Η ιστορία γράφεται από τους νικητές, γι’ αυτό και η δική τους ιστοριογραφία κυριαρχεί, για όσο διάστημα κυριαρχούν και εκείνοι.
Λέγεται - και σωστά - ότι τα διδάγματα από τη μελέτη των ιστορικών γεγονότων χρησιμεύουν στο παρόν, ως πείρα και ως συνέχεια. Το παραπάνω θα μπορούσε, ίσως, και να αντιστραφεί ως εξής: Η πείρα του παρόντος είναι χρήσιμη, κατά μια γενική αλλά και συγκεκριμένη έννοια, προκειμένου να γίνει ένα από τα εργαλεία που βοηθούν στο να δει κανείς από τη σωστή σκοπιά, βασικά ιστορικά γεγονότα που απέχουν δεκαετίες από το παρόν.
Για παράδειγμα, αν στο απώτερο μέλλον συμβεί (ελπίζουμε και πιστεύουμε ότι δε θα συμβεί) να κυριαρχεί η αντιλαϊκή πολιτική, τότε και η κυρίαρχη ιστοριογραφία θα χαρακτηρίζει τη σημερινή πολιτική του ΚΚΕ (15ο και 16ο Συνέδριο), ως πολιτική δογματική, σεχταριστική, αναχρονιστική, όπως ακριβώς χαρακτηρίζεται και σήμερα από τους πολέμιούς της. Κι ας είναι η μοναδική πολιτική που ανταποκρίνεται στα συμφέροντα της εργατικής τάξης, των μεσαίων στρωμάτων της πόλης και του χωριού, της νεολαίας.
Προστρέχουμε σε τούτο το υποθετικό παράδειγμα, για να γίνει πιο απτή η διαπίστωση, ότι υπάρχουν γεγονότα που, ενώ είναι εξ αντικειμένου αναμφισβήτητα, ωστόσο έχουν τοποθετηθεί με το κεφάλι κάτω.
Ομοφωνία, βεβαίως, στην ανάλυση των ιστορικών ζητημάτων δεν μπορεί να υπάρξει. Εύλογο, αφού, ας το επαναλάβουμε, η ιδεολογικοπολιτική μεθοδολογία και η ιστορική ανάλυση που τη συνδέει, έχουν ταξική αφετηρία.
Πολύ περισσότερο ισχύει αυτό για την περίοδο 1941-1945 (από τη δημιουργία του ΕΑΜ μέχρι τη Βάρκιζα), όπου ξετυλίχτηκαν μεγάλα γεγονότα, σύνθετα, πολύπλοκα και πρωτόγνωρα από πολλές απόψεις. Γεγονότα που ολοκληρώθηκαν, ως περίοδος, στην τετραετία που τα ακολούθησε, και που κατέληξε με την ήττα του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας - Αύγουστος 1949.
Τα χρόνια 1941 και μέχρι την απελευθέρωση της Ελλάδας από το φασισμό έχουν, πέρα από άλλες, και τούτη τη διαφορά από την περίοδο που ακολούθησε (εμφύλιος): Στη μεν πρώτη ακόμη και οι απόντες (εννοούμε κόμματα και πολιτικούς παράγοντες) διεκδικούν μερίδιο δόξας, δίχως να το αξίζουν, ενώ τη δεύτερη την καταδικάζουν τόσο εκείνοι, όσο και άλλοι που έδρασαν εκτός ή και κατά του ΕΑΜ, ή και εντός του ΕΑΜ.
Τα χρόνια που πέρασαν από την περίοδο 1941-1945 βρίσκουν όλες τις γενιές κατά πολύ απομακρυσμένες από την ώρα που διαδραματίζονταν εκείνα τα γεγονότα, κατά πολύ απομακρυσμένες από τον κουρνιαχτό που σήκωσε η διαστρέβλωση, η λαθολογία και η υστερία του νικητή. Συσσωρεύτηκε στο μεταξύ και αρκετή εμπειρία. Ο ιδεολογικοπολιτικός πόλεμος για τα τότε χρόνια - που συνεχίζεται, όπως είναι φυσικό - ακόνισε καλά τα όπλα των αντιμαχόμενων. Εχει κάνει πολύ καθαρές τις βασικές γραμμές που συγκρούονται. Ολα αυτά επιτρέπουν την εξαγωγή μιας σειράς συμπερασμάτων.
1. Νους και ψυχή της ΕΑΜικής Εθνικής Αντίστασης, καθώς και κύριος αιμοδότης της, υπήρξε το ΚΚΕ. Δίχως το ΚΚΕ - αν μπορούσε να γίνει αυτή η αφαίρεση - δε θα υπήρχε ούτε το ΕΑΜ, ούτε ο ΕΛΑΣ και η ΕΠΟΝ.
Χρειάζεται η συνεχής επανάληψη και υπενθύμιση αυτού του γεγονότος, για τους παρακάτω λόγους: Πρώτος, για να αποδίδεται η ιστορική δικαιοσύνη και για να γνωρίζουν την αλήθεια οι νεότερες γενιές της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων. Δεύτερος, που είναι και ο σπουδαιότερος, για να καταδείχνεται τόσο η αναγκαιότητα της ύπαρξης του ΚΚΕ και στις μέρες μας, όσο και η σημασία που έχει η ολόπλευρη ενδυνάμωσή του για τη δημιουργία του Αντιμονοπωλιακού Αντιιμπεριαλιστικού Δημοκρατικού Μετώπου πάλης, για τη λαϊκή εξουσία. Το δίδαγμα είναι εξαιρετικά επίκαιρο, γιατί πολλά από τα βασικά χαρακτηριστικά εκείνης της εποχής συνεχίζουν να υπάρχουν και μάλιστα σε πολύ οξυμένη μορφή. Δεν είναι παρωχημένα... Τρίτος, λόγος για να αναδείχνεται το συλλογικό, που πάντοτε υπερτερεί ασύγκριτα της ατομικής συνεισφοράς, όσο μεγάλη και αν είναι αυτή η τελευταία.
Το ΚΚΕ πρωτοστάτησε στη δημιουργία του ΕΑΜ. Το ΚΚΕ δημιούργησε τον ΕΛΑΣ. Ο καθένας από τους ηγέτες του ΕΛΑΣ και του ΕΑΜ έπαιξε ασφαλώς το μικρότερο ή μεγαλύτερο ρόλο του, είχε τη σημαντική συμβολή του. Αλλά η πρώτη τιμή, ο πρώτος ρόλος, ανήκει στο ΚΚΕ.
Η ανάδειξη του συλλογικού, όχι μόνο δε μειώνει το ατομικό, αλλά και το τοποθετεί στις σωστές διαστάσεις του. Οπως έχει δείξει η ζωή, η τέτια προσέγγιση προσώπων και καταστάσεων προφυλάσσει από εκτιμήσεις «του ύψους ή του βάθους» (βλέπε εκτιμήσεις για το Ζαχαριάδη), από εξιλαστήρια θύματα και αποπροσανατολισμούς. Προσδίδει στην ιστορική προσωπικότητα (Αρης - Σαράφης, κ.ά.) το πραγματικό ύψος της, δίχως να τη μυθοποιεί. Ετσι, το συλλογικό πλαίσιο προστατεύει από εξιδανικεύσεις που συναντάμε να γίνονται ακόμη και από αντιπάλους του ΚΚΕ, που σκόπιμα εξιδανικεύουν πρόσωπα και τα αντιπαραθέτουν στο Κόμμα, για να το χτυπήσουν.
Ο ηρωικός θάνατος ενός ηγετικού στελέχους (και γενικά η προσφορά του), όσο κι αν πρέπει να εξαίρεται και να παραδειγματίζει, δεν είναι πολιτικά - αλλά και ηθικά - σωστό, να σβήσει τα όποια λάθη του στελέχους όταν αποτιμάται η πορεία και η προσφορά του. Κι εξάλλου, υπάρχουν χιλιάδες νεκροί του αγώνα, ακόμη και παιδιά, που έδωσαν τη ζωή τους για τα ιδανικά του ΚΚΕ. Και που δεν έκαναν τίποτα λιγότερο - από την άποψη της αυτοθυσίας - από ό,τι οι γνωστοί ήρωες και ηρωίδες του ΚΚΕ.
2. Οι ΕΑΜικές οργανώσεις περιέκλειναν και εξέφραζαν την κοινωνικοπολιτική συμμαχία της εργατικής τάξης, της αγροτιάς - κυρίως της φτωχής - των μεσαίων στρωμάτων της πόλης, της νεολαίας.
Δεν είναι καθόλου τυχαίο - το αντίθετο - ότι πριν από τη δημιουργία του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ, συγκροτήθηκε το Εργατικό ΕΑΜ (ΕΕΑΜ). Αυτή η ευαισθησία και η ετοιμότητα της εργατικής τάξης να πρωτοστατήσει, οφείλεται στο γεγονός ότι ήταν (και είναι) η πιο εκμεταλλευόμενη τάξη της κοινωνίας. Η οργάνωση των πρωτοποριακών τμημάτων της στο Εργατικό ΕΑΜ δεν εξέφραζε μόνο την απεριόριστη ανιδιοτέλεια της τάξης, αλλά και τη συγκεντρωμένη εμπειρία της από τους αγώνες (συχνά αιματηρούς) των προηγούμενων χρόνων, κατά των εργοδοτών και των πολιτικών που υπηρετούσαν την αστική τάξη. Ας μην ξεχνάμε, ότι ο Μάης του ’36 απείχε μόλις πέντε χρόνια από την ίδρυση του ΕΕΑΜ. Ας μην ξεχνάμε τους χιλιάδες εργάτες που πέρασαν από τα κολαστήρια των Μεταξά - Μανιαδάκη ή, τους δεκάδες νεκρούς και εκατοντάδες τραυματισμένους, εξόριστους, τους χιλιάδες διωκόμενους εργάτες από τις κυβερνήσεις των Βενιζέλου, Πάγκαλου, Γούναρη και άλλων. Η δημιουργία του ΕΕΑΜ επιβεβαιώνει για μια ακόμη φορά, ότι η αφετηρία και η ρίζα της πολιτικής των συμμαχιών πρέπει να είναι το κοινωνικό στοιχείο που, βεβαίως, είναι και πολιτικό.
Ορισμένοι συγγραφείς, στην προσπάθειά τους να διαχωρίσουν τον ΕΛΑΣ από το ΚΚΕ και να αποδώσουν την ανάπτυξη του ΕΛΑΣ στην αυτόνομη, όπως λένε, πορεία που είχε από το ΕΑΜ και το ΚΚΕ, κατηγορούν την τότε ηγεσία του ΚΚΕ, ότι: Στα πλαίσια «της επαναστατικής ορθοδοξίας» υπερέβαλε και έριχνε το κύριο βάρος στην ανάπτυξη του κινήματος των πόλεων όπου βρισκόταν η εργατική τάξη, ενώ υποτιμούσε τη σημασία του βουνού. «Η αταβιστική (σημείωση: η μίμηση αρνητικών χαρακτηριστικών των προγόνων) καχυποψία του σταλινισμού απέναντι στην αγροτιά», γράφει ο Dominique Eudes[8].
Η τότε ηγεσία του ΚΚΕ, βεβαίως, δεν έβλεπε με καχυποψία την αγροτιά. Αντίθετα, πίστευε στις δυνάμεις της, πολύ περισσότερο που τότε η αγροτιά ήταν πολυπληθέστατη. Κατανοούσε, ωστόσο, ότι η εργατική τάξη είχε (έχει) μεγαλύτερη σταθερότητα, πειθαρχία και ομοιογένεια. Ηταν (είναι) τάξη ικανή να ηγηθεί στις επαναστατικές εξελίξεις, γιατί συνεχώς αυξάνεται, συνεχώς συγκεντρώνεται, είναι η πιο εκμεταλλευόμενη, δεν έχει ιδιόκτητα μέσα παραγωγής, στοιχεία που δε συγκεντρώνει η αγροτιά. Και βεβαίως βρισκόταν στα μεγάλα κέντρα κυρίως. Εκανε, λοιπόν, σωστά η ΚΕ που θεωρούσε ότι το ΕΑΜικό κίνημα έπρεπε να στηριχτεί, πρώτα απ’ όλα, στην εργατική τάξη. Αλλά υπήρχε και ένα ακόμη θέμα: Μπορούσε να κερδηθεί ο αγώνας, αν προπύργιά του δεν ήσαν τα βασικά κέντρα (Αθήνα, Πειραιάς, Θεσσαλονίκη κ.ά.); Και επιπλέον: Μπορούσε να στηριχτεί και να αναπτυχθεί το ένοπλο κίνημα του (ΕΛΑΣ) δίχως ένα πανίσχυρο πολιτικό μαζικό κίνημα, δίχως το παράνομο δίκτυο των πόλεων, το δίκτυο του ΕΑΜ; Κατ’ αρχάς, ο ΕΛΑΣ δεν υπήρχε μόνο στα βουνά, υπήρχε και στην Αθήνα-Πειραιά, όπου ήταν μάλιστα και πολυπληθής. Και που η σύνθεσή του ήταν κυρίως εργατική. Η ηγεσία του ΚΚΕ δεν έπεσε στο λάθος να αντιπαραθέσει το πολιτικό στο στρατιωτικό. Επιχείρησε να τα συζεύξει. Και το έκανε με αρκετή επιτυχία.
Εξίσου σωστά αντιλαμβανόταν επίσης, ότι η εργατική τάξη δίχως την αγροτιά θα διεξήγαγε αγώνα μάταιο. Η πόλη στήριζε το βουνό και το βουνό την πόλη. Και οι δύο μαζί τον αγώνα. Και βεβαίως, η καθοδήγηση γινόταν από το Κόμμα της εργατικής τάξης.
Η σημασία των κέντρων (πόλεων) μπορεί να κατανοηθεί πιο καθαρά στα χρόνια 1947-1949. Η τροπή των εμφύλιου πολέμου θα ήταν διαφορετική, αν ο ΔΣΕ είχε στον έλεγχό του τέτιες πόλεις. Και για να εξασφαλίζει εφεδρείες και για πολλούς άλλους λόγους.
3. Από την ώρα της απελευθέρωσης της Ελλάδας από τους Γερμανούς (12 Οκτώβρη 1944) και μετά, ο αγώνας των ΕΑΜ-ΕΛΑΣ-ΕΠΟΝ έπαψε να έχει και εθνικοαπελευθερωτικό, με την έννοια της κατάχτησης, περιεχόμενο. Το εθνικοαπελευθερωτικό στοιχείο του αγώνα, όπως έχει ήδη αναφερθεί, συνυπήρχε την περίοδο της Κατοχής με το ταξικό. Ομως, τούτο το τελευταίο, δεν εξαφανίστηκε ως δια μαγείας, επειδή η χώρα κατακτήθηκε από τους Γερμανούς-Ιταλούς-Βουλγάρους επιδρομείς. Και όσο κι αν επιχειρήθηκε να απωθηθεί στην άκρη, για ν’ ανοίξει διάπλατα δρόμο στην «εθνική ενότητα», αυτό, πεισματάρικο, επανερχόταν συνεχώς. Ενώ μετά την απελευθέρωση «πρόβαλε» αποκλειστικά ο ταξικός χαρακτήρας της πάλης. Και το θέμα που τέθηκε, ήταν, ποια πλευρά στα προηγούμενα χρόνια είχε προετοιμαστεί ολόπλευρα και κατάλληλα, για να δώσει τη μάχη για την εξουσία με αξιώσεις νίκης, αφού οι ταξικές αντιθέσεις διαπερνούσαν σαν κόκκινη κλωστή ολόκληρη την περίοδο της Κατοχής.
Από αυτή την άποψη πρέπει να θεωρηθεί σωστή η διαπίστωση του Ντέιβιντ Κλόουζ, ανεξάρτητα από τους χρονικούς διαχωρισμούς που κάνει, και που είναι σχηματικοί. Γράφει: «Οι ρίζες του εμφυλίου πολέμου βρίσκονται στην Κατοχή της Ελλάδας από τη Γερμανία και τους συμμάχους της, την Ιταλία και τη Βουλγαρία. Μια κατοχή που άρχισε τον Απρίλιο - Ιούνιο του 1941 και τερματίστηκε το Σεπτέμβριο -Νοέμβριο του 1944. Κατά τη διάρκειά της, προκλήθηκαν δύο είδη εμφύλιας διαμάχης. Η μία άρχισε το 1941, ανάμεσα στους συνεργάτες των Γερμανών και τους αντιστασιακούς. Η άλλη άρχισε το 1942 κι ήταν ανάμεσα στους ίδιους τους «αντιστασιακούς»[9].
Το κυριότερο, λοιπόν, είναι, ότι τότε το Κόμμα μας δεν έλυσε σωστά το ζήτημα της εξουσίας. Αυτό αποτελεί την πηγή και των βασικών λαθών που διαπράχθηκαν λίγο πριν και μετά την απελευθέρωση. Για παράδειγμα, το «Συμβόλαιο του Λιβάνου», δηλαδή η ενότητα με τα αστικά κόμματα, προκειμένου να ισχυροποιηθεί το «εθνικό μέτωπο», δε σήμαινε μόνο τέλεια παραγνώριση του τότε συσχετισμού δυνάμεων, αλλά και (πρωταρχικά) παραγνώριση του ταξικού χαρακτήρα της πάλης.
Αυτό, σε καμμιά περίπτωση δε σημαίνει, ότι η εξουσία θα είχε οπωσδήποτε κατακτηθεί. Σημαίνει, απλώς, ότι μόνο τότε υπήρχαν πολλές πιθανότητες να κατακτηθεί. Οπως σημειώνεται και στο ΔΟΚΙΜΙΟ ΙΣΤΟΡΙΑΣ: ... η ηγεσία του ΚΚΕ «... ακολούθησε λαθεμένη στρατηγική σχετικά με το πρόβλημα της εξουσίας και δεν εκτίμησε σωστά το ρόλο του αγγλικού ιμπεριαλισμού και της ντόπιας αντίδρασης»[10].
4. Το ΚΚΕ υπογραμμίζει και σήμερα ότι είναι αδύνατο να ανταποκριθεί στα καθήκοντά του δίχως τη συνεχή κατάκτηση της θεωρητικής γνώσης, την αφομοίωση της μαρξιστικής-λενινιστικής μεθόδου ανάλυσης των εξελίξεων, δίχως την αφομοίωση της διδασκαλίας για το Κόμμα.
Η παραπάνω υπόμνηση μας παραπέμπει εξ αντικειμένου και στα χρόνια της περιόδου 1941-1945, όπου, αν παρατηρήσει κανείς την τότε κατάσταση, θα διαπιστώσει την ύπαρξη τέτιων προβλημάτων.
Πρόκειται για θέμα θεμελιακής σημασίας, που αποτελεί και δίδαγμα, αλλά και που σε καμμιά περίπτωση η επισήμανσή του δεν πρέπει να οδηγήσει σε αφ’ υψηλού και εκ των υστέρων - άρα εκ του ασφαλούς - θεώρηση των πραγμάτων. Πολύ περισσότερο δεν μπορεί, εξ αιτίας αυτού του γεγονότος, να αμφισβητηθεί η μεγάλη προσφορά του ΚΚΕ και της ΕΑΜικής Αντίστασης, η ηρωική και μεγαλειώδης προσπάθεια εκατομμυρίων απλών ανθρώπων, των λαϊκών μαζών. Και το θέμα, βεβαίως, δε βρίσκεται στο να ριχτεί στο πυρ το εξώτερον η τότε ηγεσία του ΚΚΕ, επειδή δεν αντιμετώπισε επαρκώς αυτά τα προβλήματα.
Η καθυστέρηση στη θεωρητική ανάπτυξη εξηγείται φυσικά και με αντικειμενικούς λόγους. Η παράνομη και ημιπαράνομη ζωή του ΚΚΕ (με διαλείμματα νομιμότητας) στα χρόνια 1918-1941, και το σχετικά νεαρό της ηλικίας του, εμπόδισαν αναμφίβολα την ανάπτυξη συστηματικής θεωρητικής δουλιάς, παρά το γεγονός ότι είχε κάποιες δυνατότητες να βγάλει πιο ουσιαστικά και σε βάθος συμπεράσματα από τη δική του πείρα αντιμετώπισης των κρίσεων που είχε στο μεταξύ περάσει (πάλη κατά του αρχειομαρξισμού, του λικβινταρισμού, των σοσιαλδημοκρατών που υπήρχαν στις γραμμές του από το 1918, κ.ά). Ωστόσο, οι αντικειμενικές συνθήκες δεν αναιρούν την υποκειμενική ευθύνη. Οταν μάλιστα υπάρχει το παράδειγμα του Μπολσεβίκικου Κόμματος, που μέσα στη φωτιά της πάλης φρόντιζε να συνδέει την ιδεολογική και οργανωτική δράση με συνέπεια και συστοιχία. Βεβαίως, στην τότε Ρωσία υπήρχαν πλούσιες επαναστατικές παραδόσεις, πολλά χρόνια πριν ξεσπάσει η Οχτωβριανή Επανάσταση, κάτι που δεν υπήρξε στην Ελλάδα του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα. Παράλληλα, αφομοιώθηκε από το ρωσικό επαναστατικό κίνημα η αντίστοιχη πείρα των επαναστατικών κινημάτων της Δυτικής Ευρώπης. Το γιατί δεν έγινε δυνατό σε μεγάλο βαθμό να αφομοιωθεί δημιουργικά η συγκεκριμένη εμπειρία, είναι ένα θέμα που ίσως να μην αφορά μόνο και κυρίως στο ΚΚΕ εκείνων των χρόνων, αλλά να αφορά στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα. Και είναι θέμα προς μελέτη.
5. Η πείρα του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ είναι εξαιρετικά χρήσιμη και όταν αφορά στο ρόλο της βίας στην ταξική πάλη, ως συστατικό στοιχείο της. Ενθεν και ένθεν. Η επικαιρότητά του ως θέματος της ιδεολογικοπολιτικής διαπάλης, είναι σημαντικά αυξημένη σήμερα. Κι όταν μάλιστα αναφερόμαστε στα χρόνια 1941-1945, που ο λόγος γίνεται για την ένοπλη βία των δικαίων και των αδίκων.
Καθόλου δεν είναι τυχαία η προπαγανδιστική προσπάθεια των ιμπεριαλιστικών μηχανισμών να συσκοτίσουν τα πράγματα, μιλώντας γενικά για καταδίκη της τρομοκρατίας. Πέρα από το γεγονός, ότι με αυτόν τον τρόπο βγάζουν έξω από τον λογαριασμό τη δική τους κρατική τρομοκρατία, επιχειρούν και κάτι άλλο, εξίσου σημαντικό: Βάζουν στο ίδιο τσουβάλι (άρα είναι προς καταδίκη και δίωξη) την τρομοκρατία οργανώσεων που οι ίδιοι καθοδηγούν ή χρησιμοποιούν ή αξιοποιούν, με τη λαϊκή πάλη! Γιατί αυτή η τελευταία είναι ο στόχος τους. Και η αντιμετώπισή της συνδέεται και με την πολιτική δυσφήμισή της, αλλά και με την απόρριψή της από τους ίδιους τους λαούς...
Από αυτή την άποψη η πείρα των χρόνων 1941-1945 (καθώς και μετά, η πείρα του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας) είναι εξαιρετικά πολύτιμη. Μπροστά στη βία του αστικού κράτους και των οργανώσεων και μηχανισμών του, οι αγωνιζόμενοι λαοί δεν έχουν τίποτα άλλο να αντιπαρατάξουν από το μαζικό πολιτικό αγώνα, που περιλαμβάνει όλες τις μορφές πάλης - και την ένοπλη. Τι άλλο έχουν ν’ αντιπαρατάξουν σήμερα οι Παλαιστίνιοι ή οι Κουβανοί ή άλλοι; Αυτός ο αγώνας είναι όντως εχθρικός με την τρομοκρατία (την πάσης φύσεως) που ασκεί ο ιμπεριαλισμός ή με τις δήθεν επαναστατικές οργανώσεις που λειτουργούν ως προβοκάτορες κατά των λαϊκών κινημάτων. Και βεβαίως δεν είναι πολιτικά σύμφωνος με τους απεγνωσμένους, που ζώνονται με πυρομαχικά και χτυπούν στα τυφλά, προσδοκώντας ν’ αντιπαλέψουν έτσι τον ιμπεριαλισμό.
6. Την άνοιξη του 1943 αποφασίστηκε η αυτοδιάλυση της «Κομμουνιστικής Διεθνούς» (ΚΔ). Το γεγονός αυτό ήταν μεγάλης σημασίας, όχι θετικής.
Δεν είναι της στιγμής να εξεταστεί εδώ η ιστορία της αυτοδιάλυσης, ούτε οι λόγοι που αναφέρονται στο σκεπτικό για τη συγκεκριμένη απόφαση, που σε τελευταία ανάλυση, είναι λίγο-πολύ γνωστοί. Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί, ότι στην κατεύθυνση της αυτοδιάλυσης της ΚΔ πίεζαν και μια σειρά Κομμουνιστικά Κόμματα, κυρίως της Δυτικής Ευρώπης, όπως τα ΚΚ Γαλλίας και Ιταλίας.
Στη συνεδρίαση του Προεδρείου της Εκτελεστικής Επιτροπής (ΕΕ) της ΚΔ, όπου αποφασίστηκε η αυτοδιάλυσή της (13-15 Μάη 1943), ο Μωρίς Τορέζ είπε: «Η παλιά μορφή διεθνούς συνένωσης των εργατών ξεπεράστηκε. Τώρα στη Γαλλία, μετά την κατάχτησή της από τους χιτλερικούς, δημιουργήθηκε η βάση για ένα πλατύτατο «εθνικό μέτωπο»»[11]. Και συνεχίζουν οι συγγραφείς της μελέτης (Ζ. Ντυκλό, Μπ. Πονομαριόφ, Β. Ούλμπριχτ, Ντολόρες Ιμπαρούρι κ.ά): «Ο Τορέζ παρατήρησε, ότι η εκλογή της στιγμής για τη διάλυση της (ΚΔ) ήταν σωστή και είπε ότι το μέτρο αυτό θα συμβάλλει στη διεύρυνση του εθνικού αντιχιτλερικού μετώπου στη Γαλλία»[12].
Πάντως, το ΚΚΕ -καθώς και τα άλλα ΚΚ κυρίως της Ευρώπης- δεν ωφελήθηκε, ζημιώθηκε από την αυτοδιάλυση της ΚΔ. Οπως υπογράμμισε η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ (15-16 Ιούλη 1995), «χρειάζεται να μελετηθούν στην πορεία και να φωτιστούν οι αρνητικές συνέπειες, οι επιπτώσεις από τη διάλυση της Κομμουνιστικής Διεθνούς, ως ενιαίου κέντρου, με την ανταλλαγή απόψεων και με άλλα κομμουνιστικά κόμματα»[13].