100 χρόνια από την ιμπεριαλιστική ειρήνη των Σεβρών (1920)


του Αναστάση Γκίκα

Η Συνθήκη των Σεβρών έχει καταγραφεί στην ελληνική αστική ιστοριογραφία ως «η κορύφωση του ονείρου της Μεγάλης Ελλάδας», που επήλθε ως «φυσική» εκπλήρωση του «ιστορικού πεπρωμένου» της ή ως προσωπικό επίτευγμα του «διεθνούς εμβέλειας εθνικού ηγέτη» Ε. Βενιζέλου (πολύ συχνά και τα δύο). Η κατάρρευση αυτού του «ονείρου», 3 χρόνια αργότερα, αποδόθηκε στον «Εθνικό Διχασμό», στην «ακραία και πικρόχολη δημαγωγία» της αντιβενιζελικής παράταξης (με την οποία κέρδισε τις εκλογές του 1920 και «έριξε το ελληνικό καράβι στα βράχια»), ή ακόμα και σε «κομμουνιστικό δάκτυλο».1
Ωστόσο, τίποτε από τα παραπάνω δεν προσεγγίζει την ουσία και το βάθος -ή καν την αλήθεια- των πραγματικών αιτιών, που οδήγησαν τόσο στη Συνθήκη των Σεβρών, όσο και στην αναθεωρημένη εκδοχή της (της Λοζάνης), που την διαδέχθηκε λίγο αργότερα. Η ειρήνη των Σεβρών, όπως και κάθε ειρήνη που συνομολογείται έπειτα από μια ενδοϊμπεριαλιστική σύγκρουση, ήταν μια ιμπεριαλιστική ειρήνη. Ερχόταν δηλαδή να αποτυπώσει με όρους συνθήκης το αποτέλεσμα της όξυνσης των ανταγωνισμών μεταξύ μιας σειράς καπιταλιστικών κρατών που πήρε πολεμική μορφή και κατέληξε σε ένα νέο συσχετισμό (με νικητές και ηττημένους, ωφελημένους και «ριγμένους»). Από αυτήν την άποψη, η Συνθήκη των Σεβρών, όπως και κάθε ιμπεριαλιστική ειρήνη, ήταν εγγενώς θνησιγενής, εμπεριέχοντας εξαρχής τα ψήγματα του επόμενου ιμπεριαλιστικού πολέμου.
Ακολούθως, η Συνθήκη των Σεβρών (μια από τις πολλές επιμέρους συνθήκες ειρήνης του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου –και συγκεκριμένα μεταξύ των δυνάμεων της Αντάντ και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας), δε διέφερε πολύ από την αντίστοιχη των Βερσαλιών (μεταξύ των δυνάμεων της Αντάντ και της Γερμανίας), που σηματοδότησε την αντίστροφη μέτρηση για το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ωστόσο, οι αντιθέσεις που περιέκλειε ήταν τέτοιες, που οδήγησαν ακόμη ταχύτερα στην αμφισβήτηση και εν τέλει την αναθεώρησή της. Ας τα πάρουμε όμως από την «αρχή».2
 

Α΄ ΜΕΡΟΣ: ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΙ ΠΑΖΑΡΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΗ ΝΟΜΗ ΤΗΣ ΛΕΙΑΣ

Τα παζάρια για τη νομή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ξεκίνησαν πριν καν παρέλθουν 6 μήνες αφότου η τελευταία μπήκε στον πόλεμο, στο πλευρό των Κεντρικών Δυνάμεων (Γερμανία-Αυστροουγγαρία). Πράγματι, με τη Συμφωνία της Κωνσταντινούπολης (18 Μάρτη 1915), οι τρεις κύριες δυνάμεις της Αντάντ (Βρετανία - Γαλλία - Ρωσία), προχώρησαν σε μια προκαταρκτική αλληλοαναγνώριση των συμφερόντων τους στην περιοχή, με πολλούς, βέβαια, αστερίσκους.3

Ακολούθησαν οι διαπραγματεύσεις με την Ιταλία, προκειμένου να αλλάξει ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο και να μπει ενεργά στον πόλεμο με τις δυνάμεις της Αντάντ (έως τότε η Ιταλία, αν και σε συμμαχία με τη Γερμανία και την Αυστροουγγαρία από το 1882, είχε κρατήσει στάση ουδετερότητας). Μεταξύ των σχετικών «ανταλλαγμάτων» που συνομολογήθηκαν στη Συνθήκη του Λονδίνου (26 Απρίλη 1915) ήταν και ένα «δίκαιο μερίδιο στην περιοχή της Μεσογείου, πέριξ της επαρχίας της Αττάλειας». Έτσι, «σε περίπτωση ολικού ή μερικού διαμελισμού» της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, τα εδάφη αυτά «δεσμεύονταν για την Ιταλία, η οποία δικαιούτο να τα καταλάβει».4

Στη συνέχεια, με τη Συμφωνία Sykes-Picot (Σάικς-Πικό), στις 16 Μάη 1916, Βρετανία και Γαλλία καταμέρισαν μεταξύ τους τις αραβικές επαρχίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ορίζοντας εδαφικές προσαρτήσεις και ακόμη ευρύτερες σφαίρες επιρροής (για τη μεν πρώτη στην περιοχή της Μεσοποταμίας και για τη δεύτερη σε Συρία και Κιλικία). Η Ρωσία, αν και δε μετείχε στις διαπραγματεύσεις, επικύρωσε την εν λόγω Συμφωνία. Η Ιταλία, από την άλλη μεριά, που ενημερώθηκε για το περιεχόμενό της αρκετούς μήνες αργότερα, αντέδρασε στον αποκλεισμό της από τη νομή της Μέσης Ανατολής, αυξάνοντας τις διεκδικήσεις της.

Οι τελευταίες ενσωματώθηκαν εν μέρει στη Συμφωνία του St. Jean de Maurienne (Σεν Ζαν ντε Μοριέν), στις 18 Αυγούστου 1917, με την οποία αναγνωρίστηκαν στην Ιταλία ενισχυμένα «δικαιώματα» επί της Μικράς Ασίας (συμπεριλαμβανομένης της Σμύρνης). Η Συμφωνία, ωστόσο, συνοδευόταν από μια σειρά όρους και προϋποθέσεις, που αντικειμενικά την καθιστούσαν μετέωρη και υπό αίρεση. Βρετανία και Γαλλία εξαρτούσαν την υλοποίηση των ιταλικών διεκδικήσεων, μεταξύ άλλων, από τη συγκατάθεση της Ρωσίας (που βρίσκονταν σε επαναστατικό αναβρασμό και απείχε των σχετικών διαπραγματεύσεων), από τη μεγαλύτερη πολεμική συνδρομή της Ιταλίας εναντίον των Οθωμανών, από τη μη διακύβευση των γαλλοβρετανικών συμφερόντων στην περιοχή (από την ιταλική επέκταση) κοκ. Όλες οι πλευρές «προσπαθούσαν διαρκώς να εξαπατήσουν οι μεν τους δε».5

 

ΟΙ ΕΠΙΔΙΩΞΕΙΣ ΒΡΕΤΑΝΙΑΣ, ΓΑΛΛΙΑΣ ΚΑΙ ΙΤΑΛΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΓΓΥΣ ΚΑΙ ΜΕΣΗ ΑΝΑΤΟΛΗ

Η Βρετανία υπήρξε διαχρονικά από τους βασικότερους υποστηρικτές της ακεραιότητας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, εφόσον αυτό εξυπηρετούσε καλύτερα τα συμφέροντά της στην περιοχή και ευρύτερα (ιδιαίτερα σε σχέση με την απρόσκοπτη λειτουργία του θαλάσσιου εμπορίου με τις ασιατικές της αποικίες –και κυρίως την Ινδία). Ωστόσο, με την είσοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον πόλεμο, στο πλευρό του αντίπαλου ιμπεριαλιστικού συνασπισμού, η πολιτική της αυτή «ανεστράφη πλήρως».6

Με τη Συμφωνία Sykes-Picot η Βρετανία –έχοντας ως γνώμονα τα παραπάνω πάγια συμφέροντά της– διεκδικούσε τον άμεσο ή έμμεσο έλεγχο των εδαφών που συνέδεαν την αποικία της Αιγύπτου με τον Περσικό Κόλπο. Στην πορεία του πολέμου, ωστόσο, οι βλέψεις της διευρύνθηκαν, αφού η επαναστατημένη Ρωσία είχε παραιτηθεί από τις αξιώσεις της, ενώ η Γαλλία θεωρήθηκε πως είχε ευνοηθεί «σκανδαλωδώς» κατά την αρχική μοιρασιά. Έτσι, το βρετανικό υπουργείο Εξωτερικών εκτίμησε πως «δε συντρέχουν πλέον οι λόγοι που υπαγόρευαν την πολιτική μας το 1915», τονίζοντας πως «το ζήτημα της Τουρκίας πρέπει να εξεταστεί εκ νέου».7 Ως εκ τούτου, οι βρετανικές βλέψεις επεκτάθηκαν στο σύνολο σχεδόν της Μεσοποταμίας. Η μεταπολεμική υπόσταση του τουρκικού κράτους (κατά τους τότε βρετανικούς σχεδιασμούς) θα περιοριζόταν βασικά στη Μικρά Ασία, με την ουσιαστική ή τυπική κυριαρχία επί μιας σειράς όμορων περιοχών (εφόσον δεν απειλούνταν τα βρετανικά συμφέροντα και διεκδικήσεις).

Η Γαλλία, από τη μεριά της, επιδίωκε τον άμεσο ή έμμεσο έλεγχο της Συρίας και των φυσικών της προεκτάσεων σε Κιλικία και Λίβανο. Ωστόσο, δεν ήταν υπέρ της διάλυσης ή του «υπερβολικού περιορισμού» της οθωμανικής επικράτειας. «Η Γαλλία», είχε τονίσει ο υπουργός Εξωτερικών της χώρας St. Pichon (Πισόν) (1918), είχε «αδιαμφισβήτητα δικαιώματα στη διασφάλιση της ακεραιότητας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας». «Η γαλλική κυβέρνηση», διευκρινίζονταν πιο συγκεκριμένα σε σχετικό υπόμνημα, «φρονεί ότι (...) θα ήταν σκόπιμο να διαφυλαχθεί βιώσιμο τουρκικό κράτος και να ακρωτηριαστεί εδαφικά όσο το δυνατό λιγότερο. Ο περιορισμός της οθωμανικής επικράτειας προφανώς δε μας συμφέρει. Οι Γάλλοι υπήκοοι κατέχουν εκεί προνομιακή θέση, την οποία όμως θα χάσουν σε όσες περιοχές κατοχυρωθούν σε κράτη όπου δεσπόζει κάποια μορφή αποκλειστικού εθνικισμού ή σε όσες τεθούν υπό την επιρροή κάποιας Μεγάλης Δύναμης αποφασισμένης να αποζημιωθεί για τις θυσίες και το κόστος του πολέμου. Οπωσδήποτε, δεν αποτελεί επαρκή αποζημίωση το να μας ανατεθεί εντολή για οποιαδήποτε περιοχή».8

Πράγματι, παραμονές του πολέμου (Ιούλης 1914) η Γαλλία κατείχε τη μερίδα του λέοντος –και με διαφορά– μεταξύ των ξένων επενδυτών στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, τόσο σε ιδιωτικά κεφάλαια (45%), όσο και επί του δημοσίου χρέους της χώρας (59,8%). Τα αντίστοιχα μεγέθη για τη Γερμανία ήταν 24,6% και 16,2%, ενώ για τη Βρετανία 16% και 13,7%.9 Η ειδοποιός αυτή διαφορά με το βασικό ανταγωνιστή της στη νομή της μεταπολεμικής λείας (τη Βρετανία), καθόρισε σε μεγάλο βαθμό και τη βάση πάνω στην οποία διαμορφώθηκαν κι εξελίχτηκαν οι διαφορετικές –και συχνά αντικρουόμενες– επιδιώξεις της κάθε δύναμης έναντι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Η Ιταλία, που μπήκε στη «μοιρασιά» με σχετική καθυστέρηση (ενώ «αποκλείστηκε» και από τη Συμφωνία Sykes-Picot των «δύο μεγάλων»), πρόβαλλε, ως αναδυόμενη καπιταλιστική δύναμη, ιδιαίτερα επιθετικά και φιλόδοξα τις επιδιώξεις της. Αυτές (όπως διατυπώθηκαν στα τέλη του 1916) περιελάμβαναν τα βιλαέτια του Αϊδινίου, του Ικονίου και των Αδάνων. Στις ενστάσεις του Βρετανού υπουργού Εξωτερικών, Sir E. Grey (Γκρέι), πως οι ιταλικές αξιώσεις ήταν υπερβολικά μεγάλες, ο Ιταλός διπλωμάτης G. Imperiali (Ιμπεριάλι) απάντησε χαρακτηριστικά: «Όχι μεγαλύτερες από εκείνες της Γαλλίας.» Η τελευταία επίσης αντιμετώπιζε αρνητικά τις ιταλικές αξιώσεις, θεωρώντας πως η Ιταλία επιδίωκε «ίσο μερίδιο από τους καρπούς αλλότριων κόπων»!10

Οι ιταλικές βλέψεις τέμνονταν άμεσα με τις αντίστοιχες γαλλικές, ειδικά στο βιλαέτι των Αδάνων, που, κατά το Γάλλο πρωθυπουργό, A. Briand (Μπριάν), ήταν «το κλειδί της άμυνας και ο σιτοβολώνας της Συρίας» (ενώ, όντας «επί αιώνες υπό την επιρροή της Γαλλίας», θεωρούνταν ως «αναπόσπαστο μέρος της εθνικής της κληρονομιάς»!). Αλλά και στο βιλαέτι του Αϊδινίου (Σμύρνη) οι Γάλλοι καπιταλιστές διέθεταν σημαντικά συμφέροντα, τα οποία ήθελαν να προστατέψουν.11

Πάντως, μετά από τις διασυμμαχικές διαπραγματεύσεις για τη Μικρά Ασία (Λονδίνο, 29 Γενάρη 1917), που κατέληξαν σε αδιέξοδο για τις ιταλικές διεκδικήσεις, οι Γάλλοι «άρχισαν να ευνοούν την ιδέα να κατοχυρώσουν τη Σμύρνη στην Ιταλία, ελπίζοντας να εκτρέψουν έτσι τις βλέψεις της» από πιο μείζονος «ενδιαφέροντος» για εκείνη περιοχές, «όπως τα Άδανα και η Μερσίνα». Βρετανοί και Ρώσοι, από τη μεριά τους, που προόριζαν τη Μικρά Ασία ως το βασικό σώμα του μεταπολεμικού τουρκικού κράτους, ήταν κάθετα αντίθετοι στην απόδοση της Σμύρνης στην Ιταλία και πίεζαν για παραχωρήσεις σε βάρος των γαλλικών βλέψεων. «Οι Ιταλοί πάλι επέμεναν στην προσάρτηση της Σμύρνης, την οποία θεωρούσαν “φυσική πρωτεύουσα” της δικής τους ζώνης.»12 Τελικά, με τη Συμφωνία του St. Jean de Maurienne λίγους μήνες αργότερα, θα αναγνωρίζονταν –όπως είδαμε ήδη– «ενισχυμένα δικαιώματα» της Ιταλίας στην περιοχή της Σμύρνης, αλλά με πολλούς αστερίσκους.

 

ΤΑ «14 ΣΗΜΕΙΑ» ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΩΝ ΗΠΑ W. WILSON

Στις 8 Γενάρη 1918 ο Πρόεδρος των ΗΠΑ W. Wilson (Ουίλσον) εκφώνησε το περιβόητο διάγγελμά του των «14 Σημείων», στο οποίο γινόταν λόγος για αυτοδιάθεση των εθνών, κατάργηση της μυστικής διπλωματίας, ελευθερία του εμπορίου κλπ. Το 12ο «σημείο», μάλιστα, αφορούσε ειδικά την Οθωμανική Αυτοκρατορία και προέβλεπε για τα μεν «τουρκικά τμήματά της» τη «διασφάλιση» της «κυριαρχίας» τους, ενώ «για τις άλλες εθνότητες» τη «δυνατότητα απρόσκοπτης και αυτόνομης ανάπτυξής» τους.13

Το διάγγελμα, που χαιρετίστηκε από μεγάλη μερίδα του αστικού κόσμου –και της σοσιαλδημοκρατίας– ως μνημείο «φιλειρηνισμού» και «προοδευτικότητας», αποτελούσε ουσιαστικά μια σύνοψη των όρων της ιμπεριαλιστικής ειρήνης που ευνοούσαν τις ΗΠΑ στο διαμορφούμενο μεταπολεμικό σκηνικό. Αυτό το –βαθύτερο και ουσιαστικό– νόημα είχε η έμφαση στην ανεμπόδιστη λειτουργία του διεθνούς εμπορίου (που θα ωφελούσε κυρίως τις ΗΠΑ, ως χώρα μη κατεστραμμένη από τον πόλεμο, με τεράστια υπερσυσσώρευση κεφαλαίων) και όχι στην εδαφική επέκταση των αποικιών, που θα ευνοούσε τις μεγάλες αποικιοκρατικές δυνάμεις της εποχής (Βρετανία και Γαλλία) οι οποίες ήταν και οι βασικοί ανταγωνιστές των ΗΠΑ. Άλλωστε, η εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πηγών μιας περιοχής μέσω της οικονομικής διείσδυσης (και όχι μέσω της άμεσης αποικιοκρατικής κατοχής της, που ήταν και εξαιρετικά κοστοβόρα) υπήρξε μια ιμπεριαλιστική τακτική, η οποία, τις επόμενες δεκαετίες, θα κέρδιζε συνεχώς έδαφος μεταξύ των ισχυρών καπιταλιστικών κρατών.

Η ρητορική περί αυτοδιάθεσης κι ελευθερίας των εθνών, περί μη προσαρτήσεων κλπ. ερχόταν επιπλέον: α) Να λειτουργήσει «πυροσβεστικά» έναντι των απαιτήσεων ευρύτερων τμημάτων των λαϊκών στρωμάτων που είχαν αρχίσει να αντιδρούν πιο δυναμικά στην παγκόσμια αλληλοσφαγή, β) να «εξουδετερώσει» όσο το δυνατόν περισσότερο τη διεθνή απήχηση του μηνύματος της επαναστατημένης εργατικής τάξης της Ρωσίας για «δίκαιη, δημοκρατική ειρήνη (…) χωρίς προσαρτήσεις»14 και 
γ) να καλλιεργήσει αυταπάτες σχετικά με τη δυνατότητα ειρηνικής διευθέτησης των ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών στο μέλλον.

Η υποκρισία των «ανθρωπιστικών» διακηρύξεων της αστικής τάξης των ΗΠΑ προσέκρουε βεβαίως στην ίδια την πραγματικότητα των πεπραγμένων της την ίδια περίοδο σε Νικαράγουα, Αϊτή, Δομινικανή Δημοκρατία, Κούβα και Παναμά (χώρες όπου είχαν επέμβει στρατιωτικά, τις είχαν καταλάβει ή μετατρέψει σε προτεκτοράτα). Θα προσέκρουε και πάλι, λίγους μόλις μήνες μετά από τη διατύπωση των πολυδιατυμπανισμένων «14 Σημείων», στη στρατιωτική συμμετοχή των ΗΠΑ στη διεθνή επέμβαση κατά των επαναστατημένων λαών της Ρωσίας (για τους οποίους η «αρχή της αυτοδιάθεσης» δεν ίσχυε, καθώς αντέβαινε της «υπέρτατης αρχής» της προάσπισης της αστικής εξουσίας).

Φυσικά, η υποκρισία αυτή δεν αποτελούσε ίδιον χαρακτηριστικό της αστικής τάξης των ΗΠΑ. Με την ίδια ξεδιαντροπιά, το Δεκέμβρη του 1916, η Αντάντ, μέσω του πρωθυπουργού της Γαλλίας A. Briand, διατράνωνε πως «η κατοχύρωση της ειρήνης (...) δεν είναι δυνατή (...) εφόσον δε διασφαλιστεί (...) η αναγνώριση της αρχής των εθνοτήτων και της ελευθερίας ύπαρξης των κρατών», ενώ, ειδικά για την Οθωμανική Αυτοκρατορία διαβεβαίωνε πως σκοπός της συμμαχίας δεν ήταν άλλος παρά η «απελευθέρωση και χειραφέτηση των λαών που έχουν υποβληθεί στην αιματηρή τυραννία των Τούρκων».15 Και αυτά, ενώ είχαν ήδη μοιράσει τα οθωμανικά εδάφη μεταξύ τους.

 

ΟΙ ΕΠΙΔΙΩΞΕΙΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΑΣΤΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ

Στο ξέσπασμα του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου η αστική τάξη της Ελλάδας βρέθηκε διχασμένη έναντι των διαμορφούμενων ιμπεριαλιστικών στρατοπέδων. Ένα τμήμα της (που εκφράστηκε από την αστική πολιτική παράταξη με επικεφαλής τον πρωθυπουργό Ε. Βενιζέλο) υποστήριζε την ενεργό είσοδο στον πόλεμο με τις δυνάμεις της Αντάντ. Ένα άλλο (που εκφράστηκε από την αντίπαλη αστική πολιτική παράταξη με επικεφαλής το βασιλιά Κωνσταντίνο) υποστήριζε την «ουδετερότητα», ευνοώντας τις Κεντρικές Δυνάμεις.

Βεβαίως, οι ανταγωνισμοί σε μια περιοχή όπως η Βαλκανική, που είχε πρόσφατα αναδιανεμηθεί με δύο διαδοχικές πολεμικές συγκρούσεις (1912-1913), ανοίγοντας τις «ορέξεις» των νικητών και αφήνοντας ανοιχτούς λογαριασμούς με τους ηττημένους, ήταν ήδη οξυμένοι.16 Γεγονός το οποίο επιχείρησαν να αξιοποιήσουν και οι δύο αντιμαχόμενοι ιμπεριαλιστικοί συνασπισμοί στην προσπάθειά τους να προσελκύσουν με το μέρος τους τα βαλκανικά κράτη, με ανταλλάγματα, συχνά αλληλοεφαπτόμενα και αλληλοσυγκρουόμενα.

Ακολούθως, οι δυνάμεις της Αντάντ, στην προσπάθειά τους να προσεταιριστούν τη Βουλγαρία, πρότειναν –μεταξύ άλλων– την παραχώρηση σε αυτήν της περιοχής της Καβάλας και του τμήματος της Μακεδονίας που είχε ενσωματωθεί στο βασίλειο των Σέρβων με τους Βαλκανικούς Πολέμους. Σε αντιστάθμισμα προσέφεραν, στη μεν Ελλάδα παραχωρήσεις στη Μικρά Ασία, στη δε Σερβία επέκταση στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη και έξοδο στην Αδριατική. «Παράλληλα, προειδοποίησαν και την ελληνική κυβέρνηση ότι σε περίπτωση που αυτή επέμενε στη διατήρηση της ουδετερότητάς της, θα προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στη Σόφια για την απόκτηση της Ανατολικής Μακεδονίας.»17

Η Σερβία συναίνεσε στην παραχώρηση μέρους της Μακεδονίας που κατέλαβε στους Βαλκανικούς Πολέμους έως το Μοναστήρι. Αντίστοιχα, σε υπόμνημά του στις 11 Γενάρη 1915, ο Βενιζέλος πρότεινε στο βασιλιά Κωνσταντίνο «να παραχωρηθή προς τους Βούλγαρους το τμήμα Καβάλας, Δράμας, Σαρισαμπάν [σ.σ.: Νέστου]» υπό ορισμένες προϋποθέσεις και με τα ανάλογα ανταλλάγματα.18 Το δέλεαρ μιας ενδεχόμενης επέκτασης (έστω και κάπως αόριστης19) προς την εξαιρετικά πλούσια Μικρά Ασία ήταν πολύ μεγάλο για την ελληνική αστική τάξη ώστε να το αγνοήσει. «Εις στρογγυλούς αριθμούς, η Μικρασία ήτο (...) πλουσιωτέρα» της τότε Ελλάδας, με μεγάλη ανάπτυξη του ελληνικού κεφαλαίου [είναι χαρακτηριστικό πως τα 3/4 των εργοστασίων της περιοχής (4.008 στα 5.308) ήταν ελληνικών συμφερόντων].20

Σημειωτέον πως, μόλις δύο χρόνια πριν, ο Βενιζέλος θεωρούσε αδιανόητη μια παραχώρηση της Καβάλας στη Βουλγαρία, αφού κάτι τέτοιο θα σήμαινε όχι μόνο «την παραχώρηση ελληνικότατων πληθυσμών», αλλά και «έκθεση της ασφάλειας των συνόρων της [χώρας] προς τη Θεσσαλονίκην».21 Η «λύση» που πρότεινε ο Βενιζέλος, για το πρώτο τουλάχιστον «πρόβλημα», ήταν η ανταλλαγή των ελληνικών πληθυσμών των υπό παραχώρηση εδαφών με τους «εν Μακεδονία Βουλγαρικούς».22

Βεβαίως, εν τέλει, τίποτε απ’ όλα αυτά δεν πραγματοποιήθηκε, αφού η Βουλγαρία εισήλθε στον πόλεμο στο πλευρό των Κεντρικών Δυνάμεων, τερματίζοντας –προς το παρόν– τα σχετικά παζάρια [παρόλ’ αυτά, η πρόταση για παραχώρηση της Ανατολικής Μακεδονίας στη Βουλγαρία, προκειμένου να αλλάξει στρατόπεδο, θα πέσει και πάλι στο τραπέζι από το Βρετανό βουλευτή και Πρόεδρο της Βαλκανικής Επιτροπής N. Buxton (Μπάξτον) το 1917 κι ενώ η Ελλάδα πολεμούσε ήδη στο πλευρό της Αντάντ!].23

Αντίθετος στο ενδεχόμενο επέκτασης στη Μικρά Ασία ήταν ο Ι. Μεταξάς (τότε αναπληρωτής αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού-ΓΕΣ). Οι ενστάσεις του Μεταξά επικεντρώνονταν στα εξής: α) Στο ότι «είναι δύσκολον να υποδιαιρέση τις τη χώραν ταύτην πολιτικώς, χωρίς να περιπέσει εις ανωμαλίας, αίτινες, έχουσαι αντίκτυπον επί του οικονομικού και εθνολογικού πεδίου, θα γεννήσωσι μοιραίως, εν τη εξελίξει του χρόνου, προστριβάς, αίτινες θα ανάγωσιν εις αγώνας προς συνένωσιν πάλιν των χωρών τούτων δια της επικρατήσεως της μίας εξ αυτών.» β) Στο «ότι η Μ. Ασία έχει μεγάλην πλειονότητα τουρκικού πληθυσμού έναντι πολύ μειονεκτούντος ελληνικού πληθυσμού.» γ) Στο «ότι το Ελληνικόν Κράτος δεν είναι σήμερον προητοιμασμένον δια τη διοίκησιν και εκμετάλλευσιν τοιαύτης εκτεταμένης χώρας, ως αποικίας».24

Οι Κεντρικές Δυνάμεις προσέφεραν επίσης «ανταλλάγματα», προκειμένου να εξασφαλίσουν την ευμενή προς αυτές «ουδετερότητα» της Ελλάδας. Μεταξύ άλλων, υποσχέθηκαν «εδαφικήν επέκτασιν της Ελλάδος εν Μακεδονία και εν Αλβανία», «αναγνώρισιν εκ μέρους της Τουρκίας της Ελληνικής Κυριαρχίας επί των νήσων του Αιγαίου» και «απόλυτον προστασίαν και ελευθέραν διαβίωσιν των υποδούλων εν Τουρκία Ελληνικών πληθυσμών» (η Οθωμανική Αυτοκρατορία, θυμίζουμε, ανήκε στις Κεντρικές Δυνάμεις).25 Βεβαίως, τίποτε από τα παραπάνω δεν εμπόδισε τα γερμανοβουλγαρικά στρατεύματα από το να εισβάλουν το Μάη του 1916 στην Ανατολική Μακεδονία, παρότι αυτή βρισκόταν υπό τον έλεγχο της «ουδέτερης» φιλοβασιλικής –και φίλα προσκείμενης στις Κεντρικές Δυνάμεις– κυβέρνησης26 (που, με τη σειρά της, τους παρέδωσε αμαχητί το Ρούπελ και τη Δ΄ Στρατιά της Καβάλας).

Η ουδετερότητα της Ελλάδας σε καμιά περίπτωση δεν εγγυόταν την «απόλυτον προστασία και ελευθέραν διαβίωσιν» των ελληνικών πληθυσμών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι εκτοπίσεις και μετεγκαταστάσεις σε βάρος τους είχαν ξεκινήσει ήδη από το 1913-1914 (σε συνθήκες ειρήνης δηλαδή), στο πλαίσιο διαμόρφωσης του τουρκικού αστικού έθνους-κράτους.27 Ο πόλεμος επιτάχυνε –και διευκόλυνε– τις εν λόγω διεργασίες, που πλέον «καλύπτονταν» ως προς τη σκληρότητά τους και πίσω από την εμπόλεμη κατάσταση.

Η Ελλάδα κήρυξε τον πόλεμο στις Κεντρικές Δυνάμεις στις 17 Ιούνη 1917, εισερχόμενη –και επίσημα πια– στην παγκόσμια ιμπεριαλιστική σύγκρουση με το στρατόπεδο της Αντάντ. Ωστόσο, η νομή της λείας επί της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας είχε ήδη σε ένα βαθμό καθοριστεί. Όπως ανέφερε ο επιτετραμμένος της Γαλλίας στο Λονδίνο, «θα αρκούσε να αποκαλυφθεί ότι έχουμε παραχωρήσει τη Σμύρνη στην Ιταλία για να ξεσπάσει στην Αθήνα σοβαρότατη κρίση, με ολέθριες συνέπειες για το καθεστώς του κ. Βενιζέλου και την επιρροή μας στη χώρα.»28

Με την είσοδό της στον πόλεμο και τη συνακόλουθη διατύπωση των δικών της διεκδικήσεων, η Ελλάδα όχι μόνο εντάχτηκε στους ήδη υπάρχοντες ενδοϊμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς στην περιοχή, αλλά τους όξυνε κιόλας (εφόσον προσθέτονταν ένας ακόμη διεκδικητής πάνω σε μια ήδη συμφωνημένη μοιρασιά).

Οι εν λόγω διεκδικήσεις υπολογίζονταν κι επανυπολογίζονταν διαρκώς σε έναν κυκεώνα μεταβαλλόμενων συσχετισμών, συμμαχιών και σχετικών παζαριών που διαδραματίζονταν στα παρασκήνια. Οι ελληνικές επιδιώξεις έναντι της Μικράς Ασίας, λ.χ., θα επαναδιατυπώνονταν με διαφορετικό περιεχόμενο τουλάχιστον 3 φορές στο διάστημα 1917-1918. Στα παζάρια με την Ιταλία το Γενάρη του 1917, η ελληνική πλευρά δήλωνε έτοιμη «να αποδεχτεί την ιταλική κυριαρχία, αλλά (...) και να συμπράξει στην πολιτική, οικονομική και κοινωνική διείσδυσή τους στη μικρασιατική ενδοχώρα», με αντάλλαγμα την εξασφάλιση προνομιακής θέσης για το ελληνικό κεφάλαιο στην περιοχή και τη στήριξη της Ιταλίας σε άλλες εδαφικές διεκδικήσεις της (π.χ. στη Βόρεια Ήπειρο). Αργότερα, θα διεμήνυε σε Γαλλία και Βρετανία πως δε θα «είχε αντίρρηση να εγγυηθεί η Αντάντ την εδαφική ακεραιότητα του τουρκικού κράτους, εφόσον κάτι τέτοιο εξυπηρετούσε τα συμμαχικά σχέδια για απόσπαση της Τουρκίας από το συνασπισμό των Κεντρικών Δυνάμεων.» Στις 2 Νοέμβρη 1918, ο Βενιζέλος, ζυγίζοντας και πάλι τις συνθήκες που είχαν διαμορφωθεί με την ανακωχή του Μούδρου δύο βδομάδες νωρίτερα, θα πρόβαλλε σε σχετικό του υπόμνημα αξιώσεις επί του συνόλου της δυτικής παράκτιας ζώνης της Μικράς Ασίας.29

Οι επιδιώξεις της αστικής τάξης της Ελλάδας προσέκρουαν πρώτα και κύρια στις αντίστοιχες της ιταλικής, με τις οποίες τέμνονταν σε πολλαπλά μέτωπα είτε άμεσα (στις περιοχές που βρίσκονταν ήδη υπό ιταλική κατοχή, όπως τα Δωδεκάνησα και η Βόρεια Ήπειρος) είτε έμμεσα (στις περιοχές της ηττημένης Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που διεκδικούνταν ως πολεμική λεία, όπως η Σμύρνη).

Αρνητική προς τις ελληνικές βλέψεις ήταν όμως και η Γαλλία, που εξαρχής είχε αντιμετωπίσει με επιφύλαξη τη συμμετοχή του ελληνικού στρατού στις επιχειρήσεις κατά της Τουρκίας (θεωρώντας πως «η ελληνική κυβέρνηση θα απαιτήσει (...) ως ανταμοιβή για τη συνεργασία της περισσότερα από όσα είμαστε διατεθειμένοι να της δώσουμε»). Ο επικεφαλής του πολιτικού τμήματος του γαλλικού υπουργείου Εξωτερικών J. Cambon (Καμπόν) υπήρξε κατηγορηματικός: «Αν ο κ. Βενιζέλος», τόνιζε, «επιδιώξει να δημιουργήσει προβλήματα στη Θράκη και τη Μικρά Ασία (...) τότε θα προσκρούσει στις αρχές και τα συμφέροντά μας».30

Η αντίθεση της Γαλλίας προς τις ελληνικές βλέψεις απέρρεε και από έναν επιπλέον λόγο: Όσο περισσότερο η αστική τάξη της Ελλάδας συνέδεε τα συμφέροντα και τις επιδιώξεις της με τα αντίστοιχα της Βρετανίας τόσο αντιμετωπιζόταν από τους Γάλλους «ως συστατικό στοιχείο του ανταγωνισμού τους προς τους Βρετανούς». Η διαμορφούμενη μεταπολεμική πρωτοκαθεδρία του βρετανικού ιμπεριαλισμού στην Ελλάδα (σε βάρος του γαλλικού) αποτυπώθηκε ανάγλυφα σε υπόμνημα του Γάλλου υπουργού Ναυτιλίας (20 Οκτώβρη 1918), στο οποίο επεσήμανε μεταξύ άλλων: «Η εμπορική κίνηση του Πειραιά (δηλαδή της Ελλάδας ολόκληρης) περιήλθε πλέον εντελώς υπό βρετανικό έλεγχο (...). Επιπλέον, η ελληνική κυβέρνηση φάνηκε άδικη απέναντί μας σε ό,τι αφορά το εμπόριο, τα ορυχεία, κλπ. Πρόσφατα μάλιστα, ο κ. Βενιζέλος δεν απέκρυψε (...) την πεποίθησή του ότι προάγοντας τα βρετανικά συμφέροντα, προάγει τα δικά του.»31

Η Βρετανία αντιμετώπιζε θετικά ορισμένες από τις επιδιώξεις της ελληνικής αστικής τάξης (π.χ., αναφορικά με τα Δωδεκάνησα, τη Βόρεια Ήπειρο ή ακόμα και την Κύπρο), ωστόσο, ως και τα τέλη του 1918, το Foreign Office τασσόταν «σαφώς εναντίον της κατοχύρωσης της Δυτικής Μικράς Ασίας στην Ελλάδα.»32

 

Η ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΗ «ΑΥΤΟΔΙΑΘΕΣΗ» ΤΩΝ ΑΡΑΒΙΚΩΝ ΛΑΩΝ

Την ίδια περίοδο που οι δυνάμεις της Αντάντ παζάρευαν και μοίραζαν μεταξύ τους τα αραβικά εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, υπόσχονταν ταυτόχρονα στους αυτόχθονες λαούς τους «ελευθερία» και «ανεξαρτησία». Πράγματι, το Μάρτη του 1916, ο ύπατος αρμοστής της Βρετανίας στην Αίγυπτο Sir H. McMahon (ΜακΜάχον) και ο Σαρίφης της Μέκκας H. ibn Ali (ιμπν Αλί), κατέληξαν σε συμφωνία, κατά την οποία οι αραβικοί λαοί θα ξεσηκώνονταν κατά της οθωμανικής κυριαρχίας με αντάλλαγμα τη συγκρότηση δικού τους ανεξάρτητου κράτους, μετά από τον πόλεμο.33 Δύο μόλις μήνες μετά, Βρετανία και Γαλλία μοίραζαν σε μυστική συμφωνία τα εν λόγω εδάφη μεταξύ τους (Συμφωνία Sykes-Picot).

Όταν η νεαρή σοβιετική εξουσία έφερε στο φως το περιεχόμενο των μυστικών αυτών συμφωνιών, προκαλώντας αγανάκτηση και αναβρασμό στον αραβικό κόσμο, η βρετανική κυβέρνηση –εκ μέρους της Αντάντ– έσπευσε να τους καθησυχάσει για τις «καλές προθέσεις» των Συμμάχων, «επιβεβαιώνοντας» τη «δέσμευσή» τους ως προς τα συμφωνηθέντα (Γενάρης 1918). Έξι μήνες αργότερα, η ίδια, σε διακοίνωσή της προς τους ηγέτες των Αράβων, θα επαναλάμβανε τα περί «πλήρους και κυρίαρχης ανεξαρτησίας» των λαών της περιοχής, διαβεβαιώνοντάς τους πως η τύχη των αραβικών εδαφών, που τότε βρίσκονταν πλέον υπό την κατοχή των δυνάμεων της Αντάντ, θα οριζόταν «επί της αρχής της συναίνεσης» των πληθυσμών τους.34 Στο ίδιο πνεύμα και η κοινή γαλλοβρετανική διακοίνωση που εκδόθηκε αμέσως μετά από την ανακωχή του Μούδρου (7 Νοέμβρη 1918) και διατράνωνε πως «στόχος» των δύο δυνάμεων στη Μέση Ανατολή ήταν «η πλήρης και αδιαμφισβήτητη απελευθέρωση των λαών που για τόσο καιρό καταπιέζονταν από τους Τούρκους και η συγκρότηση εθνικών κυβερνήσεων (...) εδραζόμενων στην πρωτοβουλία και την ελεύθερη βούληση των γηγενών πληθυσμών.»35

Βεβαίως, τίποτε απ’ όλα αυτά δεν ανταποκρινόταν στις πραγματικές επιδιώξεις των ιμπεριαλιστών. Το γεγονός ήρθε να επιβεβαιωθεί με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο λίγο αργότερα (και ενώ το Συνέδριο «Ειρήνης» του Παρισιού βρισκόταν σε εξέλιξη), όταν οι Άραβες της Συρίας και του Ιράκ, διεκδικώντας την ανεξαρτησία τους, ξεσηκώθηκαν κατά των γαλλοβρετανικών στρατευμάτων κατοχής, για να κατασταλούν ανηλεώς. Οι Βρετανοί χρησιμοποίησαν κατά των εξεγερμένων ακόμη και χημικά όπλα (αέριο μουστάρδας), ενώ οι τρομοκρατικές αεροπορικές επιδρομές κατά αμάχων άφησαν πίσω τους χιλιάδες θύματα.36 Οι Συνθήκες των Σεβρών και –εν συνεχεία– της Λοζάνης «επισημοποίησαν» τη νομή της περιοχής μεταξύ Γαλλίας και Βρετανίας.

 

Β΄ ΜΕΡΟΣ: Η ΘΝΗΣΙΓΕΝΗΣ ΣΥΝΘΗΚΗ ΤΩΝ ΣΕΒΡΩΝ

Η ΑΝΑΚΩΧΗ ΤΟΥ ΜΟΥΔΡΟΥ

Στις 30 Οκτώβρη 1918 η Οθωμανική Αυτοκρατορία συνθηκολόγησε (ανακωχή του Μούδρου), οξύνοντας ακόμη περισσότερο τους ενδοϊμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς στους κόλπους των νικητριών δυνάμεων της Αντάντ. Ενδεικτικό των εν λόγω αντιθέσεων είναι και το γεγονός ότι θα έπρεπε να μεσολαβήσουν σχεδόν δυο επιπλέον χρόνια (αδυσώπητων διαπραγματεύσεων) έως τη συνομολόγηση συνθήκης ειρήνης τον Αύγουστο του 1920. Απ’ όλους τους όρους της αρχικής συνθηκολόγησης, ο πιο κρίσιμος, ίσως, ήταν ο 7ος, ο οποίος όριζε πως «οι Σύμμαχοι έχουν το δικαίωμα να καταλάβουν οποιοδήποτε στρατηγικό σημείο [της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας], εφόσον προέκυπτε κίνδυνος για την ασφάλειά τους».37 Η διάταξη αυτή, ερμηνεύσιμη κατά το δοκούν, ουσιαστικά έλυνε τα χέρια των νικητών για οποιαδήποτε επέμβαση στο μέλλον προς διασφάλιση των συμφερόντων τους στην περιοχή.

Παραμονές της ανακωχής, οι σχέσεις Βρετανίας-Γαλλίας ήταν ήδη τεταμένες γύρω από το ποιος θα είχε το στρατιωτικό πρόσταγμα και, κατά προέκταση, την πρωτοκαθεδρία στην Εγγύς Ανατολή. Έτσι, όταν οι Οθωμανοί απευθύνθηκαν στη Βρετανία για συνθηκολόγηση, η τελευταία άδραξε την ευκαιρία, δίνοντας οδηγίες στο ναύαρχο Calthorpe (Κάλθορπ) «όπως αποκλείσει το Γάλλο ομόλογό του, ναύαρχο Amet, από κάθε συμμετοχή στις διαβουλεύσεις, προχωρώντας μόνος του στη διαπραγμάτευση και υπογραφή ανακωχής», όπως και έγινε. Και παρότι οι όροι που συνομολογήθηκαν εναρμονίζονταν σε μεγάλο βαθμό με τα όσα είχαν προσυμφωνηθεί σε διασυμμαχική διάσκεψη στο Παρίσι (7 Οκτώβρη 1918), υπήρξαν ωστόσο και διαφορές που ευνοούσαν σαφώς τις βρετανικές επιδιώξεις σε βάρος των γαλλικών.38

 

ΕΠΙΔΙΩΞΕΙΣ ΚΑΙ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΙ ΣΤΟ «ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΕΙΡΗΝΗΣ» ΤΟΥ ΠΑΡΙΣΙΟΥ

 Οι εργασίες του λεγόμενου Συνεδρίου Ειρήνης του Παρισιού ξεκίνησαν στις 18 Γενάρη 1919. Οι μαρτυρίες ορισμένων εκ των συμμετεχόντων σκιαγραφούν με γλαφυρό τρόπο τον πραγματικό χαρακτήρα και περιεχόμενο των διαβουλεύσεων. «Κάθε αντιπροσωπία», αναφέρει ο Ι. Bowman (Μπόουμαν) (μέλος της αμερικανικής αποστολής), «είχε και τις δικές της βαλίτσες γεμάτες με στατιστικά και χαρτογραφικά τρικ», προκειμένου να στηρίξει τις διεκδικήσεις της.39 Και «καθόντουσαν όλοι γύρω από το χάρτη», παρατηρούσε ο H. Nicolson (Νίκολσον) (μέλος της βρετανικής αποστολής), «σα να επρόκειτο για μια πίτα έτοιμη να κοπεί για μοιρασιά»40 και όλο έκοβαν και ξαναέκοβαν, αλλά κανείς δεν έμενε ευχαριστημένος με το κομμάτι του.

Τον πρώτο λόγο στις διαπραγματεύσεις είχαν οι Βρετανοί, οι οποίοι, «έχοντας πλέον τον πλήρη στρατιωτικό έλεγχο της Εγγύς Ανατολής [σ.σ.: η βρετανική στρατιωτική παρουσία στα οθωμανικά εδάφη ήταν μακράν η μεγαλύτερη, αριθμώντας πάνω από 1.000.000 άντρες], ήταν πολύ λιγότερο ενθουσιώδεις στο να εκπληρώσουν τις [συμφωνηθείσες] δεσμεύσεις τους [προς τους συμμάχους τους] από ότι αντίστοιχα οι Γάλλοι ή οι Ιταλοί».41

Βασική επιδίωξη της βρετανικής αστικής τάξης παρέμενε ο έλεγχος των εδαφών που εκτείνονταν από την Παλαιστίνη έως τη Μεσοποταμία (με ιδιαίτερη έμφαση στα πετρέλαια της Μοσούλης) και η διεθνοποίηση των Στενών (δηλαδή της θαλάσσιας διόδου προς τη Μαύρη Θάλασσα: Δαρδανέλια-Θάλασσα Μαρμαρά-Βόσπορος). Όσον αφορά το μέλλον του νέου τουρκικού κράτους, ωστόσο, άρχισε να δημιουργείται διχογνωμία, ανάμεσα σε αυτούς που υποστήριζαν ότι «τα βρετανικά αποικιοκρατικά συμφέροντα στη Μέση Ανατολή μπορούσαν να διασφαλιστούν μόνο με τη διάλυση της Τουρκίας» ως περιφερειακής δύναμης (όπως ο υπουργός Εξωτερικών G. Curzon (Κούρζον) και ο πρωθυπουργός D. Lloyd George (Λόιντ Τζορτζ) και σε εκείνους που υποστήριζαν μια ευνοϊκότερη μεταχείριση είτε γιατί εκτιμούσαν ως στρατιωτικά ανέφικτη τη διατήρηση της ειρήνης στην περιοχή υπό αυτούς τους όρους (όπως το υπουργείο Πολέμου - War Office) είτε γιατί συνεκτιμούσαν τις αντιδράσεις των μουσουλμανικών πληθυσμών της Βρετανικής Αυτοκρατορίας (ιδιαίτερα στην Ινδία - India Office).42

Από την άλλη μεριά, ο στρατηγικός προσανατολισμός της γαλλικής αστικής τάξης για την περιοχή, έκλινε όλο και περισσότερο στην παγίωση της προπολεμικής της θέσης για ένα οικονομικά βιώσιμο τουρκικό κράτος, με τις λιγότερες δυνατές εδαφικές απώλειες (εξαιρουμένων βεβαίως των δικών της διεκδικήσεων), που θα εξασφάλιζε: α) την αποπληρωμή του χρέους και β) την προστασία των προπολεμικών γαλλικών επενδύσεων.

Στα μέσα του 1919 ελληνικές διπλωματικές πηγές έκαναν λόγο για «μεταστροφή της γαλλικής πολιτικής υπέρ των Τούρκων».43

Στις 5-6 Δεκέμβρη 1919 ο Γάλλος ύπατος αρμοστής στη Συρία, G. Picot (Πικό), συναντήθηκε με τον ηγέτη του τουρκικού αστικού εθνικού κινήματος Μ. Κεμάλ, όπου διαφάνηκε –για πρώτη φορά– το ενδεχόμενο παραίτησης της Γαλλίας από ορισμένες εδαφικές διεκδικήσεις της (στην Κιλικία) έναντι της διασφάλισης προνομιακής (μονοπωλιακής) θέσης των γαλλικών οικονομικών συμφερόντων στο νέο τουρκικό κράτος.44 Και παρότι οι εν λόγω συνομιλίες δεν κατέληξαν τότε σε κάποια συμφωνία, η συνεχής πίεση κατά των γαλλικών στρατευμάτων κατοχής στην Κιλικία, ενίσχυσε αυτήν την τάση.45 Με την κατάσταση στη Συρία να χειροτερεύει, η γαλλική στρατιωτική ηγεσία θα αναγκαστεί το Μάη του 1920 να συνάψει βραχυπρόθεσμη ανακωχή με τις δυνάμεις του Κεμάλ, προβαίνοντας έτσι στην πρώτη –έστω και de facto– αναγνώρισή του από μια «Μεγάλη Δύναμη».

Οι Βρετανοί, βεβαίως, δεν είχαν καμιά πρόθεση «να επιτρέψουν τη γαλλική επιδίωξη για εμπορική και οικονομική πρωτοκαθεδρία στην Τουρκία». Έτσι, αντιτάχτηκαν –επιτυχώς– στην προσπάθεια της Γαλλίας να περάσει ο οικονομικός έλεγχος του νέου τουρκικού κράτους στο Οθωμανικό Συμβούλιο Χρέους (όπου η Γαλλία, ως ο μεγαλύτερος πιστωτής, θα είχε τον πρώτο λόγο). Ταυτόχρονα, ευνόησαν τη μεγαλύτερη πολεμική εμπλοκή της στην Κιλικία, θεωρώντας πως η δέσμευση δυνάμεών της εκεί, «θα την αποσπούσε από άλλες, λιγότερο αποδεκτές [για τα βρετανικά συμφέροντα] δράσεις της αλλού».46 Ο γαλλοβρετανικός ανταγωνισμός για την πρωτοκαθεδρία στην Ανατολή είχε ωστόσο και συμβιβασμούς (όπως, π.χ., στο ζήτημα της εκμετάλλευσης των πετρελαϊκών κοιτασμάτων του Ιράκ, με την παραχώρηση του 25% της Τουρκικής Εταιρίας Πετρελαίου στη Γαλλία),47 όπως και «κοινά μέτωπα» (ιδιαίτερα όσον αφορά τον αμοιβαία επωφελή περιορισμό διεκδικήσεων τρίτων και ειδικά της Ιταλίας).

Με την υπογραφή της ανακωχής του Μούδρου, η Ιταλία έσπευσε να προτείνει την αποστολή στρατευμάτων της στις περιοχές των Αδάνων και της Αττάλειας, για να εισπράξει την κατηγορηματική άρνηση Βρετανών και Γάλλων (οι οποίοι, αξιοποιώντας τους όρους της ανακωχής εναντίον της, ισχυρίστηκαν πως μια τέτοια επέμβαση δε νομιμοποιούνταν, εφόσον δε συνέτρεχε κανένας λόγος ασφάλειας των Συμμάχων). «Έτσι, οι Ιταλοί βρέθηκαν αποκλεισμένοι από τις περιοχές που θεωρούσαν ως νόμιμο μερίδιό τους από τη λεία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.»48 Βλέποντας δε τους Γάλλους να καταλαμβάνουν την ίδια περίοδο τη Μερσίνα και τα Άδανα, άρχισαν να προσανατολίζονται όλο και περισσότερο σε ανάληψη μονομερών δράσεων.

Καθώς, όπως ομολόγησε ο ίδιος ο Ιταλός υπουργός Εξωτερικών S. Sonnino (Σονίνο), «κανένας πληθυσμός της Τουρκίας (…) δεν εμφανίζεται θετικός έναντι της ιταλικής βοήθειας, ούτε την επιδιώκει», η αφορμή της επέμβασης έπρεπε να «κατασκευαστεί», με τον προσεταιρισμό τοπικών παραγόντων στις επίμαχες περιοχές και την «παραγωγή εκκλήσεων για προστασία» (μια τεχνική που, ούτως ή άλλως, αξιοποιούνταν εξίσου σε άλλες περιοχές από τους Βρετανούς και τους Γάλλους). Έτσι, από τα μέσα Μάρτη του 1919, ιταλικά στρατεύματα άρχισαν περιοδικά να αποβιβάζονται στην Αττάλεια, με πρόσχημα τη «διατήρηση της τάξης». Ταυτόχρονα, έγιναν κινήσεις προσεταιρισμού της οθωμανικής κυβέρνησης, προκειμένου να εξασφαλιστεί η ευνοϊκότερη στάση της (έναντι άλλων επίδοξων ανταγωνιστών της Ιταλίας –και ειδικά της Ελλάδας) στις διεξαγόμενες διαπραγματεύσεις. Οι αντιθέσεις της Ιταλίας με τους συμμάχους της έφτασαν σε νέο επίπεδο όξυνσης στις 24 Απρίλη 1919, με την ιταλική αντιπροσωπία να αποχωρεί από το Συνέδριο Ειρήνης σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τη μη ικανοποίηση των διεκδικήσεών της στην Αδριατική. Μία βδομάδα αργότερα (2 Μάη) η Ιταλία θα στείλει πολεμικά πλοία στη Σμύρνη, προκαλώντας την οργισμένη αντίδραση Βρετανίας, Γαλλίας και ΗΠΑ, που πλέον προσανατολίζονταν σε ενεργότερη αναχαίτιση των ιταλικών φιλοδοξιών στην Ανατολή.49

Πέρα από τις επίσημες διαπραγματεύσεις του Παρισιού και τα διαρκή ανεπίσημα παζάρια «κάτω από το τραπέζι» (μεταξύ των ανταγωνιστριών δυνάμεων ή μεταξύ κάποιας δύναμης και τμημάτων της τουρκικής αστικής τάξης), το μέλλον του νέου τουρκικού κράτους υπήρξε το αντικείμενο δύο επιπλέον διασκέψεων πριν την «τελική» συμφωνία των Σεβρών: του Λονδίνου (12 Φλεβάρη - 10 Απρίλη 1920) και του San Remo (19-26 Απρίλη 1920).

Ακολούθως, επιμερίστηκαν οι «σφαίρες επιρροής» επί της τουρκικής επικράτειας (σε ό,τι απέμεινε μετά από την αφαίρεση των αραβικών εδαφών, τη διεθνοποίηση των Στενών, τη συγκρότηση αρμενικού –δυνητικά και κουρδικού– κράτους κ.ο.κ.). Επιπλέον, όλες σχεδόν οι οικονομικές λειτουργίες του υπό σύσταση τουρκικού κράτους θα περνούσαν υπό τον άμεσο ή έμμεσο έλεγχο της Αντάντ. Πράγματι, «καμία πτυχή της οικονομίας της Τουρκίας (…) δε θα έμενε στην αποκλειστική δικαιοδοσία της τουρκικής κυβέρνησης (…). Η Τουρκία ουσιαστικά θα ήταν δέσμια των Συμμαχικών Δυνάμεων.»50

Στις 16 Μάρτη 1920 η Κωνσταντινούπολη περιήλθε υπό συμμαχική στρατιωτική κατοχή, ενώ, καθ’ υπόδειξη της Αντάντ, το οθωμανικό κοινοβούλιο διαλύθηκε και πολλά από τα μέλη του συνελήφθησαν. Το γεγονός έδωσε σημαντική ώθηση στην ανάπτυξη του τουρκικού αστικού εθνικού κινήματος υπό τον Μ. Κεμάλ.

 

ΟΙ ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΑΣΤΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ

Η εκτίμηση που φαίνεται να υπήρχε στους κόλπους της ελληνικής αστικής τάξης αμέσως μετά από την ανακωχή του Μούδρου ήταν πως «η Ελλάδα (...) εισήλθε στον πόλεμο πάρα πολύ αργά για να υποβληθεί σε τέτοιες θυσίες που θα της εξασφάλιζαν εκπλήρωση όλων των διεκδικήσεών της».51 Οι επιπλέον θυσίες που ζητήθηκαν ως σχετικό «αντιστάθμισμα» από την Αντάντ –και έγιναν αποδεκτές από την κυβέρνηση Βενιζέλου– βρέθηκαν στη στρατιωτική συνδρομή της Ελλάδας κατά των επαναστατημένων λαών της Ρωσίας.52 Ακολούθως, στις σχετικές διαβουλεύσεις (Παρίσι 27 Νοέμβρη 1918), ο Γάλλος πρωθυπουργός G. Clemenceau (Κλεμανσό) υποσχέθηκε ως αντάλλαγμα στον Ε. Βενιζέλο την ενεργό στήριξη της Γαλλίας στην εδαφική επέκταση της Ελλάδας στη Θράκη και «ευνοϊκή» στάση στην περίπτωση της Σμύρνης.53 Στις 20 Γενάρη 1919, τα πρώτα ελληνικά στρατεύματα άρχισαν να αποβιβάζονται στην Οδησσό, ενισχύοντας το μέτωπο των αντεπαναστατικών δυνάμεων στην Ουκρανία.

Στις 3-4 Φλεβάρη 1919, αντιπροσωπία με επικεφαλής τον ίδιο τον Ε. Βενιζέλο, παρουσίασε στο «Συμβούλιο των 10»54 το σύνολο των διεκδικήσεων της ελληνικής αστικής τάξης, που περιλάμβαναν: τη Βόρεια Ήπειρο, τη Θράκη, τη Δυτική Μικρά Ασία, τα Δωδεκάνησα, την Κύπρο και ορισμένα άλλα μικρότερα νησιά. Βασικό επιχείρημα για την προσάρτηση των εν λόγω εδαφών υπήρξε η σύνθεση των πληθυσμών τους (σύμφωνα με τα ελληνικά στατιστικά δεδομένα, για τα οποία, ωστόσο, διατυπώθηκαν πολλές επιφυλάξεις). Βεβαίως το εν λόγω επιχείρημα (που αξιοποιούνταν γενικότερα «α λα καρτ») εμφανιζόταν αντιφατικό αναφορικά με τη Θράκη, όπου ακόμα και τα στοιχεία που προσκόμισε η ελληνική πλευρά έδειχναν πως οι μουσουλμάνοι αποτελούσαν πλειοψηφία στο σύνολό της. Όσον αφορά τους ελληνικούς πληθυσμούς του Πόντου, ο Βενιζέλος πρότεινε την ενσωμάτωση του βιλαετιού της Τραπεζούντας στο υπό ίδρυση αρμενικό κράτος. Η εξέταση των ελληνικών διεκδικήσεων παραπέμφθηκε σε ειδική επιτροπή, που, ωστόσο δεν κατάφερε να καταλήξει σε κοινές εκτιμήσεις, αντανακλώντας τις βαθιές αντιθέσεις μεταξύ των Συμμάχων.55

Οι ελληνικές διεκδικήσεις στα Δωδεκάνησα και τη Μικρά Ασία έρχονταν σε ευθεία αντίθεση με τα συμφωνηθέντα στο Λονδίνο (1915) και το St. Jean de Maurienne (1917), που «κατοχύρωναν» τις εν λόγω περιοχές στην Ιταλία. Η προσπάθεια να διευθετηθούν οι ιταλοελληνικές διαφορές με τη Συμφωνία Tittoni (Τιτόνι) - Βενιζέλου (29 Ιούλη 1919) δεν απέδωσε κάποιο ουσιαστικό αποτέλεσμα, αφού τα όσα συμφωνήθηκαν τελούσαν εξαρχής υπό αίρεση. Το άρθρο 7 της Συμφωνίας όριζε πως «εν η περιπτώση η Ιταλία δεν ικανοποιηθεί εις τας βλέψεις της εν Μ. Ασία, αναλαμβάνει πλήρη ελευθερίαν ενεργείας, δι’ όλας τα διατάξεις του παρόντος συμφώνου». Και πράγματι, η Συμφωνία Tittoni - Βενιζέλου ακυρώθηκε μονομερώς ακριβώς ένα χρόνο αργότερα ως «μη έχουσα», κατά το διπλωμάτη C. Sforza (Σφόρτζα), «καμιά χρησιμότητα για την Ιταλία».56

Όσον αφορά τη –Δυτική ιδιαίτερα– Θράκη, τόσο το τμήμα πληροφοριών της αντιπροσωπίας των ΗΠΑ όσο και το υπουργείο Εξωτερικών της Βρετανίας, εισηγούνταν αρνητικά ως προς τις ελληνικές διεκδικήσεις. Οι ενστάσεις τους επικεντρώνονταν α) στη μουσουλμανική πλειοψηφία του πληθυσμού της περιοχής και β) στα προβλήματα που θα δημιουργούσε ο αποκλεισμός της Βουλγαρίας από το Αιγαίο. Αντίστοιχα αντιρρήσεις υπήρξαν και αναφορικά με την επιδιωκόμενη ελληνική επέκταση στη Μ. Ασία, με τους Αμερικανούς να θεωρούν πως θα «προξενούσε άμεσους κινδύνους» αφού θα άνοιγε τις ορέξεις της Ελλάδας «για περισσότερα εδάφη» και το βρετανικό υπουργείο Πολέμου να χαρακτηρίζει την περιοχή «εθνολογικά μη υπερασπίσιμη».57

Ωστόσο, αυτό που εν τέλει «βάρυνε» στη διαμόρφωση της βρετανικής πολιτικής ήταν η επιδίωξή της για πρωτοκαθεδρία στην Εγγύς Ανατολή: Επιδίωξη που στη δεδομένη συγκυρία εκτιμούσε πως εξυπηρετούνταν καλύτερα με την ενίσχυση της συμμάχου της, της ελληνικής αστικής τάξης. Η αναβάθμιση του ελληνικού καπιταλιστικού κράτους σε περιφερειακή δύναμη «θα λειτουργούσε ως αντίβαρο, τόσο στο γαλλικό εμπόριο στην περιοχή του Λεβάντε, όσο και στις ιταλικές φιλοδοξίες για ναυτική και εδαφική επέκταση στη Μεσόγειο». Έτσι, «η κυριαρχία της Μ. Βρετανίας στην Εγγύς Ανατολή θα εδραιωνόταν ακόμα περισσότερο και από την εποχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας».58

 

Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ ΣΤΗ ΣΜΥΡΝΗ - ΟΙ ΠΡΩΤΕΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ

Αναζητώντας έναν παράγοντα πίεσης και αναχαίτισης των μονομερών κινήσεων της Ιταλίας στη Μικρά Ασία, Βρετανία, Γαλλία και ΗΠΑ συναποφάσισαν να αναθέσουν αυτόν το ρόλο στην Ελλάδα. Η απόφαση για την αποστολή ελληνικού στρατού στη Σμύρνη πάρθηκε εσπευσμένα στις 5 Μάη (2 μέρες πριν την ανακοινωθείσα επιστροφή της ιταλικής αντιπροσωπίας στο Συνέδριο Ειρήνης του Παρισιού) και δίχως ενημέρωση της Ιταλίας. Στις 6 Μάη ο Βρετανός πρωθυπουργός D. Lloyd George γνωστοποίησε στον Βενιζέλο τις προθέσεις των τριών Συμμάχων. Ο τελευταίος, διαβλέποντας τη δυνατότητα εκπλήρωσης της βασικότερης, ίσως, επιδίωξης της ελληνικής αστικής τάξης, και δίχως «να συμβουλευτεί τους άμεσους στρατιωτικούς εμπειρογνώμονες» για το τι δυνάμεις απαιτούσε ή τι κινδύνους ελλόχευε ένα τέτοιο εγχείρημα, αποδέχτηκε την πρόταση και στις 15 Μάη τα πρώτα ελληνικά στρατεύματα άρχισαν να αποβιβάζονται στη Σμύρνη.59

Η απόβαση του ελληνικού στρατού βάφτηκε στο αίμα από την πρώτη κιόλας μέρα, με τον Ύπατο Αρμοστή της Σμύρνης Α. Στεργιάδη να αναφέρει 163 νεκρούς και τραυματίες (στην πλειοψηφία τους Τούρκοι). «Αι παρεκτροπαί στρατού κατά τας δύο πρώτας ημέρας αποβάσεως εις Σμύρνην», διαμήνυε ο Βενιζέλος στους Α. Στεργιάδη και στρατηγό Κ. Νίδερ, «όχι μόνον μας καταρρίπτουν ηθικώς, αλλά και κινδυνεύουν ατυχώς να επηρεάσουν ουσιωδέστατα και θέσουν εις μέγαν κίνδυνον εθνικά συμφέροντα.» Ωστόσο, η κατάσταση δεν καλυτέρευσε. Αντιθέτως, το επόμενο διάστημα οι αναφορές για πυρπολήσεις σπιτιών, «αγρίας λαφυραγωγίας τουρκικών χωριών», «αντεκδικήσεις», «διωγμούς» και «δολοφονίες» αμάχων από τον ελληνικό τακτικό στρατό ή άτακτα σώματα πληθαίναν διαρκώς.60 Δύο μήνες μετά την απόβαση των πρώτων ελληνικών αγημάτων, ο Ε. Βενιζέλος θα επαναλάμβανε: «Αι παρεκτροπαί του στρατού μας κινδυνεύουν χωρίς καμίαν υπερβολήν να καταστρέψουν εκ ρίζης όλον το μετά τόσων μόχθων δημιουργηθέν οικοδόμημα όπερ εγγυάτο πλήρη επιτυχίαν εθνικού ημών προγράμματος.»61

Όλα αυτά, βεβαίως, όξυναν τις αντεκδικήσεις κατά των χριστιανικών πληθυσμών της Μ. Ασίας (δολοφονίες, βιασμοί, λεηλασίες κλπ.) από τα τουρκικά, τακτικά και άτακτα, ένοπλα σώματα που δρούσαν στην περιοχή.

Η κατάσταση περιπλεκόταν περαιτέρω από τη στρατιωτική παρουσία και τις επιδιώξεις της Ιταλίας στη Μικρά Ασία. «Ιταλοί υποκινούσι Τούρκους», έγραφε ο Ν. Μαυρουδής στο Ν. Πολίτη, λίγες μόλις μέρες μετά την απόβαση των πρώτων ελληνικών στρατευμάτων στη Σμύρνη, και «λέγουσι (...) ότι είναι έτοιμοι να βοηθήσωσι τούτους».62

Η διασυμμαχική επιτροπή που συστάθηκε για να διερευνήσει τα γεγονότα της Σμύρνης υπήρξε καταπέλτης κατά των ελληνικών δυνάμεων κατοχής, προτείνοντας την αντικατάστασή τους με μια μεικτή αγγλογαλλική δύναμη. Η πρόταση αυτή, παρότι υιοθετήθηκε από τους Συμμάχους, τελικά δεν υλοποιήθηκε, λόγω τις απροθυμίας τους να παράσχουν οι ίδιοι τις απαιτούμενες στρατιωτικές δυνάμεις.63

Οι προβληματισμοί της Αντάντ, βεβαίως, δεν είχαν «ανθρωπιστική» αφετηρία. Αντιθέτως, είχαν να κάνουν με τους κινδύνους που είχαν αρχίσει να δημιουργούν οι φιλοδοξίες της ελληνικής αστικής τάξης για τη σταθερότητα –και κατά προέκταση για τη διασφάλιση των δικών τους συμφερόντων– στην περιοχή. Η ελληνική ζώνη κατοχής, αψηφώντας το Ανώτατο Συμμαχικό Συμβούλιο, επεκτεινόταν διαρκώς πέραν των κεκαθορισμένων ορίων σε περιοχές με τουρκική πλειοψηφία, λειτουργώντας ως καταλύτης για την άνοδο του τουρκικού αστικού εθνικισμού. Έγραφε ο Ι. Μεταξάς: «Η κατάληψις της Σμύρνης, τα θλιβερά επακολουθήσαντα γεγονότα, αι περί το Αϊδίνιον, την Πέργαμον και τη Μαινεμένην αιματηραί συμπλοκαί του ελληνικού στρατού εναντίον των ανθισταμένων Τούρκων κατοίκων, εξήψαν τα πνεύματα των Τούρκων εν Μ. Ασία.» Επιπλέον, «η είδησις των σφαγών της Σμύρνης (...) προξένησε αληθή φρίκην και έσπειρε την αμφιβολίαν εις τα πνεύματα περί των προθέσεων των Συμμάχων, μέχρι και της Συρίας ακόμη. Διαδηλώσεις έλαβον χώραν εν Κωνσταντινουπόλει. Νεότουρκοι αρχηγοί διέφυγον εις Μ. Ασίαν όπου ήρχιζον οργανούντες την αντίστασιν κατά του διαμελισμού της Τουρκίας».64

«Αν επιτραπεί [στον Βενιζέλο] να κάνει ό,τι θέλει», έγραφε χαρακτηριστικά ο Αμερικανός Ύπατος Αρμοστής στην Τουρκία ναύαρχος M. Bristol (Μπρίστολ), «θα εκμηδενιστεί κάθε δυνατότητα αξιοπρεπούς διευθέτησης [των εκκρεμών ζητημάτων] στα Βαλκάνια και τη Μ. Ασία.» «Η ελληνική κατάληψη της Σμύρνης», σημείωνε ο Βρετανός αρχηγός Στόλου της Μεσογείου J. de Robeck (ντε Ρόμπεκ), «πυροδότησε έναν τέτοιο τουρκικό πατριωτισμό (...) που έδωσε τη δυνατότητα στον Μουσταφά Κεμάλ να συγκεντρώσει τόση δύναμη, ώστε αν αποφάσιζε να αντισταθεί στους όρους ειρήνης, θα έφερνε τους Συμμάχους σε εξαιρετικά δύσκολη θέση.»65

Το συμπέρασμα επομένως του Η. Cumming (Κάμινγκ) πως «η ελληνική επιθετικότητα στη Σμύρνη συνέβαλε περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον παράγοντα στη γοργή ανάπτυξη του εθνικιστικού κινήματος στην Τουρκία» έχει μια βάση.66 Ωστόσο, δεν πρέπει να αποσπάται από τις γενικότερες επιπτώσεις του ιμπεριαλιστικού διαμελισμού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, τους ανταγωνισμούς μεταξύ των νικητριών δυνάμεων, αλλά και τις επιδιώξεις της ηττημένης τουρκικής αστικής τάξης. Η σημασία της Σμύρνης, για την τελευταία, ήταν εξαιρετικά μεγάλη: «Η Σμύρνη, όταν ήταν στην κατοχή των Τούρκων, παρήγε το 30% του τουρκικού εισοδήματος (...). Υπό αυτές της συνθήκες, είναι φυσικό η Τουρκία να θέλει τη Σμύρνη για λόγους εσόδων.»67

Η Διάσκεψη του Λονδίνου (βασικός προπομπός των Σεβρών), εν τω μέσω αντικρουόμενων συμφερόντων, δεν μπόρεσε παρά να καταλήξει σε μια μεσοβέζικη-μεταβατική λύση στο ζήτημα της Σμύρνης, κατά την οποία η περιοχή θα διατηρούνταν υπό τουρκική κυριαρχία κατ’ όνομα, αλλά η διοίκηση θα παρέμενε σε ελληνικά χέρια (παραπέμποντας την οριστική λύση του προβλήματος στο μέλλον). Η απόφαση αυτή, που επιτεύχθηκε λόγω της συνολικής βαρύτητας των Βρετανών (που ήταν γενικότερα πιο ευνοϊκοί προς τις ελληνικές θέσεις) στις διαπραγματεύσεις, έγινε δεκτή με διάχυτη ανησυχία και προβληματισμό στους κόλπους πολλών στρατιωτικών και διπλωματικών ειδημόνων. Χαρακτηριστική –όσο και «προφητική»– υπήρξε η παρατήρηση του Γάλλου διπλωμάτη P. Cambon, ο οποίος τόνισε: «Οι Τούρκοι θα αποδεχτούν τα πάντα εκτός από τη Σμύρνη (...) Για να τα βάλουμε με τους Τούρκους θα χρειαστούν σίγουρα εκατοντάδες χιλιάδες άνδρες. Οι Ιταλοί έχουν ήδη δηλώσει πως δε θα στείλουν κανέναν και εμείς [σ.σ. η Γαλλία] έχουμε την ίδια θέση. O Lloyd George επίσης θα αναδιπλωθεί μπροστά σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο και [τότε] ο Βενιζέλος θα βρεθεί μόνος του με 80.000 άνδρες, αντιμέτωπος με μια ξεσηκωμένη χώρα.»68

 

Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΣΤΡΑΤΟΣ ΩΣ ΑΙΧΜΗ ΤΟΥ ΔΟΡΑΤΟΣ ΤΩΝ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΩΝ ΣΤΗΝ ΕΓΓΥΣ ΑΝΑΤΟΛΗ

 Ήδη από τα τέλη του 1919 - αρχές του 1920 είχε αρχίσει να γίνεται αντιληπτό πως η ανάπτυξη του τουρκικού αστικού εθνικού κινήματος άλλαζε τα δεδομένα στην Εγγύς Ανατολή. «Θα ήταν καταστροφικό», επεσήμανε ο Βρετανός υπουργός Εξωτερικών G. Curzon, «να υπαγορεύσουμε μια ειρήνη την οποία οι Σύμμαχοι δε θα είχαν τη στρατιωτική δύναμη να επιβάλλουν.» Επιβολή των όρων της ιμπεριαλιστικής ειρήνης (δηλαδή της ικανοποίησης του συνόλου των διεκδικήσεων των νικητριών δυνάμεων επί της πολεμικής λείας) σήμαινε πρακτικά συνέχιση του πολέμου και «κατάκτηση της Μικράς Ασίας». Ωστόσο, κατέληγε ο Curzon, «δε βλέπω πώς θα μπορούσαμε να κατακτήσουμε τη Μικρά Ασία ή ποιος θα αναλάμβανε να το φέρει εις πέρας»69.

Το ζήτημα τέθηκε επί τάπητος στο Ανώτατο Συμμαχικό Συμβούλιο στις 20 Απρίλη 1920. Σύμφωνα με έκθεση εμπειρογνωμόνων του στρατού και του ναυτικού, που παρουσιάστηκε στο Συμβούλιο από το στρατάρχη Foch (Φος), η επιβολή των «όρων ειρήνης» στην Τουρκία θα απαιτούσε το λιγότερο 27 μεραρχίες. Δυνάμεις διπλάσιες εκείνων που ήδη υπήρχαν. Κανείς, ωστόσο, δεν ήταν διατεθειμένος να δεσμεύσει τα απαιτούμενα στρατεύματα, πλην του Ε. Βενιζέλου, ο οποίος δήλωσε έτοιμος να διπλασιάσει τις μονάδες που βρίσκονταν ήδη στη Σμύρνη, εκφράζοντας την πεποίθηση πως οι δυνάμεις αυτές «θα ήταν αρκετές (...) για την επιβολή της Συνθήκης στο σύνολό της (...) εξαιρέσει [των δυνάμεων που απαιτούνταν για την προάσπιση] της Αρμενίας». Ο Foch ανταπάντησε πως και πάλι οι δυνάμεις δεν επαρκούσαν ώστε «να αφοπλιστεί η Τουρκία και να εξασφαλιστεί η προστασία των μειονοτήτων». Η «λύση», που προκρίθηκε από τον Lloyd George και εν τέλει υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Συμβούλιο, ήταν να περιοριστούν οι στόχοι των Συμμάχων στην κατοχή και προάσπιση των «ζωτικών-στρατηγικών» για τους ίδιους περιοχών της Τουρκίας (για το οποίο «δε χρειαζόταν καθόλου η χρήση 27 μεραρχιών»). Συμφωνώντας ο Βενιζέλος τόνισε πως «τα στρατεύματα που οι συμμαχικές κυβερνήσεις [σ.σ.: κυρίως η ελληνική] δύναντο να δεσμεύσουν επαρκούσαν για τους σκοπούς που συζητήθηκαν», με τα ζητήματα «της προστασίας της Αρμενίας, της διασφάλισης των μειονοτήτων και του αφοπλισμού» να παραπέμπονται «στην κυβέρνηση της Κωνσταντινούπολης» (δηλαδή, ουσιαστικά, στην τύχη τους).70

Ωστόσο, «έως τα μέσα Ιούνη ήταν οφθαλμοφανές σε όλους τους ενδιαφερόμενους πως καμιά συνθήκη δε θα μπορούσε να εφαρμοστεί στις επικρατούσες συνθήκες. Δύο εναλλακτικές απέμεναν επομένως: Είτε μια ριζική αναθεώρηση των όρων [ειρήνης] είτε μια αποφασιστική στρατιωτική επέμβαση κατά των [Τούρκων] Εθνικιστών. Ιταλοί και Γάλλοι έκλιναν προς την πρώτη, ξεκαθαρίζοντας πως δε θα μετείχαν σε καμιά στρατιωτική επέμβαση». Η Βρετανία, που ήταν η πλέον κατηγορηματική στη μη αναθεώρηση των όρων, επίσης δεν επιθυμούσε μια «ευρύτερη στρατιωτική εμπλοκή». Ακολούθως, η μόνη «διαθέσιμη» στρατιωτική δύναμη που απέμενε, ήταν ο ελληνικός στρατός στη Σμύρνη. Όταν η βρετανική κυβέρνηση πρότεινε στον Ε. Βενιζέλο να αναλάβει η Ελλάδα το όλο εγχείρημα «εκείνος εμφανίστηκε έτοιμος, έως και ενθουσιασμένος, για μια ελληνική εκστρατεία, δηλώνοντας πως (…) ο ελληνικός στρατός μπορούσε εύκολα να αντιμετωπίσει τους Εθνικιστές [και μάλιστα] χωρίς καμιά εξωτερική βοήθεια». Έτσι, «ενάντια στις ξεκάθαρες εισηγήσεις των ανώτατων στρατιωτικών τους συμβούλων» [όπως του στρατάρχη H. Wilson (Ουίλσον), ο οποίος «ήταν βέβαιος πως η ελληνική εκστρατεία θα αποτύχει»] η πολιτική ηγεσία της Αντάντ, αποφάσισε να πιέσει στρατιωτικά για το μάξιμουμ των διεκδικήσεών της επί της ηττημένης Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αξιοποιώντας ως αιχμή του δόρατος τον ελληνικό στρατό.71

 

Η ΣΥΝΘΗΚΗ ΤΩΝ ΣΕΒΡΩΝ

Η Συνθήκη των Σεβρών υπογράφτηκε στις 10 Αυγούστου 1920. Η κυριαρχία επί της Μεσοποταμίας, της Υπεριορδανίας και της Παλαιστίνης πέρασε στη Βρετανία ως προστάτιδα δύναμη - εντολοδόχο της Κοινωνίας των Εθνών. Αντίστοιχα, η κυριαρχία επί της Συρίας και του Λιβάνου πέρασε στη Γαλλία. Η Κωνσταντινούπολη και τα Στενά τέθηκαν υπό διεθνή έλεγχο, ενώ η Αρμενία και –δυνητικά– το Κουρδιστάν θα σχημάτιζαν ανεξάρτητα κράτη.72 Ο οικονομικός έλεγχος του νέου τουρκικού κράτους πέρασε –με διάφορους τρόπους– στους Συμμάχους, ενώ χωριστή Τριμερής Συμφωνία μεταξύ Βρετανίας, Γαλλίας και Ιταλίας (που υπογράφηκε ανήμερα της Συνθήκης των Σεβρών), αναγνώριζε στις δύο τελευταίες, διευρυμένες ζώνες οικονομικής επιρροής επί της τουρκικής ενδοχώρας, σε Κιλικία και Μ. Ασία –πλην της ζώνης της Σμύρνης– αντίστοιχα.73

Στην Ελλάδα περιήλθε η Θράκη (έως τα όρια της Κωνσταντινούπολης), καθώς και τα νησιά Ίμβρος και Τένεδος. Η περιοχή της Σμύρνης θα παρέμενε υπό τουρκική τυπική επικυριαρχία και ελληνική διοίκηση (ως εντολοδόχος των Συμμάχων), ωσότου το ζήτημά της διευθετηθεί οριστικά με δημοψήφισμα σε βάθος πενταετίας.

Τα Δωδεκάνησα περιήλθαν στην Ιταλία και, με χωριστή ελληνοϊταλική συνθήκη, που υπογράφτηκε την ίδια μέρα, αποδόθηκαν στην Ελλάδα.74

Για τη Γαλλία και την Ιταλία, οι όροι της ιμπεριαλιστικής ειρήνης που διαμορφώθηκαν έπειτα από μήνες σκληρών διαπραγματεύσεων αποτελούσαν ουσιαστικά μια νίκη των βρετανικών βλέψεων –και ήταν. Γι’ αυτό και τους επόμενους μήνες, η στάση τους έναντι της εφαρμογής των όρων θα ήταν από παθητική έως ανοιχτά εχθρική. Η Γαλλία, άλλωστε, ήταν ήδη με το ένα πόδι έξω από την Κιλικία, προκειμένου να περισώσει τη Συρία. Όσο για την Ιταλία, το στίγμα το είχε δώσει ξεκάθαρα ο υπουργός Εξωτερικών C. Sforza από το βήμα της ιταλικής Βουλής, μόλις μια μέρα πριν την υπογραφή της Συνθήκης, μιλώντας για «εγκάρδια και πιστή συνεργασία» με την Τουρκία, με σκοπό την «ακεραιότητα της τουρκικής κυριαρχίας».75

Η τουρκική αστική τάξη αντιμετώπισε τη Συνθήκη των Σεβρών ως απειλή για την ίδια της την κρατική υπόσταση, επιδιώκοντας την ανατροπή της με κάθε τρόπο και μέσο. Η ελληνική αστική τάξη, από την άλλη, πανηγύρισε τη Συνθήκη ως θρίαμβο των επεκτατικών (μεγαλοϊδεατικών) της επιδιώξεων, τροφοδοτώντας ακόμη περισσότερο τις έως τότε φιλοδοξίες της.

Το νεαρό ΣΕΚΕ (Κ) κατήγγειλε την ιμπεριαλιστική ειρήνη των Σεβρών και τη θριαμβολογία της αστικής τάξης, καταδεικνύοντας το πραγματικό περιεχόμενό τους. «Η κυβερνώσα αστική τάξις», τόνιζε σε προκήρυξή του, «επωφελείται της υπογραφής της ειρήνης με την Τουρκίαν για να παρασύρει τας εργαζόμενας λαϊκάς μάζας εις σωβινιστικάς και πατριωτικάς εορτάς (...). Έχει συμφέρον να εξαπατήσει και πάλιν τας εργαζόμενας τάξεις της χώρας, με πρόσχημα μιας δήθεν οριστικής ειρήνης, με το επιχείρημα του “διπλασιασμού” της πατρίδος και της απελευθερώσεως των “υπόδουλων αδερφών” (...) διά να αποτρέψει την προσοχήν του λαού από την αθλιότητα που τον μαστίζει και δια να απομακρύνει τη σκέψιν του από τους νέους πολέμους που παρασκευάζει (...).

Αι συνθήκαι τας οποίας συνήψαν οι ιμπεριαλισταί της Ευρώπης εις Βερσαλλίας, το Νεϊγύ και τη Σεβρ, ουδέν άλλο αποτελούν ή την επίσημον σφράγισην της απάτης και της εκμεταλλεύσεως των λαών, τους οποίους παρέσυραν εις τον πόλεμον. (...) Το δήθεν δόγμα των περί ελευθέρας διαθέσεως των εθνών και ελευθέρας αναπτύξεως των μικρών λαών κατακουρέλιασαν αυτοί οι ίδιοι, οι οποίοι εξακολουθούν ακόμη να διατηρούν υπό την κατοχήν των την Ιρλανδίαν, την Αίγυπτον, τας Ινδίας, τη Συρίαν, τη Μεσοποταμίαν, την Παλαιστίνην, την Κύπρον και πολλά ακόμη εδάφη της Τουρκικής Aυτοκρατορίας, τα οποία εκμεταλλεύονται (...). Οι υπόδουλοι λαοί δεν απηλευθερώθησαν. Ο πόλεμος δεν τελείωσεν. Απλώς, διά της ειρήνης ταύτης ετέθησαν αι βάσεις των πολέμων της αύριον (...).

Η ειρήνη, για την οποία επολεμήσαμε, δεν είναι η πραγματική ειρήνη των λαών, εκείνη που θα καταργήσει τους πολέμους και θα αδερφώσει όλους τους ανθρώπους. Η ειρήνη που ηθελήσαμεν είναι εκείνη που θα καταργήσει την εκμετάλλευσιν της εργασίας των πολλών από τους λίγους, είναι εκείνη που θα καθίσει στο σκαμνί τους εγκληματίας του πολέμου και που θα αποδώσει εις την κοινωνίαν τα πλούτη που αυτοί εσφετερίσθησαν.»76

Οι ανοιχτοί λογαριασμοί και οι οξυμένες αντιθέσεις που άφηνε πίσω της ως παρακαταθήκη η ιμπεριαλιστική ειρήνη των Σεβρών, δεν μπορούσαν παρά να οδηγήσουν στη βίαιη αμφισβήτηση και αναπροσαρμογή της. Οι όροι της Συνθήκης δεν επικυρώθηκαν ποτέ. Θα ξαναγράφονταν μόλις δύο χρόνια αργότερα, πάνω σε εκατόμβες νεκρών και ξεριζωμένων. «Οι σπόροι της καταστροφής εδράζονταν στα αντικρουόμενα συμφέροντα των ίδιων των Συμμάχων»,77 έγραφε χαρακτηριστικά ο Βρετανός ακαδημαϊκός Α. Montgomery.

 

Η «ΤΥΧΗ» ΤΗΣ ΑΡΜΕΝΙΑΣ

Η αρμενική αστική τάξη ήταν ιδιαίτερα ισχυρή στο πλαίσιο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (σύμφωνα με τα στοιχεία της αρμενικής αντιπροσωπίας στο Συνέδριο Ειρήνης του Παρισιού, οι Αρμένιοι, αν και δεν αποτελούσαν παρά το 10% του πληθυσμού της αυτοκρατορίας, έλεγχαν το πάνω από το 1/3 του εμπορίου της78). Αυτός ήταν και ο βαθύτερος λόγος που η τουρκική αστική τάξη την έβαλε στο στόχαστρο (όπως αντίστοιχα και την ελληνική) στις αρχές του 20ού αιώνα, επιδιώκοντας να εδραιώσει την κυριαρχία της σε έναν κρατικό χώρο που θεωρούσε δικό της. «Αν η εξόντωση του αρμενικού στοιχείου, μέχρι και του τελευταίου, είναι αναγκαία για την εθνική μας πολιτική», τονιζόταν χαρακτηριστικά σε σύσκεψη των Νεότουρκων το 1915, «πολύ περισσότερο είναι αναγκαία για την εδραίωση της εθνικής μας οικονομίας.»79

Η ήττα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και η επικείμενη διάλυσή της δημιούργησε –φαινομενικά τουλάχιστον– ευνοϊκούς όρους για τη διεκδίκηση από τη μεριά της αρμενικής αστικής τάξης δικού της κράτους. Ακολούθως, πρόβαλε τις πλέον φιλόδοξες «αξιώσεις για ένα τεράστιο κράτος που θα εκτεινόταν από την Τραπεζούντα έως την Κιλικία, που δεν ήταν, ούτε πρακτικές ούτε ρεαλιστικές». Βασικό πρόβλημα ήταν πως «ακόμα και σε μια μικρότερη εκδοχή αυτού του κράτους (...) οι Αρμένιοι αποτελούσαν διακριτή μειοψηφία».80 Με την πλειοψηφία του πληθυσμού να είναι μουσουλμάνοι και πολλά φρούρια ακόμη σε τουρκικά χέρια, ήταν ξεκάθαρο πως, η όποια απόπειρα να αποσπαστούν τα εν λόγω εδάφη από το μελλοντικό τουρκικό κράτος, θα αντιμετώπιζε σθεναρή αντίδραση –όπως και συνέβη. Οι επιθέσεις και σφαγές κατά Τούρκων αμάχων από αρμενικές τακτικές και άτακτες δυνάμεις (ήδη από την περίοδο της ρωσικής κατοχής της περιοχής), καθώς και η ενσωμάτωση αρμενικών μονάδων στη γαλλική δύναμη κατοχής της Κιλικίας, όξυναν ακόμη περισσότερο τις αντιθέσεις.81

Η αρμενική αστική τάξη υπολόγιζε στη διακηρυγμένη στήριξη των ισχυρών καπιταλιστικών δυνάμεων της Αντάντ προκειμένου να εδραιώσει την κυριαρχία της στα υπό διεκδίκηση εδάφη. Ωστόσο, όπως παρατήρησε ο P. Helmreich: «Η Αρμενική εντολή πρόβαλλε ως ένας εν δυνάμει πολύ ακριβός πονοκέφαλος με μικρά υλικά ή στρατηγικά οφέλη ως αποζημίωση για την εντολοδόχο δύναμη. Οι Βρετανοί, που κατείχαν [στρατιωτικά] την περιοχή της Αρμενίας από τη λήξη του πολέμου (...) γνώριζαν πολύ καλά ότι μια Αρμενική εντολή θα κόστιζε πολύ σε χρήμα και άνδρες, με μικρή πιθανότητα για οποιοδήποτε ουσιαστικό όφελος ως αντιστάθμισμα.» Το ίδιο και οι Γάλλοι, που διαμέσου του πρωθυπουργού G. Clemenceau, ξεκαθάρισαν ήδη από τα τέλη του 1919 πως «δεν ήταν πρόθυμοι να ξοδέψουν χρήματα για την Αρμενία».82

Οι επιπλέον συμμαχικές στρατιωτικές δυνάμεις που απαιτούνταν για την εδραίωση της αρμενικής ανεξαρτησίας υπολογίζονταν τότε σε περίπου 15.000 άνδρες. Αριθμός, όχι ιδιαίτερα μεγάλος –για τα δεδομένα των Συμμάχων– τον οποίο, όμως, κανείς δε διατίθετο να παραχωρήσει. Ήδη από τον Απρίλη του 1920 «οι Συμμαχικές κυβερνήσεις είχαν συμφωνήσει πως δε θα έστελναν στρατό στην Αρμενία», προκειμένου να επικεντρώσουν τις διαθέσιμες δυνάμεις τους στη διαφύλαξη των δικών τους συμφερόντων.83

Έτσι, όταν με τη Συνθήκη των Σεβρών ανακηρύχτηκε η ανεξαρτησία της Αρμενίας, ο αρμενικός λαός είχε απομείνει ουσιαστικά εκτεθειμένος και μετέωρος, μεταξύ των φιλοδοξιών της αστικής του τάξης, της επιθετικής μανίας της τουρκικής αστικής τάξης και των «ψυχρών υπολογισμών» των αστικών τάξεων των καπιταλιστικών κρατών-μελών της Αντάντ που συνέχιζαν να κόβουν και να ράβουν στην περιοχή.

Συγκλονιστική είναι η περιγραφή του Γάλλου αντιπρόσωπου από τη συνεδρίαση της Κοινωνίας των Εθνών της 22ης Νοέμβρη του 1920, τρεις μόλις μήνες μετά από τη Συνθήκη των Σεβρών: «Υπάρχουν εδώ τεσσαράκοντα και εν έθνη συσκεπτόμενα (...). Υπάρχει εδώ μέσα ένα κράτος, μεταξύ εκείνων τα οποία συνεπόνεσαν τας οδύνας της Αρμενίας, το οποίον θα ήθελε να αναλάβη την εντολήν; Ας εγερθή και διά φωνής του αντιπρόσωπού του ας το δηλώση! (...) Δεν εσηκώθη κανείς!»84

 

Γ΄ ΜΕΡΟΣ: ΑΠΟ ΤΙΣ ΣΕΒΡΕΣ ΣΤΗ ΛΟΖΑΝΗ

Η ιταλική αστική τάξη, που ήταν η πλέον «ριγμένη» της μοιρασιάς των Σεβρών, είχε κάθε λόγο να επιδιώκει την αναθεώρησή της. Αν και –όπως είδαμε– η υπονόμευση της Συνθήκης είχε ξεκινήσει ήδη πριν την υπογραφή της, το πρώτο «επίσημο» ρήγμα πραγματοποιήθηκε στις 12 Μάρτη 1921 με το Σύμφωνο B. Sami (Σαμί) - C. Sforza, με το οποίο, η Ιταλία εξασφάλιζε από την τουρκική αστική κυβέρνηση της Άγκυρας την «πλήρη αναγνώριση των συμφερόντων της στην Αττάλεια», έναντι της «άμεσης απόσυρσης των στρατευμάτων» της από τα μικρασιατικά εδάφη και τη διπλωματική της υποστήριξη αναφορικά με «την επιστροφή της Θράκης και της Σμύρνης» στην Τουρκία.85

Της ιταλοτουρκικής συμφωνίας είχε προηγηθεί αντίστοιχη γαλλοτουρκική (Σύμφωνο B. Sami - A. Briand, 11 Μάρτη 1921) για την απόσυρση των στρατευμάτων της Γαλλίας από την Κιλικία, έτσι ώστε «να επικεντρωθούν όλες οι διαθέσιμες δυνάμεις στη διασφάλιση του ελέγχου της Συρίας». Η επικρατούσα άποψη συνολικά στον προσανατολισμό της γαλλικής αστικής τάξης ήταν πως «τα συμφέροντα της Γαλλίας στην περιοχή (...) εξασφαλίζονταν πιο αποτελεσματικά, επιδιώκοντας φιλικότερες σχέσεις με μια αναζωογονημένη Τουρκία, παρά επιχειρώντας την επιβολή των όρων μιας συνθήκης, που εν τέλει θα έβαινε επωφελής κυρίως για τη Βρετανία».86 Το Σύμφωνο Franklin Bouillon (Φρανκλέν Μπουιγιόν) που ακολούθησε (20 Οκτώβρη 1921), έθεσε τις βάσεις για χωριστή ειρήνη της Γαλλίας με την Τουρκία, σηματοδοτώντας πρακτικά και το τέλος της Συνθήκης των Σεβρών.

Η απόσυρση των ιταλικών και –κυρίως– των γαλλικών στρατευμάτων (τον Ιούλη και Οκτώβρη του 1921 αντίστοιχα), που αριθμούσαν συνολικά κάπου 70.000 άντρες, επέτρεψε την αποδέσμευση σημαντικών τουρκικών δυνάμεων, που πλέον επικεντρώθηκαν στο ελληνοτουρκικό μέτωπο.

Η υπονόμευση των ελληνικών διεκδικήσεων (στο πλαίσιο της επιδιωκόμενης αναθεώρησης των Σεβρών) δεν ήταν όμως μόνο έμμεση. Αναφορές για τον εξοπλισμό και την πολύμορφη γενικότερα συνδρομή των Ιταλών προς τις νεοσύστατες τουρκικές στρατιωτικές δυνάμεις στη Μ. Ασία κατά των Ελλήνων, υπήρχαν από τα μέσα κιόλας του 1919. Ποικίλα προσκόμματα στη Μικρασιατική Εκστρατεία έθεταν επίσης οι Γάλλοι (όπως αναφέρει σχετικά σε τηλεγράφημά του στις 3 Μάρτη 1921 ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών Γ. Μπαλτατζής), ενώ στα μέσα του 1921 ο Ε. Βενιζέλος, αναφερόμενος στη Γαλλία, θα κάνει λόγο: «Για απροσπέλαστο εχθρό (...) ήτις οδηγεί τα ιδικά μας [συμφέροντα] εις άμεσον καταστροφήν.»87

Η δύναμη που επιθυμούσε λιγότερο από κάθε άλλη την αναθεώρηση της Συνθήκης των Σεβρών, επιμένοντας στην επιβολή της με τη δύναμη των ελληνικών όπλων, ήταν η Βρετανία. Όπως τόνιζε σε υπόμνημά του στα τέλη του 1920 ο H. Nicolson (τότε αξιωματούχος του Τμήματος Ανατολής του βρετανικού υπουργείου Εξωτερικών): «Η στήριξή μας στην Ελλάδα δεν πήγαζε από συναισθηματικά κίνητρα, αλλά τη φυσική έκφραση της διαχρονικής μας πολιτικής –της προστασίας της Ινδίας και της Διώρυγας του Σουέζ. Για έναν και πλέον αιώνα υποστηρίζαμε την Τουρκία ως την πρώτη γραμμή άμυνάς μας στην Ανατολική Μεσόγειο. Η Τουρκία απέτυχε και έτσι αναδιπλωθήκαμε στη δεύτερη γραμμή [άμυνας], τη γραμμή από τη Σαλαμίνα στη Σμύρνη. Από γεωγραφική άποψη, η θέση της Ελλάδας ήταν μοναδική για τους σκοπούς μας.»88

Ωστόσο, ήδη από το φθινόπωρο του 1920, η στρατηγική της Βρετανίας στην Εγγύς Ανατολή είχε αρχίσει να αναπροσαρμόζεται. Κύριοι άξονες αυτής της αναπροσαρμογής ήταν: α) Η ανάγκη περιορισμού των στρατιωτικών της δεσμεύσεων διεθνώς, λόγω των επιτακτικών απαιτήσεων της οικονομικής μεταπολεμικής της ανασυγκρότησης, β) η εκτιμώμενη αδυναμία να υπερασπιστεί τα πρόσφατα «κέρδη» της στη Μέση Ανατολή σε περίπτωση γενικευμένης αναταραχής στην περιοχή, γ) η απροθυμία της να εμπλακεί μονομερώς (με δεδομένη τη στάση Γαλλίας - Ιταλίας) στη στρατιωτική στήριξη της Ελλάδας, προκειμένου να επιβληθούν οι όροι των Σεβρών, δ) η αυξανόμενη ανησυχία γύρω από τον αρνητικό αντίκτυπο της πολιτικής της στους μουσουλμανικούς πληθυσμούς της Ινδίας, και ε) η προοπτική μετατροπής της Τουρκίας σε ισχυρό ανάχωμα έναντι της Σοβιετικής Ρωσίας.89

Στα παραπάνω θα πρέπει να συνεκτιμηθεί και η σταδιακή προσέγγιση της τουρκικής αστικής τάξης με τη Βρετανία. Όπως πρότεινε ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών B. Sami στο Συνέδριο του Λονδίνου (1921), ο ρόλος που είχε αναθέσει η Βρετανία στους Έλληνες, μπορούσε «να εκπληρωθεί πιο εύκολα και με ευχαρίστηση από τους Τούρκους»,90 τοποθέτηση που κέρδιζε συνεχώς έδαφος στις γραμμές της βρετανικής αστικής τάξης.

Σε κάθε περίπτωση, αυτό που διαπιστώθηκε στο βρετανικό υπουργικό Συμβούλιο της 20ής Γενάρη 1921, ήταν πως η Συνθήκη των Σεβρών δεν μπορούσε πλέον να διατηρηθεί ως είχε.91 Ένας συμβιβασμός έπρεπε να επιτευχθεί, (όσο το δυνατό σε βάρος τρίτων) προκειμένου να διασφαλιστούν τα ζωτικά βρετανικά συμφέροντα στην Εγγύς Ανατολή.

Καταλυτικός παράγοντας των εξελίξεων στην ευρύτερη περιοχή παρέμενε ο ενδοϊμπεριαλιστικός ανταγωνισμός Βρετανίας - Γαλλίας, που ξεδιπλωνόταν ταυτόχρονα παντού, όπου υπήρχε σύγκρουση συμφερόντων. Η Εγγύς Ανατολή υπήρξε ένα από τα πολλά πεδία αυτής της σύγκρουσης τη δοσμένη περίοδο, στο οποίο εντάσσονταν τόσο η μονομερής προσέγγιση της Γαλλίας με τους Τούρκους αστούς εθνικιστές όσο και η εναντίωσή της στις ελληνικές επιδιώξεις (που έβλεπε ως επέκταση των αντίστοιχων βρετανικών).

 

ΟΙ ΕΚΛΟΓΕΣ ΤΟΥ 1920

Βασικό επιχείρημα της βενιζελικής αστικής παράταξης (που αναπαράγεται ως τα σήμερα από μεγάλο τμήμα της κρατούσας ιστοριογραφίας) ήταν πως καθοριστικός παράγοντας στην αρνητική εξέλιξη της Μικρασιατικής Εκστρατείας υπήρξε η εκλογική νίκη των αντιβενιζελικών δυνάμεων το Νοέμβρη του 1920 και η επιστροφή στο θρόνο του βασιλιά Κωνσταντίνου. Γεγονότα, που σύμφωνα με την ίδια εκδοχή, αντέστρεψαν τη μέχρι τότε ευνοϊκή στάση των Συμμάχων (λόγω του «φιλογερμανικού» παρελθόντος του Κωνσταντίνου), με καταστροφικές συνέπειες για τις ελληνικές διεκδικήσεις.

Τίποτε από τα παραπάνω δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Όπως είδαμε ήδη, οι σχέσεις της ιταλικής και της ελληνικής αστικής τάξης ήταν διαχρονικά τεταμένες, αφού οι επιδιώξεις τους αλληλοεφάπτονταν σε μεγάλο βαθμό. Ούτε όμως και με τις γαλλικές βλέψεις στην περιοχή συνάδαν, ασχέτως αν σε ορισμένες φάσεις των αλλεπάλληλων παζαριών εμφανίζονταν να διάκεινται ευνοϊκά. Όπως πολύ σωστά υπογραμμιζόταν σε κρυπτογράφημα της 3ης Μάρτη 1921: «Η στάση της Γαλλίας δεν οφειλόταν σε λόγους δυσμένειας προς το σημερινόν καθεστώς, αλλ’ ένεκα βαθύτερων αιτιών πολιτικής γενικωτέρας (...). Δεν απομένει αμφιβολία ότι η γαλλική εχθρότης οφείλεται εις την υπόνοιαν και το φόβον μη η Ελλάς καταστή εν Ανατολή πρόσκοπος των αγγλικών πολιτικών συμφερόντων.»92 Στους κόλπους της βρετανικής αστικής τάξης, επίσης, υπήρχαν διαφοροποιήσεις έναντι της Μικρασιατικής Εκστρατείας.

Η στρατηγική των ισχυρών καπιταλιστικών κρατών της Αντάντ χαρασσόταν με γνώμονα τα συμφέροντά τους, και, όπως υπογράμμισε ο Βρετανός πρωθυπουργός D. Lloyd George κατά τις γαλλοβρετανικές διαβουλεύσεις της 26ης Νοέμβρη 1920: «Κανείς Βασιλιάς της Ελλάδας δεν μπορούσε να επηρεάσει οτιδήποτε το ουσιώδες έναντι των Συμμάχων.» Βεβαίως, την ίδια στιγμή, τόσο οι Γάλλοι όσο και πολλά μέλη της Βρετανικής κυβέρνησης [όπως ο Churchill (Τσόρτσιλ), ο Chamberlain (Τσάμπερλεν), o Milne (Μιλν) κ.ά.] εκτιμούσαν πως η πολιτική αλλαγή στην Ελλάδα μπορούσε να αξιοποιηθεί κάλλιστα ως «δικαιολογία για μια ριζική αναθεώρηση στον προσανατολισμό της συμμαχικής πολιτικής στην Εγγύς Ανατολή».93

Το γεγονός, λοιπόν, μπορεί να αξιοποιήθηκε ως αφορμή και δικαιολογία –ειδικά από τη Γαλλία– για την αιτιολόγηση μιας ήδη διαμορφωμένης πολιτικής, όμως σε καμιά περίπτωση, δεν ήταν η αιτία της. «Είτε ο κ. Βενιζέλος ενίκα εις τας εκλογάς του 1920», έγραφε ο Ι. Μεταξάς, «είτε οι αντίπαλοί του, η Ελλάς θα διεξήγε μόνη της τον πόλεμον κατά της Τουρκίας, εάν ήθελε να πραγματοποιήση τη Συνθήκη των Σεβρών, και συνεπώς μοιραίως θα απετύγχανεν, όπως απέτυχε. Το μόνον ζήτημα που έλυσαν αι εκλογαί ήτο το ποιος θα επλήρωνε τα σπασμένα: Ο κ. Βενιζέλος ή οι αντίπαλοί του. Τα πλήρωσαν οι δεύτεροι.»94

Τα «σπασμένα» βεβαίως των κοινών αστικών επιδιώξεων τα πλήρωσε ο ελληνικός λαός, με τους χιλιάδες νεκρούς και ξεριζωμένους του. Μόνο μέρος της πολιτικής ευθύνης της μικρασιατικής καταστροφής πλήρωσαν εξατομικευμένα ορισμένοι λίγοι εκ των ιθυνόντων της αντιβενιζελικής αστικής παράταξης, προκειμένου να καταλαγιάσει η λαϊκή οργή και να εξαγνιστεί από τις ευθύνες της το σύνολο της αστικής τάξης (βλ. «Δίκη των εξ»95).

 

Η ΟΜΟΨΥΧΙΑ ΤΗΣ ΑΣΤΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ - ΟΙ ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕΙΣ

Ο αστικός πολιτικός κόσμος, παρά τις έντονες εσωτερικές του αντιθέσεις και συγκρούσεις («Εθνικός Διχασμός»), στοιχήθηκε σύσσωμος πίσω από τις επιδιώξεις της αστικής τάξης στη Μικρά Ασία. Έτσι, η αντιβενιζελική παράταξη, η οποία κέρδισε τις εκλογές του 1920 υποσχόμενη τον τερματισμό της Μικρασιατικής Εκστρατείας (καπηλευόμενη τα αντιπολεμικά αισθήματα ενός λαού, που βρισκόταν σε πόλεμο σχεδόν αδιάκοπα από το 1912 και βίωνε τρομερή εξαθλίωση), όταν ανέλαβε την κυβερνητική διαχείριση, έκανε «στροφή» 180 μοιρών, με τον πρωθυπουργό Ν. Καλογερόπουλο να δηλώνει από το βήμα της Βουλής πως: «Η Ελληνική Κυβέρνησις δε δύναται να έχη άλλην αντίληψην από εκείνη που ηφαρμόσθη υπό της προκατόχου Κυβερνήσεως» και τον Ν. Στράτο να διατρανώνει πως: «Θεωρεί τη συνθήκην των Σεβρών ως το κατώτατον όριον ικανοποιήσεως των δικαίων του Έθνους.»96 Η ελληνική αποστολή στο Λονδίνο (με επικεφαλής τον ίδιο τον πρωθυπουργό) στις 21 Φλεβάρη 1921 διαβεβαίωνε τους Συμμάχους πως «ο ελληνικός στρατός ήταν σε θέση όχι μόνο να καταλάβει την Άγκυρα και να διαλύσει τις Κεμαλικές δυνάμεις, αλλά και να επεκτείνει τις επιχειρήσεις του και ανατολικότερα, αν αυτό απαιτούνταν ώστε να επιβληθούν οι όροι των Δυνάμεων στον Κεμάλ». Επιπλέον, διαβεβαίωνε πως η Ελλάδα μπορούσε να σηκώσει το οικονομικό βάρος της εκστρατείας, απλά με μια «ευμενή στάσιν των Δυνάμεων διά της οικονομικής πίστεως ημών», με το επιχείρημα μάλιστα πως «η Ελλάς είναι εξ όλων των συμμετασχουσών του πολέμου η ολιγώτερον διά φόρων βεβαρημένη».97

Η βενιζελική αστική παράταξη στοιχήθηκε πλήρως πίσω από την αντιβενιζελική κυβέρνηση, με το στρατηγό Π. Δαγκλή να ενημερώνει τον Ε. Βενιζέλο (τον οποίο είχε αντικαταστήσει στην αρχηγεία του κόμματος των Φιλελευθέρων): «Το κόμμα μας (...) θεωρεί αναγκαίαν τη σύμπραξίν του διά τη διάσωσιν των εκ της συνθήκης των Σεβρών προκυψάντων δικαιωμάτων του Έθνους [βλ. κέρδη της ελληνικής αστικής τάξης], άτινα τελευταίον διά της μελετηθείσης αναθεωρήσεως εκινδύνευον.» Πρόσθετε δε πως: «Ο λαός θέλει υποστή πάσαν θυσίαν διά την ακεραίαν διάσωσιν των κεκτημένων.»98 Με τι ευκολία και πόσο απλόχερα, πράγματι, προσφέρονταν –και προσφέρονται– οι θυσίες του λαού για την προάσπιση των συμφερόντων της αστικής τάξης!

Ένα μήνα αργότερα (στις 25 και 29 Μάρτη 1921), οι Δ. Γούναρης (που διαδέχτηκε τον Ν. Καλογερόπουλο στην πρωθυπουργία), Π. Πρωτοπαπαδάκης (υπουργός Οικονομικών), Ν. Θεοτόκης (υπουργός Στρατιωτικών) και Αθ. Εξαδάκτυλος (αρχηγός ΓΕΣ) συναντήθηκαν με τον Ι. Μεταξά ώστε να τον πείσουν να αναλάβει τη γενική αρχηγεία του στρατεύματος. «Αι πολεμικαί προθέσεις της Κυβερνήσεως», του είπαν (και κατέγραψε στο ημερολόγιό του), ήταν η «κατάληψις της Άγκυρας και του Ικονίου», με τα οποία «θα κατελύετο η αντίστασις του Κεμάλ και θα επείθετο ούτος να υπογράψη την ειρήνην [σ.σ.: των Σεβρών].» Ο Μεταξάς, αφού υπογράμμισε το «ανεπαρκές της εν Μ. Ασία δυνάμεώς μας προς τοιαύτην ενεργείαν», τόνισε πως δεν έβλεπε «το τέρμα του νυν διεξαγομένου πολέμου». «Αυτοί μας σφάζουν», του είπε ο Εξαδάκτυλος. Για να λάβει την εξής απάντηση: «Μας σφάζουν (...) εφ’ όσον εθέσαμεν ως πρόγραμμά μας την κατάκτησίν των εν Μ. Ασία. (...) Αλλά δε σφάζωμεν και ημείς; Σφάζομεν, μου λέγει ο Εξαδάκτυλος. Βέβαια, θέλομεν και πρέπει να τους εξοντώσωμεν. Βλέπετε, λοιπόν, που μας άγει η πολιτική σας. Είναι πολιτική κατακτήσεως λαού μη εννοούντος να υποστή την κατάκτησιν (...). Έχομεν να κάμωμεν με (...) ένα λαόν αγωνιζόμενον υπέρ της υπάρξεώς του. (...) Διότι πράγματι ζητείτε την κατάκτησιν εν Μ. Ασία (...). Κατά το φαινόμενον μόνο πρόκειται περί της Συνθήκης των Σεβρών. Πράγματι πρόκειται περί διαλύσεως της Τουρκίας και εγκαθιδρύσεως του κράτους μας επί των χωρών της. (...) Ακόμη και εις τη Σμύρνην χώραν είμεθα εθνολογικώς μειονότης. Εις δε το εσωτερικόν της Μ. Ασίας ολίγιστον πληθυσμόν ιδικόν μας έχομεν.» Ακολούθως, η μόνη λύση κατά τον Μεταξά ήταν «να παραιτηθώμεν της στρατιωτικής κατοχής της Σμύρνης, και φυσικά, της κυριαρχίας μας εκεί (...) να δημιουργήσωμεν ένα καθεστώς αυτόνομον, το οποίο να εξασφαλίζη την (...) βαθμηδόν επικράτησιν του Ελληνισμού». Στην επιμονή των λοιπών παραβρισκόμενων όπως αναλάβει την αρχηγία του στρατού, έστω για λόγους ψυχολογικούς, εκείνος απάντησε: «Μου ζητείτε να εξαπατήσω τον κόσμον. Διότι εγώ γνωρίζω ότι στρατιωτικώς δε δυνάμεθα να επιτύχομεν το σκοπόν μας.» «Μάλιστα», αποκρίθηκε ο Πρωτοπαπαδάκης, «έστω να εξαπατήσωμεν τον κόσμον, εν ανάγκη και αυτό να γίνη.» Ο Μεταξάς, όμως, που δεν προτίθετο να γίνει μέρος μιας αναπόφευκτης καταστροφής, επέμενε στην άρνησή του.99

Αλλά και ο Αρχηγός Στρατιάς Μικράς Ασίας, αντιστράτηγος Α. Παπούλας, προειδοποιούσε το υπουργείο Στρατιωτικών στις 22 Αυγούστου 1921: «Η Στρατιά ούσα εν απολύτω αγνοία της εν γένει πολιτικής καταστάσεως δε δύναται να κρίνη αν τα προσδοκώμενα εκ της καταλήψεως της Άγκυρας οφέλη είναι τοιαύτα από πολιτικής απόψεως, ώστε να ριψοκινδυνεύση την αντί πάσης θυσίας, έστω και με κίνδυνον μιας ήττης και επομένως μιας αποτυχίας του όλου Μικρασιατικού Ζητήματος μετάβασιν μέχρις εκεί.»100 Τα προσδοκώμενα όμως οφέλη της αστικής τάξης ήταν τόσο μεγάλα, που ήταν έτοιμη να «ριψοκινδυνεύσει πάσα θυσία» –κόντρα στις προειδοποιήσεις των στρατιωτικών.

 

ΟΙ ΕΠΙΔΙΩΚΟΜΕΝΟΙ ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟΙ ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗΣ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑΣ

Η πρώτη επίσημη προσπάθεια αναθεώρησης της Συνθήκης των Σεβρών πραγματοποιήθηκε στη Διάσκεψη του Λονδίνου (18 Φλεβάρη - 12 Μάρτη 1921), έξι μόλις μήνες μετά από την υπογραφή της, γεγονός που καταμαρτυρούσε –και αυτό– το μέγεθος των ανειρήνευτων αντιθέσεων, που περιέκλειε.

Η πρώτη πρόταση των Συμμάχων περιελάμβανε μια ορισμένη ευνοϊκότερη αναθεώρηση των ανατολικών συνόρων της Τουρκίας, την αναγνώριση της τουρκικής επικυριαρχίας στη Σμύρνη (που θα διατηρούσε την αυτονομία της) και την ορισμένη χαλάρωση των διεθνών περιορισμών και ελέγχων επί του νέου τουρκικού κράτους. Ωστόσο, ούτε η ελληνική, ούτε η τουρκική πλευρά ήταν διατεθειμένη να κάνει πίσω στο ζήτημα της Σμύρνης. «Καθώς δε και οι δύο πλευρές βάσιζαν τις αξιώσεις τους στην αρχή των εθνοτήτων και καθώς τα στατιστικά δεδομένα που παρουσίαζαν ήταν ξεκάθαρα αναξιόπιστα, οι Σύμμαχοι αποφάσισαν (...) να διεξαχθεί έρευνα για την εθνική σύνθεση των αμφιλεγόμενων περιοχών από μια ανεξάρτητη επιτροπή (τα αποτελέσματα της οποίας όφειλαν κατόπιν να αποδεχτούν).» Η τουρκική πλευρά δέχτηκε την πρόταση (αφήνοντας ταυτόχρονα ανοιχτό το ζήτημα της αναθεώρησης και των υπόλοιπων όρων της Συνθήκης). Η ελληνική, ωστόσο, την απέρριψε.101

Οι Σύμμαχοι, που επιθυμούσαν τη σταθεροποίηση της περιοχής και την κατοχύρωση των θέσεών τους σε αυτή (στο φόντο και της νικηφόρας πορείας των επαναστατικών δυνάμεων στη Ρωσία), επανήλθαν με νέα συμβιβαστική πρόταση, που, μεταξύ άλλων, έδινε ορισμένα δικαιώματα στην Τουρκία επί των Στενών (που θα παρέμεναν ωστόσο υπό διεθνή εποπτεία) κ.ά. Οι τουρκικές αντιπροσωπίες (του Σουλτάνου και του Κεμάλ) διατύπωσαν ενστάσεις, αλλά «συμφώνησαν να υποβάλλουν τις Συμμαχικές προτάσεις στις κυβερνήσεις τους για περαιτέρω μελέτη». Η ελληνική πλευρά, από την άλλη, «δεν είδε κάποιο πλεονέκτημα στη συνέχιση των διαπραγματεύσεων» και λίγες μέρες μετά από το Συνέδριο του Λονδίνου επανέλαβε τις επιθετικές επιχειρήσεις στο μικρασιατικό μέτωπο.102

Η ήττα και η αναδίπλωση του ελληνικού στρατού και η δυνατότητα πλέον προσβολής των Στενών από τις τουρκικές δυνάμεις, πυροδότησε μια νέα προσπάθεια ανεύρεσης συμβιβασμού από τη Βρετανία. Τη βρετανική πρωτοβουλία στήριξαν και οι Γάλλοι, που στο μεταξύ είχαν «θορυβηθεί από την εμφανή αλαζονεία των Τούρκων Εθνικιστών, οι οποίοι αρνήθηκαν να επιβεβαιώσουν τη συμφωνία Briand - Sami και φοβούνταν πως μια ακόμη νίκη των Κεμαλικών, θα καθιστούσε τους Τούρκους (...) ακόμα πιο αδιάλλακτους απ’ ό,τι ήταν έως τώρα». Η νέα πρόταση περιελάμβανε ακόμη περισσότερες παραχωρήσεις προς την τουρκική αστική τάξη (συμπεριλαμβανομένης «της Σμύρνης, της αποστρατικοποίησης της Ανατολικής Θράκης, μιας ενδεχόμενης περαιτέρω χαλάρωσης των οικονομικών περιορισμών», ακόμα και μιας «τουρκικής επέκτασης στον Καύκασο» κ.ά.). Η πρόταση θα παρουσιαζόταν πρώτα στην ελληνική πλευρά και κατόπιν –εφόσον συναινούσε– στην τουρκική. Αν η τελευταία απέρριπτε τις εν λόγω προτάσεις, τότε οι Σύμμαχοι θα ενίσχυαν ποικιλοτρόπως τις ελληνικές στρατιωτικές επιχειρήσεις. Το όλο εγχείρημα όμως δεν προχώρησε, αφού στις 25 Ιούνη 1921 «ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών ενημέρωσε το Βρετανό πρέσβη πως η ελληνική κυβέρνηση δεν αποδεχόταν τη προσφορά των Συμμάχων»103.

Στις 18 Μάη 1921 οι Σύμμαχοι διακήρυξαν την «ουδετερότητά» τους στον ελληνοτουρκικό πόλεμο (και ας ήταν εκείνοι που είχαν «αναθέσει» στον ελληνικό στρατό την επιβολή της ιμπεριαλιστικής ειρήνης των Σεβρών). Ακολούθησε μια τυπική απαγόρευση πώλησης πολεμικού υλικού στους αντιμαχόμενους –κάτι που, βέβαια, ίσχυσε κατά το δοκούν. Όπως χαρακτηριστικά έγραφε ο H. Nicolson: «Ο ελληνικός στρατός στην Ανατολή βομβαρδιζόταν με κανόνια (…) και αεροπλάνα που παρείχαν στον Κεμάλ γαλλικές πηγές.»104

«Η άρνησις της κυβερνήσεως των Αθηνών να δεχθή και κατ’ αρχήν καν τη μεσολάβησιν των Δυνάμεων», έγραφε στις 3 Ιούλη ο Ε. Βενιζέλος στον Π. Δαγκλή, «αποτελεί (...) έγκλημα. (...) Ήτο δυνατόν ποτέ να διανοηθώ εγώ τη διεξαγωγήν πολέμου προς την Τουρκία, χωρίς τη συμμαχίαν των συμμάχων μας και δη εν αντιθέσει προς αυτούς; Το δυστύχημα είναι ότι ούτε οι Φιλελεύθεροι αντελήφθησαν εξαρχής την αληθή κατάστασιν των πραγμάτων και εξακολουθούν να πιστεύουν ότι η σημερινή κυβέρνησις συνεχίζει την εθνικήν μας πολιτικήν και υπερθεματίζουν μάλιστα εις την πολιτικήν αυτήν. Ενώ η συνέχισίς αυτής είχε καταστή αδύνατος, αφού εξέλειψεν η προϋπόθεσις αυτής, η συμμαχία μας δηλαδή μετά των Δυτικών Δυνάμεων και δη την Αγγλίαν. Επομένως, εις τους νυν κυβερνώντας δεν υπελείπετο άλλο παρά να επιδιώξουν συμβιβασμόν μέλλοντα να τερματίση την εμπόλεμον κατάστασιν και να σώση ότι ηδύνατο να σωθή από τα αποκτήματα της πολιτικής μας. (...) Διότι στρατιωτική νίκη, τοιαύτη, ήτις θα υπέτασεν τον εχθρόν εις τη θέλησίν μας και θα τον υποχρέωνε να υπογράψει και να εκτελέσει τη συνθήκην που θα του υπαγορεύαμεν, αποκλείεται απολύτως δια πάντα έχοντα σώας ακόμα τας φρένας.»105

Η ελληνική αστική τάξη, όπως είδαμε ήδη, δεν είχε «άγνοια κινδύνου». Είχε γνώση του δυσμενούς διεθνούς συσχετισμού, των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων, αλλά και των περιορισμών των στρατιωτικών δυνατοτήτων της. Τα οφέλη, όμως, ήταν τόσο μεγάλα, που ήταν έτοιμη να τα παίξει «όλα για όλα». Έτσι, τέλη Ιούνη, ο ελληνικός στρατός, έπειτα από σημαντική συγκέντρωση δυνάμεων και υπό την ηγεσία του ίδιου του βασιλιά Κωνσταντίνου, άρχισε και πάλι να προελαύνει με κατεύθυνση την Άγκυρα, δίχως ωστόσο να επιτύχει το στρατηγικό σκοπό του. Με την αποτυχία –ουσιαστικά– της επιχείρησης η πρωτοβουλία στο στρατιωτικό πεδίο πέρασε στην τουρκική αστική τάξη.

Η γενίκευση της σύγκρουσης των αστικών τάξεων Ελλάδας και Τουρκίας είχε καταστροφικές συνέπειες για τους αντίστοιχους πληθυσμούς, που αξιολογούνταν εκατέρωθεν, άλλοτε ως εργαλείο και άλλοτε ως εμπόδιο, για την προώθηση των στόχων τους. Ακολούθως, οι εθνικές εκκαθαρίσεις, οι σφαγές και οι εκτοπίσεις εντατικοποιήθηκαν (τροφοδοτώντας παράλληλα και το μίσος ανάμεσα στους χριστιανικούς και μουσουλμανικούς πληθυσμούς, που δεν είχαν τίποτα να χωρίσουν μεταξύ τους). Οι ωμότητες κατά του άμαχου πληθυσμού στις περιοχές Yalova και Guelmek (Μάης 1921) ήταν τέτοιες, που προκάλεσαν τη διενέργεια διασυμμαχικής έρευνας. «Όλα τα μουσουλμανικά χωριά στις περιοχές που εξετάστηκαν», ανέφερε το σχετικό πόρισμα, «ήταν εγκαταλελειμμένα και στην πλειοψηφία τους λεηλατημένα και πυρπολημένα από χριστιανικά ένοπλα σώματα. (...) Η καταστροφή φαίνεται πως διενεργήθηκε με συστηματικό τρόπο (...). Εξακριβώθηκε με βεβαιότητα πως γυναίκες και ανήμποροι ηλικιωμένοι άνδρες πυροβολήθηκαν ή κτυπήθηκαν στο κεφάλι (...) ορισμένες φορές, ακόμα και μέσα στα σπίτια τους.» Την ίδια στιγμή, «σφαγές σε μεγάλη κλίμακα, πραγματοποιήθηκαν (...) από κεμαλικά ένοπλα σώματα και στρατιώτες του τακτικού τουρκικού στρατού εναντίον του χριστιανικού πληθυσμού της περιοχής.»106

Η σύμπτυξη του ελληνικού στρατού το Σεπτέμβρη του 1921 και η υπογραφή του Συμφώνου Franklin-Bouillon τον αμέσως επόμενο μήνα θορύβησε τους Βρετανούς, αφού, πέραν των Στενών, απειλούνταν πλέον άμεσα και τα συμφέροντά τους στη Μέση Ανατολή (ιδιαίτερα τα πετρέλαια της Μοσούλης). Ακολούθως, με βρετανική πρωτοβουλία, και έπειτα από σειρά ζυμώσεων και διαβουλεύσεων, οι Σύμμαχοι κατέληξαν στο Παρίσι (22-25 Μάρτη 1922) σε νέα συμβιβαστική πρόταση, ως βάση για ένα νέο «Συνέδριο Ειρήνης». Η πρόταση περιελάμβανε, μεταξύ άλλων, την αποστρατικοποίηση της Μικράς Ασίας και την αποκατάσταση της τουρκικής κυριαρχίας επί των ασιατικών ακτών των Στενών και τμήματος της Ανατολικής Θράκης.107

Η ελληνική πλευρά συμφώνησε στους όρους της ανακωχής. Η τουρκική, από την άλλη, έθεσε ως προϋπόθεση την άμεση εκκένωση των εν λόγω περιοχών. Οι Σύμμαχοι απέρριψαν την αξίωση αυτή, μην επιθυμώντας να προχωρήσουν σε έμπρακτες παραχωρήσεις (που συν τοις άλλοις θα έφερναν τον τουρκικό στρατό στα πρόθυρα της Κωνσταντινούπολης) πριν τις τελικές διαπραγματεύσεις.

Η πρόταση του Έλληνα υπουργού Εξωτερικών στους Συμμάχους (29 Ιούλη 1922) να επιτραπεί στον ελληνικό στρατό να καταλάβει την Κωνσταντινούπολη (που απορρίφθηκε κατηγορηματικά υπό την απειλή πολεμικής εμπλοκής), αποτελούσε ίσως την «τελευταία» απέλπιδα «ζαριά» της ελληνικής αστικής τάξης, προκειμένου να αποκτήσει κάποιο σημαντικό διαπραγματευτικό χαρτί «στις όποιες μελλοντικές διαπραγματεύσεις».108 Η διάρρηξη του μετώπου στα μέσα-τέλη Αυγούστου και η ταχεία προέλαση του τουρκικού στρατού προς τη Σμύρνη (την οποία και κατέλαβε στις 9 Σεπτέμβρη) σφράγισαν το στρατιωτικό σκέλος της Μικρασιατικής Εκστρατείας. Στις 11 Οκτώβρη υπογράφτηκε η ανακωχή των Μουδανιών.

 

Η ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΙΡΗΝΗ ΤΗΣ ΛΟΖΑΝΗΣ

Στις 20 Νοέμβρη 1922 ξεκίνησε τις εργασίες του το Συνέδριο της Λοζάνης, το οποίο καλούνταν να αναδιαμορφώσει τους όρους της ιμπεριαλιστικής ειρήνης των Σεβρών (δηλαδή την καταληκτική νομή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας), υπό τις νέες συνθήκες και συσχετισμούς που είχαν διαμορφωθεί στο μεταξύ. Ακολούθως, υπήρξε πεδίο έντονων ενδοϊμπεριαλιστικών συγκρούσεων, των οποίων οι ελληνοτουρκικές αντιθέσεις υπήρξαν αναπόσπαστο –αλλά ένα μόνο– τμήμα τους. Όπως χαρακτηριστικά έγραφε ο Βρετανός υπουργός Εξωτερικών G. Curzon εν τω μέσω των διαπραγματεύσεων: «Οι εχθροί που πρέπει να αντιμετωπίσω και να νικήσω δε βρίσκονται στην Άγκυρα, αλλά στο Παρίσι και τη Ρώμη.»109

Οι βρετανογαλλικές αντιθέσεις γνώριζαν, πράγματι, νέα όξυνση την εν λόγω περίοδο. Η γαλλική αστική τάξη αντιμετώπισε με «ιδιαίτερη ικανοποίηση (...) την ελληνική ήττα» στη Μικρά Ασία, εκτιμώντας πως «αυτή θα οδηγούσε στην κατάρρευση της βρετανικής πολιτικής στην Εγγύς Ανατολή, που, σε συνδυασμό με μια νίκη του [Γάλλου πρωθυπουργού] M. Poincaré όσον αφορά τις [γερμανικές] επανορθώσεις, θα είχε ως τελικό αποτέλεσμα (...) το γενικό θρίαμβο της γαλλικής πολιτικής στην Ευρώπη».110 Η κίνηση της Γαλλίας να προβεί μονομερώς στην κατοχή της πλούσιας βιομηχανικής ζώνης του Rurh (Ρουρ) (11 Γενάρη 1923), ως απάντηση στην αδυναμία της Γερμανίας να ανταπεξέλθει στις υπέρογκες επανορθώσεις που της είχαν επιβληθεί με τη Συνθήκη των Βερσαλλιών, έριξε κι άλλο λάδι στη φωτιά των μεταπολεμικών ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών.

Σε αντίθεση ίσως με την αντίληψη που έχει επικρατήσει στην ελληνική κρατούσα ιστοριογραφία, οι σκληρές διαπραγματεύσεις της Λοζάνης (που τράβηξαν κοντά 8 μήνες) δεν είχαν στο επίκεντρό τους τις ελληνοτουρκικές διαφορές, αλλά τη Μοσούλη και τα Στενά.

Η «εργαλειοποίηση» των μειονοτήτων προς εξυπηρέτηση ιμπεριαλιστικών συμφερόντων ήταν –για ακόμη μία φορά– εμφανής στη Λοζάνη. Όπως παρατήρησε ο S. Demirci: «Το ζήτημα των Μειονοτήτων δεν ήταν πρωταρχικού ενδιαφέροντος για τη Βρετανία, αλλά ένα χρήσιμο εργαλείο (...) που το αξιοποίησε εντέχνως για να επαναφέρει στην τάξη τους Τούρκους κάθε φορά που η στάση τους στο ζήτημα της Μοσούλης δυσκόλευε.» Οι βρετανικές παραχωρήσεις προς την Τουρκία, σημείωνε σχετικά σοβιετική έκθεση, γίνονταν κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μην έχουν «κανέναν αντίκτυπο στα οικονομικά και αποικιοκρατικά συμφέροντα της Μ. Βρετανίας», ανεξαρτήτως των συνεπειών τους, «κυρίως για τις μειονότητες».111

Όπως αναφέρει ο ίδιος ο G. Curzon, «η Τουρκία θα συναινούσε σε όλους τους όρους μας, θα συνομολογούσε σε μια ικανοποιητική συνθήκη (...) αρκεί να της δίναμε το βιλαέτι της Μοσούλης.» «Αν το ζήτημα της Μοσούλης διευθετούταν υπέρ της Τουρκίας», επιβεβαιώνει ο Τούρκος διπλωμάτης A. Rustem (Ρουστέμ), «θα υπήρχε συμφωνία για τη συνθήκη την επόμενη μέρα.»112 Ο βρετανικός ιμπεριαλισμός, ωστόσο, ήταν ανένδοτος ως προς αυτό, μεταχειριζόμενος άλλες παραχωρήσεις (κυρίως σε βάρος τρίτων) ή ακόμα και απειλές περί πολεμικής εμπλοκής, προκειμένου να διατηρήσει τον έλεγχο της Μοσούλης και των πολύτιμων πετρελαίων της. Πράγματι, η τουρκική αστική τάξη θα πετύχαινε το σύνολο σχεδόν των στόχων της (ακόμα και αυτών που αντέβαιναν εξόφθαλμα τη λεγόμενη «αρχή των εθνοτήτων», όπως, π.χ., με την προσάρτηση της Ανατολικής Θράκης, όπου ο ελληνικός πληθυσμός ήταν πλειοψηφία, ή με τη μη συγκρότηση ανεξάρτητου αρμενικού και κουρδικού113 κράτους), εκτός των διεκδικήσεών της στο Βόρειο Ιράκ και τη Βόρεια Συρία (όπου έρχονταν σε αντίθεση με τα αντίστοιχα βρετανογαλλικά συμφέροντα).

Πέραν των αντιθέσεων, ωστόσο, υπήρχε και σύγκλιση συμφερόντων. Οι καπιταλιστικές δυνάμεις της Δύσης επιθυμούσαν τη σταθεροποίηση της περιοχής, τόσο για να εδραιώσουν τις θέσεις τους στη Μέση Ανατολή όσο και ως ανάχωμα στη νεαρή Σοβιετική Ένωση. Από την άλλη, η τουρκική αστική τάξη επιδίωκε την ενίσχυση των διεθνών συμμαχιών της για την ανοικοδόμηση του κράτους της. Όπως χαρακτηριστικά δήλωσε ο Refet Pasha (Ρεφέτ Πασάς) σε συνέντευξή του σε βρετανική εφημερίδα την περίοδο των διαπραγματεύσεων της Λοζάνης: «Θα χρειαστούμε τους Άγγλους, Γάλλους και Αμερικανούς καπιταλιστές, τεχνικούς συμβούλους και ειδικούς (...) στην οικοδόμηση του νέου κράτους μας.»114

Με τη Συνθήκη της Λοζάνης, που υπογράφτηκε τελικά στις 24 Ιούλη 1923, Βρετανία και Γαλλία, διασφάλιζαν τη νομή των αραβικών εδαφών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που προέβλεπε η Συνθήκη των Σεβρών (με ελάχιστες προσαρμογές). Επιπλέον, η Τουρκία αναγνώριζε τη βρετανική προσάρτηση της Κύπρου το 1914, ενώ παραιτούνταν των όποιων δικαιωμάτων της επί της Δωδεκανήσου και της Λιβύης υπέρ της Ιταλίας. Τέλος, προβλεπόταν η ελεύθερη ναυσιπλοΐα στα Στενά (τόσο σε καιρούς ειρήνης όσο και σε καιρούς πολέμου).

Ειδικότερα, όσον αφορά τα εδαφικά ζητήματα Ελλάδας-Τουρκίας: Η Τουρκία επανέκτησε τη ζώνη της Σμύρνης, την Ανατολική Θράκη και τα νησιά Ίμβρος, Τένεδος και Λαγούσες, ενώ επικύρωσε την κυριαρχία της Ελλάδας επί των νησιών Λήμνου, Σαμοθράκης, Μυτιλήνης, Χίου, Σάμου και Ικαρίας. Η Ελλάδα διατήρησε τη Δυτική Θράκη (πλην της περιοχής του Καραγάτς, που αποδόθηκε στην Τουρκία ως πολεμική αποζημίωση για τη Μικρασιατική Εκστρατεία).115

Με ειδική σύμβαση, που συνομολογήθηκε στο πλαίσιο της Λοζάνης (30 Γενάρη 1923), οι αστικές τάξεις Ελλάδας και Τουρκίας επιχείρησαν να «ξεμπερδέψουν» με το εθνικό-μειονοτικό τους «πρόβλημα», με την αναγκαστική «ανταλλαγή»-προσφυγοποίηση συνολικά 2.000.000 περίπου ανθρώπων.116 Βεβαίως, ο λυσσαλέος πολεμικός ανταγωνισμός τους είχε δηλητηριάσει σε μεγάλο βαθμό τις σχέσεις των χριστιανικών και μουσουλμανικών κοινοτήτων (που σε γενικές γραμμές ως τότε ζούσαν αρμονικά μεταξύ τους).117 Ωστόσο, η ανταλλαγή πληθυσμών δεν έγινε με κύριο γνώμονα την προστασία τους (που ουδέποτε άλλωστε υπήρξε πρώτη προτεραιότητα), αλλά την εξάλειψή τους ως «ερείσματος» σε μελλοντικούς ανταγωνισμούς και διεκδικήσεις. Η εξόντωση, εκτόπιση ή αναγκαστική αφομοίωση των αλλοεθνών-αλλόθρησκων πληθυσμών υπήρξε –δυστυχώς– «τυπικό» γνώρισμα της διαμόρφωσης των αστικών εθνών-κρατών στα Βαλκάνια (και γενικότερα).

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Η αναφορά και εμβάθυνση στα γεγονότα της περιόδου δεν έχει αποκλειστικά και μόνο επετειακό χαρακτήρα. Δεν αφορά αποκλειστικά και μόνο το παρελθόν. Αντιθέτως, αποτελεί χρήσιμο εργαλείο στην εξέταση και βαθύτερη κατανόηση των όσων συμβαίνουν σήμερα στην περιοχή μας (και όχι μόνο), επιβεβαιώνοντας τις θέσεις του ΚΚΕ για τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και την ιμπεριαλιστική ειρήνη, για το τι πραγματικά κινεί τις τρέχουσες γεωπολιτικές εξελίξεις και ποια είναι τα αντικειμενικά (από ταξική σκοπιά) συμφέροντα-καθήκοντα των λαών μπροστά σε αυτές.118

Η Συνθήκη των Σεβρών υπήρξε ένα ακόμη χαρακτηριστικό παράδειγμα ιμπεριαλιστικής ειρήνης. Ως προϊόν ενός συγκεκριμένου συσχετισμού σε μια δοσμένη συγκυρία, που εσώκλειε ένα σύνολο ανταγωνισμών και αντιθέσεων, ήταν αναπόφευκτο πως θα αναθεωρούταν, όταν ο συσχετισμός αυτός μεταβαλλόταν και πάλι σε κρίσιμο σημείο. Γι’ αυτό και όλες οι ιμπεριαλιστικές συνθήκες ειρήνης (και το λεγόμενο «διεθνές δίκαιο» ή «κεκτημένο» που συνθέτουν), είναι αντικειμενικά θνησιγενείς. Αποτελούν τους όρους σε έναν αδυσώπητο αγώνα μεταξύ των απανταχού εκμεταλλευτών-καπιταλιστών, για ένα όλο και μεγαλύτερο μερίδιο στις διεθνείς αγορές και πλουτοπαραγωγικές πηγές.119 Όροι, που διαρκώς αμφισβητούνται, γράφονται και ξαναγράφονται, με καταστροφικές συνέπειες για τους λαούς (σε όποια πλευρά και αν βρίσκεται η αστική τους τάξη, είτε του νικητή είτε του ηττημένου).

Σήμερα, η επιδίωξη της τουρκικής αστικής τάξης για αναθεώρηση των υφιστάμενων Συνθηκών (που καθορίζουν τα σύνορα Ελλάδας - Τουρκίας κ.ά.), συνιστά ακριβώς μια οξυνόμενη επιθετική ιμπεριαλιστική τακτική στο συνεχιζόμενο ανταγωνισμό μεταξύ των αστικών τάξεων Ελλάδας και Τουρκίας. Μία τακτική με σκοπό την απόσπαση μεριδίου από την εκμετάλλευση των κοιτασμάτων υδρογονανθράκων στο Αιγαίο, αλλά και τη γενικότερη αναβάθμιση της Τουρκίας στην ιμπεριαλιστική πυραμίδα. Μια τακτική που ελλοχεύει κινδύνους για όλους τους λαούς της περιοχής.

Η επέτειος των 100 χρόνων από τη Συνθήκη των Σεβρών έρχεται να μας υπενθυμίσει την πραγματική γενεσιουργό αιτία των πολέμων, των εθνοκαθάρσεων και ξεριζωμών, που έχουν κοινή μήτρα με τη φτώχεια, την ανεργία και την πείνα. Πρόκειται για το σάπιο σύστημα της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, τον καπιταλισμό.

Έρχεται επίσης να μας υπενθυμίσει το τι πραγματικά σημαίνει «εθνικό συμφέρον» (συμφέρον της αστικής τάξης) και «εθνική ομοψυχία» (συναίνεση, συστοίχιση και υποταγή στις εκάστοτε επιδιώξεις της). Αυτό που είναι σίγουρο, πέρα από κάθε αμφιβολία, είναι πως ό,τι αποτελεί «εθνικό» για την αστική τάξη μιας χώρας, εξαργυρώνεται πάντοτε σε βάρος του εργαζόμενου λαού της, είτε σε καιρούς ειρήνης (με ουρές εξαθλιωμένων) είτε σε καιρούς πολέμους (με εκατόμβες νεκρών).

Η ιμπεριαλιστική Συνθήκη ειρήνης των Σεβρών (και η αναθεωρημένη της Λοζάνης) γράφτηκε με το αίμα εκατομμυρίων απλών ανθρώπων: Των περίπου 3.000.000 στρατευμένων εργατόπαιδων και αγροτόπαιδων όλων των πλευρών, που σκοτώθηκαν, τραυματίστηκαν ή έμειναν ανάπηροι στα διάφορα θέρετρα του πολέμου στην Εγγύς και Μέση Ανατολή. Των 91.215 νεκρών, τραυματιών και αγνοουμένων του ελληνικού στρατού κατά τη Μικρασιατική Εκστρατεία. Των περίπου 1.600.000 Τούρκων (μόνο στις ανατολικές επαρχίες της Τουρκίας), 1.500.000 Αρμενίων, 750.000 Ελλήνων της Μικράς Ασίας και του Πόντου, 500.000 Σύριων, 350.000 Κούρδων, 250.000 Ασσυρίων και άλλων (Αράβων, Εβραίων κ.ο.κ.) αμάχων, που πέθαναν από τις διώξεις, τις σφαγές, τους εκτοπισμούς, την πείνα και τις κακουχίες. Των εκατομμυρίων ξεριζωμένων.120

Αυτοί ήταν που πλήρωσαν το τίμημα της νομής και αναδιανομής της λείας του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου στην περιοχή. Οι δε συνέπειες της εν λόγω πολιτικής, διαρκώς ανατροφοδοτούμενες με παλιές και νέες αντιθέσεις και ανταγωνισμούς, συνεχίζουν να γεννούν καινούργιους ολέθρους έως τις μέρες μας.

Μόνη –πραγματική– λύση για τους λαούς, δεν είναι η ιμπεριαλιστική ειρήνη των εκμεταλλευτών τους (δικών τους ή ξένων, συμμάχων ή αντιπάλων). Μόνη –πραγματική– λύση για τους λαούς ήταν και παραμένει, όπως διακήρυττε το ΚΚΕ έναν αιώνα πριν, η δική τους ειρήνη, «εκείνη που θα καταργήσει τους πολέμους και θα αδερφώσει όλους τους ανθρώπους (...) που θα καταργήσει την εκμετάλλευσιν της εργασίας των πολλών από τους λίγους (...) που θα καθίσει στο σκαμνί τους εγκληματίας του πολέμου και που θα αποδώσει εις την κοινωνίαν τα πλούτη που αυτοί εσφετερίσθησαν»121.

 


ΣημειώσειςΣημειώσεις

* Ο Αναστάσης Γκίκας είναι μέλος του Τμήματος Ιστορίας της ΚΕ του ΚΚΕ.

  1. Βλ. ενδεικτικά: Ελλάδα: 20ός αιώνας 1910-1920, σελ. 87, τ. Α, έκδ. Καθημερινή, Αθήνα, 2017, Πώς γεννήθηκε και κατέρρευσε το όνειρο της Μεγάλης Ελλάδας, 2018, έκδ. ΤΑ ΝΕΑ, Αθήνα, εισαγωγή, Κωνσταντίνος Σβολόπουλος, Η απόφαση για την επέκταση της ελληνικής κυριαρχίας στη Μικρά Ασία, σελ. 62, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα, 2009, κ.ά. Για το ιδεολόγημα του «κεμαλομπολσεβικισμού» βλ. Αναστάσης Γκίκας, Οι Έλληνες στη διαδικασία οικοδόμησης του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ, σελ. 93-100, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2007.
  2. Οι ρίζες του ζητήματος αναμφίβολα διατρέχουν πολύ πιο πίσω από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, στην εξέλιξη του λεγόμενου Ανατολικού Ζητήματος (που αφορούσε την τύχη της παρακμάζουσας Οθωμανικής Αυτοκρατορίας). Ωστόσο, για τις ανάγκες του άρθρου, θα περιοριστούμε στην τελευταία φάση του: Στον πόλεμο που επιτάχυνε και σφράγισε το διαμελισμό –και τη διάλυση– της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
  3. Οι αξιώσεις της Ρωσίας, λ.χ., γίνονταν δεκτές από τους έτερους συμμάχους της μόνο «εφόσον (...) επιτευχθούν οι στόχοι» των ίδιων «στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και αλλού» (Γεώργιος Λεονταρίτης, Η Ελλάδα στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, 1917-1918, σελ. 439, εκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα, 2005).
  4. Paul Helmreich, From Paris to Sevres, σελ. 5, εκδ. Ohio University Press, Columbus, 1974.
  5. Victor Rothwell, British war aims and peace diplomacy, 1914-1918, σελ. 133, εκδ. Oxford University Press, Oxford, 1971.
  6. Septav Demirci, The Lausanne Conference: The evolution of Turkish and British diplomatic strategies 1922-1923, σελ. 14, PhD, LSE, 1997.
  7. Turkey in Europe and Asia, 22.10.1917, FO 800/214 (Public Recorf Office-PRO).
  8. Paul Helmreich, From Paris to Sevres, εκδ. Ohio University Press, Columbus, 1974, σελ. 16 και Γεώργιος Λεονταρίτης, Η Ελλάδα στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, 1917-1918, σελ. 500-501, εκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα, 2005.
  9. Jacques Thobie, Intérêts et impérialisme français dans l’empire ottoman (1895-1914), σελ. 521, εκδ. Sorbonne-Imprimerie Nationale, Paris, 1977.
  10. Γεώργιος Λεονταρίτης, Η Ελλάδα στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, 1917-1918, σελ. 442, 644, εκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα, 2005.
  11. «Η Γαλλία δέσποζε στην περιοχή (...). Το 1913, η εμπορική της δραστηριότητα άγγιζε τα 14.750.000 φράγκα και ο εμπορικός της στόλος περιλάμβανε 180 πλοία (...). Στην πόλη (της Σμύρνης) λειτουργούσαν 30 γαλλικοί εμπορικοί οίκοι με συνολικό κεφάλαιο 10.000.000 φράγκα (...) και η Credit Lyonnais είχε ιδρύσει υποκατάστημα ανθηρό.» Γεώργιος Λεονταρίτης, Η Ελλάδα στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, 1917-1918, σελ. 444, 447, 645, εκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα, 2005.
  12. Ό.π., σελ. 445-446.
  13. Address of the President of the United States delivered at a joint session of the two houses of Congress, January 8, 1918, σελ. 5-7, χ.ε., Ουάσινγκτον, 1918.
  14. Διάταγμα για την Ειρήνη, (26 Οκτώβρη / 8 Νοέμβρη 1917), στο Β. Ι. Λένιν, Άπαντα, τόμ. 35, σελ. 13-18, εκδ. Σύγχρονη Εποχή.
  15. Κωνσταντίνος Σβολόπουλος, Η απόφαση για την επέκταση της ελληνικής κυριαρχίας στη Μικρά Ασία, σελ. 27-28, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα, 2009.
  16. Στους ωφελημένους της πολεμικής νομής των Βαλκανικών Πολέμων συγκαταλέγονταν η Ελλάδα και η Σερβία, που απέσπασαν τη μερίδα του λέοντος επί των διεκδικούμενων ευρωπαϊκών εδαφών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (ιδιαίτερα στη Μακεδονία). Στους ηττημένους συγκαταλέγονταν η Οθωμανική Αυτοκρατορία, όπως και η Βουλγαρία (η αστική τάξη της οποίας, θεωρώντας τον εαυτό της ριγμένο από τη μοιρασιά του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου, επεδίωξε τη ρεβάνς από τους πρώην συμμάχους της. Η ήττα της Βουλγαρίας στο Β΄ Βαλκανικό Πόλεμο μείωσε ακόμη περαιτέρω τα εδαφικά κέρδη της από τον Α΄, ενώ όξυνε τις αντιθέσεις και τους ανταγωνισμούς της με τις άλλες αστικές τάξεις των Βαλκανίων).
  17. Λουκιανός Χασιώτης, Διπλωματικά διλήμματα μιας πενταετίας, σελ. 109, Διδακτορική Διατριβή, ΑΠΘ, 1998.
  18. Γεώργιος Βεντήρης, Η Ελλάς του 1910-1920, σελ. 270, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα, 1931.
  19. Βρετανικά κρατικά έγγραφα καταμαρτυρούν πως τα αντισταθμίσματα της Αντάντ προς την Ελλάδα, για τις «ικανοποιητικές εδαφικές παραχωρήσεις της Μακεδονίας» προς τη Βουλγαρία, δεν περιελάμβαναν αρχικά παρά μια αόριστη νύξη που συνοψιζόταν στο ότι «δεσμευόμαστε να βρούμε αλλού αποζημίωση για την Ελλάδα», τονίζοντας πως οι ελληνικές παραχωρήσεις θεωρούνταν ως «μια θυσία που προσφέρεται στον κοινό σκοπό». Έγγραφα του Foreign Office, 23 και 26.1.1915, Φάκελος 173/11 (Αρχείο Ε. Βενιζέλου).
  20. Γεώργιος Βεντήρης, Η Ελλάς του 1910-1920, σελ. 264, τ.Α, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα, 1970, και Γεώργιος Τρακάκης, Η βιομηχανία εν Σμύρνη και εν τη ελληνική Μικρά Ασία, σελ. 86. εκδ. Τροχαλία, Αθήνα, 1994.
  21. Απάντηση Βενιζέλου σε τηλεγράφημα του Ιωνέσκου (τέλη 1912), Φάκελος 173/265 (Αρχείο Ε. Βενιζέλου).
  22. Εμπρός, 21.3.1915.
  23. Λουκιανός Χασιώτης, Διπλωματικά διλήμματα μιας πενταετίας, σελ. 243, Διδακτορική Διατριβή, ΑΠΘ, 1998.
  24. Χρήστος Χρηστίδης (επιμ.), Ι. Μεταξάς. Το προσωπικό του ημερολόγιο, τόμ. 2, σελ. 386, 391, εκδ. Εστία, Αθήνα.
  25. Ιωάννης Μεταξάς, Ιστορία του Εθνικού Διχασμού και της Μικρασιατικης Καταστροφής, σελ. 15, εκδ. Εκάτη, Αθήνα, 2007.
  26. Είχε επέλθει ρήξη μεταξύ των δύο αντιμαχόμενων αστικών πολιτικών μερίδων, με τον Ε. Βενιζέλο να παραιτείται από πρωθυπουργός (ουσιαστικά να παύεται από το βασιλιά), τους Φιλελεύθερους να απέχουν των εκλογών του Δεκέμβρη 1915 και τους αντιβενιζελικούς να σχηματίζουν διαδοχικές κυβερνήσεις. Στο μεταξύ, το Σεπτέμβρη του 1915, άρχισαν να αποβιβάζονται –δίχως σχετική απόφαση-έγκριση της ελληνικής κυβέρνησης– στη Θεσσαλονίκη τα πρώτα στρατεύματα της Αντάντ. (Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ, 1918-1939, τόμ. Α1, σελ. 211-219, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2018).
  27. Τα μέτρα που έλαβε τότε ως προς αυτό η οθωμανική κυβέρνηση δεν αφορούσαν αποκλειστικά τους Έλληνες, αλλά εφαρμόστηκαν –στον έναν ή τον άλλο βαθμό– σε όλες τις μη τουρκικές εθνότητες είτε επρόκειτο για χριστιανούς (Αρμένιοι, χριστιανοί Σύριοι κ.ά.) είτε για μουσουλμάνους (Κούρδοι κ.ά.). (Taner Akcam, The Young Turks Crime against Humanity: The Armenian Genocide and Ethnic Cleansing in the Ottoman Empire, σελ. 40-59, εκδ. Princeton University Press, Princeton, 2012).
  28. Γεώργιος Λεονταρίτης, Η Ελλάδα στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, 1917-1918, σελ. 650, εκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα, 2005.
  29. Γεώργιος Λεονταρίτης, Η Ελλάδα στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, 1917-1918, σελ. 392-393, 471-487, εκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα, 2005.
  30. Ό.π., σελ. 480, 488-489.
  31. Γεώργιος Λεονταρίτης, Η Ελλάδα στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, 1917-1918, εκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα, 2005, σελ. 482-483.
  32. Ό.π., σελ. 497.
  33. Paul Helmreich, From Paris to Sevres, εκδ. Ohio University Press, Columbus, 1974, σελ. 6.
  34. Jacob Hurewitz, Diplomacy in the Near and Middle East, τόμ. 2, σελ. 29-30, εκδ. D. Van Nostrand Co, Toronto, 1956.
  35. Report of a Committee set up to consider certain correspondence between Sir Henry McMahon and the Sharif of Mecca, σελ. 42-43, εκδ. H.M. Stationary Office, London, 1939.
  36. The Guardian, 19.4.2003.
  37. FO 93/110/80 (PRO).
  38. Paul Helmreich, From Paris to Sevres, σελ. 3-4, εκδ. Ohio University Press, Columbus, 1974.
  39. Edward House & Charles Seymour, What really happened in Paris, σελ. 142, εκδ. C. Scribner’s Sons, New York, 1921.
  40. Harold Nicolson, Peacemaking, 1919, σελ. 332, εκδ. Houghton Mifflin, Boston, 1933.
  41. Paul Helmreich, From Paris to Sevres, σελ. 25, 28, εκδ. Ohio University Press, Columbus, 1974.
  42. Sevtap Demirci, The Lausanne Conference: The evolution of Turkish and British diplomatic strategies, 1922-1923, σελ. 15-16, Διδακτορική Διατριβή, LSE, UK, 1997.
  43. Τηλεγράφημα Ε. Κανελλόπουλου προς Ν. Πολίτη, 22/5 (4/6) 1919, φάκελος 18/117 (Αρχείο Ε. Βενιζέλου).
  44. Roger de Contaut-Biron, Comment la France s’ est unstallee en Syrie (1918-1919), σελ. 338-340, εκδ. Plon-Nourrit, Paris, 1922.
  45. Η κατάληψη του Ισλαχιέ και του Μαράς από τις τουρκικές δυνάμεις (Γενάρης 1920) δημιούργησε, σύμφωνα με ελληνικές διπλωματικές πηγές, «εις ενταύθα γαλλικούς κύκλους (...) αισθήματα απογοητεύσεως και οργής». «Ο Γάλλος στρατιωτικός διοικητής Αδάνων διέταξε βομβαρδισμόν πόλεως Μαράς, ήτις σχεδόν κατεστράφη, ως επίσης και τρία πλησίον κείμενα χωριά.» (Φάκελος 26/47, Αρχείο Ε. Βενιζέλου).
  46. Alan Montgomery, «The making of the Treaty of Sevres of 10 August 1920», στο The Historical Journal, τόμ. 4, σελ. 777-779, 1972, και Paul Helmreich, From Paris to Sevres, εκδ. Ohio University Press, Columbus, 1974, σελ. 184.
  47. Paul Helmreich, From Paris to Sevres, σελ. 305, εκδ. Ohio University Press, Columbus, 1974.
  48. Ό.π., σελ. 19.
  49. Paul Helmreich, From Paris to Sevres, σελ. 78, 94-95, εκδ. Ohio University Press, Columbus, 1974.
  50. Donald Blaisdell, European financial control in the Ottoman Empire, σελ. 196, New York, 1929.
  51. Τηλεγράφημα Κακλαμάνου προς Πολίτη, 9 (22) Νοέμβρη 1918, στο Γεώργιος Λεονταρίτης, Η Ελλάδα στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, 1917-1918, σελ. 497, εκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα, 2005. Ο Ι. Μεταξάς, σε άρθρο του στην Καθημερινή (19.1.1935), θα αποδώσει τον –προσωρινό– περιορισμό των ελληνικών διεκδικήσεων σε σχετικές υποδείξεις της Βρετανίας. «Ο κ. Λόυδ Τζώρτζ», αναφέρει συγκεκριμένα, «ειδοποίησε (...) τον κ. Βενιζέλον (τηλ. Ρωμάνου αριθμ. 8830), ότι οι ανταλλαγαί σκέψεων των 1915 και 1916 αι σχετικαί με τη διανομήν του οθωμανικού κράτους έδει να παραμερισθώσιν απέναντι των αναγκών της οικονομικής επικρατήσεως της Αγγλίας εν Τουρκία. Απέναντι της στάσεως ταύτης του Λόυδ Τζώρτζ, ο κ. Βενιζέλος απήντησεν ότι θα αρκείτο με την αυτονομίαν της Σμύρνης (τηλ. Πολίτη αριθμ. 9157).»
  52. Η ιμπεριαλιστική επέμβαση κατά της Επανάστασης είχε ξεκινήσει ήδη από το 1918.
  53. Nikos Petsalis-Diomidis, «Hellenism in Southern Russia and the Ukrainian Campaign. Their effect on the Pontus Question (1919)», στο Balkan Studies, τόμ.13 (2), σελ. 234-235, 1972.
  54. Το «Συμβούλιο των 10» αποτελούνταν από τους ηγέτες και τους υπουργούς Εξωτερικών των μεγαλύτερων δυνάμεων της Αντάντ (Βρετανίας, Γαλλίας, ΗΠΑ, Ιταλίας και Ιαπωνίας –η τελευταία εκπροσωπούταν από πρέσβεις).
  55. Department of State, Office of the Historian, Papers relating to the foreign relations of the United States, The Paris Peace Conference, 1919, v. III, documents 58 & 59.
  56. Καθημερινή, 19.1.935, Carlo Sforza, Makers of Modern Europe, σελ. 171-172, εκδ. Bobbs-Merrill Co, 1930.
  57. David Miller, My diary at the conference of Paris with documents, τόμ. 4, σελ. 249, 258, εκδ. Appeal Printing Co, New York, 1928 και David Lloyd George, The truth about the peace treaties, τόμ. 2, σελ. 1.234, 1.238, εκδ. V. Gollancz, London, 1938.
  58. Paul Helmreich, From Paris to Sevres, σελ. 46, εκδ. Ohio University Press, Columbus, 1974.
  59. Κωνσταντίνος Σβολόπουλος, Η απόφαση για την επέκταση της ελληνικής κυριαρχίας στη Μικρά Ασία, σελ. 23, 51, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα, 2009, και Paul Helmreich, From Paris to Sevres, σελ. 96, εκδ. Ohio University Press, Columbus, 1974.
  60. Βλ. αντίστοιχα Φακέλους 18/153, 19/147, 21/163, 19/43, 19/80 (Αρχείο Ε. Βενιζέλου).
  61. Φάκελος 20/24 (Αρχείο Ε. Βενιζέλου).
  62. Φάκελος 18/52 (Αρχείο Ε. Βενιζέλου).
  63. Paul Helmreich, From Paris to Sevres, σελ. 167-169, εκδ. Ohio University Press, Columbus, 1974.
  64. Καθημερινή, 19.1.1935. Για όσα συνέβησαν, κατέληγε ο Μεταξάς στο ίδιο άρθρο «ως Έλληνες προτιμώμεν να παρέλθωμεν εις σιγήν.»
  65. Paul Helmreich, From Paris to Sevres, σελ. 19, εκδ. Ohio University Press, Columbus, 1974, σελ. 161 και Septav Demirci, The Lausanne Conference: The evolution of Turkish and British diplomatic strategies 1922-1923, PhD, LSE, 1997.
  66. Henry Cumming, Franco-British rivalry in the post-war Near East, σελ. 125, εκδ. Oxford University Press, 1938.
  67. Πρακτικό σχετικά με την εφαρμογή της Ειρηνευτικής Συμφωνίας με την Τουρκία, 20.4.1920, Φάκελος 27/6 (Αρχείο Ε. Βενιζέλου).
  68. Paul Cambon, Correspondance, τόμ. 3, σελ. 382, εκδ. B. Grasset, Paris, 1940.
  69. Paul Helmreich, From Paris to Sevres, σελ. 180, 237, εκδ. Ohio University Press, Columbus, 1974.
  70. Πρακτικό σχετικά με την εφαρμογή της Ειρηνευτικής Συμφωνίας με την Τουρκία, 20.4.1920, Φάκελος 27/6 (Αρχείο Ε. Βενιζέλου).
  71. Paul Helmreich, From Paris to Sevres, σελ. 316-318, εκδ. Ohio University Press, Columbus, 1974.
  72. Συγκεκριμένα, όσον αφορά τους Κούρδους, η Συνθήκη προέβλεπε αρχικά ένα σχέδιο «τοπικής αυτονομίας» για τις περιοχές όπου πλειοψηφούσαν (εκτός της γαλλοκρατούμενης Συρίας και της βρετανοκρατούμενης Μεσοποταμίας). Οι εν λόγω πληθυσμοί θα μπορούσαν κατόπιν (εντός ενός έτους) να αιτηθούν την ανεξαρτησία τους από το Συμβούλιο της Κοινωνίας των Εθνών, το οποίο, εάν έκρινε πως ήταν «ικανοί προς ανεξαρτησίαν», θα συνέστηνε στην τουρκική κυβέρνηση την παραχώρησή της (Martin Lawrence, The Treaties of peace, 1919-1923, τόμ. 2, σελ. 807, εκδ. Lawbook Exchenge, New Jersey, 2007). Στη δεδομένη συγκυρία, «η συγκρότηση ενός ανεξάρτητου Κουρδιστάν υπό βρετανική επίβλεψη» ευνοούνταν από τη Βρετανία, προκειμένου να «αποτραπεί η ανάκτηση του ελέγχου από την Τουρκία του εδαφικού κενού μεταξύ της [υπό σύσταση] Αρμενίας και της [υπό βρετανική εντολή] Μεσοποταμίας. Επιπλέον, [υπήρχε η εκτίμηση πως] θα ενίσχυε το βρετανικό έλεγχο στο βιλαέτι της Μοσούλης, του οποίου ο πληθυσμός ήταν κατά το ήμισυ κουρδικός, ενώ θα λειτουργούσε και ως ζώνη ασφαλείας της πλούσιας αυτής σε πετρέλαια περιοχής.» (Paul Helmreich, ό.π., σελ. 27.)
  73. Στο The American Journal of International Law, τόμ. 15 (2), σελ. 153-159, Απρίλης 1921.
  74. Martin Lawrence, The Treaties of peace, 1919-1923, τόμ. 1, σελ. xxxi, εκδ. Lawbook Exchenge, New Jersey, 2007.
  75. Paul Helmreich, From Paris to Sevres, σελ. 327, εκδ. Ohio University Press, Columbus, 1974.
  76. Ριζοσπάστης, 13.9.1920.
  77. Alan Montgomery, «The making of the Treaty of Sevres of 10 August 1920», στο The Historical Journal, τόμ. 4, σελ. 775, 1972.
  78. The Armenian Question before the Peace Conference, σελ. 4, εκδ. Armenian National Union of America, NY, 1919.
  79. Αναστάσης Γκίκας, Οι Έλληνες στη διαδικασία οικοδόμησης του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ, σελ. 79, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2007.
  80. Paul Helmreich, From Paris to Sevres, σελ. 201, εκδ. Ohio University Press, Columbus, 1974.
  81. «Φοβάμαι», έγραφε σχετικά ο αξιωματούχος του Foreign Office G. Kidston (Κίντ-στον) στις 28.11.1919, «πως δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία ότι οι Αρμένιοι είναι τουλάχιστον τόσο καλοί στο να σφάζουν όσο και οι μουσουλμάνοι γείτονές τους.» (Documents on British Foreign Policy, 1st Series, v.IV, σελ. 907, εκδ. H. M. Stationary Office, London, 1952.)
  82. Paul Helmreich, From Paris to Sevres, σελ. 49, 135, 203, εκδ. Ohio University Press, Columbus, 1974.
  83. Alan Montgomery, «The making of the Treaty of Sevres of 10 August 1920», στο The Historical Journal, τόμ. 4, σελ. 785, 1972 και Φάκελος 27/6 (Αρχείο Ε. Βενιζέλου).
  84. Καθημερινή, 18.1.1935.
  85. Sevtap Demirci, The Lausanne Conference: The evolution of Turkish and British diplomatic strategies, 1922-1923, σελ. 21-22, Διδακτορική διατριβή, LSE, UK, 1997.
  86. Alexander Macfie, «The revision of the Treaty of Sevres: The first phase», στο Balkan Studies, τόμ. 24, σελ. 57-58, 1983.
  87. Φάκελοι 20/78, 21/127, 21/10, 28/15, 3/32 (Αρχείο Ε. Βενιζέλου).
  88. Documents on British Foreign Policy, 1st Series, v. XIII, εκδ. H. M. Stationary Office, London, 1963, doc. no. 488.
  89. CAB 24/116, CAB 24/138, CAB 23/23, WO 106/1505 (PRO).
  90. Alexander Macfie, «The revision of the Treaty of Sevres: The first phase», στο Balkan Studies, τόμ. 24, σελ. 67, 1983.
  91. CAB 23/3 (PRO).
  92. Επιβεβαιώνοντας τις υπόνοιες αυτές, ο ίδιος ο γραφών (ο υπουργός Εξωτερικών Γ. Μπαλτατζής) θα καταλήξει: «Πάσα μείωσις του Ελληνισμού οποθενδήποτε και αν προκαλήται, πληγώνει συγχρόνως και τα αγγλικά συμφέροντα εν Ανατολή.» Φάκελοι 18/117 και 28/15 (Αρχείο Ε. Βενιζέλου).
  93. Alexander Macfie, «The revision of the Treaty of Sevres: The first phase», στο Balkan Studies, τόμ. 24, σελ. 57-61, 1983.
  94. Ιωάννης Μεταξάς, Η ιστορία του εθνικού διχασμού και της μικρασιατικής καταστροφής, σελ. 21, εκδ. Εκάτη, Αθήνα, 2007.
  95. Πρόκειται για τη δίκη και καταδίκη σε θάνατο (15/28 Νοέμβρη 1922) έξι ηγετικών παραγόντων της αντιβενιζελικής αστικής παράταξης ως υπευθύνων της μικρασιατικής καταστροφής (πρόκειται για τους Δ. Γούναρη, Ν. Στράτο, Π. Πρωτοπαπαδάκη, Ν. Θεοτόκη, Γ. Μπαλτατζή και Γ. Χατζανέστη). Όπως παραδέχτηκε σε συνέντευξή του, τέσσερις και πλέον δεκαετίες αργότερα, ο Θ. Πάγκαλος (ένας από τους βενιζελικούς στρατιωτικούς παράγοντες που πρωτοστάτησαν στην εκτέλεσή τους), οι καταδικασθέντες «υπήρξαν μοιραία και αναγκαία θύματα εις το βωμόν της Πατρίδος [βλέπε στο βωμό της σταθερότητας της αστικής εξουσίας] κατά τας κρισίμους εκείνας στιγμάς» (Γρηγόριος Δαφνής, Η Ελλάς μεταξύ δύο πολέμων, τόμ. Α΄, σελ. 27, εκδ. Το Βήμα, Αθήνα, 2020).
  96. Πρακτικά της Γ΄ Εθνικής Συνελεύσεως, τόμ. Α΄, σελ. 55.
  97. Φάκελοι 28/10 και 28/18 (Αρχείο Ε. Βενιζέλου).
  98. Φάκελος 3/30 (Αρχείο Ε. Βενιζέλου). Μετά από τις εκλογές του 1920 ο Βενιζέλος εγκαταστάθηκε στο Παρίσι.
  99. Παναγιώτης Σιφναίος (επιμ.), Ι. Μεταξάς. Το προσωπικό του ημερολόγιο, τόμ. 3, σελ. 72, 83-86, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα, 1964.
  100. Ιστορία των Ελλήνων, τόμ. 15, σελ. 218, εκδ. Δομή, Αθήνα.
  101. Alexander Macfie, «The revision of the Treaty of Sevres: The first phase», στο Balkan Studies, τόμ. 24, σελ. 63-64, 1983.
  102. Ό.π., σελ. 65-68.
  103. Alexander Macfie, «The revision of the Treaty of Sevres: The first phase», στο Balkan Studies, τόμ. 24, σελ. 69-73, 1983.
  104. Harold Nicolson, Curzon, the last phase, 1919-1925, σελ. 264, εκδ. Constable & Co., London, 1934.
  105. Φάκελος 3/32 (Αρχείο Ε. Βενιζέλου).
  106. Reports on atrocities in the districts of Yalova and Guelmek, and in the Ismid Peninsula, σελ. 3-4, εκδ. HM Stationary Office, London, 1921. Ανάλογες επισημάνσεις είχε κάνει ως αυτόπτης μάρτυρας και ο Βρετανός ιστορικός (τότε ανταποκριτής της Manchester Guardian στην Κωνσταντινούπολη) A. Toynbee (Τόινμπι), γράφοντας μεταξύ άλλων: «Στις αρχές του καλοκαιριού του 1921 είχα για βδομάδες άμεση επαφή με τους Έλληνες στρατιώτες και πολίτες που μετείχαν στις φρικαλεότητες εναντίον των Τούρκων χωρικών, καθώς και με τους επιζώντες εκ των θυμάτων τους (...). Η μεγαλύτερη εντύπωση μου από αυτήν τη φρικτή εμπειρία ήταν η απανθρωπιά, που αποτυπωνόταν τόσο στην αιμοδιψία των θυτών όσο και στον τρόμο των θυμάτων. (...) Οι τακτικές που εφαρμόστηκαν σε αυτές τις οργανωμένες φρικαλεότητες και από τις δύο πλευρές (...) λίγο διέφεραν μεταξύ τους.» (Arnold Toynbee, The Western question in Greece and Turkey, σελ. 262 και 290, εκδ. Constable & Co., London, 1922.)
  107. Cabinet meeting, 1.11.1921 στο CAB 23/27 και Ch. Hardinge to FO, 25.3.1922 στο WO 106/1421 (PRO).
  108. Harold Nicolson, Curzon, the last phase, 1919-1925, σελ. 269-270, εκδ. Constable & Co., London, 1934.
  109. Sevtap Demirci, The Lausanne Conference: The evolution of Turkish and British diplomatic strategies, 1922-1923, σελ. 80, Διδακτορική διατριβή, LSE, UK, 1997.
  110. SIS Report, 13.9.1922 στο WO 106/1505 (PRO).
  111. Sevtap Demirci, The Lausanne Conference: The evolution of Turkish and British diplomatic strategies, 1922-1923, σελ. 108, Διδακτορική Διατριβή, LSE, UK, 1997.
  112. Ό.π., σελ. 103, 117.
  113. «Το Ηνωμένο Βασίλειο», αναφέρει σχετικά ο Othman Ali, «που αρχικά είχε ενθαρρύνει τον [κουρδικό] εθνικισμό», εν συνεχεία «υπήρξε αντίθετο στη συγκρότηση κουρδικού κράτους σε μια προσπάθεια να κατευνάσει την κεμαλική Τουρκία κατά τις διαπραγματεύσεις της Λοζάνης. Η Συνθήκη της Λοζάνης (…) επισημοποίησε την de facto νομή των εδαφών όπου κατοικούσαν οι Κούρδοι μεταξύ της Τουρκίας, του [βρετανοκρατούμενου] Ιράκ και της [γαλλοκρατούμενης] Συρίας.» Othman Ali, «The Kurds and the Lausanne Peace Negotations, 1922-23», στο Middle Eastern Studies, τεύχ. 3 (33), σελ. 521, Ιούλης 1997.
  114. Sevtap Demirci, The Lausanne Conference: The evolution of Turkish and British diplomatic strategies, 1922-1923, σελ. 89, Διδακτορική διατριβή, LSE, UK, 1997.
  115. Martin Lawrence, The Treaties of peace, 1919-1923, τόμ. 2, σελ. 959-1055, εκδ. Lawbook Exchenge, New Jersey, 2007.
  116. Η «λύση» προτάθηκε από τον Ε. Βενιζέλο στην Κοινωνία των Εθνών στις 16 Οκτώβρη 1922 και έγινε άμεσα αποδεκτή από την τουρκική πλευρά ως μέσο «αντιμετώπισης του ελληνικού αλυτρωτισμού στην Τουρκία». (Sarah Shields, «The Greek-Turkish Population Exchange», στο Middle East Report, τεύχ. 267, σελ. 2-4, 2013). Από το μέτρο εξαιρέθηκαν οι Έλληνες της Κωνσταντινούπολης και της Ίμβρου-Τένεδου, καθώς και οι μουσουλμάνοι της Δ. Θράκης.
  117. Πράγματι, είναι πολλές οι μαρτυρίες των ξεριζωμένων Ελλήνων που περιγράφουν τους μέχρι πρότινος Τούρκους γείτονές τους να «κλαίνε και να τους παρακαλούν να μη φύγουνε». (Μαρτυρία Πολυξένης Κατραντζή, στο Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, Η Έξοδος, τόμ. Β΄, σ. 9-11, Αθήνα, 1982. Ομοίως στη συνέντευξη Αναστασίας Αχταρίδου, στο Μαριάννα Γραφάκου, Η αστική αποκατάσταση των προσφύγων από την Κιουτάχεια, σελ. 206, Διπλωματική, Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας, 2016.)
  118. Βλ. ενδεικτικά Θέσεις της ΚΕ του ΚΚΕ για το 20ό Συνέδριο, σελ. 11-17, και Γιώργος Μαρίνος, «Οι διεθνείς ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί, η επίδρασή τους στην περιοχή μας και η στρατηγική των αστικών τάξεων Ελλάδας-Τουρκίας», ΚΟΜΕΠ, τεύχ. 2/2020, σελ. 15-56.
  119. Στον αδυσώπητο διεθνή ενδοϊμπεριαλιστικό ανταγωνισμό, οι συμμαχίες μεταξύ καπιταλιστικών κρατών έχουν τόση έκταση και βάθος όσο εξυπηρετεί η προάσπιση των δικών τους –χωριστών– συμφερόντων και μόνο. Αυτό το περιεχόμενο και αυτήν την αξία έχουν οι διεθνείς συμμαχίες μιας αστικής τάξης (παρά τις όποιες διακηρύξεις περί του αντιθέτου, πως προσθέτουν, π.χ., αμοιβαία «ασφάλεια», «αποτρεπτική-αμυντική» δύναμη, «διαπραγματευτικό πλεονέκτημα» κ.ο.κ.).
  120. Βλ. μεταξύ άλλων: ΓΕΣ/ΔΙΣ, Επίτομος Ιστορία Εκστρατείας Μικράς Ασίας 1919-1922, εκδ. ΓΕΣ/ΔΙΣ, Αθήνα, 1967, Justin McCarthy, Death and Exile. The Ethnic Cleansing of Ottoman Muslims, 1821-1922, σελ. 339, εκδ. Princenton University Press, Princeton, 1999, Talha Cicek, War and State Formation in Syria, σελ. 232-236, εκδ. Routledge, New York 2014, Adam Jones, Genocide: A comprehensive introduction, σελ. 150-151, εκδ. Routlegde, New York, 2011, Dominic Schaller & Jurgen Zimmerer, Late Ottoman Genocides, εκδ. Routlegde, New York, 2009.
  121. Ριζοσπάστης, 13.9.1920.