Σχεδόν χωρίς εξαίρεση, τα περισσότερα ΜΜΕ ξεκινούν από τον ισχυρισμό, τον οποίο προβάλλουν σαν εντελώς αυτονόητο, ότι, με την έναρξη ή μέσω της έναρξης της Δεύτερης INTIFADA των Παλαιστινίων, διακόπηκε ή ανακόπηκε η «ειρηνευτική διαδικασία της Εγγύς Ανατολής», που βρισκόταν σε κίνηση εκεί. Αυτή η εκτίμηση βρίσκεται σε έκδηλη αντίθεση με τις τοποθετήσεις που έχουν από καιρό δημοσιεύσει στις αναλύσεις τους ανεγνωρισμένοι γνώστες της τοπικής κατάστασης. Και αυτό όχι μόνο από την εποχή της έναρξης της διαδικασίας εκείνης που άρχισε με τη συμφωνία Γάζας - Ιεριχούς, που υπογράφηκε στην Ουάσινγκτον στις 13.9.1993, για την οποία εκείνοι που την υπέγραψαν (Γιάσερ Αραφάτ, Γιτζάκ Ράμπιν και Σιμόν Πέρες) πήραν, όπως είναι γνωστό, το Βραβείο Νόμπελ για την Ειρήνη του 1994.
Ο όρος «ειρηνευτική διαδικασία» χρησιμοποιείται γι’ αυτό το οποίο φιλοδοξεί το Ισραήλ με τους - ή ενάντια στους - Αραβες γείτονές του στα περισσότερα ΜΜΕ της περιοχής του ΝΑΤΟ το αργότερο από την εποχή της χωριστής ειρήνης μεταξύ Ισραήλ και Αιγύπτου το 1979. Ταυτόχρονα, πρέπει κανείς να τον χαρακτηρίσει τόσο από την άποψη του πραγματικού του περιεχομένου όσο και από την άποψη των στόχων αυτών που τον χρησιμοποιούν σαν εξοργιστικό. Ετσι, ο ANDREAS RIECK, του Γερμανικού Ιδρύματος της Ανατολής στο Αμβούργο, φθάνει ήδη το 1991 σε μια ανάλυση της αραβοϊσραηλινής σύγκρουσης στο εξής συμπέρασμα:
«Το ρητορικό εύρημα της «ειρηνευτικής διαδικασίας» στην Εγγύς Ανατολή, που τόσο αγαπητό έχει γίνει από την εποχή της αιγυπτο-ισραηλινής χωριστής ειρήνης το 1978/’79, είναι ένας ισχυρός ευφημισμός, αν όχι ένας παραπλανητικός ορισμός για την πραγματική εξέλιξη των σχέσεων μεταξύ του Ισραήλ, των Αράβων γειτόνων του και των Παλαιστινίων»[19].
Αμέσως μετά την έναρξη της Δεύτερης INTIFADA, ο γνωστός ισραηλινός δημοσιογράφος URI AVNERY τόνισε ότι πρόκειται για μια «λαϊκή εξέγερση των Παλαιστινίων», για «την εκτόνωση μιας οργής η οποία συσσωρεύεται από χρόνια και ιδιαίτερα από την άφιξη στην εξουσία του Μπάρακ. (...) Από τότε που αυτός ήλθε στην εξουσία, η κατάσταση οξύνθηκε, δεν αμβλύνθηκε. Στα κατεχόμενα εδάφη, η διεύρυνση των εποικισμών προχωρεί καθημερινά, η γη δημεύεται, τα σπίτια κατεδαφίζονται και οι Παλαιστίνιοι πιστεύουν ότι γίνονται στόχος επίθεσης σε όλη την περιοχή, σε όλες τις κατεχόμενες από το Ισραήλ περιοχές και βλέπουν ότι, στην λεγομένη «ειρηνευτική διαδικασία», τίποτε δεν προχωρά. Πολλά λόγια, αλλά ούτε ένα βήμα προς τα εμπρός»[20]. Σε παρόμοια εκτίμηση κατέληξε και ο καθηγητής του Πανεπιστημίου της Κολούμπια των ΗΠΑ EDWARD SAID. Γι αυτόν, «η ειρηνευτική διαδικασία του Οσλο ήταν από την αρχή μια αδιέξοδη πορεία στο κενό» γιατί «οι ηγέτες του Εργατικού Κόμματος και του κόμματος Λικούντ δεν έκρυβαν ότι η Συνθήκη του Οσλο θα μάζευε τους Παλαιστινίους σε ανεξαρτήτους μεταξύ τους θυλάκους, περικυκλωμένους από σύνορα που θα ελέγχει το Ισραήλ και αποκομμένους από καταυλισμούς και δρόμους των καταυλισμών που καταστρέφουν την ενότητα των περιοχών. Οι δημεύσεις και η καταστροφή σπιτιών βρίσκονται στην ημερησία διάταξη κάτω από τις κυβερνήσεις Ράμπιν, Πέρες, Νετανιάχου και Μπάρακ, οι ισραηλινοί εποικισμοί μεγαλώνουν μόνιμα (200.000 Ισραηλινοί Εβραίοι στην Ιερουσαλήμ, 200.000 ακόμη στη Λωριδα της Γάζας και στη Δυτική Οχθη του Ιορδάνη), η στρατιωτική κατοχή δεν τερματίσθηκε. Καθε μικρό βήμα προς την κατεύθυνση μιας κυριαρχίας της Παλαιστίνης - και σε αυτό ανήκε και η συμφωνημένη αργή αποχώρηση από τα κατεχόμενα εδάφη - αναβλήθηκε από το Ισραήλ και έγινε αδύνατο»[21]. «Οι κριτικοί, οι οποίοι δεν είδαν καμμία πραγματική προοπτική ειρήνης στη Συνθήκη του Οσλο», έχουν, κατά τον ειδικό στα θέματα διεθνούς δικαίου NORMAN PAECH, «δυστυχώς, εκ των υστέρων δικαιωθεί». Αυτό το στηρίζει ιδιαίτερα στο ότι το Ισραήλ, με την υποστήριξη των ΗΠΑ, ήθελε να αναγκάσει τον ηγέτη των Παλαστινίων Αραφάτ «να αναγνωρίσει ένα καθεστώς κατοχής σαν ειρηνευτικό διακανονισμό και επίσης ακόμη να ξεπέσει στην κατάσταση του μακρού χεριού της εφαρμογής του»[22].
Πράγματι, η αντίθετη με το διεθνές δίκαιο εποικιστική πολιτική του Ισραήλ στα εδάφη που κατέχει από το 1967 οδήγησε στο να μοιάζει σήμερα το παλαιστινιακό έδαφος με «κουρελού»[23]. Σαν αποτέλεσμα, τα λεγόμενα αυτόνομα εδάφη είναι, στην πραγματικότητα, «Μπαντουστάν» απρόσιτα το ένα για το άλλο και συγκρίνονται με το νοτιοαφρικανικό πρότυπο. Το ό,τι, στη βάση αυτή, καμμία ειρήνη δεν μπορεί να υπάρξει μεταξύ Ισραήλ και Παλαιστινίων το έχει εντυπωσιακά περιγράψει η Φελίσιτας Λάνγκερ, ισραηλινή δικηγόρος και κάτοχος του εναλλακτικού βραβείου Νόμπελ, στο βιβλίο της «Αφήστε μας να ζήσουμε σαν άνθρωποι!»[24].
Αυτή η παρόμοια με το νοτιοαφρικανικό APARTHEID πολιτική των Μπαντουστάν του Ισραήλ σαν κατοχικής δύναμης απέναντι στους Παλαιστινίους αφορά, πριν απ’ όλα, δύο μεγάλα προβλήματα: Πρώτον, το πρόβλημα της προσφύγων και, δεύτερον, το θέμα του νερού. Ειδικά αυτή η κατοχική πολιτική που αποσκοπεί επιθετικά στο διαφορετικό δικαίωμα στη ζωή μεταξύ Εβραίων και Αράβων που ακολουθεί το Ισραήλ θεωρείται σαν δίκαιη και αδιαπραγμάτευτη από πολυαρίθμους Ισραηλινούς που θεωρούν τον εαυτό τους σαν «πολιτική αριστερά». Τυπική, της στάσης τους για το πρόβλημα των προσφύγων, είναι η τοποθέτηση την οποία ο γνωστός ισραηλινός συγγραφέας Γιόραμ Κάνιουκ διατυπώνει κατά τον εξής τρόπο:
«Οι Αραβες και οι Εβραίοι δεν έχουν καταλάβει ακόμη ο ένας τον άλλο. Οι Εβραίοι, των οποίων δάσκαλος υπήρξε το SCHOAH, ανεκήρυξαν σε πρώτο νόμο το CHOKK HA SHVUT, το νόμο της επιστροφής, ο οποίος επιτρέπει σε κάθε Εβραίο να έλθει στο Ισραήλ και να αποκτήσει εκεί πλήρη πολιτικά δικαιώματα. Αυτός ο νόμος, κατά το ισχύον διεθνές δίκαιο, δεν είναι ισχυρός, ωστόσο κανένα έθνος στον κόσμο δεν θα ήταν πρόθυμο να εγκαταλείψει προπύργια που εγγυώνται την ύπαρξή του. Για τον ισραηλινό λαό, αυτός ο νόμος αποτελεί ένα τέτιο ζωτικό προπύργιο. Σαν αποτέλεσμα της ήττας του 1948, οι Αραβες ζητούν ένα δικαίωμα επιστροφής για τους πρόσφυγες που τότε έφυγαν ή διώχτηκαν. Με βάση τους διεθνώς ισχύοντες νομικούς κανόνες, αυτό είναι θεμιτή απαίτηση, ωστόσο το Ισραήλ, σαν ένα μικρό νησί από 5.000.000 Εβραίους σε μια θάλασα 100.000.000 Αράβων, θα έπαυε να υπάρχει με την εφαρμογή αυτής της νομικής απαίτησης»[25].
Ισως ακόμη καθαρότερα φαίνεται ο αποικιακός χαρακτήρας της ισραηλινής αποικιακής πολιτικής στο θέμα του νερού, ένα τομέα προβλημάτων που αντιμετωπίζεται από τα ΜΜΕ μας σαν θέμα ταμπού. Μεταξύ των στρατιωτικών ιστορικών, ωστόσο, ο αραβοϊσραηλινός Πόλεμος των Εξη Ημερών του 1967 θεωρείται από καιρό «ο πρώτος πόλεμος του νερού». Στον πόλεμο αυτό, τον οποίο το Ισραήλ διεξήγαγε στη βάση ενός «υδρολογικού κινήτρου»[26], κατέκτησε και κατέλαβε εδάφη από τα οποία προμηθεύεται από τότε το μεγαλύτερο μέρος του νερού του. Αυτό, όμως, είναι ένα γεγονός του οποίου η γνώση έχει θεμελιώδη σημασία για τη σωστή κρίση της αραβοϊσραηλινής σύγκρουσης. Ετσι, μια μελέτη της Ακαδημίας των Ομοσπονδιακών Ενόπλων Δυνάμεων για την κατάσταση στην περιοχή της Μεσογείου, που δημοσιεύθηκε το 1998, καταλήγει, μεταξύ άλλων, στην εξής εκτίμηση:
«Στον Πόλεμο τον Εξη Ημερών, το Ισραήλ κατόρθωσε να εξασφαλίσει την βασική προμήθειά του σε νερό στην Δυτική Οχθη του Ιορδάνη. Από εκεί, αντλεί το 90% σχεδόν του νερού για το δικό του εφοδιασμό και ελέγχει από τότε το αναγκαίο 40% των συνολικών αναγκών του σε νερό. Οι Παλαιστίνιοι αντλούσαν, μέχρι την ισραηλινή κατάκτηση της Δυτικής Οχθης του Ιορδάνη, νερό από περίπου 750 πηγές, σήμερα είναι μόλις οι μισές. Οι ισραηλινές γαιοτρήσεις σε βάθος (σύμφωνα με πληροφορίες, μέχρι τα 1000 μ.) αποξήραναν τις πηγές των Παλαιστινίων, που πηγαίνουν λιγότερο βαθειά. Η κατοχή του Γκολάν εξασφαλίζει τον έλεγχο του Ισραήλ στον Ιορδάνη και, έτσι, στο 50% του νερού με το οποίο ποτίζει την έρημο μετά το 1967: Η επιστροφή των υψωμάτων στη Συρία είναι προβληματική και από αυτή την άποψη»[27].
Πράγματι, το Ισραήλ τροφοδοτεί, όπως λέγεται σε άλλη ανάλυση, «τον εφοδιασμό του σε νερό κυρίως από πηγές έξω από την κρατική του περιοχή: Από βάσεις στο συριακό Γκολάν, στο Νότιο Λίβανο, στη Δυτική Οχθη και στη Λωρίδα της Γάζας». Ακόμη περισσότερο: Σε αντίθεση με τις απαιτήσεις της Απόφασης 242 του ΟΗΕ να αποσυρθεί από τα κατεχόμενα εδάφη, χρησιμοποιείται «αυτή η παράνομη χρήση του νερού από το Ισραήλ σαν «επιχείρημα ασφαλείας» για να κρατήσει υπό κατοχήν έδαφος εκτός του κράτους»[28]. Αυτό το νερό κατανέμεται και μέσα στο σημερινό χώρο ισραηλινής κυριαρχίας εξαιρετικά άνισα, έτσι ώστε ο Εβραίος έποικος να μπορεί να καταναλώνει το 50πλάσιο του Παλαιστινίου γείτονά του[29]. Κι αυτό το καθεστώς εξαιρετικά άνισης χρήσης φυσικών πόρων εφαρμόζεται από την ισραηλινή δύναμη κατοχής με εξαιρετικά συγκεκριμένο τρόπο:
«Η κατανομή των ποσοτήτων ύδατος για τον παλαιστινιακό πληθυσμό καθοριζεται και ελέγχεται από τις στρατιωτικές αρχές. Η εγκατάσταση δικτύων ύδρευσης, ο σχεδιασμός και η έγκριση βρίσκονται, όπως και η χρηματοδότησή τους, στην αποκλειστική αρμοδιότητα των στρατιωτικών αρχών. Σε αυτό, προστίθεται και το διαφορετικό καθεστώς των ανθρώπων. Αντίθετα με τους Παλαιστινίους, οι έποικοι είναι ένοπλοι. Παράδοξο, να είναι οι ένοπλοι εκείνοι που κραυγάζουν συνέχεια για ασφάλεια»[30].
Και, μέχρι τώρα, δε φαίνεται τέλος σε αυτή την σύγκρουση για το νερό. Στο κάτω-κάτω, ο τότε υπουργός Εξωτερικών του Ισραήλ Σιμόν Πέρες μετά τη σύναψη της Συνθήκης του Οσλο ότι, από το κείμενο της Συνθήκης, «προκύπτει ότι το Ισραήλ στο εξής θα κατέχει το 73% της γης στα κατεχόμενα εδάφη, το 80% των υδατίνων πηγών και το 97% των δυνάμεων ασφαλείας»[31].
Μπροστά σε όλα αυτά, μπορώ μόνο να συμφωνήσω με την ALEXANDRA SENFFT, όταν αυτή, στην παρουσίαση του τελευταίου βιβλίου του EDWARD SAID «Το τέλος της ειρηνευτικής διαδικασίας» (Λονδίνο 2000), καταλήγει στην εκτίμηση:
«Οι φιλελεύθεροι εδώ, στο Ισραήλ και αλλού, έχουν τρομοκρατηθεί και απογοητευθεί από την ριζική κατάρρευση της ειρηνευτικής διαδικασίας στην Εγγύς Ανατολή: Η χειραψία του Ράμπιν και του Αραφάτ το 1993 καθώς και οι ειρηνευτικές συνθήκες του Οσλο έχουν προφανώς οδηγήσει στο παραπλανητικό συμπέρασμα ότι η σύγκρουση μεταξύ Αράβων και Ισραήλ έχει παραμερισθεί και η εξέλιξη έχει γίνει ανεπίστρεπτη. Στην πραγματικότητα, αυτοί οι αισιόδοξοι επί χρόνια εξωράϊζαν την ειρηνευτική διαδικασία, κοίταζαν αλλού, δε διάβαζαν τα κείμενα και απέρριπταν τους κριτικούς σαν απαισιόδοξους σχολαστικούς»[32].
Αυτή η απογοήτευση και αυτοαπογοήτευση είναι, ασφαλώς, και αποτέλεσμα της πρακτικής των ΜΜΕ να αναφέρουν συνεχώς από το 1993 για μια «ειρηνευτική διαδικασία» που βρίσκεται σε κίνηση στην Εγγύς Ανατολή, η οποία, σύμφωνα με τις βάσεις και το περιεχόμενό του, δεν μπορούσε να είναι ειρηνευτική διαδικασία, καθώς δεν ήταν πραγματικά προσανατολισμένη στον τερματισμό του ισραηλινού καθεστώτος κατοχής, που διαρκεί, παραβιάζοντας το διεθνές δίκαιο, από το 1967 και παραβιάζει τα ανθρώπινα δικαιώματα των Παλαιστινίων.
Αν αναλύσει κανείς την κατάσταση ακριβέστερα, στην οποία κατέληξε αυτή η ειρηνευτική διαδικασία του Οσλο που διαρκεί από το 1993, τότε προβάλλει η εξής εκτίμηση: Οι ΗΠΑ και το Ισραήλ επέτυχαν ήδη σε μεγάλο βαθμό όλους τους στόχους που αποσκοπούσαν σε αυτή την διπλωματική διαδικασία (τερματισμός της απομόνωσης του Ισραήλ, άνοιγμα των αραβικών αγορών για ισραηλινές εξαγωγές, εξασθένηση των αραβικών κρατών και της αλληλεγγύης τους με τους Παλαιστινίους). Μόνο το 1994, είκοσι χώρες συνήψαν διπλωματικές σχέσεις με το Ισραήλ. Στη Νοτιοανατολική Ασία, στη Λατινική Αμερική, στην Εγγύς και Μέση Ανατολή, άνοιξαν για την εξαγωγική οικονομία (συμπεριλαμβανομένου και του εμπορίου όπλων) του Ισραήλ νέες αγορές. Ταυτόχρονα, το Ισραήλ επέτυχε, με την βοήθεια της Παγκόσμιας Τράπεζας, την αύξηση της οικονομικής εξάρτησης της Δυτικής Οχθης του Ιορδάνη και της Λωρίδας της Γάζας[33].
Αντίθετα, οι Παλαιστίνιοι δεν έχουν ακόμη επιτύχει τους πιο σημαντικούς τους στόχους (δημιουργία κυριάρχου κράτους, τερματισμός της ισραηλινής κατοχής και του ισραηλινού εποικισμού, επιστροφή ή αποζημίωση των προσφύγων). Η λύση τους, ωστόσο, απαιτούνταν άμεσα για τη συνέχιση των διαπραγματεύσεων ή ήταν ήδη - όπως η ανακήρυξη ενός παλαιστινιακού κράτους - ξεπερασμένη. Ταυτόχρονα, αναπτύχθηκε στον παλαιστινιακό πληθυσμό μια μεγάλη δυσαρέσκεια που εξαπλωνόταν γρήγορα με την ειρηνευτική διαδικασία γιατί το βιοτικό του επίπεδο έχει σημαντικά πέσει από την αρχή της διαδικασίας αυτής[34]. Ετσι, ο Σαρόν κατόρθωσε, με την προβοκάτσια του στο τέμενος της Ιερουσαλήμ, να εξαπολύσει χωρίς κόπο τη Δεύτερη ξεπερασμένη και, με τον τρόπο αυτό, να φέρει, ταυτόχρονα, το τέλος μιας διαπραγματευτικής διαδικασίας, στην οποία το Ισραήλ και οι ΗΠΑ δεν είχαν τίποτε πια να κερδίσουν αλλά, αντίθετα, μπορούσαν ακόμη να χάσουν το από το 1967 κατεχόμενο έδαφος. Αυτή η εκτίμηση ενισχύεται και από εκείνα τα «ξεπερασμένα», τα οποία για το Ισραήλ - που υποστηρίζεται από τις ΗΠΑ - μέχρι τώρα για όλες τις διαπραγματεύσεις με τους Παλαιστινίους βρίσκονται έξω από κάθε συμβιβασμό: «Ο ερμητικός αποκλεισμός του Παλαιστινιακού κολοβού κράτους προς τα έξω μέσω της ισραηλινής αστυνομίας και του στρατού, ο απεριόριστος έλεγχος του Τσαχάλ* στη Δυτική Οχθη του Ιορδάνη. Η μαζική διεύρυνση του εβραϊκού κρατικού εδάφους γύρω από την Ιερουσαλήμ, κατά μήκος της συνδετικής λωρίδας της Χεβρώνας και στη Δυτική Σαμάρεια. Κάθε συζήτηση για επιστροφή των Αράβων προσφύγων. Η παραίτηση των παραστρατιωτικών μονάδων της ΟΑΠ από τα βαρειά όπλα. Η ελεύθερη, στρατιωτικά ασφαλισμένη πρόσβαση στους εβραϊκούς εποικισμούς της Δυτικής Οχθης. Η ασυλία της ισραηλινής πυρηνικής στρατιωτικής δύναμης. Τελευταίο, αλλά όχι λιγότερο σημαντικό, η απαράγραπτη απαίτηση για την Ιερουσαλήμ σαν αδιαίρετη και αιώνια πρωτεύουσα του Ισραήλ»[35].