του Βασίλη Οψιμου
Οι Θέσεις της ΚΕ για το 19ο Συνέδριο, στη βάση μιας ήδη σωστά ξεκαθαρισμένης επαναστατικής στρατηγικής για τις σημερινές συνθήκες, θέτουν με πιο σαφή τρόπο το θεμελιακό ζήτημα που μπορεί να στεριώσει την κοινωνική συμμαχία: το ζήτημα της ενότητας θέλησης και δράσης της εργατικής τάξης σε επαναστατική κατεύθυνση, δηλαδή της οργάνωσής της και της συσπείρωσής της γύρω από την πολιτική του ΚΚΕ. Δίχως την ανάπτυξη μιας τέτοιας ενότητας στις γραμμές της εργατικής τάξης η όποια κοινωνική συμμαχία θα είναι ευάλωτη στις νομοτελειακές ταλαντεύσεις των μικροαστικών στρωμάτων, σε τελική ανάλυση θα φυλλορροεί όποτε η ταξική πάλη οξύνεται και η αστική τάξη ξεδιπλώνει τη δική της αντεπαναστατική στρατηγική. Είναι στο ζήτημα μιας τέτοιας ενότητας που κρίνεται, πρώτα και κύρια, για ένα επαναστατικό κόμμα η σωστή σύνδεση της τακτικής με τη στρατηγική. Αντίθετα με ποικιλώνυμους οπορτουνιστές και «αριστερούς» κριτικούς που είτε στενεύουν το ζήτημα της τακτικής σε πολιτικές συμμαχίες κορυφής, είτε υποτάσσουν την τακτική στο επίπεδο της αυθόρμητης συνείδησης των εργατικών μαζών, οι ηγέτες του παγκόσμιου προλεταριάτου, στις χρονικές εκείνες περιόδους των 2 περασμένων αιώνων που η επαναστατική διαδικασία βάδιζε προς τα μπρος, είχαν ένα σταθερό μπούσουλα: ότι η καθημερινή δουλειά των κομμουνιστών οφείλει να προετοιμάζει, μέσα και από το πιο απειροελάχιστο βήμα, το στρατό της επανάστασης, ότι η τακτική υποτάσσεται και υπηρετεί τη στρατηγική.
Διάφοροι εκπρόσωποι του δεξιού και «αριστερού» οπορτουνισμού, στην Ελλάδα και στο διεθνές κίνημα, επικαλούνται γραπτά του Λένιν, πρώτα και κύρια το «Αριστερισμός, παιδική αρρώστια του κομμουνισμού», για να στηρίξουν τη θέση τους ότι η τακτική του ΚΚΕ στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα (δημιουργία και ανάπτυξη του ΠΑΜΕ, γραμμή αντιπαράθεσης και ρήξης με τη ρεφορμιστική-εργοδοτική γραφειοκρατία στα συνδικάτα) συνιστά αριστερίστικη παρέκκλιση από τον Λενινισμό. Φυσικά, για πολλούς από αυτούς (π.χ. το ταχέως διαμορφούμενο νέο πουλέν της σοσιαλδημοκρατίας, τον ΣΥΡΙΖΑ) η επίκληση του Λένιν συνιστά υποκρισία ολκής, μια που εδώ και πάρα πολλά χρόνια έχουν εγκαταλείψει, και στα λόγια και στα έργα, κάθε σύνδεση με τον Μαρξισμό, πόσο δε μάλλον με τον Λενινισμό. Για τις ανάγκες όμως της ταξικής πάλης έχει σημασία να απαντιέται επί της ουσίας η παραπάνω ψευδο-κριτική.
Βασικό μεθοδολογικό εργαλείο μελέτης του Μαρξισμού-Λενινισμού σε κάθε ξεχωριστό αντικείμενο αποτελεί η συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης. Σε ένα πρώτο επίπεδο, λοιπόν, οι συνθήκες και οι ιστορικές συγκυρίες του 1920, όταν ο Λένιν γράφει τον «Αριστερισμό» και χαράζει την τακτική των κομμουνιστών στα αντιδραστικά συνδικάτα, δεν μπορούν να μεταφέρονται αυτούσιες στο σήμερα και να θεωρούνται ως το αντικειμενικό υπόβαθρο για τη διαμόρφωση της αναγκαίας επαναστατικής τακτικής εν έτει 2013. Η αναγόρευση της επαναστατικής τακτικής σε ζήτημα διαχρονικών αρχών, πέρα από ιστορικό χρόνο και τόπο, αποτελεί σχηματοποίηση και διαστρέβλωση του διαλεκτικού υλισμού. Τούτο δε σημαίνει βέβαια ότι επιμέρους βασικές πτυχές μιας τακτικής (ή ακόμα και μια τακτική στο σύνολό της) δεν μπορούν να έχουν εφαρμογή σε διαφορετικές ιστορικές συγκυρίες, που μπορεί να χωρίζονται μεταξύ τους και από μεγάλα χρονικά διαστήματα. Η διαπίστωση όμως μιας τέτοιας ταύτισης απαιτεί αναλυτική τεκμηρίωση στη βάση των κάθε φορά αντικειμενικών συνθηκών. Ετσι στην περίπτωση της τακτικής των κομμουνιστών στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα χρειάζεται να συνυπολογιστούν με αυστηρό τρόπο παράγοντες όπως το επίπεδο ανάπτυξης της ταξικής πάλης και της προλεταριακής συνείδησης, η πορεία εξέλιξης της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας και της διασύνδεσής της με τους μηχανισμούς του αστικού κράτους και των ιμπεριαλιστικών οργανισμών, ο μαζικός ή μη χαρακτήρας των συνδικαλιστικών οργανώσεων κτλ.
Αμέσως μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο η αστική τάξη σε αρκετές από τις μεγάλες καπιταλιστικές δυνάμεις αναγκάστηκε, κάτω από την πίεση της Οκτωβριανής Επανάστασης και την άνοδο των επαναστατικών διαθέσεων στην εργατική τάξη ως αποτέλεσμα και των βασάνων του πολέμου και της μεταπολεμικής ανασυγκρότησης, να κάνει μια σειρά παραχωρήσεις (οκτάωρο, κάποια αύξηση μισθών, κτλ). Ο τακτικός αυτός ελιγμός σηματοδοτούσε μια ρεαλιστική προσαρμογή των αστικών τάξεων μπροστά στον κίνδυνο ανατροπής της εξουσίας τους (επαναστατικά γεγονότα στη Γερμανία και στην Ουγγαρία, κίνημα εργοστασιακών συμβουλίων στην Ιταλία κτλ.). Η γρήγορη όμως ανασυγκρότηση των δυνάμεων της αστικής τάξης, σε συνδυασμό με την αλλαγή της οικονομικής κατάστασης την άνοιξη του 1920, οδήγησαν σε μια αντιστροφή αυτής της κατεύθυνσης και σε μια ολομέτωπη επίθεση του κεφαλαίου ενάντια στην εργατική τάξη.
Σε αυτές τις συνθήκες η συνδικαλιστική γραφειοκρατία έπαιξε ένα βρώμικο ρόλο, προωθώντας τη λογική της ταξικής συνεργασίας, της ανάγκης κάποιων θυσιών από μεριάς της εργατικής τάξης «για να βγει η οικονομία από την κρίση». Η αναπόφευκτη αντίσταση των εργατών (που είχαν μαζικοποιήσει τα συνδικάτα αμέσως μετά τον πόλεμο, πετυχαίνοντας και τις κατακτήσεις που αναφέρθηκαν παραπάνω) στην ραγδαία χειροτέρευση των συνθηκών ζωής τους έθετε τους ρεφορμιστές ηγέτες μπροστά σε ένα σαφές δίλημμα: είτε θα προσαρμόζονταν στη ριζοσπαστικοποίηση των εργατικών μαζών, χάνοντας έτσι τη χρησιμότητά τους για την αστική τάξη ως εντολοδόχοι της στο εργατικό κίνημα, είτε θα προωθούσαν μια πολιτική διάσπασης της εργατικής τάξης και του συνδικαλιστικού κινήματος, διώχνοντας από τα συνδικάτα τους επαναστάτες εργάτες και τα ταξικά σωματεία. Η ιστορική πείρα έδειξε ότι οι ρεφορμιστές ηγέτες των συνδικάτων ακολούθησαν νομοτελειακά τον δεύτερο δρόμο. Η τακτική της επαναστατικής δουλειάς μέσα στα ρεφορμιστικά συνδικάτα και του «κερδίσματός» τους συνιστούσε την απάντηση των κομμάτων της εργατικής τάξης στη γενικευμένη και καλά σχεδιασμένη πολιτική της αστικής τάξης για διάσπαση των γραμμών του προλεταριάτου.
Αναπτύχθηκαν όμως στις γραμμές των Κομμουνιστικών Κομμάτων και αντιλήψεις που έτειναν να περιφρονούν και να αρνούνται τη μέχρι τότε συσσωρευμένη πείρα του εργατικού κινήματος: αντιλήψεις για άρνηση συμμετοχής στα αστικά κοινοβούλια, για άρνηση συμμετοχής στα αντιδραστικά (ρεφορμιστικά, «κίτρινα») συνδικάτα και για δημιουργία ξεχωριστών «εργατικών ενώσεων», για άρνηση κάθε συμβιβασμού ως ζήτημα αρχής, αντιλήψεις που αντιπαρέθεταν το ΚΚ και την ηγεσία του στην εργατική τάξη. Τέτοιες παρεκκλίσεις, που καμία σχέση δεν έχουν με την πολιτική γραμμή του ΚΚΕ, αντιμετωπίζει ο Λένιν στον «Αριστερισμό».
Χαρακτηρίζοντας ως γιγάντια πρόοδο της εργατικής τάξης στο αρχικό στάδιο της ανάπτυξης του καπιταλισμού τη δημιουργία των συνδικάτων («τα πρώτα στοιχεία της ταξικής συνένωσης»), τονίζει ότι η εμφάνιση στο ιστορικό προσκήνιο του επαναστατικού Κόμματος του προλεταριάτου δεν μπορεί να σημαίνει παρά το ότι «τα συνδικάτα άρχισαν να δείχνουν αναπόφευκτα μερικά αντιδραστικά σημάδια, κάποια συντεχνιακή στενότητα, κάποια τάση προς την άρνηση της πολιτικής, κάποιο πνεύμα ρουτίνας κτλ.»1. Η σχετική αυτή αντιδραστικοποίηση των συνδικάτων δεν αναιρεί την αναγκαιότητα αλληλεπίδρασης συνδικάτων και Κόμματος στην πορεία επαναστατικής διαπαιδαγώγησης του προλεταριάτου (πριν και μετά την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας). Από εδώ προκύπτει και ο ρόλος των συνδικάτων ως «σχολείο του κομμουνισμού».
Η σχετική συντεχνιακή στενότητα των συνδικάτων αποτελεί, στις συνθήκες του καπιταλισμού, το καταρχήν αντικειμενικό υπόβαθρο για την εμφάνιση ρεφορμιστικών - οπορτουνιστικών τάσεων μέσα στις οργανώσεις αυτές της εργατικής τάξης. Στις συνθήκες του ιμπεριαλισμού η εξαγορά από την αστική τάξη του στρώματος της εργατικής αριστοκρατίας οδηγεί στην εμφάνιση ενός ανάλογου γραφειοκρατικού στρώματος στις ηγετικές κορυφές των συνδικάτων. Το στρώμα αυτό συντηρεί και ενισχύει τον οπορτουνισμό, στην κατεύθυνση της ανοιχτής προδοσίας των εργατικών συμφερόντων. Ποια πρέπει να είναι η στάση των επαναστατών εργατών απέναντι στις συνδικαλιστικές αυτές ηγεσίες; Ανελέητος αγώνας, λέει ο Λένιν, «ως την πλήρη καταισχύνη και το διώξιμο από τα συνδικάτα όλων των αδιόρθωτων αρχηγών του οπορτουνισμού και του σοσιαλσωβινισμού»2. Ο Λένιν θέτει μάλιστα μια τέτοια έκβαση του αγώνα («σ’ έναν ορισμένο βαθμό») ως αναγκαία προϋπόθεση για την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας από την εργατική τάξη.
Κεντρικό μπούσουλα της δράσης των κομμουνιστών στα συνδικάτα αποτελεί η επιτυχία του επαναστατικού σκοπού της κατάκτησης της προλεταριακής εξουσίας. Και μια που ο σκοπός αυτός απαιτεί το τράβηγμα της προλεταριακής μάζας, ο αγώνας ενάντια στην εργατική αριστοκρατία και τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία δεν μπορεί παρά να διεξάγεται με τρόπο και με μεθόδους που σε κάθε δεδομένη συγκυρία απαντούν στις ανάγκες αυτού του τραβήγματος. Ο ρόλος των ρεφορμιστών συνδικαλιστών ηγετών ως «πρακτόρων της αστικής τάξης μέσα στο εργατικό κίνημα» προκαθορίζει την αναγκαιότητα της δουλειάς ΚΑΙ μέσα στα αντιδραστικά συνδικάτα. Σε αντίθετη περίπτωση, «να μη δουλεύεις μέσα στα αντιδραστικά συνδικάτα σημαίνει να εγκαταλείπεις τις λειψά αναπτυγμένες ή καθυστερημένες εργατικές μάζες στην επιρροή των αντιδραστικών ηγετών»3.
Είναι με αυτή την έννοια που ο Λένιν θέτει το ζήτημα του «να δουλεύεις υποχρεωτικά εκεί που είναι οι μάζες» και όχι φυσικά με την έννοια της διαμόρφωσης κοινών πλαισίων πάλης κτλ. με τους ρεφορμιστές και οπορτουνιστές ηγέτες των συνδικάτων ή με την έννοια της συνδιοργάνωσης μαζί τους συγκεντρώσεων, συλλαλητηρίων κτλ.
Αναλύοντας προσεχτικά τα ντοκουμέντα της Κομμουνιστικής Διεθνούς και της Κόκκινης Διεθνούς των Συνδικάτων (Προφιντέρν), μπορούμε να καταλήξουμε στα βασικά στοιχεία που χαρακτηρίζουν τη Λενινιστική τακτική για τη δουλειά στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα, όπως αυτή διαμορφώθηκε την περίοδο 1920-1922:
1. Το ζήτημα της στάσης των επαναστατών εργατών απέναντι στα ρεφορμιστικά συνδικάτα προέκυψε ως ζήτημα αντιπαράθεσης, γιατί «στα τέλη του 1918, το Γερμανικό Κομμουνιστικό Κόμμα στο πρώτο συνέδριό του στη Χαϊδελβέργη αποφάσισε να καλέσει τους εργάτες να εγκαταλείψουν τα παλιά συνδικάτα και να δημιουργήσουν καινούργια. Ως αποτέλεσμα αυτής της απόφασης, δημιουργήθηκε στη Γερμανία ένα μικρό συνδικάτο που επιχείρησε να αντικαταστήσει τον πανίσχυρο οργανισμό του ρεφορμιστικού συνδικαλιστικού κινήματος που αγκάλιαζε περίπου δέκα εκατομμύρια μέλη»4.
2. Η παραμονή των επαναστατών εργατών μέσα στα ρεφορμιστικά συνδικάτα συνδέεται αναπόσπαστα από τον Λένιν με την αναγκαιότητα μιας καθαρής γραμμής αντιπαράθεσης και ρήξης με τη γραμμή ταξικής συνεργασίας της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας και περιλαμβάνει την προβολή ενός επαναστατικού προγράμματος δράσης που δεν περιορίζεται στην απόκρουση της επίθεσης του κεφαλαίου. Αυτό το πρόγραμμα δράσης οι επαναστάτες εργάτες οφείλουν να προσπαθούν να το υλοποιήσουν στα εργοστάσια και τις επιχειρήσεις (εκλογή εργοστασιακών επιτροπών, δημιουργία ενιαίων συνδικάτων ανά βιομηχανία ανεξάρτητα επαγγέλματος κτλ.).
3. Η δουλειά των κομμουνιστών μέσα στα συνδικάτα δεν μπορεί να περιορίζεται σε ζητήματα βελτίωσης των όρων πώλησης της εργατικής δύναμης, αλλά οφείλει να ανεβάζει και να ενώνει τις εργατικές μάζες «με στόχο να χτιστούν μαχητικά και σκληραγωγημένα έμπειρα συνδικάτα, για την ανατροπή της αστικής τάξης και τη δημιουργία της δικτατορίας του προλεταριάτου»5.
4. Ο στόχος, λοιπόν, που εξυπηρετεί η παραμονή των κομμουνιστών και άλλων επαναστατών εργατών στα ρεφορμιστικά συνδικάτα είναι η προώθηση του επαναστατικού σκοπού για την ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος μέσα από το τράβηγμα της προλεταριακής μάζας. Αυτό τον σκοπό οφείλει να εξυπηρετεί σε κάθε συγκυρία ο όποιος συμβιβασμός των κομμουνιστών με την μια ή την άλλη οργανωτική δομή και θεσμό. Η αριστερίστικη άρνηση κάθε συμβιβασμού ή, από την αντίστροφη μεριά, η αποδοχή ολέθριων για την εργατική τάξη συμβιβασμών στο όνομα γενικών αρχών οδηγούν και οι δύο στην ακύρωση του επαναστατικού ρόλου του Κομμουνιστικού Κόμματος.
5. Η διαλεκτική αυτή προσέγγιση απέναντι στην οργανωτική δομή των παλιών, ρεφορμιστικών συνδικάτων αποτυπώνεται και στη Θέση του ΙΙου Συνεδρίου της Κομμουνιστικής Διεθνούς που τονίζει ότι «οι κομμουνιστές δεν πρέπει να διστάζουν μπροστά στη διάσπαση τέτοιων οργανώσεων, εάν η άρνηση να το κάνουν θα σήμαινε την εγκατάλειψη της επαναστατικής δουλειάς μέσα στα συνδικάτα»6. Βέβαια, η όποια διάσπαση του συνδικαλιστικού κινήματος θεωρηθεί απαραίτητη για τον επαναστατικό σκοπό πρέπει να γίνεται κάτω από αυστηρούς όρους και προϋποθέσεις και να μην εκφράζει την επιλογή εύκολων λύσεων αποφυγής της βασανιστικής δουλειάς μέσα στις πιο καθυστερημένες εργατικές μάζες.
6. Προκύπτει, επομένως, ως βασικό συμπέρασμα ότι η ενότητα των συνδικάτων και η συμμετοχή στα ρεφορμιστικά συνδικάτα ποτέ δεν αποτέλεσαν αυτοσκοπό, ζήτημα αιώνιας και απαρασάλευτης αρχής για το Β. Ι. Λένιν και την Κομμουνιστική Διεθνή. Αυτό αποτυπώνεται με εξαιρετικά ανάγλυφο τρόπο στη θέση που υιοθέτησαν τα διάφορα σώματα και όργανα της Κομμουνιστικής Διεθνούς και της Προφιντέρν για υποστήριξη των επαναστατικών συνδικάτων εκεί που ήδη είχε επισυμβεί η διάσπαση και η μετατροπή τους, εάν επρόκειτο για συνομοσπονδίες, στους καθεαυτό εκπροσώπους όλου του προλεταριάτου της συγκεκριμένης χώρας. Εξάλλου, η ίδια η δημιουργία της Προφιντέρν, ως ξεχωριστού πόλου συνένωσης των επαναστατικών συνδικάτων και δυνάμεων σε διεθνή κλίμακα, φανερώνει την απουσία κάθε οργανωτικού φετιχισμού στη σκέψη της ηγεσίας του κομμουνιστικού κινήματος.
Η πορεία διαμόρφωσης της τακτικής του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος απέναντι στα αντιδραστικά, ρεφορμιστικά συνδικάτα αποκαλύπτει από μια ακόμα μεριά την αναγκαιότητα αυστηρής και μελετημένης υποταγής της τακτικής στη στρατηγική. Δεν πρόκειται για εύκολο ζήτημα, μια που προϋποθέτει τον ακριβή υπολογισμό του συσχετισμού των τάξεων, τον προσδιορισμό των αναγκαιοτήτων που θέτει η κάθε φορά συγκεκριμένη καμπή της ταξικής πάλης, τη βαθιά γνώση του επιπέδου συνειδητότητας της εργατικής τάξης και των πιο πρωτοπόρων τμημάτων της. Σε κάθε περίπτωση, η υποτίμηση της στρατηγικής, του ζητήματος της εξουσίας της εργατικής τάξης και των συμμάχων της, δεν μπορεί παρά να οδηγήσει σε καταστροφικά αποτελέσματα για την προλεταριακή υπόθεση, σε μετατροπή των κομμουνιστών συνδικαλιστών σε ουρά της αστικής τάξης και των ρεφορμιστών ηγετών, πρακτόρων της στις γραμμές του συνδικαλιστικού κινήματος.
* Ο Βασίλης Οψιμος είναι μέλος της Ιδεολογικής Επιτροπής της ΚΕ του ΚΚΕ.
1. Β. Ι. Λένιν: «Απαντα», τ. 41, «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 33.
2. Ο.π., σελ. 35.
3. Ο.π., σελ. 35.
4. A. Losovsky, «The World’s Trade Union Movement», Trade Union Educational League, Chicago (1924), σελ. 83.
5. «Θέσεις και Αποφάσεις του Δευτέρου Συνεδρίου της Κόκκινης Επαγγελματικής Διεθνούς», Εκδοσις Σοσιαλιστικού Βιβλιοπωλείου, Αθήνα, 1923 (σημείο 7 της Απόφασης πάνω στην εισήγηση του Εκτελεστικού Γραφείου στο 2ο Συνέδριο).
6. «Proceedings and Documents of the Second Congress», Pathfinder Press, vol.2, σελ. 625-634.