Είναι αρκετά συνηθισμένο το φαινόμενο να θεωρούνται αιτίες της γυναικείας καταπίεσης οι «αναχρονιστικές αντιλήψεις», τα «σκουριασμένα μυαλά», τα «πρότυπα που καλλιεργεί το σχολείο» κλπ. Και πάλι η κυρίαρχη τάξη προσπαθεί να συσκοτίσει τη «ρίζα» της φυλετικής ανισοτιμίας, που είναι οι εκμεταλλευτικές σχέσεις ιδιοκτησίας και παραγωγής. Και στον καπιταλισμό, για παράδειγμα, η υπόθεση του νοικοκυριού εναπόκειται στην οικογένεια, δεν αποτελεί ζήτημα της κοινωνίας συνολικά, για το οποίο πρέπει να μεριμνά το κράτος. Με τις καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις δρομολογείται η συρρίκνωση της Κοινωνικής Ασφάλισης, του κρατικού συστήματος Υγείας, της κοινωνικής Πρόνοιας. Βέβαια, ο καπιταλισμός δεν πρόκειται ποτέ να καλύψει τις ανθρώπινες ανάγκες, αφού τις αντιμετωπίζει ως εμπορεύματα. Από τη μια ξεπηδούν σαν μανιτάρια οι ιδιωτικές επιχειρήσεις (νοσοκομεία, μαιευτήρια, κλινικές, κέντρα φροντίδας για ηλικιωμένους, για ΑμΕΑ κλπ.). Από την άλλη αυξάνεται διαρκώς το κόστος των συγκεκριμένων υπηρεσιών που παρέχουν πλέον οι φορείς Τοπικής Αυτοδιοίκησης, στη βάση της ανταποδοτικότητας. Για παράδειγμα, στο Χολαργό τα τροφεία φτάνουν τα 75 ευρώ το μήνα, όταν τη χρονιά 2003-2004 ήταν 40 ευρώ, στην Αγ. Βαρβάρα[3] οι παιδικοί σταθμοί που εντάχθηκαν στη δημοτική επιχείρηση έχουν τροφεία ύψους 159 ευρώ. Στην Πετρούπολη τα τροφεία αυξήθηκαν από την προηγούμενη χρονιά κατά 66%[4]. Οι εργατικές και λαϊκές οικογένειες αναγκάζονται να καλύψουν μόνες τους τα κενά που αφήνει η πολιτεία. Οι γυναίκες σηκώνουν το βάρος του κύριου όγκου αυτών των υποχρεώσεων, αναλαμβάνουν να ασχοληθούν με βασικές ανάγκες της εργατικής οικογένειας, κρίσιμες για την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης.
Η έλλειψη κοινωνικής πολιτικής επιδρά με τη σειρά της στη διαμόρφωση της συνείδησης. Δηλαδή η οικονομική βάση επιδρά στο εποικοδόμημα του συστήματος και οι αντιλήψεις που διαμορφώνονται, αναπαράγονται μέσα στο μικρόκοσμο της οικογένειας, στο σχολείο από τα βιβλία και γενικότερα τα προϊόντα του πολιτισμού κλπ. Με συνέπεια να γίνεται ακόμα πιο δύσκολη η αποκάλυψη της ανισοτιμίας, αλλά και να δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος, πολλές αντικειμενικές δυσκολίες για τη ριζοσπαστικοποίηση της γυναίκας. Για τη μητέρα που επιστρέφοντας στο σπίτι αναλαμβάνει χρέη βρεφοκόμου, παιδαγωγού, καθαρίστριας, ο ελεύθερος χρόνος συρρικνώνεται ακόμα πιο δραματικά. Φαντάζει σχεδόν αδύνατο να συμμετέχει ενεργά στη ζωή και τη δράση του συνδικάτου.
Το κορίτσι που μεγαλώνει δίπλα σε αυτή τη μητέρα, υιοθετεί την προσδοκία της «ισότητας», όπως η αστική προπαγάνδα την προσδιορίζει. Για να σταματήσει όμως η διαιώνιση αντίστοιχων αντιλήψεων δεν αρκεί η σωστή διαπαιδαγώγηση. Απαιτείται άλλη οικονομική βάση. Είναι απαραίτητη η κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής, ο σχεδιασμός της οικονομίας με βάση τις ανάγκες συνολικά της κοινωνίας και των εργαζομένων και όχι το καπιταλιστικό κέρδος. Στον καπιταλισμό το σύστημα εντάσσει μεν τη γυναίκα μαζικά στην παραγωγική διαδικασία, εξακολουθεί όμως να εκμεταλλεύεται τις διακρίσεις σε βάρος της ή να μην αναγνωρίζει τις ιδιαίτερες ανάγκες της. Ετσι, «τα νερά θολώνονται». Η «ισότητα» προσαρμόζεται στις ανάγκες του κεφαλαίου, η ανισοτιμία συγκαλύπτεται. Ο σκοπός είναι η νέα γυναίκα να μη συνειδητοποιήσει την αιτία των προβλημάτων της, ως γυναίκα και ως μισθωτή ή αυτοαπασχολούμενη. Να μην μπορεί να κατανοήσει πώς π.χ. η αντεργατική πολιτική της ΕΕ εξειδικεύεται στις γυναίκες. Να μην μπορεί να προσδιορίσει το περιεχόμενο της αληθινής ισοτιμίας, συνεπώς να μην τη διεκδικεί. Να μην ενταχθεί στο μαζικό λαϊκό και το εργατικό κίνημα, να μη συνειδητοποιεί τις προϋποθέσεις και συνεπώς την προοπτική. Οτι, δηλαδή, η αληθινή ισοτιμία μπορεί να κατακτηθεί μόνο στο σοσιαλισμό. «Παράδειγμα» για την ένταση της εκμετάλλευσης. Με το επιχείρημα της ανάγκης «συγκερασμού των οικογενειακών και επαγγελματικών υποχρεώσεων», η μερική απασχόληση έχει νομιμοποιηθεί σημαντικά στις γυναικείες συνειδήσεις.Σύμφωνα με στοιχεία του ΠΑΕΠ ΟΑΕΔ (Παρατηρητήριο Απασχόλησης του Οργανισμού) για το 2002, 7 στους 10 μερικώς απασχολούμενους είναι γυναίκες: σε σύνολο 178.052 το 68,2% (121.564) είναι γυναίκες και το 31,8% (56.488) είναι άντρες. Το 12,1% των μερικώς απασχολουμένων γυναικών είναι ηλικίας 25-29 ετών, ενώ το 35,8% είναι ηλικίας 30-44 ετών (κατηγορία στην οποία ανήκουν οι περισσότερες από τις γυναίκες που αποκτούν παιδί για πρώτη φορά). Το 42,8% των εργαζομένων γυναικών δηλώνουν ότι απασχολούνται μερικώς «επειδή δεν μπορούν να βρουν πλήρη απασχόληση», ενώ το ποσοστό εκείνων που «δεν ήθελαν πλήρη απασχόληση» κατρακυλά στο 33,3%, όταν μόλις μια εξαετία πριν, ήταν στο 45,1%.
Στα προηγούμενα χρειάζεται να προστεθούν ορισμένα στοιχεία (και πάλι από το ΠΑΕΠ) που δείχνουν τι εννοούν (και τι φιλοδοξίες τρέφουν) οι ιθύνοντες της ΕΕ, αλλά και οι κυβερνήσεις της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ, όταν επιμένουν ότι η Ελλάδα αναπτύσσεται ακόμα με πολύ χαμηλούς ρυθμούς, ότι η εφαρμογή των «μεταρρυθμίσεων» πρέπει να επισπευσθεί. Αναφέρουμε τα ποσοστά μερικής απασχόλησης σε χώρες-μέλη της ΕΕ που η ελληνική αστική τάξη παρουσιάζει ως πρότυπα οικονομικής ανάπτυξης (τα στοιχεία αφορούν το 2001):
Γερμανία: 20,3%, ειδικά στις γυναίκες: 39,2%.
Ηνωμένο Βασίλειο: 24,9%, ειδικά στις γυναίκες: 44,1%.
Γαλλία: 16,4%, ειδικά στις γυναίκες: 30,4%.
Στην Ολλανδία η μερική απασχόληση έχει εκσφενδονιστεί στα ύψη, αφού ο γενικός μέσος όρος για το 2001 βρισκόταν στο 42,2%, ενώ ειδικά για τις γυναίκες στο ...71,3%!
Τέλος, σύμφωνα με έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το Φλεβάρη του 2005, η μερική απασχόληση των γυναικών στην «Ευρώπη των 25» φτάνει το 30,4%. Που σημαίνει ότι στην «Ευρώπη των 25», πάνω από 3 στις 10 γυναίκες κινδυνεύουν να μη συγκεντρώσουν ποτέ τα απαραίτητα ένσημα για τη συνταξιοδότησή τους, την ώρα που ήδη εξαρτώνται οικονομικά από κάποιο άλλο μέλος της οικογένειάς τους. Αυτό είναι το μέλλον που επιφυλάσσει η αστική τάξη στις επόμενες γενιές των γυναικών, αλλά και συνολικά τη νεολαία.
Ολοκληρώνοντας την αναφορά σε στοιχεία που αφορούν τη μερική απασχόληση, έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον ορισμένα στοιχεία που αφορούν τη σύνδεση της μερικής απασχόλησης με την κερδοφορία των επιχειρήσεων. Σε έρευνα του ΠΑΕΠ (2003) από την κατηγορία «Κείμενα Εργασίας» με τίτλο: «Μερική Απασχόληση και Δυναμισμός Επιχειρήσεων», αναφέρονται τα εξής στοιχεία για το ισοζύγιο κερδοφορίας και μερικής απασχόλησης:
Πάνω από τις μισές επιχειρήσεις (53,98%) που απασχολούν το 1-20% του προσωπικού τους με μερική απασχόληση, δηλώνουν ότι «τα καθαρά κέρδη της επιχείρησης την τελευταία τριετία κατά μέσο όρο αυξήθηκαν».
Το ίδιο ισχύει και για περισσότερες από μία στις τέσσερις επιχειρήσεις (28,8%) που απασχολούν το 21-40% του προσωπικού τους με μερική απασχόληση.
Αλλά και για περίπου μία στις τέσσερις επιχειρήσεις (24,3%) που απασχολούν το 41-60% του προσωπικού τους με μερική απασχόληση.