«ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΣ»: ΣΤΗΡΙΓΜΑ ΤΗΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ ΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ


του Κύριλλου Παπασταύρου

Ενα πολιτικό κόμμα που δεν έχει συμμετάσχει στην αστική διακυβέρνηση δε σημαίνει ότι είναι ανεύθυνο απέναντι στην εφαρμοζόμενη πολιτική ούτε ότι εκφράζει εξ ορισμού με την πολιτική του τους εργαζόμενους. Είναι βεβαίως φυσικό ένα τέτοιο κόμμα να έχει περισσότερες δυνατότητες στο να εμφανίζεται με «φιλολαϊκό» προφίλ, σε σχέση με τα κυβερνητικά κόμματα. Τα κόμματα όμως κρίνονται με βάση τις θέσεις τους, τις πολιτικές επιλογές τους, τη στάση τους απέναντι σε στρατηγικές επιλογές της εξουσίας της αστικής τάξης και των κομμάτων της που σήμερα κυβερνούν τη χώρα, καθώς βέβαια και από τον προσανατολισμό της δράσης τους στο κίνημα. Κριτήριο εντέλει για κάθε κόμμα είναι το ποια ταξικά συμφέροντα εξυπηρετεί.

Ο ΣΥΝ είναι χαρακτηριστική περίπτωση κόμματος που ντύνει με «ριζοσπαστική» ρητορεία μια πολιτική γραμμή που οδηγεί στην υποταγή των εργαζομένων στα συμφέροντα της αστικής τάξης. Το τελευταίο διάστημα μάλιστα, με την αντίστοιχη προβολή που έχει από ΜΜΕ της «κεντροαριστεράς» (βλέπε: «Ελευθεροτυπία»), εμφανίζεται ως «σκληρά» αντιπολιτευόμενος την κυβέρνηση της ΝΔ, ως δύναμη που πρωταγωνιστεί στις λαϊκές κινητοποιήσεις.

Το μέτωπο της αντιπαράθεσης του ΚΚΕ στις δυνάμεις του ΣΥΝ και του ΣΥΡΙΖΑ δεν περιορίζεται σε θεωρητικές διαφορές. Είναι αντιπαράθεση που αφορά τα σύγχρονα ζητήματα της πάλης, το παρόν και το μέλλον του εργατικού και λαϊκού κινήματος, της προοπτικής του. Η αντιπαράθεση αυτή πηγάζει από τον οπορτουνιστικό χαρακτήρα του ΣΥΝ, την προέλευσή του ως κόμμα που συγκροτείται από δυνάμεις οι οποίες αποσπάστηκαν από το Κομμουνιστικό Κόμμα, αφού επιδίωξαν τη διάλυσή του, δυνάμεις που με τις ιδεολογικές και πολιτικές τους θέσεις σε τελευταία ανάλυση προσφέρουν στήριξη στη στρατηγική του κεφαλαίου. Η κυρίαρχη τάση του ΣΥΝ (άλλες πιο ειλικρινείς τάσεις σε αυτόν, δε μιλούν περί δυνατότητας συνεργασίας με το ΚΚΕ, αλλά με το ΠΑΣΟΚ), αλλά και τμήματα του αστικού Τύπου προσπαθούν να εμφανίσουν αυτή την αντιπαράθεση ως αποτέλεσμα μιας μονομανίας από την πλευρά του ΚΚΕ, ως μια ανούσια αντιπαράθεση για το ποιος θα ηγείται του χώρου που προσδιορίζεται ως «Αριστερά» κλπ. Με υποκριτικές εκκλήσεις περί «ενότητας της Αριστεράς» επιχειρείται να συσκοτιστεί η ουσία της αντιπαράθεσης, να διαστρεβλωθεί, ουσιαστικά να καλυφθεί ότι πρόκειται για αντιπαράθεση ανάμεσα σε δύο αντίθετες στρατηγικές και όχι σε παραλλαγές της ίδιας κατεύθυνσης. Το ΚΚΕ αποκαλύπτει ότι πρόκειται για αντιπαράθεση ανάμεσα στην αντιιμπεριαλιστική (αντικαπιταλιστική) γραμμή και στη σοσιαλδημοκρατική, που στο βάθος της είναι σύγκρουση ανάμεσα στην επαναστατική και διαχειριστική-οπορτουνιστική στρατηγική, στη σύγχρονη έκδοσή της. Αντιπαρατίθεται με τον οπορτουνισμό γιατί αυτό το ιδεολογικό-πολιτικό ρεύμα και ο συγκροτημένος φορέας του, ο ΣΥΝ, με το μανδύα της «ανανεωτικής αριστεράς», εμποδίζει την εργατική τάξη να αναπτύξει πολιτική δράση ανεξάρτητη από την αστική πολιτική, στην κατεύθυνση της ανατροπής του καπιταλισμού, της πάλης για το σοσιαλισμό. Το ρεύμα αυτό στηρίζεται σε ένα τμήμα υψηλόμισθων εργαζομένων που έχει ταυτιστεί με τα συμφέροντα του κεφαλαίου, έχει εισόδημα από τη διαχείριση κονδυλίων που συνοδεύουν προγράμματα της ΕΕ, καθώς και από την ιδιοκτησία μετοχών καπιταλιστικών επιχειρήσεων, κυρίως στις πρώην ΔΕΚΟ και έτσι έχει συνδέσει την τύχη του με την ύπαρξη του καπιταλιστικού συστήματος. Οι αντιλήψεις του επιδρούν ιδιαίτερα σε σημαντικό τμήμα αυτοαπασχολούμενων, σε τμήμα μεγαλόμισθων επιστημόνων που εμπλέκεται στη δημόσια διοίκηση και άλλες κρατικές λειτουργίες, σε τμήματα της μισθωτής διανόησης, σε τμήματα της εργατικής τάξης που δεν έχουν ακόμα πληγεί έντονα από τις αναδιαρθρώσεις, σε τμήματα της νεολαίας με μικρή πολιτική πείρα. Το πρόβλημα λοιπόν που τίθεται επί της ουσίας είναι αν οι εργαζόμενοι σε συμμαχία με τα φτωχά λαϊκά στρώματα πρέπει να έχουν τη δικιά τους ανεξάρτητη από την αστική τάξη πολιτική, το δικό τους πρόγραμμα για την εξουσία, να συγκροτηθούν σε δύναμη αντιπαράθεσης και στη συνέχεια σύγκρουσης και ρήξης συνολικά με τα συμφέροντα του κεφαλαίου ή θα πρέπει να σέρνονται πίσω από αυτή ή την άλλη εκδοχή της αστικής διαχείρισης, διεκδικώντας την άμεση συμμετοχή στη διακυβέρνηση για μια δήθεν ανθρωπινότερη διαχείριση των σύγχρονων διευρυνόμενων λαϊκών αναγκών. Οποιος σήμερα υπόσχεται αντιμετώπιση των οξυμένων λαϊκών προβλημάτων μέσα από μια πιο φιλολαϊκή προώθηση της στρατηγικής του κεφαλαίου -όπως κάνει ο ΣΥΝ- συνειδητά διαστρεβλώνει την πραγματικότητα στα μάτια των εργαζόμενων. Ο ΣΥΝ αντιμετωπίζει την κριτική εκ μέρους του ΚΚΕ, στις θέσεις και τη δράση του, με αναπαραγωγή στρεβλώσεων και συκοφαντιών των επιτελείων της Χαριλάου Τρικούπη[1] και των εργαστηρίων του αντικομμουνισμού, όπως π.χ. ότι «το ΚΚΕ τα έχει βρει με τη ΝΔ», «δε συμμετέχει στους αγώνες», «στηρίζει το Χριστόδουλο», «ταυτίζεται με το ΛΑ.Ο.Σ. σε αντιδραστικές θέσεις» και πολλά άλλα τέτοια επιχειρήματα που με ιδιαίτερη φροντίδα προβάλλονται από έντυπα και ηλεκτρονικά αστικά ΜΜΕ, ιδιαίτερα από το MEGA TV και την εφημερίδα «Το Βήμα», αλλά και τις εφημερίδες «Εθνος», «Ελευθεροτυπία», «Αυγή», με άρθρα που πολλές φορές μοιάζουν σαν δύο σταγόνες νερό. Και άλλα συνειδητά ψέματα συμπληρώνουν την επιχείρηση συκοφάντησης του ΚΚΕ, εκ μέρους του ΣΥΝ, όπως ότι το ΚΚΕ δεν πήρε θέση για την κρατική βία που ασκήθηκε στο «παιδί με τα πράσινα παπούτσια», στο δίκαιο αίτημα για τη δημόσια και δωρεάν χρήση των παραλίων και άλλα. Ο ΣΥΝ, πρωτοστατώντας στην επίθεση στο ΚΚΕ, δίνει για άλλη μια φορά εξετάσεις στήριξης του αστικού πολιτικού συστήματος στο ενδεχόμενο μιας κεντροαριστερής διακυβέρνησης. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι πρωτοκλασάτα στελέχη του ΣΥΝ όλων των «ρευμάτων» του και η «Αυγή» ανέλαβαν εργολαβικά να αντικρούσουν την κριτική του ΚΚΕ[2] προς το ΠΑΣΟΚ.

Σήμερα πλέον δε θα πρέπει να εκπλήσσεται κανένας αγωνιστής και αγωνίστρια με ριζοσπαστικές παραδόσεις και διαθέσεις, αφού τα ίδια τα έργα και οι ημέρες του ΣΥΝ, επί σχεδόν δύο δεκαετίες, επιβεβαιώνουν τον οπορτουνιστικό του χαρακτήρα, δηλαδή τον ειδικό ρόλο του στην επιχείρηση ενσωμάτωσης του ΚΚΕ σε μια συμβιβαστική γραμμή. Καθ’ όλη τη χρονιά που διανύουμε και πιο χαρακτηριστικά με τις φοιτητικές κινητοποιήσεις, φάνηκε ξεκάθαρα αυτή η γραμμή: αποσπασματικά προβολή κάποιων αιτημάτων (π.χ. άρθρο 16 του Συντάγματος), όξυνση στη χρησιμοποίηση ορισμένων μορφών πάλης (π.χ. κατάληψη εκπαιδευτικών ιδρυμάτων) και στη συνέχεια πέρασμα σε διαπραγματευτική, συναινετική, συμβιβαστική γραμμή. Ως προς αυτό το ρόλο οφείλουμε ν’ αναγνωρίσουμε ότι πρόκειται για άξιο συνεχιστή του οπορτουνιστικού ρεύματος που εκπροσωπούσε το λεγόμενο «ΚΚΕ εσωτερικού»[3] στις δεκαετίες 1960, 1970, 1980, πριν την ενσωμάτωση των δυνάμεών του στο ΣΥΝ.

ΜΙΑ ΠΟΡΕΙΑ ΚΑΙΡΟΣΚΟΠΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΑΦΕΡΕΓΓΥΟΤΗΤΑΣ

Η τακτική του ΣΥΝ στο κίνημα είναι καιροσκοπική. Εμφανίζεται ως «πρωταγωνιστικός» φορέας κινητοποιήσεων που πραγματοποιούνται, ως συμπαραστάτης των λαϊκών μαζών σε οξυμένα τους προβλήματα. Η αλήθεια είναι ότι σήμερα οι μισθωτοί εργαζόμενοι, οι αυτοαπασχολούμενοι, οι φτωχοί αγρότες, οι νέοι έρχονται αντιμέτωποι με τις συνέπειες των στρατηγικών επιλογών του κεφαλαίου, τις οποίες ο ΣΥΝ είτε στήριξε ανοιχτά είτε τους έδωσε αριστερό άλλοθι για να νομιμοποιηθούν στη λαϊκή συνείδηση.[4] Δηλαδή, ενώ στήριξε την αιτία, σήμερα εμφανίζεται να αγωνίζεται ενάντια στο αποτέλεσμα. Η Συνθήκη του «Μάαστριχ» και η «Λευκή Βίβλος», για τα οποία αναρωτιέται ο πρόεδρος του ΣΥΝ «ποιος τα θυμάται αυτά σήμερα;», βρίσκονται στη βάση όλων των καπιταλιστικών μεταρρυθμίσεων της τελευταίας δεκαπενταετίας. Πρόκειται για συμφωνίες που εξέφρασαν στο διακρατικό επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ενωσης τις ανάγκες των μονοπωλίων και της καπιταλιστικής εξουσίας σε εθνικό επίπεδο για αναπροσαρμογές στην οικονομία και την πολιτική, αναγκαίες για την εξασφάλιση της καπιταλιστικής κερδοφορίας στις νέες συνθήκες του ανταγωνισμού. Μήπως για παράδειγμα ακόμα και τα ζητήματα εμπορευματοποίησης των ακτών -για τα οποία ο ΣΥΝ εμφανίζεται όψιμα να κόπτεται, ενώ όταν πρωτοξεκίνησε το φράξιμο των παραλίων και η παράδοσή τους στο κεφάλαιο δεν άρθρωσε λέξη- είναι άσχετα με την απελευθέρωση των αγορών που άνοιξε η Συνθήκη του Μάαστριχτ; Πώς μπορεί ο ΣΥΝ να μιλάει για λύσεις στα προβλήματα των φτωχών αγροτών όταν αποδέχεται την Κοινή Αγροτική Πολιτική, διεκδικώντας μια «φιλολαϊκή» αναθεώρησή της, δηλαδή τις βασικές κατευθύνσεις που αποσκοπούν στη μείωση της αγροτικής παραγωγής, τη συγκέντρωση της γης σε μεγάλους ιδιοκτήτες; Πώς μπορεί να διαμαρτύρεται για τα αντεργατικά μέτρα και την ακρίβεια, τη στιγμή που στήριξε την ένταξη της Ελλάδας στην «Οικονομική Νομισματική Ενωση»; Πώς μπορεί να διαμαρτύρεται για τη «νεοφιλελεύθερη» πολιτική της ΕΕ, δηλαδή τις καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις, τη στιγμή που δεν αντέδρασε ουσιαστικά σε καμία Συνθήκη της, τη στιγμή που στήριξε την ενίσχυσή της ως ιμπεριαλιστικού κέντρου, τη διεύρυνσή της με την ένταξη άλλων κρατών; Πώς μπορεί να διαμαρτύρεται για τις «κοινωνικές ανισότητες» τη στιγμή που υποστήριξε το σύνθημα της «ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας» που σημαίνει συγκέντρωση του πλούτου σε όλο και λιγότερα χέρια, περισσότερα κέρδη για το κεφάλαιο, επομένως μεγαλύτερη εκμετάλλευση για τους εργαζόμενους; Στη φύση του οπορτουνισμού είναι να προσαρμόζει τον τρόπο ενσωμάτωσης στο σύστημα ανάλογα με τις συνθήκες. Σε περίοδο που το κίνημα υποχωρεί, οι φορείς του οπορτουνισμού γίνονται ανοικτοί αρνητές του εργατικού κινήματος, συμπλέουν με τις αστικές δυνάμεις, την αντικομμουνιστική και αντισοσιαλιστική εκστρατεία[5]. Ετσι στις αρχές της δεκαετίας του 1990 ο ΣΥΝ έγινε σημαιοφόρος της στρατηγικής του κεφαλαίου, προβάλλοντας ότι εργαζόμενοι και κεφάλαιο μπορούν να έχουν κοινούς «εθνικούς στόχους», ότι πρέπει να ταυτιστούν στα ζητήματα της ΕΕ, της «ανάπτυξης», του «εκσυγχρονισμού». Σήμερα που οι πλαστές προσδοκίες διαψεύδονται και συσσωρεύεται αρνητική πείρα στους εργαζόμενους από τα αποτελέσματα αυτών των στρατηγικών επιλογών, ο ΣΥΝ δε διστάζει να ασκεί κριτική στα αστικά κόμματα, να εμφανίζεται ότι παίρνει αποστάσεις από τη σοσιαλδημοκρατία, να «διαμαρτύρεται», «εξοργίζεται», «αγανακτεί» σαν παραπλανημένος, προσπαθώντας να κρύψει τη δική του ευθύνη για το συσχετισμό στο εργατικό κίνημα και να εμφανιστεί με αγωνιστικό προσωπείο. Πώς αλλιώς θα μπορούσε να χαρακτηριστεί αυτή η στάση αν όχι καιροσκοπική και αφερέγγυα;

«ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΤΙΚΗ» ΑΠΑΤΗ ΜΕ ΞΑΝΑΖΕΣΤΑΜΕΝΑ ΣΥΝΘΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΣΟΣΙΑΛΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Είναι δεδομένο ότι ο ΣΥΝ δεν προβάλλει ούτε καν σκέψη για την αναγκαιότητα ανατροπής του καπιταλιστικού συστήματος και υπερασπίζεται την ουτοπική δυνατότητα βελτίωσής του, μετεξέλιξής του σε πιο ανθρώπινο - κάτω από το σοσιαλδημοκρατικό σύνθημα για «σοσιαλισμό με δημοκρατία και ελευθερία». Τα συνθήματά του, όπως «κοινωνικό κράτος», «κράτος πρόνοιας», «κοινωνικός έλεγχος των αγορών» είναι δανεισμένα από την κλασική σοσιαλδημοκρατική ιδεολογία και πολιτική που εξέφρασε και το ΠΑΣΟΚ στη δεκαετία του 1980. Αυτή την πολιτική, που εφάρμοσαν και φιλελεύθερα αστικά κόμματα στη Δυτική Ευρώπη, αναγκάστηκαν να την εγκαταλείψουν στην πορεία και οι κλασικοί σοσιαλδημοκράτες, γιατί είχε χάσει τη δυνατότητά της με επιτυχία να ενσωματώνει τις εργατικές μάζες στο σύστημα, γιατί οι σύγχρονες ανάγκες του καπιταλισμού, τα προβλήματα της σημερινής φάσης ανάπτυξής του δεν αφήνουν περιθώρια μιας τέτοιας πολιτικής. Εδώ και δεκαετίες άλλωστε η στρατηγική του κεφαλαίου στις περισσότερες καπιταλιστικές χώρες έχει αναπροσαρμοστεί στην κατεύθυνση των αποκρατικοποιήσεων, της απελευθέρωσης αγορών, της μείωσης του εργατικού κόστους, της ενίσχυσης της καπιταλιστικής δράσης σε τομείς όπως η υγεία, η πρόνοια, η παιδεία κλπ.

Αλλωστε η εφαρμογή σοσιαλδημοκρατικών πολιτικών διαχείρισης, τόσο σε όλο τον κόσμο όσο και στην Ελλάδα κατά τη δεκαετία του 1980, αποδείχτηκε ότι δεν αποτελούσε έναν «άλλο δρόμο» για το σοσιαλισμό, όπως παραπλανητικά διατείνονταν οι σοσιαλδημοκράτες, αλλά ουσιαστικά ήταν μια πολιτική που εξυπηρετούσε τρέχουσες ανάγκες της καπιταλιστικής συσσώρευσης. Αυτή έπρεπε εκείνη την εποχή να στηριχτεί στον εκτεταμένο κρατικό τομέα και σε ορισμένη κρατική πολιτική για την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης με ταυτόχρονη πολιτική ενσωμάτωσης τμημάτων της εργατικής τάξης. Ο ΣΥΝ προσαρμόζει ένα περιορισμένο τμήμα των παλιών θέσεων της σοσιαλδημοκρατίας στις σημερινές συνθήκες, ως στοιχείο μιας δήθεν εναλλακτικής διαχείρισης της ΕΕ, της λεγόμενης αντινεοφιλελεύθερης εκδοχής της. Σε αυτή τη βάση επιδιώκει ν’ αλλάξει «ο συσχετισμός στην Αριστερά», να μειωθεί η πολιτική επιρροή του ΚΚΕ προς όφελος του ΣΥΝ, να συρθεί το ΚΚΕ σε αυτή τη γραμμή ενσωμάτωσης ή και τα δύο. Αυτή είναι η γραμμή των συμμαχιών του ΣΥΝ, της «ενότητας της Αριστεράς» ή της συγκρότησης της «Δημοκρατικής Αντινεοφιλελεύθερης Συσπείρωσης» στην οποία καλεί. Η διατύπωση από την πλευρά του ΣΥΝ συνθημάτων δανεισμένων από μια διαχείριση του καπιταλισμού που σήμερα δεν μπορεί να υπάρξει στην Ελλάδα είναι ανέξοδη, αφού δεν πρόκειται να κληθεί άμεσα να τα εφαρμόσει ως κόμμα. Ταυτόχρονα με αυτή τη συνθηματολογία ο ΣΥΝ εκφράζει και την αγωνία του για την ανάγκη να αμβλυνθούν οι οξυμένες κοινωνικές αντιθέσεις, να λειανθούν οι πιο οξείες γωνίες της στρατηγικής του κεφαλαίου.

Η ευρωπαϊκή εμπειρία δείχνει ότι όταν συστεγαζόμενα με το ΣΥΝ κόμματα -μέλη του «Κόμματος Ευρωπαϊκής Αριστεράς»- τη δεκαετία του 1990, τόσο στη Γαλλία όσο και την Ιταλία, αλλά και σήμερα, πήραν μέρος σε κυβέρνηση κεντροαριστερής συνεργασίας, γρήγορα εγκατέλειψαν τις αντινεοφιλελεύθερες κορώνες και προσαρμόστηκαν στις σύγχρονες ανάγκες της καπιταλιστικής διαχείρισης. Ετσι στήριξαν πολιτικές των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων πολλές φορές και από θέσεις κλειδιά (π.χ. η Η Μαρί Ζορζ Μπιφέ, ΓΓ του Γαλλικού ΚΚ, διετέλεσε υπουργός νεολαίας και αθλητισμού στην κυβέρνηση Ζοσπέν το διάστημα 1997-2002), όπως η εφαρμογή των ελαστικών εργασιακών σχέσεων και μάλιστα με σύνθημα το 35ωρο (Γαλλία), συμβάλλοντας στη λεγόμενη κοινωνική συναίνεση. Δεν πρέπει επίσης να ξεχνάμε το γεγονός ότι τέτοιου είδους κεντροαριστερές κυβερνήσεις, όπως η γαλλική και η ιταλική, συμμετείχαν στο ΝΑΤΟϊκό πόλεμο ενάντια στη Γιουγκοσλαβία το 1999. Βασικός πολιτικός στόχος συγκρότησης της κεντροαριστερής συμμαχίας που σήμερα κυβερνάει την Ιταλία ήταν να φύγει η κεντροδεξιά κυβέρνηση Μπερλουσκόνι και η απόσυρση των ιταλικών στρατευμάτων από το Ιράκ. Ομως σήμερα Ιταλοί στρατιώτες συνεχίζουν να βρίσκονται στο Ιράκ, 19.000 στο Αφγανιστάν, ενώ οι ΝΑΤΟϊκές βάσεις στην Ιταλία ενισχύονται.

Σήμερα η «ανανεωτική αριστερά» ή η «νέα αριστερά» στην ΕΕ μέσα από τη συμμετοχή της σε κυβερνητικά σχήματα οδηγήθηκε στα αδιέξοδα που αντιμετωπίζει και η κλασική σοσιαλδημοκρατία. Δηλαδή δυσκολεύεται να διαμορφώσει ιδιαίτερη πρόταση διαχείρισης σε σχέση με τα νεοφιλελεύθερα κόμματα, να συναινεί στη στρατηγική του κεφαλαίου χωρίς όμως να χάνει το πλεονέκτημά της ως δύναμη καθησυχασμού, ενσωμάτωσης δυνάμεων της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων. Πίσω από τις σοσιαλδημοκρατικές διακηρύξεις του ο ΣΥΝ δεν μπορεί να κρύψει την συμφωνία του με βασικές πλευρές της στρατηγικής του κεφαλαίου, έστω και αν υποστηρίζει την εφαρμογή τους με λιγότερο κόστος για τους εργαζόμενους. Ετσι σε μια σειρά τομείς είναι φανερή η υιοθέτηση των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων, συμμεριζόμενος τους προβληματισμούς και τις επιδιώξεις της αστικής τάξης. Ορισμένα παραδείγματα:

- Στην Τοπική Αυτοδιοίκηση υπερασπίζεται τις Συμπράξεις Δημοσίου και Ιδιωτικού Τομέα, την ανταποδοτικότητα στις υπηρεσίες των δήμων και των νομαρχιών, την οποία και εφαρμόζει όπου συμμετέχει στη δημοτική ή νομαρχιακή αρχή.

- Αποδέχεται την ύπαρξη ιδιωτικού τομέα στην υγεία, την πρόνοια, την παιδεία, την κοινωνική ασφάλιση προτείνοντας τον «κρατικό έλεγχο της ποιότητας» των παρεχόμενων υπηρεσιών τους. Υποστηρίζει τη χρηματοδότηση των υπηρεσιών υγείας από τα ασφαλιστικά ταμεία και όχι την ενιαία και γενικευμένη δωρεάν κρατική παροχή τους.

- Υποστηρίζει όλα τα μέτρα στην κατεύθυνση της αποκέντρωσης και της ενίσχυσης της ταξικής διαφοροποίησης στο σχολείο. Αποδέχεται το διαχωρισμό του σχολείου σε τεχνικό και γενικό, που ουσιαστικά πρόωρα διαχωρίζει την επαγγελματική κατάρτιση από τη γενική μόρφωση, σε βάρος της δεύτερης για τα παιδιά της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων.

- Αποδέχεται την απελευθέρωση της ενέργειας, των τηλεπικοινωνιών, θέτοντας όρους ελέγχου από το κράτος που ουσιαστικά δεν αλλάζουν την κατεύθυνση ενίσχυσης των μονοπωλίων σε αυτούς τους κλάδους κλπ.

Μια ματιά στους χώρους της Τοπικής Αυτοδιοίκησης είναι αποκαλυπτική για την πολιτική πρακτική του. Οι δυνάμεις του ΣΥΝ μαζί με αυτές της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ ψήφισαν σε ΚΕΔΚΕ και ΕΝΑΕ όλες τις αντιδραστικές μεταρρυθμίσεις που αφορούσαν τις ιδιωτικοποιήσεις μέσω της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, την ανατροπή των εργασιακών σχέσεων, την αύξηση της φορολογίας. Σε ορισμένες μάλιστα από αυτές τις διαδικασίες ήταν εισηγητές εκπρόσωποι του ΣΥΝ. Αποδέχτηκε και ψήφισε στην ΚΕΔΚΕ το πρόγραμμα «ΘΗΣΕΑΣ» που προβλέπει ότι τα έργα στους Δήμους θα εκτελούνται μέσω «σχημάτων σύμπραξης» με τους επιχειρηματίες.

Αλλωστε οι δήμαρχοι και οι νομάρχες που εξέλεξε μόνος του ή με τη στήριξη του ΠΑΣΟΚ, όπως στη Νέα Σμύρνη, την Ελευσίνα, την Πετρούπολη και αλλού, έχουν αναδειχθεί σε πρωταθλητές στην εφαρμογή των ανταποδοτικών τελών, στην αύξηση της δημοτικής φορολογίας, στη συνεργασία με το ιδιωτικό κεφάλαιο, στην εφαρμογή ελαστικών εργασιακών σχέσεων κλπ.

Η σύγκλιση του ΣΥΝ με το ΠΑΣΟΚ είναι αναπόσπαστο στοιχείο της πολιτικής του φυσιογνωμίας. Αυτή η δυνατότητα σύγκλισης βασίζεται στο γεγονός ότι τα δύο κόμματα μοιράζονται κοινές προγραμματικές θέσεις. Η διαφορά του ΣΥΝ με το ΠΑΣΟΚ βρίσκεται στο ότι το δεύτερο, ως κόμμα που εναλλάσσεται στην αστική διακυβέρνηση, έχει μικρότερα περιθώρια για ελιγμούς απέναντι σε πλευρές της στρατηγικής του κεφαλαίου. Αυτό το γεγονός δημιουργεί δυσκολίες και αντιθέσεις στους όρους με τους οποίους προωθείται η σύγκλιση των δύο κομμάτων[6]. Γύρω από αυτό το ζήτημα περιστρέφεται και η εσωκομματική αντιπαράθεση μέσα στο ΣΥΝ. Οι δυνάμεις του λεγόμενου «αριστερού» ρεύματος που στηρίζουν το ΣΥΡΙΖΑ υπολογίζουν, εκμεταλλευόμενοι την εμφανή ταύτιση του ΠΑΣΟΚ με τη ΝΔ σε κεντρικά ζητήματα, ότι μπορούν να πρωταγωνιστήσουν σε μια γενικότερη ανασύνθεση του σοσιαλδημοκρατικού χώρου. Ταυτόχρονα δεν απορρίπτουν -υπό προϋποθέσεις- και την ανοιχτή συνεργασία με το ΠΑΣΟΚ στα πλαίσια μιας κεντροαριστερής κυβέρνησης.[7] Από την άλλη η λεγόμενη «ανανεωτική» πτέρυγα επιδιώκει μια άμεση σύγκλιση με το ΠΑΣΟΚ στη βάση προγραμματικής συμφωνίας.

Αλλωστε είναι φανερό ότι και από την πλευρά του ΠΑΣΟΚ διατηρείται ανοιχτή η δυνατότητα συνεργασίας[8]. Τα δύο κόμματα έχουν αναπτύξει δεσμούς μέσα από πολύχρονη συνεργασία στην Τοπική Αυτοδιοίκηση αλλά και το συνδικαλιστικό, εργατικό και γενικότερα το μαζικό κίνημα. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο ΣΥΝ έδωσε πάντα χέρι βοήθειας στο ΠΑΣΟΚ, όποτε και όταν το χρειάστηκε. Για παράδειγμα βρέθηκε μαζί με το ΠΑΣΟΚ στις ίδιες αντιπολεμικές διαδηλώσεις, ξεπλένοντας έτσι τις ευθύνες του κυβερνητικού ΠΑΣΟΚ που διέθετε τις βάσεις της Ελλάδας για χρήση από τις ΗΠΑ στον πόλεμο. Χαιρέτησε τους ελιγμούς του Γ. Παπανδρέου με αφορμή τη συζήτηση του άρθρου 16 αναγορεύοντάς τους σε νίκη του κινήματος. Πήγε χέρι-χέρι με το ΠΑΣΟΚ σε μια σειρά κινητοποιήσεις στους εκπαιδευτικούς, στο φοιτητικό κίνημα και αλλού. Η τακτική του ΣΥΝ απέναντι στο ΠΑΣΟΚ καλλιεργεί συστηματικά ψευδαισθήσεις για το χαρακτήρα του, παρεμποδίζοντας τον απεγκλωβισμό εργατικών μαζών από την επιρροή του. Είναι χαρακτηριστικό ότι η κριτική του ΣΥΝ στο «Πρόγραμμα του ΠΑΣΟΚ» είναι στη γραμμή συγκρότησης μιας «αξιόπιστης σοσιαλδημοκρατικής πρότασης» που θα διαχωρίζεται από την κλασική νεοφιλελεύθερη που εκφράζει η ΝΔ.

Είναι λοιπόν εξηγήσιμες οι προτροπές[9] τμημάτων της αστικής τάξης -μέσω του κεντροαριστερού τύπου- προς το ΠΑΣΟΚ να οξύνει την επίθεσή του ενάντια στο ΚΚΕ, αξιοποιώντας τα παλιά δοκιμασμένα εφόδια της κλασικής αντικομμουνιστικής προπαγάνδας (περί σταλινισμού, εγκλημάτων κλπ.), την ίδια στιγμή που θα κρατά ανοιχτές διόδους επικοινωνίας και προοπτικής συνεργασίας με το ΣΥΝ.

«ΑΡΙΣΤΕΡΟ» ΣΤΗΡΙΓΜΑ ΤΟΥ ΕΥΡΩΕΝΩΣΙΑΚΟΥ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟΥ

Ο ΣΥΝ σήκωσε τη σημαία του Συμφώνου Σταθερότητας στα Βαλκάνια και των επιδιώξεων του ελληνικού κεφαλαίου για διείσδυση σε αυτές τις χώρες. Υποστήριξε το ιμπεριαλιστικό «σχέδιο Ανάν» για το Κυπριακό, που ουσιαστικά οδηγεί στη διχοτόμηση του νησιού, ενώ κατηγόρησε το ΚΚΕ για εθνικισμό επειδή εναντιώθηκε σε αυτό από διεθνιστικές και αντιιμπεριαλιστικές θέσεις.

Ο ΣΥΝ, από την αρχή της συγκρότησής του ως φορέας του οπορτουνισμού στην Ελλάδα, αποτέλεσε βασικό «αριστερό» στήριγμα της ΕΕ. Εδωσε αριστερό άλλοθι στο μύθο του «Ευρωπαϊκού οράματος», στο «μονόδρομο της ΕΕ» για τις εργατικές και λαϊκές δυνάμεις της Ελλάδας. Η πολιτική αυτή αποτελεί συνέχεια της παλαιότερης του «ΚΚΕ εσωτερικού» με το σύνθημα «ΕΟΚ των εργαζομένων». Στήριξε την ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ, σπέρνοντας αυταπάτες ότι θα δώσει λύση στο Κυπριακό. Εναντιώθηκε στο συγκεκριμένο σχέδιο Ευρωσυντάγματος, τασσόμενος υπέρ της Ομοσπονδιοποίησης της ΕΕ στη γραμμή μιας δήθεν φιλολαϊκής μεταρρύθμισής της. Η κριτική του ΣΥΝ προς τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ γίνεται κυρίως από τη θέση ενίσχυσης της αυτοτελούς στρατιωτικής οργάνωσης της ΕΕ, με ενίσχυση του «Ευρωστρατού» και της Κοινής Ευρωπαϊκής Εξωτερικής Πολιτικής και Ασφάλειας[10]. (Θυμίζουμε ότι είχε στηρίξει τη δημιουργία της Δυτικής Ευρωπαϊκής Ενωσης, της στρατιωτικής συμμαχίας που υπήρξε προ-άγγελος του Ευρωστρατού). Σε αυτή τη γραμμή συντάχθηκε με τη Γαλλία και τη Γερμανία στο λεγόμενο «γαλλικό σχέδιο» σε σχέση με τη μονομερή επίθεση των ΗΠΑ στο Ιράκ.

Με τη θέση «ΟΧΙ στην τρομοκρατία, όχι στον πόλεμο» έδωσε άλλοθι στην ιμπεριαλιστική επιθετικότητα των ΗΠΑ, παρά το γεγονός ότι σήμερα μπορεί να εμφανίζεται καταγγελτικός εναντίον της. Με την εκδήλωση της αλληλεγγύης του στην κυβέρνηση των ΗΠΑ, μετά την 11η Σεπτέμβρη 2001 και την υιοθέτηση των επιχειρημάτων περί τρομοκρατίας, έβαλε πλάτη στη διαμόρφωση κλίματος τρομοϋστερίας.

Πρωτοστάτησε στη διαμόρφωση του «Ευρωπαϊκού Αριστερού Κόμματος», καθώς και του «Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Φόρουμ», φορείς που ο μεν πρώτος συντονίζει τις οπορτουνιστικές δυνάμεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ο δε δεύτερος αντιμάχεται τις οργανωμένες δυνάμεις του εργατικού κινήματος και καλλιεργεί τη διάχυσή του μέσα σε άμορφα αλλά κατευθυνόμενα σχήματα, στα οποία δρουν δυνάμεις που εκφράζουν ιμπεριαλιστικές αντιθέσεις, π.χ. τα συμφέροντα του γαλλικού ιμπεριαλισμού σε αντίθεση με εκείνα του αμερικανικού.

ΑΝΑΞΙΟΠΙΣΤΟΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΥΣ ΑΞΙΟΠΙΣΤΟΣ ΓΙΑ ΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ

Η συμμετοχή δυνάμεων του ΣΥΝ στις κινητοποιήσεις δεν αποτελεί τεκμήριο για ριζοσπαστικά χαρακτηριστικά αυτού του κόμματος. Εχει καιροσκοπικά κίνητρα και γενικότερα δεν εκφράζει μια σταθερή γραμμή υπεράσπισης των συμφερόντων της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων, οργάνωσης της πάλης τους με προοπτική τη διεκδίκηση της εξουσίας και τη διαμόρφωση της συμμαχίας τους σε αυτή τη γραμμή. Τα προηγούμενα χρόνια οι δυνάμεις του στο συνδικαλιστικό κίνημα έδωσαν εξετάσεις ως δυνάμεις «κοινωνικής συναίνεσης», συμμετέχοντας στους «κοινωνικούς διάλογους», στηρίζοντας τα έργα και τις ημέρες των συμβιβασμένων ηγεσιών της ΓΣΕΕ και της ΑΔΕΔΥ. Ηταν και είναι ο στυλοβάτης κάθε ανάλογου θεσμού, όπως της «Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής». «Εδωσε τα χέρια» στους εφοπλιστές και τους βιομηχάνους, συμφώνησε μαζί τους σε αντιλαϊκά μέτρα στο όνομα της ρεαλιστικότητας. Πρόσφατα μάλιστα ο εκπρόσωπός του στην ΠΝΟ συμφώνησε στην απαλλαγή των εφοπλιστών από ασφαλιστικές εισφορές. Η συνδικαλιστική του δύναμη στο ΕΚΑ και στη ΓΣΕΕ διαμορφώνεται με την ανοιχτή στήριξη δυνάμεων που ηγούνται σε εργοδοτικά σωματεία (όπως π.χ. το Σωματείο επιχειρήσεων Σκλαβενίτη)[11].

Σε στιγμές που ήταν αναγκαία η μέγιστη αντίσταση στις καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις και στην ιμπεριαλιστική επιθετικότητα, εξέφραζε την ανησυχία του για τη διασάλευση του «κοινωνικού ιστού» από τις κινητοποιήσεις (π.χ. μαθητικές κινητοποιήσεις 1998-1999, κινητοποιήσεις ενάντια στον πόλεμο στη Γιουγκοσλαβία κλπ.). Να θυμηθούμε ότι στη διαδήλωση ενάντια στην επίσκεψη Κλίντον, με νωπές τότε τις μνήμες από το βομβαρδισμό της Γιουγκοσλαβίας, ο ΣΥΝ σιγόνταρε την κυβερνητική επίθεση ενάντια στο ΚΚΕ[12] και τις δυνάμεις του αντιιμπεριαλιστικού κινήματος επειδή τόλμησαν να αμφισβητήσουν το καθεστώς πολιορκίας που είχε επιβάλει η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ στην Αθήνα.

Είναι συνυπεύθυνος για τις 2χρονες Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας της ΓΣΕΕ που καθηλώνουν τους μισθούς, στήριξε τα τοπικά σύμφωνα απασχόλησης και τις ελαστικές εργασιακές σχέσεις, αποδέχτηκε τη μερική «μετοχοποίηση» των ΔΕΚΟ κλπ.

Την ίδια στιγμή που υποτίθεται ότι υπερασπιζόταν τη δημόσια παιδεία, καταλάμβανε τη θέση του αντιπροέδρου στο πρώτο ιδιωτικό ΑΕΙ - την Ακαδημία εργατοπατέρων της ΓΣΕΕ.

Δε δίστασε να συγκροτήσει κοινά ψηφοδέλτια με δυνάμεις του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ σε οργανώσεις του συνδικαλιστικού κινήματος για να αντιμετωπίσει δυνάμεις του ΠΑΜΕ, όπως π.χ. στο Εργατικό Κέντρο Κέρκυρας, στην Ομοσπονδία Κλωστοϋφαντουργών, στην Ομοσπονδία Φαρμάκου, στην Ομοσπονδία τροφίμων - ποτών κλπ.

Καταγγέλλει το πλαίσιο διεκδικήσεων του ΠΑΜΕ ως ανεδαφικό και μαξιμαλιστικό, ενώ στο όνομα του «ρεαλισμού» και της «ενότητας» προβάλλει προτάσεις-στόχους που ενσωματώνονται στη στρατηγική του κεφαλαίου. Για την απόδειξη της εκτίμησής μας ας δούμε ορισμένα παραδείγματα:

€ Υιοθέτησε το αίτημα για «νόθο» 35ωρο, αφού δεν το συνέδεσε με τα αιτήματα για 7ωρο και 5νθήμερο, σταθερό χρόνο εργασίας, αύξηση μισθών και διεύρυνση ασφαλιστικών δικαιωμάτων. Τέτοιο 35ωρο είχε εφαρμοστεί στη Γαλλία τη δεκαετία του 1990 και συντέλεσε στην αύξηση της μερικής απασχόλησης, στη μείωση των αποδοχών των εργαζομένων, ενώ οι επιχειρήσεις που το εφάρμοζαν απολάμβαναν διαφόρων ειδών διευκολύνσεις, όπως π.χ. απαλλαγές από εισφορές στα ασφαλιστικά ταμεία κλπ.

€ Υποστήριξε την εφαρμογή της κοινοτικής οδηγίας 70 του 1999 για τους συμβασιούχους, με την οποία ισχυροποιείται και επεκτείνεται το καθεστώς μερικής απασχόλησης και συμβάσεων ορισμένου χρόνου.

€ Υιοθέτησε την εφαρμογή των κοινοτικών οδηγιών 93/104/ΕΚ και 2000/34/ΕΚ που αφορούν και το ωράριο εργασίας των γιατρών, με τις οποίες ανατρέπεται ο σταθερός ημερήσιος χρόνος εργασίας και επεκτείνονται οι ευέλικτες μορφές εργασίας, με πρόσχημα τη μείωση του σημερινού εξαντλητικού ωραρίου εργασίας τους.

€ Υιοθέτησε το αίτημα για «ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα», κατά τα πρότυπα των χωρών της ΕΕ, αποσυνδεμένο από τις σύγχρονες λαϊκές ανάγκες και από τη διεκδίκηση σταθερής δουλειάς με εργασιακά και ασφαλιστικά δικαιώματα. Το μέτρο αυτό ισχύει σε ορισμένες χώρες της ΕΕ, χωρίς όμως να εξασφαλίζει ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης, στηριγμένο στην εξασφάλιση της εργασίας και της κοινωνικής ασφάλισης[13]. Αποτελεί ένα «εισόδημα» πείνας για μια εγγυημένη φτώχεια και ανασφάλεια.

€ Τάσσεται υπέρ της αξιοποίησης των κονδυλίων «Κοινοτικών Πλαισίων Στήριξης» για τη λεγόμενη περιφερειακή ανάπτυξη. Στην πραγματικότητα πρόκειται για προγράμματα που θα παραδώσουν νέα φιλέτα στο κεφάλαιο, θα διευκολύνουν την επέκταση των μονοπωλιακών ομίλων σε νέους κερδοφόρους τομείς, ενώ υλοποιούνται με την εφαρμογή ελαστικών εργασιακών σχέσεων στα πλαίσια των τοπικών συμφώνων απασχόλησης.

€ Οι προτάσεις του για την ανεργία συμπίπτουν με εκείνες στο Πρόγραμμα του ΠΑΣΟΚ: Μέτρα μετατόπισης του βάρους της ανεργίας στους ίδιους τους ανέργους και ενίσχυσης των εργοδοτών (βλέπε: δια βίου κατάρτιση των ανέργων, επιδότηση της «απασχόλησης» για τη δημιουργία αγροτουριστικών συνεταιρισμών και ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας κλπ.). Επίσης προγράμματα φτηνής εργασίας σε υποβαθμισμένες υπηρεσίες πρόνοιας (βλέπε: ένταξη των ανέργων σε προγράμματα «κοινωνικής εργασίας» στους δήμους και τις νομαρχίες). [14]

€ Στο ασφαλιστικό υιοθετεί το σύνθημα της «βιωσιμότητας των ασφαλιστικών ταμείων» και της αντιμετώπισης των «αδικιών» ανάμεσα στους ασφαλισμένους, σύνθημα του ΣΕΒ και των εργοδοτικών ενώσεων. Ετσι ουσιαστικά υιοθετεί την επιχειρηματολογία που δικαιολογεί την επίθεση στα ασφαλιστικά δικαιώματα. Δε θέτει θέμα μείωσης των ορίων συνταξιοδότησης και απαλλαγής των εργαζομένων από τις ασφαλιστικές εισφορές. Δεν είναι αντίθετος γενικά στο «τζογάρισμα» των αποθεματικών των ταμείων, αρκεί αυτό να γίνεται με «μικρό ρίσκο»[15]!

€ Προτείνει θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας των ΑΕΙ-ΤΕΙ που θα περιλαμβάνει: Αυτονομία των ιδρυμάτων, τετραετή αναπτυξιακά προγράμματα χρηματοδότησης των ιδρυμάτων, επενδύσεις και αξιοποίηση της περιουσίας των ΑΕΙ (δηλαδή επιχειρηματική δραστηριότητα), αναγνώριση άλλων πηγών χρηματοδότησης εκτός προϋπολογισμού (βλέπε επιχειρήσεις), τη λειτουργία «Γραμματέων» που θα παίζουν ρόλο μάνατζερ κλπ. Ολα αυτά προβλέπονται στις 28 τροπολογίες του λεγόμενου αντινομοσχεδίου που κατέθεσε ο ΣΥΝ στη Βουλή.[16]

Οι παραπάνω θέσεις αποδεικνύουν ότι η αντίθεση του ΣΥΝ βρισκόταν μόνο στην αναθεώρηση του άρθρου 16 του Συντάγματος και όχι στην ουσία των μεταρρυθμίσεων στα ΑΕΙ και ΤΕΙ, που θέτουν νέους ταξικούς φραγμούς. Ουσιαστικά ο ΣΥΝ ταυτίστηκε με ένα τμήμα του ΔΕΠ το οποίο αντιδρά στις μεταρρυθμίσεις και κυρίως στο ζήτημα της αναθεώρησης του άρθρου 16 από τη σκοπιά των ιδιαίτερων συμφερόντων του και της διαπραγμάτευσης της θέσης του, χωρίς να αντιδρά στη γενική κατεύθυνση των μεταρρυθμίσεων. Το τμήμα αυτό άλλωστε όλα τα προηγούμενα χρόνια συνέβαλλε αποφασιστικά στην προώθηση της πολιτικής των αναδιαρθρώσεων μέσα από την υλοποίηση των προγραμμάτων της ΕΕ, τη στενότερη σύνδεση των ιδρυμάτων της έρευνας και του περιεχομένου σπουδών με τις επιχειρήσεις κλπ.

Σε κάθε φάση των κινητοποιήσεων ο ΣΥΝ προσπαθούσε να συμβάλλει, ώστε να δοθεί «διέξοδος» εκτόνωσης. Ετσι πρόβαλε ως νίκη τους ελιγμούς του ΠΑΣΟΚ για το άρθρο 16, έκανε εκκλήσεις για διάλογο, πρόβαλε ως διέξοδο τις προτάσεις των Πρυτάνεων, προτάσεις που διευκόλυναν ελιγμούς της κυβέρνησης με στόχο να προστατέψει τους αστικούς θεσμούς από οποιαδήποτε φθορά στα μάτια των εργαζομένων και της νεολαίας κλπ.

€ Προτείνει επίσης «ελεύθερη πρόσβαση» στα ΑΕΙ-ΤΕΙ, σύνθημα παραπλανητικό που δεν έρχεται σε ρήξη με τους ταξικούς φραγμούς, αλλά μεταθέτει χρονικά το ταξικό φιλτράρισμα μετά την είσοδο στο ΑΕΙ ή το ΤΕΙ, στο λεγόμενο προπαρασκευαστικό έτος.

€ Προτείνει αύξηση των δημόσιων δαπανών για την παιδεία στο 5% του ΑΕΠ και για την Υγεία στο 6%. Ο ΣΥΝ δε διεκδικεί την πλήρη κρατική χρηματοδότηση της παιδείας, υγείας και πρόνοιας με στόχο την πλήρη κάλυψη των σύγχρονων διευρυνόμενων λαϊκών αναγκών και συνδέει την κρατική χρηματοδότηση με το ευμετάβλητο μέγεθος του ΑΕΠ. Ταυτόχρονα πρέπει να σημειώσουμε ότι ένα μέρος των κρατικών δαπανών για την παιδεία , την υγεία και πρόνοια αποτελεί στην πραγματικότητα χρηματοδότηση της δράσης του ιδιωτικού κεφαλαίου στους συγκεκριμένους τομείς.

Ολες όμως οι παραπάνω προτάσεις - αιτήματα δεν έρχονται σε ρήξη με τη νεοφιλελεύθερη στρατηγική ούτε αποτελούν αποκλειστικότητα του ΣΥΝ, αφού συχνά περιλαμβάνονται στα προγράμματα της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ. Απλά διανθίζονται με συνθήματα, όπως «όχι στην κατάργηση του άρθρου 16», «όχι στην ανεργία», «λύση για τους συμβασιούχους», «τα χρήματα των ομολόγων πίσω στα ταμεία».

Ο ΣΥΝ με την προβολή του από τα ΜΜΕ και με επικοινωνιακές κινήσεις εντυπωσιασμού κατορθώνει να παρουσιάζεται ως δύναμη που πρωταγωνιστεί σε αγώνες με ριζοσπαστικό προσανατολισμό και συγκρούεται με τις πιο ακραίες συντηρητικές δυνάμεις. Σε αυτά τα πλαίσια αξιοποιήθηκαν και οι αντιπαραθέσεις του ΣΥΝ με τον υπουργό Δημόσιας Τάξης κ. Πολύδωρα και με τον Αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο, αντιπαραθέσεις για μαζική κατανάλωση και γι’ αυτό αναπαραγόμενες από τα ΜΜΕ.

Ο ΣΥΝ, ως κόμμα που έχει αρνηθεί την ταξική πάλη, αντιλαμβάνεται τις όποιες διεκδικήσεις και κινητοποιήσεις στα όρια του συστήματος, ως μέσου διαπραγμάτευσης και «συναινετικής» εξεύρεσης λύσεων ικανοποιητικών τόσο για το κεφάλαιο όσο και για τους εργαζόμενους. Ετσι εξηγείται το πέρασμα, ανάλογα με τη συγκυρία, από την κριτική του θέση απέναντι στο ΚΚΕ ως φορέα άσκησης «επαναστατικής γυμναστικής», στη συνειδητή διαστρέβλωση της αλήθειας με τη θέση ότι «το ΚΚΕ πηγαίνει πίσω, όπου ο ΣΥΝ ανοίγει το δρόμο της κινητοποίησης». Είναι απόλυτα εξηγήσιμη η φαινομενική αντίφαση του ΣΥΝ άλλοτε να επαίρεται για την οργάνωση κινητοποιήσεων και άλλοτε να τις θεωρεί ως κοινωνική αναταραχή και διασάλευση της ομαλότητας που μπορεί να θέσουν σε αμφισβήτηση το αστικό κοινοβουλευτικό πολιτικό σύστημα. Ορισμένοι μάλιστα από τη λεγόμενη «ανανεωτική πτέρυγα» (π.χ. Παπαγιαννάκης) υπενθύμισαν -κατά τη συζήτηση στο Διαρκές Συνέδριό του- το ρόλο του ΣΥΝ ως κόμμα του αστικού κοινοβουλευτισμού στα όρια της αστικής δημοκρατικής ομαλότητας. Εδώ βρίσκονται και οι αντιφάσεις του ως οπορτουνιστικού κόμματος που πατάει σε δύο βάρκες: Η προβολή της πρότασής του για «φιλολαϊκή» διαχείριση της αστικής στρατηγικής ως «ριζοσπαστικής και εναλλακτικής» απαιτεί τη συμμετοχή σε κινητοποιήσεις, όταν αυτές ξεσπούν. Δεν μπορεί να παίξει το ρόλο αναχώματος αν δε συνδεθεί με αγωνιστικές τάσεις αμφισβήτησης και σύγκρουσης που αυθόρμητα αναπτύσσονται. Βεβαίως οι δυνάμεις του ΣΥΝ ζυμώνουν αιτήματα και μορφές πάλης που τελικά εγκλωβίζουν τις αγωνιστικές διαδικασίες στα όρια ανοχής του συστήματος, αφού αρνείται την ταξική πάλη.

Οι θέσεις και η πολιτική πρακτική του ΣΥΝ τον κάνουν αντικειμενικά αξιοποιήσιμο από το σύστημα, σταθεροποιητικό στοιχείο για το αστικό πολιτικό σύστημα, μια συμβιβασμένη «Αριστερά», μια «Αριστερά του συστήματος» που παίζει το ρόλο του αναχώματος στην τάση ριζοσπαστικοποίησης και απεγκλωβισμού λαϊκών δυνάμεων από τα επίσημα αστικά κόμματα.

Ο ΑΝΤΙ-ΚΚΕ ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΣΥΝ

Διακηρυγμένος στόχος για το ΣΥΝ είναι να αλλάξει ο συσχετισμός στην «Αριστερά» σε βάρος του ΚΚΕ. Αυτός ο στόχος εκφράζεται και μέσα από τους εκλογικούς στόχους του ΣΥΝ για ενίσχυσή του σε βαθμό που να πλησιάσει ή να περάσει την εκλογική επιρροή του ΚΚΕ.

Είναι στόχος θεμιτός για κάθε κόμμα. Αλλού βρίσκεται το πρόβλημα: στην υποκρισία στα συνθήματα περί «ενότητας της αριστεράς», ιδιαίτερα όταν απευθύνεται προς τη «βάση του ΚΚΕ», όπως ισχυρίζεται. Και ενώ το ΚΚΕ με καθαρότητα υποστηρίζει ότι πολεμά την ενότητα με τις οπορτουνιστικές δυνάμεις, ο ΣΥΝ από την άλλη κρύβει ότι σκοπός του δεν είναι η συνεργασία με «δογματικές αποστεωμένες» δυνάμεις -όπως χαρακτηρίζει το ΚΚΕ- αλλά ότι ασκεί πίεση για ν’ αλλάξει το ΚΚΕ τον επαναστατικό χαρακτήρα του, ότι επιδιώκει να ενσωματώσει την επιρροή του ΚΚΕ στη δική του οπορτουνιστική γραμμή που δε θίγει τα μονοπώλια και τις ιμπεριαλιστικές ενώσεις.

Στο ζήτημα των συμμαχιών το ΚΚΕ στέκεται με ιδιαίτερη προσοχή και με συνέπεια στη γραμμή πάλης ενάντια στα μονοπώλια, τις ιμπεριαλιστικές ενώσεις, σε όλους τους πολιτικούς εκφραστές τους. Πρόκειται για γραμμή κοινωνικοπολιτικής συμμαχίας, γι’ αυτό το ΚΚΕ αρνείται κάθε είδους πολιτικά αβάσιμη, ευκαιριακή και ψηφοθηρική συνεργασία.

Οι εργατικές δυνάμεις και τα σύμμαχα λαϊκά στρώματα, αντίθετα, χρειάζονται το δικό τους Μέτωπο, μια κοινωνικοπολιτική συμμαχία που μέσα από συγκρούσεις θα διαμορφώσει τις προϋποθέσεις για ουσιαστική επίλυση του προβλήματος της εξουσίας.

Αντίθετα, η γραμμή συμμαχίας του ΣΥΝ είναι μια αναπαλαιωμένη σοσιαλδημοκρατική διαχείριση του συστήματος μέσα στην ιμπεριαλιστική Ευρωενωσιακή πραγματικότητα. Σε αυτή τη γραμμή κινείται και το εγχείρημα του ΣΥΡΙΖΑ. Οι παραπάνω διαμετρικά αντίθετες γραμμές δεν έχουν τίποτε το κοινό. Με τον τρόπο του ο ΣΥΝ συνεισφέρει στη λυσσασμένη επίθεση του συστήματος απέναντι στο ΚΚΕ, συνεπικουρώντας στη γραμμή περί ΚΚΕ «δογματικού», «σταλινικού», «απομονωμένου».

Ο δρόμος αυτός οδηγεί στην ενσωμάτωση και την υποταγή, όπως οδήγησε και αυτός «ο τρίτος δρόμος» του ΠΑΣΟΚ τη δεκαετία του 1980, όπως οδήγησε και η κεντροαριστερά σε άλλα κράτη της Ευρώπης στη Γαλλία, τη Γερμανία, την Ιταλία.

Ετσι ο ΣΥΝ αντικειμενικά προσφέρει ανεκτίμητες υπηρεσίες στο σύστημα, ζυμώνοντας σε «αριστερούς» ότι το ΚΚΕ είναι απομονωμένο, σεχταριστικό κόμμα και ασκώντας πιέσεις στο ΚΚΕ για υποχωρήσεις που θα σημάνουν βέβαια και την εγκατάλειψη της αντιιμπεριαλιστικής-αντιμονοπωλιακής γραμμής του.

Ενα άλλο χαρακτηριστικό της τακτικής του ΣΥΝ και δυνάμεων γύρω από αυτόν απέναντι στο ΚΚΕ είναι η κριτική ότι το ΚΚΕ δεν ενδιαφέρεται για κατακτήσεις του σήμερα, για αντιμετώπιση των λαϊκών προβλημάτων, ότι τα μεταθέτει όλα για λύση στο σοσιαλισμό, γι’ αυτό και δήθεν το Κόμμα «σέρνεται πίσω από πρωτοβουλίες του ΣΥΝ».

Πρόκειται για συνειδητό ψέμα. Οχι μόνο γιατί όπως είδαμε ο ΣΥΝ αξιοποιεί την προβολή του από τα ΜΜΕ, την ίδια στιγμή που αυτά θάβουν κάθε πρωτοβουλία ή δραστηριότητα του ΚΚΕ, αλλά γιατί αποτελεί και διαστρέβλωση των θέσεων του ΚΚΕ.

Το ΚΚΕ έχει προτάσεις και θέσεις για όλα τα οξυμένα λαϊκά προβλήματα, για την Παιδεία, την Υγεία, την ανεργία, την Κοινωνική Ασφάλιση, το περιβάλλον. Εχει προτάσεις όχι μόνο υπεράσπισης των εργαζομένων απέναντι στις αναδιαρθρώσεις αλλά και προτάσεις - θέσεις για την προοπτική που πρέπει να έχουν οι κλάδοι της οικονομίας με βάση το σημερινό επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και της συγκέντρωσης, στην προοπτική της κοινωνικοποίησης των μέσων παραγωγής και του κεντρικού σχεδιασμού. Το ΚΚΕ προβάλλει σήμερα προτάσεις και διεκδικήσεις που απαντάνε στις σύγχρονες λαϊκές ανάγκες της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων. Προτάσεις που βρίσκουν αποδοχή από τμήματα εργαζομένων ανεξάρτητα από επιφυλάξεις που ακόμα κυριαρχούν σε σχέση με το κόστος της σύγκρουσης που απαιτεί η εφαρμογή τους. Οι θέσεις του ΚΚΕ για προστασία των ανέργων (επιδότηση στο 80% του βασικού μισθού για όλους τους ανέργους, υπολογισμό της ανεργίας ως συντάξιμου χρόνου, επιδότηση των νέων ανέργων χωρίς προϋποθέσεις, σύνταξη στα 50 για τους άνδρες και στα 55 για τις γυναίκες κλπ.), για 1.300 ευρώ βασικό μισθό, για απαλλαγή των εργαζόμενων από τις ασφαλιστικές εισφορές κλπ., δεν είναι θέσεις για το σοσιαλισμό[17] αλλά για το σήμερα. Θέσεις που ανταποκρίνονται στις σύγχρονες ανάγκες της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων, που η υλοποίησή τους δεν προσκρούει στην έλλειψη υλικών προϋποθέσεων αλλά στον πολιτικό συσχετισμό. Ο ΣΥΝ, χαρακτηρίζοντας αυτά τα αιτήματα ως «μαξιμαλιστικά», ουσιαστικά δηλώνει την ευλαβική του προσήλωση στη στρατηγική του κεφαλαίου, στην υπεράσπιση της καπιταλιστικής κερδοφορίας.

Το ΚΚΕ υποστηρίζει ότι παραχωρήσεις και αποσπάσεις κατακτήσεων, έστω και προσωρινές, σήμερα μπορούν να υπάρξουν μόνο με την οργάνωση της πάλης σε κατεύθυνση αμφισβήτησης, σύγκρουσης και αύριο ρήξης με την εξουσία της αστικής τάξης και όχι με διαπραγματεύσεις με τους εργοδότες ή με την πολιτική ενσωμάτωση σε κεντροαριστερές ή κεντροδεξιές εκδοχές της διαχείρισής της. Σε αυτή τη γραμμή διαμορφώνει και τα κριτήρια ψήφου για την εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα. Επειδή ακριβώς το ΚΚΕ ενδιαφέρεται οι αγώνες να έχουν αποτελέσματα, να συμβάλλουν στο να δυναμώνει η οργάνωση στο κίνημα, να διευκολύνουν στο να απεγκλωβίζονται λαϊκές δυνάμεις από τα κόμματα του κεφαλαίου, να αποτελούν βήματα στη συνολική σύγκρουση με την εξουσία του κεφαλαίου, γι’ αυτό και δεν καλλιεργεί ψευδαισθήσεις ότι μπορούν να έρθουν λύσεις απλά ως άσκηση πίεσης προς το δικομματισμό, χωρίς να αμφισβητείται η συνολική πολιτική, χωρίς τριγμούς στο αστικό πολιτικό σύστημα.

Οι εργατικές και λαϊκές δυνάμεις θα μπορέσουν να διεκδικήσουν το δίκιο τους μόνο συνειδητοποιώντας ότι η ριζική επίλυση των οξυμένων λαϊκών προβλημάτων είναι άμεσα συνδεδεμένη με το πρόβλημα της εξουσίας.

Αντίθετα με το ΚΚΕ, ο ΣΥΝ αξιοποιεί το γεγονός ότι σε πλατιά τμήματα των εργαζόμενων στις σημερινές συνθήκες υπάρχουν επιφυλάξεις και φοβίες απέναντι στην ταξική πάλη, ενώ τις ενισχύει με το μηδενισμό και τη συκοφάντηση των επιτευγμάτων της σοσιαλιστικής οικοδόμησης του 20ού αιώνα.

Τελικά, ο ΣΥΝ επιδιώκει να αμαυρώσει το πιο ισχυρό χαρακτηριστικό του ΚΚΕ, την ταξική του επαναστατικότητα. Γι’ αυτή του την προσφορά στηρίζεται από το σύστημα, ένα από τα όπλα του οποίου είναι και τα ΜΜΕ.

ΣΥΝΟΨΙΖΟΝΤΑΣ

Το μέτωπο στον οπορτουνισμό και το φορέα του, το ΣΥΝ, δεν αφορά απλά το ζήτημα των εκλογικών ποσοστών. Η επίδραση των αντιλήψεών του είναι ζημιογόνα ανεξάρτητα της πολιτικής επιρροής του. Αντικειμενικά η στρατηγική του ΣΥΝ δημιουργεί εμπόδια στην ανάπτυξη της ταξικής συνείδησης της εργατικής τάξης, στο χτίσιμο της συμμαχίας της εργατικής τάξης με τους αυτοαπασχολούμενους. Οι αντιλήψεις του οπορτουνισμού, ανεξάρτητα από την εκλογική του επιρροή, επιδρούν ευρύτερα στην εργατική τάξη αφού αποτελούν αντανάκλαση της αστικής ιδεολογίας που είναι κυρίαρχη. Επικρατούν στη συνείδηση των εργαζομένων σήμερα οι οπορτουνιστικές αυταπάτες για λύσεις προς όφελος των εργαζομένων χωρίς σκληρή ταξική πάλη, χωρίς σύγκρουση με την εξουσία του κεφαλαίου, με ένα απλό φτιασίδωμα του συστήματος. Η ανάμνηση της σοσιαλδημοκρατικής διαχείρισης που καθησύχασε το εργατικό κίνημα, που ενσωμάτωσε τμήματα της εργατικής τάξης, ασκεί ακόμα ισχυρή την επίδρασή της στους εργαζόμενους και στα φτωχά λαϊκά στρώματα. Δεν έχει ακόμα κλονιστεί η εμπιστοσύνη των εργαζομένων στη δυνατότητα εφαρμογής φιλολαϊκής πολιτικής στα πλαίσια της σύγχρονης στρατηγικής του κεφαλαίου. Οι αντεπαναστατικές εξελίξεις στη δεκαετία του 1990 έχουν ενισχύσει τις οπορτουνιστικές αντιλήψεις στο εργατικό κίνημα. Οι απόψεις αυτές οδηγούν σε πολιτική πρακτική που χαρακτηρίζεται από συμβιβασμό και υποταγή στην αστική πολιτική και ιδεολογία. Η ανάπτυξη της πολιτικής συνείδησης της εργατικής τάξης, η χειραφέτησή της από την κυρίαρχη αστική πολιτική, η προώθηση της κοινωνικοπολιτικής συμμαχίας της εργατικής τάξης με τα φτωχά λαϊκά στρώματα, προϋποθέτει την ήττα της στρατηγικής του ΣΥΝ και γενικότερα του οπορτουνιστικού ρεύματος.


ΣημειώσειςΣημειώσεις

* Ο Κύριλλος Παπασταύρου είναι μέλος της Ιδεολογικής Επιτροπής της ΚΕ του ΚΚΕ.

[1] Συνέντευξη του ευρωβουλευτή του ΣΥΝ Δ. Παπαδημούλη στο Ραδιόφωνο της ΝΕΤ, στις 5 Ιουνίου 2007: «Το ΚΚΕ είναι ό,τι πιο συντηρητικό, ό,τι πιο αποστεωμένο, πιο οπισθοδρομικό, πιο σταλινικό υπάρχει αυτή τη στιγμή στην ευρωπαϊκή Αριστερά και με την εμμονή του στη διαίρεση της Αριστεράς διευκολύνει και το σύστημα, και τη δεξιά πολιτική, και το κατεστημένο».

[2] Ως τη στιγμή που γράφτηκε αυτό το άρθρο είχαμε καταγράψει μια ιδιαίτερη αύξηση των κειμένων αντι-ΚΚΕ φιλολογίας, από την πλευρά του ΣΥΝ για λογαριασμό του ΠΑΣΟΚ (!), σε βαθμό που μπορεί κανείς να υποθέσει ότι η προτροπή για επίθεση στο ΚΚΕ που έγινε από αρθρογράφο της εφημερίδας «Ελευθεροτυπία» δεν απευθυνόταν μόνο στο ΠΑΣΟΚ αλλά και στους ΣΥΝ-εταίρους του. Σημειώνουμε τις εξής χαρακτηριστικές περιπτώσεις: άρθρο του Κ. Πουλακίδα στην εφημερίδα «Κυριακάτικη Αυγή» στις 10 Ιουνίου 2007 με τίτλο: «Ο Πλαστήρας, ο Παπάγος και ο βουλευτής του ΚΚΕ». Στο ίδιο επίσης φύλλο καταγράφουμε άρθρο του Β. Πάικου με τίτλο: «Γύρω- γύρω όλοι στη μέση ο Καρατζαφέρης» και τις παρακάτω αναφορές στη συνέντευξη του Αλέξη Τσίπρα: «Υπάρχει όμως άγχος με τον Καρατζαφέρη, γιατί κινδυνεύουν να τους πάρει κόσμο και αυτό είναι πρόβλημα ιδεολογικό για το ΚΚΕ. Ολο αυτό τον καιρό ασχολήθηκαν με το πώς θα σηκώσουν μέτωπα στην υπόλοιπη αριστερά, τώρα το πληρώνουν. Ολη τους η πολιτική και ιδεολογική προσπάθεια ήταν να διαφοροποιηθούν από τις υπόλοιπες αριστερές δυνάμεις. Χτίσανε την ιδεολογική τους καθαρότητα και τώρα μπάζουν νερά από εκεί που δεν το περίμεναν. Ας πρόσεχαν». Δύο ημέρες αργότερα, στις 12 Ιουνίου 2007, ακολούθησε άρθρο του μέλους της ΚΠΕ του ΣΥΝ, Μ. Κοψίδη στην εφημερίδα «Ελευθεροτυπία» με τίτλο: «ΛΑ.Ο.Σ. και ΚΚΕ».

[3] Να θυμίσουμε για την Ιστορία ότι η πορεία αυτού του κόμματος που προέκυψε από την αναθεωρητική ομάδα στην ηγεσία του ΚΚΕ που αποχώρησε το 1968 ήταν γεμάτη από παραδείγματα σταθερής προσήλωσης στη στρατηγική της αστικής τάξης. Οχι μόνο όταν στη δεκαετία του 1960 αυτή η ομάδα στην ηγεσία του ΚΚΕ είχε πρωτοστατήσει στη διάλυση του κόμματος μέσα στην ΕΔΑ, συμβάλλοντας ώστε το εργατικό κίνημα να γίνεται ουρά της Ενωσης Κέντρου, αλλά και αργότερα. Κατά τη διάρκεια της χούντας στελέχη του δήλωναν υποστήριξη στο Γλύξμπουργκ ενάντια στους συνταγματάρχες, αργότερα στήριξαν το πείραμα φιλελευθερισμού της χούντας με επικεφαλής το Μαρκεζίνη. Μετά τη δικτατορία με την πολιτική της «Εθνικής Δημοκρατικής Αντιδικτατορικής Ενότητας» στήριξαν την αστική μεταπολίτευση και την κυβέρνηση της ΝΔ που ήταν επικεφαλής. Στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα συγκρότησε κοινές παρατάξεις με δυνάμεις της ΝΔ. Ψήφισε μαζί με τη ΝΔ υπέρ της ένταξης της Ελλάδας στην ΕΟΚ κ.ά.

[4] Δικιά τους είναι άλλωστε η ομολογία. Κατά τη διάρκεια της συζήτησης στη Βουλή για τη Συνθήκη του Μάαστριχτ (27 του Ιουλίου 1992) ο εισηγητής του ΣΥΝ, Γρ. Φαράκος, έλεγε: «Επιλέγουμε την πορεία προς την Ενωμένη Ευρώπη και θέλουμε να συμβάλουμε στη συνειδητή αποδοχή της από την κοινή γνώμη».

[5] «Δεν ξεχνάμε τα μοιραία ατοπήματα, όπως να διαχωρίζεται ο σοσιαλισμός από την ελευθερία ή το να ακολουθούνται άκριτα αντιλήψεις διεθνών κέντρων. Ο 21ος αιώνας έχει τη δική του Αριστερά. Μόνο που θα είναι μια Αριστερά δεμένη άρρηκτα με την ελευθερία και τη δημοκρατία, χωρίς τις οποίες ο σοσιαλισμός μεταλλάσσεται σε βαρβαρότητα». Ομιλία του Πρόεδρου του ΣΥΝ, Α. Αλαβάνου στο Σπόρτινγκ, 14 Φεβρουαρίου 2005.

[6]«Κάνετε λάθος. Δε συμφωνώ με την εκτίμησή σας. Δε βάζουμε ούτε τη ΝΔ με το ΠΑΣΟΚ στο ίδιο σακί ούτε καν τους διάφορους πολιτικούς ή στο ένα ή στο άλλο κόμμα. Προσπαθούμε να δούμε τις διάφορες αποχρώσεις που υπάρχουν σ’ αυτόν τον περίεργο πίνακα, τον σουρεαλιστικό, που είναι η πολιτική ζωή της χώρας μας. Κεντρικό μας μέτωπο είναι η κυβέρνηση, γιατί είναι μια κυβέρνηση που ασκεί μια σκληρή πολιτική απέναντι στην κοινωνία, έναν σκληρό προσανατολισμό υπέρ των ιδιωτικοποιήσεων κλπ. Δεν παίζουμε το παιχνίδι της κυβέρνησης, που είναι να διαιρεθεί το εργατικό κίνημα, να είναι αποδυναμωμένο. Από κει και πέρα, φυσικά, έχουμε σοβαρότατες προγραμματικές διαφορές με το ΠΑΣΟΚ, που δεν επιτρέπουν μια ευρύτερη συνεργασία». Συνέντευξη του προέδρου του ΣΥΝ Αλ. Αλαβάνου στο ραδιόφωνο του Αlpha (Γ. Κύρτσος - Κ. Μακρή) στις 6 Ιουνίου 2007.

[7] Δεν είναι τυχαίες οι επανειλημμένες αναφορές του Α. Αλαβάνου και στελεχών του ΣΥΝ ότι το εγχείρημα του ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να συμβάλει σε μια αλλαγή του πολιτικού σκηνικού, ανάλογη με αυτή που έγινε τη δεκαετία του 1970 με πρωταγωνιστή το ΠΑΣΟΚ: «Στο γενικότερο πρόβλημα που συζητάμε, αυτό που χρειάζεται αυτή την εποχή είναι φαντασία. Δηλαδή να καταλάβουμε ότι μπορεί να αλλάξει το πολιτικό σκηνικό. Εάν κάποιος δεν είχε φαντασία μέσα στη δεκαετία του ’70, όπως εξελισσόταν, όπου είχαμε ένα δικομματισμό, που παραλάβαμε από τη φάση πριν τη δικτατορία, δηλαδή ανάμεσα στο κέντρο, το παραδοσιακό, και την συντηρητική παράταξη την παραδοσιακή, ΝΔ και ΕΔΗΚ εμφανίστηκαν, τότε δε θα μπορούσε να καταλάβει ότι πάει να αλλάξει το πολιτικό σκηνικό, ότι έμπαιναν νέες ανάγκες στην κοινωνία τις οποίες καλύτερα από την Αριστερά αξιοποίησε το ΠΑΣΟΚ. Δε θα μπορούσε να συλλάβει αυτό που έγινε. Οτι είχαμε μια πλήρη ανατροπή του σκηνικού, άσχετα αν κι αυτό κατέληξε στην πορεία, με τα χρόνια που περνούσαν, σ’ ένα νέο δικομματισμό». Συνέντευξη του προέδρου του ΣΥΝ Αλ. Αλαβάνου στο ραδιόφωνο του Αlpha (Γ. Κύρτσος - Κ. Μακρή) στις 6 Ιουνίου 2007.

[8] «Ερώτηση: Πώς μπορεί να υπάρξει συνεργασία με το ΣΥΝ από τη στιγμή που υπάρχουν, όπως λένε στελέχη της Κουμουνδούρου, μεγάλες διαφορές με το ΠΑΣΟΚ; Απάντηση:Φυσικά υπάρχουν διαφορές. Γι’ αυτό και είμαστε διαφορετικά κόμματα. Υπάρχουν όμως και κοινά στοιχεία που έχουν να κάνουν με την ιστορία, τις αρχές, τις αξίες, το στρατηγικό σχέδιο για τη χώρα». Συνέντευξη Αννας Διαμαντοπούλου στην «Παρασκευή +13», στις 25 Μαΐου 2007.

[9] Βλέπε άρθρο Τάσου Παππά με τίτλο «Συμψηφισμοί» στην εφημερίδα «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία», 3 Ιουνίου 2007

[10] Εγραφε ο ΣΥΝ σε ανακοίνωσή του το Νοέμβρη του 2001: «Ο ΣΥΝ έχει με σαφήνεια ταχθεί υπέρ της πολιτικής ενοποίησης της ΕΕ και υπέρ της διαμόρφωσης Κοινής Εξωτερικής και Πολιτικής Αμυνας... Η δημιουργία ευρωστρατού έχει νόημα μόνον εάν εντάσσεται στην προοπτική της πολιτικής ενοποίησης και αυτονόμησης της Ευρώπης».

[11] Χαρακτηριστική η περίπτωση του διευθυντή του καταστήματος Σκλαβενίτη στη Ν. Χαλκηδόνα, ο οποίος διετέλεσε οργανωτικός γραμματέας της Ομοσπονδίας Ιδιωτικών Υπαλλήλων (σήμερα είναι μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής) εκλεγμένος με το ψηφοδέλτιο της Αυτόνομης Παρέμβασης, της παράταξης του ΣΥΝ. Καταγγελία στην εφημερίδα «Ριζοσπάστης», 30 Νοεμβρίου 2005.

[12]Απόφαση της Πολιτικής Γραμματείας του Συνασπισμού στις 23 Νοεμβρίου 1999. Αποτίμηση της επίσκεψης Κλίντον: «Μερίδιο της ευθύνης βαραίνει και το ΚΚΕ που με την στάση του συνήργησε στη διαμόρφωση της έντασης και έδωσε το πρόσχημα και το άλλοθι για να επιχειρηθεί η συκοφάντηση των ειρηνικών εκδηλώσεων διαμαρτυρίας»!

[13] «Στην κοινή έκθεση της Επιτροπής και του Συμβουλίου του 2002 για την κοινωνική ενσωμάτωση, σημειώνεται ότι δεκατρία από τα δεκαπέντε κράτη μέλη έχουν αναπτύξει μια καθολική πολιτική κοινωνικής πρόνοιας που στοχεύει στην εγγύηση του ελάχιστου εισοδήματος για όλους τους νόμιμους κατοίκους». Αυτό απαντά το Συμβούλιο της Ευρ. Ενωσης σε σχετική ερώτηση του ευρωβουλευτή του ΣΥΝ Δημήτρη Παπαδημούλη. Ο ευρωβουλευτής με ερώτησή του προς το Συμβούλιο έθετε το ζήτημα της ανυπαρξίας ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος στην Ελλάδα και ζητούσε να απευθυνθούν συστάσεις στην ελληνική κυβέρνηση για την καθιέρωση του και στην Ελλάδα...».Ανακοίνωση Γραφείου Τύπου του ΣΥΝ στις 25 Οκτωβρίου 2006.

[14] ΑΠΟΦΑΣΗ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΥ, 18-19.3.2006, «Οι εναλλακτικές προτάσεις του ΣΥΝ για την ανεργία, την απασχόληση και τις εργασιακές σχέσεις»: «Προώθηση ειδικών προγραμμάτων για την ενίσχυση της απασχόλησης των νέων ανέργων και για αποτελεσματική επαγγελματική κατάρτιση που να τους οδηγεί σε απασχόληση … εναλλακτικά διασφάλιση της απασχόλησής τους μέσω ειδικών προγραμμάτων σε κοινωνικές υπηρεσίες, περιβάλλοντος, ποιότητας ζωής, στο δημόσιο, στους Δήμους και στις Νομαρχίες…».

[15] «Να υπάρχουν αυστηροί περιορισμοί και μακροπρόθεσμη αντίληψη σε μετοχές, ώστε να μην υπάρχει μεγάλο ρίσκο». Τοποθέτηση της «Αυτόνομης Παρέμβασης» στη σύσκεψη της ΓΣΕΕ στις 3 Απριλίου 2007.

[16] «Αντι-νομοσχέδιο του ΣΥΝ για τη λειτουργία των ΑΕΙ και ΤΕΙ», 5 Μαρτίου 2007.

[17] Αλλωστε η πείρα από το σοσιαλισμό του 20ού αιώνα έχει αποδείξει ότι με την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής διαμορφώνονται οι προϋποθέσεις για κατάργηση της ανεργίας όπως έγινε και στην ΕΣΣΔ στα τέλη της δεκαετίας του 1930. Το ύψος του μισθού θα καθορίζεται με βάση την ποσότητα προϊόντων που δε θα διατίθεται δωρεάν στους εργαζόμενους (π.χ. στην ΕΣΣΔ υπήρχε καθολικά δωρεάν υγεία, παιδεία, πρόνοια, σχεδόν δωρεάν μεταφορές, κατοικία, ηλεκτροδότηση, υδροδότηση κλπ.). Ενώ η κοινωνική ασφάλιση θα είναι καθολική για όλους τους εργαζόμενους.