Ο Βασίλης Λιόσης είναι συνεργάτης της Ιδεολογικής Επιτροπής της ΚΕ του ΚΚΕ.
[1] Για μια πιο ολοκληρωμένη κριτική αυτών των απόψεων προτείνουμε για παραπέρα μελέτη τα παρακάτω κείμενα: α) Νικολαΐδου Ρίτα, «Η αντιεκπαιδευτική πολιτική και το ιδεολόγημα της «κοινωνίας της γνώσης»», ΚΟΜΕΠ τ. 1, 2000, β) Παπαδόπουλου Μάκη, «Για την επίδραση των νέων τεχνολογιών και της επιστημονικοτεχνικής επανάστασης στην κατάσταση της εργατικής τάξης» στο: «Προσεγγίσεις στην κατάσταση της εργατικής τάξης στην Ελλάδα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», γ) Σαχναζάροφ Γκεόρκι, «Το φιάσκο της μελλοντολογίας», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», 1987.
[2] Τόφλερ Αλβιν, «Το Τρίτο Κύμα», σελ. 146, εκδ. «Κάκτος», 1982.
[3] Ντράκερ Πέτερ, «Η Mετακαπιταλιστική Kοινωνία», σελ.13, εκδ. «Gutenberg», 1996.
[4] Γκορζ Αντρέ, «Αντίο Προλεταριάτο», σελ. 101, εκδ. «Νέα Σκέψη», 1986.
[5] Θα πρέπει βέβαια να διευκρινίσουμε ότι όλα αυτά τα ιδεολογικά σχήματα δεν είναι απόρροια μιας θεωρητικής δουλειάς κάποιων διανοητών αστών, έτσι γενικά και αόριστα. Πρόκειται για ιδεολογικές φόρμουλες που εξυπηρετούν ή και προετοιμάζουν οικονομικές αλλαγές και επιδιώξεις του κεφαλαίου. Κάνουμε αυτή τη διευκρίνιση για να υπογραμμίσουμε τον κυρίαρχο ρόλο της βάσης επί του εποικοδομήματος και έτσι να μη φανεί η δημιουργία τέτοιων σχημάτων ως μια αντιδιαλεκτική διαδικασία.
[6]Carnoy & Castells, «Διαρκής Ελαστικότητα. Μια έρευνα προοπτικής για την εργασία, την οικογένεια και την κοινωνία στην εποχή της πληροφόρησης», κείμενο ΟΟΣΑ.
[7] Επιτροπή Ε.Κ., 29.11.95.
[8] Ντελόρ Ζακ, «Εκπαίδευση: Η Αναγκαία Ουτοπία», στο βιβλίο Εκπαίδευση, Unesco, έκθεση της Διεθνούς Επιτροπής για την Εκπαίδευση στον 21ο αιώνα υπό την προεδρία του JacquesDelors, εκδ. «Gutenberg».
[9] Γιαννάκου Μαριέτα: Συνέντευξη τύπου στην Ενωση Ανταποκριτών ξένου Τύπου, 8.2.2006.
[10] Βλέπε αναλυτικότερα, Λακασάς Α., «Υπολογίζεται ότι κατά τα 10 πρώτα χρόνια της καριέρας ο εργαζόμενος αλλάζει εργασιακό χώρο 7 φορές», «Καθημερινή», 22.9.1998.
[11] Αναφέρουμε ενδεικτικά την εγκύκλιο 1010 της 11.3.1965, σύμφωνα με την οποία «ο κομμουνισμός είναι εχθρός του έθνους και της δημοκρατίας… Πάσα εκτροπή πρέπει να κολάζεται αυστηρότατα. Και αν συμβεί να υπάρξουν διδάσκαλοι, όχι ανήκοντες, αλλά απλώς συμπαθούντες ή ανεχόμενοι την κομμουνιστική προπαγάνδα, δεν έχουν θέσιν εις την εκπαίδευσιν».
[12] Βλέπε αναλυτικότερα κριτική της Ιωαννάτου Α. για το συγκεκριμένο βιβλίο στα «Θέματα Παιδείας», τ. 3, 2000.
[13] Βλέπε αναλυτικότερα κριτική του Μαγγανά Γ., για το συγκεκριμένο βιβλίο στα «Θέματα Παιδείας», τ. 3, 2000.
[14] Βλέπε αναλυτικότερα Μπιμπίρη Ελένη, Ιστορία και Εκπαίδευση στο «60 χρόνια από τη μεγάλη Αντιφασιστική Νίκη των λαών», σελ. 103-104, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή».
[15] Κωσταράς Γ., «Φιλοσοφική Προπαιδεία», σελ. 386, Αθήνα, 4η έκδοση, 1994.
[16] Βουδούρης Κ., «Αναλυτική Φιλοσοφία», Εισαγωγή, Αθήνα, 1977.
[17] Βλέπε αναλυτικότερα Ξενικουδάκης Στ., «Το μετέωρο βήμα της αστικής τάξης απέναντι σε μια ενοχλητική επιστήμη», «Ριζοσπάστης», 2.10.2005.
[18] Παπλωματάς Κ., «Ευέλικτη Ζώνη» για ευέλικτη ζωή, «Ριζοσπάστης», 9.11.2005.
[19] Βλέπε αναλυτικότερα τεύχος ΥΠΕΠΘ-Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, «Διαθεματικό Ενιαίο Πλαίσιο Προγραμμάτων Σπουδών», «Αναλυτικά Προγράμματα Σπουδών Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης», τόμος Α΄, 2006.
[20]CIDREE, εκδ. Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, σελ. 50, 1999.
[21] Δε θα πρέπει ασφαλώς να ξεχάσουμε ότι και οι αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις παίζουν και αυτές το δικό τους ξεχωριστό ιδεολογικό ρόλο, π.χ. η αξιολόγηση, η άρση μονιμότητας, οι ελαστικές σχέσεις εργασίας δημιουργούν κλίμα υποταγής, ατομισμού ή και κανιβαλισμού των υπόλοιπων εργαζομένων. Επομένως απομακρύνουν από τις συλλογικές διαδικασίες και από μια κινηματική λογική γενικότερα.
[22] Για μια κριτική στον Κονστρουκτιβισμό κοίτα επίσης Κουσαθανά Μ., α) «Κονστρουκτιβισμός - παλιές απόψεις σε νέο περιτύλιγμα», «Θέματα Παιδείας», τ. 19-20, 2005 και β) «Ιδεολογικοί και πολιτικοί στόχοι των νέων αναλυτικών προγραμμάτων», «Θέματα Παιδείας», τ. 26, 2006.
[23] Pepin Y., Practical Knowledge and School Knowledge: «A. Constructiviste Representation of Education». Στο: M. Larochele. N. Bednarz &J. Garrison (Eds.), «Constructiviste & Education», Cambridge University Press, σελ. 173-192.
[24]Βλέπεαναλυτικότερατηνάποψητου Matthews, R., «Constructivisme in Science and Mathematics Education», στο D.C. Phillips (ed.), «National Society for the Stady of Education», 99th Yearbook, Ghicago, Uiversity of Chicago Press, σελ.162.
[25] Κουλαΐδης Β., «Αναπαραστάσεις του Φυσικού Κόσμου», σελ. 66, εκδ. «Gutenberg».
[26]ΒλέπεαναλυτικότεραΤobin K., «Constructiviste Representation on Research in Science Education», paper presented at the annyal metting of the National Association for Research in Science Teaching, Lake Geneva, Wisconsin.
[27] Cyba and Lincoln, «Fourth Generation Evualation», σελ.84, 1989, California: SAGE Publication Inc.
[28] Von Glasersfeld E., Instruction, In «Radical Constructivisme in Mathematics education», σελ. 15-16, Kluwer Academic Publisher, Dordrecht.
[29]Βλέπεαναλυτικότερα a)Von Glasersfeld, «Cognition, Construction and Knowledge», 1987, Intersystem Publication, Salinas CA, β) Von Glasersfeld, «Construction οf Knowledge», 1989, Synthese, 80 (1), 121-140.
[30] Confrey J., «What Constuctivism Implies for Teaching», στοDavis R., Maher C., Noddings N. (επ), «Constructivisme Views on the Teaching and Learning of Mathematics», σελ. 108, Reston, VA, National Council of Teachers of Mathematics.
[31] Nadeau R, and Destautels J., «Epistimologie and the teaching of Science», σελ. 135, Ottawa, Science council of Canada, 1984.
[32] Βλέπε τέτοια διαπίστωση στο: Κολέζα Ε., «Γνωσιολογική και Διδακτική Προσέγγιση των Στοιχειωδών Μαθηματικών Εννοιών», σελ. 85, εκδ. «LeaderBooks».
[33] Πιστεύουμε ότι η διαπίστωση ότι κονστρουκτιβισμός και θετικισμός είναι αντιτιθέμενα φιλοσοφικά ρεύματα (Σχίζας Δ., WWW. electridea.gr) είναι κάπως πρόχειρη και βιαστική. H πρώτη μας ένσταση βρίσκεται στο ότι τα δυο αυτά ρεύματα δεν είναι αυτόνομα φιλοσοφικά ρεύματα αλλά παρακλάδια του ιδεαλιστικού ρεύματος. Από αυτή την άποψη χαρακτηρίζονται από ένα κοινό παρονομαστή. Η δεύτερη ένστασή μας έγκειται στο ότι όταν μιλάμε για θετικισμό και για κονστρουκτιβισμό, τόσο ο ένας όσο και ο άλλος διακρίνονται από ένα πλήθος παρακλαδιών που μεταξύ τους έχουν αξιοσημείωτες διαφορές. Επομένως αναφύεται το ερώτημα ποιο ή ποια παρακλάδια είναι αυτά που είναι αντιτιθέμενα;
[34]Βλέπεαναλυτικότερα Wheatley H., «Constructivist Perspectivist on Science and Mathematics Learning», Science Education, 75, σελ.9-21.
[35] Βλέπε αναλυτικότερα α) Λ. Βιγκότσκι, «Σκέψη και Γλώσσα», εκδ. Γνώση, β) Λ. Βιγκότσκι, «Νους στην κοινωνία», εκδ. «Gutenberg», γ) Βαγενάς Ε., «Επίκαιρες Παιδαγωγικές αντιλήψεις του σοβιετικού παιδαγωγικού συστήματος», ΚΟΜΕΠ, τ. 2, 2004.
[36] Ο Popper (αστός φιλόσοφος πολέμιος του Μαρξισμού) συγκεκριμένα υποστήριζε ότι οι θεωρίες δεν είναι επαληθεύσιμες πειραματικά. Μια πρόταση κατά την άποψή του μπορεί να ελεγχθεί αρνητικά, δηλαδή να είναι εμπειρικά διαψεύσιμη. Για να κάνει κατανοητό το σκεπτικό του, έδινε το κλασικό παράδειγμα με τους κύκνους: όσες φορές κι αν παρατηρήσουμε λευκούς κύκνους δεν μπορούμε να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι όλοι οι κύκνοι είναι λευκοί. Τελικά καταλήγει να δεχτεί ως κριτήριο οριοθέτησης όχι την επαληθευσιμότητα αλλά τη διαψευσιμότητα, νομίζοντας με αυτό τον τρόπο ότι απαντούσε στο θετικισμό. Αυτό που δεν κατανοεί ο Popper είναι πως μια επιστημονική πρόταση δε διατυπώνεται κατόπιν μιας σειράς παρατηρήσεων, αλλά προϋποθέτουν τη γνώση διαδικασιών και σχέσεων που συχνά είναι απρόσιτες στην εποπτεία. Ομοίως και οι φιλοσοφικές προτάσεις μπορεί να βασίζονται σε εμπειρικά δεδομένα, ωστόσο τα υπερβαίνουν διαλεκτικά.
[37] Desautels J. And Larochelle M., A Constructivist Pedagogical Strategy: «The Epistimological Disturbance», (Experiment and Preliminary Results) in «More History and Philosophy of Science in Science Teaching», σελ. 236, ed. D.E. Herget (Tallahassee, Florida: FloridaStateUniversity, 1990.
[38]FegerabentP., «Ενάντια στη μέθοδο», σελ. 47, εκδ. «Σύγχρονα Θέματα».
[39] Τεύχος Επιμορφωτικού Υλικού, ΥΠΕΠΘ-ΠΙ, 2006, σελ. 8.
[40] Ο.π., σελ. 8.
[41] Τεύχος, Επιμορφωτικού Υλικού, ΥΠΕΠΘ-ΠΙ, 2006, σελ. 7.
[42] Οπως γράφει ο Μποσένκο «ακατανόητος παραμένει ο ρόλος του δασκάλου. Ποιος είναι; Και σε τι χρειάζεται σε ένα αυτοοργανούμενο και αυτορρυθμιζόμενο σύστημα; Ρυθμιστής; Επισκευαστής; Φρουρός; Απ’ ό,τι φαίνεται του βρήκανε θέση σύγχρονη, ωραία, απόλυτα τεχνική: «Μεταφραστής». Μεταφορέας δηλαδή πληροφοριών», Μποσένκο Β., «Το μόνο δίδαγμα που βράζουμε είναι ότι δε βγάζαμε κανένα δίδαγμα», «Θέματα Παιδείας», τ. 17-18, 2004.
[43] Φρ. Ενγκελς, «Αντι-Ντύρινγκ», σελ. 171-172, εκδ. «Αναγνωστίδης».
[44] Αναφέρουμε χαρακτηριστικά ότι σύμφωνα με δημοσίευμα της υπεράνω πάσης υποψίας «Καθημερινής», η εισαγωγή στα πανεπιστημιακά τμήματα υψηλής ζήτησης (ΕΜΠ, Ιατρική κλπ.) σχετίζεται άμεσα με το επάγγελμα του πατέρα των εισαχθέντων φοιτητών. Για παράδειγμα στην Ιατρική Αθήνας το 2,7% των φοιτητών έχουν πατέρα γεωργό, κτηνοτρόφο κ.ά., 11,5% έχουν πατέρα εργάτη, τεχνίτη κ.ά. και 39,9% έχουν πατέρα στα επιστημονικά και ελεύθερα επαγγέλματα (Λακάσα Α., «Καθημερινή», Σχολές φιλέτο μόνο για αστούς και πλούσιους, 13.4.2003) .