ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΓΥΝΑΙΚΕΙΟ ΖΗΤΗΜΑ
Ο όρος «γυναικείο ζήτημα» προσδιορίζει εκείνο το κοινωνικό πρόβλημα, που αποτελεί σύνθεση της ανισοτιμίας εξ αιτίας του φύλου με το καθεστώς της ταξικής εκμετάλλευσης.
Το γυναικείο ζήτημα ως ιστορικό κοινωνικό φαινόμενο είναι ένα σύμπλεγμα οικονομικών, πολιτικών, πολιτιστικών ανισοτιμιών και διακρίσεων που εκδηλώνονται σε όλους τους τομείς της κοινωνικής και προσωπικής ζωής της γυναίκας, και σε τελευταία ανάλυση πηγάζει από τις ταξικές σχέσεις εκμετάλλευσης.
Στον καπιταλισμό για πολύ μεγάλο διάστημα (στην Ελλάδα έως το 1981[1]), η μισθωτή εργαζόμενη γυναίκα υφίστατο με θεσμική κατοχύρωση μεγαλύτερο βαθμό εκμετάλλευσης από το κεφάλαιο σε σχέση με τον άνδρα μισθωτό (μικρότερο μεροκάματο/μισθό για την ίδια εργασία). Σήμερα, η θεσμική εξίσωση δεν αναιρεί τις κοινωνικές προκαταλήψεις και γενικότερες διακρίσεις σε βάρος της γυναίκας της εργατικής τάξης (εργαζόμενης και μη), αλλά και της γυναίκας των λαϊκών στρωμάτων. Η μισθωτή εργαζόμενη γυναίκα μαζί με την ταξική εκμετάλλευση υφίσταται και όλη την κοινωνική καταπίεση λόγω της έλλειψης ουσιαστικής αναγνώρισης του κοινωνικού ρόλου της μητρότητας (έλλειψη δωρεάν δημοσίων υποδομών, εκτεταμένων πρόσθετων θετικών μέτρων), λόγω των προκαταλήψεων σε βάρος της γυναίκας και των αντιδραστικών αντιλήψεων και πρακτικών στις σχέσεις των δυο φύλων, που αναπαράγονται με νέες μορφές. Αυτές οι κοινωνικές συνθήκες είναι που συχνά κρατούν τη γυναίκα μακριά από την κοινωνική εργασία, αποκλειστικά στη σκλαβιά του ατομικού νοικοκυριού.
Η κοινωνική καταπίεση εξ αιτίας του φύλου, η οξυμένη έκφρασή της μέσα στην οικογένεια είναι πιο έντονη στις γυναίκες της εργατικής και της φτωχής αγροτικής οικογένειας, εργαζόμενες και μη, σε σχέση με όποια κατάλοιπα αφορούν τις γυναίκες της αστικής τάξης.
Οι γυναίκες των λαϊκών στρωμάτων (φτωχές αγρότισσες, αυτοαπασχολούμενες, επαγγελματοβιοτέχνισσες και μικρέμποροι) υφίστανται τις συνέπειες του καπιταλιστικού ανταγωνισμού και της συγκέντρωσης του κεφαλαίου και ταυτόχρονα υφίσταται τις κοινωνικές διακρίσεις εξ αιτίας του φύλου, όπως και οι μισθωτές.
Είναι αλήθεια ότι ένα μεγάλο μέρος της κοινωνικής ανισοτιμίας που αφορούσε τη γυναίκα ανεξάρτητα από την τάξη στην οποία ανήκε (αστικά δικαιώματα, τυπική νομοθετική εξίσωση μισθού/μεροκάματου) έχει αναιρεθεί στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές κοινωνίες.
Από την αστική πολιτική συχνά γίνεται πολιτικός και νομοθετικός λόγος για «ισότητα» των δύο φύλων, ως πρόσχημα διαμόρφωσης νέων διακρίσεων σε βάρος της κοινωνικής αναγνώρισης του ιδιαίτερου ρόλου της γυναίκας στην αναπαραγωγή, γενικότερα σε βάρος των ιδιαίτερων βιολογικών αναγκών της (ανεξάρτητα εάν είναι ή όχι μητέρα), ως πρόσχημα αφαίρεσης αντίστοιχων κατακτήσεων. Ετσι, αναπαράγεται η κοινωνική ανισοτιμία σε βάρος της γυναίκας με νέες μορφές.
Στο σύγχρονο καπιταλισμό είναι πλέον σαφέστερος ο ταξικός χαρακτήρας του προβλήματος της ανισοτιμίας του γυναικείου φύλου. Οι διακρίσεις σε βάρος των γυναικών έχουν τις ρίζες τους στα βάθη της ιστορίας της κοινωνικής εξέλιξης.
Η απελευθέρωση της γυναίκας από την ταξική εκμετάλλευση και τη διπλή καταπίεση μπορεί να πραγματοποιηθεί εφ’ όσον καταργηθεί η ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Δηλαδή, εφ’ όσον ανατραπούν οι κοινωνικές-οικονομικές εκμεταλλευτικές σχέσεις, ως αποτέλεσμα συνειδητής δράσης τουλάχιστον της πρωτοπορίας της εργατικής τάξης, με τη μαζική μαχητική δράση της εργατικής τάξης και των συμμάχων της.
Η ανισοτιμία της γυναίκας συνδέεται αναπόσπαστα με την εμφάνιση της πρώτης ταξικής κοινωνίας, της δουλοκτητικής και συνεχίζεται στη φεουδαρχική και στην καπιταλιστική, κοινωνίες με εκμεταλλευτικές οικονομικές σχέσεις.
Το ΚΚΕ υποστηρίζει ότι στον όρο «ισοτιμία» αποτυπώνεται ο αγώνας των γυναικών για ισότιμα δικαιώματα με τον άνδρα στην εργασία, στη μόρφωση, στην οικογένεια, σε κάθε πτυχή της κοινωνικής δραστηριότητας.
Αυτός ο αγώνας για να δώσει καρπούς συνδέεται αναπόσπαστα με τον αγώνα για κοινωνική απελευθέρωση που έχει στόχο την κατάργηση κάθε μορφής ταξική εκμετάλλευση και κοινωνική ανισότητα.
Ο όρος «ισοτιμία» αναγνωρίζει τις ιδιαιτερότητες των φύλων. Λαμβάνει υπόψη τις ιδιαίτερες ανάγκες που προκύπτουν από την αναπαραγωγική λειτουργία, τα κοινωνικά προβλήματα που βιώνουν οι γυναίκες, ώστε αυτά να μη λειτουργούν ως εμπόδια στην ανάπτυξη της συνείδησης και της δράσης τους.
Ο Λένιν, αναπτύσσοντας παραπέρα τις διαπιστώσεις των Μαρξ και Ενγκελς, έθεσε το εξής κριτήριο στις εργάτριες, στο γυναικείο κίνημα: «Δημοκρατία πάνω στη βάση της ατομικής ιδιοκτησίας ή πάνω στη βάση της πάλης για την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας… Από την άποψη του προλεταριάτου, το ζήτημα μπαίνει μόνο έτσι: “απαλλαγή από την καταπίεση ποιας τάξης; Ισότητας ποιας τάξης με ποια;”»[2].
Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΡΙΖΑ ΤΟΥ ΓΥΝΑΙΚΕΙΟΥ ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ
Ο Μαρξ ανέδειξε ότι ο τρόπος παραγωγής μιας κοινωνίας (σχέσεις ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής, σχέσεις κατανομής του παραγόμενου προϊόντος) αποτελεί το καθοριστικό στοιχείο, τη βάση της, και ιστορικά προσδιορίζεται από το επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων (επίπεδο ανάπτυξης του ανθρώπου και των μέσων που χρησιμοποιεί). Με άλλα λόγια, δηλαδή, υπογράμμισε ότι η εργασία και οι μορφές οργάνωσής της αποτελούν την πραγματική σκηνή της ιστορίας, καθορίζουν όλες τις σχέσεις των ανθρώπων. Από αυτή την άκρη μπορούμε να τραβήξουμε το νήμα που μας οδηγεί στο να κατανοήσουμε την εξέλιξη της θέσης της γυναίκας στην κοινωνική εξέλιξη, το πέρασμα από την πρωτόγονη ισοτιμία των δυο φύλων στην ανισοτιμία μεταξύ τους στην ταξική κοινωνία.
Οι Μαρξ και Ενγκελς απέδειξαν ότι η κοινωνική ανισότητα του άνδρα και της γυναίκας είναι ένα ιστορικό κοινωνικό φαινόμενο, το οποίο εμφανίστηκε σε μια ορισμένη βαθμίδα ανάπτυξης του ανθρώπινου πολιτισμού και σαν τέτοιο έχει και τη λήξη του, όταν εκλείψουν οι όροι που το δημιούργησαν. Στο πρωτόγονο κοινοτικό σύστημα δεν υπήρχαν ούτε ταξικές ούτε φυλετικές διακρίσεις. Ο καταμερισμός εργασίας μεταξύ των δυο φύλων ήταν φυσικός. Η εργασία της γυναίκας στο νοικοκυριό, κοντά στα παιδιά και στους γερόντους, αφορούσε την κοινότητα (δηλαδή είχε κοινωνικό χαρακτήρα), όπως και η εργασία του άντρα (κυνήγι, ψάρεμα κλπ.), που γινόταν μακριά από το κοινοτικό νοικοκυριό. Ο φυσικός καταμερισμός ανάμεσα στα φύλα[3], όπως και ο ηλικιακός, ακόμη και ο πρώτος κοινωνικός καταμερισμός δεν μπορούσε να έχει εκμεταλλευτικό χαρακτήρα, λόγω της πολύ χαμηλής παραγωγικότητας της εργασίας που δεν άφηνε υπερπροϊόν. Δεν άφηνε ένα κάποιο περίσσευμα το οποίο θα μπορούσε κάποιος να ιδιοποιηθεί και να ζει χωρίς να εργάζεται ο ίδιος. Το γένος καθοριζόταν από το μέρος της μητέρας λόγω της πολυγαμίας. Είναι η περίοδος της μητριαρχίας[4], η οποία όμως δεν έδινε κοινωνικά πλεονεκτήματα στις γυναίκες έναντι των ανδρών.
Σε μια πορεία, με τη δημιουργία πλεονάσματος-υπερπροϊόντος που συντελέστηκε στον τομέα της εργασίας του άντρα, κυρίως στην κτηνοτροφία και τη χειροτεχνία, διαμορφώθηκε ιστορικά και η δυνατότητα σφετερισμού αυτού του υπερπροϊόντος, επομένως και η ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής. Διαμορφώθηκε ο πρώτος ταξικός διαχωρισμός, ανάμεσα στους δουλοκτήτες και στους δούλους, ο πρώτος εκμεταλλευτικός καταμερισμός εργασίας (χειρωνακτικής - πνευματικής). Η εργασία της γυναίκας έχασε τον κοινωνικό χαρακτήρα της, γιατί και το κοινοτικό νοικοκυριό έχασε τον κοινωνικό παραγωγικό του χαρακτήρα. Μετατράπηκε σε ατομικό νοικοκυριό του δουλοκτήτη. Η οικογένεια εξελίχθηκε σε μονογαμική για τη γυναίκα, γιατί ο άνδρας ιδιοκτήτης έπρεπε να είναι σίγουρος για τους κληρονόμους του (κληρονόμους της περιουσίας του).
Για το ιστορικό αυτό γεγονός ο Ενγκελς έλεγε: «Το γυναικείο φύλο υπέστη την κοσμοϊστορική του ήττα». Τότε εμφανίζεται το πατριαρχικό δίκαιο για το πέρασμα (την κληρονομιά) της ατομικής ιδιοκτησίας στα γνήσια παιδιά. Η ανισότητα στο οικογενειακό δίκαιο αντανακλά αυτό που συμβαίνει στο πεδίο της οικονομίας. Θεσμοθετείται η κυριαρχία του άνδρα πάνω στη γυναίκα, σε ατομικό και κοινωνικό επίπεδο. Για τον άνδρα η πολυγαμία παίρνει διάφορες μορφές (πορνεία, φεουδαρχική κυριότητα, επίσημη πολυγαμία).
Το δουλοκτητικό κοινωνικό σύστημα υπέταξε τη γυναίκα συνολικά, θέση η οποία συνεχίζεται και στη φεουδαρχία. Ωστόσο, σε όλα τα εκμεταλλευτικά συστήματα οι γυναίκες που ξεχωρίζουν -που είναι σε καλύτερη θέση- προέρχονται από την κυρίαρχη τάξη λόγω των οικονομικών προνομίων που απολαμβάνουν.
Ο ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ
Το νέο που δημιουργεί ο καπιταλισμός στη θέση της γυναίκας είναι ότι έδωσε τη δυνατότητα επιστροφής της στην κοινωνική παραγωγή, ως μισθωτής εργατικής δύναμης.
Η εισαγωγή μηχανών, που όχι μόνο μείωναν την απαιτούμενη μυϊκή δύναμη, αλλά κυρίως χρειάζονταν τα λεπτά και ευκίνητα γυναικεία και παιδικά χέρια (στην υφαντουργία), δημιούργησε τη δυνατότητα για τη μαζική είσοδο των γυναικών στην κοινωνική παραγωγή. Ο Μαρξ στο «Κεφάλαιο» αναφέρει ότι «η εκμετάλλευση της εργασίας των γυναικών και των παιδιών αποτελεί την τελευταία λέξη της κεφαλαιοκρατικής χρησιμοποίησης των μηχανών»[5].
Ωστόσο, το καπιταλιστικό κίνητρο, η απομύζηση όσο το δυνατόν μεγαλύτερης υπεραξίας, είχε συμφέρον να διατηρήσει και να εκμεταλλευθεί τις διακρίσεις και ανισοτιμίες εξ αιτίας του φύλου στην εργάτρια. Ετσι τη χρησιμοποίησε ως φτηνότερη εργατική δύναμη, σε σχέση με τον άνδρα. Η εργασία της γυναίκας και των παιδιών έγινε αντικείμενο της πιο σκληρής εκμετάλλευσης από το κεφάλαιο. Η γυναίκα βρέθηκε αντιμέτωπη με απάνθρωπες συνθήκες ζωής και εργασίας, συνθήκες που πολύ ανάγλυφα περιγράφει ο Ενγκελς στο έργο του «Η κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία».
Οσο επεκτείνονται οι καπιταλιστικές σχέσεις, τόσο μαζικότερα φέρνουν τη γυναίκα στην κοινωνική παραγωγή. Ταυτόχρονα, η γυναικεία μισθωτή εργασία ρίχνει την τιμή της εργατικής δύναμης συνολικά, γιατί ο καπιταλισμός μοιράζει την αξία της εργατικής δύναμης του ενός - του άντρα - ανάμεσα στα δυο φύλα, ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας: «Οι μηχανές ρίχνοντας όλα τα μέλη της εργατικής οικογένειας στην αγορά εργασίας, κατανέμουν την αξία της εργατικής δύναμης του άντρα σε όλα τα μέλη της οικογένειάς του. Γι’ αυτό κατεβάζουν την αξία της εργατικής του δύναμης... Για να ζει τώρα μια οικογένεια, είναι υποχρεωμένα τέσσερα άτομα να προσφέρουν όχι μονάχα εργασία, μα και υπερεργασία στο κεφάλαιο»[6].
Από τη μια το άμεσο κεφαλαιακό συμφέρον και από την άλλη τα χιλιάδες χρόνια της κοινωνικής υποδούλωσης της γυναίκας στον άνδρα αποτέλεσαν τροχοπέδη στη διαδικασία άρσης ορισμένων ανισοτιμιών στις νέες συνθήκες της καπιταλιστικής κοινωνίας, που ήθελαν άνδρα, γυναίκα, ακόμη και παιδί, ελεύθερους ως εργατική δύναμη για το κεφάλαιο. Ετσι, καθυστέρησε η αναγνώριση αστικών δικαιωμάτων και για τη γυναίκα της αστικής οικογένειας. Το αστικό δίκαιο παρέμεινε πατριαρχικό για αιώνες. Διατηρήθηκε η κοινωνική, πολιτική και πολιτιστική ανισοτιμία μεταξύ των δύο φύλων, ανεξάρτητα από την τάξη τους, ο αποκλεισμός της γυναίκας της αστικής τάξης από την ανώτερη μόρφωση.
Από τις πιο χαρακτηριστικές ανισοτιμίες σε βάρος της γυναίκας ήταν η μη αναγνώριση του δικαιώματος του εκλέγειν και εκλέγεσθαι ακόμη και για τις γυναίκες της αστικής τάξης, σχεδόν ως τα μέσα του 20ού αιώνα, για το μεγάλο μέρος των αναπτυγμένων καπιταλιστικών κοινωνιών.
Παρ’ όλα αυτά οι γυναίκες της αστικής τάξης, όπως και οι γυναίκες της κυρίαρχης τάξης σε προηγούμενα εκμεταλλευτικά κοινωνικά συστήματα, απολάμβαναν τα πλεονεκτήματα που έδινε η ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, η πολιτική εξουσία και έτσι είχαν υψηλό επίπεδο διαβίωσης. Είχαν τη δυνατότητα να ελαφρύνουν κατά πολύ το βάρος των όποιων ανισοτιμιών σε βάρος των γυναικών καθώς και των αναχρονιστικών αντιλήψεων που επηρέαζαν τη δική τους τάξη. Ετσι, η γυναικεία ανισοτιμία δεν είχε και δεν έχει ως σήμερα τις ίδιες επιπτώσεις στη ζωή ολόκληρου του γυναικείου φύλου.
Στο σύγχρονο καπιταλισμό οι γυναίκες της αστικής τάξης έχουν την οικονομική δυνατότητα και τα μέσα για τη μόρφωση, τη φροντίδα των παιδιών και της οικογένειας, έχουν ελεύθερο χρόνο, ανεξάρτητα βεβαίως από το πώς τον αξιοποιούν. Αυτές οι γυναίκες αν και διεκδικούν καλύτερη μεταχείριση, στηρίζουν το σύστημα της ταξικής εκμετάλλευσης, της ιδεολογικής καταπίεσης και χειραγώγησης, που αποτελεί τη βάση της διπλής καταπίεσης των γυναικών της εργατικής τάξης και των άλλων λαϊκών στρωμάτων.
Γι’ αυτό στη σημερινή σύγχρονη καπιταλιστική κοινωνία οι γυναίκες της αστικής τάξης δεν μπορούν να υποστηρίξουν ουσιαστικά αιτήματα για την ισοτιμία της γυναίκας (π.χ. σε σχέση με τις εργασιακές σχέσεις, τη μητρότητα, την εκπαίδευση και υγεία για όλες τις γυναίκες, την κοινωνική φροντίδα των ηλικιωμένων, της οικογένειας). Περιορίζονται σε αιτήματα που αφορούν κυρίως την τάξη τους (π.χ. ποσοστιαία κατοχύρωση συμμετοχής τους στα κόμματά τους, στα κυβερνητικά και άλλα όργανα) ή σε προβλήματα που αφορούν τις γυναίκες ανεξάρτητα από την ταξική τους τοποθέτηση, προβλήματα αναχρονιστικών καταλοίπων στις σχέσεις των δυο φύλων, ως ιδέες και ως συμπεριφορά, π.χ. προκαταλήψεις για τον κοινωνικό ρόλο των δυο φύλων, βία του άνδρα προς τη γυναίκα, σεξουαλική παρενόχληση κλπ.
Σε όλη την πορεία ανάπτυξης και εξέλιξης του καπιταλιστικού συστήματος, όπως και στον τομέα της οικονομίας έτσι και στον τομέα των ιδεών, της νομοθεσίας, γενικότερα των θεσμών, ιδιαίτερα μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, επήλθαν αλλαγές, αναπροσαρμογές, που αφορούσαν και στο πώς η αστική πολιτική αναδεικνύει το γυναικείο ζήτημα. Γενικά, οι αστικές ιδέες «εκσυγχρονίζονται» ανάλογα με το πώς βλέπουν τη χρησιμοποίηση της γυναικείας εργατικής δύναμης, ανάλογα με την ταξική πάλη και γενικότερα το συσχετισμό δυνάμεων. Ωστόσο, δεν άλλαξε ο ιδεολογικός και πολιτικός πυρήνας (άρνηση της ταξικότητας του γυναικείου ζητήματος). Προσαρμόσθηκε στις εξελίξεις, ενδύθηκε με το μανδύα των λεγόμενων αστικών εκσυγχρονιστικών ιδεών, πράγμα που το ζούμε ιδιαίτερα στην καπιταλιστικά αναπτυγμένη Ευρώπη.
Το ιδεολογικό και πολιτικό οπλοστάσιο του καπιταλισμού συνεχώς αναπαράγει τις αντιδραστικές ιδέες για τη θέση της γυναίκας στην κοινωνία, όπως και την ταξική ρίζα της ανισοτιμίας της. Σε ορισμένες συνθήκες, π.χ. της μεγάλης οικονομικής κρίσης του μεσοπολέμου, στη δικτατορία του 1967 στην Ελλάδα, στην πρώτη φάση ανάπτυξης της αντεπανάστασης στην ΕΣΣΔ στη δεκαετία του 1980, αναβίωναν οι πιο αντιδραστικές θεωρίες που προέτασσαν τον ιδιαίτερο ρόλο της γυναίκας στην οικογένεια με περιορισμό του δικαιώματός της στην κοινωνική εργασία, χωρίς αναγνώριση της συλλογικής, κρατικής κοινωνικής ευθύνης για την ικανοποίηση των αναγκών που απορρέουν από τη μητρότητα. Και η εκκλησία, θεσμός ενσωματωμένος στο καπιταλιστικό σύστημα, αναπαράγει αντιδραστικές ιδέες με εκσυγχρονισμένη μορφή.
Επομένως, αυτές που έχουν αντικειμενικά συμφέρον για την κατάργηση της ταξικής ρίζας της φυλετικής ανισότητας είναι οι γυναίκες της εργατικής τάξης, καθώς και εκείνες των λαϊκών στρωμάτων, που αντικειμενικά έχουν συμφέρον από την κατάργηση της εκμετάλλευσης, δηλαδή το σοσιαλισμό, το σύστημα που μπορεί να εγγυηθεί την κοινωνική απελευθέρωση γενικά και ιδιαίτερα της γυναίκας.
Η ΣΥΝΕΙΔΗΤΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΤΑΞΙΚΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ ΓΥΝΑΙΚΕΙΟΥ ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ
Στο τέλος του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα υπήρξαν γυναίκες που ανήκαν στην αστική τάξη, στα ανώτερα εισοδηματικά στρώματα που διεκδίκησαν, άσκησαν πίεση προς τα κόμματα εξουσίας για να θεσμοθετηθεί το εκλογικό δικαίωμα και στις γυναίκες, να μπορούν να πηγαίνουν και γυναίκες στο Πανεπιστήμιο. Η συμβολή αυτού του κινήματος, με τα μέτρα εκείνης της εποχής, ήταν θετική, όμως γρήγορα ξεπεράστηκε με την έννοια ότι τα αιτήματά του ήταν πολύ περιορισμένα, εγκλωβισμένα στα αστικοδημοκρατικά πλαίσια.
Οπως ήδη αναφέραμε, εκείνοι που έθεσαν τη θεωρητική και πολιτική βάση για την ανάπτυξη κινήματος αντικειμενικά ικανού να παλέψει με συνέπεια για την ισοτιμία και τη χειραφέτηση της γυναίκας ήταν οι ιδρυτές του επιστημονικού σοσιαλισμού - κομμουνισμού Μαρξ και Ενγκελς και στη συνέχεια ο Λένιν. Ανέδειξαν την ταξική φύση του γυναικείου ζητήματος, την αντανάκλασή του στο εποικοδόμημα κάθε κοινωνικο-οικονομικού σχηματισμού, δηλαδή στη νομοθεσία, στο γάμο και την οικογένεια.
Οι θεωρητικοί του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος ανέδειξαν πως η ανισότητα της γυναίκας παρουσιάσθηκε από αντιδραστικές αντιλήψεις και θεωρήσεις ως αποτέλεσμα βιολογικής κατωτερότητας. Εδώ και αρκετά χρόνια, με την ανάπτυξη της επιστήμης, των μέσων παραγωγής που επέφεραν τη μείωση της φυσικής ενέργειας κατά την εργασιακή διαδικασία, άρχισαν να αδυνατίζουν τα επιχειρήματα περί βιολογικής κατωτερότητας. Ετσι, η αστική προπαγάνδα αναγνωρίζοντας κριτικά κοινωνικές προκαταλήψεις σε βάρος της γυναίκας, όλο και πιο έντονα άρχισε να προβάλλει ως αιτία τους την επικράτηση πατριαρχικών και ανδροκρατικών αντιλήψεων. Η σύγχρονη στρατηγική της αστικής τάξης, π.χ. η στρατηγική της ΕΕ, θέλει τη γυναίκα ως εργατική δύναμη, αν και επιλέγει όσο το δυνατόν να μη δεσμεύεται ο κεφαλαιοκράτης για την περίοδο της προχωρημένης εγκυμοσύνης - τοκετού - λοχείας.
Στον καπιταλισμό, η πλειοψηφία των εργαζομένων γυναικών εισέρχεται στην επαναστατική δύναμη της εποχής, την εργατική τάξη, ως μισθωτή εργαζόμενη γυναίκα.
Γι’ αυτό πολύ νωρίς αναπτύχθηκαν ταξικοί αγώνες από τις εργάτριες, με πιο χαρακτηριστική την αιματηρή απεργία στη Νέα Υόρκη των ΗΠΑ, στις 8 Μαρτίου 1857, ημέρα συμβολική στην πάλη για την ισοτιμία της γυναίκας.
Η ίδρυση επαναστατικών εργατικών, κομμουνιστικών κομμάτων δίνει ώθηση στην ιδεολογική, πολιτική και κοινωνική πάλη για την ισοτιμία και τη χειραφέτηση της γυναίκας.
Γενικότερα ο πολιτικός και κοινωνικός αγώνας κάτω από την καθοδήγηση του επαναστατικού εργατικού, του Κομμουνιστικού Κόμματος στις συνθήκες του καπιταλισμού, οι κατακτήσεις των γυναικών στη Σοβιετική Ενωση και στις άλλες σοσιαλιστικές χώρες δημιούργησαν μια νέα βάση για άρση ορισμένων κραυγαλέων ανισοτιμιών και διακρίσεων σε βάρος της γυναίκας, για την κατοχύρωση αστικών δικαιωμάτων (αλλαγές στο αστικό οικογενειακό δίκαιο κλπ.), για ορισμένες εργατικές κατακτήσεις (τυπική ισότητα στην εργατική νομοθεσία, άδειες μητρότητας, αυτοτελής συνταξιοδότηση κλπ.). Εφεραν συνολικότερες αλλαγές στη στάση της γυναίκας στην κοινωνική και πολιτική δράση, βεβαίως με αφετηρία την ταξική προέλευση και ένταξή της.
Σε όλη την πορεία ανάπτυξης του καπιταλιστικού συστήματος, ανάλογα με τις ανάγκες του και το επίπεδο της ταξικής πάλης, εξελίσσεται όλο το νομικό και πολιτιστικό (νομοθεσία, ήθη, πολιτισμός) εποικοδόμημα που αφορά τις σχέσεις των δυο φύλων.
Το οργανωμένο γυναικείο κίνημα ριζοσπαστικοποιείται στο βαθμό που επιδρούν σε αυτό οι αξίες και οι στόχοι του εργατικού κινήματος. Και αντίστροφα συμβάλλει στην ευαισθητοποίηση του ταξικά προσανατολισμένου εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος για την εξειδίκευση στόχων πάλης για τις ιδιαίτερες ανάγκες των εργαζομένων και μη γυναικών.
Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΣΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΤΟΥ 20ού ΑΙΩΝΑ
Η ιστορία του 20ού αιώνα που σημαδεύτηκε με την εμφάνιση του πρώτου σοσιαλιστικού κράτους το 1917 και τη μεταπολεμική συγκρότηση του σοσιαλιστικού συστήματος στην Ευρώπη και παγκόσμια επιβεβαίωσε και το εξής: Ακριβώς γιατί το γυναικείο ζήτημα αφορά όλες τις ταξικές κοινωνίες, άρα έχει ιστορία χιλιάδων χρόνων, ακριβώς γι’ αυτό εμφανίζει πολύ μεγάλη αντοχή ως προκατάληψη και λαθεμένη αντίληψη και πρακτική. Ο Λένιν στο άρθρο του με τον τίτλο «η Μεγάλη Πρωτοβουλία» υπογράμμιζε πόση προσπάθεια χρειάζεται και πόσο σύνθετο ζήτημα είναι να καθαρίσει το έδαφος από τη σαβούρα των παλιών αστικών νόμων και θεσμών[7].
Το πρώτο ιστορικό εγχείρημα σοσιαλιστικής οικοδόμησης κληρονόμησε ασύλληπτες για σήμερα συνθήκες διπλής καταπίεσης και εκμετάλλευσης της γυναίκας. Οι προκαπιταλιστικές ιδέες και συνήθειες βάρυναν ακόμα και όταν είχε ανατραπεί η υλική-οικονομική βάση που τις γεννούσε.
Ο μαρξισμός τονίζει ότι σε κάθε κοινωνία επιζεί το προγενέστερο πνευματικό υλικό. Είναι φυσικό και στις συνθήκες του σοσιαλισμού να μεταφέρονται από προηγούμενες εποχές, μέσω των κοινωνικών αντιλήψεων, της πολιτιστικής παράδοσης. Η παράτασή τους συνδέεται με τους ρυθμούς οικοδόμησης των σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής και ιδιαίτερα στον αγροτικό τομέα.
Ο σοσιαλισμός, ανατρέποντας την ατομική ιδιοκτησία και κοινωνικοποιώντας τα συγκεντρωμένα μέσα παραγωγής, έθεσε τις βάσεις για την προώθηση της ισοτιμίας και χειραφέτησης της γυναίκας. Η πορεία αυτή συνδέεται άμεσα με την πορεία οικοδόμησης των σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής και κατανομής, την εξέλιξη των παραγωγικών δυνάμεων. Αυτό επιδρά και στην κοινωνική συνείδηση, όμως με ορισμένη χρονική υστέρηση.
Μεγάλης σημασίας παρακαταθήκη αποτελεί η λενινιστική διδασκαλία για το γυναικείο ζήτημα σε σχέση με τη σοσιαλιστική επανάσταση και την οικοδόμηση του σοσιαλισμού.
Ο Λένιν αναδείκνυε ως καθοριστικής σημασίας για την ισοτιμία της γυναίκας, δυο βασικούς παράγοντες:
- τη συμμετοχή της στην κοινωνική παραγωγική εργασία,
- την απόσπασή της από τη «σκλαβιά του σπιτιού».
Ο πραγματικός κομμουνισμός θ’ αρχίσει μόνο εκεί και τότε, όπου και όταν αρχίσει η μαζική πάλη (καθοδηγούμενη από το προλεταριάτο που κατέχει την κρατική εξουσία), ενάντια στο μικρό σπιτικό νοικοκυριό ή πιο σωστά όταν αρχίσει η μαζική ανασυγκρότησή του σε μεγάλο σοσιαλιστικό νοικοκυριό[8].
Η θέση της γυναίκας στο σοσιαλισμό που γνωρίσαμε ήταν ανώτερη από τη θέση της γυναίκας και στην πιο ανεπτυγμένη καπιταλιστική κοινωνία. Δεν μπορεί να συγκριθεί. Για πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία η πολιτική ισοτιμία της γυναίκας κατοχυρώθηκε στο πρώτο σοβιετικό Σύνταγμα (1918).
Η σοβιετική εξουσία, στην πορεία οικοδόμησης του σοσιαλισμού, αντιμετώπισε ισότιμα τη γυναίκα με τον άνδρα στο εργατικό δίκαιο, στα πολιτικά δικαιώματα, στον τομέα της μόρφωσης, στις ευθύνες στην οικογένεια. Η σοσιαλιστική κοινωνία έλαβε μέτρα για την προστασία της γυναίκας στην εργασία, της μητρότητας και της βρεφικής ηλικίας.
ΤΟ ΚΚΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΣΟΤΙΜΙΑ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ
Το ΚΚΕ από την πρώτη στιγμή της ίδρυσής του αναγόρευσε ως βασική του αρχή την ισοτιμία των δύο φύλων. Στη θέση 12 του Προγράμματος που ψηφίστηκε στο πρώτο Πανελλαδικό Σοσιαλιστικό Συνέδριο - συνέδριο στο οποίο ιδρύθηκε το Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα Ελλάδας (ΣΕΚΕ) - μετέπειτα ΚΚΕ - αναφέρεται το παρακάτω αίτημα:
«Πλήρης αστική, πολιτική, οικονομική και κοινωνική εξίσωσις των γυναικών προς τους άνδρας. Κατάργησις όλων των νόμων που περιορίζουν τα δικαιώματα της γυναικός και του νόθου παιδιού».
Το Συνέδριο ζητά να παραχωρηθεί στις γυναίκες το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι, να κατοχυρωθεί ο πολιτικός γάμος, η νομοθετική υποχρέωση των δήμων και κοινοτήτων να συντηρούν γυναικολογικά μαιευτήρια για τις γυναίκες των εργατών με πλήρεις αποδοχές για οκτώ εβδομάδες πριν και οκτώ μετά τον τοκετό, οι υπηρέτριες να θεωρούνται εργάτριες και να απολαμβάνουν όλα τα ευεργετήματα που απορρέουν από τους εργατικούς νόμους, να απαγορευθεί με νομοθεσία η νυκτερινή εργασία για τις γυναίκες και τα παιδιά, να κατοχυρωθεί διπλή αμοιβή για τη νυκτερινή εργασία των εργατών.
Ανέπτυξε ιδεολογικό αγώνα, με όπλο την κοσμοθεωρία του, τη μαρξιστική ανάλυση για την προέλευση της ιδιοκτησίας, της οικογένειας και του κράτους, ανέδειξε την ταξικότητα του γυναικείου ζητήματος, την πορεία και την εξέλιξή του στους εκμεταλλευτικούς κοινωνικοοικονομικούς σχηματισμούς.
Σε όλη τη διαδρομή του το Κόμμα ανέπτυξε δραστηριότητες και πρωτοβουλίες για το γυναικείο ζήτημα, προσαρμοσμένες στον ένα ή τον άλλο βαθμό στις δυνατότητες ή τις πιο επιτακτικές ανάγκες κάθε φάσης του κινήματος.
Υιοθέτησε εξειδικευμένες μορφές δουλιάς στις γυναίκες, πριν απ’ όλα στις εργάτριες, παίρνοντας υπόψη τις οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες στην ελληνική κοινωνία εκείνης της εποχής, την εκπαιδευτική, πολιτιστική και γενικότερα την κοινωνική θέση της γυναίκας.
Με την ειδική δράση του ΚΚΕ στις γυναίκες, το γυναικείο κίνημα στην Ελλάδα πέρασε σε άλλη φάση. Αυτό έγινε φανερό στα επόμενα χρόνια, την περίοδο της Κατοχής, του Εμφυλίου, στα κατοπινά δύσκολα χρόνια και μέχρι σήμερα. Φάνηκε και φαίνεται ακόμα και σήμερα η διαφορετική κατεύθυνση ανάμεσα στο γυναικείο κίνημα που ενστερνίζεται την ταξική ρίζα της γυναικείας ανισοτιμίας σε σύγκριση με το γυναικείο κίνημα που στέκεται αποσπασμένα μόνο στις φυλετικές διακρίσεις.
Χάρις στο ΚΚΕ αναδείχθηκε στην πορεία του εργατικού και γενικότερου κινήματος το πρόσωπο της γυναίκας αγωνίστριας, που θυσιάζεται, που προσφέρει γενικότερα στον πολιτικό αγώνα, όπως και ο μαχητής άνδρας. Το ΚΚΕ και με το παράδειγμα των κομμουνιστριών, των νέων γυναικών της ΟΚΝΕ, της ΕΠΟΝ, της ΚΝΕ, απέδειξε ότι οι όποιες διαφορές απορρέουν από τη διαφορετικότητα των φύλων, δε δικαιολογούν καμιάς μορφής καταπίεση και υποτίμηση. Η μαζική συμμετοχή των γυναικών στον αγώνα της εθνικής αντίστασης και του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας αποτέλεσε κυριολεκτικά ένα σημείο στροφής στην πάλη για την ανατροπή των αντιλήψεων περί της γυναικείας κατωτερότητας και της αποκλειστικής αποστολής της γυναίκας στο ρόλο της συζύγου και της μητέρας. Στα χρόνια που ακολούθησαν την ήττα του ΔΣΕ, η κυριαρχία των αντιδραστικών δυνάμεων έδωσε «νέα πνοή» στις συντηρητικές αντιλήψεις.
Παρά τη μεγάλη προσφορά της κομμουνιστικής ιδεολογίας και της δράσης του ΚΚΕ στην Ελλάδα, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι και στις γραμμές του κομμουνιστικού, του εργατικού κινήματος, των ριζοσπαστικών κινημάτων υπάρχει αντανάκλαση των αναχρονιστικών αντιλήψεων για το ρόλο της γυναίκας. Αυτή η επίδραση εκφράζεται με σύγχυση για την αναγκαιότητα πάλης για τη χειραφέτηση και την ισοτιμία της γυναίκας. Δεν είναι καθόλου παράξενο αυτό. Στις συνθήκες του καπιταλισμού η αστική ιδεολογία και οι μικροαστικές εκδοχές της έχουν τη δύναμη της κυριαρχίας, αφού είναι στοιχείο του συστήματος της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας και εξουσίας. Ωστόσο, κατά βάθος αντανακλά τις ιδεολογικές αδυναμίες μέσα στο κομμουνιστικό κίνημα. Υπάρχει ζήτημα: Πόσο το κομμουνιστικό, το εργατικό κίνημα συστηματικά, αδιάλειπτα και σταθερά αντιπαλεύει την ανισότητα των δύο φύλων; Πώς καταπολεμά κάθε μορφή αντιδραστικής και αναχρονιστικής προπαγάνδας; Με πόση σταθερότητα και αποφασιστικότητα καταπιάνεται με τη συνειδητοποίηση ανδρών και γυναικών στο ζήτημα της ισοτιμίας; Τι μέτρα παίρνει ώστε να ενθαρρύνονται οι γυναίκες να συμμετέχουν ενεργά στην πολιτική και μαζική πάλη; Πώς ενθαρρύνει, δουλεύει ειδικά για τη συμμετοχή των γυναικών στα καθοδηγητικά όργανα, στα όργανα του συνδικαλιστικού κινήματος;
Στις σημερινές συνθήκες το κύριο και βασικό που θέτει το Κόμμα στο 17ο Συνέδριό του είναι να αποτελέσει αναπόσπαστο στοιχείο της ανάπτυξης της επιρροής του Κόμματος στην εργατική τάξη και στα άλλα λαϊκά στρώματα συμμάχους της η εξειδίκευση της γενικής ιδεολογικής και πολιτικής δουλιάς στις γυναίκες. Για να γίνει αυτό δυνατό χρειάζεται να συνειδητοποιηθεί σε βάθος η ταξική φύση του γυναικείου ζητήματος, αλλά και πώς εκδηλώνονται οι ανισοτιμίες σε βάρος της γυναίκας στις σύγχρονες συνθήκες του καπιταλισμού. Ο βαθμός συνειδητοποίησης του γυναικείου ζητήματος αντανακλά και το επίπεδο ιδεολογικής πολιτικής ωρίμανσης και ανάπτυξης του Κόμματος. Εκφράζει το πολιτικό - πολιτιστικό του επίπεδο. Η χειραφέτηση από τις αντιδραστικές αντιλήψεις για τη γυναίκα, ανεξάρτητα του πώς αυτές εκφράζονται, ανεξάρτητα από το φαινομενικό νεωτερισμό τους, είναι απόδειξη ότι οι κομμουνιστές και κομμουνίστριες έχουν βαθιά και ολοκληρωμένη γνώση του χαρακτήρα, των νόμων λειτουργίας του καπιταλιστικού συστήματος.
Η πάλη κατά του καπιταλιστικού συστήματος, ο αγώνας για το σοσιαλισμό απαιτεί εναντίωση σε όλες τις πτυχές του κεντρικού κοινωνικού - πολιτικού προβλήματος. Δεν είναι δυνατόν να παλεύουν οι κομμουνιστές και οι κομμουνίστριες για την κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο και να μην αναδεικνύουν όλες τις μορφές εκμετάλλευσης και καταπίεσης, την ουσία της απελευθέρωσης.
Επομένως είναι απαραίτητη η δράση των κομμουνιστών για να εμποτιστεί κυριολεκτικά το εργατικό κίνημα με τα προβλήματα των γυναικών, ιδιαίτερα των νέων γυναικών, λόγω των ιδιαίτερων συνεπειών που έχουν γι’ αυτές οι καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις, των ξένων εργατριών που υφίστανται την πιο στυγνή εκμετάλλευση. Να εναντιωθεί στους τεχνητούς διαχωρισμούς και αντιθέσεις που προωθούνται με στόχο τη διάσπαση του ενιαίου μετώπου της εργατικής τάξης. Να παλέψει ενάντια στον κοινό αντίπαλο, το κεφάλαιο. Η πάλη για τα ζητήματα των γυναικών να διαπεράσει κάθε κίνημα και κινητοποίηση, να γίνουν τμήμα του γενικού, του όλου. Ταυτόχρονα χρειάζεται η στήριξη και του ριζοσπαστικού οργανωμένου γυναικείου κινήματος που συμβάλλει στη γενικότερη ευαισθητοποίηση και στο συντονισμό της δράσης των γυναικών ανεξάρτητα από επάγγελμα, ηλικία και συνθήκες ζωής.
Συμπερασματικά χρειάζεται μια νέα εκκίνηση στο καίριο αυτό ζήτημα, στη δουλιά και τη δράση του Κόμματος, αλλά και της ΚΝΕ. Οσο πιο στέρεα θεωρητική είναι η γνώση μας για τον ταξικό χαρακτήρα του γυναικείου ζητήματος, δηλαδή της σύνθεσης φυλετικής ανισοτιμίας και ταξικής εκμετάλλευσης, τόσο καλύτερα θα ανταποκριθούμε στο καθήκον της ισχυροποίησης του κόμματος και του εργατικού κινήματος.
Η προσωπική στάση του κομμουνιστή και της κομμουνίστριας στο γυναικείο ζήτημα αποτελεί έμπρακτο παράδειγμα ευρύτερα. Μπορεί να γίνει πόλος έλξης πλατιών λαϊκών μαζών, που σήμερα είναι πιο ευαίσθητες στην ανισότητα των δύο φύλων.