα από τον επιστημονικό κεντρικό σχεδιασμό της εργατικής εξουσίας.

Η ενότητα «Σοσιαλισμός» περιλαμβάνει το κείμενο «Σκέψεις για τη σοβιετική εκπαιδευτική πολιτική, Β΄ Μέρος (1959-1991)». Το κείμενο παρουσιάζει τις εξελίξεις αυτής της περιόδου στο συγκεκριμένο τομέα σε συνάρτηση με τη γενικότερη πολιτική που ακολουθούνταν στην ΕΣΣΔ μετά την οπορτουνιστική στροφή στο 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ το 1956. Σε αυτό τίθεται και συζητιέται το ερώτημα των αιτιών της απόκλισης καθ’ όλη τη διάρκεια της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στην ΕΣΣΔ ανάμεσα στη στόχευση για τη δημιουργία ενός ενιαίου πολυτεχνικού σχολείου, από τη μία, και τις δυσκολίες προσέγγισης αυτού του στόχου, από την άλλη. Επίσης, από τη σοβιετική εκπαιδευτική πείρα αντλούνται κάποια γενικά συμπεράσματα για την εκπαίδευση στο σοσιαλισμό.

Και σε αυτό το τεύχος συνεχίζεται η ενότητα «200 χρόνια Μαρξ». Σε αυτήν περιλαμβάνεται –μαζί με σχετικό εισαγωγικό σημείωμα– ένα ερωτηματολόγιο που είχε συντάξει ο Μαρξ το 1880 με ερωτήσεις για τις συνθήκες ζωής και εργασίας της εργατικής τάξης.

Το δεύτερο κείμενο που περιλαμβάνεται στην ενότητα είναι μια συνέντευξη του Καρλ Μαρξ σε μια αμερικανική εφημερίδα. Η συνέντευξη δίνεται δύο μόλις μήνες μετά τη βίαιη κατάπνιξη της Παρισινής Κομμούνας και την αξιοποίησή της για την επίθεση του αστικού κόσμου απέναντι στη Διεθνή Ένωση Εργατών (Α΄ Διεθνής), στην οποία ο Μαρξ έπαιζε τον κεντρικό ιδεολογικό και πολιτικό ρόλο. Οι ερωτήσεις του δημοσιογράφου επικεντρώνονται στο χαρακτήρα της Διεθνούς και τη σχέση της με την Παρισινή Κομμούνα. Ιδιαίτερη αξία έχει ο διπλωματικός τρόπος με τον οποίο ο Μαρξ χειρίζεται κάποια ζητήματα, λαμβάνοντας υπόψη τόσο το χαρακτήρα της εφημερίδας στην οποία δίνει συνέντευξη όσο και την περίοδο της συνέντευξης, η οποία χαρακτηρίζεται από την όξυνση της απειλής κατασταλτικών μέτρων απέναντι στη Διεθνή.

Το επόμενο κείμενο της ενότητας με τίτλο «“Κομμουνιστικό Μανιφέστο”: Ιστορικο-φιλοσοφική ανάλυση και πολιτικό προσκλητήριο» αποτελεί μια παρουσίαση του θεμελιώδους έργου της κομμουνιστικής κοσμοθεωρίας και από τις δύο πλευρές που περιλαμβάνονται στον τίτλο.

Το τελευταίο κείμενο της ενότητας περιλαμβάνει τη βιβλιοπαρουσίαση της έκδοσης της Σύγχρονης Εποχής «Φρ. Ένγκελς - Κ. Μαρξ: Για την προκαπιταλιστική κοινωνική εξέλιξη», τα κείμενα της οποίας παρουσιάζουν με συγκεκριμένο τρόπο τη μορφή που πήρε αυτή η εξέλιξη στην Ευρώπη.

Τέλος, στο τεύχος αυτό περιλαμβάνονται κομματικά ντοκουμέντα της περιόδου από 1.5.2018 μέχρι 28.6.2018.