Σχετικά με την κοινωνικοικονομική πραγματικότητα στην Ελλάδα το προγραμματικό κείμενο κάνει διαπιστώσεις πάνω σ' όλα τα υπαρκτά μεγάλα λαϊκά προβλήματα, τις αρνητικές συνέπειές τους, και εκτιμά ότι το πολιτικό σύστημα της χώρας βρίσκεται στη δίνη μιας βαθύτατης κρίσης, με άδηλες ως επικίνδυνες εκβάσεις. Αποδίδει τις αιτίες στην κακή διαχείριση του ελληνικού καπιταλισμού από τις κυβερνήσεις της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ, εστιάζοντας στο γεγονός ότι δεν προωθήθηκαν οι κατάλληλοι αστικοί εκσυγχρονισμοί, (εκτιμούν οτι είναι ζητούμενο από την εποχή του Τρικούπη), από το 1981 ακόμη με την είσοδο της Ελλάδας στην ΕΟΚ, γιατί δεν υπήρχε «εθνική στρατηγική».
«Αναμφίβολα η ένταξη της χώρας στην ΕΟΚ το 1981 υπήρξε τομή που θα μπορούσε να παράσχει τη βάση για τη χάραξη μιας συγκροτημένης εθνικής στρατηγικής, σε συνάρτηση μάλιστα με τον εκδημοκρατισμό και τον πολιτικό εκσυγχρονισμό της ελληνικής κοινωνίας. Ωστόσο αυτό δεν έγινε... Ο αστικός εκσυγχρονισμός... δεν ανακαλύφθηκε από τον κ. Σημίτη, αλλά συνιστά αίτημα μερίδων της αστικής τάξης ήδη από την εποχή του Τρικούπη...».
Επομένως για το ΣΥΝ οι αιτίες για τα μεγάλα προβλήματα του λαού δε βρίσκονται στον ίδιο τον καπιταλισμό, αλλά στη μορφή διαχείρισής του, στο «μη εκσυγχρονισμό του». Τις ίδιες διαπιστώσεις κάνει για τις συνέπειες από την ένταξη της Ελλάδας στην ΕΕ. Θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί οι ανισότητες, -ισχυρίζεται - θα μπορούσε μάλιστα να υπάρξει οικονομική και κοινωνική σύγκλιση, αν οι κυβερνήσεις είχαν προετοιμάσει κατάλληλα την οικονομία της χώρας με άλλη μορφή διαχείρισης.
«Μολονότι η συμμετοχή της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ενωση και την ΟΝΕ ήταν, και εξακολουθεί να αποδεικνύεται καθημερινά, πολιτικά αναγκαία, η συνολική οικονομική κατάσταση της χώρας χειροτερεύει αντί να βελτιώνεται... η ΟΝΕ έχει αξιοποιηθεί και εξακολουθεί να αξιοποιείται ως μηχανισμός "πειθάρχησης" και μέσο πίεσης για αναδιανομή του εθνικού εισοδήματος σε βάρος της εργασίας.... η αύξηση του ελληνικού ΑΕΠ με ρυθμούς υψηλότερους του μέσου όρου των χωρών της Ευρωπαϊκής Ενωσης δε μεταφράζεται σε πραγματική οικονομική και κοινωνική σύγκλιση...».
Θεωρεί ότι η νεοφιλελεύθερη διαχείριση επιδείνωσε ακόμη περισσότερο την κατάσταση της ελληνικής οικονομίας, μεγαλώνοντας τις κοινωνικές ανισότητες, αφού αναδιανέμει τον πλούτο σε βάρος του λαού. Βασικό στοιχείο στην ανάλυση του αποτελεί η άποψη περί «στρεβλής» δομής του ελληνικού καπιταλισμού που έχει ιστορικές ρίζες. Στον «τύπο ανάπτυξης» που χαρακτηρίζεται από στρεβλότητα (που δεν αντιμετωπίζει ο νεοφιλελευθερισμός) αποδίδεται η όξυνση εγγενών στον καπιταλισμό τάσεων όπως η άνιση κατανομή, η ανεργία, η υπερχρέωση κράτους και νοικοκυριών.«Ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός και ο συναφώς διαμορφωμένος τύπος ανάπτυξης που ακολουθεί η χώρα παρουσιάζει ένα σύνολο από παγιωμένα δομικά χαρακτηριστικά, τα οποία η ακολουθούμενη πολιτική περιπλέκει και εμπεδώνει αντί να αίρει...». Αυτά, λένε, με μια άλλη πολιτική θα μπορούσαν να αμβλύνονται.
Για το ΣΥΝ, δεν είναι η ολοένα αυξανόμενη εκμετάλλευση που αυξάνει την κερδοφορία του κεφαλαίου και τις ταξικές ανισότητες, αλλά ότι δεν εφαρμόστηκε πολιτική αναδιανομής, προκειμένου να υπάρξει «κοινωνική σύγκλιση»! Λες και οι καπιταλιστές είναι διατεθειμένοι να μοιραστούν έστω μέρος των κερδών τους με τους εργάτες. Λες και μπορεί να αποδεχτούν πολιτική αναδιανομής εισοδημάτων εις βάρος των κερδών. Μα είναι σα να αποδέχονται την υπόσκαψη των θεμελίων του συστήματος.
Ετσι, η αντίθεση, την οποία περιγράφουν στις θέσεις, δεν είναι «μονοπώλια - λαός», «καπιταλισμός - σοσιαλισμός», αλλά, «αφ' ενός, η διατήρηση της ειρήνης και, αφ' ετέρου, η ενίσχυση και η απελευθέρωση της δημοκρατίας, όπως και των κοινωνικών και δημόσιων αγαθών, από τα δεσμά της εμπορευματοποίησης, τη δικτατορία των αγορών, τον έλεγχο των μεγάλων συμφερόντων και της διαπλοκής. Κατά συνέπεια, κύρια διαχωριστική γραμμή συνιστά σήμερα η τοποθέτηση απέναντι στο νεοφιλελευθερισμό και τη νεοφιλελεύθερη καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση υπό την ηγεμονία των ΗΠΑ, με γνώμονα τις αξίες της ειρήνης, της δικαιοσύνης, της ελευθερίας, της δημοκρατίας, της κοινωνικής αλληλεγγύης και της προστασίας της φύσης. Είναι αυτή η αντίθεση, που προσδιορίζει και θα προσδιορίζει όλο και πιο καθαρά στο μέλλον το χαρακτήρα και την πολιτική κάθε κόμματος, όπως και τις κοινωνικές και πολιτικές συμμαχίες που συγκροτούνται...το δίλημμα που ήδη τίθεται, και που θα τεθεί με πολύ μεγαλύτερη οξύτητα μετά τις ερχόμενες εκλογές είναι η επιλογή ανάμεσα στη συνέχιση και στην παραπέρα ενίσχυση της νεοφιλελεύθερης πολιτικής, εκδοχή η οποία βεβαίως θα αποδιαρθρώσει την οικονομία και την ελληνική κοινωνία ακόμη περισσότερο, και στην υιοθέτηση μιας κοινωνικά προσανατολισμένης πολιτικής, η οποία, όμως, απαιτεί ριζική αναδιάταξη των κοινωνικών δυνάμεων, με ενίσχυση των δυνάμεων της εργασίας και όλων εκείνων που ενδιαφέρονται για την προκοπή του τόπου, και τη συνακόλουθη αλλαγή του συσχετισμού των πολιτικών δυνάμεων υπέρ της Αριστεράς».
Επομένως, στο πολιτικό επίπεδο, η αντίθεση είναι «νεοφιλελεύθερη διαχείριση - αντινεοφιλελεύθερη διαχείριση». Και πάνω σ' αυτήν την αντίθεση, οικοδομούν τη στρατηγική και την τακτική τους, την πολιτική συμμαχιών τους, προτείνοντας μια σειρά στόχους πάλης για την αντιμετώπιση των λαϊκών προβλημάτων στα πλαίσια του καπιταλισμού. Για παράδειγμα, η διατύπωση για «κοινωνικά και δημόσια αγαθά», δε συνοδεύεται με τη «δημόσια δωρεάν παροχή τους στο λαό». Γεγονός, που σημαίνει συνύπαρξη δημόσιου - ιδιωτικού τομέα και ελεγχόμενη εμπορευματοποίηση. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι στο προηγούμενο συνέδριό του ο ΣΥΝ διατύπωνε τη θέση για συνύπαρξη δημόσιου ιδιωτικού τομέα, όπου ο πρώτος θα συνδέεται με το δεύτερο έτσι ώστε να παρέχονται κοινωνικές υπηρεσίες με ελεγχόμενη την αγορά και όχι με βάση τους νόμους της.
Οι στόχοι που κατά το ΣΥΝ απαντούν στα προβλήματα και τις ανάγκες των εργαζομένων και διατυπώνονται στο κείμενο, δεν ξεφεύγουν από τα πλαίσια του καπιταλισμού, αξιοσημείωτη όμως είναι η προσπάθεια να τους εντάξουν στα πλαίσια μιας στρατηγικής για το σοσιαλισμό που οι ίδιοι βεβαίως προτείνουν. Δηλαδή μέσω της διαχείρισης του καπιταλισμού με «κοινωνικό πρόσωπο» προς το σοσιαλισμό. Μέσω αυτού του σχήματος επιδιώκεται ο εγκλωβισμός σε εναλλαγές της αστικής διακυβέρνησης, όσων αισθάνονται «αριστεροί» με αντιιμπεριαλιστική αντιμονοπωλιακή αντικαπιταλιστική συνείδηση ή έχουν την τάση ριζοσπαστικοποίησης προς αυτήν, στο όνομα της επιδίωξης ενός σοσιαλισμού που θα παραμένει απλώς ως όραμα, ή θα αναγορεύεται ως τέτοιος μια πολιτική αναδιανομής υπέρ των λαϊκών δυνάμεων, αν μπορεί βεβαίως να εφαρμοστεί ακόμη και αυτή.
«Προκειμένου να φέρουν αποτελέσματα και να έχουν προοπτική, οι αγώνες, η κριτική και οι προτάσεις της Αριστεράς δεν μπορεί να περιορίζονται στις τεχνικές πτυχές των προβλημάτων και να επικεντρώνονται στις ανεπάρκειες των διαχειριστών της εξουσίας. Πρέπει να στοχεύουν πιο πέρα, στην αμφισβήτηση των κανόνων, των αξιών και των εξουσιών της νεοφιλελεύθερης μορφής του καπιταλισμού και του καπιταλισμού γενικότερα, αναδεικνύοντας τις αξίες και τα προτάγματα του σοσιαλισμού με ελευθερία και δημοκρατία... Το σημαντικό είναι τόσο η κριτική και η αμφισβήτηση όσο και οι θετικές προτάσεις να εγγράφονται συστηματικά, πρακτικά και θεωρητικά, σε ένα εναλλακτικό σχέδιο για την κίνηση της κοινωνίας, ένα σχέδιο που μάχεται τον καπιταλισμό, στοχεύοντας το σοσιαλισμό με ελευθερία και δημοκρατία».
Ταυτόχρονα στο προγραμματικό κείμενο διατυπώνεται η εξής θέση:
«Αφετηρία της Αριστεράς είναι ο αγώνας της υπέρ των άμεσων στόχων που απασχολούν τους εργαζόμενους, κινητοποιούν τα προοδευτικά τμήματα της κοινωνίας και απαντούν σε ώριμα προβλήματα και ανάγκες της, φιλοδοξία και στρατηγική επιδίωξη είναι η συνεπής και συνεκτική συγκρότηση ενός τέτοιου σχεδίου...».
Ποιο είναι το περιεχόμενο αυτού του σχεδίου;
«... μια συνολική εναλλακτική οικονομική πολιτική με στόχο ένα νέο πλαίσιο ανάπτυξης και αναδιανομής, με εξασφαλισμένη την προστασία των δημοσίων αγαθών και με καταστατική δέσμευση την προστασία του περιβάλλοντος. Η εναλλακτική οικονομική πολιτική του ΣΥΝ και της ελληνικής Αριστεράς οφείλει να εμπνέεται από τις αξίες της κοινωνικής δικαιοσύνης, της αλληλεγγύης, της συλλογικότητας και της συνεργασίας... Ο ΣΥΝ και η ελληνική Αριστερά αγωνίζονται για μια οικονομική πολιτική, που διαμορφώνει ένα νέο πρότυπο αξιοβίωτης ανάπτυξης και διανομής, που σέβεται σχολαστικά το περιβάλλον, διευρύνει το κοινωνικό κράτος και περιορίζει τις κοινωνικές και περιφερειακές ανισότητες. Ουσία μιας τέτοιας εναλλακτικής οικονομικής πολιτικής είναι η αλλαγή των κριτηρίων, των σκοπών και, τελικά, του ίδιου του περιεχόμενου της αναπτυξιακής διαδικασίας, σε μια κατεύθυνση όπου οι ανάγκες των ανθρώπων και της κοινωνίας θα υπερισχύουν του κέρδους και της σπατάλης».
Η διέξοδος που προτείνουν είναι πάλη για κάποια άμεσα προβλήματα, προβάλλοντας την αυταπάτη ότι έτσι θα βελτιωθεί η θέση του λαού στα πλαίσια του συστήματος. Βέβαια, ο ΣΥΝ πουθενά στο κείμενο των θέσεων δεν κάνει λόγο για το ποια εξουσία θα επιβάλει την εναλλακτική του πολιτική, ποιος ο χαρακτήρας της. Μιλά όμως, εμμέσως πλην σαφώς, για «εναλλακτική στρατηγική, που αρχίζει σιγά - σιγά να διαμορφώνεται σε παγκόσμια κλίμακα, ενώ ακόμη κάποιες επιμέρους νίκες ή ακόμη και κάποιες σποραδικές εκλογικές επιτυχίες, όπως εκείνη του Λούλα στη Βραζιλία, αρχίζουν να δείχνουν πως οι αντιστάσεις μπορεί να αποβαίνουν έστω και προσωρινά νικηφόρες». Ως εκεί φτάνει η εναλλακτική στρατηγική του ΣΥΝ: Μια αστικορεφορμιστική κυβέρνηση διαχείρισης.