Εμείς οι εργάτες είμαστε που με τον ίδρωτά μαςζυμώνουμε του κόσμου το ψωμί.Πιο δυνατά και απ’ τα σπαθιά τα χέρια τα δικά μαςκαι μ’ όλο το αλυσόδεμα, σκάφτουν, και η γη πλουτεί…
Η οργάνωση της καπιταλιστικής κοινωνίας έχει την τάση από τη μια να φέρνει κοντά εργαζόμενους από διαφορετικές χώρες, από την άλλη να δημιουργεί και να οξύνει αντιθέσεις ανάμεσα σε ντόπιους και ξένους εργαζόμενους, ανάμεσα στους ίδιους τους μετανάστες όπως και ανάμεσα σε τμήματα της εγχώριας εργατικής τάξης. Σε αυτή τη βάση αναπτύσσονται και διοχετεύονται στην εργατική τάξη οι αντιδραστικές εθνικιστικές, ρατσιστικές απόψεις και η ξενοφοβία. Σε αυτή τη βάση διαμορφώνονται και διογκώνονται εκείνες οι δευτερεύουσες αντιθέσεις που χρησιμοποιούνται για να διασπούν την ταξική ενότητα, να εμποδίζουν τη χωρίς προκαταλήψεις επικοινωνία Ελλήνων και μεταναστών εργαζομένων, να δηλητηριάζεται το κοινό ταξικό συμφέρον τους από γενικεύσεις για την εγκληματικότητα των αλλοδαπών κλπ. Οι ίδιες οι εσωτερικές οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες είναι που διαμορφώνουν γκέτο για τους αλλοδαπούς, ακόμη και για δεύτερης και τρίτης γενιάς απογόνους τους (βλέπε Γαλλία).
Ο μοναδικός, αλλά πολύ ισχυρός λόγος που η επαφή με τον «Αλλο» δημιουργεί φοβικά σύνδρομα τόσο στους Ελληνες, όσο και στους μετανάστες εργάτες είναι ότι «…η επαφή αυτή δεν μπορεί να βασίζεται (γιατί αλλιώς η κοινωνία δεν είναι, απλούστατα ταξική), παρά σε σχέσεις εκμετάλλευσης και καταπίεσης που δημιουργούν θύματα»[11].
Σήμερα η κατάσταση στο χώρο των μεταναστών έχει αλλάξει σημαντικά, δεν είναι αυτή που ήταν πριν 15 χρόνια. Υπάρχει πλέον και σε αυτό το κομμάτι ταξική διαφοροποίηση (εργάτες, αυτοαπασχολούμενοι, εργολάβοι κλπ.). Διαφοροποιήσεις υπάρχουν και στο βιοτικό επίπεδο των εργατών μεταναστών. Κάποιοι αυτοαπασχολούμενοι, εργολάβοι μετανάστες έχουν καλύτερο βιοτικό επίπεδο από χιλιάδες Ελληνες εργαζόμενους. Αυτή η ταξική διαφοροποίηση -την οποία πρέπει να παίρνουμε υπ’ όψη μας για την ανάπτυξη του κινήματος και την πολιτική των συμμαχιών- δεν αναιρεί τη σκληρή εκμετάλλευση της συντριπτικής πλειοψηφίας των μεταναστών εργατών και εργατριών και τη στέρησή τους από θεσμοθετημένα εργατικά βασικά δικαιώματα και αστικές ελευθερίες. Η άλλοτε συναισθηματική, φιλική, προστατευτική ή από την άλλη εχθρική, αφοριστική προσέγγιση του μετανάστη από τον Ελληνα εργαζόμενο δε βοηθάει κανέναν από τους δύο.
Το βασικό κριτήριο που πρέπει να καθορίζει τη στάση εργατών και εργατριών, τη σχέση Ελλήνων και μεταναστών είναι η ταξική τους θέση, η θέση τους απέναντι στον κοινό αντίπαλο την πλουτοκρατία, τον ιμπεριαλισμό και τους πολιτικούς του εκπροσώπους. Αντίπαλος του μετανάστη και της μετανάστριας είναι η αστική τάξη, η εκμεταλλεύτρια τάξη τόσο στη χώρα υποδοχής όσο και στη χώρα προέλευσης. Με βάση τα κοινωνικοταξικά κριτήρια πρέπει να αντιμετωπίσουμε σήμερα το μετανάστη και όχι συναισθηματικά.
Η οργάνωση των μεταναστών στα συνδικάτα, τις αγωνιστικές κινήσεις και συσπειρώσεις, δηλαδή η ένταξή τους στην ταξική πάλη είναι ο δρόμος που μπορεί να ενισχύσει την ταξική ενότητα και να αντιμετωπίσει φαινόμενα ρατσισμού-ξενοφοβίας.
Η στάση των μεταναστών απέναντι στις κατακτήσεις και τα δικαιώματα της εργατικής τάξης πρέπει να γίνει στάση σεβασμού και υπεράσπισης[12]. Η απάντηση στις δυσκολίες της ζωής του μετανάστη και της μετανάστριας ξεκινά με την πάλη μέσα από τα συνδικάτα και το ριζοσπαστικό γυναικείο κίνημα, για την τήρηση και τη διεύρυνση δικαιωμάτων με βάση τις σημερινές ανάγκες. Οι υποχωρήσεις, η αποδοχή της καταστρατήγησης των εργασιακών και δημοκρατικών δικαιωμάτων δεν είναι λύση, ισχυροποιεί την επίθεση του κεφαλαίου. Βεβαίως, οι μετανάστες θα αγωνιστούν μαζί με τους Ελληνες εργάτες για την απόκτηση κάρτας παραμονής και εργασίας, αλλά αυτό που θα δώσει δυναμική στον αγώνα και πρέπει να αποτελέσει ζήτημα πρώτης προτεραιότητας για τους μετανάστες και τους Ελληνες εργαζόμενους είναι το ανέβασμα του συνολικού επιπέδου ζωής των μεταναστών και ή άνοδος του πήχη των απαιτήσεών τους συνολικά. Αν αυτό δεν το καλλιεργήσουμε συστηματικά, τότε οι μετανάστες δύσκολα θα μπουν στην πάλη και η εργατική τάξη δε θα απαντήσει αποτελεσματικά στην αστική πίεση για συμπίεση της τιμής της εργατικής δύναμης.
Οι αντιλήψεις των μεταναστών για το ρόλο των συνδικάτων στις καπιταλιστικές χώρες και τη συμμετοχή τους σε αυτά δεν είναι ούτε δεδομένες ούτε ομοιογενείς.
Οι μετανάστες που προέρχονται κυρίως από τις πρώην σοσιαλιστικές χώρες αντιλαμβάνονται τα συνδικάτα ως υπηρεσίες διευκόλυνσης εύρεσης δουλιάς, καθορισμού αμοιβών, τακτοποίησης ενσήμων κλπ. και όχι ως συλλογικά όργανα πάλης που διεκδικούν αιτήματα και αγωνίζονται εναντίον των αντιλαϊκών πολιτικών αφαίρεσης κατακτήσεων και δικαιωμάτων. Αυτές οι αντιλήψεις έχουν σχέση με την εμπειρία από τη λειτουργία των συνδικάτων στο σοσιαλισμό.
Οι μετανάστες από πολλές χώρες της Αφρικής και της Ασίας, όπου δεν υπήρχε ανεπτυγμένο συνδικαλιστικό κίνημα, πείρα και δράση συνδικάτων, δείχνουν ιδιαίτερη δυσκολία στην κατανόηση της έννοιας συλλογική, αγωνιστική διεκδίκηση. Η δουλιά μας πρέπει να βοηθά τους μετανάστες να μαθαίνουν στην οργάνωση του αγώνα, να τους διαπαιδαγωγεί, να επιδρά στη συνείδησή τους για να μετέχουν στη ταξική πάλη.[13]
Διάφορα αστικά και οπορτουνιστικά ρεύματα παρεμβαίνουν στα ζητήματα της δράσης και της οργάνωσης των μεταναστών. Καλλιεργούν αντιλήψεις που αποσπούν τα ιδιαίτερα προβλήματά τους από τις πραγματικές τους ταξικές αιτίες. Ως κύριος στόχος πάλης ανακηρύσσεται η διεκδίκηση της ισότητας δικαιωμάτων και ελευθεριών με τους Ελληνες εργαζόμενους, μέσω ξεχωριστών μεταναστευτικών, τάχα αντιρατσιστικών οργανώσεων. Οι αντιλήψεις αυτές και οι φορείς τους δε θέλουν οι μετανάστες να μπολιαστούν με τις αξίες και τους στόχους του ταξικού εργατικού κινήματος και να αναπτυχθεί διεθνιστική ταξική αντίληψη για βαθύτερες αλλαγές στο επίπεδο της εξουσίας.
Τονίζουν τα ιδιαίτερα για να κρύψουν τα κοινά, τα μεγάλα κοινά ζητήματα που ενώνουν Ελληνες και μετανάστες εργαζόμενους. Ετσι, ενσωματώνουν τους μετανάστες στη λογική της άρχουσας τάξης, αφαιρώντας από το εργατικό κίνημα σημαντικές δυνάμεις, κρατώντας τες έξω από την οργάνωση και την ανάπτυξη της πάλης.
Η δουλιά μας στους μετανάστες πρέπει, πριν απ’ όλα, να ενισχύει την πλευρά της ενότητας της εργατικής τάξης, της ενιαίας οργάνωσης και δράσης Ελλήνων και μεταναστών εργατών, αλλά και της κοινής δράσης συνολικότερα στο μαζικό λαϊκό κίνημα, ενάντια στην πολιτική του κεφαλαίου. Ο κοινός αυτός αγώνας δεν αφορά μόνο τη διεκδίκηση ίσων δικαιωμάτων των μεταναστών με τους Ελληνες εργαζόμενους, αλλά αφορά και τα ιδιαίτερα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι μετανάστες.
Οι σύλλογοι και οι κοινότητες των μεταναστών -αναγκαίοι φορείς για τους μετανάστες- δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να υποκαταστήσουν την ανάγκη συμμετοχής τους στα συνδικάτα. Σε αυτούς τους φορείς διεξάγεται ιδεολογική και πολιτική πάλη για το περιεχόμενο και τον προσανατολισμό τους. Είναι χώροι που βρίσκονται στο στόχαστρο διαφόρων μηχανισμών του κράτους και της ΕΕ. Τα προγράμματα της ΕΕ έχουν κύριο -αν και καλά συγκαλυμμένο- στόχο, να διοχετεύσουν την αφομοιωτική ομοιομορφία της ενσωμάτωσης στη λογική του Ευρωμονόδρομου και την εξαγορά συνειδήσεων. Σε αυτές τις οργανώσεις είναι ακόμη αδύναμο το ρεύμα της αγωνιστικής και διεκδικητικής στάσης απέναντι στη μεταναστευτική πολιτική της ΕΕ και των κυβερνήσεων των κρατών-μελών της, αλλά και στην πολιτική των κυβερνήσεων των χωρών τους που κινείται στην ίδια κατεύθυνση. Οι κομμουνίστριες που δρουν στους συλλόγους γυναικών πρέπει να επιμείνουν στον προσανατολισμό για ανάπτυξη κοινής δράσης με εκείνες τις κοινότητες που συγκεντρώνουν κυρίως γυναίκες μετανάστριες.
Το ταξικό συνδικαλιστικό κίνημα, πλάι στα αιτήματα νομιμοποίησης όλων των μεταναστών, της απλοποίησης έκδοσης άδειας παραμονής, των ίσων εργασιακών και κοινωνικών δικαιωμάτων, μπορεί να περιλάβει και αιτήματα που απαντούν στις οικογενειακές τους ανάγκες, τις ανάγκες υγείας-πρόνοιας και κοινωνικής ασφάλισης, αλλά και τις ανάγκες εκπαίδευσης των παιδιών τους, όπως είναι αυτό της φοίτησης σε όλες τις βαθμίδες εκπαίδευσης, ανεξάρτητα από το καθεστώς παραμονής των γονιών τους στη χώρα μας.
Τα παιδιά των μεταναστών που φοιτούν στα ελληνικά σχολεία, ο αριθμός των οποίων υπολογίζεται σε 100.000 σύμφωνα με στοιχεία του Ινστιτούτου Μεταναστευτικής Πολιτικής[14] και αποτελούν το 7% του συνόλου του μαθητικού πληθυσμού, πρέπει να διδάσκονται μέσα στο δημόσιο σχολείο τη μητρική τους γλώσσα και ιστορία καθώς και τα βασικά στοιχεία του πολιτισμού των χωρών προέλευσής τους, τουλάχιστον για τους μετανάστες που βρίσκονται μαζικά στην Ελλάδα. Η διαδικασία αυτή θα βοηθήσει και τα ελληνόπουλα να γνωρίσουν την ιστορία και τον πολιτισμό άλλων χωρών.
Αντίστοιχα, πρέπει να δημιουργηθούν πολύγλωσσα κέντρα ταχύρυθμης εκμάθησης της ελληνικής γλώσσας για ενηλίκους μετανάστες, ώστε να είναι δυνατή η καθημερινή επικοινωνία και η ενσωμάτωσή τους στην ελληνική κοινωνία.
Τα νομοσχέδια, οι εγκύκλιοι και τα γενικά έγγραφα που αφορούν μετανάστες πρέπει, ταυτόχρονα με τη δημοσίευσή τους να μεταφράζονται στις γλώσσες τους, έτσι ώστε να είναι σε θέση οι ίδιοι να γνωρίζουν από πρώτο χέρι το περιεχόμενό τους και να μη γίνονται αντικείμενο εκμετάλλευσης και σκόπιμης παραπληροφόρησης από επιτήδειους κερδοσκόπους.
Μεταφρασμένα στις γλώσσες των μεταναστών και μεταναστριών πρέπει να είναι και τα γενικά πληροφοριακά έντυπα των δημόσιων υπηρεσιών αιχμής με τις οποίες αυτοί συναλλάσσονται. Είναι στοιχειώδης υποχρέωση της πολιτείας να διευκολύνει τους μετανάστες στην επικοινωνία τους με το κράτος, μειώνοντας την ταλαιπωρία τους που γι’ αυτούς έχει και οικονομικές επιπτώσεις.
Με επιτακτικό τρόπο πρέπει να τεθεί αίτημα δημιουργίας διμερών συμβάσεων ασφάλισης της χώρας μας με όλες τις εκτός ΕΕ χώρες (για τις εντός ΕΕ υπάρχουν τέτοιες διεθνείς συμβάσεις) που έχουν εδώ μετανάστες εργαζόμενους. Οι συμβάσεις αυτές πρέπει να προβλέπουν το συνυπολογισμό στη σύνταξη του χρόνου ασφάλισης που έχει πραγματοποιηθεί από τούς μετανάστες, τόσο στην πάτρια χώρα όσο και στη χώρα μετανάστευσης.
Κρίσιμης σημασίας ζήτημα για τη ζωή της γυναίκας μετανάστριας είναι η κατοχύρωση της αυτοτελούς μεταναστευτικής της υπόστασης, η οποία πρέπει να επιτευχθεί ανεξάρτητα από την οικογενειακή συνένωση.
Οι μετανάστριες και οι μετανάστες πρέπει να έχουν ελεύθερη πρόσβαση και να κάνουν δωρεάν χρήση όλων των ιατρικών και κοινωνικών υπηρεσιών του Δημόσιου και Δωρεάν Συστήματος Υγείας, ανεξάρτητα από το αν έχουν ή όχι κάρτα παραμονής και εργασίας και βιβλιάριο υγείας.
Εμφαση πρέπει να δοθεί στον κρατικό έλεγχο των συνθηκών εργασίας, υγείας και ασφάλειας, σε εργασιακούς χώρους που απασχολούν κατά κύριο λόγο μετανάστες εργάτες και εργάτριες.
Επαρκής πρέπει να είναι και ο αριθμός των γιατρών γενικής ιατρικής, αλλά και των παθολόγων, γυναικολόγων και παιδιάτρων στα Κέντρα Υγείας, όπου πρέπει να γίνονται προληπτικές γυναικολογικές εξετάσεις, προγεννητικός έλεγχος, παρακολούθηση της εγκυμοσύνης και της επιλόχειας περιόδου και να πραγματοποιούνται οι εμβολιασμοί των παιδιών. Ολες οι μετανάστριες -είτε έχουν κάρτα παραμονής και βιβλιάριο υγείας είτε όχι- καθώς και τα παιδιά τους πρέπει να καλύπτονται από τις παραπάνω υπηρεσίες δωρεάν.
Τα παιδιά των μεταναστών πρέπει να γίνονται δεκτά από τους κρατικούς παιδικούς σταθμούς, στους οποίους πρέπει να καταργηθούν τα τροφεία για όλα τα παιδιά. Δεκτά, επίσης, πρέπει να γίνονται τα παιδιά των μεταναστών και από τις κρατικές παιδικές κατασκηνώσεις.