Σε κάθε περίπτωση μεγάλες μάζες μπαίνουν σε τροχιά κινητοποίησης και αυτό από μόνο του πυροδοτεί τόσο την ιδεολογική και πολιτική αντιπαράθεση στις γραμμές του κινήματος γύρω από τις μορφές οργάνωσης, τους στόχους αλλά κυρίως το γενικότερο πολιτικό πλαίσιο και προσανατολισμό των διεκδικήσεων.
Αξίζει να προσεχθεί ότι μια σημαντική και ουσιαστική διαφορά από την περίοδο του πολέμου του Βιετνάμ είναι ότι το κίνημα αυτό ξεκινά και εξελίσσεται σε μια περίοδο που η οικονομική κρίση απειλεί να πλήξει και τα τρία ιμπεριαλιστικά κέντρα με δυσοίωνες και πεσιμιστικές προβλέψεις αναφορικά με τις προοπτικές. Αξίζει να σημειώσουμε επίσης ορισμένες αναλογίες και διαφορές με τον πόλεμο του Βιετνάμ. Στη διάρκεια του πολέμου του Βιετνάμ η οικονομία των ΗΠΑ είναι σε φάση ανόδου. Η οικονομική κρίση εκδηλώνεται (‘73-‘74) συνάμα με την στρατιωτική ήττα (‘74-‘75) και με ταυτόχρονη επέκταση σε όλα τα βασικά κέντρα και χώρες του καπιταλισμού. Μάλιστα με την κρίση του ’74, εμφανίζεται μια τάση συγχρονισμού του κύκλου. Αν όμως τότε η κρίση γέννησε μια νέα μορφή συντονισμού της πολιτικής από τα κυριότερα ιμπεριαλιστικά κράτη σε συνόδους κορυφής (G7) με στόχο τη σταθεροποίηση, η σημερινή κρίση συνοδεύεται από σοβαρότατους κλυδωνισμούς και των θεσμών και των σχέσεων των ιμπεριαλιστικών κρατών. Από την άλλη η επέμβαση των ΗΠΑ στο Βιετνάμ γίνεται με την παρουσία και παρέμβαση της ΕΣΣΔ στο διεθνές προσκήνιο. Ο ηρωικός αγώνας του λαού του Βιετνάμ, μαζί με την τεράστια υλική και πολιτική βοήθεια της ΕΣΣΔ και των υπόλοιπων σοσιαλιστικών χωρών, έφεραν τη νίκη. Το 1975 ολοκληρώνεται η κατάρρευση του αποικιακού συστήματος, ενώ αντίθετα η τάση που εκφράζεται σήμερα και στο Ιράκ είναι αυτή της κατάληψης εδαφών και της δημιουργίας κρατών-προτεκτοράτων. Πολύ σημαντικός παράγοντας που αδυνατίζει αντικειμενικά τον αντιπαράθεση με τον ιμπεριαλισμό είναι η διάσπαση του κομμουνιστικού κινήματος από το 1963. Αξίζει να σημειωθεί ότι το 1973, κατά τη διάρκεια του πολέμου στο Βιετνάμ, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Νίξον πραγματοποιεί επίσκεψη στην Κίνα, με την οποία οι ΗΠΑ δεν έχουν ακόμα διπλωματικές σχέσεις. Το ρήγμα στο κομμουνιστικό κίνημα επιτείνεται με την άνοδο του οπορτουνισμού που εκδηλώνεται με τη μορφή του ευρωκομμουνισμού. Ιδιαίτερα η πολιτική του ιστορικού συμβιβασμού που λανσάρει τότε το Ιταλικό ΚΚΙ ουσιαστικά εκφράζει την υποταγή της εργατικής τάξης στην αστική πολιτική, την απεμπόληση της πολιτικής της αυτοτέλειας και της στρατηγικής της στόχευσης για την επαναστατική ανατροπή του καπιταλισμού και το σοσιαλισμό. Παρόμοιες τάσεις διαφαίνονται και σήμερα.
Το πρόσφατο αντιπολεμικό κίνημα στο ξέσπασμά του έχει μία έντονη «αντι-νεοφιλελεύθερη» χροιά, διακηρύσσει ως βασικό στόχο την ήττα του Μπους και των τωρινών «δεξιών» κυβερνήσεων. Αυτά τα χαρακτηριστικά έχουν αντικειμενική βάση στην εσωτερική πολιτική που εφαρμόζουν αυτές οι κυβερνήσεις και στη συνακόλουθη λαϊκή δυσαρέσκεια. Ωστόσο αυτές οι τάσεις συναντούν επίσης την ανοχή και ενίσχυση και από τμήματα της άρχουσα τάξης, όχι μόνο γιατί οι σοσιαλδημοκράτες είναι σε μια σειρά κράτη στην αντιπολίτευση αλλά και γιατί υπάρχει σημαντικός προβληματισμός και αναζήτηση στους κόλπους του μονοπωλιακού κεφαλαίου για τους τρόπους ρύθμισης της καπιταλιστικής κρίσης, αλλά και για την αναδιανομή των αγορών. Γεγονός που άλλωστε είχε ήδη εκφραστεί χαρακτηριστικά στο σήριαλ που συνόδεψε τις τελευταίες προεδρικές εκλογές των ΗΠΑ, όταν πήρε περίπου δυο μήνες (!) για να οριστικοποιηθεί και ανακοινωθεί ο νικητής.
Μια τέτια κατάσταση μπορεί από τη μία να ωθεί σε κίνηση μάζες που δεν έχουν χειραφετηθεί από την κυρίαρχη ιδεολογία και πολιτική, από την άλλη ωστόσο κάνει πιο σύνθετη υπόθεση αυτή ακριβώς τη χειραφέτηση. Και μέσα από αυτό το κίνημα προβάλλουν ερωτήματα με στρατηγικό ορίζοντα και σημασία: ποιες αιτίες οδηγούν στους πολέμους; Η ρίζα του πολέμου αυτού βρίσκεται στην «νεοφιλελεύθερη πολιτική» ή στο ίδιο το ιμπεριαλιστικό σύστημα; Κατά συνέπεια η διέξοδος απαιτεί μια νέα ρύθμιση του υπάρχοντος κοινωνικού συστήματος ή μια νέα, άλλη μορφή οργάνωσης της κοινωνίας που θα προέρθει από τη ρήξη με αυτό;
Για αυτό το λόγο όχι μόνο είναι ιδιαίτερα οξεία η πολιτική-ιδεολογική διαπάλη και η παρέμβαση της άρχουσας τάξης, αλλά εκδηλώνεται παγκόσμια και μια σημαντικότατη προσπάθεια υποταγής του επαναστατικού κινήματος και χειραγώγησης της πολιτικής των συμμαχιών των Κομμουνιστικών Κομμάτων. Η πολιτική και ιδεολογική αυτοτέλεια της εργατικής τάξης και των κομμάτων της είναι στο επίκεντρο αυτής της εκστρατείας. Η πίεση αυτή αποδίδει κάποια αρνητικά αποτελέσματα: Ορισμένα ΚΚ όχι μόνο εγκαταλείπουν κάθε ιδέα αυτοτελούς δράσης και πρωτοπόρου ρόλου, αλλά είναι και ευχαριστημένα όταν γίνονται «αποδεκτά» στις κινητοποιήσεις και διαχέονται σε διάφορα ευρύτερα σχήματα
Στο πολιτικό επίπεδο δυναμώνει η πίεση καθυπόταξης των κινημάτων στις μανούβρες κυβερνήσεων και τα αντικρουόμενα ιμπεριαλιστικά συμφέροντα, καθώς και η πίεση στα ΚΚ να στριμωχτούν τα στρατηγικά τους σχήματα στους σοσιαλδημοκράτες. Επιχειρείται, ιδιαίτερα από τις δυνάμεις της «Ευρωπαϊκής Νέας Αριστεράς», η δημιουργία μιας νέας συμμαχίας με τη Σοσιαλδημοκρατία, πατώντας και πάνω στο αντιπολεμικό κίνημα. Στην πραγματικότητα έχουμε μια περίπτωση αυτού που έχει περιγράψει ο Λένιν με αφορμή τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο: πως δηλαδή ο πόλεμος «καταλύει» τον οπορτουνισμό, μετατρέποντας την κρυφή συμμαχία με το κεφάλαιο σε ανοικτή συμμαχία και προδοσία των ταξικών συμφερόντων της εργατικής τάξης.
Η ανάπτυξη των κινημάτων, η υιοθέτηση ριζοσπαστικών συνθημάτων και οι τάσεις χειραφέτησης από την κυρίαρχη πολιτική ανησυχούν την άρχουσα τάξη που δυναμώνει την επίθεση στην ιδεολογία και την πολιτική των κομμουνιστών. Γι’ αυτό ο αντικομμουνισμός και ο αντισοβιετισμός αποτελούν απαραίτητα συστατικά της ιδεολογικής παρέμβασης της άρχουσας τάξης, χρησιμοποιούνται με ένταση που σχεδόν εκπλήσσει. Και εδώ συμφωνούν άπαντες: από τα γεράκια του Λευκού Οίκου που ταυτίζουν το Σαντάμ με το Στάλιν, μέχρι τους οπορτουνιστές ριψάσπιδες του εργατικού κινήματος και τους τροτσκιστές υπότροφους των σοσιαλδημοκρατών. Το μοτίβο γνωστό: συσκοτίζουμε και σπιλώνουμε το παρελθόν (την ΕΣΣΔ και το σοσιαλισμό και την προσφορά τους στην υπόθεση της ειρήνης και της απελευθέρωσης των λαών) για να βάλουμε εμπόδια στο δρόμο προς το μέλλον (το σοσιαλισμό του 21ου αιώνα).
Οχημα για το στρίμωγμα σε «κεντροαριστερά» σχήματα είναι η ψευδαίσθηση που πλασάρουν δυνάμεις της σοσιαλδημοκρατίας, οπορτουνιστές, τροτσκιστικές ομάδες κλπ. ότι -δήθεν- όσο πιο «χαμηλό» και «απλοποιημένο» το πλαίσιο διεκδίκησης τόσο μεγαλύτερη η συσπείρωτική ικανότητα και η αποτελεσματικότητα του κινήματος. Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η φιλολογία που παρουσιάζει τον πόλεμο στο Ιράκ ως «πόλεμο του Μπους» ή της «αμερικάνικης ακροδεξιάς», καθώς και συχνές-πυκνές εκκλήσεις αριστερά-δεξιά για «αντιφασιστικό αγώνα».
Ο Λένιν μιλώντας για τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο υπογράμμιζε πως δεν μπορεί να κατανοηθεί ο χαρακτήρας του πολέμου αν δε γίνει κατανοητός ο χαρακτήρας της εποχής, από τον οποίο απορρέει ο χαρακτήρας των καθηκόντων που μπαίνουν μπροστά την εργατική τάξη, το κίνημά της και την οργανωμένη της πρωτοπορία. Μετά την 11η Σεπτέμβρη και τον πόλεμο στο Αφγανιστάν αναπτύσσεται η θεωρία των «πολέμων της εποχής της παγκοσμιοποίησης», σε αντιδιαστολή με τους πολέμους της περιόδου ανόδου του καπιταλισμού, και τους ιμπεριαλιστικούς πολέμους. Οι θεωρίες αυτές συνοδεύουν τη φιλολογία για την «αυτοκρατορία», και θεωρούν τον «ατέρμονο πόλεμο», ως ένα πόλεμο νέου τύπου, χαρακτηριστικό και «δομικό στοιχείο» της «νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης». Αρνούνται την ιμπεριαλιστική φύση του πολέμου. Στην ουσία αυτές οι απόψεις αρνούνται τον χαρακτήρα της εποχής ως εποχής περάσματος από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό. Αρνούνται την πάλη ενάντια στον καπιταλισμό, την οποία ταυτίζουν με την «αντινεοφιλελεύθερη» πάλη. Προσπαθούν να καταλαγιάσουν τελικά και τα ίδια τα κινήματα αφυδατώνοντας τα από περιεχόμενο περιορίζοντας το εύρος των διεκδικήσεων. Προωθούν την υποταγή της εργατικής τάξης στα συμφέροντα του μονοπωλιακού κεφαλαίου, τόσο στο εσωτερικό των χωρών (κεντροαριστερή/κεντροδεξιά διακυβέρνηση) όσο και παγκόσμια, επιδιώκοντας να στοιχίσουν τους λαούς πίσω από τα ιμπεριαλιστικά κέντρα.
Ιδιαίτερη περίπτωση αποτελεί η προσπάθεια χειραγώγησης των αγωνιστικών διαθέσεων και οικειοποίησης των κινημάτων από ιμπεριαλιστικές δυνάμεις της ΕΕ και ιδιαίτερα το «γαλλογερμανικό άξονα». Ξεχωρίζει η προσπάθεια της σοσιαλδημοκρατίας, αλλά και δυνάμεων που κινούνται στις παρυφές της, είτε μέσα από τα σχήματα της «ευρωαριστεράς» (λ.χ. το «Φόρουμ της Νέας Ευρωπαϊκής Αριστεράς») είτε μέσα από το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Φόρουμ. Κοινός τόπος ο κατά το δυνατόν μεγαλύτερος περιορισμός του εύρους και του πολιτικού βάθους των διεκδικήσεων. Στη θέση του αιτήματος του κινήματος «όχι στον πόλεμο με ή χωρίς απόφαση του ΟΗΕ» προωθούν το αφυδατωμένο «όχι στον πόλεμο» ακόμα και μετά το ξέσπασμά του. Στις 12 Γενάρη σε ανακοίνωση των κομμάτων του «Φόρουμ της Νέας Ευρωπαϊκής Αριστεράς» αναγράφεται: «Η επίλυση των συγκρούσεων μέσα και γύρω από το Ιράκ πρέπει να παραμείνει προνόμιο του ΟΗΕ που αποτελεί τη νόμιμη φωνή της διεθνούς κοινότητας», δηλαδή πολύ πίσω από τη διεκδίκηση των κινημάτων που λένε απερίφραστα «όχι στον πόλεμο με ή χωρίς απόφαση» του ΟΗΕ. Δυνάμεις που ταυτίζονται με το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Φόρουμ προσπαθούν ανεπιτυχώς να επιβάλλουν νέο πλαίσιο στην κινητοποίηση της 15 Φλεβάρη σε συνάντηση που πραγματοποιείται στις Βρυξέλλες στις 7-8 Φλεβάρη. Οι εκπρόσωποι της γαλλικής οργανωτικής επιτροπής για το ερχόμενο Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Φόρουμ ανοικτά διαφωνούν με το σύνθημα «όχι στον πόλεμο ανεξάρτητα από απόφαση του ΟΗΕ», γιατί δεν πρέπει τάχα να πληγεί παραπάνω το κύρος του που χωρίς αυτόν οι ΗΠΑ θα ήταν αχαλίνωτες. Παράλληλα και η ΕΕ δια της προεδρίας της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ αναζητά τον «κεντρικό ρόλο του ΟΗΕ» και την ίδια στιγμή βεβαίως ούτε η ΕΕ ούτε η ελληνική Κυβέρνηση ούτε οι Γαλλογερμανοί καταδικάζουν επίσημα την αμερικάνικη εισβολή που -να σημειωθεί- έχει χαρακτηριστεί «παράνομη» ακόμα και από τον Κόφι Ανάν. Και βέβαια αυτές οι δυνάμεις όχι μόνο δε διαμαρτύρονται για τη στρατικοποίηση της ΕΕ, την πρώτη αποστολή Ευρωστρατού στην ΠΓΔΜ αλλά και …υπερθεματίζουν! Η στάση του ΣΥΝ και άλλων τέτιων δυνάμεων στη χώρα μας είναι χαρακτηριστική, δίνει σωσίβιο σωτηρίας στην κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ και την ελληνική προεδρία της ΕΕ
Η άρνηση της αντιιμπεριαλιστικής πάλης, που περνάει μέσα από την εγκατάλειψη της πάλης σε εθνικό επίπεδο, φτάνει έως τη διατύπωση ακραίων παραλογισμών από ορισμένους «θεωρητικούς» του «αντιπαγκοσμιοποιητικού» κινήματος. Για παράδειγμα ο Τόνι Νέγκρι, πρώην θεωρητικός των «Ερυθρών Ταξιαρχιών» και «πατέρας» των θεωριών περί «αυτοκρατορίας» και άλλων ιδεολογικών ακροβατισμών που έχει ενσωματώσει στο στίγμα της η «Κομμουνιστική Επανίδρυση» της Ιταλίας και όχι μόνο, δηλώνει τα εξής: «Ο Αντιαμερικανισμός συμπίπτει με μια θέση επανεκτίμησης και υπεράσπισης του εθνικού κράτους ως αντιιμπεριαλιστικό χαράκωμα. Σε αυτό τον πειρασμό έχουν επίσης ενδώσει κάποια τμήματα του κινήματος των κινημάτων όπως μπορούσαμε να δούμε στο Πόρτο Αλέγκρε. Να πάρει κανείς αυτή τη θέση θα ήταν πράγματι λάθος». Μάλιστα. Οχι μόνο ξεπερασμένη η πάλη σε εθνικό επίπεδο, αλλά λάθος ακόμα και ο …αντιαμερικανισμός, γιατί μπορεί να παραπέμπει σε κάτι τέτιο ή στην υπεράσπιση της ιδέας της εθνικής ανεξαρτησίας και κυριαρχίας. Και αυτά λίγο πριν την κατάληψη μιας χώρας.
Ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος έχει τις γενεσιουργές του αιτίες στο ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα και το ιμπεριαλιστικό του στάδιο. Γι’ αυτό έσπερναν αυταπάτες οι δυνάμεις που υποστήριζαν πως από μόνη της η αντιπολεμική κινητοποίηση μπορεί να ανακόψει την πορεία προς τον πόλεμο χωρίς γενικότερες ανατροπές του συσχετισμού δύναμης.
Η ιμπεριαλιστική επιθετικότητα δεν είναι ένδειξη δύναμης, είναι και σημάδι αδυναμίας του καπιταλισμού. Ο ιμπεριαλισμός όμως φέρει μέσα του και τη δυνατότητα διάρρηξης της αλυσίδας του. Και το καθήκον του κινήματος της κάθε χώρας είναι να κατευθύνει την πάλη του συγκεντρώνοντας δυνάμεις, ώστε να γίνει η δυνατότητα πραγματικότητα, εφόσον προκύψουν οι αντικειμενικές προϋποθέσεις της πανεθνικής κρίσης.
Ο αγώνας για την ειρήνη και τα κοινωνικά δικαιώματα είναι αναπόσπαστα δεμένος με την πάλη για την ανατροπή του σημερινού συσχετισμού δύναμης στη χώρα μας. Είναι αγώνας κατά των κυβερνήσεων και των πολιτικών δυνάμεων που στηρίζουν και συμμετέχουν στην ιμπεριαλιστική πολιτική, που την ανέχονται στο όνομα του ρεαλισμού. Αγώνας που θέτει ως προοπτική τη λαϊκή εξουσία, τη λαϊκή οικονομία. Εξω από τη γραμμή της αντιιμπεριαλιστικής πάλης δεν υπάρχει ούτε προοπτική αλλά ούτε και δυνατότητα αποτελεσματικής αντίστασης.
Η σημασία των διεθνών παραγόντων για τον αγώνα των επαναστατικών κινημάτων αυξάνει. Γι’ αυτό και η διεθνιστική αλληλεγγύη αποτελεί αποφασιστικό στοιχείο της πάλης σήμερα. Η επαναστατική διαδικασία σήμερα απαιτεί περισσότερο από κάθε άλλη φορά την ολόπλευρη ενότητα του κομμουνιστικού κινήματος: αποκατάσταση της ιδεολογικής ενότητας στη βάση του Μαρξισμού - Λενινισμού, πολιτική ενότητα, ενότητα δράσης. Σήμερα βρισκόμαστε ακόμα μακριά από ένα τέτιο στόχο. Σε αυτό το στόχο προσπαθεί να συμβάλλει το ΚΚΕ, αναλαμβάνοντας, στηρίζοντας και συμμετέχοντας σε πρωτοβουλίες που προωθούν το διάλογο, το συντονισμό και την κοινή δράση των κομμουνιστικών και εργατικών κομμάτων.
Η υπεράσπιση του σοσιαλισμού από την ιμπεριαλιστική συκοφαντική επίθεση και τον σκόπιμο μηδενισμό είναι αγώνας που συμβάλλει και στην πάλη για την ειρήνη. Δημιουργεί προϋποθέσεις για την κατάκτηση της κοινωνικής λαϊκής ευημερίας. Είναι αγώνας που αναδεικνύει αξίες και ιδανικά, τις αρετές της αφοσίωσης στο λαϊκό συμφέρον. Καλλιεργεί την αισιοδοξία και τη μαχητικότητα, που αποτελούν σημαντικούς ιδεολογικούς, πολιτικούς και πολιτιστικούς παράγοντες μεγάλης ώθησης της λαϊκής πάλης.