ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΥ: ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΣΤΗΡΙΞΗΣ ΤΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ


του Στέφανου Λουκά

Οταν έπεσε η αυλαία του προγραμματικού συνεδρίου του ΣΥΝ, τρία ζητήματα ήταν αυτά που απασχόλησαν τον Τύπο. Το πρώτο, η μεγάλη ποσοστιαία αντίδραση στην αλλαγή του ονόματος (πάνω από το 40% των συνέδρων), το δεύτερο η μεγάλη πλειοψηφία στην υπερψήφιση του προσυνεδριακού κειμένου (το 80%) και η με συντριπτική πλειοψηφία (ήταν τόσο φανερή που δεν καταμετρήθηκε) απόρριψη τριών τροπολογιών στο προγραμματικό κείμενο.

Η μία τροπολογία ήταν η εξής: «Η ευρωπαϊκή αριστερά δεν μπορεί, σε καμιά περίπτωση, να αποδεχθεί την πρόταξη του στρατιωτικού σκέλους της ΕΕ στην πορεία για την ευρωπαϊκή ενοποίηση...».

Η δεύτερη ήταν: «Ο ΣΥΝ θεωρεί ότι η πορεία της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, όπως προωθείται από τις συντηρητικές αλλά και τις σοσιαλδημοκρατικές και πράσινες κυβερνήσεις των χωρών της Ευρωπαϊκής Ενωσης, δεν έχει προοδευτική κατεύθυνση, αλλά συνιστά προσπάθεια δημιουργίας ενός νέου καπιταλιστικού πόλου...».

Και η τρίτη: «Ο ΣΥΝ ...θεωρεί ότι δεν υφίσταται πλέον κανένα περιθώριο συνεργασίας είτε προεκλογικά, είτε μετεκλογικά με την ηγεσία του Κόμματος του ΠΑΣΟΚ και τα κυβερνητικά του στελέχη. Η απόφαση για την μη μετεκλογική συνεργασία ισχύει, είτε κερδίσει, είτε χάσει το ΠΑΣΟΚ τις επόμενες Βουλευτικές Εκλογές...».

Ηταν τροπολογίες που αν γίνονταν δεκτές από το συνέδριο, ίσως προσέδιδαν ακόμη «πιο αριστερό προφίλ» στην πολιτική φυσιογνωμία του ΣΥΝ. Ισως συγκάλυπταν καλύτερα τη στρατηγική στήριξης του ευρωπαϊκού ιμπεριαλιστικού κέντρου, τη στρατηγική διαχείρισης στο εθνικό επίπεδο, αλλά και το αλληθώρισμα του ΣΥΝ προς τον ένα πόλο του αστικού πολιτικού συστήματος, το ΠΑΣΟΚ. Αλλά παρόλα αυτά, ο χαρακτήρας της πολιτικής του ΣΥΝ δε θα άλλαζε στο παραμικρό. Αλλωστε το ίδιο το συνέδριο δεν έκανε τίποτ' άλλο από το να πιστοποιήσει αυτό που πραγματικά είναι ο ΣΥΝ σαν πολιτική δύναμη. Ενα κόμμα εντός των ορίων του καπιταλισμού, συστατικό μέρος του αστικού πολιτικού συστήματος.

Με δεδομένο ότι αυτό το άρθρο γράφτηκε αμέσως μετά τη λήξη των εργασιών του συνεδρίου, η κριτική μας στηρίζεται στο προσυνεδριακό κείμενο της ΚΠΕ του ΣΥΝ που -όπως ήδη έχουμε αναφέρει- ψηφίστηκε από το συνέδριο με μεγάλη πλειοψηφία.

ΣΚΟΠΟΙ ΤΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ ΚΑΙ ΜΕΣΑ ΥΛΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥΣ

Το προγραμματικό συνέδριο έγινε προκειμένου «να θέσει τις δυνάμεις του ΣΥΝ σε μία κίνηση, τέτια ώστε, από την διακήρυξη των ιδρυτικών μας καθηκόντων, να περάσουμε στην εις βάθος επεξεργασία τους και στην αποφασιστική υλοποίηση τους». Αυτά τα καθήκοντα είχαν τεθεί από το ιδρυτικό του συνέδριο και ήταν, όπως λένε με βάση την απόφασή τους, η «επανίδρυση της Αριστεράς» και η «επαναθεμελίωση της σοσιαλιστικής προοπτικής ως όραμα».

Τα καθήκοντα αυτά, όπως λένε, δεν μπορούν να προωθηθούν από το άθροισμα των δυνάμεων που συγκροτούν τον ΣΥΝ και που «προέρχονται από όλα τα ιστορικά ρεύματα του αριστερού κινήματος στη χώρα μας: το κομμουνιστικό, το σοσιαλιστικό, το σοσιαλδημοκρατικό, το κίνημα της πολιτικής οικολογίας, καθώς και από δυνάμεις των δημοκρατικών αγώνων και των κοινωνικών κινημάτων, της γυναικείας απελευθέρωσης και της νεολαίας». Ούτε από την «ενιαία έκφρασή τους υπό ένα πολιτικό πρόγραμμα». Αλλά απαιτείται «η υπέρβασή τους στην κατάκτηση μιας νέας συνολικής αντίληψης, μιας ενιαίας στρατηγικής και μιας κοινής πολιτικής προοπτικής που στοχεύει στο σοσιαλισμό με ελευθερία και δημοκρατία». Ετσι το συνέδριο είχε στόχο «να καταστήσει το ΣΥΝ δύναμη με πρωταγωνιστική συμβολή στο θεωρητικό, προγραμματικό, πολιτικό και οργανωτικό εξοπλισμό της Αριστεράς της εποχής μας», ανοίγοντας συζήτηση «στο σύνολο της Ελληνικής Αριστεράς».

Από τα παραπάνω γίνεται φανερό ότι με αυτό το συνέδριο επιδιώκουν να εμφανιστούν ως ο θεωρητικός πολιτικός ηγέτης της «Αριστεράς», ως η δύναμη που επιδιώκει το διάλογο με όλες τις δυνάμεις της «Αριστεράς», αυτές που ο ΣΥΝ θεωρεί ως δυνάμεις της Αριστεράς, (ΚΕΔΑ, ΑΚΟΑ, διάφοροι τροτσκιστές, άλλες δυνάμεις με τις οποίες συνευρίσκονται στο «Φόρουμ» (π.χ. δυνάμεις του ΠΑΣΟΚ, παρά το ότι δεν τις κατονομάζει), με στόχο τη συσπείρωσή τους για τη δημιουργία της «μεγάλης Αριστεράς», σε αντιδιαστολή και αντιπαράθεση με το ΚΚΕ και την πολιτική του αντιιμπεριαλιστικού αντιμονοπωλιακού δημοκρατικού μετώπου, την οποία χαρακτηρίζουν αντιενωτική-διασπαστική, πολιτική απομόνωσης και περιχαράκωσης, πολιτική προσκολλημένη στα δόγματα του παρελθόντος.

Χρησιμοποιεί πιο εκτεταμένα αντικαπιταλιστική φρασεολογία προσαρμόζοντας την προπαγάνδα και την προβολή της πολιτικής του στην ανάγκη συγκάλυψης του ταξικού της χαρακτήρα και του περιεχόμενού της, ως πολιτική διαχείρισης του καπιταλισμού με αντινεοφιλελεύθερη, όπως διατείνεται, κατεύθυνση. Η χρησιμοποίηση διατυπώσεων, όπως «δύναμη ανταγωνιστική, προς τις σχέσεις εκμετάλλευσης που κυριαρχούν στις καπιταλιστικές κοινωνίες»,«σοσιαλιστική προοπτική ως όραμα, αλλά και ως κίνημα ζωντανό του παρόντος», «υπέρβαση του καπιταλισμού», «σοσιαλισμός με ελευθερία και δημοκρατία», «αποδοχή της κριτικής του Μαρξ στον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής» κλπ. που προέρχονται από το οπλοστάσιο του ευρωκομμουνισμού και της σοσιαλδημοκρατίας στην αντιπαράθεσή τους με τα Κομμουνιστικά Κόμματα και το Μαρξισμό-Λενινισμό, καλλιεργεί συγχύσεις στην εργατική τάξη, αφού επιδίωξή του είναι να εμφανιστεί ως πολιτική δύναμη η οποία παλεύει ενάντια στον καπιταλισμό, ενάντια στην εκμετάλλευση, για την αλλαγή δήθεν της κοινωνίας προς όφελος του λαού. Γίνεται έτσι ακόμη πιο επικίνδυνος ο ρόλος του και η πολιτική του δράση στο εργατικό κίνημα, ως δύναμη του οπορτουνισμού.

Αλλωστε στο προγραμματικό κείμενο περιγράφονται οι εξελίξεις στον καπιταλιστικό κόσμο και οι αρνητικές συνέπειές τους στους εργαζόμενους. Αλλά αυτές εκτιμώνται ως συνέπειες της «νεοφιλελεύθερης καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης υπό την ηγεμονία των ΗΠΑ».

Σ' αυτή τη λογική επιδιώκεται και η συγκρότηση της Αριστεράς. Στη λογική της πολιτικής δύναμης που εναντιώνεται και αντιπαλεύει τη νεοφιλελεύθερη καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση.

Στο προγραμματικό κείμενο διατυπώνεται με μεγάλη σαφήνεια. «Η Αριστερά της εποχής μας, έκφραση της οποίας στη χώρα μας συνιστά ο ΣΥΝ, είναι η Αριστερά που μάχεται το νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό και την καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση υπό την ηγεμονία των ΗΠΑ σε όλα τα επίπεδα, στο εθνικό, στο περιφερειακό και στο παγκόσμιο, αλλά και στο κοινωνικό, το οικονομικό, το πολιτικό και το ιδεολογικό, είναι η Αριστερά που αναδεικνύει η ίδια αυτή η διαδικασία παγκοσμιοποίησης ως το αντίπαλο δικό της δέος».

Βεβαίως σ' ολόκληρο το προγραμματικό κείμενο δε γίνεται καμιά αναφορά στον ιμπεριαλισμό και τα μονοπώλια. Αυτά για τον ΣΥΝ είναι ανύπαρκτα. Επομένως, η «Αριστερά» που στοχεύει να συγκροτήσει ο ΣΥΝ δεν είναι αντιιμπεριαλιστική αντιμονοπωλιακή δύναμη, δεν έχει στόχο τη σύγκρουση και ρήξη με την πολιτική και την εξουσία των μονοπωλίων του ιμπεριαλισμού, δεν έχει στρατηγική την ανατροπή του καπιταλισμού, σε εθνικό και διεθνές επίπεδο.

ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ «ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ» ΑΝΑΠΑΛΑΙΩΣΗ ΑΣΤΙΚΩΝ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΩΝ

Ο ΣΥΝ συνδέει την επαναθεμελίωση του οράματος και κινήματος του σοσιαλισμού με την επεξεργασία της θεωρίας της Αριστεράς, ως πολιτικής δύναμης. Βεβαίως η επαναθεμελίωση της θεωρίας της Αριστεράς είναι προσαρμοσμένη στο χαρακτήρα που της προσδίδει το προγραμματικό κείμενο του συνεδρίου, ως πολιτική δύναμη, διαχείρισης του καπιταλισμού.

Η βάση της θεωρίας, την οποία επιδιώκουν να επεξεργαστούν σύμφωνα με το προγραμματικό κείμενο, αποτελεί ένα κράμα με συστατικά το Διαφωτισμό, την κριτική του Μαρξ στον καπιταλισμό, θεωρίες άλλων πολλών μαρξισμών που υπάρχουν και πρέπει να συνυπολογιστούν ως «συνιστώσες» στη θεωρία της Αριστεράς και οι οποίοι δημιουργήθηκαν ως συνέπεια του γεγονότος ότι ο Μαρξ «δεν μπορούσε να έχει λύσει όλα τα προβλήματα που η κοινωνική κίνηση είχε και έχει αναδείξει και μέλλει ακόμη να αναδείξει! Γι’ αυτό έχουν αναπτυχθεί πολλοί «μαρξισμοί» ή και γόνιμες θεωρήσεις που δεν αναφέρονται στο έργο του Μαρξ, που επιζητούν όλες νόμιμα την αμέριστη προσοχή μας».

Βεβαίως μιλούν για θεωρία, όταν απορρίπτουν την ύπαρξη νομοτελειών, υποστηρίζοντας «τίποτε το κοινωνικό ή το ανθρώπινο δεν είναι αδήριτη νομοτέλεια». Αλλά αν η θεωρία δε διερευνά και ανακαλύπτει νομοτέλειες, νόμους κίνησης της κοινωνικής εξέλιξης δεν είναι επιστημονική.

Από το προγραμματικό κείμενο τίθεται για την Αριστερά το ζήτημα «επανασύνδεσής της με την ουσία της κριτικής του Μαρξ στον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής, καθώς και με την ουσία της συναφούς συμβολής άλλων διανοητών».

Ταυτόχρονα στο προγραμματικό κείμενο αναφέρεται ότι: «Η θεωρία που έχει ανάγκη η Αριστερά, η θεωρία της Αριστεράς, δεν είναι κατασκευή που αρθρώνεται σε παγιωμένα δόγματα διεκδικώντας το αλάθητο ούτε συνιστά απλώς μια θεωρία ανάμεσα σε άλλες...

Ελευθερία και ισότητα για όλους και όλες, αδελφότητα και αλληλεγγύη προς όλες και όλους, σεβασμός στη φύση, οριστική άρση των κοινωνικών διακρίσεων ανάμεσα στα φύλα και στις φυλές, δικαιοσύνη παντού...

Στις καταβολές της θεωρίας της Αριστεράς βρίσκεται το κίνημα ιδεών που ονομάστηκε Διαφωτισμός... Εστία, αλλά όχι αποκλειστική αναφορά, της θεωρίας της Αριστεράς εξακολουθεί να παραμένει το έργο του Μαρξ».

Το ζήτημα της επανασύνδεσης της Αριστεράς με την ουσία της κριτικής του Μαρξ στον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής, καθόλου δε σημαίνει αποδοχή του Μαρξισμού, ως επαναστατικής θεωρίας για το πέρασμα στο σοσιαλισμό. Δεν κάνουν λόγο για το σύνολο της επιστημονικής θεωρίας του Μαρξ, παρά μόνο της κριτικής στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Αλλά την κριτική του Μαρξ στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, σήμερα την αποδέχονται και οι αστοί διανοούμενοι, οικονομολόγοι κλπ. Οχι μόνο νεοκεϋνσιανοί, αλλά ακόμη και φιλελεύθεροι, ανεξάρτητα από το αν το παραδέχονται ανοιχτά. Αυτό που δεν αποδέχονται από τον Μαρξ είναι ότι προέβλεψε και το νομοτελειακό της επαναστατικής ανατροπής του καπιταλισμού, ότι η ταξική πάλη οδηγεί αναπόφευκτα στη δικτατορία του προλεταριάτου ως έναρξη για την οικοδόμηση του Κομμουνισμού. Επομένως ως προς αυτό, δηλαδή την αστική αποδοχή του Μαρξ, ο ΣΥΝ δε διαφέρει καθόλου.

Ο ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ ΤΟΥ «ΣΥΝ» ΩΣ ΟΡΑΜΑ

Στο προγραμματικό κείμενο του ΣΥΝ γίνεται αναφορά στις ρίζες της Αριστεράς στο κομμουνιστικό κίνημα από την εμφάνισή του, για να διαχωρίσει τη θέση του από αυτό και τον υπαρκτό σοσιαλισμό. Ταυτόχρονα, οριοθετείται φραστικά-δημαγωγικά και από τη σοσιαλδημοκρατία. Επειδή η σοσιαλδημοκρατία είναι πολιτική δύναμη διαχείρισης του καπιταλισμού, και, με δεδομένη τη φθορά της στις λαϊκές συνειδήσεις από τη σύγχρονη νεοφιλελεύθερη εκδοχή της, ο ΣΥΝ κάνει προσπάθεια να φανεί ότι την απορρίπτει, αφού όπως αναφέρει, στην πορεία εγινε «καθεστωτική δύναμη».

«Η πολιτική Αριστερά, της οποίας απόγονος είναι ο ΣΥΝ, αντλεί τις καταγωγικές της ρίζες από τα κινήματα που συγκρότησαν την Πρώτη, τη Δεύτερη και την Τρίτη Διεθνή και οδήγησαν στη Σοσιαλδημοκρατία, στην Επανάσταση του 1917 στη Ρωσία και στις εξελίξεις που γνώρισε κατόπιν ο “υπαρκτός σοσιαλισμός”. Ωστόσο, η μετατροπή της Σοσιαλδημοκρατίας σε καθεστωτική δύναμη, από τη μια και η πορεία που ακολούθησε η Σοβιετική Ενωση και ο “υπαρκτός σοσιαλισμός”, από την άλλη, άρχισαν να διαψεύδουν σταδιακά τις μεγάλες ελπίδες που είχαν εναποθέσει εκεί όσοι εξακολουθούσαν να υφίστανται την εκμετάλλευση και την καταπίεση. Ιδιαιτέρως μετά τη σοβιετική επέμβαση στη Τσεχοσλοβακία και μέσα στο πλαίσιο που διαμόρφωναν, ανάμεσα στα άλλα, η Σινοσοβιετική ρήξη, ο πόλεμος του Βιετνάμ και ο Μάης του 68, η συναφής κριτική πήρε εκρηκτικές διαστάσεις».

Βεβαίως, από τα παραπάνω προκύπτει οτι το κύριο βάρος το ρίχνει στην απόρριψη του σοσιαλισμού που οικοδομούνταν στον 20ό αιώνα, αξιοποιώντας, εκτός των άλλων, και την αντιπαράθεση προς το σοσιαλισμό διαφόρων ρευμάτων μέσα στο ίδιο το κομμουνιστικό κίνημα, αλλά και άλλων που εμφανίστηκαν στην πορεία. Ετσι σύμφωνα με τον ΣΥΝ, «Δικό της, (σ.σ. της Αριστεράς), ιδιαίτερο μέλημα οφείλει να είναι... η οριστική απόρριψη των βαρών που ακόμη φέρει από τις χρεοκοπημένες εκδοχές του “υπαρκτού σοσιαλισμού”». Και σε άλλο σημείο, «το ευρύ κίνημα του Ευρωκομμουνισμού, οι οργανώσεις μαοϊκής, τροτσκιστικής ή ελευθεριακής έμπνευσης, η Νέα Αριστερά, η πολιτική οικολογία, ο φεμινισμός, καθώς και ένα ολόκληρο φάσμα κοινωνικών κινημάτων νέου τύπου με διάφορες στοχεύσεις, αμφισβήτησαν σημαντικές πτυχές της πορείας που είχε ακολουθήσει μέχρι τότε το κομμουνιστικό και το ευρύτερο αριστερό κίνημα, χωρίς ωστόσο να απαρνούνται την ιδρυτική αναφορά τους στην Αριστερά. Αναδείχθηκαν έτσι νέα ζητήματα και νέες ευαισθησίες ενώ νέες συλλογικότητες βρήκαν τη δική τους φωνή και διεκδίκησαν το δικό τους ρόλο στα τεκταινόμενα».

Από αυτό το μέρος της προγραμματικής επεξεργασίας γίνεται φανερό ότι ο ΣΥΝ, βελτιώνει στο οπλοστάσιό του με αντισοσιαλιστικά - αντικομμουνιστικά ιδεολογήματα, και απο άλλα ιδεολογικά ρεύματα που έδρασαν στον 20ο αιώνα. Επομένως η αναφορά του προγραμματικού κειμένου στην αναγκαιότητα για μελέτη της «κατάρρευσης των καθεστώτων του «υπαρκτού σοσιαλισμού», τον απασχολεί από τη σκοπιά της ολοκληρωτικής επίθεσης κατά του σοσιαλισμού που οικοδομούσαν οι λαοί της ΕΣΣΔ και της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης και όχι βεβαίως μια προσπάθεια κριτικής προσέγγισης της με επιστημονικούς ταξικούς όρους. Αλλωστε δυνάμεις που σήμερα συγκροτούν τον ΣΥΝ είχαν ενστερνιστεί τον ευρωκομμουνισμό και την πολεμική του κατά του σοσιαλιστικού συστήματος, ενώ είναι γνωστή η αφοριστική τοποθέτηση άλλων ρευμάτων στο εργατικό κίνημα, (π.χ. τροτσκιστές), που δρουν σε συμμαχία με τον ΣΥΝ στο λεγόμενο κίνημα κατά της παγκοσμιοποίησης και σε άλλα παρόμοια κινήματα. Επομένως εκτός από τη χρησιμοποίηση του δικού του οπλοστασίου, θα έχει και των συμμάχων του στην αντικομμουνιστική-αντισοσιαλιστική εκστρατεία.

Βεβαίως δεν εκφράζει για πρώτη φορά την αντίθεσή του στο σοσιαλισμό που γνωρίσαμε, την απόρριψή του και την ανάγκη υπέρβασής του. Ηταν σημείο αιχμής και στο προηγούμενο συνέδριό του, είχε μπει επικεφαλής ανάλογης προπαγάνδας την περίοδο των ανατροπών τις οποίες είχε χαρακτηρίσει ως «κοσμογονικές αλλαγές, προβλέποντας το τέλος του «ψυχρού πολέμου» και την εξάπλωση και εδραίωση της «δημοκρατίας» και της «ελευθερίας». Αυτή όμως η διατύπωση, «οριστική απόρριψη των βαρών», φανερώνει την οξύτητα της πάλης που πρόκειται να διεξάγει ενάντια στο σοσιαλισμό. Αυτό το ζήτημα σημαίνει για το Κόμμα ένταση του μετώπου υπεράσπισης του σοσιαλισμού.

Σχετικά με το σοσιαλισμό που οραματίζονται, στο κείμενο εκφράζονται με άρνηση και όχι με θέση, προσδιορίζοντας τί δεν είναι σοσιαλισμός.

«Γνωρίζουμε ήδη, ωστόσο, πως ο σοσιαλισμός που διεκδικούμε δεν μπορεί να προέλθει από τις μηχανιστικές “νομοτέλειες” οι οποίες υποτίθεται ότι διέπουν την κοινωνική κίνηση ούτε να οικοδομηθεί με βάση έναν άτεγκτο κεντρικό σχεδιασμό που θα στηρίζεται στο ιδεολόγημα και την καταστροφική πρακτική της άνευ όρων και ορίων ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων».

Σε αυτή τη θέση δεν εκφράζουν απλά τη διαστρέβλωση των νομοτελειών για το πέρασμα στο σοσιαλισμό και την οικοδόμησή του, αλλά την πλήρη άρνησή τους. Αρνούνται τις νομοτέλειες κίνησης της κοινωνίας, δηλαδή την ταξική πάλη, την επανάσταση και ας μιλούν για σοσιαλισμό, αρνούνται τον κεντρικό σχεδιασμό, απαραίτητο για την ανάπτυξη της σοσιαλιστικής οικονομίας και την ικανοποίηση των αναγκών του λαού. Ομως η ιστορία απέδειξε ότι χωρίς επανάσταση, εξουσία της εργατικής τάξης, κεντρικό σχεδιασμό, ο σοσιαλισμός είναι αδύνατος. Ο ρεφορμισμός και οπορτουνισμός όπου επικράτησαν, στήριξαν τον καπιταλισμό ακόμη και με συμμετοχή στις αστικές κυβερνήσεις και δεν οδήγησαν φυσικά στο σοσιαλισμό μέσω μεταρρυθμίσεων.

«Από την άλλη μεριά, οι παραγωγικές σχέσεις του σοσιαλισμού δεν μπορεί να στηρίζονται στην ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής ενώ έχει καταστεί προφανές πως τόσο αυτές όσο και η αγορά εν γένει δεν μπορούν να αλλάξουν μια και έξω με εντολές εκ των άνω και με διατάγματα. Γνωρίζουμε ακόμη πως ο σοσιαλισμός που διεκδικούμε “ή θα είναι δημοκρατικός ή δεν θα υπάρξει καθόλου”.... Ζητήματα σαν τα παραπάνω δεν μπορούν προφανώς να θεωρούνται σήμερα οριστικά “λυμένα”».

Το θεμελιακό ζήτημα των παραγωγικών σχέσεων στο σοσιαλισμό, το ζήτημα της ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής αντιμετωπίζεται με μια θολή τοποθέτηση από τη σκοπιά της άρνησης και όχι της θέσης. Δεν μιλούν ξεκάθαρα για κοινωνικοποίηση των συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής. Εκτιμούν ότι οι σοσιαλιστικές σχέσεις δε μπορούν να εφαρμοστούν από τα πάνω με διατάγματα, όπως δε μπορεί και η αγορά να καταργηθεί με διατάγματα. Αλλά αν η σοσιαλιστική εξουσία δεν κοινωνικοποιήσει τα βασικά μέσα παραγωγής πως θα εγκαθιδρυθούν οι σοσιαλιστικές σχέσεις παραγωγής; Πως θα καταργηθεί η καπιταλιστική αγορά; Επειδή ακριβώς δεν ξεκαθαρίζουν όλα αυτά τα ζητήματα, βάζουν και τη θέση ότι «δεν είναι οριστικά λυμένα», για να μπορούν να μιλούν προπαγανδιστικά για σοσιαλισμό, ενάντια στην ατομική ιδιοκτησία και την αγορά, ενώ στην ουσία μιλούν για διαχείριση του καπιταλισμού.

ΟΙ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΚΑΙ Η ΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ

Σύμφωνα με το προγραμματικό κείμενο του ΣΥΝ οι διεθνείς κοινωνικοοικονομικές και πολιτικές εξελίξεις δεν καθορίζονται από τις αντιθέσεις του ιμπεριαλιστικού συστήματος, από τη δράση του κεφαλαίου, την ταξική πάλη, αλλά από την «ηγεμονία» των ΗΠΑ. Πάνω σ' αυτή την εκτίμηση οικοδομεί τη στρατηγική της Αριστεράς σε διεθνές αλλά και σε εθνικό επίπεδο.

«Η μοναδική υπερδύναμη επιδιώκει να επιβάλει σε παγκόσμια κλίμακα τις οικονομικές και πολιτικές σχέσεις που θα επιτρέπουν στα αντίστοιχα συμφέροντα να αναπτύσσονται απρόσκοπτα και που θα αποτρέπουν εκ των προτέρων κάθε απόπειρα δημιουργίας ισχυρών ανταγωνιστικών δυνάμεων».

Στην «ηγεμονία των ΗΠΑ», μετά την «κατάρρευση των καθεστώτων του υπαρκτού σοσιαλισμού» και τη διεθνή τους δράση αποδίδουν επίσης την «καταπάτηση του διεθνούς δικαίου όπως διαμορφώθηκε μεταπολεμικά» και την κατάσταση στους διεθνείς οργανισμούς όπως ο ΟΗΕ που αδυνατεί πλέον να επιβάλλει το διεθνές δίκαιο. Για την ιμπεριαλιστική δράση βεβαίως της Ευρωπαϊκής Ενωσης και των ηγετικών καπιταλιστικών σ' αυτήν κρατών, (Γερμανία, Γαλλία κλπ), δε λένε κουβέντα. Οπως επίσης και για το γεγονός ότι ο ΟΗΕ έχει εξελιχτεί σε μοχλό στήριξης της ιμπεριαλιστικής τάξης πραγμάτων. Αλλωστε ούτε τη δράση των ΗΠΑ τολμούν να χαρακτηρίσουν ως ιμπεριαλιστική.

Και ενώ όπως λένε δε διακατέχονται από αυταπάτες για το ρόλο των διεθνών οργανισμών μέσα στους σημερινούς συσχετισμούς, προβάλλουν στόχους που καλλιεργούν σίγουρα αυταπάτες στους λαούς. Οπως για παράδειγμα «ουσιαστικός εκδημοκρατισμός και αύξηση του κύρους των διεθνών οργανισμών, ιδιαίτερα του ΟΗΕ για προστασία του περιβάλλοντος, καταπολέμηση της φτώχειας (φόρος Τόμπιν), κοινωνική και περιφερειακή συνοχή παγκόσμια, διεθνές δημοκρατικό πλαίσιο, πλήρως αξιόπιστο, νομικά κατοχυρωμένο και σεβαστό από όλους». Καμιά αναφορά βεβαίως στην Κούβα, τη Β. Κορέα που αντιμετωπίζουν την απειλή επέμβασης. Αλλωστε σχετικά με την Κούβα, ενίσχυσαν την ιμπεριαλιστική αντικουβανική εκστρατεία με πρόσχημα τις εκτελέσεις των Αμερικανών πρακτόρων που υπονόμευαν την επανάσταση.

Στο προγραμματικό κείμενο γίνεται προσπάθεια από το ΣΥΝ να διαφοροποιηθεί σε κάποιο βαθμό από παλιότερες αναλύσεις σχετικά με το ζήτημα της προοπτικής διάλυσης των εθνών-κρατών, και της χωρίς προβλήματα εξέλιξης των «ολοκληρώσεων» ως νομοτελειών. Οι ίδιες οι διεθνείς κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις, σάρωσαν αυτές τις προσεγγίσεις και αδυνατεί πλέον να τις στηρίξει, μπροστά και στην επιβεβαίωση των εκτιμήσεων και προβλέψεων του ΚΚΕ, αλλά και στην κριτική που ασκήθηκε από μαρξιστική λενινιστική σκοπιά στον ΣΥΝ, σ' αυτά τα ζητήματα.

«Ωστόσο η νεοφιλελεύθερη καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση υπό την ηγεμονία των ΗΠΑ δεν συνιστά κατά κανένα τρόπο, όπως άλλωστε και τίποτε το κοινωνικό ή το ανθρώπινο, αδήριτη νομοτέλεια. Ο κόσμος εξακολουθεί να συγκροτείται από ένα σύνθετο πλέγμα αλληλοεξαρτώμενων αλλά διακριτών κοινωνικών σχηματισμών διαφορετικής οικονομικής, πολιτικής και στρατιωτικής ισχύος, με διαφορετικές ιστορικές καταβολές και διαφορετική πολιτισμική ταυτότητα. Μπορεί να εμφανίζονται τάσεις προς διάφορες μορφές περιφερειακής ολοκλήρωσης, αλλά οι ολοκληρώσεις αυτές εξακολουθούν να καθορίζονται από βαθιές αντιθέσεις και σκληρούς ανταγωνισμούς ενώ δεν έχουν κατά κανένα τρόπο εξαφανιστεί ούτε προβλέπεται στο ορατό μέλλον να εξαφανιστούν οι διαφορές ανάμεσα στους εθνικούς κοινωνικούς σχηματισμούς ή να καταργηθούν τα εθνικά κράτη και οι μεταξύ τους αντιθέσεις... η επιτυχία της στρατηγικής που ακολουθούν οι ΗΠΑ δεν μπορεί κατά κανένα τρόπο να θεωρείται δεδομένη. Ολα τα ενδεχόμενα, από την έκρηξη ενός τρίτου παγκοσμίου πολέμου μέχρι την απώλεια της ηγεμονίας και την αναδίπλωση των ΗΠΑ στο εσωτερικό, παραμένουν ανοικτά. Τίποτε δεν μας υποχρεώνει να δεχτούμε ότι η παγκοσμιοποίηση που προωθείται θα επιτύχει τελικά τους στόχους της, θα παραμείνει υπό την ηγεμονία των ΗΠΑ, θα εξακολουθήσει να διέπεται από την νεοφιλελεύθερη μορφή του καπιταλισμού ή θα παραμείνει καν εσαεί καπιταλιστική. Σήμερα όπως και πάντοτε, η μία ή η άλλη έκβαση εξαρτάται καθοριστικά από τους δικούς μας αγώνες».

Εκτιμάει ότι υπάρχει ενδεχόμενο τρίτου παγκοσμίου πολέμου, αν και μετά την ανατροπή των σοσιαλιστικών καθεστώτων προπαγάνδιζε ότι ο κόσμος, με το τέλος του «ψυχρού πολέμου», μπαίνει πλέον σε περίοδο ειρήνης, ελευθερίας, δημοκρατίας. Εκτιμάει επίσης ότι η ανθρωπότητα βρίσκεται σε νέα περίοδο που σηματοδοτείται από τη διαρκή κατάσταση πολέμου με ευθύνη των ΗΠΑ που κινούνται με βάση τη νέα στρατηγική τους αντίληψη ως μοναδική υπερδύναμη, επιδιώκοντας ως τελικό στόχο «την αυτοκρατορική διαχείριση του πλανήτη», ενάντια στην ανθρωπότητα ολόκληρη. Ως βάση αυτής της στρατηγικής θεωρεί τις «ενδιάθετες στο καπιταλιστικό σύστημα τάσεις για άνευ ορίων επέκταση και διεθνοποίηση με μόνο στόχο, αλλά και μόνο προορισμό, την αύξηση του κέρδους».

Σύμφωνα με τον ΣΥΝ οι «ενδιάθετες τάσεις» αφορούν μόνο τον καπιταλισμό των ΗΠΑ. Δεν ισχύει το ίδιο για την Ευρωπαϊκή Ενωση. Γιατί άραγε; Σε αυτό το ερώτημα δε δίνουν απάντηση με βάση την οικονομία. Αν απαντήσουν με βάση την οικονομία του καπιταλισμού είναι υποχρεωμένοι να παραδεχτούν ότι και η Ευρωπαϊκή Ενωση είναι ιμπεριαλιστικό κέντρο και χαρακτηρίζεται από τις «ενδιάθετες τάσεις» του καπιταλισμού. Αλλά τότε δε μπορούν να υπερασπιστούν τη στρατηγική στήριξης της Ευρωπαϊκής Ενωσης και τη θέση για πολιτική ενοποίηση. Για να θολώσουν λοιπόν τα νερά από την ανάλυση με βάση την καπιταλιστική οικονομία περνάνε στην πολιτική και κάνουν αναφορά στις αυτοκρατορικές επιδιώξεις των ΗΠΑ που παρέμειναν η μόνη υπερδύναμη, χωρίς αντίπαλο δέος, μετά την «κατάρρευση» της ΕΣΣΔ και των άλλων σοσιαλιστικών καθεστώτων, και στην προσπάθειά τους «να αποτρέψουν με κάθε μέσο μια πολιτικά Ενωμένη Ευρώπη, με κοινό νόμισμα, εξωτερική πολιτική, αμυντική δομή εκτός ΝΑΤΟ και δυνατότητα παρέμβασης σε όλον τον κόσμο».

Εδώ διατυπώνεται ένα σύνολο εκτιμήσεων με συνοχή μεταξύ τους για να τεκμηριωθεί η αναγκαιότητα και δυνατότητα, να αποτελέσει η Ευρωπαϊκή Ενωση το αντίπαλο δέος στις ΗΠΑ, θέση την οποία ο ΣΥΝ έχει διατυπώσει κατ' επανάληψη και την προβάλλει ως στρατηγική επιδίωξη της «Αριστεράς» στην Ελλάδα και στην Ευρώπη. Η εκτίμηση περί κενού που άφησαν οι ανατροπές του σοσιαλισμού, δε γίνεται για να αναγνωριστεί η συνεισφορά του σοσιαλισμού στην παγκόσμια ειρήνη. Αλλωστε σε άλλο σημείο των θέσεων ο ΣΥΝ κάνει λόγο για «απαλλαγή από τα βάρη του "υπαρκτού"».

ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΣΤΗΡΙΞΗΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΕΝΩΣΙΑΚΟΥ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ

Στο προγραμματικό κείμενο, ο ΣΥΝ παραμένει σταθερός στη στρατηγική πλήρους στήριξης της ευρωπαϊκής καπιταλιστικής ενοποίησης. Συμβάλλει στη συγκάλυψη του ταξικού χαρακτήρα της Ευρωπαϊκής Ενωσης, της αντιλαϊκής εσωτερικής φύσης της σπέρνοντας αυταπάτες για δυνατότητα μεταστροφής της σε φιλολαϊκή κατεύθυνση με αλλαγή της νεοφιλελεύθερης διαχείρισης. Αυτή η στρατηγική θέση σχετικά με την Ευρωπαϊκή Ενωση αντικειμενικά ακυρώνει τη δυνατότητα, το συμφέρον και καθήκον των λαών να αγωνίζονται στο εθνικό πεδίο και να αξιοποιούν τις ευκαιρίες που παρουσιάζονται σε κάθε χώρα, λόγω του νόμου της ανισόμετρης οικονομικής και πολιτικής ανάπτυξης, για ανάπτυξη της ταξικής πάλης με στόχο την ανατροπή της αστικής εξουσίας. Προβάλλουν τη στήριξη στο ευρωπαϊκό ιμπεριαλιστικό κέντρο ως αδήριτη προϋπόθεση για το πέρασμα στο σοσιαλισμό.

«Η Ευρωπαϊκή Αριστερά έχει αποδεχτεί τη διαδικασία της ευρωπαϊκής ενοποίησης γιατί θεωρεί πως αυτή ευνοεί τους δικούς της στόχους. Αφού η ιστορική πείρα διδάσκει πώς ο σοσιαλισμός δεν μπορεί να εγκαθιδρυθεί σε μια μόνη χώρα, πόσο μάλλον όταν αυτή η χώρα είναι μικρή και οικονομικά αδύναμη, το πεδίο ταξικών, πολιτικών και ιδεολογικών αγώνων που ανοίγει η πορεία ευρωπαϊκής ενοποίησης συνιστά το πραγματικό έδαφος όπου ο καταστατικός της στόχος μπορεί να αποβεί ρεαλιστικά εφικτός».

Για την προοπτική και το μέλλον της ΕΕ, στο κείμενο διατυπώνεται η άποψη ότι είναι «ανοιχτό ενδεχόμενο ακόμη και η ίδια η υπόσταση της Ευρωπαϊκής Ενωσης, αφού τα δεδομένα που ανέδειξε ο πόλεμος στο Ιράκ καθιστούν πλέον προφανές ότι οι ΗΠΑ δεν μπορούν να αποδεχτούν την ύπαρξη του δυνάμει ανταγωνιστή που θα αποτελούσε μια πολιτικά ενωμένη Ευρώπη με ισχυρό κοινό νόμισμα, κοινή εξωτερική πολιτική, αυτόνομη, δηλαδή εκτός NATO, αμυντική δομή και δυνατότητα αποτελεσματικής παρέμβασης όπου χρειαστεί στον κόσμο».

Δηλαδή, δράση στα πλαίσια της ιμπεριαλιστικής τάξης πραγμάτων. Τι άλλο μπορεί να σημαίνει δυνατότητα παρέμβασης, όπου χρειαστεί στον κόσμο όταν κυριαρχούν ο ιμπεριαλισμός, οι αντιθέσεις και οι πόλεμοι; Υπεράσπιση, λοιπόν, του ευρωενωσιακού καπιταλισμού. Επιδιώκει, μάλιστα, την υπεράσπισή του να αναλάβει το λαϊκό κίνημα! «Είναι βέβαιο πως αν δεν υπάρξει καθοριστική λαϊκή συνεισφορά στην υπόθεση αυτής της ολοκλήρωσης, η έκβασή της θα παραμείνει πλήρως δέσμια των μεγάλων συμφερόντων». Κι ενώ κάνει αυτήν την εκτίμηση, δε θέτει στόχο την αποδυνάμωσή της Ευρωπαϊκής Ενωσης, αλλά την ενίσχυσή της. Επομένως, η στρατηγική του ΣΥΝ σημαίνει υποταγή του λαϊκού κινήματος στην ιμπεριαλιστική Ευρωπαϊκή Ενωση.

Ακόμη διατυπώνουν τη θέση επίσης, ότι η «κατάρρευση της Σοβιετικής Ενωσης και των καθεστώτων του "υπαρκτού σοσιαλισμού" βρήκε την Ευρώπη ουσιαστικά απροετοίμαστη. Ενα νέο έδαφος ανοιγόταν ξαφνικά στα ανατολικά της με πλήθος "ευκαιριών" για οικονομική επέκταση και πολιτική επιρροή, ενώ οι διαδικασίες της δικής της πολιτικής ενοποίησης δεν είχαν προχωρήσει μέχρι του σημείου που θα της επέτρεπαν να αντιμετωπίσει τις "ευκαιρίες" αυτές με ενιαίο τρόπο». Αλλη μια θέση, που αποκαλύπτει ότι ο ΣΥΝ ενδιαφέρεται για την ενίσχυση του ευρωπαϊκού ιμπεριαλιστικού κέντρου. Αλλωστε, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως ο ΣΥΝ, μετά τη λήξη των βομβαρδισμών στη Γιουγκοσλαβία και τη διαμόρφωση του διαβόητου «Συμφώνου Σταθερότητας για τη ΝΑ Ευρώπη», που σκοπό είχε την υποταγή των Βαλκανίων στην ιμπεριαλιστική τάξη πραγμάτων, επέμενε να εντάξουν σ' αυτό και τη Γιουγκοσλαβία.

Θεωρούν ότι η έκβαση της ενοποίησης θα εξαρτηθεί από το πως θα απαντήσουν στο δίλημμα ενώπιον του οποίοι βρίσκονται οι κυβερνήσεις των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ενωσης: «Θα αποδεχτούν μοιρολατρικά ως οριστική τη σημερινή τους αδυναμία, προσαρμοζόμενες στο ρόλο που τους επιφυλάσσουν οι ΗΠΑ ή θα επιμείνουν στην πολιτική ενοποίηση εξασφαλίζοντας παράλληλα την κρίσιμη στρατιωτική δύναμη που θα εγγυάται την άμυνα τους και θα τους επιτρέπει την αυτόνομη παρουσία και τη δυνατότητα παρέμβασης στα παγκόσμια πράγματα».

Η θέση για πολιτική και στρατιωτική ενοποίηση της ΕΕ, θεωρείται ως το θεμελιακό ζήτημα προκειμένου η ίδια η ΕΕ να αναπτύσσεται ως το αντίπαλο δέος στις ΗΠΑ. Ο ΣΥΝ, ως φανατικός οπαδός του αστικού κοσμοπολιτισμού, ανησυχεί για την πρόθεση των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων να ενισχύσουν το ιμπεριαλιστικό κέντρο.

Το δεύτερο δίλημμα που υποτίθεται πως αντιμετωπίζουν «οι κυβερνήσεις και οι συνασπισμοί εξουσίας των χωρών της Ευρώπης είναι αν απαρνηθούν το κοινωνικό και πολιτικό πρόσωπο που διαμόρφωσαν μέσα σε μια μακρά πορεία οι αγώνες των ευρωπαϊκών λαών ή αποφασίσουν να το υπερασπιστούν. Πρέπει όμως να γίνει σαφές πως η εν λόγω υπεράσπιση περνάει υποχρεωτικά μέσα από την αμφισβήτηση της νεοφιλελεύθερης καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης υπό την ηγεμονία των ΗΠΑ όσο και μέσα από την ανατροπή της νεοφιλελεύθερης πολιτικής που εφαρμόζεται εδώ και πολλές δεκαετίες στον ευρωπαϊκό χώρο».

Αυτά λέγονται τη στιγμή που οι λαϊκές δυνάμεις αντιμετωπίζουν τον καταιγισμό των αντιλαϊκών μέτρων που προωθούν οι κυβερνήσεις, φιλελεύθερες και σοσιαλδημοκρατικές, χωρίς κανένα απολύτως δίλημμα. Ο ΣΥΝ υπερασπίζεται και εξωραΐζει τον καπιταλισμό της Ευρωπαϊκής Ενωσης, ενάντια στις ΗΠΑ. Εμφανίζεται οπαδός ενός τύπου κεϋνσιανής διαχείρισης, την προβάλλει ως διέξοδο έναντι του νεοφιλελευθερισμού. Προκειμένου να στηρίξει την ουτοπική του άποψη ότι υπάρχει και η πολιτική διαχείρισης του καπιταλισμού με κοινωνικό πρόσωπο, κάνει κριτική στη σοσιαλδημοκρατία ότι σύρθηκε στο νεοφιλελευθερισμό, γι' αυτό προβάλλει την θέση ότι η Αριστερά που οραματίζεται και διαμορφώνει ο ΣΥΝ, μπορεί να διαχειριστεί τον καπιταλισμό έτσι που να τεθεί «ο άνθρωπος πάνω από τα κέρδη». Εκτιμά ότι την ευθύνη για τη «νομισματική ενοποίηση» της ΕΕ με νεοφιλελεύθερη μορφή την έχει η σοσιαλδημοκρατία γιατί το θεώρησε ως νομοτέλεια. Ο ΣΥΝ έχει την ιδεοληψία ότι κάθε κυβέρνηση μπορεί να διαχειριστεί τον καπιταλισμό με όποια πολιτική θέλει και όχι μ' αυτή που εξυπηρετεί τη συγκεκριμένη φάση εξέλιξής του, με βάση τους αντικειμενικούς του νόμους. Η «νεοφιλελεύθερη διαχείριση» σε αυτή τη φάση ήταν επιβεβλημένη για τις ανάγκες αναπαραγωγής του κεφαλαίου, για τη συσσώρευση, γι’ αυτό εξάλλου εγκαταλείφθηκε ο μεταπολεμικός κεϋνσιανισμός ακόμη και από τους κατ’ εξοχήν φορείς της, τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα.

Παλαιότερα ο ΣΥΝ διατύπωνε την άποψη για την αναγκαιότητα διαμόρφωσης ενός πολυπολικού κόσμου ως στοιχείο εδραίωσης της ειρήνης. Τώρα εκτιμά ότι «αν και ένας πολυπολικός κόσμος μπορεί να φαίνεται προτιμότερος, οι παγκόσμιοι πόλεμοι του 20ού αιώνα έδειξαν καθαρά πως η ύπαρξη πολλών ισχυρών πόλων δεν ταυτίζεται καθόλου με την ειρήνη και την παγκόσμια ασφάλεια». Ταυτόχρονα δικαιολογεί τη στήριξη του γαλλογερμανικού άξονα στον πόλεμο του Ιράκ, ως εξής: «Από την άλλη μεριά η ανακούφιση που όλοι αισθανθήκαμε από τη στάση των κυβερνήσεων της Γαλλίας, της Γερμανίας και του Βελγίου απέναντι στον πόλεμο του Ιράκ δεν πρέπει να υποτιμηθεί. Στις σημερινές συνθήκες κάθε φωνή που εναντιώνεται στην αυτοκρατορική στρατηγική των ΗΠΑ αποτελεί εξ αντικειμένου τουλάχιστον μερικά και προσωρινά, στήριγμα στον αγώνα της Ευρωπαϊκής Αριστεράς». Ετσι λοιπόν εκτός από την άποψη που εξέφραζε την περίοδο της επίθεσης για αξιοποίηση από το κίνημα των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων, τώρα προχωρούν παραπέρα θεωρώντας ότι το κίνημα μπορεί να βρει και πρέπει να αξιοποιεί στηρίγματα σε ιμπεριαλιστικές κυβερνήσεις! Και αυτό προκειμένου να καταφέρει η Ευρώπη να αντισταθεί στην «αυτοκρατορική στρατηγική των ΗΠΑ» που θέτουν ως πρώτιστο καθήκον της Ευρωπαϊκής Αριστεράς.

«Συγχρόνως η ευρωπαϊκή Αριστερά δεν μπορεί να αρνηθεί ότι η προοπτική της πολιτικής ενοποίησης της Ευρώπης συνεπάγεται την οικοδόμηση μιας αυτόνομης και με διαφάνεια διαμορφωμένης και δημοκρατικά ελεγχόμενης κοινής ευρωπαϊκής εξωτερικής πολιτικής και μιας αυτόνομης ευρωπαϊκής άμυνας εκτός δομών του ΝΑΤΟ. Κατά συνέπεια δε μπορεί να αδιαφορεί για τις σχετικές προσπάθειες ακόμη και αν αυτές εκκινούν από λίγες μόνο χώρες...». Δηλαδή στηρίζει την πρωτοβουλία Γερμανίας Γαλλίας, Βελγίου, Λουξεμβούργου, που αποσκοπεί σε αυτή την προοπτική.

Κάνει κριτική στη νεοφιλελεύθερη πολιτική, στη Συνθήκη του Μάαστριχτ την οποία βεβαίως και ψήφισε και στήριξε αλλά και στη Συνθήκη του Αμστερνταμ την οποία δεν καταψήφισε. «Οφείλουμε να επισημάνουμε ότι η νεοφιλελεύθερη μορφή του καπιταλισμού, συνδεδεμένη με τις νέες παραγωγικές σχέσεις που συναρτώνται και με τη μαζική εισαγωγή των νέων τεχνολογιών στην παραγωγή, δεν αποτελεί ειδικά αμερικανική εφεύρεση. Η συναφής πολιτική του νεοφιλελευθερισμού εμφανίστηκε στη Βρετανία της Θάτσερ ήδη από τη δεκαετία του 1980 ενώ έβαλε τη σφραγίδα της στην οικοδόμηση της Ευρωπαϊκής Ενωσης τη δεκαετία του 1990 με τα κριτήρια σύγκλισης της Συνθήκης του Μάαστριχτ, τους κανόνες του Συμφώνου Σταθερότητας της Συνθήκης του Αμστερνταμ, καθώς και τις πολιτικές που προωθούν από τότε τόσο η πολιτικά ανεξέλεγκτη Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα όσο και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή».

Και αντιπαραθέτει μια σειρά προτάσεις νεοκεϋνσιανής διαχείρισης σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ενωσης, που πολύ απέχουν από τη μεταπολεμική σοσιαλδημοκρατική διαχείριση, σε επίπεδο κρατών-μελών, ενσωματώνοντας βασικές πλευρές της νεοφιλελεύθερης διαχείρισης (π.χ. ιδιωτικοποιήσεις, αναδιαρθρώσεις εργασιακών σχέσεων). «Στο οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο, η Ευρωπαϊκή Αριστερά οφείλει να αγωνιστεί άμεσα για το συνολικό αναπροσανατολισμό των ασκούμενων πολιτικών, με στόχους την προώθηση της οικολογικά δεσμευμένης ανάπτυξης, την αύξηση της μόνιμης και σταθερής απασχόλησης, την εξάλειψη της φτώχιας, την καταπολέμηση του κοινωνικού αποκλεισμού και τη μείωση των εισοδηματικών ανισοτήτων».

ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΤΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ ΣΤΟ ΕΘΝΙΚΟ ΕΠΙΠΕΔΟ

Σχετικά με την κοινωνικοικονομική πραγματικότητα στην Ελλάδα το προγραμματικό κείμενο κάνει διαπιστώσεις πάνω σ' όλα τα υπαρκτά μεγάλα λαϊκά προβλήματα, τις αρνητικές συνέπειές τους, και εκτιμά ότι το πολιτικό σύστημα της χώρας βρίσκεται στη δίνη μιας βαθύτατης κρίσης, με άδηλες ως επικίνδυνες εκβάσεις. Αποδίδει τις αιτίες στην κακή διαχείριση του ελληνικού καπιταλισμού από τις κυβερνήσεις της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ, εστιάζοντας στο γεγονός ότι δεν προωθήθηκαν οι κατάλληλοι αστικοί εκσυγχρονισμοί, (εκτιμούν οτι είναι ζητούμενο από την εποχή του Τρικούπη), από το 1981 ακόμη με την είσοδο της Ελλάδας στην ΕΟΚ, γιατί δεν υπήρχε «εθνική στρατηγική».

«Αναμφίβολα η ένταξη της χώρας στην ΕΟΚ το 1981 υπήρξε τομή που θα μπορούσε να παράσχει τη βάση για τη χάραξη μιας συγκροτημένης εθνικής στρατηγικής, σε συνάρτηση μάλιστα με τον εκδημοκρατισμό και τον πολιτικό εκσυγχρονισμό της ελληνικής κοινωνίας. Ωστόσο αυτό δεν έγινε... Ο αστικός εκσυγχρονισμός... δεν ανακαλύφθηκε από τον κ. Σημίτη, αλλά συνιστά αίτημα μερίδων της αστικής τάξης ήδη από την εποχή του Τρικούπη...».

Επομένως για το ΣΥΝ οι αιτίες για τα μεγάλα προβλήματα του λαού δε βρίσκονται στον ίδιο τον καπιταλισμό, αλλά στη μορφή διαχείρισής του, στο «μη εκσυγχρονισμό του». Τις ίδιες διαπιστώσεις κάνει για τις συνέπειες από την ένταξη της Ελλάδας στην ΕΕ. Θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί οι ανισότητες, -ισχυρίζεται - θα μπορούσε μάλιστα να υπάρξει οικονομική και κοινωνική σύγκλιση, αν οι κυβερνήσεις είχαν προετοιμάσει κατάλληλα την οικονομία της χώρας με άλλη μορφή διαχείρισης.

«Μολονότι η συμμετοχή της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ενωση και την ΟΝΕ ήταν, και εξακολουθεί να αποδεικνύεται καθημερινά, πολιτικά αναγκαία, η συνολική οικονομική κατάσταση της χώρας χειροτερεύει αντί να βελτιώνεται... η ΟΝΕ έχει αξιοποιηθεί και εξακολουθεί να αξιοποιείται ως μηχανισμός "πειθάρχησης" και μέσο πίεσης για αναδιανομή του εθνικού εισοδήματος σε βάρος της εργασίας.... η αύξηση του ελληνικού ΑΕΠ με ρυθμούς υψηλότερους του μέσου όρου των χωρών της Ευρωπαϊκής Ενωσης δε μεταφράζεται σε πραγματική οικονομική και κοινωνική σύγκλιση...».

Θεωρεί ότι η νεοφιλελεύθερη διαχείριση επιδείνωσε ακόμη περισσότερο την κατάσταση της ελληνικής οικονομίας, μεγαλώνοντας τις κοινωνικές ανισότητες, αφού αναδιανέμει τον πλούτο σε βάρος του λαού. Βασικό στοιχείο στην ανάλυση του αποτελεί η άποψη περί «στρεβλής» δομής του ελληνικού καπιταλισμού που έχει ιστορικές ρίζες. Στον «τύπο ανάπτυξης» που χαρακτηρίζεται από στρεβλότητα (που δεν αντιμετωπίζει ο νεοφιλελευθερισμός) αποδίδεται η όξυνση εγγενών στον καπιταλισμό τάσεων όπως η άνιση κατανομή, η ανεργία, η υπερχρέωση κράτους και νοικοκυριών.«Ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός και ο συναφώς διαμορφωμένος τύπος ανάπτυξης που ακολουθεί η χώρα παρουσιάζει ένα σύνολο από παγιωμένα δομικά χαρακτηριστικά, τα οποία η ακολουθούμενη πολιτική περιπλέκει και εμπεδώνει αντί να αίρει...». Αυτά, λένε, με μια άλλη πολιτική θα μπορούσαν να αμβλύνονται.

Για το ΣΥΝ, δεν είναι η ολοένα αυξανόμενη εκμετάλλευση που αυξάνει την κερδοφορία του κεφαλαίου και τις ταξικές ανισότητες, αλλά ότι δεν εφαρμόστηκε πολιτική αναδιανομής, προκειμένου να υπάρξει «κοινωνική σύγκλιση»! Λες και οι καπιταλιστές είναι διατεθειμένοι να μοιραστούν έστω μέρος των κερδών τους με τους εργάτες. Λες και μπορεί να αποδεχτούν πολιτική αναδιανομής εισοδημάτων εις βάρος των κερδών. Μα είναι σα να αποδέχονται την υπόσκαψη των θεμελίων του συστήματος.

Ετσι, η αντίθεση, την οποία περιγράφουν στις θέσεις, δεν είναι «μονοπώλια - λαός», «καπιταλισμός - σοσιαλισμός», αλλά, «αφ' ενός, η διατήρηση της ειρήνης και, αφ' ετέρου, η ενίσχυση και η απελευθέρωση της δημοκρατίας, όπως και των κοινωνικών και δημόσιων αγαθών, από τα δεσμά της εμπορευματοποίησης, τη δικτατορία των αγορών, τον έλεγχο των μεγάλων συμφερόντων και της διαπλοκής. Κατά συνέπεια, κύρια διαχωριστική γραμμή συνιστά σήμερα η τοποθέτηση απέναντι στο νεοφιλελευθερισμό και τη νεοφιλελεύθερη καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση υπό την ηγεμονία των ΗΠΑ, με γνώμονα τις αξίες της ειρήνης, της δικαιοσύνης, της ελευθερίας, της δημοκρατίας, της κοινωνικής αλληλεγγύης και της προστασίας της φύσης. Είναι αυτή η αντίθεση, που προσδιορίζει και θα προσδιορίζει όλο και πιο καθαρά στο μέλλον το χαρακτήρα και την πολιτική κάθε κόμματος, όπως και τις κοινωνικές και πολιτικές συμμαχίες που συγκροτούνται...το δίλημμα που ήδη τίθεται, και που θα τεθεί με πολύ μεγαλύτερη οξύτητα μετά τις ερχόμενες εκλογές είναι η επιλογή ανάμεσα στη συνέχιση και στην παραπέρα ενίσχυση της νεοφιλελεύθερης πολιτικής, εκδοχή η οποία βεβαίως θα αποδιαρθρώσει την οικονομία και την ελληνική κοινωνία ακόμη περισσότερο, και στην υιοθέτηση μιας κοινωνικά προσανατολισμένης πολιτικής, η οποία, όμως, απαιτεί ριζική αναδιάταξη των κοινωνικών δυνάμεων, με ενίσχυση των δυνάμεων της εργασίας και όλων εκείνων που ενδιαφέρονται για την προκοπή του τόπου, και τη συνακόλουθη αλλαγή του συσχετισμού των πολιτικών δυνάμεων υπέρ της Αριστεράς».

Επομένως, στο πολιτικό επίπεδο, η αντίθεση είναι «νεοφιλελεύθερη διαχείριση - αντινεοφιλελεύθερη διαχείριση». Και πάνω σ' αυτήν την αντίθεση, οικοδομούν τη στρατηγική και την τακτική τους, την πολιτική συμμαχιών τους, προτείνοντας μια σειρά στόχους πάλης για την αντιμετώπιση των λαϊκών προβλημάτων στα πλαίσια του καπιταλισμού. Για παράδειγμα, η διατύπωση για «κοινωνικά και δημόσια αγαθά», δε συνοδεύεται με τη «δημόσια δωρεάν παροχή τους στο λαό». Γεγονός, που σημαίνει συνύπαρξη δημόσιου - ιδιωτικού τομέα και ελεγχόμενη εμπορευματοποίηση. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι στο προηγούμενο συνέδριό του ο ΣΥΝ διατύπωνε τη θέση για συνύπαρξη δημόσιου ιδιωτικού τομέα, όπου ο πρώτος θα συνδέεται με το δεύτερο έτσι ώστε να παρέχονται κοινωνικές υπηρεσίες με ελεγχόμενη την αγορά και όχι με βάση τους νόμους της.

Οι στόχοι που κατά το ΣΥΝ απαντούν στα προβλήματα και τις ανάγκες των εργαζομένων και διατυπώνονται στο κείμενο, δεν ξεφεύγουν από τα πλαίσια του καπιταλισμού, αξιοσημείωτη όμως είναι η προσπάθεια να τους εντάξουν στα πλαίσια μιας στρατηγικής για το σοσιαλισμό που οι ίδιοι βεβαίως προτείνουν. Δηλαδή μέσω της διαχείρισης του καπιταλισμού με «κοινωνικό πρόσωπο» προς το σοσιαλισμό. Μέσω αυτού του σχήματος επιδιώκεται ο εγκλωβισμός σε εναλλαγές της αστικής διακυβέρνησης, όσων αισθάνονται «αριστεροί» με αντιιμπεριαλιστική αντιμονοπωλιακή αντικαπιταλιστική συνείδηση ή έχουν την τάση ριζοσπαστικοποίησης προς αυτήν, στο όνομα της επιδίωξης ενός σοσιαλισμού που θα παραμένει απλώς ως όραμα, ή θα αναγορεύεται ως τέτοιος μια πολιτική αναδιανομής υπέρ των λαϊκών δυνάμεων, αν μπορεί βεβαίως να εφαρμοστεί ακόμη και αυτή.

«Προκειμένου να φέρουν αποτελέσματα και να έχουν προοπτική, οι αγώνες, η κριτική και οι προτάσεις της Αριστεράς δεν μπορεί να περιορίζονται στις τεχνικές πτυχές των προβλημάτων και να επικεντρώνονται στις ανεπάρκειες των διαχειριστών της εξουσίας. Πρέπει να στοχεύουν πιο πέρα, στην αμφισβήτηση των κανόνων, των αξιών και των εξουσιών της νεοφιλελεύθερης μορφής του καπιταλισμού και του καπιταλισμού γενικότερα, αναδεικνύοντας τις αξίες και τα προτάγματα του σοσιαλισμού με ελευθερία και δημοκρατία... Το σημαντικό είναι τόσο η κριτική και η αμφισβήτηση όσο και οι θετικές προτάσεις να εγγράφονται συστηματικά, πρακτικά και θεωρητικά, σε ένα εναλλακτικό σχέδιο για την κίνηση της κοινωνίας, ένα σχέδιο που μάχεται τον καπιταλισμό, στοχεύοντας το σοσιαλισμό με ελευθερία και δημοκρατία».

Ταυτόχρονα στο προγραμματικό κείμενο διατυπώνεται η εξής θέση:

«Αφετηρία της Αριστεράς είναι ο αγώνας της υπέρ των άμεσων στόχων που απασχολούν τους εργαζόμενους, κινητοποιούν τα προοδευτικά τμήματα της κοινωνίας και απαντούν σε ώριμα προβλήματα και ανάγκες της, φιλοδοξία και στρατηγική επιδίωξη είναι η συνεπής και συνεκτική συγκρότηση ενός τέτοιου σχεδίου...».

Ποιο είναι το περιεχόμενο αυτού του σχεδίου;

«... μια συνολική εναλλακτική οικονομική πολιτική με στόχο ένα νέο πλαίσιο ανάπτυξης και αναδιανομής, με εξασφαλισμένη την προστασία των δημοσίων αγαθών και με καταστατική δέσμευση την προστασία του περιβάλλοντος. Η εναλλακτική οικονομική πολιτική του ΣΥΝ και της ελληνικής Αριστεράς οφείλει να εμπνέεται από τις αξίες της κοινωνικής δικαιοσύνης, της αλληλεγγύης, της συλλογικότητας και της συνεργασίας... Ο ΣΥΝ και η ελληνική Αριστερά αγωνίζονται για μια οικονομική πολιτική, που διαμορφώνει ένα νέο πρότυπο αξιοβίωτης ανάπτυξης και διανομής, που σέβεται σχολαστικά το περιβάλλον, διευρύνει το κοινωνικό κράτος και περιορίζει τις κοινωνικές και περιφερειακές ανισότητες. Ουσία μιας τέτοιας εναλλακτικής οικονομικής πολιτικής είναι η αλλαγή των κριτηρίων, των σκοπών και, τελικά, του ίδιου του περιεχόμενου της αναπτυξιακής διαδικασίας, σε μια κατεύθυνση όπου οι ανάγκες των ανθρώπων και της κοινωνίας θα υπερισχύουν του κέρδους και της σπατάλης».

Η διέξοδος που προτείνουν είναι πάλη για κάποια άμεσα προβλήματα, προβάλλοντας την αυταπάτη ότι έτσι θα βελτιωθεί η θέση του λαού στα πλαίσια του συστήματος. Βέβαια, ο ΣΥΝ πουθενά στο κείμενο των θέσεων δεν κάνει λόγο για το ποια εξουσία θα επιβάλει την εναλλακτική του πολιτική, ποιος ο χαρακτήρας της. Μιλά όμως, εμμέσως πλην σαφώς, για «εναλλακτική στρατηγική, που αρχίζει σιγά - σιγά να διαμορφώνεται σε παγκόσμια κλίμακα, ενώ ακόμη κάποιες επιμέρους νίκες ή ακόμη και κάποιες σποραδικές εκλογικές επιτυχίες, όπως εκείνη του Λούλα στη Βραζιλία, αρχίζουν να δείχνουν πως οι αντιστάσεις μπορεί να αποβαίνουν έστω και προσωρινά νικηφόρες». Ως εκεί φτάνει η εναλλακτική στρατηγική του ΣΥΝ: Μια αστικορεφορμιστική κυβέρνηση διαχείρισης.

Ο «ΣΥΝ» ΚΑΙ ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ

Αυτό φαίνεται και από την εκτίμησή του για το αστικό πολιτικό σύστημα, και από την κριτική που ασκεί στα αστικά κόμματα. Στο προγραμματικό κείμενο ασκείται κριτική στα πολιτικά κόμματα ΠΑΣΟΚ και ΝΔ, από τη σκοπιά της εκτίμησης ότι το «πολιτικό σύστημα απαξιώνεται ραγδαία». Αυτή και μόνο η διαπίστωση αρκεί για να κατανοήσουμε ότι ο ΣΥΝ ενδιαφέρεται για την απρόσκοπτη λειτουργία του αστικού πολιτικού συστήματος, μέσω του οποίου (με τη συμμετοχή της Αριστεράς στη διακυβέρνηση), θεωρεί ότι μπορεί να ασκηθεί πολιτική προς όφελος του λαού. Αυτή η ταχτική σπέρνει αυταπάτες ως προς το χαρακτήρα και το ρόλο του πολιτικού συστήματος, σε σχέση με τα πραγματικά λαϊκά συμφέροντα και την αναγκαιότητα της πολιτικής πάλης όχι μόνο για την αποδυνάμωσή του αλλά για την ανατροπή του. Αποσιωπά το ρόλο του ως μοχλό εφαρμογής πολιτικής για τη διευκόλυνση της αναπαραγωγής του κεφαλαίου και αποδίδει στη μη καλή λειτουργία του τη μη αντιμετώπιση των λαϊκών προβλημάτων.

Ασκεί λοιπόν και στα αστικά κόμματα κριτική, όχι με βάση τη στρατηγική τους, το πρόγραμμά τους, την πολιτική τους δράση, ως κόμματα του κεφαλαίου και της αστικής τάξης, ως κόμματα που ταυτίζονται στρατηγικά αλλά ως κόμματα που αδυνατούν, είτε λόγω πολυετούς διαχείρισης της κυβερνητικής εξουσίας, (το ΠΑΣΟΚ έχει μετατραπεί σε καθεστωτικό κόμμα), είτε λόγω αδυναμίας να εμφανίσουν πειστική εναλλαχτική κυβερνητική πρόταση λόγω συντηρητικής πολιτικής, (ΝΔ), να διαχειριστούν την κυβερνητική εξουσία «προς όφελος των προβλημάτων τόπου». Και τίθεται το ερώτημα προς όφελος τίνος τη διαχειρίζονται; Γιατί για τα συγκεκριμένα κόμματα αυτό το όφελος είναι τα κέρδη των καπιταλιστών, για την αύξηση των οποίων και τα δυο δρουν σε αγαστή σύμπνοια.

Ακόμη η κριτική στο ΠΑΣΟΚ εστιάζεται στο γεγονός ότι δεν εκπλήρωσε τις ελπίδες και προσδοκίες του ΣΥΝ για τη συγκρότηση της «κεντροαριστεράς», ενώ εμμέσως πλην σαφώς φαίνεται ότι ο ΣΥΝ δεν παραιτείται από αυτή την ιδέα, με σύμμαχο το ΠΑΣΟΚ. Αυτό φάνηκε από την απόρριψη της σχετικής τροπολογίας στο συνέδριο, για μη συνεργασία ακόμη και αν χάσει τις εκλογές το ΠΑΣΟΚ. Αλλά και η εκτίμηση ότι «το ΠΑΣΟΚ έχει αρχίσει να πληρώνει το κόστος για τον τρόπο με τον οποίο πολιτεύτηκε συνολικά και βρίσκεται με την πλάτη στον τοίχο, με πολύ μικρά περιθώρια εκλογικής ανάκαμψης», εκφράζει ανάλογες προσδοκίες. Η κριτική στην «κεντροαριστερά», γίνεται κατόπιν εορτής δηλαδή μετά την εκλογική της ήττα σε Γαλλία και Ιταλία και χρεώνεται αποκλειστικά στην «καθεστωτική σοσιαλδημοκρατία». Γιατί, όπως είπε ο πρόεδρος του ΣΥΝ: «Δε μπόρεσαν να κατανοήσουν ότι ο μόνος τρόπος για να διατηρήσουν την επαφή με την παράδοσή τους ήταν να προωθήσουν την πολιτική ενοποίηση της Ευρώπης...»! Δηλαδή αυτό που επιδιώκει η σοσιαλδημοκρατία, αλλά δε μπορεί σύμφωνα με την εκτίμηση του ΣΥΝ να το κάνει αποτελεσματικά ακριβώς γιατί είναι καθεστωτική. Γι' αυτό χρειάζεται η συγκρότηση της Αριστεράς, η ενίσχυσή της και η δράση της στην ίδια κατεύθυνση, προκειμένου να «σπρωχτούν» σε αυτήν και οι δυνάμεις της σοσιαλδημοκρατίας!

Στο κείμενο διατυπώνονται οι παρακάτω εκτιμήσεις για τα δύο κόμματα.

«Το ΠΑΣΟΚ ασκεί την κυβερνητική εξουσία επί είκοσι περίπου χρόνια. Μπορεί να δεσμεύει ακόμη λαϊκές δυνάμεις, αλλά η πολιτική που έχει ασκήσει και εξακολουθεί να ασκεί το έχει μετατρέψει ουσιαστικά σε καθεστωτικό κόμμα που ενδιαφέρεται πολύ περισσότερο και τη διατήρηση του στην εξουσία παρά για την επίλυση των χρόνιων προβλημάτων του τόπου. Η ανάδειξη του κ. Σημίτη τροφοδότησε σε ορισμένους χώρους την ελπίδα ότι η κατάσταση θα μπορούσε ίσως να βελτιωθεί, ελπίδα που εκφράστηκε κυρίως μέσω της “ιδέας” περί “κεντροαριστεράς”. Αλλά τόσο τα ήδη παγιωμένα χαρακτηριστικά της κομματικής και κρατικής εξουσίας όσο και οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές που κυριαρχούσαν διέλυσαν πολύ γρήγορα αυτήν την εντύπωση.

Η Νέα Δημοκρατία, από τη μεριά της, προσπαθεί να εμφανιστεί ως πειστική εναλλακτική πρόταση εξουσίας. Όμως το έργο αυτό είναι εξαιρετικά δύσκολο γιατί, καθώς το μόνο που θα μπορούσε να προτείνει επί της ουσίας είναι η άσκηση μιας ακόμη πιο συντηρητικής, και άρα κάθε άλλο παρά δημοφιλούς, νεοφιλελεύθερης πολιτικής, βρίσκεται υποχρεωμένη να αναλίσκεται σε μικροπολιτικές κινήσεις εντυπωσιασμού, προσπαθώντας ταυτόχρονα να ανακαλύψει το σημείο ισορροπίας ανάμεσα στις βλέψεις των παλιών πολιτικών τζακιών που παραδοσιακά συγκροτούσαν το πολιτικό προσωπικό της και την ορμή των νεοτέρων στελεχών της που διαβλέπουν τα καλά της εξουσίας και διψούν να την αποκτήσουν».

ΕΠΙΘΕΣΗ ΣΤΟ ΚΚΕ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΜΕΤΩΠΟΥ

Στο προγραμματικό κείμενο, ασκείται οξύτατη επίθεση στο ΚΚΕ. «Ιδανική μορφή αντιπολίτευσης απέναντι στα δύο κόμματα εξουσίας αποτελεί αναμφίβολα το ΚΚΕ. Εχοντας ανακαλύψει πως τα πάντα ανάγονται, σε πρώτη και τελευταία ανάλυση, στη δράση των "μονοπωλίων" και του "ιμπεριαλισμού"... αρνείται τελικά να ασκήσει άλλη πολιτική από τη γενική καταγγελία. Το επιχείρημα είναι εν προκειμένω ατράνταχτο: Αφού οι όποιες επιμέρους αλλαγές δεν καταργούν αφ' εαυτών τον καπιταλισμό, οι συναφείς αγώνες δεν μπορεί παρά να καλλιεργούν αυταπάτες, υπηρετώντας έτσι το "σύστημα"».

Ο ΣΥΝ, ως δύναμη διαχείρισης του συστήματος, αντιμάχεται την πολιτική διέξοδο που παλεύει και προωθεί το ΚΚΕ, τη συγκρότηση του αντιμονοπωλιακού αντιιμπεριαλιστικού δημοκρατικού μετώπου πάλης για τη λαϊκή εξουσία και τη λαϊκή οικονομία, αφού δεν έχει στόχο την ανατροπή της εξουσίας των μονοπωλίων, δεν έχει στρατηγικό σκοπό τη λαϊκή εξουσία, αλλά την αναδιανομή των εισοδημάτων. Το ΚΚΕ συνδέει την πάλη για την ικανοποίηση όλων των σύγχρονων αναγκών των λαϊκών στρωμάτων με την προοπτική της λαϊκής εξουσίας, αφού δεν υπάρχει άλλη διέξοδος από τη σημερινή πραγματικότητα. Το ΚΚΕ αρνείται να ασκήσει άλλη πολιτική όπως την εννοεί ο ΣΥΝ, δηλαδή πολιτική διαχείρισης του συστήματος, εντός της ΕΕ. Αρνείται την πολιτική συνύπαρξης μονοπωλίων - λαού, την οποία στηρίζει ο ΣΥΝ.

Και συνεχίζει στο κείμενο: «Αυτή η "πολιτική" δίνει στα κόμματα εξουσίας το απαιτούμενο άλλοθι για να "σέβονται" ανέξοδα την ιστορία και τους αγώνες του, ώστε να το αντιμετωπίζουν ως τη μόνη θεμιτή δική τους αντιπολίτευση. Αναγνωρισμένο έτσι "επίσημα", το ίδιο αρκείται στο να περιχαρακώνει τις δυνάμεις του, υποσχόμενο τις καλύτερες μέρες που θα φέρουν οι δικοί του αγώνες. Σε αυτό το πλαίσιο, ακόμη και κινήματα που φαίνονται κατ' αρχήν συμβατά με την άτεγκτη "αντιιμπεριαλιστική και αντιμονοπωλιακή" γραμμή του, όπως το πρόσφατο αντιπολεμικό ή εκείνα που αναλαμβάνει το Ελληνικό Κοινωνικό Φόρουμ, είναι κατ' αρχήν ύποπτα, μιας και δεν ελέγχονται απόλυτα από το ίδιο».

Το ποια δύναμη δίνει άλλοθι στο σύστημα, είναι πασίγνωστο. Οι δυνάμεις του ΣΥΝ συμμετέχουν στους «κοινωνικούς διάλογους», υπερθεματίζουν την ΕΕ, εξαπατούν για τη δυνατότητα επίλυσης των λαϊκών προβλημάτων με τη διαχείριση του καπιταλιστικού συστήματος με αναδιανομή των εισοδημάτων, δίνουν άλλοθι στο ΠΑΣΟΚ δρώντας από κοινού στο «Φόρουμ», διοργάνωσαν με την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ κινητοποιήσεις, συνεργάζονται μαζί του στην ΤΑ, τραβούσαν το αντιπολεμικό κίνημα με το γαλλογερμανικό ιμπεριαλιστικό άξονα. Με το σπαθί του λοιπόν κατακτάει και την απλόχερη στήριξη της ολιγαρχίας.

Η Αριστερά, για το ΣΥΝ, προβάλλεται ως συμμαχία των δυνάμεων που την απαρτίζουν, με σκοπό να σχηματοποιηθεί και ως πολιτική δύναμη με ενιαία έκφραση. Προνομιακό πεδίο δράσης του θεωρεί το «Χώρο Διαλόγου». Εκτός από την πολιτική διαχείρισης που θέτει ως βάση της συμμαχίας των αριστερών δυνάμεων, ουσιαστικά προωθεί συμμαχία ενάντια στο ΚΚΕ μέσα από το «Φόρουμ» και την αντιπαράθεσή του στο αντιιμπεριαλιστικό αντιμονοπωλιακό δημοκρατικό μέτωπο πάλης που προτείνει το ΚΚΕ. Η στρατηγική του είναι στρατηγική αναχώματος στη ριζοσπαστικοποίηση των λαϊκών συνειδήσεων, στην ταξική πάλη του εργατικού κινήματος για το σοσιαλισμό. Αυτή ήταν πάντα η φύση του οπορτουνισμού.


ΣημειώσειςΣημειώσεις

Ο Στέφανος Λουκάς είναι μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ.