Στο παρόν άρθρο εστιάζουμε τη διερεύνησή μας στην ποντοπόρο ναυτιλία. Ωστόσο οι εξελίξεις σε αυτή συνδέονται άμεσα με τους γενικότερους σχεδιασμούς της αστικής τάξης για το ρόλο της Ελλάδας στις θαλάσσιες μεταφορές.
Βασικοί στόχοι - άξονες της άρχουσας τάξης, αποτυπωμένοι στα κυβερνητικά προγράμματα τόσο της ΝΔ όσο και του ΠΑΣΟΚ για τα ζητήματα της ναυτιλίας, είναι:
α) Η εξασφάλιση επιχειρηματικού περιβάλλοντος - ανταγωνιστικότητας και μέγιστης κερδοφορίας.
β) Η μετατροπή της Ελλάδας (Πειραιά) σε διεθνές ναυτιλιακό κέντρο και κέντρο διαμετακόμισης - μεταφόρτωσης, πύλη εισόδου - πλατφόρμα περάσματος σε ΕΕ, ΝΑ Ευρώπη, Βαλκάνια και Παρευξείνια Ζώνη στην κατεύθυνση της πολιτικής «εξωστρέφειας» της ελληνικής οικονομίας.
Ο πρώτος στόχος υπηρετήθηκε από όλες τις μεταπολεμικές κυβερνήσεις από τη δεκαετία του ’50 και δώθε με την όλη φιλοεφοπλιστική τους πολιτική. Εξαρχής αυτός ο στρατηγικής σημασίας για τους εργαζόμενους και τη χώρα τομέας των θαλάσσιων μεταφορών αποτέλεσε για το εφοπλιστικό κεφάλαιο προνομιακό πεδίο άσκησης της πιο άγριας εκμετάλλευσης, απόσπασης κάθε είδους προνομίων από το αστικό κράτος, το οποίο διαχρονικά χρησιμοποιείται και με την πολιτική του υπηρετεί του στόχους και τους σχεδιασμούς των εφοπλιστών για κέρδισμα θέσεων και επέκταση στο μονοπωλιακό ανταγωνισμό.
Στις νέες συνθήκες της ΕΕ, οι κυβερνήσεις της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ αφενός διατηρούν ό,τι αντιναυτεργατικό είχε οικοδομηθεί σε όλα αυτά τα χρόνια, αφετέρου προσαρμόζουν τη νομοθεσία για νέα προνόμια σκανδαλωδών παροχών, ικανοποίηση κάθε αξίωσης των εφοπλιστών, παροχή θαλασσοδανείων, φορολογικό παράδεισο και γενικότερα λήψη μέτρων και πολιτικών της πιο άγριας εκμετάλλευσης και επίθεσης στα δικαιώματα των ναυτεργατών σε όλο το πλέγμα, από το χτύπημα των οργανικών συνθέσεων, μισθούς και συμβάσεις ασφαλιστικών και άλλων δικαιωμάτων των πληρωμάτων μέχρι και τη ληστεία των αποθεματικών του ΝΑΤ. Σε αυτή την κατεύθυνση η πολιτική των κυβερνήσεων της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ, με σημαία την αύξηση της «ανταγωνιστικότητας» της ελληνικής ναυτιλίας και στο όνομα της ανταγωνιστικότητας, του εθνικού νηολογίου κλπ., αιτιολογήθηκαν:
- Η διατήρηση και ο εκσυγχρονισμός του νόμου 2687/53, σε σχέση με τη δυνατότητα αλλαγής των οργανικών θέσεων των πληρωμάτων, που προώθησαν από κοινού ΠΑΣΟΚ και ΝΔ, αποτελεί ένα αντεργατικό τερατούργημα που επιδεινώνει τους όρους δουλειάς, αμοιβής και ασφάλισης των ναυτεργατών.
- Η μείωση και στην πορεία «απελευθέρωση» των οργανικών συνθέσεων πληρωμάτων σε ποντοπόρο ναυτιλία και άρση κάθε περιορισμού («απελευθέρωση») στις ενδομεταφορές με εφαρμογή του κανονισμού 3577/92 της ΕΕ.
- Ιδιωτικοποίηση της ναυτικής εκπαίδευσης με υποβάθμισή της σε κατάρτιση, εισαγωγή της πολυειδικότητας και κινητικότητας των καταρτήσιμων για αύξηση του εφεδρικού εργατικού στρατού στα πληρώματα.
- Αλλαγές στο Ασφαλιστικό, στην κατεύθυνση επιδότησης και απαλλαγής των εργοδοτικών εισφορών στο ΝΑΤ και προώθηση απαλλαγής από ασφαλιστικές εισφορές της ποντοπόρου ναυτιλίας.
- Ανάληψη από το κράτος των εξόδων παλιννόστησης, δηλαδή των εξόδων επιστροφής των ναυτικών στη χώρα τους.
- Φορολογικές απαλλαγές του εφοπλιστικού κεφαλαίου.
- Κατάργηση του Γραφείου Εύρεσης Ναυτικής Εργασίας, Εστίας Ναυτικών. Ταυτόχρονα νομιμοποίηση και ανάπτυξη πλήθους δουλεμπορικών γραφείων για «πληρώματα».
Ο δεύτερος στόχος αποτελεί προσαρμογή στις νέες συνθήκες. Βασική επιδίωξη της κυβερνητικής πολιτικής είναι να προσελκύσει ή να κρατήσει ένα μέρος του τεράστιου ναυτιλιακού συναλλάγματος που εισάγεται και επενεξάγεται κάθε χρόνο. Σύμφωνα με τις προβλέψεις για το 2006 οι καθαρές εισπράξεις από θαλάσσιες μεταφορές θα προσέγγιζαν τα 8,5 δισ. ευρώ ή 4,5% του ΑΕΠ. Απολογιστικά για το δεκάμηνο Ιανουαρίου - Οκτωβρίου 2006 ήταν 11.911 δισ. ευρώ.
Με δεδομένο ότι η Ελλάδα δεν αποτελεί κύρια χώρα προορισμού ή προέλευσης των μέσω θαλάσσης μεταφερόμενων εμπορευμάτων, η ποντοπόρος ναυτιλία κινείται και δραστηριοποιείται μακριά από την Ελλάδα. Ο όγκος των εμπορευμάτων που μεταφέρεται μέσω των ελληνικών λιμανιών είναι μικρός (το 95% της δυναμικότητας του ελληνόκτητου στόλου εξυπηρετεί τις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ τρίτων χωρών). Για πολλά χρόνια ο συνδυασμός της γεωγραφικής θέσης της Ελλάδας σε σχέση με το συσχετισμό και το χαρακτήρα των κρατών στα Βόρεια σύνορά της δεν επέτρεπε τη διασύνδεση μεταξύ θαλασσίων και χερσαίων μεταφορών μέσω της Ελλάδας. Ετσι παρατηρήθηκε καθυστέρηση στην ανάπτυξη των λιμενικών υποδομών της. Μετά τις αντεπαναστατικές καθεστωτικές ανατροπές και την καπιταλιστικοποίηση της ΕΣΣΔ και των βαλκανικών χωρών διαμορφώθηκαν νέες συνθήκες, τις οποίες επιχειρεί ν’ αξιοποιήσει η άρχουσα τάξη στην Ελλάδα μέσω της εκάστοτε αστικής κυβέρνησης.
Ετσι η εκάστοτε κυβερνητική πολιτική, υλοποιώντας τους σχεδιασμούς της άρχουσας τάξης, κινείται προς το στόχο να γίνει η Ελλάδα κέντρο διαμετακόμισης - μεταφόρτωσης, πύλη εισόδου - πλατφόρμα περάσματος στην ΕΕ, μέσω της ΝΑ Ευρώπης. Επιδιώκει τη δημιουργία συνεργασιών με χώρες της ΝΑ Ευρώπης για ανάπτυξη συνδυασμένων μεταφορών, σιδηροδρόμων-πλοίων, αεροπλάνων-πλοίων, αγωγών φυσικού αερίου LNG- πλοίων. Τη μετατροπή των λιμανιών σε λιμάνια-κόμβους διαμετακόμισης.
Αυτός ο σχεδιασμός συνάδει με το στόχο για «εξωστρεφή ανάπτυξη» της ελληνικής οικονομίας στη Βαλκανική και Παρευξείνια Ζώνη, αξιοποιώντας και τις σημαντικές θέσεις του ελληνικού κεφαλαίου στις Βαλκανικές χώρες, την κυρίαρχη θέση της ποντοπόρου ελληνόκτητης ναυτιλίας στην Ευρώπη, τις διασυνδέσεις του ελληνικού κεφαλαίου με χώρες της Β. Αφρικής, της Μέσης Ανατολής, αλλά και της Ασίας. Ταιριάζει επίσης με το σχεδιασμό διαμόρφωσης της Ελλάδας σε ενεργειακό κόμβο μεταξύ Ευρώπης - Ασίας. Η ανάδειξη των ελληνικών λιμανιών σε διεθνείς κόμβους διαμετακομιστικού εμπορίου για φορτία προερχόμενα από την Κίνα και την Ασία, αξιοποιώντας και τη γεωγραφική θέση της Ελλάδας που είναι πάνω στον άξονα Ανατολής - Δύσης, ταιριάζει με την αναμενόμενη κατακόρυφη αύξηση της κίνησης από και προς τις αγορές της Κίνας, της Ινδίας και της Μαύρης Θάλασσας.
Με τις ανάλογες πολιτικές (ιδιωτικοποιήσεων, επιδότησης φορολογίας κλπ.) επιδιώκει να αλλάξει τον επενδυτικό προσανατολισμό συσσωρευμένων κερδών του εφοπλιστικού κεφαλαίου από έμμεσες ξένες επενδύσεις σε άμεσες επενδύσεις στα Διευρωπαϊκά Δίκτυα Μεταφορών, στους θαλάσσιους διαδρόμους και τη ναυτιλία μικρών αποστάσεων που προωθείται στα πλαίσια της ΕΕ, σε εγχώριες επενδύσεις στα μεγάλα ιδιωτικοποιημένα λιμάνια, μέσω των ΣΔΙΤ σε όλους τους τομείς, όπως στο REALESTATE, στις αθλητικές εγκαταστάσεις, στις κατασκευές, αλλά και να παροτρύνει συμπράξεις για εξαγορές σε χώρες της Βαλκανικής.
Αυτό το σχεδιασμό εκφράζει σχέδιο που προτείνει στα οικονομικά επιτελεία της κυβέρνησης η «Ειδική Γραμματεία για την ανταγωνιστικότητα»[8], προκειμένου να «εισρεύσουν» στην Ελλάδα τα 200 δισ. δολάρια που βρίσκονται σήμερα στα χέρια των εφοπλιστών, δεν προορίζονται για επενδύσεις σε πλοία και εικάζεται ότι μπορούν να διοχετευθούν για ίδρυση επιχειρήσεων στη στεριά. Εισηγείται προς την κυβέρνηση τη δημιουργία ναυτιλιακού cluster, δηλαδή «ομάδα συναφών επιχειρήσεων» που θα διευκολύνει την εισροή και παραμονή του ναυτιλιακού συναλλάγματος. Προτείνει μια σειρά μέτρων προς την κυβέρνηση (στην πραγματικότητα και νέων πιο ελκυστικών όρων κερδοφορίας) τόσο για τις άμεσες επενδύσεις όσο και για την προσέλκυση των πλοίων στην ελληνική σημαία.
Για τη διαμόρφωση του Πειραιά ως ναυτιλιακού κέντρου προτείνουν να μεταφερθεί η έδρα των Ελλήνων εφοπλιστών στην Ελλάδα και ν’ αναπτυχθούν δραστηριότητες στα πλαίσια του οικονομικού ναυτιλιακού cluster, όπως: Τραπεζικές και χρηματοοικονομικές υπηρεσίες για ταχύτερη και μεγαλύτερη «υποστήριξη» των Ελλήνων εφοπλιστών με κεφάλαια κίνησης που να παρασχεθούν με προνομιακούς όρους. Υπηρεσίες ναυτιλιακής μεσιτείας, ναυτιλιακές ασφάλειες, κατασκευή, μετασκευή, επισκευή και συντήρηση πλοίων, με «ανταγωνιστικά ναυπηγεία» και συναινετικές διαδικασίες, λιμενικές υποδομές για διαμετακόμιση. Βεβαίως όλα αυτά με τις ανάλογες περικοπές στην πληρωμή της εργατικής δύναμης, στο όνομα της επιχειρηματικότητας, της ανταγωνιστικότητας και της ανάπτυξης.
Με αυτά τα επιχειρήματα προωθείται η συνδικαλιστική εργατική συναίνεση και χρησιμοποιείται ο εργοδοτικός και κυβερνητικός συνδικαλισμός στη γραμμή των κυβερνητικών κομμάτων της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ, αλλά και της οπορτουνιστικής στάσης του ΣΥΝ. Αυτή η συναίνεση εδράζεται και στους υλικούς όρους της εργατικής αριστοκρατίας, αφού το σύνολο των τυπικών και άτυπων αμοιβών μιας μερίδας εργαζομένων στο λιμάνι ξεπερνά κατά πολύ το μέσο εργατικό εισόδημα.
Βεβαίως με το άνοιγμα, την «απελευθέρωση» των αγορών και την ελευθερία κίνησης κεφαλαίων, το κεφάλαιο έχει πολλές ευκαιρίες τοποθέτησης οπουδήποτε μέσα και έξω από την Ελλάδα για παραγωγικές επενδύσεις και κερδοσκοπία. Στην κάθε περίπτωση που θα κατευθύνουν τα κεφάλαιά τους οι εφοπλιστές, υπαγορεύεται από τους νόμους κίνησης του κεφαλαίου, τις συνθήκες μέγιστης εκμετάλλευσης και κερδοφορίας που κάθε φορά εξασφαλίζουν, την ενίσχυση των μεριδίων στο μονοπωλιακό ανταγωνισμό. Με αυτά τα κριτήρια το εφοπλιστικό κεφάλαιο έχει ήδη τοποθετηθεί στην Ελλάδα σε τράπεζες, ακίνητα και real estate, ξενοδοχεία, τομείς υγείας, αθλητισμού, ενώ ανάλογη δραστηριότητα αναπτύσσει στα πλαίσια των Βαλκανίων.
Ταυτόχρονα επιδιώκει να επιταχυνθεί η πολιτική ιδιωτικοποίησης των σταθμών εμπορευματοκιβωτίων των λιμανιών Πειραιά και Θεσσαλονίκης, όπου η κυβέρνηση πρόσφατα συζητάει με εκπροσώπους της Κίνας, οι οποίοι για λογαριασμό της ναυτιλιακής εταιρίας COSCO ενδιαφέρονται να αναλάβουν τη διαχείριση των εμπορικών τμημάτων και των δύο λιμανιών, με σκοπό να τα χρησιμοποιήσουν για διαμετακόμιση φορτίων τους σε Βαλκάνια, Ευρώπη, Μαύρη Θάλασσα κλπ. Στη βούληση και τις αποφάσεις της κυβέρνησης βαραίνει ιδιαίτερα η στενή σχέση των εφοπλιστών με την Κίνα, προς την οποία μεταφέρουν ετησίως εκατομμύρια τόνους προϊόντων και σημαντικά κεφάλαια για ναυπήγηση πλοίων.
Δημοσιογραφικές πληροφορίες αναφέρουν ότι αρχιτέκτονας της ιδέας να προσελκυστεί η COSCO στα ελληνικά λιμάνια είναι ο εφοπλιστής Κωνσταντακόπουλος, οποίος ναυλώνει πλοία του στόλου του -conteiner ships- τόσο στην COSCO, όσο και σε άλλες εταιρίες ανταγωνίστριες που χρησιμοποιούν τους σταθμούς εμπορευματοκιβωτίων ΟΛΠ και ΟΛΘ, όπως η MAERSK, ZIM, MSC. Πρόσφατα, μετά από συνάντηση του ίδιου μεγαλοεπιχειρηματία με τον Κ. Καραμανλή, η κυβέρνηση κατέθεσε αιφνιδιαστικά στη Βουλή σχέδιο νόμου-σκάνδαλο με αντικείμενο την κατασκευή τεσσάρων ξενοδοχειακών μονάδων από την επιχείρηση «Τουριστικές Επιχειρήσεις Μεσσηνίας ΑΕ», μια κατά «παραγγελία» και «φωτογραφική» νομοθετική παρέμβαση -υπέρ του εφοπλιστή μεγαλοεπιχειρηματία Β. Κωνσταντακόπουλου- συνολικής επένδυσης 350 εκατ. ευρώ, από τα οποία τα 150 εκατ. ευρώ θα προέλθουν από κρατική επιχορήγηση.
Αναφορικά με τη σημαία, το ποια σημαία σηκώνουν κάθε φορά οι πλοιοκτήτες εξαρτάται από μια σειρά οικονομικούς, γεωπολιτικούς, γεωστρατηγικούς παράγοντες και υπολογισμούς τους, από μια σειρά συνθήκες που τους εξασφαλίζουν και τον κύκλο εργασιών και τη μέγιστη κερδοφορία. Μόνο αν πάρουμε υπόψη ότι τη λύση στο βασικό οικονομικό πρόβλημα -τι και πόσο θα παράγεται, πώς παράγεται, για ποιον παράγεται- στον καπιταλισμό τη δίνει η αγορά, το ιδιωτικό καπιταλιστικό συμφέρον, δηλαδή το κίνητρο του κέρδους και όχι της ικανοποίησης των κοινωνικών αναγκών στη βάση της σχεδιοποιημένης ανάπτυξης, είναι φανερό ότι και οι παρεπόμενοι κλάδοι της βιομηχανίας που είναι δεμένοι με την ποντοπόρο ναυτιλία, π.χ. ναυπηγεία κλπ., χρησιμοποιούνται από τους πλοιοκτήτες όπου έχουν τα συμφέροντά τους στην παγκόσμια αγορά και όχι κατ’ ανάγκη στην Ελλάδα. Το ίδιο και η επιλογή σημαίας. Εκτός από την εξασφάλιση της μέγιστης εκμετάλλευσης του πληρώματος (συνθέσεις, συμβάσεις κλπ.) και κερδοφορίας, οι φοροαπαλλαγές, άλλα μέτρα κρατικομονοπωλιακής ρύθμισης υπέρ του εφοπλιστικού κεφαλαίου και μια σειρά άλλοι παράγοντες βαραίνουν στο πού θα νηολογήσουν τα πλοία τους οι εφοπλιστές.
Με τα ίδια κριτήρια αποφασίζουν σε ποια ναυπηγεία θα δώσουν τις παραγγελίες τους ή αν θα επενδύσουν κεφάλαια σε ναυπηγοεπισκευαστικές μονάδες. Σύμφωνα με στοιχεία του ναυλομεσιτικού οίκου «GeorgeMoundreas & Co» το 2006 οι εφοπλιστές σημείωσαν ρεκόρ όλων των εποχών στις ναυπηγήσεις νέων πλοίων. Οι παραγγελίες τους έφτασαν την προηγούμενη χρονιά τα 322 πλοία όλων των τύπων συνολικής αξίας 16,64 δισ. δολαρίων, όμως δεν κατασκευάζεται ούτε ένα πλοίο σε ελληνικό ναυπηγείο.
Μελέτη του Υπουργείου Οικονομίας για τα Ναυπηγεία εκτιμά ότι από το 1970 και μετά η ναυπηγική παραγωγή εμπορικών πλοίων στην Ελλάδα είναι μηδενική. Βεβαίως παραλείπει να αναφερθεί στην επίδραση της ευρωενωσιακής πολιτικής σε αυτή την εξέλιξη.
Οι παραγγελίες πλοίων σε διάφορα ναυπηγεία του κόσμου, κύρια Ασία και Κίνα, ακόμη και σε Σκανδιναβία, Γερμανία για container, επαφίεται στα συμφέροντα και τις επιλογές των εφοπλιστών, με στόχο το μεγαλύτερο δυνατό κέρδος. Πριν ναυπηγηθούν τα πλοία κλείνουν ναυλοσύμφωνα με εξασφαλισμένη κάλυψη της χωρητικότητας τους για 10-15 χρόνια. Με την εξασφάλιση της χρονοναύλωσης που θέλουν, εξασφαλίζουν κεφάλαια από τράπεζες, μετοχική συμμετοχή σε ναυπηγεία κλπ. Επομένως κίνητρα και αποφάσεις δεν είναι κοινά για τους καπιταλιστές και τις κυβερνήσεις τους από τη μια και για τους εργαζόμενους και γενικό κοινωνικό συμφέρον από την άλλη. Γι’ αυτό δεν είναι παρά ιδεολογήματα της άρχουσας τάξης και των αστικών κυβερνήσεων τα περί «ανάπτυξη για όλους», «κοινό συμφέρον» από την ενίσχυση της «ανταγωνιστικότητας» του εθνικού νηολογίου. Τη βαθιά ταξική αντίθεση την επιβεβαιώνουν τα γεγονότα: την περίοδο που ο ελληνόκτητος στόλος έχει πολλαπλασιαστεί, τα κέρδη του εφοπλιστικού κεφαλαίου κάθε κατηγορίας πλοίων δεν έχουν ιστορικό προηγούμενο, η παραγωγικότητα της εργασίας έχει εκτιναχθεί στα ύψη, ο παραγόμενος πλούτος διογκώνεται και οι δυνατότητες ικανοποίησης των αναγκών πολλαπλασιάζονται, ποιο είναι το αποτέλεσμα για τους εργαζόμενους στις θαλάσσιες μεταφορές, για την εργατική τάξη συνολικά;
Η επίθεση σε βάρος των εργαζομένων στις θαλάσσιες μεταφορές, ενάντια στην εργατική τάξη, κλιμακώνεται με στόχο την όσο το δυνατό μεγαλύτερη απόσπαση σχετικής και απόλυτης υπεραξίας, έχουμε συνολική χειροτέρευση των όρων ύπαρξης και αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης. Το εφοπλιστικό κεφάλαιο ενεργοποιεί ορισμένους παράγοντες που συμβάλλουν στη συγκράτηση της τάσης μείωσης του ποσοστού κέρδους, λόγω της αύξησης της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου. Ετσι, παρά την ικανοποίηση κάθε αξίωσης των εφοπλιστών με την πολιτική της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ, το αποτέλεσμα είναι:
Κατά δεκάδες χιλιάδες οι Ελληνες ναυτεργάτες πετιούνται έξω από τα καράβια, είτε λόγω αύξησης της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου στις θαλάσσιες μεταφορές είτε για να αντικατασταθούν με χαμηλόμισθους είτε για παραπέρα εντατικοποίηση της εργασίας με αλλαγή των οργανικών συνθέσεων των πληρωμάτων. Ενώ το 1981 στα εμπορικά πλοία απασχολούνταν 108.000 Ελληνες ναυτικοί, το 2004 ήταν περίπου 17.000[9].
Τα κοινωνικά - ασφαλιστικά προβλήματα οξύνονται λόγω και νέων χαριστικών ρυθμίσεων οφειλών των εφοπλιστών σε βάρος των ασφαλιστικών ταμείων, ενώ ταυτόχρονα οι επιδοτήσεις προς τους εφοπλιστές αυξάνονται συνεχώς και οι φοροαπαλλαγές μεγαλώνουν.
Το χτύπημα των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, η μείωση των αμοιβών, η χειροτέρευση των όρων υγιεινής και ασφάλειας στους χώρους δουλειάς, η ανατροπή των κατακτημένων ωραρίων και κανονισμών εργασίας σε πλοία και λιμάνια, η διατήρηση του πλειοψηφικού συστήματος στις αρχαιρεσίες των ναυτεργατικών σωματείων είναι στην ημερήσια διάταξη. Βλέπουμε λοιπόν ότι σε ένα τομέα αναπτυγμένο, όπου το κεφάλαιο πρωταγωνιστεί στη διεθνή καπιταλιστική αγορά, έχουμε δραματική επιδείνωση των όρων ύπαρξης και αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης.
Συνεχίζονται τα ναυάγια με απώλειες ζωής, οι περιβαλλοντικές καταστροφές κλπ. γιατί τα μέτρα ασφάλειας και προστασίας θυσιάζονται στο βωμό του κέρδους.
Επιβεβαιώνεται έτσι με δραματικό τρόπο ότι αυτός ο δρόμος της καπιταλιστικής «ανταγωνιστικότητας», του παράδεισου κερδοφορίας για την πλουτοκρατία δεν είναι ο δρόμος της ανάπτυξης που συμφέρει τη λαϊκή πλειοψηφία.
Προβάλλεται επιτακτικά η ανάγκη του άλλου δρόμου ανάπτυξης της ελληνικής κοινωνίας, της κοινωνικοποίησης των βασικών μέσων παραγωγής, της σχεδιασμένης ανάπτυξης με εργατικό έλεγχο, με κριτήριο την ολόπλευρη ικανοποίηση των λαϊκών αλλαγών και όχι την κερδοφορία. Η διέξοδος βρίσκεται στην ανατροπή των συσχετισμών σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο, ώστε να μπει στην ημερήσια διάταξη η αλλαγή στην εξουσία, να δρομολογηθεί η οικοδόμηση ενός ανώτερου και κοινωνικά δίκαιου τρόπου παραγωγής.