Στην περίοδο από το ’90-91 έως σήμερα μια σειρά εξελίξεις στην παιδεία, αλλά και γενικότερα, διαμόρφωσαν στα σχολεία και στη ζωή του μαθητή νέα στοιχεία ή ενίσχυσαν παλιότερα.
Με τους νόμους που ψήφισε το ΠΑΣΟΚ και στη συνέχεια με τις επιλογές που προωθεί η ΝΔ το εκπαιδευτικό πρόγραμμα ενισχύεται και προσαρμόζεται στις νέες στρατηγικές στοχεύσεις του κεφαλαίου. Είτε πρόκειται για τις γενικές κατευθύνσεις της Λισαβόνας είτε της Συνόδου της Μπολόνια είτε της Πράγας, η εκπαιδευτική και παιδαγωγική πολιτική αντιδρά επιθετικά με βάση τις απαιτήσεις του κεφαλαίου και των διακρατικών καπιταλιστικών ενώσεων σήμερα. Η σύγχρονη εκπαιδευτική πολιτική της ΕΕ και των ελληνικών κυβερνήσεων οδηγεί από τα πιο μικρά χρόνια στην καταστροφή της σκέψης, του ταλέντου, της ανάπτυξης των ιδιαίτερων κλίσεων και δεξιοτήτων. Καταργείται και στην πράξη, επίσημα και πανηγυρικά, το διακηρυγμένο καθολικό δικαίωμα στη γενική μόρφωση, στο ενιαίο πρόγραμμα του σχολείου, η σύνδεση της μόρφωσης με γενικότερους κοινωνικούς στόχους.
Οι συνέπειες της διαβόητης αντιεκπαιδευτικής «μεταρρύθμισης» που εφάρμοσε η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ και συνεχίζει σήμερα η ΝΔ έχουν ήδη συσσωρευτεί και εκφραστεί στη ζωή των νέων και των οικογενειών τους.
Το φροντιστήριο ή το ιδιωτικό μάθημα επεκτάθηκε προς το Γυμνάσιο, ενώ ταυτόχρονα έχει αυξηθεί και ο μέσος όρος του χρόνου φροντιστηριακής φοίτησης. Τουλάχιστον το 85% των μαθητών κάνουν φροντιστήριο, το λιγότερο για 2,5 χρόνια πριν τις εισαγωγικές εξετάσεις για το πανεπιστήμιο, ενώ ένα μεγάλο ποσοστό από αυτούς κάνουν και ιδιαίτερα μαθήματα. Οι ηλικίες έναρξης ολοένα και κατεβαίνουν. Στην ουσία η πλειοψηφία των μαθητών πηγαίνει σε δύο «σχολεία». Οσον αφορά τη δαπάνη, σύμφωνα με παλιότερο δημοσίευμα[1] ανέρχεται σε τουλάχιστον 322,58 ευρώ το μήνα, ενώ η συνολική δαπάνη προετοιμασίας (φροντιστήρια, ιδιαίτερα) για την εισαγωγή στην ανώτατη εκπαίδευση ανέρχεται σε 7.747,2 ευρώ. Στη σημερινή πραγματικότητα αυτές οι τιμές είναι αυξημένες αν σκεφτεί κανείς ότι κάθε χρόνο σχεδόν αυξάνονται τα δίδακτρα στα φροντιστήρια. Η ένταση του ανταγωνισμού στα φροντιστήρια οδηγεί στο να αναπτύσσουν μια σειρά από δραστηριότητες προκειμένου να προσελκύσουν τους μαθητές. Ετσι αρκεί να ψάξει κανείς σε ιστοσελίδες φροντιστηρίων σε όλες τις μεγάλες πόλεις για να διαπιστώσει ότι υπάρχουν φροντιστήρια που παράλληλα με τα μαθήματα προσφέρουν προγράμματα ψυχολογικής υποστήριξης για τους μαθητές και τους γονείς τους στην περίοδο των εξετάσεων, κάνουν σεμινάρια και οργανώνουν εργαστήρια επαγγελματικού προσανατολισμού. Ακόμα στη λειτουργία των φροντιστηρίων έχουν ήδη ενσωματωθεί ρυθμίσεις που προωθούνται στην εκπαίδευση. Εχουν εσωτερικούς κανονισμούς λειτουργίας, ενώ σε κάποια η κάρτα εγγραφής του μαθητή εξασφαλίζει έκπτωση στα προϊόντα επιχειρήσεων, όπως στα sterscinema ή στα γυμναστήρια Gymnasiym. Ως πρωτοποριακά παρουσιάζονται τα προγράμματα αξιολόγησης των καθηγητών από τους μαθητές, ενώ κάποια από τα μεγαλύτερα φροντιστήρια υλοποιούν και προγράμματα ομαδικής ασφάλισης των μαθητών από μεγάλες ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρίες. Τέλος όλα σχεδόν τα φροντιστήρια οργανώνουν «ψυχαγωγικές και μορφωτικές» δραστηριότητες, δηλαδή εκδρομές για να μπουν και αυτά στο μεγάλο εμπόριο των ταξιδιωτικών πρακτορείων, αλλά και εξόδους σε μεγάλα νυχτερινά κέντρα. Η γενικευμένη κατάσταση με τα φροντιστήρια από τη μία δημιουργεί αγανάκτηση στις λαϊκές οικογένειες για τη δαπάνη, από την άλλη όμως συμβάλλει για να διαμορφώνεται μια αντίληψη στους μαθητές και στους γονείς που δε συσχετίζει τη λειτουργία και το περιεχόμενο του δημόσιου σχολείου με την ύπαρξη των φροντιστηρίων, αλλά θεωρεί ότι το σχολείο δε βρίσκεται στο επίπεδο του φροντιστηρίου. Ετσι και η ιδιωτική εκπαίδευση εξωραΐζεται και υποβαθμίζεται ή και εκμηδενίζεται η απαίτηση για δημόσια δωρεάν παιδεία με περιεχόμενο ικανό να εξασφαλίσει γενική μόρφωση και τεχνική γνώση, με αυτοτελή αξία κατά την αποφοίτηση. Ολη τους η λειτουργία τείνει να παγιώσει στη συνείδηση των μαθητών ότι σε αυτά συντελείται η κύρια εκπαιδευτική λειτουργία, ενώ το σχολείο είναι σχεδόν «πάρεργο».
Τα τελευταία χρόνια και ιδιαίτερα μετά τη διαβόητη «μεταρρύθμιση Αρσένη», έχει μειωθεί τραγικά ο ελεύθερος χρόνος των μαθητών. Η μετατροπή του σχολείου σε εξεταστικό κέντρο, το άγχος, το ατελείωτο τρέξιμο δημιουργούν την αίσθηση της καταπίεσης στους μαθητές. Νιώθουν ότι δεν έχουν τη δυνατότητα να κάνουν κάτι που τους αρέσει, να δημιουργήσουν. Από τις πιο μικρές ηλικίες έχει λείψει ακόμα και αυτό το τόσο απαραίτητο παιχνίδι. Παράλληλα όλα αυτά τα χρόνια εντάθηκε ο αυταρχισμός στο σχολείο. Ο τελευταίος σχολικός κανονισμός προβλέπει ποινές για όλα, θεωρεί την τιμωρία ως παιδαγωγικό μέσο, αφήνοντας περιθώρια και στις πιο ακραίες εκδηλώσεις αυταρχισμού. Ετσι δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που διευθυντές δεν αρκούνται στην τιμωρία, αλλά επιδιώκουν την αυτοτιμωρία των μαθητών (π.χ. τις αφίσες δεν τις κατεβάζει η διεύθυνση του σχολείου ή ο φύλακας, αλλά βάζουν τους ίδιους τους μαθητές να το κάνουν) ή βάζουν τους μισούς μαθητές να τιμωρούν τους άλλους μισούς. Είναι σχετικά νωπό ακόμα το παράδειγμα καθηγήτριας (που αν και μεμονωμένο δείχνει την τάση αν δεν αντιμετωπιστεί), που απαγόρεψε στους μαθητές μιας τάξης να κάθονται στο ίδιο θρανίο, πίσω ή γύρω από μια μαθήτρια γιατί οι απόψεις που έφερνε στο σχολείο -με τον «Οδηγητή»- ήταν μιασματικές. Ολη αυτή η αίσθηση καταπίεσης συσσωρεύει αγανάκτηση στους μαθητές. Είναι το σπίρτο που πολλές φορές ανάβει και εκφράζεται η οργή μέσα από τις μαθητικές κινητοποιήσεις. Πολλές φορές οι μαθητές βγήκαν στο δρόμο και αφορμή ήταν η αγανάκτηση από όλη αυτή την κατάσταση. Από την άλλη όμως αυτή η αίσθηση ανελευθερίας δημιουργεί στους μαθητές την επιθυμία «να μην έχω κανέναν πάνω από το κεφάλι μου». Λόγω της μικρής κοινωνικής τους πείρας δεν μπορούν να ερμηνεύσουν ότι οι ελευθεριακές αντιλήψεις δεν έχουν καμιά σχέση με την κοινωνική πραγματικότητα. Δε συνειδητοποιούν τον αντιδραστικό χαρακτήρα της άποψης «να κάνει ο καθένας ό,τι θέλει», θεωρώντας ως αρνητική κάθε μορφή πειθαρχίας.
Τα τελευταία χρόνιααυξήθηκε σημαντικά ο αριθμός των νέων μεταναστών που βρίσκονται στην εκπαίδευση. Στη χώρα μας μεγαλώνουν νέες γενιές μεταναστών. Μεγάλος όγκος είναι ήδη στη μέση εκπαίδευση. Σε ορισμένες περιοχές ο αριθμός των νέων μεταναστών είναι ιδιαίτερα μεγάλος. Σύμφωνα με τα στοιχεία που δίνουν τα σχολεία, τα παιδιά των αλλοδαπών στο Δήμο της Αθήνας αποτελούν το 30,7% των μαθητών. Συνυπολογίζοντας και παιδιά των οποίων ο ένας γονιός μπορεί να είναι ελληνικής καταγωγής, το ποσοστό των αλλοδαπών μαθητών εμφανίζεται αυξημένο (40,3%). Σε ορισμένα σχολεία, ιδιαίτερα στα ΤΕΕ, το ποσοστό φθάνει το 83,7% των μαθητών[2]. Οι μαθητές αυτοί στο μεγαλύτερο μέρος τους είναι παιδιά πολύ φτωχών οικογενειών, οι γονείς τους είναι κατά κύριο λόγο οικονομικοί μετανάστες. Εκτός από τις δυσκολίες που προκύπτουν από τη ταξική τους θέση και το γεγονός ότι ζουν σε μια ξένη χώρα, έχουν συχνά να αντιμετωπίσουν και ξενοφοβικές ή εθνικιστικές αντιλήψεις, τόσο των καθηγητών τους όσο και των συμμαθητών τους, κυρίως οι Αλβανοί μετανάστες. Αν και αυτές οι αντιλήψεις δεν υιοθετούνται από όλους τους μαθητές, ωστόσο καλλιεργείται ο φόβος για τον αλλοδαπό, ενώ πολλές φορές οι γονείς αποφεύγουν τα παιδιά τους να πηγαίνουν σε σχολεία όπου πηγαίνουν πολλά μεταναστόπουλα. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 30% των εκπαιδευτικών εκτιμά ότι η ύπαρξη αλλοδαπών μαθητών επιδρά αρνητικά στο επίπεδο της τάξης ενοχοποιώντας γι’ αυτό τα ίδια τα παιδιά.
Οι εξελίξεις που προωθούνται εντάσσονται σε ένα ενιαίο μακρόχρονο σχεδιασμό της αστικής τάξης που ήδη έχει «αποδώσει καρπούς» και τώρα ενισχύεται. Εντείνονται ακόμα περισσότερο οι ταξικοί φραγμοί, ιδιαίτερα στη βαθμίδα του Λυκείου και του Πανεπιστημίου. Το σχολείο που προετοιμάζουν θα οδηγεί χιλιάδες μαθητών να εγκαταλείπουν πρόωρα το σχολείο γενικής μόρφωσης και να στρέφονται στην κατάρτιση. Το περιεχόμενο των σχολικών προγραμμάτων προσαρμόζεται σε μια πιο σύγχρονη ιδεολογική χειραγώγηση και ενσωμάτωση των νέων στο σύστημα («κοινός στόχος η επιχειρηματικότητα, ανταγωνιστικότητα κλπ.»).
Στόχος της πολιτικής των αναδιαρθρώσεων είναι η μαζική στροφή προς την κατάρτιση, προκειμένου η παιδεία να εκσυγχρονιστεί για να ανταποκριθεί στις νέες ανάγκες των επιχειρήσεων. Οι ανάγκες των επιχειρήσεων για φτηνές καταρτίσεις, αφού οι τυποποιημένες δεξιότητες χωρίς γνωστικό υπόβαθρο γρήγορα απαξιώνονται, δημιουργούν την ανάγκη της «δια βίου» επανακατάρτισης. Αστικές, εγχώριες και ενωσιακές δυνάμεις εντοπίζουν καθυστέρηση στην υλοποίηση αυτής της κατεύθυνσης στην Ελλάδα, αφού ο μέχρι τώρα σχεδιασμός τους με τη λειτουργία των ΤΕΕ δεν οδήγησε στο επιθυμητό γι’ αυτούς αποτέλεσμα. Επιταχύνουν λοιπόν τα μέτρα. Ο πρώτος διαχωρισμός θα δρομολογείται μέσα από τα διαφοροποιημένα προγράμματα στο δημοτικό και στο γυμνάσιο. Ολα τα παιδιά να φτάνουν στο Γυμνάσιο, έχοντας όμως διαφορετικού επιπέδου γνώσεις και από εκεί και πέρα τα παιδιά των λαϊκών οικογενειών να κατευθύνονται προς την τεχνική εκπαίδευση, τα ΕΠΑΛ και τα ΕΠΑΣ. Διαμορφώνεται από τη μία ένα «γενικό» λύκειο, με μοναδικό ρόλο την προετοιμασία για την εισαγωγή στα ΑΕΙ, όπου υποτιμιέται η αξία της πρακτικής εργασίας και από την άλλη τα σχολεία της φτηνής γνώσης, όπου θα καταλήγουν όσοι «δεν παίρνουν τα γράμματα, αλλά πιάνουν τα χέρια τους».
Το εκπαιδευτικό σύστημα εκσυγχρονίζει την ιδεολογική του παρέμβαση. Το αναδιαρθρωμένο πρόγραμμα αποβαίνει σε βάρος της γενικής μόρφωσης, της κριτικής άποψης και της ικανότητας γενίκευσης. Για παράδειγμα στην Ιστορία παραλείπονται ιστορικές περίοδοι και δίνεται έμφαση σε τοπικά στοιχεία, π.χ. η ιστορία της πόλης μας ή της πλατείας μας. Αλλο στοιχείο είναι η αντιεπιστημονικότητα. Για παράδειγμα στο θέμα «της εμφάνισης» του ανθρώπου διδάσκονται στα παιδιά και η θεωρία της εξέλιξης του Δαρβίνου, και η θεωρία του Νοήμονος Σχεδιασμού, ότι δηλαδή κάποια ανώτερη δύναμη -ο Θεός- έκανε την αρχή, δημιούργησε τον άνθρωπο και στη συνέχεια έδωσε ώθηση στην εξέλιξη. Παράλληλα τα παιδιά παροτρύνονται να ανακαλύψουν στο internet και άλλες θεωρίες. Μετά την παράθεση όλων των απόψεων που διδάχτηκαν ή βρέθηκαν σε κάποια ιστοσελίδα, τα παιδιά καλούνται να διαλέξουν όποια τους ταιριάζει περισσότερο. Με αυτή τη μέθοδο εξισώνεται το επιστημονικό με το αντιεπιστημονικό, με το μύθο.
Ταυτόχρονα εντείνεται η ιδεολογική μεροληψία. Ηδη στα νέα σχολικά βιβλία εκθειάζεται η λογική της συναίνεσης (βλ. στο βιβλίο Ιστορίας της Ε΄ Δημοτικού ότι η «Στάση του Νίκα» έγινε με τη μέγιστη δυνατή συναίνεση), ενοχοποιείται το εργατικό κίνημα για τις δικτατορίες (μεγάλος αριθμός εργατών και υπαλλήλων μένει άνεργος και οι περισσότεροι πολίτες αντιδρούν με πορείες, διαδηλώσεις και απεργίες. Πολλά δημοκρατικά πολιτεύματα, κάτω από αυτή την πίεση, σταδιακά καταρρέουν (στο βιβλίο ιστορίας της ΣΤ` Δημοτικού). Ακόμα μέσα από τα διάφορα προγράμματα της ΕΕ (βλ. Ανοιξη της Ευρώπης κλπ.) τα παιδιά διαπαιδαγωγούνται στις ευρωενωσιακές αρχές. Προβάλλεται ως υπέρτατη αξία η ανταγωνιστικότητα και η επιχειρηματικότητα, π.χ. μέσα από πρόγραμμα δημιουργίας εικονικών επιχειρήσεων, το οποίο γίνεται στα ΤΕΕ με χρηματοδότηση από το ΕΠΕΑΚ.
Συνολικά η προώθηση των αναδιαρθρώσεων τόσο στην παιδεία, όσο και στην εργασία εντείνει την ανασφάλεια που νιώθουν οι μαθητές για το μέλλον. Νιώθουν την απειλή της ανεργίας πριν ακόμα τελειώσουν το σχολείο.Αλλωστε δεν είναι τυχαίο ότι οι μαθητές πιο έντονα από παλιότερα επιλέγουν τις σπουδές τους με αποκλειστικό κριτήριο ποια σχολή θα μπορούσε να αποφέρει επαγγελματική αποκατάσταση και χρήμα. Για παράδειγμα τα τελευταία χρόνια υπάρχει μαζική στροφή των μαθητών προς τα παιδαγωγικά τμήματα για την προσχολική και πρωτοβάθμια εκπαίδευση, με μοναδικό κριτήριο ότι οι δάσκαλοι και οι νηπιαγωγοί διορίζονται στη δημόσια εκπαίδευση και στη συνέχεια εξαιτίας της κατάργησης των κατατακτηρίων εξετάσεων στα αντίστοιχα τμήματα των σχολών.
Παίρνοντας υπόψη μας λοιπόν αυτά τα νέα στοιχεία και την επίδραση που έχουν στη συνείδηση των μαθητών, η ΚΝΕ μπορεί και πρέπει να προβάλλει πιο αποφασιστικά τις θέσεις του κόμματος για το περιεχόμενο της παιδείας που χρειάζονται τα παιδιά της εργατικής και της λαϊκής οικογένειας, το πώς συνδέεται το περιεχόμενο της παιδείας με την επαγγελματική ικανότητα, το δικαίωμα στην κοινωνική εργασία. Να αναδεικνύεται ο πολιτικός χαρακτήρας αυτών των επιλογών όπως και αυτών που ζούμε σήμερα. Να μπαίνει το φύτρο της οργανωμένης μαζικής διεκδίκησης, έξω από τα χειραγωγικά πλαίσια της διεύθυνσης του σχολείου.
Η εμπειρία άλλωστε του τελευταίου διαστήματος έδειξε ότι μπορούν να αναπτύσσονται αγώνες, αφού υπάρχει η αντικειμενική βάση, οι ταξικές διακρίσεις για τη μεγάλη πλειοψηφία των μαθητών.
Ακόμα και αν σήμερα δε γίνεται κατανοητή η ταξική φύση των προβλημάτων και αν προσωποποιούνται οι ταξικές ευθύνες, π.χ. «φταίει η σημερινή υπουργός Παιδείας», ωστόσο συσσωρεύεται αγανάκτηση. Οι μαθητές νιώθουν να ασφυκτιούν.Αυτό που νιώθουν έντονα είναι ότι συντελείται μια «μεγάλη αδικία» σε βάρος τους και σε βάρος της οικογένειάς τους. Θεωρούν άδικο να μην έχουν ελεύθερο χρόνο, να ξοδεύουν ώρες πάνω από βιβλία που δεν καταλαβαίνουν ή νιώθουν άχρηστα όσα αναφέρονται. Επειδή βέβαια η οργή και η αγανάκτηση δε γίνεται αυτόματα απόφαση για αγώνα ούτε οδηγούν αυτόματα στην κατανόηση της αιτίας των προβλημάτων, πολύ περισσότερο σε τόσο μικρές ηλικίες, χρειάζεται να γίνει πιο ουσιαστική η παρέμβαση της ΚΝΕ. Η εμπειρία που απόκτησαν πολλοί μαθητές από τις τελευταίες κινητοποιήσεις βοήθησε στο να ενδιαφερθούν περισσότερο, να αναζητήσουν τα αίτια αυτής της κατάστασης, να εξετάσουν τη στάση όλων των πολιτικών κομμάτων και αρκετοί μαθητές να ξεδιαλύνουν ποιοι στηρίζουν και ποιοι είναι αντίπαλοι στον αγώνα τους. Κάτι τέτοιο έγινε δυνατό στο βαθμό που και η παρέμβαση της ΚΝΕ, ξεκινώντας από τα προβλήματα στο σχολείο και τη ζωή του μαθητή, προσανατολίστηκε πιο εύστοχα να αναδεικνύει την αιτία των προβλημάτων αυτών, ανταποκρίθηκε με επάρκεια στην αντιπαράθεση που αναπτύχθηκε με τις άλλες δυνάμεις, μίλησε για την πρότασή μας για το σχολείο και τη συνέδεσε με τη γενική πολιτική πρόταση του Κόμματος. Εχει μεγάλη σημασία λοιπόν και μπροστά στη σύσκεψη για το μαθητικό κίνημα, να αναλύσουμε τον προβληματισμό μας για το πώς θα συμβάλουμε πιο αποφασιστικά στην ανάπτυξη και στην οργάνωση του μαθητικού κινήματος.