Tα κρισιακά φαινόμενα στο ΠΑΣΟΚ, το Γαλλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα και το Γερμανικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα έφεραν στην επιφάνεια πιο έντονα τα στρατηγικά αδιέξοδα της Σοσιαλδημοκρατίας στην Ευρώπη. Στο άρθρο αυτό θα σχολιάσουμε ορισμένες πλευρές αυτής της κρίσης, όπως εκδηλώνεται στο Εργατικό Κόμμα της Βρετανίας.
Τον Ιούνιο του 2007 ολοκληρώθηκε η αλλαγή στην ηγεσία του Βρετανικού Εργατικού Κόμματος με την εκλογή του Γκόρντον Μπράουν, πρώην υπουργού Οικονομικών της κυβέρνησης Μπλερ. Είχαν προηγηθεί παρατεταμένες διεργασίες, ήδη από τις βουλευτικές εκλογές του 2005, που επιταχύνθηκαν με την ανακοίνωση του Μπλερ στο συνέδριο της Συνομοσπονδίας Συνδικάτων, το φθινόπωρο του 2006.
Οπωσδήποτε πρόκειται για άλλη μια αλλαγή ηγέτη, δίχως καμία αλλαγή πολιτικής!1
Το 2007 συμπληρώθηκαν δέκα χρόνια από την ανάληψη της διακυβέρνησης από τους Εργατικούς. Η επέτειος αυτή παρέχει μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για να γίνει μια αποτίμηση των έργων της, αλλά και των παραγόντων που συνέβαλαν στην ανάδειξη μιας εκ των πιο αντιδραστικών κυβερνήσεων της σύγχρονης Βρετανικής Ιστορίας.
Για το βραβείο αντιδραστικότητας υπάρχουν βέβαια και άλλοι διεκδικητές, όπως η καταστροφική μεταναπολεόντια κυβέρνηση του Λόρδου Λίβερπουλ και η πιο πρόσφατη κυβέρνηση της Θάτσερ. Παρ’ όλα αυτά, για την εργατική τάξη και το κομμουνιστικό κίνημα το γεγονός που προσδίδει ιδιαίτερη σημασία στην ανάγκη μελέτης των θεμελίων του «νέου Εργατικού Κόμματος» είναι το ότι αναφερόμαστε σε μια αυτοαποκαλούμενη σοσιαλδημοκρατική «προοδευτική» κυβέρνηση ενός κόμματος με ρίζες στο εργατικό κίνημα, μια κυβέρνηση που προβάλλεται παγκοσμίως ως μοντέλο και για την κεντροαριστερά.
Η πολιτική αυτής της κυβέρνησης είναι αρκετά γνωστή και γι’ αυτό δε χρήζει λεπτομερειακής εξέτασης. Συνοπτικά: παραπέρα επέκταση των ιδιωτικοποιήσεων σε τομείς που δεν άγγιξαν οι Συντηρητικοί, π.χ. εκπαίδευση, ενίσχυση της συμμαχίας με τις ΗΠΑ που οδήγησε σε πέντε στρατιωτικές επιχειρήσεις σε δέκα χρόνια, προώθηση των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων που οδήγησε σε περαιτέρω συρρίκνωση παραδοσιακών κλάδων της καπιταλιστικής βιομηχανίας (π.χ. μέταλλο, αυτοκινητοβιομηχανία), ακόμα πιο κατασταλτικά και αντιδημοκρατικά μέτρα κλπ.
Σε αυτό το σημείο θα ήταν βέβαια πιο σωστό να επισημανθεί ότι η σοσιαλδημοκρατία γενικά και στη Βρετανία ιδιαίτερα ήταν ανέκαθεν προσδεμένη στο άρμα των ιμπεριαλιστικών συμφερόντων, με προπατορικό της αμάρτημα την υποστήριξη του ιμπεριαλιστικού πολέμου του 1914-1918. Τότε συνδικαλιστές και Εργατικοί ηγέτες, όπως ο Τζων Μπρόμλεϊ, γενικός γραμματέας των σιδηροδρομικών, προπαγάνδιζαν ενεργά υπέρ του πολέμου και της Αυτοκρατορίας, «τώρα για τον εργάτη που καλείται να χύσει το αίμα του θα ήταν σίγουρα καταστροφή μια νικήτρια Γερμανία. Εμείς εξασφαλίζουμε τις τράπεζες από περιττά ρίσκα, εμείς διασφαλίζουμε τα κέρδη των σιδηροδρόμων. Και οι δύο θεσμοί είναι κομμάτια της μεγάλης μας Αυτοκρατορίας, της οποίας οι ανάγκες πρέπει να προστατευθούν»2.
Είναι λοιπόν αναγκαίο να τονιστεί η συνέχεια που υπάρχει στην ιστορία του «νέου» Εργατικού Κόμματος σε σχέση με προηγούμενες εκφράσεις του σοσιαλιμπεριαλισμού. Δεν είναι σωστή η άποψη αρκετών αριστερών Βρετανών σχολιαστών που θεωρούν ότι το «Νέο Εργατικό Κόμμα» αποτελεί μία τομή, που -όπως ισχυρίζονται- επήλθε το 1994, όταν μια φιλομονοπωλιακή τάση -δήθεν- «επιβλήθηκε» στο Εργατικό Κόμμα.
Θα πρέπει όμως να αποφύγουμε τον κίνδυνο να παραβλέπουμε νέες εξελίξεις και τάσεις στο εσωτερικό της σοσιαλδημοκρατίας, στο όνομα της μακρόχρονης αντιπαράθεσης των κομμουνιστών με αυτή.
Στο παρελθόν η πολιτική του Εργατικού Κόμματος ταυτίστηκε με την κεϋνσιανή διαχείριση του καπιταλισμού, πολιτική που άλλωστε ακολουθούσε και το Συντηρητικό κόμμα. Οπως όμως συνέβη με όλα τα κλασσικά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα εκείνης της περιόδου, παρουσίασαν στους εργαζόμενους αυτή την εκδοχή διαχείρισης της στρατηγικής του κεφαλαίου ως σοσιαλισμό.
Στα πλαίσια αυτής της πολιτικής προωθήθηκαν ορισμένες μεταρρυθμίσεις, όπως η δημιουργία εθνικού συστήματος υγείας, από τις οποίες επωφελήθηκαν οι εργαζόμενοι, ενώ κρατικοποιήθηκαν συγκεκριμένες βιομηχανίες - κάτι που αποτελούσε στρατηγική αναγκαιότητα του βρετανικού κεφαλαίου μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Επίσης θα μπορούσαμε να σημειώσουμε ορισμένα ακόμα χαρακτηριστικά παραδείγματα της τακτικής του Εργατικού Κόμματος:
Ενώ υπηρετούσε τη στρατηγική του ιμπεριαλισμού, για συγκεκριμένους λόγους τακτικής (και για μικροκομματικά συμφέροντα όταν ήταν αντιπολίτευση) το Εργατικό Κόμμα κράτησε κάποιες αποστάσεις από ορισμένες ενέργειες του βρετανικού ιμπεριαλισμού, όπως ήταν η επέμβαση στο Σουέζ.
Ιδεολογικά αναγνώριζε την ύπαρξη διαφορετικών τάξεων στην κοινωνία με αντιτιθέμενα συμφέροντα. Το Εργατικό Κόμμα ισχυριζόταν ότι αντιπροσωπεύει τα συμφέροντα της εργατικής τάξης, επιζητώντας να πετύχει μια καλύτερη «συμφωνία» στο πλαίσιο των περιορισμών του καπιταλιστικού συστήματος.
Επεξεργάστηκε ένα πολιτικό και κοινωνικό ρόλο για το οργανωμένο εργατικό κίνημα, προωθώντας τον κοινωνικό εταιρισμό. Παράλληλα επέτρεψε μια μορφή αγωνιστικού ρεφορμισμού, η οποία μπορούσε να ασκεί πίεση για οικονομικά αιτήματα, ακόμα και να έρθει σε οξεία αντιπαράθεση με τους εργοδότες κατά περιόδους, χωρίς να αναζητά λύσεις πέρα από τα όρια του καπιταλιστικού συστήματος ή να προσβλέπει στην ανατροπή του.
Μετά τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και το ξεκίνημα του λεγόμενου «ψυχρού πολέμου» πολλοί μέσα στο συνδικαλιστικό κίνημα έπαψαν να θεωρούν τη Σοβιετική Ενωση σαν ένα «εναλλακτικό μοντέλο» για την ανάπτυξη της Βρετανίας. Παρ’ όλα αυτά, η ιδέα ότι πρόσφερε σαφή κοινωνικά πλεονεκτήματα συγκριτικά με τον καπιταλισμό και αποτελούσε το αντίπαλο δέος που περιόριζε τη συμπεριφορά της άρχουσας τάξης, είχε ευρεία απήχηση. Η ανατροπή του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ είχε σημαντικό ιδεολογικό αντίκτυπο ακόμα και στη «δεξιά» του εργατικού κινήματος. Στο συνέδριο της Γενικής Συνομοσπονδίας το 1994 ο Μπιλ Μόρρις, τότε ηγέτης του Συνδικάτου Μεταφορών και συναφών επαγγελμάτων, διερωτόταν: «Τι σημαίνει πια σοσιαλισμός ή κοινωνικοποιημένη ιδιοκτησία από τότε που χάθηκε η Σοβιετική Ενωση;»3.
Βεβαίως μπορεί κάποιος δικαίως να επισημάνει ότι οι αλλαγές που χαρακτήρισαν το «νέο» Εργατικό Κόμμα αντανακλούν την αλλαγή της ισορροπίας δυνάμεων μετά τις αντεπαναστάσεις στις Ανατολικοευρωπαϊκές σοσιαλιστικές χώρες -των οποίων οι συνέπειες είναι πέρα από το θέμα αυτού του άρθρου- την ένταση της ιμπεριαλιστικής επιθετικότητας των ΗΠΑ - ΕΕ - Βρετανίας παγκοσμίως, τον περιορισμό των όποιων περιθωρίων για κλασσική σοσιαλδημοκρατική διαχείριση στην περίοδο των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων. Η προσαρμογή της βρετανικής σοσιαλδημοκρατίας στη σύγχρονη καπιταλιστική στρατηγική συνέβηκε νωρίτερα απ’ ό,τι σε άλλες καπιταλιστικές χώρες και με δραματικές επιπτώσεις για την εργατική τάξη.
Για την εξήγηση αυτού του γεγονότος είναι αναγκαίο να ληφθούν υπ’ όψιν:
1. Ιστορικοί και ιδεολογικοί παράγοντες που επέδρασαν στην ανάπτυξη του βρετανικού εργατικού κινήματος.
2. Η ήττα που δέχτηκε το συνδικαλιστικό κίνημα τη δεκαετία του ’80.
3. Η ιδεολογικοπολιτική επίθεση στην εργατική τάξη που εντάθηκε την ίδια περίοδο και με αποτέλεσμα π.χ. τη διάλυση του Κομμουνιστικού Κόμματος της Μεγάλης Βρετανίας.
Δεν μπορούμε να παραβλέψουμε επίσης την κεντρική σημασία των αλλαγών στον κρατικομονοπωλιακό καπιταλισμό της Βρετανίας από τη δεκαετία του 1970. Δυστυχώς μια ολοκληρωμένη μελέτη από μαρξιστική-λενινιστική σκοπιά αυτών των εξελίξεων δεν έχει ακόμη γίνει. Ομως μπορούμε να κάνουμε τις παρά κάτω παρατηρήσεις.
Κατά τη διάρκεια των τριών πρώτων μεταπολεμικών δεκαετιών οι σχεδιαστές της στρατηγικής του βρετανικού μονοπωλιακού κεφαλαίου επιδίωξαν να διατηρήσουν την εγχώρια παραγωγική βάση της μεταποίησης, της βαριάς βιομηχανίας και τις εξαγωγικές δυνατότητες με την ανάπτυξη «νεοαποικιακών» σχέσεων με τις πρώην αποικίες. Στρατηγικοί αλλά μη επικερδείς τομείς της οικονομίας πέρασαν στην κρατική ιδιοκτησία, ώστε να βοηθηθεί η συγκέντρωση του κεφαλαίου και η διαμόρφωση των προϋποθέσεων άμεσης καπιταλιστικής κερδοφορίας. Προσπάθησαν να ισορροπήσουν την ήδη υπάρχουσα στρατηγική συμμαχία με τις ΗΠΑ, με τις άλλες συμμαχίες στην Ευρώπη και αλλού.
Η εξάντληση της μεταπολεμικής οικονομικής ανόδου, με αποκορύφωμα την κατάρρευση της συναλλαγματικής συμφωνίας Μπρέτον Γουντς το 1971 και η οικονομική κρίση (γνωστή ως πετρελαϊκή κρίση) του 1973, υπονόμευσε τη σταθερότητα του παγκόσμιου καπιταλισμού, μαζί και του βρετανικού. Η καθαρά εκδηλωμένη τάση μείωσης του μέσου ποσοστού κέρδους έθεσε υπό αμφισβήτηση τη μέχρι τότε επικρατούσα καπιταλιστική στρατηγική. Η ανάγκη του κεφαλαίου να περάσει σε ένα ανώτερο επίπεδο συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης και ν’ αυξήσει το μέσο ποσοστό κέρδους οδήγησε σε μια νέα στρατηγική καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων.
Υπάρχει η λανθασμένη εντύπωση ότι ήταν η κυβέρνηση Θάτσερ που αξιοποιώντας τις ιδέες του Χάιεκ ξεκίνησε αυτή την στροφή από την κεϋνσιανή διαχείριση. Στην πραγματικότητα η πρώτη κίνηση προς αυτή την κατεύθυνση είχε γίνει ήδη από την προηγούμενη κυβέρνηση των Εργατικών, όταν το 1976 δέχτηκε δάνειο από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, το οποίο μεταξύ άλλων είχε ως όρο το πάγωμα των μισθών. Το 1979 η κυβέρνηση των Συντηρητικών επιτάχυνε αυτή την πορεία με την κατάργηση των ελέγχων στην κίνηση του κεφαλαίου, επιτρέποντας έτσι στο βρετανικό χρηματιστικό κεφάλαιο να λειτουργήσει απελευθερωμένα διεθνώς. Στη δεκαετία του 1980 οι μαζικές ιδιωτικοποιήσεις στις κρατικές βιομηχανίες, στις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας, στα στεγαστικά και συνταξιοδοτικά προγράμματα οδήγησαν στην ταχύτατη συγκέντρωση κεφαλαίου σε τραπεζικές εταιρίες και εταιρίες υπηρεσιών από τους πιο επικερδείς τομείς για το χρηματιστικό κεφάλαιο σήμερα.
Μερικές από τις συνέπειες των αναδιαρθρώσεων ήταν η συρρίκνωση, η εξαφάνιση κάποιων παραδοσιακών τμημάτων της βιομηχανίας, όπως μεταποίηση, ναυπηγεία κλπ. και η δυναμική άνοδος άλλων κλάδων της βιομηχανίας π.χ. αερομεταφορές, φυσικό αέριο κλπ. Παράλληλα δυνάμωσε η αντιφατική αλλά σταθερή συμμαχία μεταξύ του βρετανικού και αμερικανικού κεφαλαίου. Μπορεί κανείς να παρατηρήσει τα σφικτά κοινά συμφέροντά τους στους τομείς της ενέργειας και των τραπεζών. Οπως είναι φυσικό αυτή η ιμπεριαλιστική συμμαχία εκδηλώνεται και στο πολιτικό επίπεδο με ιδιαίτερη ένταση (βλέπε Ιράκ, Αφγανιστάν κλπ.). Αυτή περιβάλλεται από το μανδύα της ανοιχτής προπαγάνδας του Μπλερ για έναν «ανθρωπιστικό» ιμπεριαλισμό με σαφείς και ξεδιάντροπες αναφορές στα «εκπολιτιστικά επιτεύγματα» της Βρετανικής Αυτοκρατορίας.
ΤΟ ΒΡΕΤΑΝΙΚΟ ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ:ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΚΑΙ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΟΙ ΒΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΟΣΙΑΛΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟΥ
Συχνά ορισμένοι «σοσιαλιστές» τονίζουν το γεγονός ότι η βρετανική αστική τάξη είναι η παλιότερη αστική τάξη στον κόσμο. Αυτή η παρατήρηση, που συνοδεύεται από τον απαραίτητο σεβασμό στην εμπειρία και την πονηριά της, προσφέρεται γενικά σαν ελαφρυντικό για την αδυναμία του επαναστατικού κινήματος στη Βρετανία. Οι ίδιοι «σοσιαλιστές» μπορεί επίσης να καυχώνται ότι το βρετανικό εργατικό κίνημα είναι ο περήφανος κληρονόμος του πιο «μακροχρόνιου αγώνα εναντίον του παγκόσμιου καπιταλισμού» και άλλα τέτοια συγκινητικά. Αυτό που εννοούν είναι ότι στην πραγματικότητα η βρετανική εργατική τάξη έχει την πλουσιότερη εμπειρία ταξικής συνεργασίας από οποιοδήποτε τμήμα του διεθνούς εργατικού κινήματος.
Η μαχητική τάση συνυπήρχε με την τάση προς το συμβιβασμό στο εργατικό κίνημα της Βρετανίας από τα σπάργανά του. Στην ισορροπία μεταξύ τους επιδρούν και οι ανακατατάξεις και συνεχείς αλλαγές στη θέση του βρετανικού καπιταλισμού, με τη δεύτερη τάση να έχει σε μεγάλο βαθμό το πάνω χέρι.
Η αστική τάξη πάντα προσπαθούσε να πείσει την εργατική τάξη ότι δεν έχει επαναστατικά συμφέροντα. Παρ’ όλα αυτά οι καπιταλιστές ποτέ δεν κορόιδεψαν τον εαυτό τους σε αυτό το θέμα. Το «φάντασμα» που επικαλέστηκαν οι Μαρξ και Ενγκελς στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο του 1848 δε σταμάτησε ποτέ να στοιχειώνει την άρχουσα τάξη της Βρετανίας. Ο Λόρδος Τζον Ράσελ και οι συνάδελφοί του στο υπουργικό συμβούλιο το 1840 διέκριναν, πίσω από το αίτημα των Χαρτιστών για την ψήφο, την απειλή στην ατομική ιδιοκτησία. Και το 1980 αστοί σχολιαστές προειδοποίησαν ότι η εξουσία των Σοβιέτ (!) καιροφυλακτούσε πίσω από την απεργία των ανθρακωρύχων. Το αν στις συγκεκριμένες περιπτώσεις οι φόβοι είχαν βάση είναι αδιάφορο - η μπουρζουαζία ποτέ δεν είχε αυταπάτες, ξέρει ότι έχει να κάνει με έναν επίφοβο «εσωτερικό εχθρό» που μπορεί μια μέρα να τερματίσει την κυριαρχία της για πάντα.
Και για να είναι πειστικός ο ισχυρισμός ότι η εργατική τάξη δεν έχει επαναστατικά συμφέροντα, προτείνεται ως αξίωμα ότι δεν έχει ούτε επαναστατική ιστορία. Οτιδήποτε τείνει προς αυτή την κατεύθυνση είτε αγνοείται εντελώς από την αστική ιστοριογραφία (δε βρίσκει κανείς καμία αναφορά στα γεγονότα του Κλάιντ4 ή στα ανθρακωρυχεία στο τέλος του πρώτου παγκοσμίου ιμπεριαλιστικού πολέμου το 1918-19) ή ενσωματώνεται στην ιστορία άλλων τάξεων και κινημάτων (σε γενικές γραμμές αυτή είναι η μοίρα του κινήματος των Χαρτιστών στη φιλολογία της άρχουσας τάξης).
Ο,τι δεν μπορεί να αγνοηθεί ή να ενσωματωθεί, όπως η Γενική Απεργία του 1926, συνήθως αποδίδεται σε παρεξήγηση.
Δημιουργώντας την εργατική τάξη ο καπιταλισμός διαμόρφωσε μια κοινωνική δύναμη που δεν μπορεί να εξαλειφθεί, επειδή είναι ο μόνος δημιουργός του ίδιου του κεφαλαίου. Η αντίθεση κεφαλαίου - εργασίας δεν μπορεί να λυθεί επειδή η εκμετάλλευση της μισθωτής εργασίας είναι η απαραίτητη προϋπόθεση για τον πλούτο της αστικής τάξης. Η ίδια η καπιταλιστική ανάπτυξη διευρύνει την εργατική τάξη, αντικειμενικά ωριμάζει το ρόλο της στην κοινωνική παραγωγή και στην επίλυση της αντίθεσης μεταξύ κοινωνικού χαρακτήρα της παραγωγής και ατομικής ιδιοποίησης του αποτελέσματός της.
Κατά τη διάρκεια της βιομηχανικής επανάστασης στη Βρετανία το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα τεράστιες ανθρώπινες μάζες σωριάστηκαν στη φτώχεια των πόλεων που έκανε την τότε μιζέρια της αγροτικής ζωής να φαντάζει σχεδόν ειδυλλιακή, σκλαβώθηκαν στο εργαστήρι και το εργοστάσιο, χωρίς ιδιοκτησία ή δικαιώματα. Η εργατική τάξη σφυρηλατήθηκε σε ένα αμόνι που έκανε την απελευθέρωσή της (ή ακόμα και τη βελτίωση των συνθηκών) ξεκάθαρα τόσο συλλογικό ζητούμενο όσο και η συμμετοχή της στην παραγωγική διαδικασία.
Αυτή είναι η τάξη από την οποία προήλθε ο πλούτος της αστικής τάξης. Αλλά ήταν ξεκάθαρο από την εμφάνισή του ότι το προλεταριάτο ως τάξη διέφερε από τους δουλοπάροικους μεταξύ άλλων και από το γεγονός ότι ο ίδιος ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής το σπρώχνει στη συλλογική δράση. Από πολύ νωρίς αναπτύχθηκαν ταξικοί αγώνες5. Η βρετανική άρχουσα τάξη προβληματίστηκε όταν ήρθε αντιμέτωπη με το κίνημα των Χαρτιστών, το ανώριμο ακόμα πολιτικά εργατικό κίνημα που εκφράστηκε με το μαζικό αγώνα της εργατικής τάξης για τη διεκδίκηση πολιτικών δικαιωμάτων μέσα τα πλαίσια της αστικής δημοκρατίας. Παράλληλα αναπτύχθηκαν σκληροί οικονομικοί αγώνες -ιδιαίτερα στην κλωστοϋφαντουργία- τις δεκαετίες του 1830 και 1840. Ο αριθμός των εργατών που πήραν ενεργό μέρος, η αποφασιστικότητά τους, η σποραδική εκδήλωση ένοπλων αντιστάσεων, κατέστησαν σαφέστατο το μέγεθος του προβλήματος που είχε να αντιμετωπίσει η άρχουσα τάξη στην προσπάθειά της να εξασφαλίσει μία σταθερή πολιτική ισορροπία. Ακόμα περισσότερο μετά την ήττα των Χαρτιστών η αστική τάξη προσπάθησε να ελέγξει, να αποπροσανατολίσει και να ακυρώσει την τάξη πάλη, να συμβιβάσει τα ασυμβίβαστα - προσπάθεια που αποτελεί και αυτή μορφή της ταξικής πάλης.
«ΜΕΣΟΒΙΚΤΩΡΙΑΝΟΣ» ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ
Στα μέσα του 19ου αιώνα η ήττα του κινήματος των Χαρτιστών συνοδεύτηκε από τη σχεδόν ολοκληρωτική εξαφάνιση οποιασδήποτε μορφής αυτοτελούς πολιτικής οργάνωσης της εργατικής τάξης από τη βρετανική ζωή. Η επόμενη περίοδος αντιπροσωπεύει το αποκορύφωμα των επιτευγμάτων της αστικής τάξης. Ταυτόχρονα ενοποιήθηκε η ίδια η άρχουσα τάξη και τα συμφέροντα των διαφόρων τμημάτων της, των γαιοκτημόνων, των αριστοκρατών, των αστών που συγκρότησαν την ενιαία βρετανική κεφαλαιοκρατία. Οι «μικροαστοί δημοκράτες» που δεν ανέπτυξαν ποτέ σημαντική πολιτική δράση, όπως συνέβη σε άλλες χώρες (π.χ. Γαλλία), αποτέλεσαν σταθερούς συμμάχους της, ενώ οι θεωρούμενοι ως νεκροθάφτες χαλιναγωγήθηκαν. Σταδιακά ο καπιταλισμός με την ανάπτυξή του διαμόρφωσε τη δυνατότητα ώστε η προσπάθεια που επενδύονταν προηγούμενα στη μαζική πολιτική δράση να διοχετευθεί προς «μικρά» σχέδια ατομικής ή και συντεχνιακής ανέλιξης. Στην κοινωνική διαστρωμάτωση της μεσοβικτωριανής Βρετανίας οι καλύτερα ειδικευμένοι τεχνίτες άρχισαν να φτάνουν το οικονομικό επίπεδο των μικροαστών. Και δεκαπέντε μόνο χρόνια μετά την ήττα του Χαρτισμού η μάζα της εργατικής τάξης άρχισε να απολαμβάνει κάποια αληθινή αύξηση των πραγματικών μισθών.
Επί της ουσίας επετράπη στην εργατική τάξη να απολαύσει ένα μικρό ίχνος από το πελώριο μονοπώλιο του πλούτου που συσσωρευόταν με την εργασία της -και κατείχε η αστική τάξη- περίπου το 50% του παγκόσμιου βαμβακιού, το 70% του παγκόσμιου ατσαλιού, το 50% του ακατέργαστου σιδήρου και το 60% του κάρβουνου, σε μια εποχή που η παραγωγή και η ζήτηση τέτοιων αγαθών αναπτύσσονταν γεωμετρικά. Η ίδια η βρετανική αστική τάξη κυριαρχούσε στο παγκόσμιο εμπόριο και σχεδόν μονοπωλούσε τις αποικιακές κτήσεις έξω από την Ευρώπη.
Από αυτή την ηγεμονία προέκυψαν διάφορα ζητήματα στο επίπεδο της ιδεολογίας.
Πρώτον, ο καπιταλισμός φάνταζε μόνιμος. Πριν από το τέλος των οικονομικών κρίσεων της περιόδου 1828 - 1829 ούτε η άρχουσα τάξη ούτε οι καταπιεζόμενοι πίστευαν κάτι τέτοιο. Η εξάπλωση αυτής της νέας πεποίθησης θωράκισε τη χαρακτηριστικά ισχυρότατη αυτοπεποίθηση της μεσοβικτωριανής βρετανικής αστικής τάξης και ενστάλαξε τη στάση υποταγής στην εργατική τάξη.
Δεύτερον, ο καπιταλισμός εμφανιζόταν σε άνθηση, ότι δημιουργεί προϋποθέσεις ευημερίας. Οι πραγματικοί μισθοί αυξήθηκαν πάνω από το 80%6 μεταξύ του 1850 και 1900. Δηλαδή τέσσερις φορές περισσότερο από ό,τι το επόμενο μισό του αιώνα.
Η μείωση της απόλυτης εξαθλίωσης καλλιεργούσε αυτή την εντύπωση και στην εργατική τάξη. Βέβαια, όπως και στην περίπτωση του ορισμού της φτώχειας, η έννοια της ευημερίας ορίζεται από σχετικούς μάλλον παρά από απόλυτους δείκτες.
Τρίτον, ο καπιταλισμός φαινόταν ανοιχτός και ευέλικτος. Οπως σημειώθηκε προηγουμένως, τα πιο ειδικευμένα τμήματα της εργατικής τάξης, που ήδη προστάτευαν την τέχνη τους μέσα από τις συντεχνίες, άρχισαν να απολαμβάνουν ένα τρόπο ζωής και να έχουν εισοδήματα πιο κοντά σε αυτά των μικροαστών παρά στη μάζα του προλεταριάτου. Αυτή η «αριστοκρατία» των εργατών ήταν η πρώτη που γεύθηκε λίγο από τον πλούτο που εξασφάλιζε η ηγετική θέση της βρετανικής αστικής τάξης. Η θρησκεία και ο καθωσπρεπισμός συμπληρώθηκαν με τις μικροαστικές τάσεις που δημιούργησε το μικρό χρηματικό κομπόδεμα και συνεπήραν ένα τμήμα της εργατικής τάξης και -στο βαθμό που η πρόσβαση σε κάποια αγαθά έγινε δυνατή για αυτό το τμήμα- επηρέαζαν ευρύτερες μάζες. Οπως ο Ενγκελς έγραφε στον Μαρξ «το Αγγλικό προλεταριάτο στην πραγματικότητα αστικοποιείται ολοένα και περισσότερο, έτσι που αυτό το πιο αστικό απ’ όλα τα έθνη θέλει, κατά τα φαινόμενα να, οδηγήσει τελικά τα πράγματα ως το σημείο που να έχει μια αστική αριστοκρατία και ένα αστικό προλεταριάτο δίπλα στην αστική τάξη»7.
Η άρχουσα τάξη πιο έμπειρη και με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση στη δεκαετία του 1850 παραχώρησε κάτι στο οποίο προηγουμένως είχε πεισματικά αντισταθεί - το δικαίωμα ψήφου σε τμήματα της εργατικής τάξης. Ενας δείκτης της ενσωμάτωσης της εργατικής τάξης ήταν και το ότι η απόκτηση της ψήφου για πολύ καιρό δε σήμαινε τίποτα επί του πρακτέου σε σχέση με την αυτοτελή συμμετοχή της στις εκλογικές διαδικασίες.
Η μεσοβικτωριανή «χρυσή εποχή» του καπιταλισμού καθιέρωσε ένα πλαίσιο πολιτικών σχέσεων ανάμεσα στις τάξεις που έχει επιδράσει βαθιά την βρετανική κοινωνία ακόμα και σήμερα και αποτέλεσε το πεδίο πάνω στο οποίο έγιναν οι όποιες προσπάθειες ανάπτυξης επαναστατικών πολιτικών σε αυτή τη χώρα. Η βρετανική αστική τάξη απόλαυσε μια περίοδο ανόδου χωρίς ισχυρό ανταγωνιστή επειδή υπήρξε η πρώτη βιομηχανική αστική τάξη στον κόσμο. Η εργατική τάξη βελτίωσε τη θέση της ως αποδέκτης κάποιων ωφελημάτων από την κυριαρχία της Βρετανικής αστικής τάξης κάτι που έδωσε στις ταξικές σχέσεις μια ορισμένη σταθερότητα. Στη βάση αυτής της σταθερότητας η αστική τάξη ενσωμάτωσε ενεργά διευρυμένα τμήματα της εργατικής τάξης στους μηχανισμούς λειτουργίας του συστήματος και με αυτό τον τρόπο μεγάλα τμήματα του προλεταριάτου κατέληξαν να προσδιορίζουν τα συμφέροντά τους ολοκληρωτικά μέσα στα πλαίσια του καπιταλισμού ή του «έθνους».
Βεβαίως αυτό το καθησυχαστικό ιδεολογικό κατασκεύασμα ήταν τόσο σαθρά θεμελιωμένο όσο και το παγκόσμιο μονοπώλιο της Βρετανίας. Ο σοσιαλισμός -ως ιδέα- επανεμφανίστηκε στη Βρετανία περίπου την ίδια περίοδο -το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα- ακριβώς όταν ο βρετανικός καπιταλισμός άρχισε να χάνει έδαφος σε σχέση με τους αντιπάλους του στο εξωτερικό και κατά κύριο λόγο με τη Γερμανία.
Τίποτα από τη κληρονομιά της περιόδου 1850 - 1880 δεν είχε πιο μακρόχρονη επιρροή μέσα στο κίνημα της εργατικής τάξης από το διαχωρισμό της πολιτικής πάλης από την οικονομική. Είναι σε εκείνη την περίοδο που αποκρυσταλλώθηκε ο διαχωρισμός ανάμεσα στο σοσιαλισμό, ως προλεταριακή πολιτική θεωρία και του καθημερινού οικονομικού αγώνα, της συνδικαλιστικής πάλης. Εκτοτε η πάλη για το ξεπέρασμα αυτού του διαχωρισμού αποτελεί ζήτημα που έχει απασχολήσει διαχρονικά τους κομμουνιστές σε αυτή τη χώρα.
Η ρίζα αυτού του διαχωρισμού πρέπει να αναζητηθεί, όπως σημειώθηκε, στη μοναδική θέση του βρετανικού καπιταλισμού, η οποία για μια περίοδο έκανε την πολιτική δράση να φαίνεται ως μη αναγκαία στη μάζα των εργατών. Αυτό οδήγησε σε μια κατάσταση όπου η πάλη περιοριζόταν αποκλειστικά σε οικονομικά ζητήματα, χωρίς να απασχολεί το ζήτημα των σχέσεων παραγωγής στο σύνολό τους. Η όποια συμμετοχή των εργατών στη πολιτική γινόταν σε ατομική βάση και εξ ολοκλήρου μακριά από το εργοστάσιο και την πάλη για επιβίωση.
Κάτω από αυτές τις συνθήκες έγιναν τα πρώτα βήματα προς ένα συνδικαλιστικό κίνημα μεγάλης κλίμακας, χωρίς καμιά σχέση προς οποιαδήποτε μορφή εργατικής -δηλαδή σοσιαλιστικής- πολιτικής.
Επιπλέον, οι εργάτες που αρχικά οργανώθηκαν στα συνδικάτα ήταν αυτοί που κατά κύριο λόγο βρίσκονταν σε ευνοϊκή θέση και επωφελήθηκαν από την κυριαρχία του βρετανικού καπιταλισμού - δηλαδή ήταν οι ειδικευμένοι εργάτες, οι τεχνίτες και άλλες ομάδες που αποτέλεσαν ένα είδος «εργατικής αριστοκρατίας», απολαμβάνοντας συνθήκες δουλειάς και μισθούς πολύ καλύτερες από τη συντριπτική πλειοψηφία της εργατικής τάξης. Ετσι τα συνδικάτα που δημιουργήθηκαν και τελικά νομιμοποιήθηκαν από την αστική τάξη το 1871, κυριαρχούνταν πλήρως από τις ιδέες της άρχουσας τάξης και ήταν ιδιαίτερα δουλοπρεπή προς το Φιλελεύθερο κόμμα και την ιδεολογία των βιομηχάνων καπιταλιστών.
Κάθε συνδικάτο που ιδρυόταν ασχολιόταν πάνω από όλα με τη διασφάλιση των καλύτερων δυνατών όρων για τη δική του επαγγελματική κατηγορία ακόμα και σε αντίθεση με άλλα συνδικάτα αν χρειαζόταν. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο δράσης δεν έβρισκαν θέση σκέψεις για την ενότητα της εργατικής τάξης. Πέρα από προσπάθειες διατήρησης υψηλών μισθών αποκλειστικά για κάθε συντεχνία, τα συνδικάτα αυτοπεριορίστηκαν σε κοινωνικές δραστηριότητες, π.χ. φροντίδα των αρρώστων, κηδείες των νεκρών κλπ.
Παρ’ όλα αυτά, η δημιουργία των συνδικάτων και με τη σειρά της η συγκρότηση της Συνομοσπονδίας των Συνδικάτων ως ένα εθνικό κέντρο το 1868, ήταν οπωσδήποτε μία θετική εξέλιξη, καθώς τράβαγε τους εργάτες σε συλλογικές οργανώσεις που θα μπορούσαν αντικειμενικά να στραφούν ενάντια στους εργοδότες. Σιγά-σιγά η συνδικαλιστική οργάνωση επεκτάθηκε και στις μάζες των ανειδίκευτων εργατών. Είχε πια δημιουργηθεί η βάση για περαιτέρω πρόοδο. Ομως είχε θεμελιωθεί και το σχίσμα μεταξύ της οικονομικής οργάνωσης των εργατών και της πολιτικής πάλης8.
ΑΠΟ ΤΟ ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟ ΚΟΜΜΑ ΣΤΗΝ ΙΔΡΥΣΗ ΤΟΥ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ
Οσα περιγράφηκαν παραπάνω οδήγησαν στο δεύτερο διαχρονικό χαρακτηριστικό του πολιτικού εργατικού κινήματος στη Βρετανία, την εκτεταμένη αλληλοδιασύνδεσή του με το μικροαστισμό και τον αστικό ρεφορμισμό. Οσοι εκ των εργατών πήραν μέρος στην πολιτική ζωή αυτής της περιόδου στράφηκαν στο Φιλελεύθερο Κόμμα και στα ριζοσπαστικά μικροαστικά του τμήματα. Συνεργάστηκαν δηλαδή με στοιχεία προσκείμενα στον καπιταλισμό που συμμερίζονταν τη ρεφορμιστική οπτική αξιοποίησης, του οικονομικού πλεονεκτήματος του βρετανικού καπιταλισμού για την προώθηση σε ένα βαθμό της «κοινωνικής πρόνοιας».
Σε αυτό το πλαίσιο πάρθηκαν διάφορες πρωτοβουλίες που στόχευαν στην εξασφάλιση μεγαλύτερης εργατικής αντιπροσώπευσης στο κοινοβούλιο, αλλά όχι στη βάση μιας ανεξάρτητης πολιτικής πλατφόρμας. Ο Σύλλογος Εργαζομένων Λονδίνου (ΣΕΛ), που ιδρύθηκε το 1866, απαίτησε την πολιτική παρέμβαση όλων των εργατών για την προώθηση «των κοινωνικών συμφερόντων των βιομηχανικών τάξεων». Οι πολιτικές του αρχές στρέφονταν ενάντια στους γαιοκτήμονες και όχι ενάντια στους καπιταλιστές και επιπλέον, τόσο στην πολιτική όσο και στην τακτική, ο ΣΕΛ έκανε ό,τι ήταν ανθρωπίνως δυνατό για να μη θίξει το Φιλελεύθερο Κόμμα.
Με ακόμη μεγαλύτερη σαφήνεια η Ομοσπονδία Εργατικής Αντιπροσώπευσης που ιδρύθηκε το 1869 για να βοηθήσει εκπροσώπους των εργαζομένων να μπούνε στο κοινοβούλιο, τόνιζε στο μανιφέστο της, του 1875: «Ανέκαθεν επιδιώκαμε να είμεθα σε συμμαχία με το μεγάλο Φιλελεύθερο Κόμμα, στο οποίο ανήκομεν εκ πεποιθήσεως»9.
Η συντριπτική πλειοψηφία των ηγετών της εργατικής τάξης ήταν από θέση προσκολλημένη στην ιδεολογία του «Λιμπλαμπίσμ»10, που ακόμη και αυτό το όνομά του υποδηλώνει ότι η εργατική τάξη στον πολιτικό στίβο είχε τη θέση της «ουράς» των αφεντικών της .
Καπιταλιστές και εργάτες βρέθηκαν ενωμένοι ενάντια στα προνόμια της αριστοκρατίας των γαιοκτημόνων και υπέρ του ελεύθερου εμπορίου, με το οποίο η Βρετανία κυριάρχησε στο παγκόσμιο εμπόριο. Μέσα σε αυτό το συνασπισμό, τα ανεξάρτητα συμφέροντα της εργατικής τάξης περιορίζονταν στην άσκηση πίεσης για περισσότερες μεταρρυθμίσεις και για την ανάδειξη των ηγετών των συνδικάτων σε υποψήφιους βουλευτές των Φιλελευθέρων.
Μόνο σταδιακά αυτή η συμμαχία φθάρθηκε, όταν άρχισε να γίνεται ορατή η αναγκαιότητα μιας πιο ανεξάρτητης πολιτικής δράσης των συνδικάτων. Ακόμα και τότε όμως η εργατική τάξη απείχε πολύ από την ιδεολογική της χειραφέτηση από το «Λιμπλαμπίσμ».
Ωστόσο, οι ριζοσπάστες μικροαστοί ήταν πολύ απρόθυμοι να δεχτούν έναν εργάτη σαν υποψήφιο βουλευτή τους, ακόμα και εκεί που η πλειοψηφία των ψηφοφόρων ήταν εργάτες.
Ακόμα πιο σημαντικό ήταν το γεγονός ότι άρχισε να αναπτύσσεται σκεπτικισμός μεταξύ των συνδικαλιστών για το κατά πόσο το κόμμα που προάσπιζε τα συμφέροντα της βιομηχανικής ιδιοκτησίας μπορούσε να εκφράσει τα συμφέροντα των εργατών. Οι αμφιβολίες μεγάλωναν καθώς η προοδευτική απώλεια της κυρίαρχης παγκόσμιας θέσης της Βρετανίας και η συσσώρευση χαρακτηριστικών οικονομικής κρίσης στο τελευταίο τέταρτο του αιώνα αποδυνάμωναν, ως ένα βαθμό, τα θεμέλια της ταξικής συνεργασίας. Οι εργοδότες αναγκάζονταν ολοένα και περισσότερο να κινηθούν σε γραμμή επίθεσης ενάντια στους εργάτες και τις οργανώσεις τους για να διατηρήσουν με νύχια και με δόντια τα κέρδη τους μέσα στον αυξανόμενο παγκόσμιο ανταγωνισμό.
Σε αυτές τις συνθήκες τα συνδικάτα που έβλεπαν τις γραμμές τους να διευρύνονται, καθώς ανοργάνωτοι εργάτες που επιδίωκαν να ανακουφίσουν τη θέση τους τα προσέγγιζαν, παρακινήθηκαν να ιδρύσουν το δικό τους κοινοβουλευτικό κόμμα. Δε θα μας απασχολήσει η όλη διαδικασία. Είναι ωστόσο σημαντικό να σημειωθεί πως η ίδρυση της μαζικής πολιτικής οργάνωσης των εργατών, το Εργατικό Κόμμα (Labour Party), πραγματοποιήθηκε με την πρωτοβουλία και υπό τον έλεγχο του συνδικαλιστικού κινήματος, ως ένα μέσο προώθησης των κοινωνικών και οικονομικών συμφερόντων των εργατών μέσα στους θεσμούς της καπιταλιστικής δημοκρατίας. Ως εκ τούτου το Εργατικό Κόμμα γεννήθηκε φέροντας δυο αλληλοσυνδεόμενα χαρακτηριστικά που το διαφοροποιούσαν από αντίστοιχα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα της Ευρώπης. Οργανωτικά στηριζόταν στα συνδικάτα και δεν είχε ανεξάρτητο σοσιαλδημοκρατικό ιδεολογικό πλαίσιο. Ομως στην πράξη στεγάστηκαν σε αυτό οι περισσότεροι ρεφορμιστές. Φυσικά οι ιδεολογικές παραδοχές του ήταν ίδιες με αυτές της ιμπεριαλιστικής άρχουσας τάξης και επιδίωκε να εξασφαλίσει μια καλύτερη συμφωνία για τους εργάτες σε αυτό το πλαίσιο. Γι’ αυτό το λόγο και παρά κάποιες αμφιβολίες, μετά τον πρώτο ιμπεριαλιστικό πόλεμο η άρχουσα τάξη μπορούσε τελικά να στηριχτεί στο Εργατικό Κόμμα σαν το ένα από τα κόμματα της εξουσίας της.
Η ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΩΝ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΙΔΕΩΝ
Ο σοσιαλισμός εμφανίστηκε σαν μια ανεξάρτητη και οργανωμένη πολιτική δύναμη στο τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα. Τα χρόνια που μεσολάβησαν από τη διάλυση του «Χαρτισμού», ως μαζικού εργατικού κινήματος, δεν είδαν μόνο συνταρακτικές αλλαγές στην κατάσταση του βρετανικού καπιταλισμού αλλά και σημαδεύτηκαν από την εμφάνιση του Μαρξισμού σαν μια συγκροτημένη και επιστημονική ιδεολογία, από την άνοδο και διάλυση της Πρώτης Διεθνούς, από την εμπειρία της Παρισινής Κομμούνας και από την ανάπτυξη σοσιαλιστικών κομμάτων στις περισσότερες Ευρωπαϊκές χώρες.
Ολα αυτά ενέπνευσαν τους ιδρυτές του σοσιαλιστικού κινήματος στη Βρετανία, όπως επίσης επέδρασαν και οι αντικειμενικές συνθήκες που δημιουργήθηκαν από τις νέες οικονομικές δυσκολίες που πήγαζαν από τον ανταγωνισμό με Γερμανία, Γαλλία και ΗΠΑ από το 1880 και μετά.
Πολλοί εργάτες αντιλήφθηκαν ότι οι στρατηγικές των διαφορετικών τμημάτων της άρχουσας τάξης δεν πρόσφεραν καμία διέξοδο και ότι όλες βασίζονταν σε άγρια επίθεση ενάντια στην εργατική τάξη. Στα χρόνια πριν τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο διάφορες τάσεις συνυπήρχαν στο σοσιαλιστικό κίνημα. Η πρώτη, ο Μαρξισμός, ήταν κυρίως οργανωμένη στη Σοσιαλιστική Δημοκρατική Ομοσπονδία, της οποίας άμεσος απόγονος υπήρξε το Κομμουνιστικό Κόμμα Μεγάλης Βρετανίας. Ο ριζοσπαστικός ρεφορμισμός εκφραζόταν μέσα από το Ανεξάρτητο Εργατικό Κόμμα, τη μεγαλύτερη με διαφορά σοσιαλιστική οργάνωση11. Η «Φαβιανή Εταιρία» (Fabian Society) ενσάρκωσε το πώς έγινε αντιληπτός ο σοσιαλισμός από βικτωριανούς διανοούμενους μηχανικούς και αποτέλεσε την πιο ολοκληρωμένη έκφραση του σοσιαλ-ιμπεριαλισμού.
Οι αδυναμίες της Σοσιαλιστικής Δημοκρατικής Ομοσπονδίας (ΣΔΟ) υπήρξαν πολύπλευρες και αξίζει να σημειωθούν:
Η αποτυχία σύνδεσης της πάλης για το σοσιαλισμό με την πάλη ενάντια στη Βρετανική Αυτοκρατορία.
Η έλλειψη επαναστατικού προγράμματος που άφησε στη ΣΔΟ ως μόνο όπλο ένα στείρο και άχαρο Μαρξισμό για προπαγάνδα στους εργάτες
Ο σεχταρισμός της προς τα συνδικάτα καθώς θεωρούσε ότι ήταν «μολυσμένα» από την εργατική αριστοκρατία. Πολλές φορές αυτός ο σεχταρισμός πήρε ακραίες μορφές όπως το μποϋκοτάζ της ΣΔΟ στην απεργιακή επιτροπή των λιμενεργατών το 188912. Παρ’ όλα αυτά η ΣΔΟ όντως προσπάθησε να πλησιάσει τους ανοργάνωτους εργάτες και δημιούργησε μια σημαντική βάση στο Ανατολικό Λονδίνο.
Εκτός από την περιφρόνηση που έτρεφε για τα συνδικάτα και τον αβέβαιο ιδεολογικό προσανατολισμό της, χαρακτηριζόταν και από σοβαρές οργανωτικές αδυναμίες. Είναι άξιο προσοχής το ότι δεν κατέβαλε καμία προσπάθεια οργάνωσης των εργατών στους τόπους δουλειάς, όπου η ταξική πάλη είναι πιο οξυμένη.
Η απομόνωση του μαρξισμού -από το στάδιο ακόμα της συγκρότησής του ως ρεύμα στη Βρετανία- από τον κύριο κορμό της εργατικής τάξης μπορεί να προστεθεί στη σειρά των ιστορικών παραγόντων που εμπόδισαν την ανάπτυξη επαναστατικής συνείδησης και διευκόλυναν την διαιώνιση της κυριαρχίας της ρεφορμιστικής ιδεολογίας.
Παρ’ όλα αυτά η ΣΔΟ ήταν ξεκάθαρη στην αντίθεσή της στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και αυτό βοήθησε στο να ανοιχτεί ο δρόμος για την ίδρυση του ΚΚΜΒ. Ο πόλεμος προκάλεσε αναδιατάξεις στις γραμμές του διεθνούς εργατικού κινήματος μετά την προδοσία και τη χρεοκοπία της Δεύτερης Διεθνούς. Ο Λένιν και οι μπολσεβίκοι αντιπάλεψαν τον οπορτουνισμό και με την επανάσταση στη Ρωσία άνοιξαν το δρόμο για την αναγέννηση του επαναστατικού κινήματος.
Η λενινιστική ανάλυση του οπορτουνισμού και του σοσιαλσωβινισμού ανέπτυξε τη θεωρία του Μαρξ και διέψευσε τους ηγέτες της σοσιαλδημοκρατίας, όπως τον Κάουτσκι, που είχαν υποστηρίξει την πολεμική δράση της άρχουσας τάξης των χωρών τους. Στη Βρετανία το Εργατικό Κόμμα και η πλειοψηφία των συνδικάτων ξεδιάντροπα υποστήριξαν τη Βρετανική Αυτοκρατορία, όχι όμως εντελώς απροσδόκητα! Ο Λένιν επισήμανε τις κύριες πλευρές του οπορτουνισμού ως πολιτικό ρεύμα13. Στη Βρετανία οι πιο σημαντικές εκδηλώσεις του ήταν:
Περιορισμός της ταξικής πάλης στον οικονομικό αγώνα για μισθούς και συνθήκες εργασίας, χωρίς να αγγίζεται η ουσία του καπιταλισμού.
Υποστήριξη της Βρετανικής αστικής τάξης στο εξωτερικό, στις αποικιακές κτήσεις της, στους ανταγωνισμούς και πολέμους της με τους ιμπεριαλιστές αντιπάλους της.
Ανεπιφύλακτη παραδοχή του κοινοβουλευτικού συστήματος σαν το μόνο νόμιμο αντικείμενο πολιτικής δράσης της εργατικής τάξης.
Υποστήριξη της νομιμότητας της αστικής τάξης και του μονοπωλίου του αστικού κράτους στη νόμιμη βία. Εναντίωση στη χρήση βίας από την εργατική τάξη, είτε σχεδιασμένη είτε αυθόρμητη.
Αρνηση εξαρχής ότι τα συμφέροντα της εργατικής τάξης είναι ασυμβίβαστα με της αστικής.
Είναι φανερό ότι εξαιτίας της συγκεκριμένης ιστορικής του ανάπτυξης, το εργατικό κίνημα και γενικότερα η εργατική τάξη της Βρετανίας είναι ιδιαίτερα ευάλωτα σε περιόδους που ο συσχετισμός δύναμης για το διεθνές εργατικό κίνημα είναι αρνητικός, όπως είναι σήμερα μετά την αντεπανάσταση. Σε τέτοιες συνθήκες κερδίζουν έδαφος ιδιαίτερα αντιδραστικές μορφές ρεφορμιστικής ιδεολογίας, όπως αυτή -που επί του παρόντος- εκφράζεται από το Εργατικό Κόμμα των Μπλερ και Μπράουν.
ΤΟ ΒΡΕΤΑΝΙΚΟ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ ΑΠΟ ΤΟ 1970ΥΠΟΧΩΡΗΣΗ ΚΑΙ ΗΤΤΑ
Οταν ο Francis Williams εξέδωσε την Ιστορία του Βρετανικού Συνδικαλιστικού Κινήματος το 1954, που θεωρείται ότι απηχεί τις απόψεις της Συνομοσπονδίας των Συνδικάτων δίχως να είναι επίσημο κείμενό τους, την ονόμασε «Το Θαυμαστό Ταξίδι: Η Ανοδος των Συνδικάτων». Ο τίτλος συμπύκνωνε την οπτική του σοσιαλδημοκρατικού εργατικού κινήματος εκείνης της εποχής, ότι τα συνδικάτα θα αύξαναν σταδιακά την επιρροή τους στη βρετανική κοινωνία και ότι έτσι θα διασφάλιζαν ότι οι εργάτες θα μοιράζονταν κάποια από τα ευεργετήματα της οικονομικής ανάπτυξης της χώρας.
Στις δεκαετίες του 1960 και 1970 ο συνδικαλισμός στη Βρετανία άγγιξε το ζενίθ του. Απλώθηκε σε σχεδόν όλους τους τομείς της βιομηχανίας, μπήκε βαθιά μέσα στο δημόσιο τομέα και έφτασε και σε σημαντικό αριθμό υπαλλήλων του ιδιωτικού τομέα14. Η άνοδος μπορεί να μετρηθεί με αριθμούς: πέντε εκατομμύρια συνδικαλισμένοι το 1941, επτά το 1947, εννιά το 1963, δέκα το 1970, αγγίζοντας τα δεκατρία εκατομμύρια το 1978, καλύπτοντας πάνω από το μισό εργατικό δυναμικό της χώρας15. Τα πρώτα χρόνια αυτής της ανόδου σημαδεύτηκαν από μεγαλειώδεις αγώνες για την οργάνωση επιτροπών αγώνα στα εργοστάσια και την εξασφάλιση συλλογικών συμβάσεων. Αλλά τη δεκαετία του 1970 οι εργάτες εντάσσονταν στα συνδικάτα χωρίς καμιά ιδιαίτερη προσπάθεια από την πλευρά των οργανωτών, εξαιτίας της σχεδόν γενικευμένης πλήρους απασχόλησης και της συνεπακόλουθης ενίσχυσης της αυτοπεποίθησης της εργατικής τάξης. Το γεγονός ότι η αστική τάξη τα ανέχτηκε όλα αυτά για πολύ καιρό είναι ένδειξη τόσο του διεθνούς συσχετισμού όσο και του πόσο «βολική» ήταν η κυριαρχία του ρεφορμισμού στο βρετανικό εργατικό κίνημα.
Παρ’ όλα αυτά η κρίση στο βρετανικό και παγκόσμιο καπιταλισμό από το τέλος της δεκαετίας του 1960 στένεψε τα περιθώρια ικανοποίησης ορισμένων εργατικών αιτημάτων και η αντιπαράθεση των συνδικάτων από τη μία και εργοδοτών και κυβέρνησης από την άλλη οξύνθηκε. Ηταν το Εργατικό Κόμμα το 1969 που με τη «Λευκή του Βίβλο» με τίτλο «Αντί της Σύγκρουσης» έκανε την πρώτη προσπάθεια να περιορίσει τη δράση του συνδικαλιστικού κινήματος με νομικά μέσα. Τα μέτρα αυτά εμποδίστηκαν από τη μαζική ανυπακοή. Η κυβέρνηση των Συντηρητικών του 1970-1974 προσπάθησε με μεγαλύτερη αποφασιστικότητα να περιορίσει τη δύναμη του συνδικαλιστικού κινήματος. Υπέστησαν μια σειρά ταπεινωτικές ήττες, ειδικά στην περίπτωση των ανθρακωρύχων το 1972 και 1974.
Την περίοδο 1968-1974 εκφράστηκε η μεγαλύτερη μαχητικότητα της εργατικής τάξης που είχε να δει η χώρα μετά από το 192616. Το απεργιακό κύμα στις αρχές της δεκαετίας του 1970 δεν είχε απλά ως αποτέλεσμα τη βελτίωση ή διατήρηση του επιπέδου των μισθών. Μόνο στο πρώτο εξάμηνο του 1973 σημειώθηκαν 57 καταλήψεις επιχειρήσεων ενάντια σε απολύσεις ή κλεισίματα (η πιο αξιοσημείωτη περίπτωση ήταν η κατάληψη της ναυπηγοεπισκευαστικής ζώνης της Γλασκόβης), με επιτυχή έκβαση για πολλές από αυτές. Παρ’ όλα αυτά αυτή η μαχητικότητα δεν εκφράστηκε και με βαθύτερη πολιτική συνειδητοποίηση. Η κατάκτηση υψηλότερων μισθών μέσα από απεργιακές ενέργειες δεν οδηγεί από μόνη της στην αναζήτηση εναλλακτικής διεξόδου προς το καπιταλιστικό σύστημα. Για τη μεγάλη πλειοψηφία των συνδικαλιστών, συμπεριλαμβανομένων και πολλών αριστερών, η οικονομική πάλη ήταν αυτοσκοπός. Η αμφισβήτηση των καπιταλιστικών δομών εξουσίας θα απαιτούσε ως προϋπόθεση ένα πολιτικό άλμα η ανάγκη του οποίου πολύ αδύναμα είχε γίνει αντιληπτή ακόμη και ως ιδέα. Αυτό κατέστησε το συνδικαλιστικό κίνημα ιδεολογικά εξαιρετικά ευάλωτο στην αντεπίθεση της αστικής τάξης.
Η κυβέρνηση των Εργατικών του 1974-1979 εκμεταλλεύτηκε αυτή την κατάσταση, δείχνοντας γλαφυρά την επικίνδυνη και αντεργατική φύση της σοσιαλδημοκρατίας. Με τη συναίνεση της πλειοψηφίας των ηγετών των συνδικάτων εισήγαγε ένα συγκεντρωτικό σύστημα ελέγχου των μισθών -το «Κοινωνικό Συμβόλαιο»- το οποίο στο όνομα του ελέγχου του πληθωρισμού αποδυνάμωσε τη συλλογική διαπραγμάτευση που είναι ένα από τα θεμέλια της συνδικαλιστικής δραστηριότητας. Θεσπίστηκαν κάποιες κοινωνικές μεταρρυθμίσεις από την κυβέρνηση, αλλά το βιοτικό επίπεδο συμπιέστηκε με τις περικοπές των καθαρών μισθών. Η απροθυμία της Συνομοσπονδίας των Συνδικάτων να αντιπαρατεθεί σε αυτά τα μέτρα οδήγησε στη διάσπαση και κατατεμαχισμό της αλληλεγγύης και της αυτοπεποίθησης της εργατικής τάξης. Προετοιμάστηκε έτσι το έδαφος για τις πιο συστηματικές επιθέσεις στα συνδικάτα από την κυβέρνηση Θάτσερ.
1970 - 1990: ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΑΝΑΔΙΑΡΘΡΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΤΟ ΞΕΧΑΡΒΑΛΩΜΑ ΤΩΝ ΣΥΝΔΙΚΑΤΩΝ
Οι καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις από το 1976 προϋπέθεταν αναγκαία μια πιο επιθετική στρατηγική ενάντια στα συνδικάτα17. Το Εργατικό Κόμμα, με τους ιστορικούς δεσμούς του με τα συνδικάτα και εκφράζοντας τα συμφέροντα μιας παραδοσιακής μερίδας των βιομηχάνων, δεν ήταν το καταλληλότερο όργανο για ένα τέτοιο εγχείρημα. Και σε αυτό το σημείο ανέλαβαν τη σκυτάλη οι Συντηρητικοί, η εκλογική βάση των οποίων εδράζεται κυρίως στην αστική τάξη σε μικροαστικά στρώματα, καθώς και τμήματα της εργατικής τάξης χαμηλής ταξικής συνείδησης που απέχουν από το συνδικαλιστικό κίνημα.
Η πάλη διεξήχθη σε τρία μέτωπα: την τεράστια αύξηση της ανεργίας ως αποτέλεσμα του κλεισίματος εργοστασίων, την αντι-συνδικαλιστική νομοθεσία και μια σειρά από επεισόδια αντιπαράθεσης με συνδικάτα σε διάφορες βιομηχανίες. Η βιομηχανική παραγωγή έπεσε κατά 15% στα πρώτα χρόνια της κυβέρνησης Θάτσερ και η ανεργία διογκώθηκε καταγράφοντας πάνω από τρία εκατομμύρια ανέργους. Οι περισσότεροι από αυτούς που έχασαν τη δουλειά τους ήταν μέλη συνδικάτων, εφόσον στο στόχαστρο βρέθηκαν κυρίως οι κλάδοι της οικονομίας όπου υπήρχε σημαντική συνδικαλιστική οργάνωση, όπως αυτοί της μεταποίησης και της βαριάς βιομηχανίας. Το επίδομα ανεργίας επανήλθε ως τρόπος ζωής για τις εργατικές συνοικίες και διαλύθηκε το αίσθημα εξασφάλισης της εργατικής τάξης που είχε επικρατήσει για σαράντα χρόνια.
Οπως είπε ο τότε Συντηρητικός υπουργός των Οικονομικών, η ανεργία ήταν «αντίτιμο που αξίζει να πληρωθεί», ώστε να επιτευχθούν ευρύτεροι ταξικοί στόχοι. Οι Συντηρητικοί ακολουθούσαν αυτή την πολιτική εξυπηρετώντας οικονομικούς στόχους, όμως τα κίνητρα ήταν ταυτόχρονα και πολιτικά, επιδιώκοντας την αλλαγή της κατάστασης στο συνδικαλιστικό κίνημα.
Εισήχθηκαν μια σειρά νόμοι που έκαναν πιο δύσκολη την επανάληψη της αντίστασης των αρχών της δεκαετίας του 1970 (λαμβάνοντας υπόψη και την αστική νομιμοφροσύνη που ο Ενγκελς θεωρούσε κατάρα του βρετανικού εργατικού κινήματος). Οι απεργιακές περιφρουρήσεις περιορίστηκαν δραστικά και οι συμφωνίες μεταξύ συνδικάτων και εργοδοσίας που έθεταν σαν αναγκαίο όρο πρόσληψης στη δουλειά την εγγραφή στο συνδικάτο κηρύχθηκαν παράνομες. Επίσης παράνομη θεωρήθηκε κάθε ενέργεια έκφρασης αλληλεγγύης προς εργάτες άλλων επιχειρήσεων. Απαιτήθηκε η μυστική ψηφοφορία πριν τη διεξαγωγή απεργίας, καθιστώντας αδύνατη κάθε γρήγορη αντίδραση των εργατών στις εργοδοτικές προκλήσεις. Τα ταμεία των συνδικάτων μπορούσαν να κατάσχονται όταν αυτοί οι όροι δεν τηρούνταν.
Ολα αυτά συμπληρώθηκαν από μια καλά οργανωμένη σύγκρουση με τα συνδικάτα. Αποφεύγοντας λάθη προηγούμενων επιθέσεων, αυτή τη φορά τα συνδικάτα αντιμετωπίστηκαν ένα - ένα και όχι σαν σύνολο. Το 1980 ο Ντέρεκ Ρόμπινσον, ο πιο γνωστός στη Βρετανία συνδικαλιστής και κομμουνιστής ηγέτης απολύθηκε από το εργοστάσιο αυτοκινήτων Leyland του Μπέρμιγχαμ, στέλνοντας μήνυμα ότι κανένα δραστήριο συνδικαλιστικό στέλεχος δεν ήταν ασφαλές18. Στόχος έγιναν συνδικάτα με πλούσια ριζοσπαστική παράδοση ή σε στρατηγικούς τομείς της οικονομίας. Ειδική αντιμετώπιση επιφυλάχθηκε για την Εθνική Ενωση Ανθρακωρύχων και τους εργάτες τύπου και χάρτου, δηλαδή τα δύο συνδικάτα με την ισχυρότερη κομμουνιστική επιρροή. Η Συνομοσπονδία των Συνδικάτων και η πλειοψηφία της συνδικαλιστικής ηγεσίας αντέδρασε μόνο στα χαρτιά. Οπως δήλωσε ο τότε ηγέτης του συνδικάτου των εργατών βιομηχανίας μηχανολογικού εξοπλισμού Τζων Μπουντ «δεν επιζητούμε τη σύγκρουση και δεν πιστεύουμε ότι υπάρχει ανάγκη για κάτι τέτοιο. Δεν συμβουλεύουμε τα μέλη μας να παραβούν τους νόμους της χώρας»19.
Η ΑΠΕΡΓΙΑ ΤΩΝ ΑΝΘΡΑΚΩΡΥΧΩΝ 1984 - 1985
Οι συγκρούσεις ανάμεσα στην άρχουσα τάξη και τους ανθρακωρύχους, το πιο πολιτικοποιημένο και στρατηγικής σημασίας τμήμα της Βρετανικής εργατικής τάξης, στιγμάτισαν την ιστορία του 20ού αιώνα της χώρας σε όλες τις στιγμές της μεγαλύτερης πολιτικής έντασης: το 1919, το 1926, το 1972-74, το 1984-85. Η οικονομική δύναμη των ανθρακωρύχων βασιζόταν στον έλεγχο που ασκούσαν στην παροχή του ηλεκτρισμού. Κατά τη διάρκεια των δεκαετιών του 1970 και του 1980, περίπου το 80% του ηλεκτρισμού της χώρας παράγονταν από τον εγχώριο άνθρακα. Μια σειρά εξελίξεις σε οικονομικό επίπεδο πίεζαν για αναπροσαρμογές στον τομέα της ενέργειας. Για την αστική τάξη έπρεπε να μπει τέλος στην εξάρτηση από το κάρβουνο. Αυτό ήταν το βασικό κίνητρο πίσω από την προώθηση της πολυδάπανης πυρηνικής ενέργειας από την κυβέρνηση, την αναζήτηση φυσικού αερίου στη Βόρεια Θάλασσα, την αυξανόμενη εξάρτηση από το εισαγόμενο πετρέλαιο και τη διάλυση της βιομηχανίας του άνθρακα.
Αφού για χρόνια υπέφεραν από κλεισίματα ορυχείων και μείωση του σχετικού μισθού τους με τον «κοινωνικό εταιρισμό» της συνδικαλιστικής τους ηγεσίας, τη δεκαετία του 1970 οι ανθρακωρύχοι εξελίχθηκαν στο πιο ταξικά μαχητικό τμήμα του εργατικού κινήματος. Ο φόβος για αυτούς τους «ξεβράκωτους20 των ορυχείων» και «ατίθασους κοκκινοφρουρούς» όπως περιέγραψε ο βρετανικός τύπος τους απεργούς ανθρακωρύχους ήταν απολύτως λογικός. Το σημείο καμπής για το συνδικάτο ήρθε τον Οκτώβριο του 1969, όταν πρωτοπόροι νεαροί κομμουνιστές ανθρακωρύχοι ηγήθηκαν μιας μαζικότατης «ανεπίσημης», δίχως την έγκριση της ηγεσίας του συνδικάτου, απεργίας. Ξεκινώντας από τη Βόρεια Αγγλία, η απεργία εξαπλώθηκε γρήγορα σε όλη τη χώρα, τραβώντας στη δράση 100.000 ανθρακωρύχους. Ηταν η πρώτη φορά που χρησιμοποιήθηκε συστηματικά η λεγόμενη «ιπτάμενη περιφρούρηση», πούλμαν γεμάτα με ανθρακωρύχους στέλνονταν εδώ και εκεί για να κλείσουν άλλα ορυχεία, εργοστάσια μετάλλου, σταθμούς ενέργειας. Αυτή η τακτική επαναλήφθηκε με επιτυχία το 1972 και το 1974. Η εκλογή του Αρθουρ Σκάργκιλ, συμμάχου του Κομμουνιστικού Κόμματος, στην προεδρία του συνδικάτου το 1981 ολοκλήρωσε τη στροφή του προς ένα ταξικό προσανατολισμό21.
Την άνοιξη του 1984 και μετά από πολλά χρόνια προετοιμασίας η κυβέρνηση των Συντηρητικών προκάλεσε απεργία εξαγγέλλοντας το κλείσιμο 20 ανθρακωρυχείων, τη στιγμή που τα αποθέματα άνθρακα ήταν στο υψηλότερο σημείο όλων των εποχών. Η απεργία διήρκησε 11 μήνες και ήταν η πιο δραματική σύγκρουση στη μεταπολεμική ιστορία της χώρας. Με τη σιωπηρή συμφωνία της Συνομοσπονδίας των Συνδικάτων και του Εργατικού Κόμματος22 όλος ο κρατικός μηχανισμός κινητοποιήθηκε εναντίον του συνδικάτου. Η κυβερνητική τακτική περιλάμβανε την κατασκοπεία, τη διάσπαση του συνδικάτου και τη χρήση μιας σειράς αστυνομικών μεθόδων που κυμαίνονταν από την πλήρη παραβίαση του δικαιώματος συγκέντρωσης και μετακίνησης μέχρι απαγωγές και βασανιστήρια. Κατά τη διάρκεια της απεργίας 2 ανθρακωρύχοι σκοτώθηκαν κατά τη διάρκεια της περιφρούρησης της απεργίας και έγιναν 11.000 συλλήψεις23.
Η τελική ήττα του πιο συνειδητοποιημένου ταξικά τμήματος του εργατικού κινήματος άνοιξε το δρόμο για μια ευρείας κλίμακας διάλυση της οικονομικής δύναμης των συνδικάτων. Η επίδραση που είχε η ήττα αυτή στην αυτοπεποίθηση και την αλληλεγγύη της εργατικής τάξης ήταν εξίσου επιζήμια. Οι δυνάμεις της ταξικής συνεργασίας, η ηγεσία της Συνομοσπονδίας των Συνδικάτων και του Εργατικού Κόμματος, χρησιμοποίησαν αυτές τις ήττες ως παράδειγμα για το μάταιο των αγώνων και την ανάγκη επιδίωξης μιας στρατηγικής κοινωνικής συναίνεσης με τους εργοδότες.
ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΣΥΝΑΙΝΕΣΗ ΚΑΙ ΕΕ
Αυτές οι εξελίξεις, καθώς επίσης και αυταπάτες για τον υποτιθέμενο κοινωνικό χαρακτήρα της ΕΟΚ, άνοιξαν το δρόμο σε μια ευρείας κλίμακας υιοθέτηση των απόψεων και των πρακτικών της κοινωνικής συναίνεσης και του κοινωνικού εταιρισμού στα οικονομικά ζητήματα. Επέδρασαν επίσης στο πολιτικό επίπεδο, διευκολύνοντας τη μετατόπιση της πολιτικής του Εργατικού Κόμματος στην προσαρμογή στις νέες συνθήκες που διαμόρφωναν οι αναδιαρθρώσεις. Η επίσκεψη του Ζακ Ντελόρ το 1989 στο συνέδριο της Συνομοσπονδίας των Συνδικάτων και η θερμή υποδοχή που του επιφυλάχθηκε για μια ομιλία που ήταν τόσο επικριτική για την κυβερνητική πολιτική όσο επιτρέπει η διπλωματία, αποτέλεσε μια καλή έκφραση αυτής της στρατηγικής. Η ουσία της διατυπώθηκε ακόμα πιο καθαρά μετά την αντεπανάσταση στην Ανατολική και Κεντρική Ευρώπη από τον τότε Γενικό Γραμματέα της Συνομοσπονδίας των Συνδικάτων και σημερινό πρόεδρο της Συνομοσπονδίας Ευρωπαϊκών Συνδικάτων (ΣΕΣ) Τζον Μονκς. Αυτός ισχυρίστηκε ότι η Βρετανία πλέον αντιμετώπιζε το δίλημμα μεταξύ ενός αμερικάνικου μοντέλου καπιταλισμού και ενός ευρωπαϊκού και ότι το τελευταίο ήταν προτιμότερο για τα συνδικάτα. Στα εγκαίνια του Ινστιτούτου Εταιρισμού (Partnership Institute) της Συνομοσπονδίας των Συνδικάτων -το οποίο δημιουργήθηκε για να προωθήσει την προσέγγιση μεταξύ συνδικάτων και επιχειρήσεων- ο Τζον Μονκς δήλωσε ότι «τα σωματεία μπορούν να δώσουν ώθηση στις επιχειρήσεις. Ο εταιρισμός (partnership) βοηθά τα στελέχη να παίρνουν μαζί τους την εργατική δύναμη. Αυτό δεν αποτελεί εμπόδιο για τις επιχειρήσεις αλλά το μυστικό της επιτυχίας. Πάντοτε έλεγα ότι τα συνδικάτα πρέπει να είναι μέρος της λύσης και όχι του προβλήματος»24.
Η κοινωνική συναίνεση γρήγορα αποδείχτηκε και στην πράξη ότι δεν προσφέρει τίποτα θετικό στους εργαζόμενους. Είναι μια μάταιη προσπάθεια αναστολής των θεμελιωδών νόμων του ίδιου του καπιταλισμού ώστε να δουλεύει «φιλολαϊκά». Πράγματι, σχεδόν όλες οι εταιρίες που προβλήθηκαν το 2000 από τη Συνομοσπονδία των Συνδικάτων σαν πρότυπα κοινωνικών εταίρων, έχουν ανακοινώσει από τότε χιλιάδες απολύσεις25.
Η πτωτική τάση στα συνδικάτα δεν έχει αντιστραφεί. Σήμερα 6,8 εκατομμύρια εργατών είναι οργανωμένα σε συνδικάτα, που κατά κύριο λόγο συγκεντρώνονται στο δημόσιο τομέα, τις μεταφορές και τους παραδοσιακούς κλάδους της βιομηχανίας. Τεράστια τμήματα του ιδιωτικού τομέα είναι ανοργάνωτα.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Συνομοσπονδίας των Συνδικάτων μόνο το 5% των εργαζόμενων στον επισιτισμό και τον τουρισμό είναι στα συνδικάτα, το 20% των οικοδόμων και το 11% των εμποροϋπάλληλων. Η συμμετοχή των μελών στη δραστηριότητα των σωματείων τους αποτελεί μια ακόμα σοβαρότερη αδυναμία. Καμία αρχαιρεσία δεν έχει συμμετοχή μεγαλύτερη από 20%26. Αυτή η κατάσταση σημαίνει ότι οι εργάτες και οι συνδικαλιστές έχουν προετοιμαστεί για να δεχτούν τις ακόμα πιο περιορισμένες σε σχέση με τη δεκαετία του 1980 υποσχέσεις του Εργατικού Κόμματος.
Η ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΗ ΕΠΙΘΕΣΗ - Η ΔΙΑΛΥΣΗ ΤΟΥ ΚΚΜΒ
Τα παραπάνω μέτρα συνοδεύτηκαν από μια ολόπλευρη ιδεολογική επίθεση στην εργατική τάξη με στόχο τη συνέχιση και το βάθεμα της ενσωμάτωσης. Μερικά από τα νέα στοιχεία της προσπάθειας ενσωμάτωσης ήταν: η δυνατότητα αγοράς μετοχών των ιδιωτικοποιημένων εταιριών κοινωνικής ωφέλειας, των ιδιωτικοποιημένων δημοτικών εργατικών κατοικιών με την καλλιέργεια της ψευδαίσθησης ότι οι εργάτες μπορούν να γίνουν «μικροί καπιταλιστές». Ταυτόχρονα στο μορφωτικό και πολιτιστικό επίπεδο της εργατικής τάξης καταγράφεται η συνεχής υποβάθμιση των εκπαιδευτικών και πολιτιστικών δραστηριοτήτων και η προώθηση από τα ΜΜΕ μιας «λούμπεν» κουλτούρας που συνοψίζεται στη φράση «σεξ, ποδόσφαιρο και μπύρα». Ολα αυτά συνέβαλαν στην υποχώρηση ορισμένων αξιών της εργατικής τάξης που είχαν αναπτυχθεί τα προηγούμενα χρόνια, όπως η αλληλεγγύη και η συλλογικότητα, προς όφελος του ατομισμού και του καταναλωτισμού. Η ανάλυση των παραπάνω είναι πέρα από τη θεματική αυτού του άρθρου.
Βασικό θεμέλιο κάθε στρατηγικής για την αποδυνάμωση και χειραγώγηση της εργατικής τάξης είναι η προσπάθεια περιορισμού, εξάλειψης ή και ενσωμάτωσης του πιο πρωτοπόρου τμήματός της, του Κομμουνιστικού Κόμματος. Το χτύπημα του ΚΚ ήταν στοιχείο και της στρατηγικής του Εργατικού Κόμματος, αφού έτσι θα απελευθερωνόταν από κάθε πίεση και περιορισμό -ως κόμμα που η βάση του βρίσκεται στην εργατική τάξη- στο ρόλο του ως αστικό κόμμα κυβερνητικής εναλλαγής.
Σε σύγκριση με αντίστοιχα δυτικά κόμματα, που επίσης διαβρώθηκαν από τον ευρωκομουνισμό, το Κομμουνιστικό Κόμμα Μεγάλης Βρετανίας δεν υπήρξε ποτέ τόσο μαζικό όσο το γαλλικό, το ιταλικό ή το ισπανικό. Αυτό το γεγονός, σε συνδυασμό με το βαθιά αντιδημοκρατικό εκλογικό σύστημα της Βρετανίας, συνέβαλε στη μη κοινοβουλευτική του παρουσία από το 1950 και μετά. Παρ’ όλα αυτά δεν ήταν μια αμελητέα πολιτική δύναμη καθώς:
Στη δεκαετία του 1970 το ΚΚΜΒ είχε μια ισχυρή παρουσία σε τόπους δουλειάς, με εκατοντάδες εργοστασιακές οργανώσεις. Είχε μια έντονη επιρροή σε πολλούς στρατηγικούς τομείς: τον άνθρακα, τη βιομηχανία τύπου και χάρτου, το μέταλλο, τις οδικές μεταφορές και τις μεταφορές σταθερής τροχιάς, την αυτοκινητοβιομηχανία (έλεγχε τρία από τα πέντε μεγάλα εργοστάσια αυτοκινήτων), τη βιομηχανία μηχανολογικού εξοπλισμού, τη ναυπηγοεπισκευαστική βιομηχανία. Μέσα από το συνδικαλιστικό του μέτωπο, τη «Συντονιστική Επιτροπή για την Υπεράσπιση των Συνδικάτων»27, τέθηκε επικεφαλής της πετυχημένης αντίστασης στις επιθέσεις εναντίον του κινήματος στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και στις αρχές της δεκαετίας του 1970.
Το ΚΚΜΒ είχε μια σχετική επιρροή σε κύκλους της διανόησης σε επιστήμονες και πανεπιστημιακούς. Πολλοί από τους πιο γνωστούς Βρετανούς διανοούμενους ήταν μέλη ή υποστηρικτές του, π.χ. Μπράιαν Σίμον, Ερικ Χομπσπάουν, Ε. Π. Τόμσον, Τζορτζ Ρούντε, Τζ. Ντ. Μπέρναλ κ.ά. Αυτή του η επιρροή ήταν έκδηλη και στην Εθνική Ενωση Φοιτητών, όπου το κομμουνιστικό μέτωπο «Ευρεία Αριστερά» έλεγχε την εκτελεστική επιτροπή το διάστημα 1968-1982.
Σε γενικές γραμμές το ΚΚΜΒ λειτουργούσε, αν και μάλλον ατελώς, σαν φορέας των σοσιαλιστικών και διεθνιστικών ιδεών στην εργατική τάξη. Οι πρωτοβουλίες αλληλεγγύης του σε κινήματα που αντιστέκονταν στα συμφέροντα του βρετανικού ιμπεριαλισμού, όπως λ.χ. στη Νότια Αφρική, ήταν ιδιαιτέρως ενοχλητικά για την αστική τάξη.
Είναι βέβαιο ότι μια τέτοια προσπάθεια δε θα τελεσφορούσε αν δεν υπήρχαν σοβαρές αδυναμίες στο ΚΚΜΒ που πήγαζαν και από αντικειμενικούς αλλά και από υποκειμενικούς παράγοντες.
Η ανάπτυξη των αναθεωρητικών ιδεών στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, όπως η υποτίμηση του ιμπεριαλισμού, η θεωρία της ειρηνικής συνύπαρξης, η επικράτηση της αντίληψης των «εθνικών» δρόμων προς το σοσιαλισμό, οι αυταπάτες για το ρόλο της σοσιαλδημοκρατίας, έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στον αφοπλισμό της πρωτοπορίας της εργατικής τάξης και συνδυάστηκαν καταστροφικά με ιδιαίτερους βρετανικούς παράγοντες. Στη Βρετανία αυτή η τάση εκφράστηκε συγκεκριμένα με την υιοθέτηση του «Βρετανικού δρόμου για το Σοσιαλισμό» το 1951, που σε σχέση με το προηγούμενο πρόγραμμα του ΚΚΜΒ «Για τη Σοβιετική Βρετανία» εμπεριείχε σοβαρές ιδεολογικές υποχωρήσεις στα θέματα της στάσης απέναντι στη σοσιαλδημοκρατία, του επαναστατικού κράτους, ενώ ταυτόχρονα μίλαγε για αντιμονοπωλιακές δημοκρατικές κυβερνήσεις ως ένα στάδιο προς το σοσιαλισμό.
Οι ρίζες του οπορτουνισμού στη Βρετανία που πηγάζουν από την αντικειμενική θέση της στο παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό σύστημα και που είχαν συγκεκριμένη επίδραση στην ανάπτυξη του εργατικού κινήματος της χώρας συζητήθηκαν διεξοδικά σε προηγούμενες ενότητες. Η πίεση των παραπάνω παραγόντων και η άγρια αντικομμουνιστική ιδεολογική επίθεση κατά τη διάρκεια του «ψυχρού πολέμου» έστρωσαν το δρόμο στην ανάπτυξη αναθεωρητικών ιδεών μέσα στο ΚΚΜΒ. Η διεθνής υπονόμευση των μαρξιστικών-λενινιστικών αρχών στο κομμουνιστικό κίνημα έκανε το κόμμα ακόμα πιο ευάλωτο. Αυτό εκφράστηκε με ρεφορμισμό σε πολιτικά ζητήματα και με οικονομισμό, οδηγώντας πρακτικά στην αποδοχή του καπιταλιστικού πλαισίου, θυσιάζοντας τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα της εργατικής τάξης στο όνομα βραχυπρόθεσμων κερδών, είτε πραγματικών είτε φανταστικών.
Αυτή η τάση επιδεινώθηκε από τη στάση του ΚΚΜΒ προς το Εργατικό Κόμμα. Ο Λένιν στο «Ο αριστερισμός, παιδική αρρώστια του κομμουνισμού» το 1920 και στο 2ο Συνέδριο της ΚΔ, συμβούλευε τους Βρετανούς κομμουνιστές να επιδιώξουν δεσμούς με το Εργατικό Κόμμα και να παροτρύνουν τους εργάτες να ψηφίσουν το Εργατικό Κόμμα, καθώς το ΚΚΜΒ ήταν τότε εξαιρετικά απομονωμένο από τους εργάτες, των οποίων η συντριπτική πλειοψηφία ψήφιζε Εργατικό Κόμμα και ήταν μέλη σε συνδικάτα συνδεδεμένα με αυτό. Η στρατηγική αυτή είχε το σκεπτικό ότι με την εκλογή μιας κυβέρνησης Εργατικών, το ΚΚΜΒ θα μπορούσε να ξεμπροστιάσει τον πραγματικό ρόλο των ρεφορμιστών και ως εκ τούτου να κερδίσει τις μάζες των εργατών από το Εργατικό Κόμμα. «Για τους Αγγλους Κομμουνιστές πολλές φορές είναι σήμερα δύσκολο ακόμη και να πλησιάσουν τις μάζες, ακόμη και να τις κάνουν να τους ακούσουν. Αν παρουσιαστώ σαν κομμουνιστής και δηλώσω πως καλώ να ψηφίσουν τον Χέντερσον ενάντια στον Λοϋντ Τζωρτζ, ασφαλώς θα με ακούσουν. Και θα μπορέσω να εξηγήσω, σε κατανοητή γλώσσα, όχι μόνο γιατί τα Σοβιέτ είναι καλύτερα από το κοινοβούλιο και η δικτατορία του προλεταριάτου καλύτερη από τη δικτατορία του Τσόρτσιλ [...] αλλά και ότι θα ήθελα να στηρίζω τον Χέντερσον με τη ψήφο μου, ακριβώς όπως το σχοινί στηρίζει τον κρεμασμένο»28. Αυτή η γραμμή άλλαξε το 1926 όταν αποκαλύφθηκε η πραγματική φύση του Εργατικού Κόμματος και της συνδικαλιστικής ηγεσίας με την προδοσία της Γενικής Απεργίας και όταν άρχισε να αλλάζει ο χαρακτήρας του Εργατικού Κόμματος σαν οργανισμός εξ ολοκλήρου βασισμένος στα συνδικάτα. Στην πράξη η αλλαγή γραμμής εκφράστηκε με την κοινοβουλευτική εκπροσώπηση και αυτοτελή παρέμβαση του ΚΚΜΒ και την παράκαμψη των εργατοπατέρων του Εργατικού Κόμματος στους χώρους δουλειάς με την οργάνωση επιτροπών αγώνα και τη δημιουργία ενός διακριτού ταξικού πόλου στο εργατικό κίνημα. Η «παλιά» γραμμή επανεμφανίστηκε στην περίοδο της αντιφασιστικής συμμαχίας τη δεκαετία του 1930 και διατηρήθηκε και μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν γενικότερα άρχισαν να φουντώνουν οι ψευδαισθήσεις σχετικά με το ρόλο της σοσιαλδημοκρατίας στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα. Η γραμμή αυτή είχε λοιπόν ως αποτέλεσμα τον περιορισμό του ανεξάρτητου ρόλου του ΚΚΜΒ, σε βαθμό που πολλές φορές το κατέστησε ουρά της βρετανικής σοσιαλδημοκρατίας. Αυτή η γραμμή ενισχύθηκε φτάνοντας στο σημείο να αντιμετωπίζεται η Βρετανία, στα πλαίσια της συζήτησης περί της «κληρονομιάς» του βρετανικού ιμπεριαλισμού, ως η 51η πολιτεία των ΗΠΑ, ευνουχίζοντας τον αντιιμπεριαλιστικό χαρακτήρα του κόμματος29.
Μια ακόμα επιθετικότερη τάση του οπορτουνισμού εμφανίστηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1960 μεταξύ της διανόησης και της φοιτητικής βάσης του κόμματος, ο ευρωκομουνισμός που ήταν βαθύτατα επηρεασμένος από την κατεύθυνση του Ιταλικού ΚΚ.
Κήρυξαν πόλεμο σε αρχές, όπως ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός, ο προλεταριακός διεθνισμός και επιδόθηκαν σε ανοιχτή αντισοσιαλιστική προπαγάνδα. Από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 αυτή η ομάδα έλεγχε το θεωρητικό περιοδικό «Ο Μαρξισμός Σήμερα», το ιδεολογικό τμήμα και τη φοιτητική οργάνωση.
Η αυξανόμενη κυριαρχία των οπορτουνιστών στο κόμμα από τη δεκαετία του 1960 και πέρα εκφράστηκε με τους παρακάτω τρόπους:
Το διαχωρισμό της πολιτικής από τη συνδικαλιστική δράση. Την υποβάθμιση των εργοστασιακών ΚΟΒ.
Τη στάση ουραγού της σοσιαλδημοκρατίας στα συνδικάτα.
Αντισοσιαλιστική και αντιδιεθνιστική στάση - εναντίωση στη συντροφική σοβιετική παρέμβαση στην Τσεχοσλοβακία, εχθρότητα στην επαναστατική κυβέρνηση του Αφγανιστάν, υποστήριξη της «Αλληλεγγύης» στη Πολωνία30.
Η διάλυση ενός ενωμένου, δημοκρατικού συγκεντρωτικού κόμματος ως το σημείο που οι κομμουνιστές αντιμάχονταν συχνά ο ένας τον άλλο μέσα στο μαζικό κίνημα.
Η ανικανότητα να παίξει καθοδηγητικό ρόλο στους αγώνες ενάντια στις ισχυρές επιθέσεις στην εργατική τάξη από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 και πέρα, που κλιμακώθηκε με την απαθέστατη στάση της ηγεσίας του ΚΚΜΒ κατά τη διάρκεια της απεργίας των ανθρακωρύχων και την καταδίκη της εκ των υστέρων!
Η υποχώρηση από την προοπτική του σοσιαλισμού ως στόχου πάλης.
Εκείνη η ηγεσία εξαπέλυσε ένα μακρύ «κυνήγι μαγισσών» εναντίον των μαρξιστών-λενινιστών αντιπάλων της κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980. Αυτό, σε συνδυασμό με τις εσωτερικές διαφορές μεταξύ οπορτουνιστικών φατριών, καθώς και οι αντεπαναστάσεις, επιτάχυναν τη διάλυση του ΚΚΜΒ.
ΟΙ ΕΥΡΩΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΕΣ ΚΑΙ ΤΟ ΝΕΟ ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΚΟΜΜΑ
Αξίζει να σημειωθεί ότι υπήρξε γενικευμένη πολιτική και ιδεολογική συνεργασία μεταξύ της «ευρωκομμουνιστικής» πτέρυγας του ΚΚΜΒ και της ηγεσίας του Εργατικού Κόμματος. Δεν είναι ούτε τυχαίο ούτε απλά μια περίπτωση ξεπουλήματος το γεγονός ότι πολλοί πρώην ευρωκομμουνιστές είναι σήμερα στελέχη του Εργατικού Κόμματος ή κεντροαριστεροί σχολιαστές στα ΜΜΕ.
Σε πολιτικό επίπεδο συνεργάστηκαν με την ηγεσία του Εργατικού Κόμματος, σε πολλές περιπτώσεις εναντίον των ίδιων των κομμουνιστών (!) και άλλων ταξικά προσανατολισμένων δυνάμεων μέσα στο κίνημα. Η περίπτωση των ανθρακωρύχων είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Μετά την απεργία το συνδικάτο δεν ήταν ξοφλημένο, όπως ισχυριζόταν ο αστικός τύπος, καθώς έλεγχε ακόμα την ενεργειακή τροφοδοσία της χώρας (που διήρκησε μέχρι την τελική ιδιωτικοποίηση της βιομηχανίας του άνθρακα το 1994), ενώ του παρουσιάστηκαν και κάποιες ευκαιρίες να αντεπιτεθεί. Το γεγονός ότι το συνδικάτο δεν μπόρεσε να συνέλθει οφείλεται σε μεγάλο βαθμό σε εσωτερικά προβλήματα που δημιουργήθηκαν από το Εργατικό Κόμμα με την υποστήριξη των οπορτουνιστών. Η πλειοψηφία των κομμουνιστών συνδικαλιστών εναντιώθηκαν στην οπορτουνιστική στροφή του ΚΚΜΒ, όμως οι κομματικές οργανώσεις στις Σκοτσέζικες και Ουαλικές περιφέρειες του συνδικάτου υποστήριξαν την ευρωκομμουνιστική θέση. Η εναντίωση στην ταξικά προσανατολισμένη ηγεσία του συνδικάτου αποκρυσταλλώθηκε σε αυτές τις δυο περιοχές με την ενεργητική υποστήριξη της ηγεσίας του Εργατικού Κόμματος. Ολα αυτά παρέλυσαν το συνδικάτο μπροστά στις άγριες επιθέσεις που δέχτηκε μετά το τέλος της απεργίας από το νόμο και τα ΜΜΕ. Το παράδειγμα αυτό αποτελεί μια σαφή απεικόνιση του συνδέσμου μεταξύ αστικής τάξης - σοσιαλδημοκρατίας - οπορτουνιστών.
Σε ιδεολογικό επίπεδο, ξεκίνησαν ολόκληρη εκστρατεία εναντίον της αντίληψης για την πάλη των τάξεων, συμβάλλοντας στην προσπάθεια του Εργατικού Κόμματος την ίδια εποχή να υποβαθμίσει ακόμα και τη δική του σοσιαλδημοκρατική αντίληψη για τις τάξεις. Πολλά ηγετικά στελέχη των Εργατικών εμφανίζονται συχνά ως συνεργάτες του «Ο Μαρξισμός Σήμερα». Αυτή η κλίκα αποτέλεσε την αιχμή του δόρατος της εκστρατείας προώθησης της κοινωνικής συναίνεσης και του κοινωνικού εταιρισμού και των φιλο-ΕΕ θέσεων στο εργατικό κίνημα. Μετά τη διάλυση του ΚΚΜΒ ίδρυσαν το «Δίκτυο Μοντέρνων Καιρών», μια δεξαμενή σκέψης που προωθούσε τις πιο ρεφορμιστικές ιδέες στο συνδικαλιστικό κίνημα μέσα από το δίκτυο «Συνδικάτα 21». Η προώθηση της άποψής τους ότι η κοινωνία αποτελείται από διάφορες ομάδες (γυναίκες, μετανάστες, ομοφυλόφιλοι κλπ.) που μπορούν να συνυπάρξουν αρμονικά με ανάλογες προοδευτικές κυβερνητικές παρεμβάσεις, είναι μια άποψη που εκφράζεται και στην «ατζέντα ισότητας» του Μπλερ.
Συμπερασματικά, η πορεία εκφυλισμού του ΚΚΜΒ όχι μόνο ενίσχυσε την επιρροή του αναμορφωμένου Εργατικού Κόμματος στην εργατική τάξη, για λογαριασμό του βρετανικού μονοπωλιακού κεφαλαίου μετά το 1976, αλλά συνέβαλε και στη διάβρωση και τον αποπροσανατολισμό του συνδικαλιστικού κινήματος. Στη βάση αυτών των ιδεών διαμορφώθηκε κυρίως η ιδεολογική πλατφόρμα του «Νέου Εργατικού Κόμματος»31.
ΜΕΡΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Κατά τη διάρκεια της μετάβασης από τη φάση της κεϋνσιανής διαχείρισης (1945-1976) στη φάση των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων, το Συντηρητικό κόμμα αποδείχτηκε ένα αποτελεσματικότατο πολιτικό όχημα. Η κυβέρνηση του Εργατικού Κόμματος την περίοδο 1976-1979 απέτυχε να υπηρετήσει επαρκώς αυτή τη γραμμή επειδή οι παραδοσιακοί του δεσμοί με ορισμένα τμήματα του βιομηχανικού κεφαλαίου που θίγονταν και η κοινωνική του βάση στα συνδικάτα και σε ορισμένα πιο καλά αμειβόμενα τμήματα της εργατικής τάξης το δέσμευαν στην πολιτική της κλασσικής «σοσιαλδημοκρατικής» διαχείρισης. Ετσι δυσκολευόταν να εφαρμόσει πιο αποτελεσματικά αλλαγές απαραίτητες για τις νέες ανάγκες της αστικής τάξης. Είναι μια χαρακτηριστική περίπτωση όπου οι εξελίξεις στην οικονομική βάση αντανακλώνται με υστέρηση στο εποικοδόμημα.
Παρ’ όλα αυτά το καπιταλιστικό κράτος στη Βρετανία χρειάζεται δύο κόμματα που να μπορούν να διαχειριστούν το σύστημα και στη φάση των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων. Αυτό ακριβώς αποτελεί και τη βάση του εκσυγχρονισμού του Εργατικού Κόμματος, ξεκινώντας με την εκλογική ήττα το 1983, που σήμανε τη σταδιακή εγκατάλειψη της πιο παραδοσιακής σοσιαλδημοκρατικής -δηλαδή κεϋνσιανής- πολιτικής, ώστε η μελλοντική διακυβέρνηση και διαχείριση να αντιστοιχηθεί στη νέα φάση32. Ετσι πρέπει να γίνει κατανοητή η Εργατική κυβέρνηση του Μπλερ. Η αποδυνάμωση της θέσης παραδοσιακών τμημάτων του βιομηχανικού κεφαλαίου, οι ήττες του συνδικαλιστικού κινήματος, οι ιστορικές αδυναμίες του κινήματος της βρετανικής εργατικής τάξης, η διάλυση του ΚΚΜΒ, σε συνδυασμό με τις συνθήκες που δημιούργησε η επικράτηση της αντεπανάστασης, αποτέλεσαν παράγοντες που συνέβαλαν στη διαμόρφωση του «Νέου Εργατικού Κόμματος», ως μιας αντιδραστικής ενσάρκωσης του αστικού ρεφορμισμού στην εργατική τάξη και τα συνδικάτα. Ομως πρέπει να υπογραμμιστεί η προτεραιότητα του οικονομικού στοιχείου, οι αλλαγές στην οικονομία της Βρετανίας ήταν η κινητήριος δύναμη όλων αυτών των εξελίξεων. Η αδυναμία κατανόησης αυτού του γεγονότος οδηγεί σε λαθεμένες εκτιμήσεις, όπως ότι το Εργατικό Κόμμα μπορεί να επιστρέψει στη μορφή της παλιάς σοσιαλδημοκρατίας ή ότι ο χρόνος μπορεί να γυρίσει πίσω στη δεκαετία του 1960, κάτι που εκτός από αδύνατο, δημιουργεί λάθος εντυπώσεις για μια «καλή» σοσιαλδημοκρατία του παρελθόντος. Αξίζει να σημειωθούν κάποιες πολιτικές τάσεις που αναδύονται από αυτή την κατάσταση.
Θα ήταν σωστό να υπογραμμιστεί ότι η ηγεσία του Μπλερ στο Εργατικό Κόμμα έγινε δεκτή με κάποιο ενθουσιασμό από τη βάση του το 1994-1998. Παρ’ όλα αυτά, δέκα χρόνια επιθέσεων ενάντια στην εργατική τάξη και μη δημοφιλών ιμπεριαλιστικών πολέμων κλόνισαν αυτή τη στήριξη. Μόνο το 21,6% του εκλεκτορικού σώματος ψήφισε το ΕΚ στις εκλογές του 2005 και μόλις το 35,2% των ψηφισάντων. Η μείωση των ψήφων των Εργατικών παρουσιάζεται γλαφυρά στον παρακάτω πίνακα: