ΓΙΑ ΤΟ ΜΑΘΗΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΤΗΣ ΚΝΕ


της Βαγγελιώς Πλατανιά

Η τρίμηνη πολιτική καμπάνια του ΚΚΕ για την παιδεία είναι σε εξέλιξη. Παράλληλα συνεχίζονται οι μεγάλες κινητοποιήσεις στο χώρο της παιδείας ως απάντηση στην προώθηση των αναδιαρθρώσεων που προωθεί η κυβέρνηση της ΝΔ, συνεχίζοντας την πολιτική των κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ. Η ΚΝΕ όλο αυτό το διάστημα με την αυτοτελή της παρέμβαση, αλλά και την παρέμβαση στο κίνημα, συνέβαλε στην ανάπτυξη των αγωνιστικών διεργασιών.

Είμαστε σήμερα πιο ώριμοι, πιο έμπειροι μπροστά στην Πανελλαδική Σύσκεψη για τη δουλειά μας στο μαθητικό κίνημα, να ανταποκριθούμε στο καθήκον που μας ανέθεσε το 9ο Συνέδριο: Να δυναμώσει η παρέμβαση της ΚΝΕ στα σχολεία και στο μαθητικό κίνημα, ώστε και το ίδιο το κίνημα να αναπτύσσεται. Μπροστά σε αυτό το καθήκον είναι συμβολή στον προβληματισμό το να εξετάσουμε τα νέα στοιχεία που υπάρχουν και διαμορφώνονται στο εκπαιδευτικό σύστημα, τη διαπάλη που αναπτύσσεται, να προβληματιστούμε για τη λειτουργία, τη σταθερότητα, την αυτοτέλεια και τη δομή του μαθητικού κινήματος. Οι μαθητικές κινητοποιήσεις του προηγούμενου διαστήματος τροφοδοτούν τον προβληματισμό μας τόσο για το μαθητικό κίνημα, όσο και για την παρέμβασή μας σε αυτό.

ΝΕΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΣΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΚΑΙ ΣΤΗ ΖΩΗ ΤΟΥ ΜΑΘΗΤΗ ΟΙ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΣΤΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΤΩΝ ΜΑΘΗΤΩΝ

Στην περίοδο από το ’90-91 έως σήμερα μια σειρά εξελίξεις στην παιδεία, αλλά και γενικότερα, διαμόρφωσαν στα σχολεία και στη ζωή του μαθητή νέα στοιχεία ή ενίσχυσαν παλιότερα.

Με τους νόμους που ψήφισε το ΠΑΣΟΚ και στη συνέχεια με τις επιλογές που προωθεί η ΝΔ το εκπαιδευτικό πρόγραμμα ενισχύεται και προσαρμόζεται στις νέες στρατηγικές στοχεύσεις του κεφαλαίου. Είτε πρόκειται για τις γενικές κατευθύνσεις της Λισαβόνας είτε της Συνόδου της Μπολόνια είτε της Πράγας, η εκπαιδευτική και παιδαγωγική πολιτική αντιδρά επιθετικά με βάση τις απαιτήσεις του κεφαλαίου και των διακρατικών καπιταλιστικών ενώσεων σήμερα. Η σύγχρονη εκπαιδευτική πολιτική της ΕΕ και των ελληνικών κυβερνήσεων οδηγεί από τα πιο μικρά χρόνια στην καταστροφή της σκέψης, του ταλέντου, της ανάπτυξης των ιδιαίτερων κλίσεων και δεξιοτήτων. Καταργείται και στην πράξη, επίσημα και πανηγυρικά, το διακηρυγμένο καθολικό δικαίωμα στη γενική μόρφωση, στο ενιαίο πρόγραμμα του σχολείου, η σύνδεση της μόρφωσης με γενικότερους κοινωνικούς στόχους.

Οι συνέπειες της διαβόητης αντιεκπαιδευτικής «μεταρρύθμισης» που εφάρμοσε η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ και συνεχίζει σήμερα η ΝΔ έχουν ήδη συσσωρευτεί και εκφραστεί στη ζωή των νέων και των οικογενειών τους.

Το φροντιστήριο ή το ιδιωτικό μάθημα επεκτάθηκε προς το Γυμνάσιο, ενώ ταυτόχρονα έχει αυξηθεί και ο μέσος όρος του χρόνου φροντιστηριακής φοίτησης. Τουλάχιστον το 85% των μαθητών κάνουν φροντιστήριο, το λιγότερο για 2,5 χρόνια πριν τις εισαγωγικές εξετάσεις για το πανεπιστήμιο, ενώ ένα μεγάλο ποσοστό από αυτούς κάνουν και ιδιαίτερα μαθήματα. Οι ηλικίες έναρξης ολοένα και κατεβαίνουν. Στην ουσία η πλειοψηφία των μαθητών πηγαίνει σε δύο «σχολεία». Οσον αφορά τη δαπάνη, σύμφωνα με παλιότερο δημοσίευμα[1] ανέρχεται σε τουλάχιστον 322,58 ευρώ το μήνα, ενώ η συνολική δαπάνη προετοιμασίας (φροντιστήρια, ιδιαίτερα) για την εισαγωγή στην ανώτατη εκπαίδευση ανέρχεται σε 7.747,2 ευρώ. Στη σημερινή πραγματικότητα αυτές οι τιμές είναι αυξημένες αν σκεφτεί κανείς ότι κάθε χρόνο σχεδόν αυξάνονται τα δίδακτρα στα φροντιστήρια. Η ένταση του ανταγωνισμού στα φροντιστήρια οδηγεί στο να αναπτύσσουν μια σειρά από δραστηριότητες προκειμένου να προσελκύσουν τους μαθητές. Ετσι αρκεί να ψάξει κανείς σε ιστοσελίδες φροντιστηρίων σε όλες τις μεγάλες πόλεις για να διαπιστώσει ότι υπάρχουν φροντιστήρια που παράλληλα με τα μαθήματα προσφέρουν προγράμματα ψυχολογικής υποστήριξης για τους μαθητές και τους γονείς τους στην περίοδο των εξετάσεων, κάνουν σεμινάρια και οργανώνουν εργαστήρια επαγγελματικού προσανατολισμού. Ακόμα στη λειτουργία των φροντιστηρίων έχουν ήδη ενσωματωθεί ρυθμίσεις που προωθούνται στην εκπαίδευση. Εχουν εσωτερικούς κανονισμούς λειτουργίας, ενώ σε κάποια η κάρτα εγγραφής του μαθητή εξασφαλίζει έκπτωση στα προϊόντα επιχειρήσεων, όπως στα sterscinema ή στα γυμναστήρια Gymnasiym. Ως πρωτοποριακά παρουσιάζονται τα προγράμματα αξιολόγησης των καθηγητών από τους μαθητές, ενώ κάποια από τα μεγαλύτερα φροντιστήρια υλοποιούν και προγράμματα ομαδικής ασφάλισης των μαθητών από μεγάλες ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρίες. Τέλος όλα σχεδόν τα φροντιστήρια οργανώνουν «ψυχαγωγικές και μορφωτικές» δραστηριότητες, δηλαδή εκδρομές για να μπουν και αυτά στο μεγάλο εμπόριο των ταξιδιωτικών πρακτορείων, αλλά και εξόδους σε μεγάλα νυχτερινά κέντρα. Η γενικευμένη κατάσταση με τα φροντιστήρια από τη μία δημιουργεί αγανάκτηση στις λαϊκές οικογένειες για τη δαπάνη, από την άλλη όμως συμβάλλει για να διαμορφώνεται μια αντίληψη στους μαθητές και στους γονείς που δε συσχετίζει τη λειτουργία και το περιεχόμενο του δημόσιου σχολείου με την ύπαρξη των φροντιστηρίων, αλλά θεωρεί ότι το σχολείο δε βρίσκεται στο επίπεδο του φροντιστηρίου. Ετσι και η ιδιωτική εκπαίδευση εξωραΐζεται και υποβαθμίζεται ή και εκμηδενίζεται η απαίτηση για δημόσια δωρεάν παιδεία με περιεχόμενο ικανό να εξασφαλίσει γενική μόρφωση και τεχνική γνώση, με αυτοτελή αξία κατά την αποφοίτηση. Ολη τους η λειτουργία τείνει να παγιώσει στη συνείδηση των μαθητών ότι σε αυτά συντελείται η κύρια εκπαιδευτική λειτουργία, ενώ το σχολείο είναι σχεδόν «πάρεργο».

Τα τελευταία χρόνια και ιδιαίτερα μετά τη διαβόητη «μεταρρύθμιση Αρσένη», έχει μειωθεί τραγικά ο ελεύθερος χρόνος των μαθητών. Η μετατροπή του σχολείου σε εξεταστικό κέντρο, το άγχος, το ατελείωτο τρέξιμο δημιουργούν την αίσθηση της καταπίεσης στους μαθητές. Νιώθουν ότι δεν έχουν τη δυνατότητα να κάνουν κάτι που τους αρέσει, να δημιουργήσουν. Από τις πιο μικρές ηλικίες έχει λείψει ακόμα και αυτό το τόσο απαραίτητο παιχνίδι. Παράλληλα όλα αυτά τα χρόνια εντάθηκε ο αυταρχισμός στο σχολείο. Ο τελευταίος σχολικός κανονισμός προβλέπει ποινές για όλα, θεωρεί την τιμωρία ως παιδαγωγικό μέσο, αφήνοντας περιθώρια και στις πιο ακραίες εκδηλώσεις αυταρχισμού. Ετσι δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που διευθυντές δεν αρκούνται στην τιμωρία, αλλά επιδιώκουν την αυτοτιμωρία των μαθητών (π.χ. τις αφίσες δεν τις κατεβάζει η διεύθυνση του σχολείου ή ο φύλακας, αλλά βάζουν τους ίδιους τους μαθητές να το κάνουν) ή βάζουν τους μισούς μαθητές να τιμωρούν τους άλλους μισούς. Είναι σχετικά νωπό ακόμα το παράδειγμα καθηγήτριας (που αν και μεμονωμένο δείχνει την τάση αν δεν αντιμετωπιστεί), που απαγόρεψε στους μαθητές μιας τάξης να κάθονται στο ίδιο θρανίο, πίσω ή γύρω από μια μαθήτρια γιατί οι απόψεις που έφερνε στο σχολείο -με τον «Οδηγητή»- ήταν μιασματικές. Ολη αυτή η αίσθηση καταπίεσης συσσωρεύει αγανάκτηση στους μαθητές. Είναι το σπίρτο που πολλές φορές ανάβει και εκφράζεται η οργή μέσα από τις μαθητικές κινητοποιήσεις. Πολλές φορές οι μαθητές βγήκαν στο δρόμο και αφορμή ήταν η αγανάκτηση από όλη αυτή την κατάσταση. Από την άλλη όμως αυτή η αίσθηση ανελευθερίας δημιουργεί στους μαθητές την επιθυμία «να μην έχω κανέναν πάνω από το κεφάλι μου». Λόγω της μικρής κοινωνικής τους πείρας δεν μπορούν να ερμηνεύσουν ότι οι ελευθεριακές αντιλήψεις δεν έχουν καμιά σχέση με την κοινωνική πραγματικότητα. Δε συνειδητοποιούν τον αντιδραστικό χαρακτήρα της άποψης «να κάνει ο καθένας ό,τι θέλει», θεωρώντας ως αρνητική κάθε μορφή πειθαρχίας.

Τα τελευταία χρόνιααυξήθηκε σημαντικά ο αριθμός των νέων μεταναστών που βρίσκονται στην εκπαίδευση. Στη χώρα μας μεγαλώνουν νέες γενιές μεταναστών. Μεγάλος όγκος είναι ήδη στη μέση εκπαίδευση. Σε ορισμένες περιοχές ο αριθμός των νέων μεταναστών είναι ιδιαίτερα μεγάλος. Σύμφωνα με τα στοιχεία που δίνουν τα σχολεία, τα παιδιά των αλλοδαπών στο Δήμο της Αθήνας αποτελούν το 30,7% των μαθητών. Συνυπολογίζοντας και παιδιά των οποίων ο ένας γονιός μπορεί να είναι ελληνικής καταγωγής, το ποσοστό των αλλοδαπών μαθητών εμφανίζεται αυξημένο (40,3%). Σε ορισμένα σχολεία, ιδιαίτερα στα ΤΕΕ, το ποσοστό φθάνει το 83,7% των μαθητών[2]. Οι μαθητές αυτοί στο μεγαλύτερο μέρος τους είναι παιδιά πολύ φτωχών οικογενειών, οι γονείς τους είναι κατά κύριο λόγο οικονομικοί μετανάστες. Εκτός από τις δυσκολίες που προκύπτουν από τη ταξική τους θέση και το γεγονός ότι ζουν σε μια ξένη χώρα, έχουν συχνά να αντιμετωπίσουν και ξενοφοβικές ή εθνικιστικές αντιλήψεις, τόσο των καθηγητών τους όσο και των συμμαθητών τους, κυρίως οι Αλβανοί μετανάστες. Αν και αυτές οι αντιλήψεις δεν υιοθετούνται από όλους τους μαθητές, ωστόσο καλλιεργείται ο φόβος για τον αλλοδαπό, ενώ πολλές φορές οι γονείς αποφεύγουν τα παιδιά τους να πηγαίνουν σε σχολεία όπου πηγαίνουν πολλά μεταναστόπουλα. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 30% των εκπαιδευτικών εκτιμά ότι η ύπαρξη αλλοδαπών μαθητών επιδρά αρνητικά στο επίπεδο της τάξης ενοχοποιώντας γι’ αυτό τα ίδια τα παιδιά.

Οι εξελίξεις που προωθούνται εντάσσονται σε ένα ενιαίο μακρόχρονο σχεδιασμό της αστικής τάξης που ήδη έχει «αποδώσει καρπούς» και τώρα ενισχύεται. Εντείνονται ακόμα περισσότερο οι ταξικοί φραγμοί, ιδιαίτερα στη βαθμίδα του Λυκείου και του Πανεπιστημίου. Το σχολείο που προετοιμάζουν θα οδηγεί χιλιάδες μαθητών να εγκαταλείπουν πρόωρα το σχολείο γενικής μόρφωσης και να στρέφονται στην κατάρτιση. Το περιεχόμενο των σχολικών προγραμμάτων προσαρμόζεται σε μια πιο σύγχρονη ιδεολογική χειραγώγηση και ενσωμάτωση των νέων στο σύστημα («κοινός στόχος η επιχειρηματικότητα, ανταγωνιστικότητα κλπ.»).

Στόχος της πολιτικής των αναδιαρθρώσεων είναι η μαζική στροφή προς την κατάρτιση, προκειμένου η παιδεία να εκσυγχρονιστεί για να ανταποκριθεί στις νέες ανάγκες των επιχειρήσεων. Οι ανάγκες των επιχειρήσεων για φτηνές καταρτίσεις, αφού οι τυποποιημένες δεξιότητες χωρίς γνωστικό υπόβαθρο γρήγορα απαξιώνονται, δημιουργούν την ανάγκη της «δια βίου» επανακατάρτισης. Αστικές, εγχώριες και ενωσιακές δυνάμεις εντοπίζουν καθυστέρηση στην υλοποίηση αυτής της κατεύθυνσης στην Ελλάδα, αφού ο μέχρι τώρα σχεδιασμός τους με τη λειτουργία των ΤΕΕ δεν οδήγησε στο επιθυμητό γι’ αυτούς αποτέλεσμα. Επιταχύνουν λοιπόν τα μέτρα. Ο πρώτος διαχωρισμός θα δρομολογείται μέσα από τα διαφοροποιημένα προγράμματα στο δημοτικό και στο γυμνάσιο. Ολα τα παιδιά να φτάνουν στο Γυμνάσιο, έχοντας όμως διαφορετικού επιπέδου γνώσεις και από εκεί και πέρα τα παιδιά των λαϊκών οικογενειών να κατευθύνονται προς την τεχνική εκπαίδευση, τα ΕΠΑΛ και τα ΕΠΑΣ. Διαμορφώνεται από τη μία ένα «γενικό» λύκειο, με μοναδικό ρόλο την προετοιμασία για την εισαγωγή στα ΑΕΙ, όπου υποτιμιέται η αξία της πρακτικής εργασίας και από την άλλη τα σχολεία της φτηνής γνώσης, όπου θα καταλήγουν όσοι «δεν παίρνουν τα γράμματα, αλλά πιάνουν τα χέρια τους».

Το εκπαιδευτικό σύστημα εκσυγχρονίζει την ιδεολογική του παρέμβαση. Το αναδιαρθρωμένο πρόγραμμα αποβαίνει σε βάρος της γενικής μόρφωσης, της κριτικής άποψης και της ικανότητας γενίκευσης. Για παράδειγμα στην Ιστορία παραλείπονται ιστορικές περίοδοι και δίνεται έμφαση σε τοπικά στοιχεία, π.χ. η ιστορία της πόλης μας ή της πλατείας μας. Αλλο στοιχείο είναι η αντιεπιστημονικότητα. Για παράδειγμα στο θέμα «της εμφάνισης» του ανθρώπου διδάσκονται στα παιδιά και η θεωρία της εξέλιξης του Δαρβίνου, και η θεωρία του Νοήμονος Σχεδιασμού, ότι δηλαδή κάποια ανώτερη δύναμη -ο Θεός- έκανε την αρχή, δημιούργησε τον άνθρωπο και στη συνέχεια έδωσε ώθηση στην εξέλιξη. Παράλληλα τα παιδιά παροτρύνονται να ανακαλύψουν στο internet και άλλες θεωρίες. Μετά την παράθεση όλων των απόψεων που διδάχτηκαν ή βρέθηκαν σε κάποια ιστοσελίδα, τα παιδιά καλούνται να διαλέξουν όποια τους ταιριάζει περισσότερο. Με αυτή τη μέθοδο εξισώνεται το επιστημονικό με το αντιεπιστημονικό, με το μύθο.

Ταυτόχρονα εντείνεται η ιδεολογική μεροληψία. Ηδη στα νέα σχολικά βιβλία εκθειάζεται η λογική της συναίνεσης (βλ. στο βιβλίο Ιστορίας της Ε΄ Δημοτικού ότι η «Στάση του Νίκα» έγινε με τη μέγιστη δυνατή συναίνεση), ενοχοποιείται το εργατικό κίνημα για τις δικτατορίες (μεγάλος αριθμός εργατών και υπαλλήλων μένει άνεργος και οι περισσότεροι πολίτες αντιδρούν με πορείες, διαδηλώσεις και απεργίες. Πολλά δημοκρατικά πολιτεύματα, κάτω από αυτή την πίεση, σταδιακά καταρρέουν (στο βιβλίο ιστορίας της ΣΤ` Δημοτικού). Ακόμα μέσα από τα διάφορα προγράμματα της ΕΕ (βλ. Ανοιξη της Ευρώπης κλπ.) τα παιδιά διαπαιδαγωγούνται στις ευρωενωσιακές αρχές. Προβάλλεται ως υπέρτατη αξία η ανταγωνιστικότητα και η επιχειρηματικότητα, π.χ. μέσα από πρόγραμμα δημιουργίας εικονικών επιχειρήσεων, το οποίο γίνεται στα ΤΕΕ με χρηματοδότηση από το ΕΠΕΑΚ.

Συνολικά η προώθηση των αναδιαρθρώσεων τόσο στην παιδεία, όσο και στην εργασία εντείνει την ανασφάλεια που νιώθουν οι μαθητές για το μέλλον. Νιώθουν την απειλή της ανεργίας πριν ακόμα τελειώσουν το σχολείο.Αλλωστε δεν είναι τυχαίο ότι οι μαθητές πιο έντονα από παλιότερα επιλέγουν τις σπουδές τους με αποκλειστικό κριτήριο ποια σχολή θα μπορούσε να αποφέρει επαγγελματική αποκατάσταση και χρήμα. Για παράδειγμα τα τελευταία χρόνια υπάρχει μαζική στροφή των μαθητών προς τα παιδαγωγικά τμήματα για την προσχολική και πρωτοβάθμια εκπαίδευση, με μοναδικό κριτήριο ότι οι δάσκαλοι και οι νηπιαγωγοί διορίζονται στη δημόσια εκπαίδευση και στη συνέχεια εξαιτίας της κατάργησης των κατατακτηρίων εξετάσεων στα αντίστοιχα τμήματα των σχολών.

Παίρνοντας υπόψη μας λοιπόν αυτά τα νέα στοιχεία και την επίδραση που έχουν στη συνείδηση των μαθητών, η ΚΝΕ μπορεί και πρέπει να προβάλλει πιο αποφασιστικά τις θέσεις του κόμματος για το περιεχόμενο της παιδείας που χρειάζονται τα παιδιά της εργατικής και της λαϊκής οικογένειας, το πώς συνδέεται το περιεχόμενο της παιδείας με την επαγγελματική ικανότητα, το δικαίωμα στην κοινωνική εργασία. Να αναδεικνύεται ο πολιτικός χαρακτήρας αυτών των επιλογών όπως και αυτών που ζούμε σήμερα. Να μπαίνει το φύτρο της οργανωμένης μαζικής διεκδίκησης, έξω από τα χειραγωγικά πλαίσια της διεύθυνσης του σχολείου.

Η εμπειρία άλλωστε του τελευταίου διαστήματος έδειξε ότι μπορούν να αναπτύσσονται αγώνες, αφού υπάρχει η αντικειμενική βάση, οι ταξικές διακρίσεις για τη μεγάλη πλειοψηφία των μαθητών.

Ακόμα και αν σήμερα δε γίνεται κατανοητή η ταξική φύση των προβλημάτων και αν προσωποποιούνται οι ταξικές ευθύνες, π.χ. «φταίει η σημερινή υπουργός Παιδείας», ωστόσο συσσωρεύεται αγανάκτηση. Οι μαθητές νιώθουν να ασφυκτιούν.Αυτό που νιώθουν έντονα είναι ότι συντελείται μια «μεγάλη αδικία» σε βάρος τους και σε βάρος της οικογένειάς τους. Θεωρούν άδικο να μην έχουν ελεύθερο χρόνο, να ξοδεύουν ώρες πάνω από βιβλία που δεν καταλαβαίνουν ή νιώθουν άχρηστα όσα αναφέρονται. Επειδή βέβαια η οργή και η αγανάκτηση δε γίνεται αυτόματα απόφαση για αγώνα ούτε οδηγούν αυτόματα στην κατανόηση της αιτίας των προβλημάτων, πολύ περισσότερο σε τόσο μικρές ηλικίες, χρειάζεται να γίνει πιο ουσιαστική η παρέμβαση της ΚΝΕ. Η εμπειρία που απόκτησαν πολλοί μαθητές από τις τελευταίες κινητοποιήσεις βοήθησε στο να ενδιαφερθούν περισσότερο, να αναζητήσουν τα αίτια αυτής της κατάστασης, να εξετάσουν τη στάση όλων των πολιτικών κομμάτων και αρκετοί μαθητές να ξεδιαλύνουν ποιοι στηρίζουν και ποιοι είναι αντίπαλοι στον αγώνα τους. Κάτι τέτοιο έγινε δυνατό στο βαθμό που και η παρέμβαση της ΚΝΕ, ξεκινώντας από τα προβλήματα στο σχολείο και τη ζωή του μαθητή, προσανατολίστηκε πιο εύστοχα να αναδεικνύει την αιτία των προβλημάτων αυτών, ανταποκρίθηκε με επάρκεια στην αντιπαράθεση που αναπτύχθηκε με τις άλλες δυνάμεις, μίλησε για την πρότασή μας για το σχολείο και τη συνέδεσε με τη γενική πολιτική πρόταση του Κόμματος. Εχει μεγάλη σημασία λοιπόν και μπροστά στη σύσκεψη για το μαθητικό κίνημα, να αναλύσουμε τον προβληματισμό μας για το πώς θα συμβάλουμε πιο αποφασιστικά στην ανάπτυξη και στην οργάνωση του μαθητικού κινήματος.

Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΤΟ ΜΑΘΗΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ

Την τελευταία δεκαπενταετία εντείνεται η προσπάθεια να χτυπηθεί και να διαλυθεί το μαθητικό κίνημα. Η κατάσταση άλλωστε όπως διαμορφώθηκε μετά το ‘91 ήταν δυσμενής. Ο συσχετισμός ήταν αρνητικός συνολικά. Η ύφεση που σημειώθηκε στο κίνημα γενικά είχε την αντανάκλασή της και στο μαθητικό. Περιορίστηκαν οι μαζικές διαδικασίες στα σχολεία, έσπασε ο ενιαίος χαρακτήρας των μαθητικών εκλογών. Η ίδια η διαδικασία αυτή υποτιμήθηκε, πολλές φορές οι εκλογές γίνονται με καθυστέρηση, απροειδοποίητα, χωρίς γενικές συνελεύσεις. Ο διεκδικητικός χαρακτήρας των μαθητικών συμβουλίων δεν είναι δεδομένος. Μαζικές διαδικασίες γίνονται σπάνια στα σχολεία. Οι διευθυντές και πολλοί καθηγητές στέκονται εμπόδιο στην υλοποίηση των αποφάσεων των μαθητικών συμβουλίων και κοινοτήτων. Παράλληλα οι προσπάθειες υποτίμησης των μαθητικών κοινοτήτων συνοδεύτηκαν από την αύξηση της εξάρτησής τους από το Υπουργείο και τους διευθυντές. Η διεξαγωγή των μαθητικών εκλογών εξαρτώνται από το Υπουργείο και το διευθυντή και όχι από τους ίδιους τους μαθητές, ενώ οι μαθητές επιδιώκουν νομιμοποίηση των αποφάσεών τους από τους διευθυντές, που σχεδόν ποτέ δε δίνεται. Επίσης εντάθηκε ο αυταρχισμός σε όλη τη λειτουργία του σχολείου, αλλά κύρια εκδηλώνεται και χτυπάει τις αγωνιστικές διαθέσεις και πρωτοβουλίες. Είναι σε ισχύ η Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου και ο σχολικός κανονισμός που ποινικοποιούν τους αγώνες. Ολο αυτό το διάστημα έγινε μεθοδευμένη προσπάθεια να διαμορφωθούν νέοι -πέρα από τα μαθητικά συμβούλια- θεσμοί περισσότερο ελεγχόμενοι (βλ. Βουλή των Εφήβων). Ολο και περισσότερες ΜΚΟ κάνουν την είσοδό τους στα σχολεία με αφορμή τα ευρωπαϊκά προγράμματα και τα προγράμματα της ευέλικτης ζώνης με διαφαινόμενο στόχο να υποκατασταθεί η δράση του κινήματος από τις ΜΚΟ. Καλλιεργούνται προϋποθέσεις ώστε να ενεργοποιούνται οι μαθητές στην αναζήτηση χορηγών, στη διοργάνωση εκδηλώσεων που θα αποφέρουν έσοδα στο σχολείο, στην αξιολόγηση των σχολείων. Στηρίζονται και ενισχύονται παρεμβάσεις ταξιδιωτικών πρακτορείων που αποκτώντας επαφές με μαθητές και καθηγητές, τους εμπλέκουν σε κατάσταση κερδοσκοπίας.

Παράλληλα όλο αυτό το διάστημα και ιδιαίτερα τα τελευταία δέκα χρόνια υπάρχουν ελπιδοφόρα αγωνιστικά βήματα αναζωογόνησης.Είχαμε μεγαλειώδεις κινητοποιήσεις μπροστά σε νόμους ( βλ. ‘98-99), αλλά και όταν δεν υπήρχε άμεσα κάποια εξέλιξη εκφράστηκε γενικότερη αγανάκτηση. Επίσης ήταν εντυπωσιακή η συμμετοχή των μαθητών στις αντιπολεμικές κινητοποιήσεις. Ογκος μαθητών και σχολείων υιοθετεί πλαίσιο και στόχους πάλης σε κατεύθυνση ρήξης με την κυρίαρχη πολιτική. Τα μαθητικά συμβούλια δεν είναι απαξιωμένα, θεωρούνται από τους μαθητές σημείο αναφοράς όταν συμβαίνει κάτι στο σχολείο. Οι μαθητές νιώθουν τους 15-5μελίτες ως εκπροσώπους τους, γι’ αυτό και οι αποφάσεις τους έχουν κύρος στους ίδιους τους μαθητές, ακόμα και αν δεν αναγνωρίζονται από διευθυντές και καθηγητές. Σε περιόδους ανόδου και κινητοποιήσεων συγκροτούνται Συντονιστικά που συσπειρώνουν μάζες μαθητών.

Οι μαθητές συμμετέχουν στις μαθητικές εκλογές. Πρόβλημα μη συμμετοχής εντοπίζεται μόνο σε κάποια σχολεία της τεχνικής εκπαίδευσης, όπου πολλές φορές δε συμπληρώνεται ούτε 15άδα υποψηφίων για το 15μελές. Είναι ακόμα αντιφατικά τα κριτήρια με τα οποία ψηφίζουν, π.χ. κριτήρια αγωνιστικά, αναγνώρισης όσων είναι ενημερωμένοι, πρωτοπόροι, φυσικοί ηγέτες, αλλά και κριτήρια αισθητικά ή και «αντιεξουσιαστικά». Πολλές φορές μάλιστα όλα αυτά συνυπάρχουν. Η εμπειρία της οργάνωσής μας είναι θετική όπου ανοίξαμε μέτωπο. Η παρέμβασή μας λοιπόν χρειάζεται να διαμορφώνει κριτήρια σχετικά με το χαρακτήρα της πρωτοπορίας. Δεν αρκεί απλά να έχει καταγγελτικό χαρακτήρα, αλλά να δίνει στην πράξη το παράδειγμα του πρωτοπόρου στη μόρφωση, στη διεκδίκηση, στη συλλογικότητα, στην προοδευτική πολιτιστική δράση.

Οι προσπάθειές της πολιτικής της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ για την απαξίωση των μαθητικών κοινοτήτων έχουν επιδράσει, δεν έχουν πετύχει όμως συνολικά το στόχο τους. Υπάρχουν θετικά στοιχεία αναζωογόνησης και ξεσπάσματα. Η διαπάλη για το χαρακτήρα, το ρόλο, τον προσανατολισμό και τους στόχους των μαθητικών κοινοτήτων και του μαθητικού κινήματος συνεχίζεται.

Η ΔΡΑΣΗ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ

Στο μαθητικό κίνημα εκφράζονται οι αντίπαλες γραμμές που συγκρούονται συνολικά στο κίνημα και στην κοινωνία. Από τη μία η γραμμή της σύγκρουσης με τις καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις, με την κυρίαρχη πολιτική, η γραμμή που συμβάλλει στην οργάνωση του μαθητικού κινήματος σε αγωνιστική κατεύθυνση διεκδίκησης της λαϊκής παιδείας και από την άλλη η «γραμμή» αποδοχής και στήριξης των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων, σε συνδυασμό με τις προσπάθειες εκτόνωσης του κινήματος σε μια κατεύθυνση που υπονομεύει την προοπτική του.

Οι δυνάμεις της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ δε δρουν, προς το παρόν τουλάχιστον, ανοικτά οργανωμένα στο μαθητικό κίνημα. Η παρέμβασή τους γίνεται κυρίως με τους καθηγητές αλλά και με τους γονείς, με επίκεντρο την υπεράσπιση των αναδιαρθρώσεων. Ζυμώνουν τις θέσεις υπέρ της ΕΕ, της ιδιωτικοποίησης, είναι φορείς αντικομμουνισμού, ενώ πολεμούν την αυτοτέλεια του μαθητικού κινήματος επιδιώκοντας, αν δεν μπορούν να αποφύγουν τους αγώνες, τουλάχιστον να αναλάβουν την κηδεμονία τους. Υπάρχουν ωστόσο και μαθητές στα σχολεία που ακόμα και αν δεν εκφράζονται με τη συνδικαλιστική τους δράση καθοδηγούνται από τη ΝΔ ή το ΠΑΣΟΚ. Στο βαθμό που με την παρέμβασή μας αναπτύσσονται πρωτοβουλίες, εμφανίζονται πιο εξοπλισμένοι και πιο οργανωμένοι. Δουλεύουν σταθερά τη λογική του ανεξάρτητου, του ακομμάτιστου, με βασικό σύνθημα το «έξω τα κόμματα από το σχολείο». Αυτό σημαίνει «έξω το ΚΚΕ από το σχολείο», αφού οι θέσεις των αστικών κομμάτων καθορίζουν και το περιεχόμενο του σχολείου. Αλλα βασικά χαρακτηριστικά της παρέμβασής τους είναι και τα περί «αναποτελεσματικότητας των συλλογικών αγώνων», η καλλιέργεια του ατομισμού και του ανταγωνισμού. Σε ορισμένες περιπτώσεις η αντιπαράθεση επικεντρώνεται και σε επίπεδο αιτημάτων (π.χ. από τις δυνάμεις της ΝΔ υπεράσπιση της βάσης του 10, από τις δυνάμεις του ΠΑΣΟΚ και του ΣΥΝ το αίτημα για χρηματοδότηση της παιδείας που να φτάνει στο 5% του ΑΕΠ).

Ο ΣΥΝ επιχειρεί πιο οργανωμένη παρέμβαση μέσω της παράταξής του «Μαθητές έξω από την τάξη», που φέτος οργάνωσε και σε πανελλαδικό δίκτυο τη λεγόμενη ΔΑΜΑΣ. Η γενική του θέση περί αυτονομίας και ακηδεμόνευτου κινήματος καταρρίφθηκε στην πράξη με τις ενέργειές του να συγκροτήσει «αυτόνομο συντονιστικό», το οποίο πήρε χαρακτήρα παράταξης, αφού δε βασιζόταν σε αποφάσεις σχολείων και συμμετείχαν σ’ αυτό μόνο μέλη της νεολαίας του Συνασπισμού. Επικεντρώνει την αντιπαράθεσή του σε πλευρές μόνο της κυβερνητικής πολιτικής, ενώ προωθεί αιτήματα που όχι μόνο δεν απαντούν στα προβλήματα, αλλά κάτω από το προκάλυμμα της ελεύθερης επιλογής έχουν και αντιδραστικό χαρακτήρα, π.χ «ελεύθερη πρόσβαση» στα ΑΕΙ-ΤΕΙ, ευέλικτη ζώνη. Ο ΣΥΝ παρεμβαίνει και μέσω των καθηγητών, οι οποίοι κάνουν αντικομουνισμό και μέσω των σχολικών γιορτών, των πολιτιστικών δραστηριοτήτων στο σχολείο κλπ.

Αλλοι φορείς οργανωμένης παρέμβασης στα σχολεία είναι οι διάφορες πολιτικές ομάδες δεξιού και αριστερού οπορτουνισμού (Ανυπότακτοι μαθητές, Ξεκίνημα, Γένοβα κ.ά.) αλλά και αναρχικές. Κοινό χαρακτηριστικό τους είναι ο αντικομμουνισμός, η επίθεση στην οργάνωση και στο συντονισμό του μαθητικού κινήματος με το σύνθημα για «ανεξάρτητο και ακηδεμόνευτο κίνημα». Βασικός τους στόχος είναι να γίνεται το μαθητικό κίνημα «ουρά» της σοσιαλδημοκρατίας, να ακολουθεί τις συμβιβασμένες συνδικαλιστικές ηγεσίες της ΓΣΕΕ, ΑΔΕΔΥ, ΟΛΜΕ, ΔΟΕ. Ιδιαίτερα οι διάφορες αναρχικές ομάδες προβάλλουν ακόμα και μηδενιστικές αντιλήψεις (π.χ. άρνηση συνολικά της ανάγκης για εκπαίδευση και για σχολείο).

Τέλος χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή η δραστηριότητα που αναπτύσσουν πιο έντονα στα ΤΕΕ ακροδεξιές, φασιστικές ομάδες. Ζυμώνουν εθνικιστικά συνθήματα, π.χ. μπροστά στις μαθητικές παρελάσεις, ενώ εμφανίζουν και δράση με φασιστικά χαρακτηριστικά, όπως η επίθεση σε μετανάστες μαθητές.

Είναι φανερό ότι στο σχολείο διεξάγεται έντονη ιδεολογική πάλη, για την οποία δεν είναι ανάλογα προετοιμασμένες οι δυνάμεις της ΚΝΕ. Για παράδειγμα, στην περίοδο των καταλήψεων οι κνίτικες δυνάμεις βρίσκονταν αντιμέτωπες με απόψεις και ενέργειες όπως: μαθητές να υποστηρίζουν ότι δε γίνεται τίποτα αν ζητάμε πολλά, αλλά να δούμε τι μπορεί να γίνει για το κάθε σχολείο, γονείς τάσσονταν ενάντια στις κινητοποιήσεις, καθηγητές τιμωρούσαν αγωνιστές μαθητές. Χρειάζεται συστηματική ιδεολογική και πολιτική βοήθεια για ν’ αναπτύσσονται οι αντοχές και οι ικανότητες των μαθητικών δυνάμεων της ΚΝΕ, ώστε να ανοίγουν μέτωπο με όλα τα παραπάνω με τους μαθητές, χωρίς να βάζουν απορριπτικές ταμπέλες για τον κάθε μαθητή και μαθήτρια, που άλλωστε είναι ακόμη επιφανειακή η ιδεολογική και πολιτική του συγκρότηση. Αξίζει να θυμηθούμε τον Μπρεχτ:

«Δεν πρέπει να απευθύνεται κανείς μονάχα στους ανθρώπους μιας ορισμένης νοοτροπίας. Αυτοί που σας ακούνε μεταβάλλονται διαρκώς! Ακόμα και στους δήμιους μπορεί κανείς να μιλήσει, όταν δεν τρέχει πια η πληρωμή για το κρέμασμα, ή όταν μεγαλώνει ο κίνδυνος!».

ΟΙ ΣΤΟΧΟΙ ΔΡΑΣΗΣ ΤΗΣ ΚΝΕ ΣΤΟ ΜΑΘΗΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ

Σήμερα έχουμε συγκεντρώσει εμπειρία για να δούμε πιο συγκεκριμένα το καθήκον που έβαλε το 9ο Συνέδριο: «Χρειάζεται να ανέβει η πολιτική και μαζική δράση της ΚΝΕ για να αναζωογονείται το κίνημα της νεολαίας. Η παρέμβαση της ΚΝΕ στη νεολαία και το κίνημά της πατάει πάνω στα προβλήματα που βιώνει, με στόχο να υιοθετούνται αιτήματα ενάντια στα μονοπώλια και τον ιμπεριαλισμό, πάνω στα μέτωπα πάλης. Στόχος είναι η συσπείρωση δυνάμεων, ως μια αρχική συμφωνία πάνω στο πλαίσιο αιτημάτων που εκφράζει την ανησυχία, τη διάθεση και τη δυνατότητα για δράση Η ΚΝΕ πρέπει να καλλιεργήσει σε όλη τη νεολαία και εξειδικευμένα στα τμήματά της την κατανόηση ότι τα προβλήματα είναι ενιαία, να συμβάλλει στην κοινή δράση. Η ιδεολογική πολιτική μας παρέμβαση επιδιώκουμε να ξεδιπλώνεται μέσα στη νεολαία, τα τμήματά της, καλύτερα επεξεργασμένη, πιο πειστική, με επιχειρήματα από τη σύγχρονη πραγματικότητα και τα προβλήματά της νεολαίας. Να δίνει ώθηση στην αντιπαράθεση με τις άλλες πολιτικές δυνάμεις, να βοηθά τον απεγκλωβισμό δυνάμεων από τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ, από τις δυνάμεις του οπορτουνισμού».

Με βάση όλα τα παραπάνω εμείς θέλουμε:

Το μαθητικό κίνημα να ζωντανεύει όχι μόνο στις φάσεις εξάρσεων, αλλά καθημερινά, σταθερά.

Τα μαθητικά συμβούλια να κατακτήσουν σταθερή λειτουργία, να συνεδριάζουν τακτικά, να συζητάνε, να ενημερώνουν τους υπόλοιπους μαθητές, να καταλήγουν σε πρωτοβουλίες, να συμμετέχουν όλοιοι εκλεγμένοι -και όχι μόνο- σε κάθε μάχη. Τη μάχη ενημέρωσης και ζύμωσης μπροστά σε μια εξέλιξη ή σε μια κινητοποίηση να την οργανώνουν τα ίδια τα συμβούλια με δελτία ενημέρωσης, με εξορμήσεις στις τάξεις και στα σχολεία. Η υπόθεση της οργάνωσης των πρωτοβουλιών, των αγώνων των μαθητών να γίνεται υπόθεση πρώτα απ’ όλα των μαθητικών συμβουλίων.

Να διεξάγονται γενικές συνελεύσεις, μαζικές διαδικασίες στα σχολεία.Εκεί να αναπτύσσεται συζήτηση γύρω από τα προβλήματα του σχολείου και της παιδείας, να παίρνουν οι μαθητές αποφάσεις για τους στόχους πάλης, για τις μορφές αγώνα, για τις πρωτοβουλίες και πώς θα τις οργανώσουν.

Μάζες μαθητών να προβληματίζονται, να συμμετέχουν στις μαζικές διαδικασίες και από την αντιπαράθεση που αντικειμενικά θα αναπτύσσεται να πείθονται για την ορθότητα των θέσεών μας και να μπαίνουν στον αγώνα.

Οι μαθητικές κοινότητες να είναι κύτταρα δημιουργίας.Η πολιτική της ΕΕ, της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ επιχειρεί έναν εκσυγχρονισμό με αντιδραστικό περιεχόμενο, που δεν πρέπει να υποτιμηθεί η μορφή του. Θα επιχειρήσουν να αντικαταστήσουν το καταθλιπτικό και βαρετό σχολείο με ένα σχολείο με χαρούμενες τάχα δραστηριότητες. Η ΚΝΕ επιδιώκει, ενάντια σε αυτές τις στοχεύσεις, τα ίδια τα μαθητικά συμβούλια να αναπτύσσουν πολιτιστικές και αθλητικές δραστηριότητες. Να εντάσσουν την ανάγκη για δημιουργία, πολιτισμό και αθλητισμό στις διεκδικήσεις τους, απαιτώντας κρατικές δαπάνες, χώρους, υποδομές. Πρωτοβουλίες των μαθητικών συμβουλίων για τη συγκρότηση μαθητικών ομάδων, αθλητικών, διοργάνωση τουρνουά, συγκρότηση θεατρικών ομάδων, διοργάνωση κινηματογραφικών προβολών και άλλων τέτοιων δραστηριοτήτων που δε θα περιορίζονται στο σχολείο, αλλά θα βγαίνουν και έξω από αυτό, στη γειτονιά.

Το μαθητικό κίνημα να είναι ενωμένο, συντονισμένο, οργανωμένο με την αυτοτέλειά του.

Επιδιώκουμεοι μαθητές να δρουν ενωμένοι με βάση τα κοινά προβλήματα και τις κοινές διεκδικήσεις. Να προβάλλουν δηλαδή ένα πλαίσιο που αναδεικνύει το σχολείο που έχει πραγματικά ανάγκη η πλειοψηφία των μαθητών, τα παιδιά των λαϊκών οικογενειών. Οποιαδήποτε προσπάθεια συντονισμού για να έχει κύρος, για να βρίσκει ανταπόκριση, θα πρέπει να βασίζεται στη δράση στο σχολείο. Τα σχολεία να συντονίζονται με βάση τις αποφάσεις τους. Το κάθε σχολείο να στέλνει στο Συντονιστικό έναν αντιπρόσωπό του είτε μέλος του 15μελούς είτε κάποιον άλλον που επιλέγει. Ετσι να συγκροτούνται τα συντονιστικά στις πόλεις και στους νομούς. Τα Συντονιστικά να εκλέγουν συντονιστική επιτροπή που θα διευθετεί ζητήματα ανάμεσα στις συνεδριάσεις. Στη συνέχεια από εκεί να στέλνονται αντιπρόσωποι στο Πανελλαδικό Συντονιστικό. Η δράση του Συντονιστικού να δίνει ώθηση και εκεί που δεν έχουν προηγηθεί αποφάσεις, να απευθύνει κάλεσμα και με τη δυναμική του να συμβάλλει ώστε περισσότερα σχολεία να υιοθετούν τις προτάσεις του, να παίρνουν πρωτοβουλίες. Στο βαθμό που περισσότερα σχολεία θα αποφασίζουν και θα σταθεροποιούν τη συμμετοχή τους στο Συντονιστικό, αυτό θα μπορούσε να πάρει χαρακτηριστικά μιας πιο μόνιμης και σταθερής δομής για την οργάνωση των μαθητών.

Το μαθητικό κίνημα να αναπτύσσει κοινή δράση με τα άλλα τμήματα του νεολαιίστικου κινήματοςγια να κατανοείται ο ενιαίος χαρακτήρας της επίθεσης, ότι η αιτία των προβλημάτων είναι κοινήκαι ότι τασυμφέροντα των νέων που ανήκουν ή προέρχονται από την εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα είναι κοινά.

Εφόσον «το νεολαιίστικο κίνημα δεν μπορεί να έχει αυτοτελή πρόταση διεξόδου, δεν μπορεί να έχει ενιαία δομή», έχει σημασία να συναντιούνται τα τμήματα της νεολαίας στην κοινή δράση τους σε αντιιμπεριαλιστική αντιμονοπωλιακή κατεύθυνση για να ωριμάζει η αναγκαιότητα να πάρει θέση η νεολαία στην προσπάθεια συγκρότησης της συμμαχίας της εργατικής τάξης με τα λαϊκά στρώματα, το ΑΑΔ Μέτωπο.Η κοινή δράση μπορεί να εκφραστεί μέσα από τη μορφή της αλληλεγγύης. Οταν ένα τμήμα της νεολαίας αντιμετωπίζει ένα πρόβλημα ή βρίσκεται σε αγώνες, το μαθητικό κίνημα να παίρνει πρωτοβουλίες αλληλεγγύης, π.χ. ψηφίσματα συμπαράστασης κλπ. Το μαθητικό κίνημα να υιοθετεί αιτήματα και από το φοιτητικό και από το εργατικό, π.χ. αίτημα για δωρεάν σπουδές. Στις φάσεις ανόδου του κινήματος, παίρνοντας υπόψη μας και το συσχετισμό, τα τμήματα της νεολαίας να συναντιούνται με τα αιτήματα και τον προσανατολισμό τους στους αγώνες. Ακόμα να οργανώνονται κοινές πρωτοβουλίες-συσκέψεις και δραστηριότητες π.χ. κοινές εκδηλώσεις με φοιτητικούς συλλόγους, με επιτροπές νέων των σωματείων.

Τέλος θέλουμε (και χρειάζεται να μας προβληματίσει η μορφή) να συναντηθούν τα τμήματα της νεολαίας με βάση τον τόπο κατοικίας τους.

Το μαθητικό κίνημα να συμπορεύεται με το εργατικό όχι μόνο γιατί η πλειοψηφία των μαθητών θα είναι αύριο στην εργατική τάξη , αλλά και γιατί τα προβλήματα των μαθητών θα βρουν οριστική λύση όταν η πρωτοπόρα κοινωνικά τάξη, η εργατική, μαζί με τους συμμάχους της διεκδικήσει και πάρει την εξουσία, κοινωνικοποιήσει τα βασικά και συγκεντρωμένα μέσα παραγωγής και οργανώσει την οικονομία με κεντρικό σχεδιασμό και κοινωνικό έλεγχο με βάση τις λαϊκές ανάγκες. Εχει λοιπόν σημασία να βγαίνουν τα μαθητικά συμβούλια με τις αποφάσεις και τις πρωτοβουλίες τους προς τα έξω, προς το λαό, να συνδέουν με πολύμορφο τρόπο τη λειτουργία και δραστηριότητά τους με τα ταξικά σωματεία, το ΠΑΜΕ. Με μεγαλύτερη απαίτηση και πρωτοβουλίες να ενισχύσουν στην τεχνική και επαγγελματική εκπαίδευση τις κοινές δραστηριότητες με τα συνδικάτα των αντίστοιχων κλάδων. Σημείο αναφοράς μπορεί να είναι οι γονείς και οι κοινές αγωνιστικές πρωτοβουλίες με τους συλλόγους τους.

Η οργάνωσή μας όλα τα προηγούμενα χρόνια είχε σημαντική συμβολή στην ανάπτυξη του μαθητικού κινήματος. Είμαστε σήμερα ακόμα πιο ώριμοι να δουλέψουμε στις παραπάνω κατευθύνσεις, ξεπερνώντας τις αδυναμίες μας να γίνουμε πιο ικανοί, ώστε με την παρέμβασή μας να αναπτυχθεί παραπέρα το μαθητικό κίνημα ως μέρος του κινήματος συνολικά της παιδείας και γενικότερα.

ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΚΑΘΟΔΗΓΗΣΗΣ

Για να υπηρετήσουμε με αποφασιστικότητα τους στόχους μας για το μαθητικό κίνημα είναι επιτακτική ανάγκη να ξεπεράσουμε αδυναμίες και δυσκολίες στην καθοδηγητική μας δουλειά.

Μπορούμε να εκτιμήσουμε ότι σήμερα αναγνωρίζεται η δράση της ΚΝΕ από τους μαθητές και τις μαθήτριες. Αναγνωρίζεται ως η οργάνωση που πρωτοστατεί στους αγώνες, που συμβάλλει στην ενημέρωση των μαθητών. Στο μαθητικό κίνημα έχουμε περισσότερες φορές την πρωτοβουλία των κινήσεων, όσον αφορά τη γενική αντιπαράθεση με την πολιτική ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΕΕ. Πολλοί σύντροφοί μας μαθητές αναδεικνύονται σε ηγέτες στο χώρο τους. Ξεχωρίζουν κύρια για την αγωνιστική τους στάση, για το ότι είναι περισσότερο ενημερωμένοι για τις εξελίξεις στην παιδεία και γενικότερα.

Ωστόσο η παρέμβασή μας δε φτάνει παντού,δε δρούμε με σταθερότητα. Δεν είναι σταθερός ο προσανατολισμός στην ανάπτυξη αγώνων, στη συμμετοχή μαζών στις διαδικασίες. Συχνά περιοριζόμαστε στη δουλειά μιας γενικής ζύμωσης, χωρίς να παρακολουθούμε την πραγματικότητα του χώρου και να εξειδικεύουμε την κατεύθυνση με βάση αυτή. Επίσης σε αρκετές περιπτώσεις η αυτοτελής παρέμβαση της ΚΝΕ περιορίζεται στην από τα έξω παρουσία, ακόμα και αν έχουμε δυνάμεις μέσα στα σχολεία. Η συμμετοχή όλων των μελών μας στην καθημερινή δράση μέσα στο σχολείο δεν είναι δεδομένη, ενώ είμαστε πίσω από τις δυνατότητες στην ανάπτυξη της οργάνωσης. Επίσης δεν έχουμε κατακτήσει ακόμα να δουλεύουμε με βάση την προτεραιότητα στα ΤΕΕ - ΕΠΑΛ - ΕΠΑΣ.

Ολα τα παραπάνω είναι προβλήματα καθοδήγησης που έχουν εντοπιστεί στο 9ο Συνέδριο και επιβεβαιώθηκαν και στην επόμενη χρονική περίοδο. Οι αδυναμίες αυτές ξεκινάνε από το ΚΣ και φτάνουν ως την ΟΒ.

Παραμένει ζητούμενο τα καθοδηγητικά όργανα να σχεδιάζουν την παρέμβαση της οργάνωσης, εξειδικεύοντας τη γενική κατεύθυνση στο χώρο ευθύνης τους. Τα όργανα της ΚΝΕ να αποκτήσουν μεγαλύτερη ικανότητα να επεξεργάζονται την κατεύθυνσή μας, να συζητάνε για την τακτική μας και να χαράζουν τη δράση τους παίρνοντας υπόψη τα συγκεκριμένα προβλήματα του χώρου, τις αντιλήψεις που διαμορφώνονται, την ψυχολογία των νέων, το συσχετισμό και πώς ξεδιπλώνεται η δράση του αντιπάλου, παίρνοντας υπόψη τους το δικό μας δυναμικό και τι βοήθεια χρειάζεται. Π.χ., σε σχολεία που είναι πολύ έντονη η διαπάλη με δυνάμεις του ΣΥΝ ή με αναρχοαυτόνομες δυνάμεις δεν αρκεί ο γενικός εξοπλισμός. Η ΟΒ χρειάζεται ιδεολογικοπολιτική ενίσχυση, επιχειρήματα για να κατανοήσει το ρόλο αυτών των δυνάμεων, να μπορεί να ανταποκριθεί στην αντιπαράθεση. Με αυτή την έννοια δεν αρκεί να έχουμε μια σωστή κατεύθυνση στο μαθητικό κίνημα. Χρειάζεται επεξεργασία αυτής της κατεύθυνσης από τις οργανώσεις, συστηματική παρακολούθηση των εξελίξεων, να συγκεκριμενοποιούνται οι στόχοι, να παίρνονται ιδιαίτερα μέτρα εξοπλισμού και δράσης. Χρειάζεται δηλαδή να επικεντρώσουμε στο περιεχόμενο της παρέμβασης της ΟΒ στο σχολείο. Με αυτό τον τρόπο ξεπερνιούνται και προβλήματα στην ίδια τη λειτουργία της οργάνωσης, καθώς αυτά τα προβλήματα είναι πρώτα απ’ όλα προβλήματα περιεχομένου. Με αυτό τον τρόπο θα αναπτύσσεται ολόπλευρα η δράση της ΚΝΕ, θα αφομοιώνονται και θα διαπαιδαγωγούνται τα μέλη μας, θα αναπτύσσεται μαζικά η οργάνωση.

Στην κατεύθυνση αυτή πρέπει με αποφασιστικότητα να υλοποιήσουμε την απόφασή μας για την ανάπτυξη της ιδεολογικής, μορφωτικής, πολιτιστικής δουλειάς στους μαθητές. Κατά τη διάρκεια των μαθητικών κινητοποιήσεων υπήρχαν ΟΒ που μαζεύτηκαν πολλές φορές, συζήτησαν για το κίνημα, τους στόχους μας, επικέντρωσαν τον εξοπλισμό τους στα επιχειρήματα του μετώπου. Κάποιες άλλες εμπλούτισαν το περιεχόμενο της συζήτησής τους με φιλοσοφικά και πολιτικά ζητήματα που απασχολούσαν τους συντρόφους γιατί αναπτύσσονταν έτσι και αλλιώς μια συζήτηση μέσα στα κατειλημμένα σχολεία. Ετσι συζήτησαν για τη θρησκεία, την ελευθερία, το δημοκρατικό συγκεντρωτισμό, για την επανάσταση, για ζητήματα Ιστορίας. Σε αυτές τις περιπτώσεις οι ΟΒ στάθηκαν πρωτοπόρες στο κίνημα και αναπτύχθηκαν. Ομως ακόμα αυτή η δράση παραμένει εξαίρεση. Με μεγαλύτερο πείσμα και επιμονή χρειάζεται να στραφούμε σε αυτή τη δουλειά. Εξοπλισμός και συζήτηση με τα μέλη μας, διοργάνωση πολιτιστικών-μορφωτικών δραστηριοτήτων. Εμπειρία έχει η οργάνωση. Συναυλίες, αφιερώματα σε μεγάλες προσωπικότητες του επαναστατικού κινήματος (βλ. εκδηλώσεις για τον ΤΣΕ), βιβλιοπαρουσιάσεις, όπως έγιναν για το βιβλίο «Ανθρωπος αυτός ο γίγας», αφιερώματα σε μεγάλους καλλιτέχνες, λογοτέχνες και ποιητές, εκδηλώσεις που θα αξιοποιούν και άλλες μορφές, π.χ. το παιχνίδι ενάντια στα ναρκωτικά, θέατρο κλπ.

Σήμερα έχουμε τη δυνατότητα να γενικεύσουμε αυτή την εμπειρία, με τη σιγουριά ότι έτσι βοηθάμε τους συντρόφους μας να λύνουν απορίες, να πείθονται και να γοητεύονται από τη θεωρία μας, να γίνονται πιο πειστικοί για την ανάγκη της οργανωμένης πάλης για κοινωνικές και πολιτικές ανατροπές.


ΣημειώσειςΣημειώσεις

* Η Βαγγελιώ Πλατανιά είναι μέλος του Γραφείου του Κεντρικού Συμβουλίου της ΚΝΕ.

[1] Εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ», 2 Νοεμβρίου 2003.

[2] Εφημερίδα «ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ» 4.11.2006