ΤΟ ΙΣΡΑΗΛ ΣΤΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΤΩΝ ΗΠΑ ΣΤΗΝ ΕΓΓΥΣ ΑΝΑΤΟΛΗ


του Ερνστ Βόιτ

Αν και κανείς δεν αμφιβάλει στα σοβαρά ότι οι ΗΠΑ είναι, τουλάχιστον από την δεκαετία του ’60 του περασμένου αιώνα, ο κύριος σύμμαχος του Ισραήλ, οι στρατηγικοί στόχοι αυτής της συμμαχίας, τα συμφέροντα που βρίσκονται στη βάση της και οι επιπτώσεις της στην ειρήνη και τον πόλεμο στην Εγγύς Ανατολή αναφέρονται μόνο λίγο στα ΜΜΕ. Αυτό σχετίζεται όχι λίγο με το ότι οι δύο σύμμαχοι συμφωνούν κατ’αρχήν να χρησιμοποιήσουν σε μεγάλη κλίμακα στρατιωτικά μέσα για την επίτευξη αυτών των σκοπών και να μην ανεχθούν εμπόδια από το ισχύον διεθνές δίκαιο, ιδιαίτερα μέσω του Χάρτη και των αποφάσεων του ΟΗΕ. Ιδιαίτερα κατατοπιστική είναι, σε σχέση με τα προηγούμενα, η στρατιωτικοποίηση του Ισραήλ και ο εξοπλισμός του με πυρηνικά όπλα, η τοποθέτηση στη σκηνή μιας «ειρηνευτικής διαδικασίας», που, από όλη της την προετοιμασία, δεν μπορούσε να οδηγήσει στην ειρήνη μεταξύ Παλαιστινίων και Ισραήλ, και η στρατιωτική συμμαχία Ισραήλ και Τουρκίας.

ΑΙΤΙΕΣ ΤΗΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ΙΣΡΑΗΛ

Ενας σημαντικός δείκτης για το βαθμό της στρατιωτικοποίησης ενός κράτους είναι το ποσοστό των στρατιωτικών δαπανών στο συνολικό του προϋπολογισμό. Στην περίπτωση του Ισραήλ, αυτό καλύπτει το 17,9%, έναντι 3,3% των ΗΠΑ και 2,7% της Μεγάλης Βρετανίας[1]. Η εμφάνιση του Ισραήλ σαν ένα κράτος στο οποίο οι στρατιωτικοί κυριαρχούν πλήρως σχετίζεται επίσης με τη βίαιη επέκταση του εδάφους του, καθώς και με την προθυμία του ν’ αντιμετωπίσει τις συγκρούσεις συμφερόντων με τα γειτονικά κράτη και με τους Παλαιστινίους των κατεχομένων από το Ισραήλ εδαφών, πριν απ’ όλα με στρατιωτικά μέσα.

Σε μια αναδρομική εξέταση 50 ετών, ο καθηγητής του Πανεπιστημίου των Ομοσπονδιακών Ενόπλων Δυνάμεων του Μονάχου MICHAEL WOLFFSOHN χαρακτήρισε την εδαφική επέκταση του Ισραήλ ως εξής:

«Χωρίς να θέλουμε να διευκρινίσουμε το θέμα της ευθύνης του πολέμου, διαπιστώνουμε ότι το έδαφος του Ισραήλ ήδη από τον πρώτο αραβοϊσραηλινό πόλεμο το 1949 ήταν μεγαλύτερο από τη στιγμή της ίδρυσης του κράτους το Μάη του 1948. (...) Ο Πόλεμος των Εξη Ημερών άλλαξε εντελώς την γαιοπολιτική κατάσταση. Μέσω του πολέμου ενάντια στην ΟΑΠ στο Λίβανο, το Ισραήλ είχε τότε υπό τον έλεγχό του περίπου τις περιοχές οι οποίες, ήδη το 1919, πολύ πριν την ίδρυση του κράτους, διεκδικούνταν από την Παγκόσμια Σιωνιστική Οργάνωση»[2].

Από το γεγονός ότι ο ισραηλινός στρατός λειτουργεί στα εδάφη που έχει προσαρτήσει το Ισραήλ από το 1967 σαν στρατός κατοχής, προκύπτει ένα αυτοτελές ισχυρό σύμπτωμα στρατιωτικοποίησης. Αυτό ενισχύεται παραπέρα μέσω της παράνομης από την άποψη του διεθνούς δικαίου ανέγερση εβραϊκών οικισμών σε κατεχόμενο παλαιστινιακό έδαφος. Η συνέπεια είναι ότι, σύμφωνα με την κριτική ανάλυση του PETER SCHOLL - LATOUR, «5.000 σιωνιστές έποικοι στη Λωρίδα της Γάζας κατακρατούν το ένα τέταρτο, του, ούτως ή άλλως, μικρού εδάφους της μάζας του αραβικού πληθυσμού και πρέπει να προστατευθούν μέσω ενός εντελώς δυσαναλόγου στρατιωτικού προϋπολογισμού»[3].

Συνολικά, αυτή η επιθετική επεκτατική πορεία του Ισραήλ και η κατοχική πολιτική του που παραβιάζει μόνιμα τα ανθρώπινα δικαιώματα των Παλαιστινίων οδήγησε σε επανειλημμένες καταδικαστικές αποφάσεις στον ΟΗΕ και στην απομόνωση στην εξωτερική πολιτική. Σύμφωνα με τον WOLLFFSOHN, το Ισραήλ είναι ακριβώς γι’ αυτό «ένα ξένο σώμα σε μια σχεδόν εντελώς αραβική - μουσουλμανική Εγγύς Ανατολή», πράγμα που, σύμφωνα με την εκτίμησή του, οδηγεί, με τη σειρά του, στο ότι «η περιφερειακή πολιτική του Ισραήλ καθορίζεται σχεδόν αποκλειστικά με στρατιωτικά κριτήρια»[4].

Αν και οι αναμετρήσεις του Ισραήλ με τα γειτονικά του κράτη δεν αντιστοιχούσαν όλες απολύτως στα γαιοστρατηγικά συμφέροντα των ΗΠΑ (γι’ αυτό, π.χ., ανάγκασαν το Ισραήλ το 1978 να επιστρέψει στην Αίγυπτο τη χερσόνησο του Σινά με τη Συνθήκη του Καμπ Νταίηβιντ), οι ΗΠΑ, το αργότερο από την εποχή του κλονισμού του πετρελαίου του 1973-‘74, υποστήριξαν μαζικά το Ισραήλ στον πολιτικό, οικονομικό και στρατιωτικό τομέα. Πολύ συχνά, το VETO των ΗΠΑ ήταν εκείνο που προφύλαξε το Ισραήλ από καταδίκες στον ΟΗΕ. Κατά τον WOLFFSOHN, αυτή η υποστήριξη τεκμηριώνει «από τη μια μεριά, το συνολικό και στρατηγικό ενδιαφέρον των ΗΠΑ για το εβραϊκό κράτος. Από την άλλη μεριά, σηματοδοτεί το γεγονός ότι το Ισραήλ, σε μια δύσκολη περίπτωση, έπρεπε να τα βγάλει πέρα μόνο του και δεν μπορούσε να υπολογίζει σε άμεση αμερικανική επέμβαση. Αν το δούμε έτσι, αυτή η μαζική υποστήριξη περιλαμβανόταν στο τίμημα που πρέπει να πληρώσουν οι ΗΠΑ ώστε να μπορούν να προστατεύουν αμερικανικά συμφέροντα στην Εγγύς Ανατολή χωρίς μεγάλη χρήση αμερικανών στρατιωτών»[5].

Τα συμφέροντα των ΗΠΑ στην Εγγύς Ανατολή - αυτά είναι, πριν απ’ όλα, συμφέροντα που σχετίζονται με την ανεμπόδιστη κυριαρχία στα τοπικά αποθέματα πετρελαίου. Επειδή το Ισραήλ είναι σ’ αυτό όχι, βέβαια, ο μόνος αλλά ο κύριος σύμμαχος των ΗΠΑ, αυτό έχει εξέχουσα σημασία για την εσωτερική του διάρθρωση:

«Η «ειρηνική τάξη στους Ιερούς Τόπους» αποκαλύπτεται απερίφραστα σαν μερική πλευρά της αυτοκρατορικής PAX AMERICANA» (SCHOLL - LATOUR)[6].

ΤΟ ΙΣΡΑΗΛ ΣΑΝ ΠΥΡΗΝΙΚΗ ΔΥΝΑΜΗ

Στο μεταξύ, το Ισραήλ διαθέτει ένα οπλοστάσιο πυρηνικών όπλων που αποτελείται από 200-300 κεφαλές[7]. «Πατέρας της ισραηλινής ατομικής βόμβας» θεωρείται ο πυρηνικός φυσικός YU ‘VAL NE’ MAN, ενώ, μεταξύ των ισραηλινών πολιτικών, ο σοσιαλδημοκράτης Σιμόν Πέρες ήταν η κινητήρια δύναμη πίσω από το ισραηλινό πρόγραμμα πυρηνικών όπλων[8].

«Το 1952», είπε αργότερα ο Πέρες σε ένα ισραηλινό ρεπόρτερ, «ήμουν εντελώς μόνος στο στόχο μου της επιβολής της ισραηλινής ατομικής βόμβας»[9].

Αυτός ήταν εκείνος που επέμενε στη δημιουργία μιας νέας ειδικά για την προστασία του ατομικού σχεδίου υπηρεσίας πληροφοριών, που προώθησε τον προσπορισμό οικονομικής ενίσχυσης από εβραίους εκατομμυριούχους και αρνήθηκε κάθε διεθνή έλεγχο του ισραηλινού πυρηνικού προγράμματος, που, επίσημα, παρουσιαζόταν σαν πολιτικό[10]. Το 1966, ο Πέρες υπερασπίστηκε την απόφαση του Ισραήλ να αρνηθεί έλεγχο της Διεθνούς Επιτροπής Ατομικής Ενέργειας (ΙΑΕΑ) «με την αιτιολογία ότι οι Αραβες υπερτερούν στο συμβατικό τομέα»[11]. Οταν η βρετανική εφημερίδα SUNDAY TIMES της 5ης Οκτώβρη 1986 δημοσιεύει άρθρο του ισραηλινού πυρηνικού φυσικού Μορντεχάϊ Βανούνου, που είχε δραπετεύσει στο εξωτερικό, για το ισραηλινό πρόγραμμα πυρηνικών όπλων στο οποίο είχε πάρει μέρος και ο ίδιος, ο Πέρες ήταν εκείνος που ανέθεσε στην ισραηλινή μυστική υπηρεσία την απαγωγή του Βονούνου στο Λονδίνο και τη μεταφορά του σε περιοχή Ισραηλινής κυριαρχίας, όπου είναι φυλακισμένος από τότε[12]. Τέλος, ο Πέρες είχε επίσης σημαντικά συμμετάσχει στη δημιουργία μιας στενής συνεργασίας του Ισραήλ με το νοτιοαφρικανικό καθεστώς του Απαρτχάιντ στον τομέα της παραγωγής όπλων και ιδιαίτερα των πυρηνικών εξοπλισμών[13]. Αυτή η συνεργασία επέτρεψε στο Ισραήλ να διεξαγάγει, στις 22 Σεπτέμβρη 1979, μια πυρηνική δοκιμή πάνω από το Νότιο Ατλαντικό. Και γι’ αυτό είναι εντελώς δικαιολογημένο - και, μάλιστα, απαραίτητο - να εκτιμούμε (όπω έκανε πρόσφατα ο Γκους Σαλόμ) τον κατοπινό κάτοχο του Βραβείου Νόμπελ για την Ειρήνη σαν αυτό που πράγματι ήταν και έχει μείνει: «Ενα παραδοσιακό σιωνιστικό γεράκι»[14].

Στο μεταξύ, το Ισραήλ διαθέτει όχι μόνο ένα εκτεταμένο οπλοστάσιο διαφόρων πυρηνικών όπλων, συμπεριλαμβανομένων και κεφαλών νετρονίου, αλλά και τα πιο ποικίλα μέσα μεταφοράς τους, μέχρι και διηπειρωτικούς πυραύλους. Τον Σεπτέμβρη του 1988, το Ισραήλ εξετόξευσε τον πρώτο του δορυφόρο στο Διάστημα και είναι, στο μεταξύ, η τρίτη χώρα, δίπλα στις ΗΠΑ και τη Ρωσία, που μπορεί να εκτοξεύσει από υποβρύχια πυραύλους «Κρούζ» βεληνεκούς 1500 χλμ. Πρόκειται, άλλωστε, για υποβρύχια τύπου «DELFIN», που χρηματοδοτούνται και παράγονται από τη Γερμανία[15]. Ωστόσο, το Ισραήλ όχι μόνο δημιούργησε, αγνοώντας όλους τους κανόνες του διεθνούς δικαίου για τον έλεγχο και τη μείωση των πυρηνικών εξοπλισμών, ένα οπλοστάσιο πυρηνικών όπλων στρατηγικής σημασίας, αλλά δεν δίστασε να εμποδίσει παρόμοιες εξελίξεις σε άλλες χώρες με όλα τα μέσα ακόμη και με την ένοπλη βία. Ετσι, η ισραηλινή αεροπορία βομβάρδισε και κατέστρεψε, στις 7 Σεπτέμβρη 1981, τον ατομικό σταθμό του Οσιράκ που ανεγειρόταν κοντά στη Βαγδάτη. Υπήρξαν πολλές φορές σκέψεις ισραηλινών στρατιωτικών και πολιτικών για ανάλογες ενέργειες ενάντια και σε άλλες χώρες. Ετσι, ο τότε υπουργός Αμυνας Αριέλ Σαρόν πρότεινε, στη διάρκεια του πολέμου του Λιβάνου το 1982, να πληγεί η Συρία με πυρηνικά όπλα[16]. Στις 28 Σεπτέμβρη 1998, ο αντιστράτηγος Σαούλ Μοφάζ, που μόλις είχε γίνει αρχηγός του Γενικού Επιτελείου, τάχθηκε υπέρ της επίθεσης ενάντια στο Ιράν με την εξής «επιχειρηματολογία»:

«Ενα προληπτικό πλήγμα ήταν πάντα τμήμα των ισραηλινών στρατηγικών επιλογών. Ο εξοπλισμός ενός εξτρεμιστικού κράτους, όπως το Ιράν, με πυραύλους μεγάλου βεληνεκούς, που μπορούν να εφοδιασθούν με μη συμβατικές κεφαλές, θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να απειλήσει την ύπαρξη του Ισραήλ»[17].

Κατά το SEYMOUR M. HERSH, είναι ήδη αξιοσημείωτο το ότι «ένας από τους σημαντικότερους συμμάχους των ΗΠΑ (...) μπόρεσε να δημουργήσει κρυφά ένα σημαντικό ατομικό οπλοστάσιο ενώ η Ουάσινγκτον απλώς σιωπούσε και κρατούσε τα μάτια της κλειστά»[18]. Πράγματι, το Ισραήλ ανέπτυξε με ακραίο τρόπο όλες τις ιδιότητες και πρακτικές, οι οποίες είναι τυπικές για εκείνα τα κράτη τα οποία αποκαλούνται από τις ΗΠΑ συνολικά «κράτη αλήτες» και καταπολεμούνται.

Αντίθετα, οι δημιουργοί της στρατηγικής των ΗΠΑ δεν έκαναν ούτε μια δημόσια κριτική στην εξέλιξη του Ισραήλ σε πυρηνική δύναμη αλλά μάλλον την ενίσχυσαν κατά δύναμιν. Πάντως, οι ΗΠΑ εφοδίασαν το Ισραήλ με τα περισσότερα μέσα μεταφοράς των πυρηνικών του όπλων. Ολα αυτά σχετίζονται σε τελευταία ανάλυση με το γεγονός ότι η ύπαρξη αυτής της πυρηνικής δύναμης είναι ένα καλά υπολογισμένο τμήμα της Μεσανατολικής στρατηγικής των ΗΠΑ απέναντι στις αραβικές χώρες.

Η «ΕΙΡΗΝΕΥΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ» ΠΟΥ ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΦΕΡΕΙ ΕΙΡΗΝΗ

Σχεδόν χωρίς εξαίρεση, τα περισσότερα ΜΜΕ ξεκινούν από τον ισχυρισμό, τον οποίο προβάλλουν σαν εντελώς αυτονόητο, ότι, με την έναρξη ή μέσω της έναρξης της Δεύτερης INTIFADA των Παλαιστινίων, διακόπηκε ή ανακόπηκε η «ειρηνευτική διαδικασία της Εγγύς Ανατολής», που βρισκόταν σε κίνηση εκεί. Αυτή η εκτίμηση βρίσκεται σε έκδηλη αντίθεση με τις τοποθετήσεις που έχουν από καιρό δημοσιεύσει στις αναλύσεις τους ανεγνωρισμένοι γνώστες της τοπικής κατάστασης. Και αυτό όχι μόνο από την εποχή της έναρξης της διαδικασίας εκείνης που άρχισε με τη συμφωνία Γάζας - Ιεριχούς, που υπογράφηκε στην Ουάσινγκτον στις 13.9.1993, για την οποία εκείνοι που την υπέγραψαν (Γιάσερ Αραφάτ, Γιτζάκ Ράμπιν και Σιμόν Πέρες) πήραν, όπως είναι γνωστό, το Βραβείο Νόμπελ για την Ειρήνη του 1994.

Ο όρος «ειρηνευτική διαδικασία» χρησιμοποιείται γι’ αυτό το οποίο φιλοδοξεί το Ισραήλ με τους - ή ενάντια στους - Αραβες γείτονές του στα περισσότερα ΜΜΕ της περιοχής του ΝΑΤΟ το αργότερο από την εποχή της χωριστής ειρήνης μεταξύ Ισραήλ και Αιγύπτου το 1979. Ταυτόχρονα, πρέπει κανείς να τον χαρακτηρίσει τόσο από την άποψη του πραγματικού του περιεχομένου όσο και από την άποψη των στόχων αυτών που τον χρησιμοποιούν σαν εξοργιστικό. Ετσι, ο ANDREAS RIECK, του Γερμανικού Ιδρύματος της Ανατολής στο Αμβούργο, φθάνει ήδη το 1991 σε μια ανάλυση της αραβοϊσραηλινής σύγκρουσης στο εξής συμπέρασμα:

«Το ρητορικό εύρημα της «ειρηνευτικής διαδικασίας» στην Εγγύς Ανατολή, που τόσο αγαπητό έχει γίνει από την εποχή της αιγυπτο-ισραηλινής χωριστής ειρήνης το 1978/’79, είναι ένας ισχυρός ευφημισμός, αν όχι ένας παραπλανητικός ορισμός για την πραγματική εξέλιξη των σχέσεων μεταξύ του Ισραήλ, των Αράβων γειτόνων του και των Παλαιστινίων»[19].

Αμέσως μετά την έναρξη της Δεύτερης INTIFADA, ο γνωστός ισραηλινός δημοσιογράφος URI AVNERY τόνισε ότι πρόκειται για μια «λαϊκή εξέγερση των Παλαιστινίων», για «την εκτόνωση μιας οργής η οποία συσσωρεύεται από χρόνια και ιδιαίτερα από την άφιξη στην εξουσία του Μπάρακ. (...) Από τότε που αυτός ήλθε στην εξουσία, η κατάσταση οξύνθηκε, δεν αμβλύνθηκε. Στα κατεχόμενα εδάφη, η διεύρυνση των εποικισμών προχωρεί καθημερινά, η γη δημεύεται, τα σπίτια κατεδαφίζονται και οι Παλαιστίνιοι πιστεύουν ότι γίνονται στόχος επίθεσης σε όλη την περιοχή, σε όλες τις κατεχόμενες από το Ισραήλ περιοχές και βλέπουν ότι, στην λεγομένη «ειρηνευτική διαδικασία», τίποτε δεν προχωρά. Πολλά λόγια, αλλά ούτε ένα βήμα προς τα εμπρός»[20]. Σε παρόμοια εκτίμηση κατέληξε και ο καθηγητής του Πανεπιστημίου της Κολούμπια των ΗΠΑ EDWARD SAID. Γι αυτόν, «η ειρηνευτική διαδικασία του Οσλο ήταν από την αρχή μια αδιέξοδη πορεία στο κενό» γιατί «οι ηγέτες του Εργατικού Κόμματος και του κόμματος Λικούντ δεν έκρυβαν ότι η Συνθήκη του Οσλο θα μάζευε τους Παλαιστινίους σε ανεξαρτήτους μεταξύ τους θυλάκους, περικυκλωμένους από σύνορα που θα ελέγχει το Ισραήλ και αποκομμένους από καταυλισμούς και δρόμους των καταυλισμών που καταστρέφουν την ενότητα των περιοχών. Οι δημεύσεις και η καταστροφή σπιτιών βρίσκονται στην ημερησία διάταξη κάτω από τις κυβερνήσεις Ράμπιν, Πέρες, Νετανιάχου και Μπάρακ, οι ισραηλινοί εποικισμοί μεγαλώνουν μόνιμα (200.000 Ισραηλινοί Εβραίοι στην Ιερουσαλήμ, 200.000 ακόμη στη Λωριδα της Γάζας και στη Δυτική Οχθη του Ιορδάνη), η στρατιωτική κατοχή δεν τερματίσθηκε. Καθε μικρό βήμα προς την κατεύθυνση μιας κυριαρχίας της Παλαιστίνης - και σε αυτό ανήκε και η συμφωνημένη αργή αποχώρηση από τα κατεχόμενα εδάφη - αναβλήθηκε από το Ισραήλ και έγινε αδύνατο»[21]. «Οι κριτικοί, οι οποίοι δεν είδαν καμμία πραγματική προοπτική ειρήνης στη Συνθήκη του Οσλο», έχουν, κατά τον ειδικό στα θέματα διεθνούς δικαίου NORMAN PAECH, «δυστυχώς, εκ των υστέρων δικαιωθεί». Αυτό το στηρίζει ιδιαίτερα στο ότι το Ισραήλ, με την υποστήριξη των ΗΠΑ, ήθελε να αναγκάσει τον ηγέτη των Παλαστινίων Αραφάτ «να αναγνωρίσει ένα καθεστώς κατοχής σαν ειρηνευτικό διακανονισμό και επίσης ακόμη να ξεπέσει στην κατάσταση του μακρού χεριού της εφαρμογής του»[22].

Πράγματι, η αντίθετη με το διεθνές δίκαιο εποικιστική πολιτική του Ισραήλ στα εδάφη που κατέχει από το 1967 οδήγησε στο να μοιάζει σήμερα το παλαιστινιακό έδαφος με «κουρελού»[23]. Σαν αποτέλεσμα, τα λεγόμενα αυτόνομα εδάφη είναι, στην πραγματικότητα, «Μπαντουστάν» απρόσιτα το ένα για το άλλο και συγκρίνονται με το νοτιοαφρικανικό πρότυπο. Το ό,τι, στη βάση αυτή, καμμία ειρήνη δεν μπορεί να υπάρξει μεταξύ Ισραήλ και Παλαιστινίων το έχει εντυπωσιακά περιγράψει η Φελίσιτας Λάνγκερ, ισραηλινή δικηγόρος και κάτοχος του εναλλακτικού βραβείου Νόμπελ, στο βιβλίο της «Αφήστε μας να ζήσουμε σαν άνθρωποι!»[24].

Αυτή η παρόμοια με το νοτιοαφρικανικό APARTHEID πολιτική των Μπαντουστάν του Ισραήλ σαν κατοχικής δύναμης απέναντι στους Παλαιστινίους αφορά, πριν απ’ όλα, δύο μεγάλα προβλήματα: Πρώτον, το πρόβλημα της προσφύγων και, δεύτερον, το θέμα του νερού. Ειδικά αυτή η κατοχική πολιτική που αποσκοπεί επιθετικά στο διαφορετικό δικαίωμα στη ζωή μεταξύ Εβραίων και Αράβων που ακολουθεί το Ισραήλ θεωρείται σαν δίκαιη και αδιαπραγμάτευτη από πολυαρίθμους Ισραηλινούς που θεωρούν τον εαυτό τους σαν «πολιτική αριστερά». Τυπική, της στάσης τους για το πρόβλημα των προσφύγων, είναι η τοποθέτηση την οποία ο γνωστός ισραηλινός συγγραφέας Γιόραμ Κάνιουκ διατυπώνει κατά τον εξής τρόπο:

«Οι Αραβες και οι Εβραίοι δεν έχουν καταλάβει ακόμη ο ένας τον άλλο. Οι Εβραίοι, των οποίων δάσκαλος υπήρξε το SCHOAH, ανεκήρυξαν σε πρώτο νόμο το CHOKK HA SHVUT, το νόμο της επιστροφής, ο οποίος επιτρέπει σε κάθε Εβραίο να έλθει στο Ισραήλ και να αποκτήσει εκεί πλήρη πολιτικά δικαιώματα. Αυτός ο νόμος, κατά το ισχύον διεθνές δίκαιο, δεν είναι ισχυρός, ωστόσο κανένα έθνος στον κόσμο δεν θα ήταν πρόθυμο να εγκαταλείψει προπύργια που εγγυώνται την ύπαρξή του. Για τον ισραηλινό λαό, αυτός ο νόμος αποτελεί ένα τέτιο ζωτικό προπύργιο. Σαν αποτέλεσμα της ήττας του 1948, οι Αραβες ζητούν ένα δικαίωμα επιστροφής για τους πρόσφυγες που τότε έφυγαν ή διώχτηκαν. Με βάση τους διεθνώς ισχύοντες νομικούς κανόνες, αυτό είναι θεμιτή απαίτηση, ωστόσο το Ισραήλ, σαν ένα μικρό νησί από 5.000.000 Εβραίους σε μια θάλασα 100.000.000 Αράβων, θα έπαυε να υπάρχει με την εφαρμογή αυτής της νομικής απαίτησης»[25].

Ισως ακόμη καθαρότερα φαίνεται ο αποικιακός χαρακτήρας της ισραηλινής αποικιακής πολιτικής στο θέμα του νερού, ένα τομέα προβλημάτων που αντιμετωπίζεται από τα ΜΜΕ μας σαν θέμα ταμπού. Μεταξύ των στρατιωτικών ιστορικών, ωστόσο, ο αραβοϊσραηλινός Πόλεμος των Εξη Ημερών του 1967 θεωρείται από καιρό «ο πρώτος πόλεμος του νερού». Στον πόλεμο αυτό, τον οποίο το Ισραήλ διεξήγαγε στη βάση ενός «υδρολογικού κινήτρου»[26], κατέκτησε και κατέλαβε εδάφη από τα οποία προμηθεύεται από τότε το μεγαλύτερο μέρος του νερού του. Αυτό, όμως, είναι ένα γεγονός του οποίου η γνώση έχει θεμελιώδη σημασία για τη σωστή κρίση της αραβοϊσραηλινής σύγκρουσης. Ετσι, μια μελέτη της Ακαδημίας των Ομοσπονδιακών Ενόπλων Δυνάμεων για την κατάσταση στην περιοχή της Μεσογείου, που δημοσιεύθηκε το 1998, καταλήγει, μεταξύ άλλων, στην εξής εκτίμηση:

«Στον Πόλεμο τον Εξη Ημερών, το Ισραήλ κατόρθωσε να εξασφαλίσει την βασική προμήθειά του σε νερό στην Δυτική Οχθη του Ιορδάνη. Από εκεί, αντλεί το 90% σχεδόν του νερού για το δικό του εφοδιασμό και ελέγχει από τότε το αναγκαίο 40% των συνολικών αναγκών του σε νερό. Οι Παλαιστίνιοι αντλούσαν, μέχρι την ισραηλινή κατάκτηση της Δυτικής Οχθης του Ιορδάνη, νερό από περίπου 750 πηγές, σήμερα είναι μόλις οι μισές. Οι ισραηλινές γαιοτρήσεις σε βάθος (σύμφωνα με πληροφορίες, μέχρι τα 1000 μ.) αποξήραναν τις πηγές των Παλαιστινίων, που πηγαίνουν λιγότερο βαθειά. Η κατοχή του Γκολάν εξασφαλίζει τον έλεγχο του Ισραήλ στον Ιορδάνη και, έτσι, στο 50% του νερού με το οποίο ποτίζει την έρημο μετά το 1967: Η επιστροφή των υψωμάτων στη Συρία είναι προβληματική και από αυτή την άποψη»[27].

Πράγματι, το Ισραήλ τροφοδοτεί, όπως λέγεται σε άλλη ανάλυση, «τον εφοδιασμό του σε νερό κυρίως από πηγές έξω από την κρατική του περιοχή: Από βάσεις στο συριακό Γκολάν, στο Νότιο Λίβανο, στη Δυτική Οχθη και στη Λωρίδα της Γάζας». Ακόμη περισσότερο: Σε αντίθεση με τις απαιτήσεις της Απόφασης 242 του ΟΗΕ να αποσυρθεί από τα κατεχόμενα εδάφη, χρησιμοποιείται «αυτή η παράνομη χρήση του νερού από το Ισραήλ σαν «επιχείρημα ασφαλείας» για να κρατήσει υπό κατοχήν έδαφος εκτός του κράτους»[28]. Αυτό το νερό κατανέμεται και μέσα στο σημερινό χώρο ισραηλινής κυριαρχίας εξαιρετικά άνισα, έτσι ώστε ο Εβραίος έποικος να μπορεί να καταναλώνει το 50πλάσιο του Παλαιστινίου γείτονά του[29]. Κι αυτό το καθεστώς εξαιρετικά άνισης χρήσης φυσικών πόρων εφαρμόζεται από την ισραηλινή δύναμη κατοχής με εξαιρετικά συγκεκριμένο τρόπο:

«Η κατανομή των ποσοτήτων ύδατος για τον παλαιστινιακό πληθυσμό καθοριζεται και ελέγχεται από τις στρατιωτικές αρχές. Η εγκατάσταση δικτύων ύδρευσης, ο σχεδιασμός και η έγκριση βρίσκονται, όπως και η χρηματοδότησή τους, στην αποκλειστική αρμοδιότητα των στρατιωτικών αρχών. Σε αυτό, προστίθεται και το διαφορετικό καθεστώς των ανθρώπων. Αντίθετα με τους Παλαιστινίους, οι έποικοι είναι ένοπλοι. Παράδοξο, να είναι οι ένοπλοι εκείνοι που κραυγάζουν συνέχεια για ασφάλεια»[30].

Και, μέχρι τώρα, δε φαίνεται τέλος σε αυτή την σύγκρουση για το νερό. Στο κάτω-κάτω, ο τότε υπουργός Εξωτερικών του Ισραήλ Σιμόν Πέρες μετά τη σύναψη της Συνθήκης του Οσλο ότι, από το κείμενο της Συνθήκης, «προκύπτει ότι το Ισραήλ στο εξής θα κατέχει το 73% της γης στα κατεχόμενα εδάφη, το 80% των υδατίνων πηγών και το 97% των δυνάμεων ασφαλείας»[31].

Μπροστά σε όλα αυτά, μπορώ μόνο να συμφωνήσω με την ALEXANDRA SENFFT, όταν αυτή, στην παρουσίαση του τελευταίου βιβλίου του EDWARD SAID «Το τέλος της ειρηνευτικής διαδικασίας» (Λονδίνο 2000), καταλήγει στην εκτίμηση:

«Οι φιλελεύθεροι εδώ, στο Ισραήλ και αλλού, έχουν τρομοκρατηθεί και απογοητευθεί από την ριζική κατάρρευση της ειρηνευτικής διαδικασίας στην Εγγύς Ανατολή: Η χειραψία του Ράμπιν και του Αραφάτ το 1993 καθώς και οι ειρηνευτικές συνθήκες του Οσλο έχουν προφανώς οδηγήσει στο παραπλανητικό συμπέρασμα ότι η σύγκρουση μεταξύ Αράβων και Ισραήλ έχει παραμερισθεί και η εξέλιξη έχει γίνει ανεπίστρεπτη. Στην πραγματικότητα, αυτοί οι αισιόδοξοι επί χρόνια εξωράϊζαν την ειρηνευτική διαδικασία, κοίταζαν αλλού, δε διάβαζαν τα κείμενα και απέρριπταν τους κριτικούς σαν απαισιόδοξους σχολαστικούς»[32].

Αυτή η απογοήτευση και αυτοαπογοήτευση είναι, ασφαλώς, και αποτέλεσμα της πρακτικής των ΜΜΕ να αναφέρουν συνεχώς από το 1993 για μια «ειρηνευτική διαδικασία» που βρίσκεται σε κίνηση στην Εγγύς Ανατολή, η οποία, σύμφωνα με τις βάσεις και το περιεχόμενό του, δεν μπορούσε να είναι ειρηνευτική διαδικασία, καθώς δεν ήταν πραγματικά προσανατολισμένη στον τερματισμό του ισραηλινού καθεστώτος κατοχής, που διαρκεί, παραβιάζοντας το διεθνές δίκαιο, από το 1967 και παραβιάζει τα ανθρώπινα δικαιώματα των Παλαιστινίων.

Αν αναλύσει κανείς την κατάσταση ακριβέστερα, στην οποία κατέληξε αυτή η ειρηνευτική διαδικασία του Οσλο που διαρκεί από το 1993, τότε προβάλλει η εξής εκτίμηση: Οι ΗΠΑ και το Ισραήλ επέτυχαν ήδη σε μεγάλο βαθμό όλους τους στόχους που αποσκοπούσαν σε αυτή την διπλωματική διαδικασία (τερματισμός της απομόνωσης του Ισραήλ, άνοιγμα των αραβικών αγορών για ισραηλινές εξαγωγές, εξασθένηση των αραβικών κρατών και της αλληλεγγύης τους με τους Παλαιστινίους). Μόνο το 1994, είκοσι χώρες συνήψαν διπλωματικές σχέσεις με το Ισραήλ. Στη Νοτιοανατολική Ασία, στη Λατινική Αμερική, στην Εγγύς και Μέση Ανατολή, άνοιξαν για την εξαγωγική οικονομία (συμπεριλαμβανομένου και του εμπορίου όπλων) του Ισραήλ νέες αγορές. Ταυτόχρονα, το Ισραήλ επέτυχε, με την βοήθεια της Παγκόσμιας Τράπεζας, την αύξηση της οικονομικής εξάρτησης της Δυτικής Οχθης του Ιορδάνη και της Λωρίδας της Γάζας[33].

Αντίθετα, οι Παλαιστίνιοι δεν έχουν ακόμη επιτύχει τους πιο σημαντικούς τους στόχους (δημιουργία κυριάρχου κράτους, τερματισμός της ισραηλινής κατοχής και του ισραηλινού εποικισμού, επιστροφή ή αποζημίωση των προσφύγων). Η λύση τους, ωστόσο, απαιτούνταν άμεσα για τη συνέχιση των διαπραγματεύσεων ή ήταν ήδη - όπως η ανακήρυξη ενός παλαιστινιακού κράτους - ξεπερασμένη. Ταυτόχρονα, αναπτύχθηκε στον παλαιστινιακό πληθυσμό μια μεγάλη δυσαρέσκεια που εξαπλωνόταν γρήγορα με την ειρηνευτική διαδικασία γιατί το βιοτικό του επίπεδο έχει σημαντικά πέσει από την αρχή της διαδικασίας αυτής[34]. Ετσι, ο Σαρόν κατόρθωσε, με την προβοκάτσια του στο τέμενος της Ιερουσαλήμ, να εξαπολύσει χωρίς κόπο τη Δεύτερη ξεπερασμένη και, με τον τρόπο αυτό, να φέρει, ταυτόχρονα, το τέλος μιας διαπραγματευτικής διαδικασίας, στην οποία το Ισραήλ και οι ΗΠΑ δεν είχαν τίποτε πια να κερδίσουν αλλά, αντίθετα, μπορούσαν ακόμη να χάσουν το από το 1967 κατεχόμενο έδαφος. Αυτή η εκτίμηση ενισχύεται και από εκείνα τα «ξεπερασμένα», τα οποία για το Ισραήλ - που υποστηρίζεται από τις ΗΠΑ - μέχρι τώρα για όλες τις διαπραγματεύσεις με τους Παλαιστινίους βρίσκονται έξω από κάθε συμβιβασμό: «Ο ερμητικός αποκλεισμός του Παλαιστινιακού κολοβού κράτους προς τα έξω μέσω της ισραηλινής αστυνομίας και του στρατού, ο απεριόριστος έλεγχος του Τσαχάλ* στη Δυτική Οχθη του Ιορδάνη. Η μαζική διεύρυνση του εβραϊκού κρατικού εδάφους γύρω από την Ιερουσαλήμ, κατά μήκος της συνδετικής λωρίδας της Χεβρώνας και στη Δυτική Σαμάρεια. Κάθε συζήτηση για επιστροφή των Αράβων προσφύγων. Η παραίτηση των παραστρατιωτικών μονάδων της ΟΑΠ από τα βαρειά όπλα. Η ελεύθερη, στρατιωτικά ασφαλισμένη πρόσβαση στους εβραϊκούς εποικισμούς της Δυτικής Οχθης. Η ασυλία της ισραηλινής πυρηνικής στρατιωτικής δύναμης. Τελευταίο, αλλά όχι λιγότερο σημαντικό, η απαράγραπτη απαίτηση για την Ιερουσαλήμ σαν αδιαίρετη και αιώνια πρωτεύουσα του Ισραήλ»[35].

Ο ΑΞΟΝΑΣ ΙΣΡΑΗΛ - ΤΟΥΡΚΙΑ - ΗΠΑ

Σε σημαντική αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων στην Εγγύς Ανατολή οδήγησε η Συνθήκη Στρατιωτικής Συνεργασίας, που συνομολογήθηκε μεταξύ Ισραήλ και Τουρκίας το 1996, συμπληρώθηκε με μια συμφωνία ελευθέρου εμπορίου και υποστηρίχθηκε αποφασιστικά από τις ΗΠΑ[36]. Μέσω της Συνθήκης αυτής, εισάγεται η άμεση στρατιωτική συνεργασία μεταύ Ισραήλ και Τουρκίας, η οποία, με ένα στρατό 600.000, είναι η 10η χώρα στον κόσμο και η 2η στο ΝΑΤΟ. Σημαντικό είναι επίσης ότι το Ισραήλ κατέχει πυρηνικά όπλα και ότι στην Τουρκία οι ΗΠΑ έχουν εγκαταστήσει πυρηνικά όπλα των οποίων οι βάσεις τελειοποιήθηκαν παραπέρα στη δεκαετία του ‘90 του περασμένου αιώνα. Η πολιτική της Τουρκίας απέναντι στα γειτονικά τους κράτη χαρακτηρίζεται από πολύ καιρό από επιθετικότητα και παραβίαση του διεθνούς δικαίου. Εδώ, θα αναφέρουμε μόνο την κατοχή του ανατολικού τμήματος της Κύπρου (1974), τις αμέτρητες επιθέσεις στο Ιράκ και την εγκατάσταση το 1997 μιας στρατιωτικής ζώνης ασφαλείας ως και 15 χλμ. στο ιρακινό έδαφος, με την όποία η Τουρκία τώρα μιμήθηκε εκείνο που έκανε το Ισραήλ με επανειλημμένες επεμβάσεις στο Λίβανο (και με πολύχρονη κατοχή του Νοτίου Λιβάνου). Παρόμοιες ενέργειες επίθεσης βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο με τις μόνιμες αεροπορικές επιθέσεις των ΗΠΑ και της Μεγάλης Βρετανίας ενάντια στο Ιράκ. Ολα αυτά είναι μια πρακτική της μόνιμης παραβίασης του ισχύοντος διεθνούς δικαίου και της προσπάθειας, μετά το τέλος του Συμφώνου της Βαρσοβίας, επιιβολής και πάλι του δικαίου της γροθιάς στις διεθνείς σχέσεις.

Η στρατιωτική συμμαχία των δυο πιο σημαντικών συμμάχων των ΗΠΑ στην περιοχή, οι οποίοι είναι ταυτόχρονα οι ισχυρότερες περιφερειακές στρατιωτικές δυνάμεις, ανοίγει στις ΗΠΑ νέες δυνατότητες ενεργειών σε μια περιοχή που περιλαμβάνει τις δυο πλουσιότερες πετρελαιοπαραγωγές υποπεριοχές, τον Κόλπο και την Κασπία. Τα πεδία συνεργασίας φθάνουν από το συντονισμό των στρατιωτικών πληροφοριών και την εντατική εξοπλιστική συνεργασία μέχρι τα κοινά γυμνάσια. Το Γενάρη του 1998, έγιναν για πρώτη φορά κοινές ασκήσεις πολεμικών πλοίων του Ισραήλ, της Τουρκίας και των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο. Ηδη το 1999, το Ισραήλ άρχισε να μεταφέρει, για 630.000.000 δολάρια, την τελευταία τεχνική στα 54 μαχητικά αεροπλάνα τύπου F-4E που είχαν παραδόσει οι ΗΠΑ στην Τουρκία. Οι ισραηλινοί πιλότοι των μαχητικών αεροπλάνων ασκούνται στον ευρύ τουρκικό εναέριο χώρο. Το φιλόδοξο πρόγραμμα εκσυγχρονισμού των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων, που χρηματοδοτείται εντατικά από τις ΗΠΑ και του οποίου το κόστος για τα επόμενα 25 χρόνια θα φτάσει τα 150.000.000.000 δολάρια μόνο για την αγορά στρατιωτικού υλικού, ανοίγει για το Ισραήλ μοναδικές ευκαιρίες κερδών μέσω της εξαγωγής στρατιωτικής υψηλής τεχνολογίας[37].

Από στρατηγική άποψη, η στρατιωτική συνεργασία του Ισραήλ με την Τουρκία κάτω από την πρωτοκαθεδρία των ΗΠΑ στρέφεται προς την απόλυτη κυριαρχία στην Εγγύς και στην πρόσβαση στη Μέση Ανατολή μέσω της αεροπορικής κυριαρχίας και της δυνατότητας ενόπλων επεμβάσεων. Σύμφωνα με μια μελέτη που έγινε στις ΗΠΑ, «η επέκταση των σχέσεων μεταξύ Ισραήλ και Τουρκίας αλλάζει μόνιμα το συσχετισμό δυνάμεων στην περιοχή», ενώ για το Ισραήλ έχει μεγάλη σημασία το ότι η Τουρκία έχει μακρά σύνορα με τρεις από τους βασικούς εχθρούς του Ισραήλ: Συρίας, Ιράκ και Ιράν»[38].

Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Τζωρτζ Μπους, στην αντίληψή του για μια «Νέα Παγκόσμια Τάξη» που δημοσιεύθηκε στη διάρκεια του Πολέμου του Κόλπου, καθόρισε τον ρόλο και τη λειτουργία του Ισραήλ στη στρατηγική των ΗΠΑ στην Εγγύς Ανατολή σαν «πάντα διαθέσιμη Δαμόκλεια σπάθη για την ηγεμονία των ΗΠΑ στην περιοχή αυτή»[39]. Και βρισκόταν σε πλήρη αντιστοιχία με τον ρόλο αυτό η καταστροφή από την κυβέρνηση Σαρόν, με 4 μαχητικά αεροπλάνα στη διάρκεια μιας 20λεπτης πυραυλικής επίθεσης, ενός συριακού σταθμού ραντάρ 65 χλμ. βόρεια των ισραηλινών συνόρων τη Δευτέρα του Πάσχα του 2001 και η δήλωση ενός εκπροσώπου του ισραηλινού στρατού από ένα ραδιοσταθμό των Ενόπλων Δυνάμεων ότι στόχος ήταν ένα «μήνυμα» προς τη Συρία και τις πολιτοφυλακές του Χεζμπολλάχ[40].


ΣημειώσειςΣημειώσεις

Το άρθρο αναδημοσιεύεται από το γερμανικό περιοδικό «Μαρξιστικά Φύλλα», ειδική έκδοση, 2001, σελ. 89-95. Ο Ερνστ Βόιτ είναι ιστορικός της φιλοσοφίας και ερευνητής της ειρήνης.

[1]Σύμφωνα με την «Αντιμιλιταριστική Πληροφόρηση», Βερολίνο 31 (2001) 2, σελ. 58.

[2] M. WOLLFFSOHN: «50 χρόνια Ισραήλ: Προσπάθεια ιστορικής αποτίμησης». Στο Από την πολιτική και τη σύγχρονη ιστορία. Παράρτημα στην εβδομαδιαία εφημερίδα «Το Κονοβούλιο», Βόννη Νο 14/98 της 27.3.’98, σελ. 3.

[3] P. SCHOLL - LATOUR: «Ψεύδη στους Αγίους Τόπους». Βερολίνο 1998, σελ. 399.

[4] M. WOLFFSOHN: Στο ίδιο, σελ. 4.

[5] M. WOLFFSOHN: Στο ίδιο, σελ. 6.

[6] P. SCHOLL - LATOUR: Στο ίδιο, σελ. 384 και 420.

[7] Σύγκριση με το «Ατομικές Ενοπλες δυνάμεις του Ισραήλ». Αντιμιλιταριστική Πληροφόρηση, Βερολίνο 31 (2001) 1, σελ. 13.

[8] Σύγκριση: W. E. BURROWS/R. WINDREM: «Κρίσιμη μάζα». Λονδίνο 1994. σελ. 292.

[9] S. M. HERSH: «Η ατομική δύναμη Ισραήλ». Μόναχο 1991, σελ. 35.

[10] Στο ίδιο, σελ. 68, 73, 141.

[11] Στο ίδιο, σελ. 163.

[12] Στο ίδιο, σελ. 207.

[13] Στο ίδιο, σελ. 274.

[14] GUSH SHALOM: «Ισραήλ: Θέσεις για ένα νέο στρατόπεδο ειρήνης». Στο «Μαρξιστκά Φύλλα», Εσσεν 39 (2001) 3, σελ. 11.

[15] Σύμφωνα με το WISSENSCHAFT & FRIEDEN, Βόννη 18 (2000) 4, σελ. 4.

[16] Σύμφωνα με την Αντιμιλιταριστική Πληροφόρηση, στο ίδιο, σελ. 21.

[17] Σύμφωνα με το ίδιο, σελ. 22.

[18] S. M. HERSH, στο ίδιο, σελ. 331.

[19] A. RIECK: «Ο Πόλεμος του Κόλπου σαν περιστατικό-κλειδί για την αραβοϊσραηλινή σύγκρουση». Στο «Από την πολιτική και την σύγχρονη ιστορία» 7-8/’91. Παράρτημα στο «Το Κοινοβούλιο», Βόννη, 8.2.1991, σελ. 39.

[20] Συνέντευξη με τον K. BEDNARZ, στο «MONITOR», ARD, 19.10.2000.

[21] E. SAID: «Η οργή και το δικαίωμά της. Τέλος μιας ειρηνευτικής διαδικασίας». Στην FRANKFURTER ALLGEMEINE ZEITUNG, Φραγκφούρτη, 12.10.2000, σελ. 49.

[22] N. PAECH: «Ο ΟΗΕ και ο Σιωνισμός». Στο OSSIETZKY, Ανόβερο, Νο 23/2000, σελ. 809.

[23] Σύγκρινε με A. GRESH/PH. REKACEWICZ: «Τοπογραφία των ισραηλινών διαπραγματεύσεων». Στο «LE MONDE DIPLOMATIQUE» (γερμανική έκδοση), Βερολίνο, Φλεβάρης 2000, σελ. 12.

[24] F. LANGER: «Αφήστε μας να ζήσουμε σαν άνθρωποι! Επιφάνεια και πραγματικότητα στην Παλαιστίνη». Γοτίγγη 1999.

[25] Y. KANIUK: «Πόλεμος χωρίς μέτωπο». Στην DIE ZEIT, Αμβούργο, Νο 43 της 19.10.2000, σελ. 61 (υπογρ. E. W.). Για την προβληματική σχετικά με τους Παλαιστινίους πρόσφυγες, όρα, μεταξύ άλλων, τη σειρά ντοκουμέντων «Το Παλαιστινιακό προσφυγικό δράμα. Ιστορικό υπόβαθρο». Το «Στην Γη της Βίβλου», Βερολίνο, 2 (2000), σελ. 24-29.

[26] Σύγκριση με A. v. EDIG: «Αίτιο πολέμου το νερό. Προβλήματα κατανομής στην Εγγύς Ανατολή». Στο «Φύλλα για τη γερμανική και τη διεθνή πολιτική», Βόννη, τ. 8/1998, σελ. 996.

[27] K.-G. SCHIRRMEISTER: «Ισλαμισμός: Παράγων στην πολιτικο-κοινωνική τάξη ή έκφραση της διαμαρτυρίας. Πλευρές της κατάστασης στην περιοχή της Μεσογείου». (Κείμενα ΑΙΚ 2/’98), STRAUSBERG 1998, σελ. 20.

[28] A. v. EDIG. Στο ίδιο, σελ. 997.

[29] «Σύγκρουση για το νερό στην Παλαιστίνη». Στο «ARCHIPEL», Βασιλεία, Νο 53 (Σεπτέμβρης 1998), σελ. 6.

[30] S. F. NASSER: «Εγγύς Ανατολή: Το νερό Λυδία λίθος». Στο «NEUE WEGE», Ζυρίχη 89 (1995) 10, σελ. 291. «Υπάρχουν γεγονότα ότι, από την εποχή του Οσλο, έχουν σκοτωθεί οι διπλάσιοι Παλαιστίνιοι από ό,τι Ισραηλινοί, και το πλείστον από πυρά στρατιωτών» (Ου. Αβνερύ, «Δύο λαοί-δύο κράτη», Χαϊδελβέργη 1995. Απόσπασμα σύμφωνα με το PAX REPORT , Βερολίνο 10/11-1998, σελ. 18).

[31] Κατά τον S.F. NASSER, στο ίδιο, σελ. 294.

[32] A. SENFFT: «Θύματα των θυμάτων». Στην DIE ZEIT, Αμβούργο, Νο 49 της 30.11.2000, σελ. 70.

[33] Σύγκρινε με M. BISHARA: «Τα παχηά χρόνια του Ισραήλ». Στο LE MONDE DIPLOMATIQUE (γερμανική έκδοση), Βερολίνο, Απρίλης 2001, σελ. 17.

[34] Σύγκριση στο ίδιο.

* Σ.μ. Στο κείμενο, εμφανίζεται η λέξη «Τσαχάλ». Πρόκειται για την ονομασία των Ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων.

[35] P. SCHOLL - LATOUR: Στο ίδιο, σελ. 406.

[36] Για σημαντικές πλευρές της συμμαχίας αυτής, όρα επίσης: A. BURO: «Οι κυρίαρχοι της Εγγύς Ανατολής. Το στρατιωτικό τρίγωνο Τουρκία-Ισραήλ-ΗΠΑ». Στο WISSENSCHAFT & FRIEDEN, Βόννη 16 (1998) 4.

[37] Σύγκρινε με M. JOHANNSEN: «Αν πίσω μακριά στην Τουρκία...». «Διαρθρωτική μεταμόρφωση της συγκρουσιακής πολιτικής στη Μέση Ανατολή και ο ρόλος των ΗΠΑ». Στο: B. SCHOCH/U. RATSCH/R. MUTZ (εκδ.): «Εμπειρογνωμοσύνη της Ειρήνης 1999». Μύνστερ 1999, σελ. 151.

[38] R. USHER: «Ενας ισχυρός συνδυασμός». Στο TIME Νέα Υόρκη, 2 Ιούνη 2001, σελ. 33.

[39] Σύμφωνα με τον P. SCHOLL - LATOUR: Στο ίδιο, σελ. 420.

[40] HANS LEMBRECHT: «Αεροπορικό πλήγμα ενάντια σε συριακό σταθμό ραντάρ». Στην NEUES DEUTCSHLAND, Βερολίνο, 14.4.2001, σελ. 3.