Οι μικρές επιχειρήσεις[1] αποτελούν, έτσι κι αλλιώς, τμήμα -έστω και αδύναμο- της αναπαραγωγής κεφαλαίου. Από την άποψη αυτή, τα αστικά κόμματα δε θα μπορούσαν να σταθούν αδιάφορα απέναντί τους. Επειτα, αποτελούν προνομιακό -όχι τον μοναδικό- χώρο αναπαραγωγής της αστικής ιδεολογίας, αφού οι μικροί ΕΒΕ και οι αυτοαπασχολούμενοι είναι ιδιοκτήτες μέσων παραγωγής και διαχειρίζονται κεφάλαια. Οταν μάλιστα καταλαμβάνουν υπολογίσιμο τμήμα του οικονομικά ενεργού πληθυσμού, και κατά συνέπεια του εκλογικού σώματος, αποτελούν σημαντικό παράγοντα στην πολιτική συμμαχιών της αστικής τάξης.
Ταυτόχρονα οι καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις οξύνουν την ανεργία της εργατικής τάξης και επιταχύνουν την καταστροφή των αγροτικών στρωμάτων. Πολλοί άνεργοι και καταστραμμένοι αγρότες επιδιώκουν να ανοίξουν μια μικροεπιχείρηση για να εξασφαλίσουν κάποιο μεροκάματο. Ο χώρος των μικρών επιχειρήσεων αποτελεί, προς το παρόν τουλάχιστον, μια κάποια διέξοδο στην κοινωνική πίεση που δημιουργείται. Και μπορεί αυτή η διέξοδος να αποτελεί μακροπρόθεσμα αυταπάτη, στις σημερινές συνθήκες, όμως είναι ακόμα υπαρκτή. Αυτήν την πραγματικότητα την υπολογίζουν οι αστοί πολιτικοί στους σχεδιασμούς τους.
Σε ορισμένες περιόδους της καπιταλιστικής ανάπτυξης στην Ελλάδα, η διευκόλυνση των μικρών επιχειρήσεων αποτέλεσε συστατικό στοιχείο -όχι κυρίαρχο φυσικά- της αστικής πολιτικής χωρίς αυτή να παρεκκλίνει από τους βασικούς στόχους της, δηλαδή της εξυπηρέτησης των συμφερόντων του μεγάλου κεφαλαίου και των μονοπωλίων. Στις σημερινές συνθήκες, και μάλιστα μετά τη Συμφωνία του Μάαστριχτ, ο ανταγωνισμός οξύνθηκε σε βάρος των μικρών επιχειρήσεων. Τα περιθώρια παρεμβάσεων υπέρ των μικρών επιχειρήσεων στένεψαν ασφυκτικά. Γίνεται φανερή, σήμερα όλο και πιο έντονα, μια αντίθεση στους στόχους της αστικής πολιτικής. Η επιδίωξη για μια συνεπή πολιτική εξυπηρέτησης των μονοπωλιακών συμφερόντων έχει επίδραση στις δυνατότητες της αστικής τάξης για μια σταθερή πορεία ιδεολογικής και πολιτικής ενσωμάτωσης πλατιών μικροαστικών στρωμάτων.
Οι αντιθέσεις στους στόχους γεννούν αναπόφευκτα και αντιφάσεις στην αστική πολιτική που γίνεται προσπάθεια να ξεπεραστούν με μια σειρά ιδεολογήματα, με κυριότερα τα παρακάτω.
Σκόπιμα οι αστοί πολιτικοί αναφέρονται στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ) και όχι στις μικρές επιχειρήσεις. Ανακατεύουν με αυτόν τον τρόπο επιχειρήσεις με διαφορετικό ρόλο και δυνατότητες στην οικονομία. Δηλαδή τις μικροεπιχειρήσεις των μικρών ΕΒΕ και των αυτοαπασχολούμενων, που μόλις καταφέρνουν (και όχι όλες) να εξασφαλίζουν ένα «μεροκάματο» στους ιδιοκτήτες τους (οι επιχειρήσεις μέχρι 4 εργαζόμενους αποτελούν το 92-93% του συνόλου), με επιχειρήσεις που απασχολούν 200-250 εργαζόμενους με σημαντικά κεφάλαια και υψηλό βαθμό εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης (οι επιχειρήσεις που απασχολούν 5-250 εργαζόμενους αποτελούν το 6-7% του συνόλου). Ομως, για παράδειγμα, μια αύξηση στα ασφάλιστρα του ΟΑΕΕ αποτελεί σημαντική επιβάρυνση για τον αυτοαπασχολούμενο, ενώ για έναν εργοδότη με 100 εργαζόμενους το πρόβλημα είναι ασήμαντο. Αντίθετα, μια μείωση στα ασφάλιστρα του ΙΚΑ δεν προσθέτει τίποτα στο εισόδημα του πρώτου, ενώ αποτελεί σημαντική μείωση του εργατικού κόστους για το δεύτερο. Στην πράξη τα αστικά κόμματα διακηρύσσουν μια πολιτική υπέρ των μεσαίων επιχειρήσεων στο όνομα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Σπέρνουν ψευδαισθήσεις προβάλλοντας μια πλασματική πραγματικότητα σε απόσταση από τα πραγματικά προβλήματα των μικρών ΕΒΕ και των αυτοαπασχολούμενων. Προβάλουν με έμφαση τη βελτίωση της επιχειρηματικότητας και της ανταγωνιστικότητας σαν την πεμπτουσία της ανάπτυξης[2]. Δηλαδή ισχυρίζονται ότι όποιος είναι ικανός και εκμεταλλεύεται τις ευκαιρίες που του προσφέρονται πάει μπροστά. Στην καπιταλιστική αγορά όμως ανταγωνίζονται βασικά, κεφάλαια και όχι άνθρωποι, και μέτρο της επιχειρηματικότητας είναι το μέγεθος του κεφαλαίου. Το μερίδιο της αγοράς που κατέχει κάθε μια κατηγορία επιχειρήσεων (μικρές - μεγάλες), καθορίζεται κάθε φορά από το επίπεδο της ανάπτυξης των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής και όχι από τις ικανότητες των επιχειρηματιών. Οι ικανότητες του κάθε ξεχωριστού επιχειρηματία έχουν αξία μόνο στο βαθμό που εξυπηρετούν τη γενική καπιταλιστική κίνηση. Σε καμία περίπτωση, δεν αντιστρέφεται η τάση του περιορισμού του μεριδίου των μικρών επιχειρήσεων στην αγορά οι οποίες βαδίζουν ως σύνολο στη συρρίκνωση, πέρα από τα επιμέρους ζιγκ-ζαγκ της καπιταλιστικής ανάπτυξης.
Μια κριτική προσέγγιση των θέσεων του ΠΑΣΟΚ της ΝΔ και του ΣΥΝ για τις μικρές επιχειρήσεις, έτσι όπως τουλάχιστον καταγράφονται στα κείμενα και τις εξαγγελίες τους, οφείλει να πάρει υπόψη της και την πολιτική αυτών των κομμάτων όταν βρίσκονται στην κυβερνητική εξουσία. Μια τέτοια προσπάθεια γίνεται παρακάτω. Στο σημείωμα αυτό αναλύονται κομματικά κείμενα και πολιτικές ομιλίες της πρόσφατης διετίας σε συσχετισμό με τη συγκεκριμένη πρακτική των αστικών κομμάτων. Και επειδή αναφερόμαστε σε αστικά κόμματα χρήσιμο είναι να ρίξουμε μια ματιά στη στάση της αστικής τάξης απέναντι στις μικρές επιχειρήσεις τις προηγούμενες δεκαετίες.