Στις 16 Φεβρουαρίου του 2005 οι κονδυλοφόροι των αρθρογράφων του Διεθνούς Τύπου που παρακολουθούν τα θέματα οικονομίας και περιβάλλοντος πήραν «φωτιά»: την ημέρα αυτή τέθηκε σε ισχύ το πολυδιαφημισμένο - και όχι άδικα από τη μεριά των αστών, όπως θα δούμε - Πρωτόκολλο του Κιότο. Ο θόρυβος ήταν μάλλον δικαιολογημένος, αν σκεφτεί κανείς ότι το εν λόγω κείμενο είχε μεν υπογραφεί από εκπροσώπους 130 και πλέον κυβερνήσεων ήδη από το Δεκέμβρη του 1997 στα πλαίσια της 3ης Διακυβερνητικής Διάσκεψης για το Περιβάλλον και τις Κλιματικές αλλαγές, η υπογραφή αυτή ωστόσο συνοδεύτηκε από τη διατυπωμένη ως ρήτρα εφαρμογής υποχρέωση κύρωσης του Πρωτοκόλλου από έναν τέτοιο αριθμό χωρών ο οποίος να αντιπροσωπεύει κατ’ ελάχιστον το 55% των παγκοσμίων εκπομπών αερίων ρύπων που ευθύνονται για το «φαινόμενο του Θερμοκηπίου», κυρίως του διοξειδίου του άνθρακα (CO2) και του μεθανίου (CH4). Η σαφής και κατηγορηματική άρνηση των ΗΠΑ να κυρώσουν το Πρωτόκολλο και η επί μακρόν ταλάντευση της Ρωσίας (μέχρι την τελική κύρωσή του από την Κρατική Δούμα το φθινόπωρο του 2004) τροφοδότησαν ένα κύμα αμφισβητήσεων για την βιωσιμότητα του Πρωτοκόλλου, μάλλον δυσανάλογη με το αληθινό περιεχόμενό του, πρέπει να ομολογήσουμε. Η δε «ευτυχής» έκβαση της υπόθεσης, για εκείνους που «πόνταραν» στο Κιότο και σε ό,τι εισήγαγε, είναι ακόμα εξαιρετικά πρόωρο να κριθεί οριστικά. Οσο για τους λαούς και το - υποτίθεται - αντικείμενο της Συνθήκης, δηλαδή την προστασία του περιβάλλοντος, τέτοια έκβαση δεν υπήρξε ποτέ και δεν πρόκειται να υπάρξει... Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά.