Η δημιουργία του λεγόμενου ενιαίου ευρωπαϊκού «Χώρου Ελευθερίας, Ασφάλειας και Δικαιοσύνης» («ΧΕΑΔ» ή «Χώρος») υπήρξε μια από τις σημαντικότερες επιλογές των πολιτικών εκπροσώπων του κεφαλαίου της ΕΕ, το απαραίτητο μέσο για την υλοποίηση και εμβάθυνση της ενιαίας εσωτερικής αγοράς, για την εξυπηρέτηση των τεσσάρων ελευθεριών του Μάαστριχτ (ελεύθερη κυκλοφορία κεφαλαίων, υπηρεσιών, εμπορευμάτων, προσώπων).
Αρχικά όλες οι πολιτικές του «Χώρου» ανήκαν στο πεδίο της διακρατικής συνεργασίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα διακρατικής αστυνομικής συνεργασίας είναι η Συνθήκη Σένγκεν.
Στη Συνθήκη του Μάαστριχτ (1992) για την ίδρυση της ΕΕ (στη θέση της ΕΟΚ) ορίζεται για πρώτη φορά ότι τα ζητήματα δικαιοσύνης και εσωτερικών υποθέσεων ανήκουν στην αρμοδιότητα της Ενωσης και δημιουργείται ο τρίτος πυλώνας για να τα συμπεριλάβει. Στο Μάαστριχτ πρωτοεμφανίζεται η αντιμετώπιση της τρομοκρατίας μεταξύ των στόχων αστυνομικής συνεργασίας της ΕΕ και αποφασίζεται η ίδρυση της Ευρωπόλ[1].
Στη Συνθήκη του Αμστερνταμ (1997) δημιουργείται ο ενιαίος «Χώρος Ελευθερίας, Ασφάλειας και Δικαιοσύνης» (ΧΕΑΔ), ανοίγει ο δρόμος για να περάσουν στην κοινοτική αρμοδιότητα («κοινοτικοποίηση» ή πρώτος πυλώνας) τα ζητήματα της δικαστικής συνεργασίας σε αστικές υποθέσεις, των συνόρων, του ασύλου και της «παράνομης» μετανάστευσης και ενσωματώνεται η Συνθήκη Σένγκεν στο λεγόμενο κοινοτικό δίκαιο. Στη διακρατική συνεργασία παρέμειναν τα πιο ευαίσθητα ζητήματα της αστυνομικής και δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις και η «νόμιμη» μετανάστευση.
Στο Τάμπερε της Φινλανδίας (1999) εγκρίνεται από τους αρχηγούς των κρατών-μελών το πρώτο πενταετές πρόγραμμα δράσης για τον ευρωπαϊκό «Χώρο Ελευθερίας, Ασφάλειας και Δικαιοσύνης» (1999-2004).
Στις 29 Σεπτέμβρη 2001, με αφορμή την 11η Σεπτεμβρίου, το Συμβούλιο εγκρίνει το πρώτο ευρωπαϊκό «πρόγραμμα δράσης για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας» και αποφασίζεται η έκδοση 2 αποφάσεων-πλαίσιο για «την καταπολέμηση της τρομοκρατίας» («Ευρωτρομονόμος») και για το «Ευρωπαϊκό Ενταλμα Σύλληψης».
Εν τω μεταξύ είχε ιδρυθεί η Ευρωπαϊκή Αστυνομική Ακαδημία (Σεπόλ, Cepol). Το 2002 άρχισε να λειτουργεί και η Ευρωεισαγγελία (Ευρωτζάστ, Eurojust).
Μέσα από τη παραπάνω σύντομη αναδρομή φαίνεται καθαρά ότι τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου και η «τρομοκρατία» αποτέλεσαν την αφορμή για να δρομολογηθούν, επισπευσθούν και ενισχυθούν ήδη προαποφασισμένες κατευθύνσεις, με στόχο την όλο και μεγαλύτερη ενίσχυση της διακρατικής συνεργασίας, μέχρι να φτάσουμε στο Ευρωσύνταγμα και το τρέχον Πρόγραμμα της Χάγης (2004-2009), που υπερβαίνουν το επίπεδο της διακρατικής συνεργασίας (τηρώντας ορισμένες ισορροπίες από τις αντιθέσεις που εξακολουθούν να υπάρχουν) και βρίσκονται στην κατεύθυνση δημιουργίας ενός «ευρωπαϊκού χώρου δημόσιας τάξης και ασφάλειας, όπου δεν προστατεύεται η ασφάλεια μόνο των κρατών μελών, αλλά και της Ευρωπαϊκής Ενωσης, τόσο η εσωτερική όσο και η εξωτερική»[2], δηλαδή μιας ευρωενωσιακής αστυνομικής και δικαστικής δομής.
Α.1. ΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΗΣ ΧΑΓΗΣ ΚΑΙ ΤΟ «ΕΥΡΩΣΥΝΤΑΓΜΑ»
Το Πρόγραμμα της Χάγης (2004-2009), που διαδέχθηκε το Πρόγραμμα του Τάμπερε, είναι ένα πρόγραμμα προετοιμασίας για την εφαρμογή των προβλέψεων του «Ευρωσυντάγματος» που αφορούν το «Χώρο». Επιπλέον, στο πρόγραμμα της Χάγης αποφασίζονται σειρά μέτρων προληπτικής καταστολής (καταπολέμηση της ριζοσπαστικοποίησης, επέκταση και τελειοποίηση των μηχανισμών καταστολής και φακελώματος, αστυνόμευση των λεγόμενων «Υποδομών Ζωτικής Σημασίας» και των Μεταφορών). Επίσης υιοθετείται η «εξωτερική διάσταση του ΧΕΑΔ», η δημιουργία «Οργανισμού Θεμελιωδών Δικαιωμάτων» και η ενίσχυση της «ευρωπαϊκής ιθαγένειας».
Η Ευρωπαϊκή Συνταγματική Συνθήκη («Ευρωσύνταγμα»), που υπογράφτηκε σχεδόν συγχρόνως με το πρόγραμμα της Χάγης (Οκτώβριος 2004), συνιστά μια σοβαρή ποιοτική αλλαγή, αφού καταργεί τους πυλώνες και εντάσσει στην αποφασιστική αρμοδιότητα της Ενωσης όλα σχεδόν τα ζητήματα του «Χώρου» που είχαν παραμείνει στη διακρατική συνεργασία, γεγονός που σημαίνει κατάργηση της ομοφωνίας στα Συμβούλια, ενίσχυση του ρόλου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, συναπόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, αρμοδιότητα του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, γενίκευση της τακτικής νομοθετικής διαδικασίας. Προβλέπει τη δημιουργία Επιτροπής Εσωτερικής Ασφάλειας και τη δυνατότητα επέμβασης των στρατιωτικών και αστυνομικών μηχανισμών της Ενωσης σε οποιοδήποτε κράτος-μέλος με το πρόσχημα της αντιμετώπιση της «τρομοκρατικής απειλής» («ρήτρα αλληλεγγύης»). Στο «Ευρωσύνταγμα» αποτυπώθηκε -μέσα από αντιθέσεις και αντιφάσεις- η στρατηγικής σημασίας θέληση των πολιτικών εκπροσώπων του ευρωενωσιακού κεφαλαίου να παραχωρήσουν ένα σημαντικό μέρος του λεγόμενου σκληρού πυρήνα άσκησης εγχώριας αστικής κρατικής εξουσίας σε υπερκρατικούς μηχανισμούς της ΕΕ, στην κατεύθυνση μιας «ευρωπαϊκής δημόσιας τάξης», με ενισχυμένο το ρόλο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (Κομισιόν) και υπηρεσιών όπως η Ευρωτζάστ και Ευρωπόλ.
Η καταψήφιση του «Ευρωσυντάγματος» δυσκόλεψε, αλλά δεν εμπόδισε τη δρομολόγηση των βασικών στόχων του, έτσι όπως εξειδικεύτηκαν στο πρόγραμμα της Χάγης. Οι αποφάσεις και τα μέτρα που πάρθηκαν σε εφαρμογή του προγράμματος της Χάγης δείχνουν ότι με ή χωρίς Ευρωσύνταγμα, το ευρωενωσιακό κεφάλαιο είναι αποφασισμένο να ενισχύσει τα μέσα και τους μηχανισμούς που θωρακίζουν την εξουσία της αστικής τάξης κάθε αστικού κράτους-μέλους χωριστά και συνολικά της Ενωσης, ως ιμπεριαλιστικής διακρατικής ένωσης του ευρωπαϊκού κεφαλαίου.
Στην κατεύθυνση αυτή, δε διστάζουν να παραβιάσουν ακόμη και τη δική τους τυπική νομιμότητα, έτσι όπως απορρέει από τις Συνθήκες και να εισάγουν το ανυπόστατο Ευρωσύνταγμα από το παράθυρο[3].Παράλληλα εντείνεται η προπαγάνδα, ώστε να φανεί ότι η επίσπευση των μέτρων ευρωενωσιακής εσωτερικής τάξης και ασφάλειας είναι απαίτηση των πολιτών της Ενωσης[4]. Σε πρόσφατη αμφισβητούμενης αξιοπιστίας δημοσκόπηση, που οργανώθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή[5], το 86% των ερωτηθέντων θέλει περισσότερες αποφάσεις σε ευρωενωσιακό επίπεδο για το οργανωμένο έγκλημα και την «τρομοκρατία», ενώ υψηλά εμφανίζονται τα ποσοστά εκείνων που ζητούν υπερκρατικές ευρωπαϊκές πολιτικές για το οργανωμένο έγκλημα, την «τρομοκρατία» και τα ναρκωτικά.
Οι συζητήσεις που έγιναν το τελευταίο διάστημα με αφορμή την ενδιάμεση αξιολόγηση και επικαιροποίηση του προγράμματος της Χάγης[6] επικεντρώθηκαν στη «βελτίωση της διαδικασίας λήψης αποφάσεων στο ΧΕΑΔ», δηλαδή στην αναζήτηση λύσεων για να εφαρμοστεί η ουσία του «Ευρωσυντάγματος», να «κοινοτικοποιηθούν» η δικαστική και αστυνομική συνεργασία, να ενισχυθεί ο ενιαίος ευρωπαϊκός χώρος εσωτερικής τάξης και ασφάλειας. Η ψήφιση με τη μορφή Οδηγίας της παρακολούθησης και κατακράτησης των δεδομένων όλων των επικοινωνιών, δηλαδή η εφαρμογή της κοινοτικής μεθόδου σε ένα θέμα αστυνομικής συνεργασίας, ήταν ένας σταθμός για τον οποίο έχουν κάθε λόγο να πανηγυρίζουν οι πολιτικοί εκπρόσωποι του κεφαλαίου.
Προς το παρόν, προσανατολίζονταιστη χρήση των λεγόμενων μεταβατικών ρητρών, δηλαδή τη μεταφορά τομέων που μέχρι στιγμής ανήκουν στη διακρατική συνεργασία στις κοινοτικές πολιτικές (μέθοδος «γέφυρας»), ύστερα από ομόφωνη απόφαση του Συμβουλίου. Στα πρόσφατα Συμβούλια δεν πάρθηκε απόφαση, γεγονός που επιβεβαιώνει την ύπαρξη αντιθέσεων. Απ’ ό,τι φαίνεται στο θέμα αυτό θα υπάρξουν εξελίξεις τα δύο επόμενα χρόνια, όπου θα αποφασιστεί και η τύχη του «Ευρωσυντάγματος».
Α.2. ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΚΟΜΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΕΥΡΩΜΟΝΟΔΡΟΜΟΥ
Η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ, που ήταν υπέρ του «Ευρωσυντάγματος», υποστηρίζουν ένθερμα το πέρασμα του Χώρου στην αρμοδιότητα της ΕΕ, δηλαδή τη δημιουργία ευρωενωσιακής αστυνομικής και δικαστικής δομής. Είναι επομένως συνεπή με την αντιλαϊκή πολιτική τους. Την ίδια όμως θέση έχει και ο Συνασπισμός, παρόλο που πήρε αρνητική θέση για το συγκεκριμένο (έστω) «Ευρωσύνταγμα», μία από τις βασικότερες καινοτομίες του οποίου είναι η μεταφορά των ζητημάτων εσωτερικής ασφάλειας και δικαιοσύνης στην αρμοδιότητα της ΕΕ. Βασικό τους επιχείρημα είναι ότι έτσι θα καταργηθεί η αδιαφάνεια και το δημοκρατικό έλλειμμα, με την ενίσχυση του ρόλου του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, «ξεχνώντας» ότι ποτέ το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δεν ακύρωσε ή έστω δεν εμπόδισε τις αντιδημοκρατικές εξελίξεις, ακόμη κι όταν είχε αυξημένες αρμοδιότητες συναπόφασης, που σημαίνει ότι απλά ζητούν η ένταση της καταστολής και της αστυνόμευσης να γίνεται με «διαφάνεια και δημοκρατικότητα». Οι αντιπροσφυγικές οδηγίες για το άσυλο, οι Κανονισμοί για το Σύστημα Σένγκεν ΙΙ και ΒΙΖ και -το σοβαρότερο- το φακέλωμα των επικοινωνιών 500.000.000 ανθρώπων, αποφασίστηκαν με συννομοθέτη το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Στους τομείς όπου άσκησε έλεγχο (π.χ. ιπτάμενες φυλακές της CIA) δεν υπήρξε κανένα αποτέλεσμα εκτός από ανέξοδες και φλύαρες εκκλήσεις και διαμαρτυρίες. Δε θα μπορούσε εξάλλου να είναι αλλιώς. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είναι μια διακρατική ευρωενωσιακή δομή, στην οποία αντανακλάται η καπιταλιστική εξουσία στα κράτη-μέλη της ΕΕ, αλλά και ο μεταξύ τους συσχετισμός. Δεν είναι δυνατό το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να εκφράζει ή να υπερασπίζεται διαφορετικά ταξικά συμφέροντα.
Σε Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου[7] για την πρόοδο που σημειώθηκε το 2004 στο «Χώρο», η ΝΔ, το ΠΑΣΟΚ και ο Συνασπισμός, αφού αποδέχονται τη φιλολογία για την «τρομοκρατία» και την εγκληματικότητα, τάσσονται υπέρ της μεταφοράς της δικαστικής και αστυνομικής συνεργασίας στο κοινοτικό πλαίσιο, μέσα από τη διαδικασία της «γέφυρας» και θεωρούν «λυπηρό το γεγονός ότι δεν υπάρχει ακόμη πραγματική ευρωπαϊκή στρατηγική εσωτερικής ασφάλειας». Τάσσονται υπέρ της αναβάθμισης της Ευρωπόλ, υπέρ της καταγραφής στο Σύστημα Σένγκεν των «ανεπιθύμητων ξένων» (άρθρο 96) και των «υπόπτων υπό παρακολούθηση» (άρθρο 99), αρκεί να υπάρξει η κατάλληλη νομική βάση! Ζητούν προωθημένες μορφές συνεργασίας μεταξύ Ευρωπόλ και Ευρωτζάστ, «τη δημιουργία ευρωπαϊκής εισαγγελικής αρχής», ενίσχυση του ρόλου της Ευρωπαϊκής Αστυνομικής Ακαδημίας (Σεπόλ), «ορθολογική διαχείριση των πληροφοριών», «αποτελεσματικότητα της χρήσης της βιομετρίας», μια «ευρωπαϊκή πολιτική επί θεμάτων ασύλου και μετανάστευσης». Επί της ουσίας, τόσο η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ, όσο και ο Συνασπισμός ζήτησαν να ισχύσουν οι προβλέψεις του αντιλαϊκού «Ευρωσυντάγματος».
Επομένως, όλα τα μέτρα έντασης των μηχανισμών καταστολής, αστυνόμευσης και παρακολούθησης της Ευρωένωσης και των ελληνικών κυβερνήσεων έχουν την υπογραφή της ΝΔ, του ΠΑΣΟΚ και του Συνασπισμού. Οι διαφωνίες αφορούν δευτερεύοντα ζητήματα, οι δε κοκορομαχίες που εκδηλώνονται στην Ελλάδα, γίνονται για λόγους εσωτερικής κατανάλωσης και αποπροσανατολισμού του ελληνικού λαού.
Το Ψήφισμα καταψήφισε το ΚΚΕ, ενώ η Ευρωομάδα της Ευρωπαϊκής Ενωτικής Αριστεράς (GUE/NGL) μοιράστηκε μεταξύ του υπέρ, του κατά και της αποχής. Καταψήφισε επίσης και το ΛΑΟΣ, μαζί με την πλειοψηφία του κόμματος των ακροδεξιών «μη εγεγραμμένων» (IND/DEM), για τους δικούς τους εθνικιστικούς λόγους, που δεν έχουν καμία σχέση με την υπεράσπιση των δημοκρατικών και λαϊκών ελευθεριών.
Α.2. Η ΔΙΟΓΚΩΣΗ ΤΟΥ «ΧΩΡΟΥ» ΩΣ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΘΕΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ
Η εξέλιξη του «Χώρου» αντανακλά τις ανάγκες και αναδιαρθρώσεις της καπιταλιστικής αγοράς σε επίπεδο ΕΕ καιτην επιθετικότητα του κεφαλαίου ως συνέπεια των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων και της προσωρινής ήττας των σοσιαλιστικών επαναστάσεων. Η γιγάντωση του «Χώρου» το τελευταίο διάστημα δείχνει ότι, παρ’ όλες τις ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις μέσα στην ίδια την ΕΕ, υπάρχει απόλυτη ομοφωνία για το τσάκισμα της αντίστασης των λαών της ΕΕ και τη δημιουργία χειρότερων όρων διεξαγωγής της ταξικής πάλης.
Η σημασία που αποδίδεται στο «Χώρο» αποδεικνύεται και από τους πόρους με τους οποίους θα επιδοτηθούν τα κράτη-μέλη. Στις δημοσιονομικές προοπτικές 2007-2013 τα κονδύλια που δίνονται για τα προγράμματα-πλαίσια του «Χώρου» ήταν τα μόνα που παρουσίαζαν αύξηση συνολικά και κατά πρόγραμμα, ξεπερνώντας τα 5 δισ. Ευρώ[8].
Η μελέτη του ΧΕΑΔ είναι χρήσιμη γιατί δίνει στοιχεία για την εξέλιξη ενός σημαντικού τμήματος του ευρωενωσιακού εποικομοδομήματος, αυξάνει την ετοιμότητα και επαγρύπνηση του μαζικού λαϊκού κινήματος κάθε κράτους-μέλους. Οι αποφάσεις που παίρνονται στα Συμβούλια της ΕΕ, με την ψήφο και των εκάστοτε (είτε ΠΑΣΟΚ είτε ΝΔ) υπουργών και πρωθυπουργών, αργά ή γρήγορα θα γίνουν εσωτερική πολιτική.
Εκτός από το πέρασμα στο ελληνικό δίκαιο αντεργατικών και αντιλαϊκώννόμων που προετοιμάστηκαν σε επίπεδο Ευρωένωσης, εκτός από τη συμμετοχή και προσαρμογή της Ελλάδας στους κατασταλτικούς - αστυνομικούς μηχανισμούς και θεσμούς της ΕΕ, δεν υπάρχει πλευρά της εσωτερικής πολιτικής ασφάλειας που να μην «ακουμπάει» άμεσα ή έμμεσα, που να μην «αβαντάρεται» από τις πολιτικές ή το κλίμα που κυριαρχεί στην Ενωση. Οι αστυνομικές αρχές της κάθε χώρας, στα διάφορα σεμινάρια και ομάδες εργασίας της ΕΕ που συμμετέχουν, ανταλλάσσουν «εγχειρίδια βέλτιστων πρακτικών» για την εναρμονισμένη δράση των μηχανισμών καταστολής και παρακολούθησης, για την ενιαία φρούρηση των συνόρων.
Η ΕΕ μέσω του «Χώρου» λειτουργεί ως σύγχρονη «Ιερά Συμμαχία» για την προστασία των συμφερόντων των ευρωπαϊκών μονοπωλίων, του κεφαλαίου της κάθε χώρας, όσο τουλάχιστον καταφέρνουν να χειρίζονται τους μεταξύ τους ανταγωνισμούς και τις αντιδράσεις του εργατικού και του λαϊκού κινήματος. Αυτή είναι η εξήγηση, γιατί οι πολιτικοί εκπρόσωποι του κεφαλαίου του κάθε κράτους-μέλους παραχωρούν εξουσίες κρατικής ασφάλειας και αστυνόμευσης σε διακρατικούς θεσμούς και μηχανισμούς.
Το τελευταίο διάστημα υπάρχει υπερπαραγωγή εναρμονισμένων πολιτικών και νομοθετημάτων[9] και κοινών επιχειρησιακών μηχανισμών, υπάρχει μια τεράστια διόγκωση του Χώρου, παρόλο που τυπικά η αστυνομική και δικαστική συνεργασία εμπίπτει στη διακρατική συνεργασία, αφού το «Ευρωσύνταγμα» δεν έχει υιοθετηθεί.
Η επόμενη διετία, μέχρι δηλαδή την ολοκλήρωση των διαβουλεύσεων για το μέλλον του «Ευρωσυντάγματος», που συμπίπτει με την εκπνοή του προγράμματος της Χάγης και τις Ευρωεκλογές του 2009, θα είναι ιδιαίτερα κρίσιμη. Η αλληλοδιαδοχή των προεδριών της Γερμανίας, Πορτογαλίας και Σλοβενίας μέχρι τον Ιούνιο του 2008 διευκολύνει την επιτάχυνση των πολιτικών αστυνομικής και δικαστικής συνεργασίας, δηλαδή την ένταση των ενιαίων μέτρων θωράκισης της ευρωενωσιακής εσωτερικής ασφάλειας και εξωτερικής παρέμβασης, όπως φαίνεται και από τις εξαγγελίες του «τρίο» των προεδριών αυτών, που καλύπτουν τη συγκεκριμένη περίοδο.
Στο κείμενο αυτό θα γίνει μια όσο το δυνατό πιο ολοκληρωμένη καταγραφή των μέτρων που δρομολογούνται με αφορμή: α) Την ενδιάμεση αξιολόγησηκαι επικαιροποίηση του προγράμματος της Χάγης που έγινε στο Συμβούλιο Υπουργών Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων (Συμβούλιο ΔΕΥ) και το Συμβούλιο Κορυφής το Δεκέμβριο 2006, β) Τις εξαγγελίες της γερμανικής προεδρίας και του «τρίο» των επόμενων προεδριών, γ) Τα πρώτα μέτρα της γερμανικής προεδρίας.