Η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη της Αυτόνομης Παρέμβασης (ΑΠ) έγινε στις 2 και 3 Απρίλη του 2005. Προσεγγίζοντας με κοινωνικοταξικά κριτήρια αυτή τη συνδικαλιστική παράταξη, μπορούμε βασικά να ισχυριστούμε ότι τη «βάση» της, κατά πλειοψηφία, την αποτελούν μεσαία και ανώτερα στελέχη του Δημόσιου τομέα, των ΔΕΚΟ, των Πανεπιστημίων, των Τραπεζών κλπ. Η πλειοψηφία των συνδικαλιστικών στελεχών της ΑΠ προέρχεται από χώρους που αποτελούν δομές του κράτους, γι’ αυτό είναι πιο ισχυρές οι πιέσεις ενσωμάτωσης στον κυβερνητικό συνδικαλισμό. Οι θέσεις και η πρακτική της ΑΠ δεν είναι ανεξάρτητες από τα κοινωνικοταξικά της χαρακτηριστικά.
Οι θέσεις της ΑΠ και οι αποφάσεις της είναι απόρροια και ταυτόχρονα προσαρμογή (και δε θα μπορούσε να ήταν διαφορετικά) στις γενικότερες κατευθύνσεις και τα χαρακτηριστικά του ΣΥΝ.
Επιβεβαιώνουν με τη σειρά τους (θέσεις και αποφάσεις) το χαρακτήρα του ΣΥΝ ως κύριου πολιτικού φορέα σήμερα του οπορτουνισμού στην Ελλάδα, ως βασικού στηρίγματος και αιμοδότη της σοσιαλδημοκρατίας. Επιβεβαιώνουν τον οπορτουνιστικό χαρακτήρα του, που εκφράζεται και με την υποστήριξη του πυρήνα των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων και άλλων κεντρικών επιλογών του κεφαλαίου, εξασφαλίζοντάς του πολύτιμο «αριστερό - προοδευτικό» άλλοθι.
Οι θέσεις και οι αποφάσεις παίρνουν υπόψη τους:
- Το γεγονός ότι οι εργαζόμενοι έχουν συσσωρεύσει εμπειρία από την υλοποίηση των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων και τη στάση των πολιτικών και συνδικαλιστικών δυνάμεων απέναντι σε αυτές.
- Τη σταθερή άνοδο του ΚΚΕ (παρά το στόχο συρρίκνωσής του) και την καταξίωση του ΠΑΜΕ σε όλο και ευρύτερα τμήματα εργαζομένων.
Γι’ αυτό το λόγο φραστικά επανέρχονται στη χρησιμοποίηση όρων που συσκοτίζουν προθέσεις και επιδιώξεις. Για παράδειγμα τη διαπίστωση ότι «το μέλλον του εργατικού κινήματος βρίσκεται στον αγώνα για την προώθηση των ταξικών συμφερόντων της εργατικής τάξης, στην προοπτική κατάργησης της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο». Διαπίστωση που αναιρείται από όλο το υπόλοιπο κείμενο, αλλά που κυρίως την αναιρεί η ίδια η δράση και η πραχτική της Αυτόνομης Παρέμβασης.
Γίνεται αγωνιώδης προσπάθεια να αποκρυφτεί, να αποσιωπηθεί η στάση, η δράση της ΑΠ την τελευταία 15ετία - 20ετία και να περιοριστεί η εκτίμηση στη δράση της τελευταίας 3ετίας, χωρίς και πάλι να γίνεται δυνατή η απόκρυψη της σύμπλευσης με βασικές επιλογές του κεφαλαίου. Αποσιωπάται π.χ. η υποστήριξη που δόθηκε σε όλες τις αποφάσεις, όπως η Συνθήκη Μάαστριχτ, η Λευκή Βίβλος, η στρατηγική της Λισσαβόνας, η στήριξη της ΟΝΕ -ενιαίου νομίσματος- η Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ), η Κοινή Εξωτερική Πολιτική, η στήριξη των προηγούμενων αποφάσεων των συνεδρίων της ΓΣΕΕ, της ταχτικής των κοινωνικών διαλόγων κλπ., κλπ.
Η προσπάθεια της ΑΠ να κρατήσει αποστάσεις από τον εργοδοτικό και κυβερνητικό συνδικαλισμό δεν πείθει και γιατί δεν υπάρχει ούτε μια βασική επιλογή του εργοδοτικού και κυβερνητικού συνδικαλισμού, που τα προηγούμενα χρόνια να μην τη στήριξαν, αλλά και γιατί το ίδιο το κείμενο παρά τους λεκτικούς ακροβατισμούς, ξανά υιοθετεί τον πυρήνα όλων των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων και κυρίως τη βασική άποψη ότι σήμερα είναι σεχταριστικό να θες να συσπειρώσεις τους εργάτες σε αντιμονοπωλιακή, αντιιμπεριαλιστική βάση. Αντιπαραθέτει ως δήθεν ρεαλιστική τη διεκδίκηση αιτημάτων «σε ζητήματα πιο καθημερινά και άμεσα».
Και έτσι το σύνολο των θέσεων και αποφάσεων της ΑΠ και αυτής της Πανελλαδικής συνδιάσκεψής τους, παρά τις όποιες αντικαπιταλιστικές γαρνιτούρες, κινείται πάνω στις δύο (2) βασικές ράγες που κινούνταν και παλιότερα ανάλογα κείμενά τους. Πρόκειται για την αντι-ΚΚΕ και την αντι-ΠΑΜΕ γραμμή, την ταχτική της διαστρέβλωσης, της συκοφάντησης των θέσεων του ΚΚΕ και του ΠΑΜΕ, της επιμονής στη γραμμή ενός συνδικαλισμού «εντός των τειχών».
Ιδεολογικά πρόκειται για την άποψη ότι ένας ανθρωπινότερος καπιταλισμός είναι εφικτός αν ηττηθεί η νεοφιλελεύθερη διαχείρισή του. Εξ ού και η σωρεία των διαχειριστικών προτάσεων (π.χ. φόρος Tobin 1‰ στην κίνηση των κεφαλαίων, αύξηση της βοήθειας στις φτωχές χώρες στο 0,7% του ΑΕΠ των ανεπτυγμένων χωρών κλπ.).
Ετσι, είναι απόλυτα λογικό που η ΑΠ από την αρχή και χωρίς περιστροφές οριοθετεί τα περιθώρια και το χαρακτήρα της «αντεπίθεσής της». Η «αντεπίθεση» αφορά την αντιμετώπιση του «νεοφιλελευθερισμού», ο οποίος, με βάση τη θέση τόσο του συνεδρίου του ΣΥΝ όσο και της ΑΠ, είναι ένα αντιλαϊκό μοντέλο διαχείρισης του καπιταλισμού.
Αναφέρεται χαρακτηριστικά: «Η νεοφιλελεύθερη διαχείριση κυριαρχεί και το πρότυπο εκμετάλλευσης των εργαζομένων καθορίζεται από μεγάλες εθνικές και περιφερειακές δυνάμεις, με καθοριστικό το ρόλο των ΗΠΑ, αλλά και άλλων δυνάμεων, π.χ. ΕΕ - NAFTA - Ιαπωνία».
Και για να μην έχουμε αμφιβολίες για το τι ακριβώς εννοούν, αμέσως παρακάτω προσθέτουν: «Στις Διεθνείς σχέσεις κυριαρχεί το δικαίωμα του ισχυρού που εκφράζεται σήμερα από τις ΗΠΑ. Είναι εξαιρετικά επικίνδυνη η νέα σταυροφορία του Μπους με πρόσχημα την ελευθερία και τη δημοκρατία, αλλά και την πάταξη της τρομοκρατίας».
Οχι μόνο ΕΕ και Ευρωπαϊκό ιμπεριαλισμό, αλλά ούτε καν αμερικάνικο ιμπεριαλισμό δε βλέπουν. Ακόμα και εκεί υπάρχει η διαχείριση Μπους. Καθόλου παράξενο αν θυμηθούμε την παλιότερη θέση τους, ότι η εκλογή Κλίντον αποτελεί προοδευτική εξέλιξη.
Οποιαδήποτε αναφορά στην αναγκαιότητα ενός «κοινωνικού μετασχηματισμού» σχετίζεται με μια «αντινεοφιλελεύθερη» διόρθωση του καπιταλισμού.
«Το μέλλον του κινήματος βρίσκεται στην “ενότητα και δράση πάνω στα προβλήματα”, η σύγχρονη ταξική οπτική, η αντίληψη ενός νέου διεθνισμού στο κοινωνικό πεδίο και μια ευρύτερη θεώρηση κοινωνικού μετασχηματισμού». Και ακόμα, «η ηγεσία του ΠΑΜΕ αγνοεί επίσης ότι σε μια περίοδο νεοφιλελεύθερης διαχείρισης, όπου η συλλογικότητα δέχεται μείζονα πλήγματα δεν μπορείς να πετυχαίνεις συσπειρώσεις σε προωθημένους στόχους, αλλά σε ζητήματα πιο καθημερινά και άμεσα».
Τώρα πως μπορεί να κατακτηθεί, π.χ. μια ουσιαστική αύξηση μισθών, έστω και προσωρινά, χωρίς να αμφισβητηθεί η απόφαση της ΕΕ για αυξήσεις στα όρια της παραγωγικότητας - το σύμφωνο σταθερότητας, οι αποφάσεις της Λισσαβόνας - η κυβερνητική εισοδηματική πολιτική και πολύ περισσότερο η ίδια η καπιταλιστική εκμετάλλευση, αυτό μόνο τα στελέχη της ΑΠ μπορούν να μας το απαντήσουν. Αυτά τα στελέχη που μαζί με τον Πολυζωγόπουλο, επί χρόνια προσπαθούν -υποτίθεται- να βελτιώσουν τη θέση των εργαζομένων, όχι μόνο χωρίς να αμφισβητήσουν τα «ιερά και όσια» του συστήματος (κερδοφορία και καπιταλιστική ιδιοκτησία), αλλά και καλώντας το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα να στηρίξει στρατηγικές επιλογές του κεφαλαίου που οδηγούν στην αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης.
Ούτε οι ίδιοι βεβαίως δύνανται να κρύψουν τα αποτελέσματα των επιλογών τους, γι’ αυτό και ομολογούν ότι: «Οι συνέπειες των αναδιαρθρώσεων και των επιλογών ήταν δραματικές για τους εργαζόμενους». Και αφού αναφέρονται στους δείκτες, π.χ. ανεργία, μισθούς κλπ., καταλήγουν ότι «η οικονομική αυτή ανατροπή απαιτούσε 2 προϋποθέσεις: Ενα πολιτικό σύστημα το οποίο να στηρίζει το νεοφιλελευθερισμό - αυτό υπήρχε με την εναλλαγή ΠΑΣΟΚ - ΝΔ στη διακυβέρνηση της χώρας - και ένα συνδικαλιστικό κίνημα πειθήνιο και συναινετικό στο πλαίσιο της νεοφιλελεύθερης συνεννόησης και - αυτό δυστυχώς έγινε - με βάση τους υπάρχοντες συσχετισμούς».
Ομως, ένα συνεχώς αυξανόμενο τμήμα των εργαζομένων διακρίνει όχι μόνο το «πειθήνιο, συναινετικό και προβλέψιμο συνδικαλισμό», αλλά και τους συμβιβασμένους συνδικαλιστές, περιλαμβάνοντας σε αυτούς π.χ. τον Πολυζωγόπουλο και τον Καλύβη, τον Παπασπύρου και τον Βρετάκο (εκπροσώπους της ΠΑΣΚΕ και του ΣΥΝ στη ΓΣΕΕ - ΑΔΕΔΥ). Και δεν είναι τυχαία αυτή η στάση των εργαζομένων, αλλά προέρχεται από την πείρα τους, βλέποντας την πραγματική στάση της ΑΠ και τη δράση των στελεχών της, όλα τα προηγούμενα χρόνια .
Ετσι, γίνεται φράση-δόλωμα, χωρίς συσχετισμό και πρακτική συνέπεια, η θέση της ΑΠ ότι «τελικός στόχος του κινήματος πρέπει να είναι η κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο». Σε όλο το κείμενο των θέσεων και αποφάσεων πουθενά δεν αμφισβητείται το «δικαίωμα» του κεφαλαίου στην κερδοφορία, στην «ανταγωνιστικότητα», η ίδια η καπιταλιστική ιδιοκτησία. Η μόνη αγωνία που διακατέχει το κείμενο είναι πώς θα συνυπάρξει η ατομική καπιταλιστική ιδιοκτησία με την κρατική καπιταλιστική ιδιοκτησία, ακόμα και σε τομείς όπως η υγεία, η παιδεία, η πρόνοια κλπ.
Οι παραπάνω «θεμελιακές» θέσεις σε κείμενο που βρίθει κουτοπόνηρων προσεγγίσεων, αντικρουόμενων εκτιμήσεων, «πολύτιμων» για τη δράση και στάση της ΑΠ αποσιωπήσεων και πληθώρας «βελτιωτικών» προτάσεων, τελικώς διαμορφώνει την κατεύθυνση της ΑΠ, σε αντι-ΚΚΕ και αντι-ΠΑΜΕ γραμμή, που παλεύει για έναν άλλο βελτιωμένο καπιταλισμό.