Ενα πολιτικό κόμμα που δεν έχει συμμετάσχει στην αστική διακυβέρνηση δε σημαίνει ότι είναι ανεύθυνο απέναντι στην εφαρμοζόμενη πολιτική ούτε ότι εκφράζει εξ ορισμού με την πολιτική του τους εργαζόμενους. Είναι βεβαίως φυσικό ένα τέτοιο κόμμα να έχει περισσότερες δυνατότητες στο να εμφανίζεται με «φιλολαϊκό» προφίλ, σε σχέση με τα κυβερνητικά κόμματα. Τα κόμματα όμως κρίνονται με βάση τις θέσεις τους, τις πολιτικές επιλογές τους, τη στάση τους απέναντι σε στρατηγικές επιλογές της εξουσίας της αστικής τάξης και των κομμάτων της που σήμερα κυβερνούν τη χώρα, καθώς βέβαια και από τον προσανατολισμό της δράσης τους στο κίνημα. Κριτήριο εντέλει για κάθε κόμμα είναι το ποια ταξικά συμφέροντα εξυπηρετεί.
Ο ΣΥΝ είναι χαρακτηριστική περίπτωση κόμματος που ντύνει με «ριζοσπαστική» ρητορεία μια πολιτική γραμμή που οδηγεί στην υποταγή των εργαζομένων στα συμφέροντα της αστικής τάξης. Το τελευταίο διάστημα μάλιστα, με την αντίστοιχη προβολή που έχει από ΜΜΕ της «κεντροαριστεράς» (βλέπε: «Ελευθεροτυπία»), εμφανίζεται ως «σκληρά» αντιπολιτευόμενος την κυβέρνηση της ΝΔ, ως δύναμη που πρωταγωνιστεί στις λαϊκές κινητοποιήσεις.
Το μέτωπο της αντιπαράθεσης του ΚΚΕ στις δυνάμεις του ΣΥΝ και του ΣΥΡΙΖΑ δεν περιορίζεται σε θεωρητικές διαφορές. Είναι αντιπαράθεση που αφορά τα σύγχρονα ζητήματα της πάλης, το παρόν και το μέλλον του εργατικού και λαϊκού κινήματος, της προοπτικής του. Η αντιπαράθεση αυτή πηγάζει από τον οπορτουνιστικό χαρακτήρα του ΣΥΝ, την προέλευσή του ως κόμμα που συγκροτείται από δυνάμεις οι οποίες αποσπάστηκαν από το Κομμουνιστικό Κόμμα, αφού επιδίωξαν τη διάλυσή του, δυνάμεις που με τις ιδεολογικές και πολιτικές τους θέσεις σε τελευταία ανάλυση προσφέρουν στήριξη στη στρατηγική του κεφαλαίου. Η κυρίαρχη τάση του ΣΥΝ (άλλες πιο ειλικρινείς τάσεις σε αυτόν, δε μιλούν περί δυνατότητας συνεργασίας με το ΚΚΕ, αλλά με το ΠΑΣΟΚ), αλλά και τμήματα του αστικού Τύπου προσπαθούν να εμφανίσουν αυτή την αντιπαράθεση ως αποτέλεσμα μιας μονομανίας από την πλευρά του ΚΚΕ, ως μια ανούσια αντιπαράθεση για το ποιος θα ηγείται του χώρου που προσδιορίζεται ως «Αριστερά» κλπ. Με υποκριτικές εκκλήσεις περί «ενότητας της Αριστεράς» επιχειρείται να συσκοτιστεί η ουσία της αντιπαράθεσης, να διαστρεβλωθεί, ουσιαστικά να καλυφθεί ότι πρόκειται για αντιπαράθεση ανάμεσα σε δύο αντίθετες στρατηγικές και όχι σε παραλλαγές της ίδιας κατεύθυνσης. Το ΚΚΕ αποκαλύπτει ότι πρόκειται για αντιπαράθεση ανάμεσα στην αντιιμπεριαλιστική (αντικαπιταλιστική) γραμμή και στη σοσιαλδημοκρατική, που στο βάθος της είναι σύγκρουση ανάμεσα στην επαναστατική και διαχειριστική-οπορτουνιστική στρατηγική, στη σύγχρονη έκδοσή της. Αντιπαρατίθεται με τον οπορτουνισμό γιατί αυτό το ιδεολογικό-πολιτικό ρεύμα και ο συγκροτημένος φορέας του, ο ΣΥΝ, με το μανδύα της «ανανεωτικής αριστεράς», εμποδίζει την εργατική τάξη να αναπτύξει πολιτική δράση ανεξάρτητη από την αστική πολιτική, στην κατεύθυνση της ανατροπής του καπιταλισμού, της πάλης για το σοσιαλισμό. Το ρεύμα αυτό στηρίζεται σε ένα τμήμα υψηλόμισθων εργαζομένων που έχει ταυτιστεί με τα συμφέροντα του κεφαλαίου, έχει εισόδημα από τη διαχείριση κονδυλίων που συνοδεύουν προγράμματα της ΕΕ, καθώς και από την ιδιοκτησία μετοχών καπιταλιστικών επιχειρήσεων, κυρίως στις πρώην ΔΕΚΟ και έτσι έχει συνδέσει την τύχη του με την ύπαρξη του καπιταλιστικού συστήματος. Οι αντιλήψεις του επιδρούν ιδιαίτερα σε σημαντικό τμήμα αυτοαπασχολούμενων, σε τμήμα μεγαλόμισθων επιστημόνων που εμπλέκεται στη δημόσια διοίκηση και άλλες κρατικές λειτουργίες, σε τμήματα της μισθωτής διανόησης, σε τμήματα της εργατικής τάξης που δεν έχουν ακόμα πληγεί έντονα από τις αναδιαρθρώσεις, σε τμήματα της νεολαίας με μικρή πολιτική πείρα. Το πρόβλημα λοιπόν που τίθεται επί της ουσίας είναι αν οι εργαζόμενοι σε συμμαχία με τα φτωχά λαϊκά στρώματα πρέπει να έχουν τη δικιά τους ανεξάρτητη από την αστική τάξη πολιτική, το δικό τους πρόγραμμα για την εξουσία, να συγκροτηθούν σε δύναμη αντιπαράθεσης και στη συνέχεια σύγκρουσης και ρήξης συνολικά με τα συμφέροντα του κεφαλαίου ή θα πρέπει να σέρνονται πίσω από αυτή ή την άλλη εκδοχή της αστικής διαχείρισης, διεκδικώντας την άμεση συμμετοχή στη διακυβέρνηση για μια δήθεν ανθρωπινότερη διαχείριση των σύγχρονων διευρυνόμενων λαϊκών αναγκών. Οποιος σήμερα υπόσχεται αντιμετώπιση των οξυμένων λαϊκών προβλημάτων μέσα από μια πιο φιλολαϊκή προώθηση της στρατηγικής του κεφαλαίου -όπως κάνει ο ΣΥΝ- συνειδητά διαστρεβλώνει την πραγματικότητα στα μάτια των εργαζόμενων. Ο ΣΥΝ αντιμετωπίζει την κριτική εκ μέρους του ΚΚΕ, στις θέσεις και τη δράση του, με αναπαραγωγή στρεβλώσεων και συκοφαντιών των επιτελείων της Χαριλάου Τρικούπη[1] και των εργαστηρίων του αντικομμουνισμού, όπως π.χ. ότι «το ΚΚΕ τα έχει βρει με τη ΝΔ», «δε συμμετέχει στους αγώνες», «στηρίζει το Χριστόδουλο», «ταυτίζεται με το ΛΑ.Ο.Σ. σε αντιδραστικές θέσεις» και πολλά άλλα τέτοια επιχειρήματα που με ιδιαίτερη φροντίδα προβάλλονται από έντυπα και ηλεκτρονικά αστικά ΜΜΕ, ιδιαίτερα από το MEGA TV και την εφημερίδα «Το Βήμα», αλλά και τις εφημερίδες «Εθνος», «Ελευθεροτυπία», «Αυγή», με άρθρα που πολλές φορές μοιάζουν σαν δύο σταγόνες νερό. Και άλλα συνειδητά ψέματα συμπληρώνουν την επιχείρηση συκοφάντησης του ΚΚΕ, εκ μέρους του ΣΥΝ, όπως ότι το ΚΚΕ δεν πήρε θέση για την κρατική βία που ασκήθηκε στο «παιδί με τα πράσινα παπούτσια», στο δίκαιο αίτημα για τη δημόσια και δωρεάν χρήση των παραλίων και άλλα. Ο ΣΥΝ, πρωτοστατώντας στην επίθεση στο ΚΚΕ, δίνει για άλλη μια φορά εξετάσεις στήριξης του αστικού πολιτικού συστήματος στο ενδεχόμενο μιας κεντροαριστερής διακυβέρνησης. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι πρωτοκλασάτα στελέχη του ΣΥΝ όλων των «ρευμάτων» του και η «Αυγή» ανέλαβαν εργολαβικά να αντικρούσουν την κριτική του ΚΚΕ[2] προς το ΠΑΣΟΚ.
Σήμερα πλέον δε θα πρέπει να εκπλήσσεται κανένας αγωνιστής και αγωνίστρια με ριζοσπαστικές παραδόσεις και διαθέσεις, αφού τα ίδια τα έργα και οι ημέρες του ΣΥΝ, επί σχεδόν δύο δεκαετίες, επιβεβαιώνουν τον οπορτουνιστικό του χαρακτήρα, δηλαδή τον ειδικό ρόλο του στην επιχείρηση ενσωμάτωσης του ΚΚΕ σε μια συμβιβαστική γραμμή. Καθ’ όλη τη χρονιά που διανύουμε και πιο χαρακτηριστικά με τις φοιτητικές κινητοποιήσεις, φάνηκε ξεκάθαρα αυτή η γραμμή: αποσπασματικά προβολή κάποιων αιτημάτων (π.χ. άρθρο 16 του Συντάγματος), όξυνση στη χρησιμοποίηση ορισμένων μορφών πάλης (π.χ. κατάληψη εκπαιδευτικών ιδρυμάτων) και στη συνέχεια πέρασμα σε διαπραγματευτική, συναινετική, συμβιβαστική γραμμή. Ως προς αυτό το ρόλο οφείλουμε ν’ αναγνωρίσουμε ότι πρόκειται για άξιο συνεχιστή του οπορτουνιστικού ρεύματος που εκπροσωπούσε το λεγόμενο «ΚΚΕ εσωτερικού»[3] στις δεκαετίες 1960, 1970, 1980, πριν την ενσωμάτωση των δυνάμεών του στο ΣΥΝ.