60 ΧΡΟΝΙΑ ΕΑΜ - ΠΡΟΣΦΟΡΑ, ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ, ΕΠΙΚΑΙΡΑ ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ


του Μάκη Μαΐλη

Η κατάκτηση της Ελλάδας απ’ το γερμανοϊταλικό και το βουλγαρικό φασισμό, το 1941, όξυνε στο έπακρο τις αντιθέσεις της ελληνικής κοινωνίας, ενώ έβαλε σε μεγάλη δοκιμασία όλες τις τάξεις και τα κόμματα της χώρας.

Το ΚΚΕ, από την πρώτη στιγμή ανέλαβε σθεναρή δράση. Είχαν προηγηθεί τα τρία (3) ιστορικά γράμματα του τότε ΓΓ της ΚΕ του, Ν. Ζαχαριάδη, κατά την έναρξη και τη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου. Η τιτάνια προσπάθεια του ΚΚΕ γινόταν ακόμη πιο δύσκολη εξαιτίας του αρνητικού διεθνούς και εσωτερικού συσχετισμού δυνάμεων.

Οι επίμονες και πολύχρονες προσπάθειες της Σοβιετικής Ενωσης να δημιουργηθεί συμμαχία κατά των Γερμανίας - Ιταλίας - Ιαπωνίας, δεν απέφεραν αποτέλεσμα, αφού ο «δημοκρατικός» ιμπεριαλισμός επεδίωκε να στρέψει τη Γερμανία κατά της Σοβιετικής Ενωσης και σε συνέχεια να επωφεληθεί ο ίδιος. Ησαν χαρακτηριστικά τότε τα λόγια του Χάρυ Τρούμαν: «Αν δούμε ότι η Γερμανία κερδίζει τον πόλεμο, οφείλουμε να βοηθήσουμε τη Ρωσία. Κι αν τον κερδίζει η Ρωσία, οφείλουμε να βοηθήσουμε τη Γερμανία και με τον τρόπο αυτόν ας τους αφήσουμε να σκοτώσουν όσο μπορούν περισσότερους»[1].

Το ΚΚΕ είχε βγει από τη δικτατορία της 4ης Αυγούστου σκληρά χτυπημένο. Στη διάρκειά της σχεδόν όλα τα εκλεγμένα στελέχη του βρίσκονταν στις φυλακές και στις εξορίες, ενώ το υπουργείο Ασφάλειας είχε δημιουργήσει, με πράκτορές του στο ΚΚΕ, δικό του καθοδηγητικό όργανο την «Προσωρινή Διοίκηση» του ΚΚΕ, η οποία εξέδιδε και δικό της «Ριζοσπάστη»!

Ταυτόχρονα, υπήρχε και η «Παλιά Κεντρική Επιτροπή» αποτελούμενη από στελέχη του Κόμματος που με δική τους πρωτοβουλία είχαν συγκροτήσει καθοδηγητικό όργανο, που εξέδιδε το «Ριζοσπάστη». Από την άλλη μεριά το ΚΚΕ είχε στερηθεί και τις σημαντικές υπηρεσίες εκατοντάδων στελεχών του, τα οποία η κυβέρνηση παρέδωσε στους Γερμανούς, καθώς και του γενικού γραμματέα του, που επίσης τον παρέδωσαν στην Γκεστάπο και αυτή τον έστειλε στο στρατόπεδο Νταχάου!

Σοβαρό επίσης πρόβλημα που στερούσε τότε το ΚΚΕ από τη διεθνή πείρα και αλληλεγγύη, ήταν η μη σύνδεσή του με την «Κομμουνιστική Διεθνή» (ΚΔ), λόγω των εξαιρετικά δύσκολων συνθηκών που είχαν διαμορφωθεί. Η αποκοπή ενός διεθνιστικού κόμματος όπως το ΚΚΕ, που αποτελούσε οργανικό τμήμα της ΚΔ, το εμπόδιζε ταυτόχρονα να συντονίσει την πολιτική και τη δράση του με τα άλλα κομμουνιστικά κόμματα και κινήματα. Υπήρχαν βεβαίως οι αποφάσεις της ΚΔ. Ωστόσο, το κενό δεν έπαυε να είναι σημαντικό. Χρειάστηκε να περάσουν δύο περίπου χρόνια από την ίδρυση του ΕΑΜ, για να υπάρξει μια πρώτη επαφή στο Κάϊρο, τον Αύγουστο του 1943, με δημοσιογραφικούς κύκλους άλλων ΚΚ.

Χρειάστηκε, ακόμη, το Κόμμα μας, να καταβάλλει μεγάλες προσπάθειες για να ξεπεραστεί η χαφιεδοφοβία και η σύγχυση στις γραμμές του, που είχε δουλευτεί έντεχνα από την Κρατική Ασφάλεια στα χρόνια της τεταρταυγουστιανής δικτατορίας.

Εχει και τέτια φαινόμενα η ταξική πάλη, παράλληλα με τον ηρωισμό ενός Χρήστου Μαλτέζου και πολλών άλλων μαρτύρων του ΚΚΕ. Κι αν χρειάζεται να σημειώνονται είναι για να θυμούνται ορισμένοι καλοπροαίρετοι μελετητές με άστοχα γραπτά, αλλά και για να «θυμούνται» άλλοι κακοπροαίρετοι, που βάλλουν κατά του ΚΚΕ, και που όλοι τους παραγνωρίζουν τις συνθήκες μέσα στις οποίες έδρασε το ΚΚΕ. Συνθήκες που κάνουν ακόμη πιο λαμπρό τον ηρωισμό του.

Με κορμό τα εξόριστα στελέχη του, στα οποία συγκαταλέγονταν και εκλεγμένα μέλη του ΠΓ και της ΚΕ, που απέδρασαν από τους τόπους κράτησης και με λίγες δυνάμεις στην παρανομία, σκόρπιες και ασύνδετες μεταξύ τους, το ΚΚΕ προσπάθησε να ανασυγκροτηθεί, να οργανώσει το λαό και να διαμορφώσει την πολιτική του γραμμή στις νέες συνθήκες.

Με πρωτοβουλία του ιδρύθηκε το ΕΑΜ. Οι πολιτικές δυνάμεις, που μαζί με το ΚΚΕ συγκρότησαν το ΕΑΜ, ήσαν η Ενωση Λαϊκής Δημοκρατίας (ΕΛΔ), το Σοσιαλιστικό Κόμμα Ελλάδας (ΣΚΕ), το Αγροτικό Κόμμα Ελλάδας (ΑΚΕ). Επρόκειτο για μικροαστικά κόμματα, που έβλεπαν ότι με το πρόγραμμα του ΕΑΜ μπορούσαν να εκπληρώσουν και τους πολιτικούς στόχους τους. Οι ηγέτες τους, που συνυπέγραψαν το ιδρυτικό του ΕΑΜ, ήσαν ο Ηλίας Τσιριμώκος της ΕΛΔ, ο Χ. Χωμενίδης του ΣΚΕ και ο Βογιατζής του ΑΚΕ.

Στο ΕΑΜ επίσης - μεμονωμένα όμως και όχι ως παράταξη - προσχώρησαν και βενιζελικά στοιχεία, ακόμη και φιλοβασιλικοί παράγοντες όπως οι συνταγματάρχες Πετρουλάκης, τέως υπασπιστής του βασιλιά, Ρήγος, κ.ά. Προσχώρησε ακόμη και μεγάλο τμήμα του λαϊκού κλήρου, καθώς και επιφανείς ανώτεροι κληρικοί.

Υπήρξε κι ένα τμήμα του αστικού πολιτικού κόσμου (πολύ μικρό) που συνεργάστηκε με το ΕΑΜ, δίχως να προσχωρήσει σε αυτό. Κυριότερος πολιτικός εκφραστής αυτής της τάσης ήταν η ομάδα των «Αριστερών Φιλελεύθερων», με βασικούς εκπροσώπους της το βιομήχανο Αλκιβιάδη Λούλη, το στρατηγό Νεόκοσμο Γρηγοριάδη, τους Νίκο Ασκούτση, Σταμάτη Χατζήμπεη και άλλους. Στην τάση αυτή ανήκε και ο Μιχ. Κύρκος πρώην βουλευτής και υπουργός του «Λαϊκού Κόμματος» του Τσαλδάρη που, προς το τέλος της Εθνικής Αντίστασης, προσχώρησε στο ΕΑΜ. Στους παραπάνω πρέπει να καταταχθεί και ο καθηγητής Αλεξ. Σβώλος, ο οποίος μετά τη δημιουργία της ΠΕΕΑ (Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης- γνωστή και ως κυβέρνηση του βουνού), προσκλήθηκε και ανέλαβε την προεδρία της.

Σε αντίθεση με τη μεγάλη μάζα των ψηφοφόρων τους που συσπειρώθηκε στις γραμμές του ΕΑΜ, τα κόμματα της ελληνικής πλουτοκρατίας, τόσο αυτά της «Δεξιάς», όσο και του «Κεντρώου» χώρου, καθώς και εκείνα της «Ακρας Δεξιάς», κράτησαν εντελώς διαφορετική στάση, ενώ δεν ήταν καθόλου μικρή (το αντίθετο) η υπηρεσία που πρόσφερε στους καταχτητές μια μεγάλη μερίδα του αστικού Τύπου, τόσο εκείνη που υποστήριζε τα «Φιλελεύθερα» κόμματα, όσο και η «δεξιά»-«ακροδεξιά». Ολοι τους έδρασαν κατά του λαού.

Κατά του αγωνιζόμενου λαού στράφηκε και η επίσημη εκκλησία. Είναι χαρακτηριστική η στάση που κράτησε ο αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός. Απευθυνόμενος «προς τον ευσεβή Ελληνικόν Λαόν» έγραφε σε μήνυμά του: «Ουδέν έχομεν να ωφεληθώμεν εξ οιωνδήποτε αποπειρών και προκλήσεων εναντίον των Αρχών κατοχής. Δια τούτο πάντες οφείλομεν, αφιερωμένοι εις την παραγωγικήν εργασίαν, ν’ αναμείνωμεν την ώραν της ειρήνης, εγκαρτερούντες και πιστεύοντες εις τον δικαιοκρίτην Θεόν»[2]. Ο ίδιος, σε επιστολή του προς τον πληρεξούσιο του Ράϊχ στην Ελλάδα Γκ. Αλτενμπουργκ, έγραφε: «Είναι περιττόν και να λεχθή ότι εκ της τοιαύτης περιπλοκής μόνον ζημίαι, υλικαί και ηθικαί, δύνανται να προκύψουν δι’ αμφότερα τα μέρη, ωφελήματα δε μόνον δια τους έχοντας συμφέρον να οξύνουν και να διαιωνίζουν την αντίθεσιν μεταξύ Δυνάμεων Κατοχής και Ελληνικού Λαού»[3]!

ΟΙ ΚΑΤΟΧΙΚΕΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΙΣ

Ενα τμήμα του αστικού πολιτικού κόσμου επέλεξε το δρόμο της ανοιχτής συνεργασίας με τους κατακτητές. Ησαν οι γνωστοί «κουίσλινγκ», που σχημάτισαν τις κατοχικές κυβερνήσεις υπό τους Τσολάκογλου, Λογοθετόπουλο και Ι. Ράλλη. Με την ενίσχυση αυτών των κυβερνήσεων και των Γερμανών σχηματίστηκαν τα φασιστικά κόμματα «Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα Ελλάδας», «Εθνική Σοσιαλιστική Πατριωτική Οργάνωσις» (ΕΣΠΟ), η «Οργάνωσις Εθνικών Δυνάμεων Ελλάδος» (ΟΕΔΕ), κ.ά.

Πρέπει να σταθούμε στο ζήτημα του σχηματισμού των κατοχικών κυβερνήσεων, γιατί υπάρχει μια ουσιαστική πλευρά της όλης υπόθεσης που συνήθως παραγνωρίζεται.

Το αστικό κράτος συνέχιζε να υπάρχει και να λειτουργεί, βεβαίως μέσα στις συνθήκες μιας κατακτημένης χώρας. Ομως, συνέχιζε να υπάρχει, να λειτουργεί. Στα πλαίσια της ύπαρξης και λειτουργίας του σχηματίστηκαν οι κατοχικές κυβερνήσεις, που αναφέρθηκαν παραπάνω, έγινε προσπάθεια να ενισχυθούν οι μηχανισμοί καταστολής και καταπίεσης του λαού. Δημιουργήθηκαν τα «Τάγματα Ασφαλείας» και συναφείς κρατικές οργανώσεις, ενώ συνέχισαν να λειτουργούν η Ειδική Ασφάλεια, η Αστυνομία Πόλεων και η Χωροφυλακή (αν και η τελευταία στις περισσότερες περιοχές της Ελεύθερης Ελλάδας ξηλώθηκε σε μια πορεία και αντικαταστάθηκε από τον ένοπλο λαό). Είχε διατηρηθεί και το Υπουργείο Αμυνας, παρά το γεγονός ότι δεν υπήρχε ο προηγούμενος τακτικός στρατός.

Η παραπάνω εξέλιξη είχε αντικειμενική βάση. Η κατοχή δεν κατάργησε - ούτε ήθελε φυσικά να καταργήσει - το υπάρχον κοινωνικοοικονομικό σύστημα. Και ήταν επόμενο ένα μέρος του αστικού πολιτικού και επιστημονικού κόσμου, καθώς και διάφορα κατακάθια της κοινωνίας, αλλά και τεταρταυγουστιανοί, να αναλάβουν την επάνδρωση των τομέων του αστικού κράτους. Τα πράγματα, δηλαδή, έθεταν εξ αντικειμένου το ζήτημα, ένα τμήμα του αστικού πολιτικού κόσμου να διαχειριστεί και να υπερασπιστεί άμεσα - και κυρίως μακροπρόθεσμα - την εξουσία της τάξης του. Αυτή την ανάγκη την αναγνώριζε ολόκληρος ο αστικός πολιτικός κόσμος. Γι’ αυτό ακριβώς επικρότησε τη δημιουργία των κατοχικών κυβερνήσεων ως εθνική ανάγκη. Γι’ αυτό ακριβώς και ο αστικός Τύπος τις στήριξε. Πέρα, βεβαίως, και από το γεγονός ότι οι κατακτητές χρειάζονταν κυβερνήσεις-υποχείριά τους για να συμβάλλουν στο δικό τους (των κατακτητών) ρόλο καταστολής του λαού, ως τοποτηρητές των γερμανικών συμφερόντων.

Ο στόχος, επομένως, ήταν διπλός και αυτό το δίπτυχο αποτελούσε τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.

Πρέπει, λοιπόν, να αναγνωριστεί στους πολιτικούς παράγοντες - συνεργάτες των Γερμανών, ότι επέδειξαν ταξική συνέπεια. Γι’ αυτό ακριβώς οι συνεργάτες των γερμανικών στρατευμάτων κατοχής, όχι μόνο δεν τιμωρήθηκαν από τις μεταπολεμικές κυβερνήσεις, αλλά αξιοποιήθηκαν κατά των λαϊκών δυνάμεων και οι πολλοί στελέχωσαν τους κρατικούς μηχανισμούς και μετά την απελευθέρωση.

ΟΙ «ΑΠΟΝΤΕΣ»

Το μεγαλύτερο τμήμα του αστικού πολιτικού κόσμου της εποχής ανήκει στους «απόντες» του αγώνα. Για παράδειγμα, στον Γ. Παπανδρέου, στον οποίο έγινε πρόταση να ηγηθεί του ΕΑΜ, ανήκει το κατηγορηματικό «όχι» που έδωσε ως απάντηση. Εξ άλλου από τη Νίκαια της Γαλλίας, όπου είχε μετεγκατασταθεί, ο Ν. Πλαστήρας καλούσε με επιστολή του το λαό να συνεργαστεί με τους κατακτητές!

Ποια ήταν η επιδίωξή τους; Ηταν η ίδια της προπολεμικής - προδικτατορικής περιόδου: Οταν θα φύγουν κάποτε οι καταχτητές, να επανέλθουν τα πράγματα στην προ της 4ης Αυγούστου κατάσταση και ν’ αναλάβουν αυτοί τα ηνία της διακυβέρνησης. Μέχρι τότε «ας κάτσουμε όλοι στ’ αβγά μας», περιμένοντας την αίσια έκβαση του πολέμου, που θα τη φέρουν οι ισχυροί σύμμαχοι... Από αυτήν την άποψη, μόνο δυσφορία δημιουργούσε σε όσους ήταν αντιμοναρχικοί το θέμα του βασιλιά. Δυσφορούσαν από το γεγονός ότι οι Βρετανοί είχαν τη Μοναρχία ως ένα από τα βασικά τους στηρίγματα στην Ελλάδα, την ίδια στιγμή που και οι ίδιοι στήριζαν στους Βρετανούς τις ελπίδες τους...

Μόλις η Ελλάδα κατακτήθηκε, αλλά και στην πορεία, ένα μεγάλο τμήμα του παραπάνω πολιτικού κόσμου μετακόμισε στην Αίγυπτο, απ’ όπου γύρισε στην Ελλάδα μετά την απελευθέρωση... Θα επιστρέψουμε στα όσα αφορούν στη δράση τους στο εξωτερικό. Για την ώρα, ας μείνουμε στη στάση τους απέναντι στην ΕΑΜική Εθνική Αντίσταση.

Το πρώτο που πρέπει να σημειωθεί είναι ότι και οι φιλελεύθερες (και όχι μόνο οι «δεξιές») πολιτικές δυνάμεις πολέμησαν ανοιχτά το ΕΑΜ ή το υπονόμευσαν εντέχνως. Το ίδιο και οι Εγγλέζοι «σύμμαχοι» μέσω της «Ιντέλιτζενς Σέρβις» και των στρατιωτικών μηχανισμών τους στην Ελλάδα και στη Μ. Ανατολή. Οι Εγγλέζοι προσπάθησαν να αξιοποιήσουν σ’ ένα βαθμό τη δύναμη του ΕΛΑΣ στο συμμαχικό πόλεμο, και το έκαναν. Ταυτόχρονα, όμως, επιχειρούσαν την υπονόμευση και τη χειραγώγησή του, ώστε να τον εξουδετερώσουν μεταπελευθερωτικά. Ο Εντυ Μάγιερς είναι αποκαλυπτικός ως προς αυτό. Εγραψε: «Η ρίζα του αγγλοαμερικάνικου προβλήματος στην Ελλάδα μεταξύ 1941-1944 ήταν ότι παρά τις προσπάθειές μας να κάνουμε την Αντίσταση και την εξόριστη κυβέρνηση περισσότερο αντιπροσωπευτικές, ώστε να μειώσουμε τις δυσχέρειες της Ελλάδας όταν θα κέρδιζε την ελευθερία της, η άμεση στρατιωτική μας πολιτική υποστήριξης του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ (του μεγαλύτερου μέχρι τότε Κινήματος Αντίστασης) ήρθε σε άμεση αντίθεση με τα μακροπρόθεσμα πολιτικά μας σχέδια»[4].

Ο αστικός πολιτικός κόσμος είχε βαθύτατη συνείδηση ότι ο λαϊκός αγώνας κατά των καταχτητών είχε κατά βάθος ταξικό περιεχόμενο. Δεν ξεγελιόταν από το εθνικοαπελευθερωτικό στοιχείο του, που «υπερκάλυπτε» σε μεγάλο βαθμό το κοινωνικό. Κατανοούσε καλά, πως ο ερχομός στο προσκήνιο των λαϊκών μαζών, έστω με αφετηρία την εθνική απελευθέρωση, θα αφαιρούσε από τα αστικά κόμματα την πολιτική ηγεμονία. Και ότι στην πορεία της πάλης ήταν δυνατό να οξυνθούν και τα αντικαπιταλιστικά κριτήρια των λαϊκών μαζών. Γιατί την ίδια στιγμή, που 100άδες χιλιάδες άνθρωποι πέθαιναν από την πείνα και η δυστυχία ήταν ο καθημερινός σύντροφος των υπολοίπων, κάποιοι θησαύριζαν. Η εκμετάλλευση της εργατικής τάξης από το κεφάλαιο και η εξαθλίωση μεγάλου τμήματος της αγροτιάς δεν οφειλόταν μόνο στους καταχτητές. Μαζί με τους τελευταίους υπήρχε και η ντόπια αστική τάξη. Κατά συνέπεια κατανοούσαν, ότι σε κάποια στιγμή η λαϊκή αντίθεση μπορούσε να στραφεί εναντίον όλων. Γι’ αυτό και έκαναν ό,τι περνούσε απ’ το χέρι τους, για να μείνει ο λαός υποταγμένος. Η καλλιέργεια της ηττοπάθειας, του «ρεαλισμού» (!) και της κινδυνολογίας - μαζί με τον αντικομμουνισμό - οργίασαν!

Τη συνύπαρξη του εθνικοαπελευθερωτικού με το κοινωνικό στοιχείο του αγώνα την εξέφραζε πολύ χαρακτηριστικά ο συνταγματάρχης Ψαρρός, αν και αναφερόταν σ’ αυτήν αρνητικά, εξορκίζοντας το σύνθετο περιεχόμενο του αγώνα, λες και αυτό δεν υπήρχε εξ αντικειμένου, λες και το εθνικοαπελευθερωτικό στοιχείο δεν αναπτυσσόταν στη βάση του ταξικού, αλλά δήθεν το ... εξάλειφε!

ΑΛΛΗΛΟΣΧΕΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΠΛΟΚΗ

Η κατάταξη των αστικών πολιτικών δυνάμεων, που προηγήθηκε, θα ήταν σχηματική αν δεν έβλεπε κανείς την αλληλοσχέση που υπήρχε μεταξύ τους.

Πως εκφράστηκε ανάμεσα στις αστικές πολιτικές δυνάμεις η αλληλοσχέση και η μεταξύ τους κοινή βάση; Ας δούμε ορισμένα παραδείγματα.

Είναι ανακριβές, ότι ο αστικός πολιτικός κόσμος, που δεν μπήκε στις κυβερνήσεις των «κουίσλινγκ», ήταν αμέτοχος στη συγκρότησή τους και ότι αυτές δεν είχαν τη σύμφωνη γνώμη του. Το αντίθετο. Και να τι έγραφαν οι Αθηναϊκές εφημερίδες της 8ης Μάη 1941: «Ο Πρωθυπουργός κ. Τσολάκογλου εδέχθη χθες τους Πολιτικούς ηγέτας της χώρας, κ.κ. Πάγκαλον, Γονατάν, Οθωναίον, Μάξιμον, Κ. Τσαλδάρη, Γ. Παπανδρέου, Π. Κανελλόπουλον, Β. Δηλιγιάννην, Γ. Πεσματζόγλου, Γ. Μερκούρην, Βελέντζαν και Περ. Ράλλην. Μετά τας συνομιλίας εδόθη εις τον Τύπον η κάτωθι επίσημος ανακοίνωσις: «Ο κ. Πρωθυπουργός ήκουσε μετά προσοχής τας γνώμας των ανδρών τούτων, αφού εξέθεσε την κατάστασιν και τας ακολουθητέας κατευθύνσεις της Κυβερνήσεως. Πάντες ανεγνώρισαν ότι η Κυβέρνησις Εθνικής Ανάγκης, είναι επιβεβλημένον να υποστηριχθή εκ μέρους πάντων των Ελλήνων άνευ επιφυλάξεων και ειλικρινώς. Επίσης πάντες ανεγνώρισαν το σφάλμα του εκπεσόντος καθεστώτος να κηρύξη τον πόλεμον κατά της Γερμανίας και διεκήρυξαν το χάσμα, το οποίον χωρίζει την Ελλάδα από την Κυβέρνησιν των εν Κρήτη εγκατασταθέντων φυγάδων. Πολλοί εξ αυτών εξεδήλωσαν τον ζωηρόν αποτροπιασμόν των, διότι οι φυγάδες ούτοι δεν συνεταύτισαν τας τύχας των με τον Ελληνικόν Λαόν, τον οποίον, εκτός της συμφοράς του πολέμου, απεγύμνωσαν δια της αφαιρέσεως του Δημοσίου Χρήματος...»[5].

Δηλαδή, οι παραπάνω πολιτικοί, αφού στήριξαν δημόσια την κυβέρνηση των Γερμανών στην Ελλάδα, έκαναν δήθεν και τον τιμητή στους υπόλοιπους της αστικής τάξης, που έφυγαν από τη χώρα κατακλέβοντας και το δημόσιο ταμείο! Αλλο παράδειγμα της αλληλοσχέσης: Μετά το θάνατο του Μεταξά, την «αυτοκτονία» του πρωθυπουργού Κορυζή και την εμφάνιση του Κοτζιά - πρωτοπαλίκαρου της 4ης Αυγούστου και δημάρχου Αθήνας - ως πρωθυπουργού για λίγες ώρες, ο βασιλιάς Γεώργιος ο Β΄ κάλεσε τον Εμμ. Τσουδερό την 21 Απριλίου 1941 και τον διόρισε πρωθυπουργό. Γιατί διόρισε τον Τσουδερό, που ήταν βενιζελικός, και όχι κάποιον άλλον; Για τον απλούστατο λόγο ότι ήταν έτοιμος να φύγει για την Κρήτη και σε συνέχεια για το Κάϊρο και χρειαζόταν να έχει η κυβέρνησή του μια «δημοκρατική» βιτρίνα, μια βενιζελική πρόσοψη!

Ο Τσουδερός, λοιπόν, επεδίωξε η σύνθεση της κυβέρνησης να είναι αντιπροσωπευτική των κομμάτων. Αλλά μπήκαν στη μέση οι Εγγλέζοι, που ήθελαν να προφυλάξουν τους δημοκρατικούς πολιτικούς (Γ. Παπανδρέου κ.ά.) και έπεισαν τον Τσουδερό να σχηματίσει αμιγή φασιστική κυβέρνηση. Στη σύνθεσή της περιλήφθηκαν τα πιο εκτεθειμένα, τα πιο αντιδραστικά στοιχεία: Ο ναύαρχος Σακελλαρίου, ο Μανιαδάκης - υφυπουργός Ασφαλείας επί Μεταξά - ο Κοτζιάς, ο Νικολούδης, ο Δημητράτος!

Φεύγοντας η κυβέρνηση Τσουδερού άφησε πίσω της κυβερνητικό κλιμάκιο με επικεφαλής τον αρχιδήμιο Κ. Μανιαδάκη, «που έπρεπε να φροντίσει να μην απολυθούν οι φυλακισμένοι και οι εξόριστοι και να εμποδιστεί η αναχώρηση, στην Κρήτη ή αλλού, των ανεπιθύμητων στο καθεστώς. Ετσι, πολλοί φυλακισμένοι και εξόριστοι παραδόθηκαν στον κατακτητή και Κρητικοί που ήθελαν να πάνε στο νησί τους και να πολεμήσουν, εμποδίστηκαν από το φρουρό του καθεστώτος, τον Μανιαδάκη»[6]!

Ως προς την παραπάνω διαπλοκή μπορούμε να δούμε και τις περιπτώσεις των Δαμασκηνού και Αγγελου Εβερτ. Ο πρώτος ήταν (έγινε) αρχιεπίσκοπος στην Κατοχή, ενώ μετά την Κατοχή έγινε αντιβασιλιάς και έπαιξε ηγετικό ρόλο στην καταστολή του ΕΑΜικού κινήματος ως στενός συνεργάτης και άνθρωπος του Βρετανού πρωθυπουργού Ουΐνστον Τσώρτσιλ στη διάρκεια του Δεκέμβρη του 1944 και μετά. Τον ίδιο ρόλο έπαιξε και ο Εβερτ ως αρχηγός της Αστυνομίας Πόλεων. Και τους δυό τους προτίμησαν οι Γερμανοί, αλλά στηρίζονταν σε αυτούς και οι Εγγλέζοι. Τους ήθελε, όμως, και ο Γ. Παπανδρέου και ο Πλαστήρας και γενικά η πλειοψηφία του αστικού πολιτικού κόσμου...

Αλλο παράδειγμα: Ανάμεσα στις αντιστασιακές στρατιωτικές οργανώσεις, που δημιουργήθηκαν ως αντίβαρο στο ΕΑΜ και στον ΕΛΑΣ, η πιο σημαντική ήταν ο ΕΔΕΣ. Τι έχει, ωστόσο, αποδειχτεί; Πρώτο, ότι ο ΕΔΕΣ δημιουργήθηκε και δρούσε με την έμπνευση, τα σχέδια και τις λίρες της Μ. Βρετανίας. Δεύτερο, ότι κύριος στόχος του δεν ήταν οι Γερμανοί, όπως ισχυριζόταν η ηγεσία του, αλλά ο ΕΛΑΣ και το ΚΚΕ. Τρίτο, ότι στην ηγεσία του συνυπήρχαν και συνεργάτες των Γερμανών, ενώ ο ίδιος ο Ζέρβας ήταν άνθρωπος των Εγγλέζων. Ταυτόχρονα, ο υπαρχηγός του ΕΔΕΣ Κ. Πυρομάγλου συγκαταλεγόταν σε εκείνες τις προσωπικότητες που είχαν περισσότερες σχέσεις με «φιλελεύθερους» πολιτικούς. Ο ΕΔΕΣ στηριζόταν στην εγγλέζικη δύναμη, προκειμένου, μέσω αυτής της ενίσχυσης, να συμβάλλει στη δημιουργία μετακατοχικών εξελίξεων διατήρησης της κυριαρχίας της άρχουσας τάξης. Αυτό εξάλλου έκανε και το κάθε κόμμα της οικονομικής ολιγαρχίας.

Τον παραπάνω στόχο τον εξυπηρετούσαν και δυνάμεις συνεργαζόμενες με το ΕΑΜ, αλλά και δυνάμεις που ήσαν εντός του ΕΑΜ. Και βέβαια, οι επιδιώξεις τους ήταν φυσικό επακόλουθο του χαρακτήρα τους ως αστικών δυνάμεων και του προγράμματός τους.

Ηταν πρώτα απ’ όλα θέμα της συνειδητής πρωτοπορίας του Μετώπου που δημιουργήθηκε, να βάλει στόχο τη λαϊκή εξουσία. Αυτό, δυστυχώς, δεν έγινε κατορθωτό.

Βλέπουμε, λοιπόν, ότι καθόλου δεν υπήρχαν σινικά τείχη ανάμεσα στα κόμματα της αστικής τάξης, παρά τις μεταξύ τους αντιθέσεις. Αντίθετα, όσο κι αν αυτές οξύνονταν, τα κοινά υπόβαθρα παρέμεναν.

Συνοψίζοντας, μπορούμε να πούμε ότι η στάση των βασικών αστικών πολιτικών δυνάμεων έπαιρνε υπόψη της τις εξής παραμέτρους:

α) Τη στήριξη του κρατικού μηχανισμού και ταυτόχρονα τη συσπείρωση σωμάτων κρούσης που θα χτυπούσαν το ΕΑΜικό κίνημα και το ΚΚΕ.

β) Οτι η στρατιωτική δύναμη της Μεγάλης Βρετανίας ήταν μέσον εκ των ων ουκ άνευ για τη διατήρηση της κυριαρχίας της τάξης. Και την αξιοποίησαν στο έπακρο.

γ) Την ταχύτατη ανάπτυξη του ΕΑΜ και του ΚΚΕ, κατά συνέπεια την ανάγκη τους να παρεμβάλλουν εμπόδια και κυρίως να υπονομεύουν πολιτικά και οργανωτικά την ΕΑΜική πάλη. Η παρουσία της εγγλέζικης αποστολής στα ελληνικά βουνά (Εντυ Μάγιερς, Κρις Γουντχάουζ, κ.ά) διεκπεραίωνε και αυτόν το ρόλο, σε συνεργασία με πολιτικούς παράγοντες που θεωρούντο... προοδευτικοί! Και τον διεκπεραίωνε στα πλαίσια της ταυτόχρονης αντιχιτλερικής πάλης που διεξήγαγε γενικότερα η Μ. Βρετανία.

ΣΤΗΝ ΑΙΓΥΠΤΟ

Ο αστικός πολιτικός κόσμος που μετακόμισε στο εξωτερικό, περνούσε τον καιρό του στην Αίγυπτο, μέσα σε ατέλειωτες αντιλαϊκές δράσεις που σκάρωνε με τους Εγγλέζους. Κύριο μέλημά τους είχαν να συγκροτήσουν, να συντηρήσουν και να ενισχύσουν τα τμήματα του αστικού κρατικού μηχανισμού, που είχαν κουβαλήσει μαζί τους, προετοιμάζοντας και προσβλέποντας στις μεταπολεμικές εξελίξεις. Και πρέπει να τους αναγνωριστεί συνέπεια και σταθερότητα.

Είναι χαρακτηριστικό το παρακάτω παράδειγμα, που δείχνει τη στοχοπροσήλωση των αστικών κομμάτων στην υπεράσπιση της αστικής εξουσίας: Ο Θεμιστοκλής Τσάτσος, υπουργός στην κυβέρνηση «Εθνικής Ενότητας», που σχηματίστηκε μετά το «Συμβόλαιο του Λιβάνου», μιλώντας στους υπαλλήλους του υπουργείου Δικαιοσύνης, στο Κάϊρο, έλεγε αποφασιστικά και τρομοκρατώντας: «Οπως και εις όλας τας άλλας υπηρεσίας, ούτω και εις την υπηρεσίαν του υπουργείου της Δικαιοσύνης, πρέπει να επικρατήση το αίσθημα, ότι απαρεγκλίτως άκαμπτος θα είναι η θέλησις προς εργασίαν και προς επιβολήν της τάξεως. Εκ της θελήσεως ταύτης θα προκύψει η έννοια του κράτους. Οσοι θέλουν να συμμορφωθούν προς την τοιαύτην έννοιαν του κράτους, θα έχουν στάδιον δράσεως. Οσοι θελήσουν να επιμείνουν εις τας κτηθείσας έξεις, θα παραμερισθούν και εάν επιμείνουν θα συντριβούν»[7].

Η ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΔΥΝΑΜΗ

Μέσα, λοιπόν, σε συνθήκες οξυμένων κοινωνικοπολιτικών αντιθέσεων, ένοπλου αντιστασιακού λαϊκού κινήματος και κατακερματισμένων και απομαζικοποιημένων αστικών κομμάτων, μέσα σε συνθήκες βαθιάς κρίσης τους, ήταν αδήριτη ανάγκη για την εγχώρια αστική τάξη να υπάρξει δύναμη ισχυρή και αποφασισμένη να σκορπίσει το θάνατο. Την τελευταία ιδιότητα η ντόπια αστική τάξη τη διέθετε εξ ολοκλήρου. Εκείνη που της έλειπε, στον απαιτούμενο βαθμό, ήταν η στρατιωτική δύναμη. Η παρέμβαση του εγγλέζικου παράγοντα της έλυνε και αυτό το πρόβλημα.

Η παρέμβαση ήταν ακριβώς εκείνη που της χρειαζόταν: Αποφασιστική. Ηταν παρέμβαση με πυγμή που δεν είχε το χρόνο να «παίζει» με τις αντιθέσεις κομμάτων-παλατιού ή κομμάτων μεταξύ τους. Ηταν παρέμβαση πρακτική.

Στο Λίβανο, απέναντι στην αντιπροσωπεία του ΕΑΜ και του ΚΚΕ κάθονταν οι εκπρόσωποι των αστικών κομμάτων. Ομως, στο παρασκήνιο, πίσω από τις αστικές ηγεσίες βρίσκονταν οι Εγγλέζοι. Ενώ στην Καζέρτα ήσαν οι ίδιοι στο προσκήνιο.

Η σύμπραξη των Εγγλέζων και των αστών πολιτικών έγινε πιο απροκάλυπτα φανερή εκείνα τα χρόνια. Το ίδιο και στη διάρκεια του Δεκέμβρη του 1944 και στη Βάρκιζα, καθώς και μέχρι τις αρχές του 1947, όταν τους Βρετανούς αντικατέστησαν στην Ελλάδα οι Αμερικανοί. Φάνηκε και μετά.

Βλέπουμε, λοιπόν, ότι η όποια στάση κράτησαν τα κόμματα της οικονομικής ολιγαρχίας (βασιλικά - φασιστικά, «φιλελεύθερα», κοινοβουλευτικά της «Δεξιάς», σοσιαλδημοκρατικά), δεν μπορούσε παρά να οδηγήσει σ’ ένα και μόνο αποτέλεσμα: Στην απομαζικόποίησή τους (όσων βέβαια είχαν μαζική λαϊκή βάση), στη βαθιά κρίση τους και στη συσπείρωση της μεγάλης πλειοψηφίας του λαού μας στις γραμμές του ΕΑΜ. Γιατί ο λαός διαπίστωσε με την πείρα του, ότι, φθάνοντας οι Γερμανοί στην Ελλάδα, δεν είχε ν’ ακουμπήσει παρά μόνο σε ένα κόμμα: Στο ΚΚΕ. Μόνο το ΚΚΕ, καταματωμένο από τα βασανιστήρια πέντε χρόνων, βρισκόταν δίπλα στις λαϊκές μάζες.

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΠΕΙΡΑ

Η ιστορία γράφεται από τους νικητές, γι’ αυτό και η δική τους ιστοριογραφία κυριαρχεί, για όσο διάστημα κυριαρχούν και εκείνοι.

Λέγεται - και σωστά - ότι τα διδάγματα από τη μελέτη των ιστορικών γεγονότων χρησιμεύουν στο παρόν, ως πείρα και ως συνέχεια. Το παραπάνω θα μπορούσε, ίσως, και να αντιστραφεί ως εξής: Η πείρα του παρόντος είναι χρήσιμη, κατά μια γενική αλλά και συγκεκριμένη έννοια, προκειμένου να γίνει ένα από τα εργαλεία που βοηθούν στο να δει κανείς από τη σωστή σκοπιά, βασικά ιστορικά γεγονότα που απέχουν δεκαετίες από το παρόν.

Για παράδειγμα, αν στο απώτερο μέλλον συμβεί (ελπίζουμε και πιστεύουμε ότι δε θα συμβεί) να κυριαρχεί η αντιλαϊκή πολιτική, τότε και η κυρίαρχη ιστοριογραφία θα χαρακτηρίζει τη σημερινή πολιτική του ΚΚΕ (15ο και 16ο Συνέδριο), ως πολιτική δογματική, σεχταριστική, αναχρονιστική, όπως ακριβώς χαρακτηρίζεται και σήμερα από τους πολέμιούς της. Κι ας είναι η μοναδική πολιτική που ανταποκρίνεται στα συμφέροντα της εργατικής τάξης, των μεσαίων στρωμάτων της πόλης και του χωριού, της νεολαίας.

Προστρέχουμε σε τούτο το υποθετικό παράδειγμα, για να γίνει πιο απτή η διαπίστωση, ότι υπάρχουν γεγονότα που, ενώ είναι εξ αντικειμένου αναμφισβήτητα, ωστόσο έχουν τοποθετηθεί με το κεφάλι κάτω.

Ομοφωνία, βεβαίως, στην ανάλυση των ιστορικών ζητημάτων δεν μπορεί να υπάρξει. Εύλογο, αφού, ας το επαναλάβουμε, η ιδεολογικοπολιτική μεθοδολογία και η ιστορική ανάλυση που τη συνδέει, έχουν ταξική αφετηρία.

Πολύ περισσότερο ισχύει αυτό για την περίοδο 1941-1945 (από τη δημιουργία του ΕΑΜ μέχρι τη Βάρκιζα), όπου ξετυλίχτηκαν μεγάλα γεγονότα, σύνθετα, πολύπλοκα και πρωτόγνωρα από πολλές απόψεις. Γεγονότα που ολοκληρώθηκαν, ως περίοδος, στην τετραετία που τα ακολούθησε, και που κατέληξε με την ήττα του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας - Αύγουστος 1949.

Τα χρόνια 1941 και μέχρι την απελευθέρωση της Ελλάδας από το φασισμό έχουν, πέρα από άλλες, και τούτη τη διαφορά από την περίοδο που ακολούθησε (εμφύλιος): Στη μεν πρώτη ακόμη και οι απόντες (εννοούμε κόμματα και πολιτικούς παράγοντες) διεκδικούν μερίδιο δόξας, δίχως να το αξίζουν, ενώ τη δεύτερη την καταδικάζουν τόσο εκείνοι, όσο και άλλοι που έδρασαν εκτός ή και κατά του ΕΑΜ, ή και εντός του ΕΑΜ.

Τα χρόνια που πέρασαν από την περίοδο 1941-1945 βρίσκουν όλες τις γενιές κατά πολύ απομακρυσμένες από την ώρα που διαδραματίζονταν εκείνα τα γεγονότα, κατά πολύ απομακρυσμένες από τον κουρνιαχτό που σήκωσε η διαστρέβλωση, η λαθολογία και η υστερία του νικητή. Συσσωρεύτηκε στο μεταξύ και αρκετή εμπειρία. Ο ιδεολογικοπολιτικός πόλεμος για τα τότε χρόνια - που συνεχίζεται, όπως είναι φυσικό - ακόνισε καλά τα όπλα των αντιμαχόμενων. Εχει κάνει πολύ καθαρές τις βασικές γραμμές που συγκρούονται. Ολα αυτά επιτρέπουν την εξαγωγή μιας σειράς συμπερασμάτων.

1. Νους και ψυχή της ΕΑΜικής Εθνικής Αντίστασης, καθώς και κύριος αιμοδότης της, υπήρξε το ΚΚΕ. Δίχως το ΚΚΕ - αν μπορούσε να γίνει αυτή η αφαίρεση - δε θα υπήρχε ούτε το ΕΑΜ, ούτε ο ΕΛΑΣ και η ΕΠΟΝ.

Χρειάζεται η συνεχής επανάληψη και υπενθύμιση αυτού του γεγονότος, για τους παρακάτω λόγους: Πρώτος, για να αποδίδεται η ιστορική δικαιοσύνη και για να γνωρίζουν την αλήθεια οι νεότερες γενιές της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων. Δεύτερος, που είναι και ο σπουδαιότερος, για να καταδείχνεται τόσο η αναγκαιότητα της ύπαρξης του ΚΚΕ και στις μέρες μας, όσο και η σημασία που έχει η ολόπλευρη ενδυνάμωσή του για τη δημιουργία του Αντιμονοπωλιακού Αντιιμπεριαλιστικού Δημοκρατικού Μετώπου πάλης, για τη λαϊκή εξουσία. Το δίδαγμα είναι εξαιρετικά επίκαιρο, γιατί πολλά από τα βασικά χαρακτηριστικά εκείνης της εποχής συνεχίζουν να υπάρχουν και μάλιστα σε πολύ οξυμένη μορφή. Δεν είναι παρωχημένα... Τρίτος, λόγος για να αναδείχνεται το συλλογικό, που πάντοτε υπερτερεί ασύγκριτα της ατομικής συνεισφοράς, όσο μεγάλη και αν είναι αυτή η τελευταία.

Το ΚΚΕ πρωτοστάτησε στη δημιουργία του ΕΑΜ. Το ΚΚΕ δημιούργησε τον ΕΛΑΣ. Ο καθένας από τους ηγέτες του ΕΛΑΣ και του ΕΑΜ έπαιξε ασφαλώς το μικρότερο ή μεγαλύτερο ρόλο του, είχε τη σημαντική συμβολή του. Αλλά η πρώτη τιμή, ο πρώτος ρόλος, ανήκει στο ΚΚΕ.

Η ανάδειξη του συλλογικού, όχι μόνο δε μειώνει το ατομικό, αλλά και το τοποθετεί στις σωστές διαστάσεις του. Οπως έχει δείξει η ζωή, η τέτια προσέγγιση προσώπων και καταστάσεων προφυλάσσει από εκτιμήσεις «του ύψους ή του βάθους» (βλέπε εκτιμήσεις για το Ζαχαριάδη), από εξιλαστήρια θύματα και αποπροσανατολισμούς. Προσδίδει στην ιστορική προσωπικότητα (Αρης - Σαράφης, κ.ά.) το πραγματικό ύψος της, δίχως να τη μυθοποιεί. Ετσι, το συλλογικό πλαίσιο προστατεύει από εξιδανικεύσεις που συναντάμε να γίνονται ακόμη και από αντιπάλους του ΚΚΕ, που σκόπιμα εξιδανικεύουν πρόσωπα και τα αντιπαραθέτουν στο Κόμμα, για να το χτυπήσουν.

Ο ηρωικός θάνατος ενός ηγετικού στελέχους (και γενικά η προσφορά του), όσο κι αν πρέπει να εξαίρεται και να παραδειγματίζει, δεν είναι πολιτικά - αλλά και ηθικά - σωστό, να σβήσει τα όποια λάθη του στελέχους όταν αποτιμάται η πορεία και η προσφορά του. Κι εξάλλου, υπάρχουν χιλιάδες νεκροί του αγώνα, ακόμη και παιδιά, που έδωσαν τη ζωή τους για τα ιδανικά του ΚΚΕ. Και που δεν έκαναν τίποτα λιγότερο - από την άποψη της αυτοθυσίας - από ό,τι οι γνωστοί ήρωες και ηρωίδες του ΚΚΕ.

2. Οι ΕΑΜικές οργανώσεις περιέκλειναν και εξέφραζαν την κοινωνικοπολιτική συμμαχία της εργατικής τάξης, της αγροτιάς - κυρίως της φτωχής - των μεσαίων στρωμάτων της πόλης, της νεολαίας.

Δεν είναι καθόλου τυχαίο - το αντίθετο - ότι πριν από τη δημιουργία του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ, συγκροτήθηκε το Εργατικό ΕΑΜ (ΕΕΑΜ). Αυτή η ευαισθησία και η ετοιμότητα της εργατικής τάξης να πρωτοστατήσει, οφείλεται στο γεγονός ότι ήταν (και είναι) η πιο εκμεταλλευόμενη τάξη της κοινωνίας. Η οργάνωση των πρωτοποριακών τμημάτων της στο Εργατικό ΕΑΜ δεν εξέφραζε μόνο την απεριόριστη ανιδιοτέλεια της τάξης, αλλά και τη συγκεντρωμένη εμπειρία της από τους αγώνες (συχνά αιματηρούς) των προηγούμενων χρόνων, κατά των εργοδοτών και των πολιτικών που υπηρετούσαν την αστική τάξη. Ας μην ξεχνάμε, ότι ο Μάης του ’36 απείχε μόλις πέντε χρόνια από την ίδρυση του ΕΕΑΜ. Ας μην ξεχνάμε τους χιλιάδες εργάτες που πέρασαν από τα κολαστήρια των Μεταξά - Μανιαδάκη ή, τους δεκάδες νεκρούς και εκατοντάδες τραυματισμένους, εξόριστους, τους χιλιάδες διωκόμενους εργάτες από τις κυβερνήσεις των Βενιζέλου, Πάγκαλου, Γούναρη και άλλων. Η δημιουργία του ΕΕΑΜ επιβεβαιώνει για μια ακόμη φορά, ότι η αφετηρία και η ρίζα της πολιτικής των συμμαχιών πρέπει να είναι το κοινωνικό στοιχείο που, βεβαίως, είναι και πολιτικό.

Ορισμένοι συγγραφείς, στην προσπάθειά τους να διαχωρίσουν τον ΕΛΑΣ από το ΚΚΕ και να αποδώσουν την ανάπτυξη του ΕΛΑΣ στην αυτόνομη, όπως λένε, πορεία που είχε από το ΕΑΜ και το ΚΚΕ, κατηγορούν την τότε ηγεσία του ΚΚΕ, ότι: Στα πλαίσια «της επαναστατικής ορθοδοξίας» υπερέβαλε και έριχνε το κύριο βάρος στην ανάπτυξη του κινήματος των πόλεων όπου βρισκόταν η εργατική τάξη, ενώ υποτιμούσε τη σημασία του βουνού. «Η αταβιστική (σημείωση: η μίμηση αρνητικών χαρακτηριστικών των προγόνων) καχυποψία του σταλινισμού απέναντι στην αγροτιά», γράφει ο Dominique Eudes[8].

Η τότε ηγεσία του ΚΚΕ, βεβαίως, δεν έβλεπε με καχυποψία την αγροτιά. Αντίθετα, πίστευε στις δυνάμεις της, πολύ περισσότερο που τότε η αγροτιά ήταν πολυπληθέστατη. Κατανοούσε, ωστόσο, ότι η εργατική τάξη είχε (έχει) μεγαλύτερη σταθερότητα, πειθαρχία και ομοιογένεια. Ηταν (είναι) τάξη ικανή να ηγηθεί στις επαναστατικές εξελίξεις, γιατί συνεχώς αυξάνεται, συνεχώς συγκεντρώνεται, είναι η πιο εκμεταλλευόμενη, δεν έχει ιδιόκτητα μέσα παραγωγής, στοιχεία που δε συγκεντρώνει η αγροτιά. Και βεβαίως βρισκόταν στα μεγάλα κέντρα κυρίως. Εκανε, λοιπόν, σωστά η ΚΕ που θεωρούσε ότι το ΕΑΜικό κίνημα έπρεπε να στηριχτεί, πρώτα απ’ όλα, στην εργατική τάξη. Αλλά υπήρχε και ένα ακόμη θέμα: Μπορούσε να κερδηθεί ο αγώνας, αν προπύργιά του δεν ήσαν τα βασικά κέντρα (Αθήνα, Πειραιάς, Θεσσαλονίκη κ.ά.); Και επιπλέον: Μπορούσε να στηριχτεί και να αναπτυχθεί το ένοπλο κίνημα του (ΕΛΑΣ) δίχως ένα πανίσχυρο πολιτικό μαζικό κίνημα, δίχως το παράνομο δίκτυο των πόλεων, το δίκτυο του ΕΑΜ; Κατ’ αρχάς, ο ΕΛΑΣ δεν υπήρχε μόνο στα βουνά, υπήρχε και στην Αθήνα-Πειραιά, όπου ήταν μάλιστα και πολυπληθής. Και που η σύνθεσή του ήταν κυρίως εργατική. Η ηγεσία του ΚΚΕ δεν έπεσε στο λάθος να αντιπαραθέσει το πολιτικό στο στρατιωτικό. Επιχείρησε να τα συζεύξει. Και το έκανε με αρκετή επιτυχία.

Εξίσου σωστά αντιλαμβανόταν επίσης, ότι η εργατική τάξη δίχως την αγροτιά θα διεξήγαγε αγώνα μάταιο. Η πόλη στήριζε το βουνό και το βουνό την πόλη. Και οι δύο μαζί τον αγώνα. Και βεβαίως, η καθοδήγηση γινόταν από το Κόμμα της εργατικής τάξης.

Η σημασία των κέντρων (πόλεων) μπορεί να κατανοηθεί πιο καθαρά στα χρόνια 1947-1949. Η τροπή των εμφύλιου πολέμου θα ήταν διαφορετική, αν ο ΔΣΕ είχε στον έλεγχό του τέτιες πόλεις. Και για να εξασφαλίζει εφεδρείες και για πολλούς άλλους λόγους.

3. Από την ώρα της απελευθέρωσης της Ελλάδας από τους Γερμανούς (12 Οκτώβρη 1944) και μετά, ο αγώνας των ΕΑΜ-ΕΛΑΣ-ΕΠΟΝ έπαψε να έχει και εθνικοαπελευθερωτικό, με την έννοια της κατάχτησης, περιεχόμενο. Το εθνικοαπελευθερωτικό στοιχείο του αγώνα, όπως έχει ήδη αναφερθεί, συνυπήρχε την περίοδο της Κατοχής με το ταξικό. Ομως, τούτο το τελευταίο, δεν εξαφανίστηκε ως δια μαγείας, επειδή η χώρα κατακτήθηκε από τους Γερμανούς-Ιταλούς-Βουλγάρους επιδρομείς. Και όσο κι αν επιχειρήθηκε να απωθηθεί στην άκρη, για ν’ ανοίξει διάπλατα δρόμο στην «εθνική ενότητα», αυτό, πεισματάρικο, επανερχόταν συνεχώς. Ενώ μετά την απελευθέρωση «πρόβαλε» αποκλειστικά ο ταξικός χαρακτήρας της πάλης. Και το θέμα που τέθηκε, ήταν, ποια πλευρά στα προηγούμενα χρόνια είχε προετοιμαστεί ολόπλευρα και κατάλληλα, για να δώσει τη μάχη για την εξουσία με αξιώσεις νίκης, αφού οι ταξικές αντιθέσεις διαπερνούσαν σαν κόκκινη κλωστή ολόκληρη την περίοδο της Κατοχής.

Από αυτή την άποψη πρέπει να θεωρηθεί σωστή η διαπίστωση του Ντέιβιντ Κλόουζ, ανεξάρτητα από τους χρονικούς διαχωρισμούς που κάνει, και που είναι σχηματικοί. Γράφει: «Οι ρίζες του εμφυλίου πολέμου βρίσκονται στην Κατοχή της Ελλάδας από τη Γερμανία και τους συμμάχους της, την Ιταλία και τη Βουλγαρία. Μια κατοχή που άρχισε τον Απρίλιο - Ιούνιο του 1941 και τερματίστηκε το Σεπτέμβριο -Νοέμβριο του 1944. Κατά τη διάρκειά της, προκλήθηκαν δύο είδη εμφύλιας διαμάχης. Η μία άρχισε το 1941, ανάμεσα στους συνεργάτες των Γερμανών και τους αντιστασιακούς. Η άλλη άρχισε το 1942 κι ήταν ανάμεσα στους ίδιους τους «αντιστασιακούς»[9].

Το κυριότερο, λοιπόν, είναι, ότι τότε το Κόμμα μας δεν έλυσε σωστά το ζήτημα της εξουσίας. Αυτό αποτελεί την πηγή και των βασικών λαθών που διαπράχθηκαν λίγο πριν και μετά την απελευθέρωση. Για παράδειγμα, το «Συμβόλαιο του Λιβάνου», δηλαδή η ενότητα με τα αστικά κόμματα, προκειμένου να ισχυροποιηθεί το «εθνικό μέτωπο», δε σήμαινε μόνο τέλεια παραγνώριση του τότε συσχετισμού δυνάμεων, αλλά και (πρωταρχικά) παραγνώριση του ταξικού χαρακτήρα της πάλης.

Αυτό, σε καμμιά περίπτωση δε σημαίνει, ότι η εξουσία θα είχε οπωσδήποτε κατακτηθεί. Σημαίνει, απλώς, ότι μόνο τότε υπήρχαν πολλές πιθανότητες να κατακτηθεί. Οπως σημειώνεται και στο ΔΟΚΙΜΙΟ ΙΣΤΟΡΙΑΣ: ... η ηγεσία του ΚΚΕ «... ακολούθησε λαθεμένη στρατηγική σχετικά με το πρόβλημα της εξουσίας και δεν εκτίμησε σωστά το ρόλο του αγγλικού ιμπεριαλισμού και της ντόπιας αντίδρασης»[10].

4. Το ΚΚΕ υπογραμμίζει και σήμερα ότι είναι αδύνατο να ανταποκριθεί στα καθήκοντά του δίχως τη συνεχή κατάκτηση της θεωρητικής γνώσης, την αφομοίωση της μαρξιστικής-λενινιστικής μεθόδου ανάλυσης των εξελίξεων, δίχως την αφομοίωση της διδασκαλίας για το Κόμμα.

Η παραπάνω υπόμνηση μας παραπέμπει εξ αντικειμένου και στα χρόνια της περιόδου 1941-1945, όπου, αν παρατηρήσει κανείς την τότε κατάσταση, θα διαπιστώσει την ύπαρξη τέτιων προβλημάτων.

Πρόκειται για θέμα θεμελιακής σημασίας, που αποτελεί και δίδαγμα, αλλά και που σε καμμιά περίπτωση η επισήμανσή του δεν πρέπει να οδηγήσει σε αφ’ υψηλού και εκ των υστέρων - άρα εκ του ασφαλούς - θεώρηση των πραγμάτων. Πολύ περισσότερο δεν μπορεί, εξ αιτίας αυτού του γεγονότος, να αμφισβητηθεί η μεγάλη προσφορά του ΚΚΕ και της ΕΑΜικής Αντίστασης, η ηρωική και μεγαλειώδης προσπάθεια εκατομμυρίων απλών ανθρώπων, των λαϊκών μαζών. Και το θέμα, βεβαίως, δε βρίσκεται στο να ριχτεί στο πυρ το εξώτερον η τότε ηγεσία του ΚΚΕ, επειδή δεν αντιμετώπισε επαρκώς αυτά τα προβλήματα.

Η καθυστέρηση στη θεωρητική ανάπτυξη εξηγείται φυσικά και με αντικειμενικούς λόγους. Η παράνομη και ημιπαράνομη ζωή του ΚΚΕ (με διαλείμματα νομιμότητας) στα χρόνια 1918-1941, και το σχετικά νεαρό της ηλικίας του, εμπόδισαν αναμφίβολα την ανάπτυξη συστηματικής θεωρητικής δουλιάς, παρά το γεγονός ότι είχε κάποιες δυνατότητες να βγάλει πιο ουσιαστικά και σε βάθος συμπεράσματα από τη δική του πείρα αντιμετώπισης των κρίσεων που είχε στο μεταξύ περάσει (πάλη κατά του αρχειομαρξισμού, του λικβινταρισμού, των σοσιαλδημοκρατών που υπήρχαν στις γραμμές του από το 1918, κ.ά). Ωστόσο, οι αντικειμενικές συνθήκες δεν αναιρούν την υποκειμενική ευθύνη. Οταν μάλιστα υπάρχει το παράδειγμα του Μπολσεβίκικου Κόμματος, που μέσα στη φωτιά της πάλης φρόντιζε να συνδέει την ιδεολογική και οργανωτική δράση με συνέπεια και συστοιχία. Βεβαίως, στην τότε Ρωσία υπήρχαν πλούσιες επαναστατικές παραδόσεις, πολλά χρόνια πριν ξεσπάσει η Οχτωβριανή Επανάσταση, κάτι που δεν υπήρξε στην Ελλάδα του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα. Παράλληλα, αφομοιώθηκε από το ρωσικό επαναστατικό κίνημα η αντίστοιχη πείρα των επαναστατικών κινημάτων της Δυτικής Ευρώπης. Το γιατί δεν έγινε δυνατό σε μεγάλο βαθμό να αφομοιωθεί δημιουργικά η συγκεκριμένη εμπειρία, είναι ένα θέμα που ίσως να μην αφορά μόνο και κυρίως στο ΚΚΕ εκείνων των χρόνων, αλλά να αφορά στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα. Και είναι θέμα προς μελέτη.

5. Η πείρα του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ είναι εξαιρετικά χρήσιμη και όταν αφορά στο ρόλο της βίας στην ταξική πάλη, ως συστατικό στοιχείο της. Ενθεν και ένθεν. Η επικαιρότητά του ως θέματος της ιδεολογικοπολιτικής διαπάλης, είναι σημαντικά αυξημένη σήμερα. Κι όταν μάλιστα αναφερόμαστε στα χρόνια 1941-1945, που ο λόγος γίνεται για την ένοπλη βία των δικαίων και των αδίκων.

Καθόλου δεν είναι τυχαία η προπαγανδιστική προσπάθεια των ιμπεριαλιστικών μηχανισμών να συσκοτίσουν τα πράγματα, μιλώντας γενικά για καταδίκη της τρομοκρατίας. Πέρα από το γεγονός, ότι με αυτόν τον τρόπο βγάζουν έξω από τον λογαριασμό τη δική τους κρατική τρομοκρατία, επιχειρούν και κάτι άλλο, εξίσου σημαντικό: Βάζουν στο ίδιο τσουβάλι (άρα είναι προς καταδίκη και δίωξη) την τρομοκρατία οργανώσεων που οι ίδιοι καθοδηγούν ή χρησιμοποιούν ή αξιοποιούν, με τη λαϊκή πάλη! Γιατί αυτή η τελευταία είναι ο στόχος τους. Και η αντιμετώπισή της συνδέεται και με την πολιτική δυσφήμισή της, αλλά και με την απόρριψή της από τους ίδιους τους λαούς...

Από αυτή την άποψη η πείρα των χρόνων 1941-1945 (καθώς και μετά, η πείρα του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας) είναι εξαιρετικά πολύτιμη. Μπροστά στη βία του αστικού κράτους και των οργανώσεων και μηχανισμών του, οι αγωνιζόμενοι λαοί δεν έχουν τίποτα άλλο να αντιπαρατάξουν από το μαζικό πολιτικό αγώνα, που περιλαμβάνει όλες τις μορφές πάλης - και την ένοπλη. Τι άλλο έχουν ν’ αντιπαρατάξουν σήμερα οι Παλαιστίνιοι ή οι Κουβανοί ή άλλοι; Αυτός ο αγώνας είναι όντως εχθρικός με την τρομοκρατία (την πάσης φύσεως) που ασκεί ο ιμπεριαλισμός ή με τις δήθεν επαναστατικές οργανώσεις που λειτουργούν ως προβοκάτορες κατά των λαϊκών κινημάτων. Και βεβαίως δεν είναι πολιτικά σύμφωνος με τους απεγνωσμένους, που ζώνονται με πυρομαχικά και χτυπούν στα τυφλά, προσδοκώντας ν’ αντιπαλέψουν έτσι τον ιμπεριαλισμό.

6. Την άνοιξη του 1943 αποφασίστηκε η αυτοδιάλυση της «Κομμουνιστικής Διεθνούς» (ΚΔ). Το γεγονός αυτό ήταν μεγάλης σημασίας, όχι θετικής.

Δεν είναι της στιγμής να εξεταστεί εδώ η ιστορία της αυτοδιάλυσης, ούτε οι λόγοι που αναφέρονται στο σκεπτικό για τη συγκεκριμένη απόφαση, που σε τελευταία ανάλυση, είναι λίγο-πολύ γνωστοί. Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί, ότι στην κατεύθυνση της αυτοδιάλυσης της ΚΔ πίεζαν και μια σειρά Κομμουνιστικά Κόμματα, κυρίως της Δυτικής Ευρώπης, όπως τα ΚΚ Γαλλίας και Ιταλίας.

Στη συνεδρίαση του Προεδρείου της Εκτελεστικής Επιτροπής (ΕΕ) της ΚΔ, όπου αποφασίστηκε η αυτοδιάλυσή της (13-15 Μάη 1943), ο Μωρίς Τορέζ είπε: «Η παλιά μορφή διεθνούς συνένωσης των εργατών ξεπεράστηκε. Τώρα στη Γαλλία, μετά την κατάχτησή της από τους χιτλερικούς, δημιουργήθηκε η βάση για ένα πλατύτατο «εθνικό μέτωπο»»[11]. Και συνεχίζουν οι συγγραφείς της μελέτης (Ζ. Ντυκλό, Μπ. Πονομαριόφ, Β. Ούλμπριχτ, Ντολόρες Ιμπαρούρι κ.ά): «Ο Τορέζ παρατήρησε, ότι η εκλογή της στιγμής για τη διάλυση της (ΚΔ) ήταν σωστή και είπε ότι το μέτρο αυτό θα συμβάλλει στη διεύρυνση του εθνικού αντιχιτλερικού μετώπου στη Γαλλία»[12].

Πάντως, το ΚΚΕ -καθώς και τα άλλα ΚΚ κυρίως της Ευρώπης- δεν ωφελήθηκε, ζημιώθηκε από την αυτοδιάλυση της ΚΔ. Οπως υπογράμμισε η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ (15-16 Ιούλη 1995), «χρειάζεται να μελετηθούν στην πορεία και να φωτιστούν οι αρνητικές συνέπειες, οι επιπτώσεις από τη διάλυση της Κομμουνιστικής Διεθνούς, ως ενιαίου κέντρου, με την ανταλλαγή απόψεων και με άλλα κομμουνιστικά κόμματα»[13].


ΣημειώσειςΣημειώσεις

Ο Μάκης Μαΐλης είναι μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ και υπεύθυνος του Γραφείου Τύπου.

[1] «Τάϊμς της Νέας Υόρκης», 24.7.1941.

[2] Ηλία Βενέζη: «Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός», σελ. 194.

[3] Ηλία Βενέζη: «Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός», σελ. 215.

[4] Εντυ Μάγιερς: «Η ελληνική περιπλοκή», σελ. 280-281, εκδόσεις «ΕΞΑΝΤΑΣ».

[5] Κ. Πυρομάγλου: «Ο Γεώργιος Καρτάλης και η εποχή του», τόμ. Α΄, σελ. 136-137. Αθήναι 1965.

[6] Γ. Αθανασιάδη: «Η πρώτη πράξη της ελληνικής τραγωδίας», σελ. 67. Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».

[7] Θεμ. Τσάτσου: «Αι παραμοναί της Απελευθερώσεως (1944)», σελ. 23, εκδόσεις «ΙΚΑΡΟΣ».

[8] Dominique Eudus «Οι Καπετάνιοι», σελ. 25, εκδόσεις «ΕΞΑΝΤΑΣ».

[9] «Ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος», σελ. 15, εκδόσεις «Φιλίστωρ».

[10] ΔΟΚΙΝΙΟ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΟΥ ΚΚΕ, Α΄ τόμος, 1918-1949, σελ. 635, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».

[11] «Κομμουνιστική Διεθνής» - Σύντομη Ιστορική Μελέτη, σελ. 556, εκδόσεις «ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΛΛΑΔΑ», 1973.

[12] «Κομμουνιστική Διεθνής» - Σύντομη Ιστορική Μελέτη, σελ. 556, εκδόσεις «ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΛΛΑΔΑ», 1973

[13] «Εκτιμήσεις και προβληματισμοί για τους παράγοντες που καθόρισαν την ανατροπή του σοσιαλιστικού καθεστώτος στην Ευρώπη. Η αναγκαιότητα και επικαιρότητα του σοσιαλισμού», σελ. 64.