Η «απελευθέρωση» από το κρατικό μονοπώλιο στρατηγικών τομέων της οικονομίας, όπως η ηλεκτρική ενέργεια, δεν αποτελεί νέο φαινόμενο και δεν αφορά αποκλειστικά την Ελλάδα. Η συγκεκριμένη κυβερνητική πολιτική υλοποιείται σταδιακά στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα και ιδιαίτερα στις ΗΠΑ και στην ΕΕ, ήδη από τη δεκαετία του ’70.
Ο εκάστοτε βαθμός επιχειρηματικής δραστηριότητας του αστικού κράτους σε διάφορες σφαίρες της παραγωγής και της οικονομίας δεν αποτελεί τυχαίο φαινόμενο ούτε προϊόν αυθαίρετης επιλογής των κυβερνητικών επιτελείων κάθε χώρας. Η διατήρηση του κρατικού μονοπωλίου σε τομείς στρατηγικής σημασίας της οικονομίας εδράζεται στις ανάγκες διευρυμένης αναπαραγωγής του κοινωνικού κεφαλαίου για μια ορισμένη περίοδο ανάπτυξης, αφού διασφαλίζει την αναγκαία υποδομή, ώστε να επιταχυνθεί η συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου. Πρόκειται για την ιστορική περίοδο, όπου σύμφωνα και με το δεδομένο επίπεδο τεχνολογικής ανάπτυξης απαιτείται μεγάλη επένδυση κεφαλαίου, η οποία δε διασφαλίζει γρήγορα υψηλό κέρδος (π.χ. πυρηνικοί σταθμοί ενέργειας).
Την περίοδο αυτή η αστική πολιτική μέσω του κρατικού μονοπωλίου της ΔΕΗ εξυπηρέτησε πολλαπλά την πορεία καπιταλιστικής ανάπτυξης, π.χ. με τη δημιουργία της αναγκαίας υποδομής για τη δράση του μονοπωλιακού κεφαλαίου, την πολιτική τιμών του βιομηχανικού ρεύματος, την πολιτική προμηθειών και κατασκευών ενεργειακών έργων από εγχώριους ομίλους. Παράλληλα η ύπαρξη του κρατικού μονοπωλίου βοήθησε την αστική τάξη να διαχειριστεί τις λαϊκές ανάγκες καθώς και πλευρές της ταξικής πάλης, από τη σκοπιά των στρατηγικών συμφερόντων της (π.χ. η διαμόρφωση τιμών οικιακής χρήσης που να συμβάλλουν στη διατήρηση ενός επιπέδου λαϊκής κατανάλωσης).
Συμπερασματικά θα μπορούσαμε να πούμε ότι η ιστορική κυριαρχία του κρατικού μονοπωλίου συνδέεται με την ανάγκη δημιουργίας προϋποθέσεων καπιταλιστικής συσσώρευσης σε τομείς όπου απαιτείται μεγάλο κεφάλαιο, με ισχυρό κίνδυνο για την κερδοφορία του.
Ομως η αποκλειστικότητα της κρατικής επιχειρηματικής δραστηριότητας σε τομείς της οικονομίας δε συμβαδίζει μακροπρόθεσμα με τις νομοτέλειες της καπιταλιστικής παραγωγής. Η υπερσυσσώρευση κεφαλαίων σε άλλους κλάδους που αναζητούν διέξοδο για άνοδο της κερδοφορίας τους οδηγεί γενικά στην «απελευθέρωση» των στρατηγικών τομέων της οικονομίας από την κρατική προστασία.
Δεν πρόκειται επίσης για νέο φαινόμενο της καπιταλιστικής οικονομίας. Το κεφάλαιο μετακινείται ασταμάτητα από σφαίρες της παραγωγής με χαμηλό ποσοστό κέρδους προς σφαίρες που αποφέρουν μεγαλύτερο κέρδος. Με τη μετακίνηση του κεφαλαίου ανάμεσα στις διάφορες σφαίρες της παραγωγής με γνώμονα τις διαφορές στο ποσοστό κέρδους, οδηγούμαστε σε τελευταία ανάλυση στην τάση εξίσωσης του ποσοστού κέρδους.
Ο Μαρξ επισημαίνει: «Η διαρκής εξίσωση των διαρκών αναδυόμενων ανισοτήτων συντελείται τόσο πιο γρήγορα: 1) Οσο πιο κινητό είναι το κεφάλαιο, δηλαδή όσο πιο εύκολα μπορεί να μεταφέρεται απ’ τη μια σφαίρα στην άλλη και απ’ το ένα μέρος στο άλλο, 2) όσο πιο γρήγορα μπορεί η εργατική δύναμη να ρίχνεται απ’ τη μια σφαίρα στην άλλη και απ’ το ένα τοπικό κέντρο παραγωγής στο άλλο. Το πρώτο σημείο προϋποθέτει πλήρη ελευθερία του εμπορίου στο εσωτερικό της κοινωνίας και παραμέριση όλων των μονοπωλίων, εκτός απ’ τα φυσικά μονοπώλια, δηλαδή των μονοπωλίων που προκύπτουν απ’ τον ίδιο τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής»[1].
Σε μια ορισμένη χρονική περίοδο λοιπόν η ύπαρξη του κρατικού μονοπωλίου εμποδίζει την εύκολη μετακίνηση του κεφαλαίου ανάμεσα στις διάφορες σφαίρες και τομείς της παραγωγής. Η αναδιάρθρωση σε τομείς στρατηγικής σημασίας δημιουργεί δυνατότητες ευκολότερης εισόδου σε αυτούς, σε κεφάλαια που είχαν υπερσυσσωρευτεί σε άλλους κλάδους.
Η αναδιάρθρωση ξεκινά συνήθως αφού έχει ολοκληρωθεί με κρατικές επενδύσεις η οικοδόμηση του δικτύου μεταφοράς και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας και γενικότερα η αναγκαία υποδομή για τη διασφάλιση μιας στοιχειώδους ενεργειακής επάρκειας σε κάθε καπιταλιστική χώρα. Ξεκινά από τομείς όπου η τεχνολογική ωρίμανση επιτρέπει γρήγορη και υψηλή κερδοφορία σε μικρότερη πλέον κλίμακα παραγωγής. Ετσι στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας ξεκινά με το σκέλος των σταθμών παραγωγής και επεκτείνεται σταδιακά στη μεταφορά και στη διανομή (π.χ. η σύγχρονη τεχνολογία των έξυπνων και ευέλικτων δικτύων μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας και ταυτόχρονα των πληροφοριών για τη λειτουργία και τον έλεγχο του συστήματος, διευκολύνει την είσοδο του ιδιωτικού κεφαλαίου).
Την περίοδο της «απελευθέρωσης» το πρώην κρατικό μονοπώλιο δεν εξαφανίζεται, αλλά αλλάζει ρόλο μέσα από τη μερική ή ολική ιδιωτικοποίηση - μετοχοποίησή του. Λειτουργεί σύμφωνα με τους νόμους του καπιταλιστικού ανταγωνισμού, όπως και οι ιδιωτικοί όμιλοι που το ανταγωνίζονται. Στοχεύει στη μεγιστοποίηση της κερδοφορίας του με την αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης των εργαζομένων του και την επιβάρυνση της λαϊκής κατανάλωσης.
Ο υπουργός Οικονομίας Γ. Αλογοσκούφης σε πρόσφατη συνέντευξή του στην Ενωση Ανταποκριτών Ξένου Τύπου ανέφερε χαρακτηριστικά:
«Για όλες τις επιχειρήσεις το ζητούμενο είναι να λειτουργούν με όρους και προϋποθέσεις ιδιωτικής επιχείρησης, ανεξάρτητα από τη μετοχική τους σύνθεση, προς όφελος των μετόχων, με πελατοκεντρική προσέγγιση. Σε ορισμένες περιπτώσεις ίσως να μη χρειάζεται καν αποκρατικοποίηση, αν τηρηθούν τα παραπάνω»[2].
Το αστικό κράτος επιχειρεί επίσης να διαχειριστεί τον ανταγωνισμό ανάμεσα στο μετοχοποιημένο πρώην κρατικό μονοπώλιο και τις εισερχόμενες ιδιωτικές επιχειρήσεις. Αξιοποιεί για το σκοπό αυτό την κρατική χρηματοδότηση, τις νομοθετικές ρυθμίσεις και τις λεγόμενες «ανεξάρτητες ρυθμιστικές αρχές» (π.χ. η ελληνική ΡΑΕ).
Η συγκεκριμένη πολιτική επιχειρεί αφενός να αμβλύνει τις αντιθέσεις που γεννά ο ανταγωνισμός των μονοπωλιακών ομίλων και αφετέρου να διασφαλίσει τα στρατηγικά συμφέροντα της αστικής τάξης.
Για το ΚΚΕ η αξιολόγηση κάθε ενεργειακής πολιτικής γίνεται με γνώμονα το αν εναρμονίζεται σε μια συνολική πολιτική που ικανοποιεί τις διευρυνόμενες λαϊκές ανάγκες. Εξετάζουμε ποιοι πολιτικοί όροι, ποιες σχέσεις παραγωγής μπορούν να διασφαλίσουν τη μείωση της ενεργειακής εξάρτησης της χώρας, τη φτηνή λαϊκή κατανάλωση, την ασφάλεια των εργαζομένων, την πλήρη - σταθερή εργασία, την προστασία του περιβάλλοντος, τις ανάγκες των εργαζομένων στο σύνολό τους και όχι αποσπασματικά, τη σχεδιασμένη αναλογική ανάπτυξη των βιομηχανικών κλάδων με στόχο την κοινωνική ευημερία. Κάτω από αυτό το πρίσμα θα εξετάσουμε την πορεία αναδιάρθρωσης του τομέα ηλεκτρικής ενέργειας στην ΕΕ και στην Ελλάδα.