Οπως προκύπτει από διάσπαρτες πηγές αλλά και από στατιστικά στοιχεία, ο ελληνικός πληθυσμός της Ρωσίας, κατά την περίοδο που εξετάζουμε, ανερχόταν σε πεντακόσιες χιλιάδες περίπου, που στη μεγάλη πλειοψηφία του είχε εγκατασταθεί στις νοτιοανατολικές περιοχές της χώρας, όπως στην Οδησσό, τη Μαριούπολη και τα περίχωρά της, στη Χερσώνα, στην Κριμαϊκή Χερσόνησο, στον Καύκασο και αλλού, αριθμητικά δε, μεταξύ των ξένων όλων, κατείχαν τη δεύτερη θέση. Πάντως, όσο δύσκολο και αν είναι να εξακριβωθεί επακριβώς το εύρος της συμμετοχής των Ποντίων και των άλλων Ελλήνων στα επαναστατικά γεγονότα, γεγονός παραμένει η πολυπληθής συμμετοχή τους.
Ο Ελληνικός πληθυσμός της Ρωσίας συνέβαλε σημαντικά σ' όλους τους τομείς της κοινωνικής και πολιτικοοικονομικής ζωής της χώρας και υπήρξε δραστήριος υπερασπιστής της νεαρής σοβιετικής εξουσίας.
Ομως μεταξύ των Ελλήνων υπήρξε και μια ασήμαντη μερίδα αστών που πίστευε πωςμε την απόβαση του Ελληνικού Εκστρατευτικού Σώματος στην Οδησσό, στη Σεβαστούπολη και αλλού άρχιζε η αρχή του τέλους της σοβιετικής εξουσίας, γι' αυτό, συγκαλυμμένα στην αρχή και απροκάλυπτα πλέον στη συνέχεια, άρχισε να βοηθάει παντοιοτρόπως τα κατοχικά ξένα στρατεύματα και στάθηκε στο πλευρό τους. Μάλιστα, το Διοικητικό Συμβούλιο της Ελληνικής Αγαθοεργού Κοινότητος Οδησσού οργάνωσε δεξίωση στις 7 Γενάρη 1919 προς τιμήν των συμμαχικών και αντεπαναστατικών στρατευμάτων στο ξενοδοχείο «Μπριστόλη» (το σημερινό Κράσναγια).
Μπροστά σ' αυτή την κατάσταση η κυβέρνηση των εργατών και αγροτών της Ουκρανίας έκανε γνωστό στην κυβέρνηση των Αθηνών ότι η στρατιωτική επέμβαση και η συμμετοχή της Ελλάδας σ’ αυτήν δεν μπορεί παρά να επιδρά στην τύχη της ελληνικής αστικής τάξης που ζει και δραστηριοποιείται στα εδάφη της Ουκρανίας[9].
Σ’ αντίθεση με την αστική τάξη των ελληνικών παροικιών, η μεγάλη πλειονοψηφία του ελληνικού πληθυσμού, οι εργάτες του καθημερινού μόχθου, τα μικροαστικά στοιχεία, πέρασαν με το μέρος της σοβιετικής εξουσίας και στάθηκαν συνεπείς υπερασπιστές των πρωτόγνωρων επαναστατικών κατακτήσεων τους.
Πολλοί ήταν οι Πόντιοι, οι Ελληνες γενικά, που παρά τις δύσκολες συνθήκες πύκνωσαν τις τάξεις του Κόκκινου Στρατού, υπηρέτησαν στα διάφορα όργανα της τοπικής σοβιετικής εξουσίας, καταρρίπτοντας κατά τον πιο πανηγυρικό τρόπο τη θέση και άποψη ορισμένων Ελλήνων ιστορικών, ότι ο ελληνικός πληθυσμός της Ρωσίας κράτησε παθητική ή ουδέτερη στάση στα επαναστατικά γεγονότα. Οι Ελληνες της Ρωσίας υπερασπίστηκαν τη σοσιαλιστική επανάσταση, που διέτρεξε άμεσο κίνδυνο στραγγαλισμού της από την επέμβαση του διεθνούς ιμπεριαλισμού και αυτό τεκμηριώνεται από σειρά γεγονότων, όπως θα δούμε παρακάτω.
Σ’ όλη τη διάρκεια της κατοχής της Οδησσού και των άλλων σοβιετικών πόλεων και εδαφών από τα στρατεύματα των δεκάξι (16) καπιταλιστικών χωρών οι μπολσεβίκοι δημιούργησαν παράνομες οργανώσεις που μέσα σε συνθήκες βαθιάς και επικίνδυνης παρανομίας ανέπτυξαν πολύπλευρη δράση κατά των εσωτερικών και διεθνών αντιδραστικών δυνάμεων. Μεταξύ αυτών που ανέπτυξαν παράνομη δράση ήταν πολλοί Ελληνες. Ενα από τα δραστήρια στελέχη του κόμματος των Μπολσεβίκων ήταν ο Ωρίων Αλεξάκης, που ανέπτυξε μεγάλη δράση στη Σεβαστούπολη, το Χάρκοβο (πρωτεύουσα μέχρι το 1934 της Ουκρανίας) και σε άλλες πόλεις της Κριμαίας. Υπηρέτησε επίσης σε πολλές κομματικές και διοικητικές θέσεις, για να αναδειχθεί το 1919 σε Πολιτικό Επίτροπο της Α΄ Μεραρχίας του Κόκκινου Στρατού. Πήρε μέρος ως αντιπρόσωπος στο 4ο έκτακτο Συνέδριο των Σοβιέτ.
Με την προσωρινή υποχώρηση του Κόκκινου Στρατού από την Οδησσό, ο ομογενής Γρηγόρης Γιαννόπουλος παραμένει στην πόλη και το 1918, το φθινόπωρο, εντάσσεται στο παράνομο στρατιωτικό τμήμα της περιοχής Σβομπότκα. Με την ίδρυση τριών παράνομων κομμουνιστικών ενόπλων ταγμάτων στην Οδησσό ο Γρ. Γιαννόπουλος εντάσσεται τώρα σ' αυτά και με το βαθμό του Διμοιρίτη παίρνει μέρος στις επιχειρήσεις κατά των επεμβασιών. Επίσης, άλλος Ελληνας, ο Μιχάλης Τσέπρας, υπηρέτησε στον Κόκκινο Στρατό με το βαθμό του Διμοιρίτη.[10]
Την ίδια χρονική περίοδο, όταν ο στρατός της μαριονέτας του ιμπεριαλισμού, Ντενίκιν, κατέλαβε την Οδησσό από τις 23 Αυγούστου 1919 μέχρι τις 7 Φλεβάρη του 1920, στο σπίτι του Πόντιου Στέφανου Θεοχαρίδη κατέφυγαν κρυπτόμενοι πολλοί κομμουνιστές και σοβιετικοί πολίτες.[11] Ενα άλλο παρόμοιο γεγονός υπεράσπισης της σοβιετικής εξουσίας είναι και το παρακάτω: Με την κατάληψη της Σεβαστούπολης από τα αγγλο-γαλλο-ελληνικά στρατεύματα ο μπολσεβίκος ναύτης Νασούκιν, σύντροφος και συνεργάτης του Αλεξάκη, πέρασε στην παρανομία με έδρα του τους ψαράδες της Μπαλακλάβας απ’ όπου, δια μέσου έμπιστων προσώπων, καθοδηγούσε την παράνομη δουλειά στη Σεβαστούπολη. Στη Μπαλακλάβα γεννήθηκε και ανδρώθηκε ο Αλεξάκης. Να σημειώσουμε εδώ ότι η μέγιστη πλειοψηφία των κατοίκων της Μπαλακλάβας ήταν Ελληνες. Στην πόλη αυτή έδρευε από το 1748 το ελληνικό Εθελοντικό Τάγμα Πεζικού Μπαλακλάβας.
Ενας άλλος Ελληνας, κάτοικος της Σεβαστούπολης, ο Θ. Ζαρωτιάδης, κατατάχθηκε στον Κόκκινο Στρατό και πήρε ενεργό μέρος στις πολεμικές επιχειρήσεις κατά των δυνάμεων της Αντάντ.[12]
Οι παράνομες σοβιετικές οργανώσεις σχεδίασαν και εκτέλεσαν διάφορες ενέργειες σαμποτάζ κατά εχθρικών ευαίσθητων συγκοινωνιακών αρτηριών. Μια τέτοια σαμποταριστική ενέργεια εκτέλεσαν οι Ελληνες Νικόλαος Σκαρλάτος και Κοτσούλης ανατινάζοντας αμαξοστοιχία τραίνου στα προάστια της Οδησσού.[13]
Είναι πολλοί οι Ελληνες της Ρωσίας, που όχι μόνο υπήρξαν μάρτυρες της θριαμβευτικής νίκης της Οκτωβριανής Σοσιαλιστικής Επανάστασης, αλλά πήραν δραστήρια μέρος στην ταξική πολεμική αντιπαράθεση ανάμεσα στις διεθνείς ιμπεριαλιστικές δυνάμεις και στις δυνάμεις του νεογέννητου σοσιαλιστικού καθεστώτος. Ενας από τους πιο δραστήριους Ελληνες υπερασπιστές της Οκτωβριανής Σοσιαλιστικής Επανάστασης ήταν ο Πόντιος Βλαδίμηρος Παπαδόπουλος. Για την επαναστατική του δράση το τσαρικό καθεστώς εξαπέλυσε διώξεις εναντίον του - τον έκλεισε στη φυλακή επί τρία χρόνια. Με την αποφυλάκισή του αναπτύσσει έντονη δράση στο συνδικαλιστικό κίνημα το 1917. Ενα χρόνο αργότερα, το 1918, γίνεται μέλος του κόμματος των Μπολσεβίκων και με την ιδιότητά του αυτή παίρνει μέρος σε τέσσερις κομματικές συνδιασκέψεις και σε τρία συνέδρια του Κόμματος.
Οταν η πρώτη του πατρίδα δέχτηκε την απροκάλυπτη στρατιωτική επίθεση του διεθνούς ιμπεριαλισμού, σπεύδει να καταταγεί στον Κόκκινο Στρατό, όπου υπηρέτησε μέχρι το 1920.[14]
Ενας άλλος Πόντιος, ο γλωσσομαθής Κωνσταντίνος Παπαδόπουλος, που γνώριζε την ελληνική, τη ρωσική, τη βουλγαρική και την τουρκική γλώσσα, μέλος του κόμματος των Μπολσεβίκων, υπηρέτησε στον Κόκκινο Στρατό το 1920. Στον Κόκκινο Στρατό υπηρέτησαν επίσης οι Α. Σάμης, Ζ, Κοντός, Ν. Μανουκλίδης και Γιάννης Θεοδωρής.[15] Επίσης από τις γραμμές του Κόκκινου Στρατού πολέμησαν ακόμη οι Πόντιοι της Οδησσού Παναγιώτης Τομπουλίδης, Α. Ιωαννίδης, Κοσμάς Βασιλειάδης και άλλοι. Στο 50ό Σύνταγμα Πεζικού του Κόκκινου Στρατού υπηρέτησαν οι Ελληνες κομμουνιστές της περιοχής Περεσίπ της Οδησσού Π. Κοντογιώργης, Β. Παπαδόπουλος και Χαραλαμπάτος.
Μετά την απελευθέρωση της Οδησσού, στην Κόκκινη Φρουρά της ελεύθερης πλέον Οδησσού υπηρέτησαν ο Φώτης Κωνσταντής, ο Κωνσταντίνος Κυριακού και ο Γρηγόρης Γιαννόπουλος. Αυτή την περίοδο (Μάης 1919) στο Επιτελείο Στρατού της Οδησσού χρέη εφημερεύοντος στρατιωτικής υπηρεσίας εκτελούσε ο Γ. Μαζαράκης.[16] Στο Μέτωπο της Μαριούπολης, όπου κατοικούσε συμπαγής ελληνικός πληθυσμός, το Μάρτιο του 1919 παίρνει μέρος εθελοντικό στρατιωτικό τμήμα Ελλήνων.[17] Στη Γιάλτα επίσης συγκροτήθηκε μονάδα Κόκκινης Εθνοφρουράς, αποτελούμενη από διεθνιστές μεταξύ των οποίων ήταν και Ελληνες.[18] Στις γραμμές του Κόκκινου Στρατού υπηρέτησαν συνολικά 250.000-300.000 διεθνιστές.
Εκτός από τους παραπάνω, υπήρξαν Πόντιοι εθελοντές, όπως ο Κ. Ζαχαρίδης και ο Σ. Παπαδόπουλος που πολέμησαν μέσα από τις γραμμές του Κόκκινου Στρατού στην πιο απομακρυσμένη περιοχή της χώρας, στη Μέση Ασία και συγκεκριμένα στην Τασκένδη στις αρχές του 1918. Ενώ ο Μοραντής διετέλεσε Διευθυντής του Χαρτογραφικού Τμήματος του Γενικού Επιτελείου Στρατού στο Τουρκεστάν.
Υπάρχει ακόμη μια μαρτυρία που πιστοποιεί τη θετική στάση και την ένθερμη υποδοχή από Ελληνες των επαναστατικών γεγονότων, την οποία βρίσκουμε στην αστική εφημερίδα «Εμπρός»: «Οι δεκατέσσερις χιλιάδες Ελληνες κάτοικοι της Οδησσού εκδήλωσαν την επιθυμία να παραμείνουν στη γη που γεννήθηκαν, στην πρώτη τους πατρίδα»![19]
Υπάρχουν πολλοί ακόμη Πόντιοι, Ελληνες γενικά, της Οδησσού, της Σεβαστούπολης, του Σχουμ, του Μπατούμ και άλλων ελληνικών παροικιών, που εκλέχτηκαν στα τοπικά και άλλα όργανα εξουσίας - τα Σοβιέτ.
Οπως: Στο Σοβιέτ Εργατών Αντιπροσώπων Οδησσού εκλέχτηκαν το Σεπτέμβρη του 1917 αντιπρόσωποι πέντε Ελληνες.[20] Μεταξύ των πέντε Ελλήνων συγκαταλεγόταν ο Ευστάθιος Αμπελικόπουλος. Αργότερα, το Γενάρη του 1918, στη νέα Εκτελεστική Επιτροπή των Σοβιέτ Εργατών Αντιπροσώπων της Οδησσού συγκαταλέγεται και ο Πινέλης.
Στις εργασίες του Συνεδρίου των Σοβιέτ Αγροτών Αντιπροσώπων, που διεξήχθησαν το Φλεβάρη του 1918 στην πόλη Χερσώνα, πήραν μέρος 806 αντιπρόσωποι αγροτών από το Κυβερνείο της Χερσώνας. Μεταξύ των ομιλητών ήταν και ο εκπρόσωπος των Ρώσων εργατών, Πόντιος στην καταγωγή, Στεπανίδης, ο οποίος εξέφρασε τη μεγάλη ευγνωμοσύνη της «εργατικής τάξης στους αγρότες σύνεδρους για την υποστήριξη των εργατών με είδη τροφίμων»[21]!
Οι Ελληνες συμμετείχαν όχι μόνο στα όργανα της Τοπικής Σοβιετικής εξουσίας, αλλά και στα κομματικά όργανα ήταν αισθητή η δράση τους.
Μετά την εκδίωξη των ξένων στρατευμάτων από την Οδησσό και την οριστική απελευθέρωση της πόλης, το Μάρτη του 1920, μέλος της κομματικής επιτροπής των μπολσεβίκων της περιοχής Σλομπόντκα της Οδησσού ήταν ο κομμουνιστής Σκαρλάτος.[22]
Μέλη του Μπολσεβίκικου Κόμματος ήταν οι Ελληνες Θεόδωρος Βεργόπουλος, Μ. Μανέλης, Α. Νεδελιάκης, Γεώργιος Λουνασάκης, Νικόλαος Πανάγου, Ξενοφών Μαλανδράκης, Γεώργιος Λινάκης, Διονύσιος Πετράκης και πολλοί άλλοι.
Η Παρασκευή Γεωργάζη, που πήρε ενεργό μέρος στα επαναστατικά γεγονότα της πρώτης ρωσικής επανάστασης (1905-1907), τον Οχτώβρη του 1920 συμμετέχει σαν αντιπρόσωπος στην πρώτη συνδιάσκεψη των εργατών και αγροτισσών του Κυβερνείου της Οδησσού.[23]
Στην ίδια συνδιάσκεψη πήρε μέρος και η Ευδοκία Παπαδοπούλου, συνδικαλίστρια, εξωκομματικό μέλος.
Ενα μέσο που επέδρασε σημαντικά στα ξένα στρατεύματα και το οποίο χρησιμοποίησαν ευρύτατα οι Μπολσεβίκοι είναι η Διαφώτιση.
Δεν είναι λίγοι οι Ελληνες της Ρωσίας που συνέβαλαν αποφασιστικά στο να λυθούν διάφορες απορίες, να απαντηθούν διαστρεβλώσεις και να φωτιστούν παραπλανήσεις των Ελλήνων στρατιωτών, ξεσκεπάζοντας την χοντροκομμένη αντισοβιετική προπαγάνδα της αστικής τάξης. Ο Κωνσταντίνος Γ. Σεμερτζίεφ, που από το 1917 ήταν υπεύθυνος Διαφώτισης της Επαναστατικής Επιτροπής της πόλης Γάγκρα, εκλέγεται το 1920 Πρόεδρος της Περιφερειακής Επιτροπής της Κομσομόλ της Περιοχής Σοχούμ. Ο Πόντιος κομμουνιστής Δ. Τριανταφυλλίδης, που ήταν μέλος της Συντακτικής Επιτροπής της τοπικής εφημερίδας της Ευπατόρια, διακρίθηκε παράλληλα και στον τομέα της προπαγάνδισης των σοσιαλιστικών ιδεών. Στο Ελληνικό Τμήμα της «Ξένης Επιτροπής Διαφώτισης» Οδησσού εντάχθηκε ο Α. Ιωαννίδης, Γραμματέας της Κομματικής Οργάνωσης του Τμήματος του ΚΚΕ (ΣΕΚΕ) και ο Α. Μαμένδος. Στο Κυβερνείο της Σταυρούπολης πρόσφερε μεγάλες υπηρεσίες στο Κόμμα και στον Τομέα της Διαφώτισης η δασκάλα Μαρία Βαλλιανού του Κωνσταντίνου (1896-1973) και σε αναγνώριση αυτών της των υπηρεσιών γίνεται από το 1914 μέλος του Ρωσικού Σοσιαλιστικού-Δημοκρατικού Κόμματος.
Κατά την περίοδο της ξένης στρατιωτικής επέμβασης και του εμφυλίου πολέμου, η Μ. Βαλλιανού όχι μόνο παίρνει δραστήριο μέρος στην απόκρουση του εξωτερικού εχθρού και στην υπεράσπιση της σοβιετικής εξουσίας, αλλά κατέχει και τη θέση του Αντιπροέδρου της Διεύθυνσης του Πολιτικού Τμήματος του Ανατολικού Μετώπου.
Η Μαρία Βαλλιανού ήταν ένα από τα πιο δραστήρια στελέχη του Κόμματος και ανέπτυξε πλούσια δράση στην περιοχή του Βορείου Καυκάσου και επάξια κατείχε το 1920 διάφορες ηγετικές θέσεις στο σοβιετικό εκπαιδευτικό σύστημα. Στην πόλη της Σταυρούπολης ήταν επί κεφαλής του Τμήματος της Λαϊκής Παιδείας.
Η στρατιωτική διοίκηση των επεμβασιών, ειδικότερα του Ελληνικού Εκστρατευτικού Σώματος, δεν είχαν καμιά εμπιστοσύνη προς τον ελληνικό πληθυσμό της Ρωσίας. Προς απόδειξη του ανωτέρου ισχυρισμού θα αναφέρω ορισμένα μόνο, από τα πάμπολλα, γεγονότα: Ο πρόεδρος της ελληνικής παροικίας της Χερσώνας, με επιστολή του προς το διοικητή του ελληνικού στρατιωτικού τμήματος της πόλης, ζήτησε τον εξοπλισμό των Ελλήνων της Χερσώνας, για να εκτελούν υπηρεσίες αστυνομικών οργάνων. Στην έκκλησή του ο πρόεδρος πήρε αρνητική απάντηση. Αλλά και ορισμένοι Ελληνες του Κερτς ζήτησαν από τη μαριονέτα των ιμπεριαλιστών, Στρατηγό Ντενίκιν, να τους επιτραπεί να συγκροτήσουν ξεχωριστή ελληνική στρατιωτική μονάδα, όμως και πάλι δεν τους επιτράπηκε.
Ο ελληνικός πληθυσμός της Σοβιετικής Ρωσίας, στη συντριπτική πλειοψηφία, καταδίκασε σαν εγκληματική πράξη, που δεν είχε κανένα ηθικό έρεισμα, τη συμμετοχή των 25.000 Ελλήνων στρατιωτών στην τυχοδιωκτική εκστρατεία κατά της νεαρής σοβιετικής εξουσίας και πρωτοστάτησε στην υπεράσπιση της Σοβιετικής σοσιαλιστικής Ρωσίας, της πρώτης πατρίδας του.