α) ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΚΡΙΤΙΚΗΣ»;
«Ελευθερία κριτικής» είναι αναμφισβήτητα σήμερα το κατεξοχήν σύνθημα της μόδας, σύνθημα πού χρησιμοποιείται συχνότατα στις συζητήσεις ανάμεσα στους σοσιαλιστές και στους δημοκράτες όλων των χωρών. Είναι δύσκολο, από πρώτη ματιά, να φανταστεί κανείς κάτι πιο περίεργο από τις επίσημες αυτές επικλήσεις του ενός από τα αντιμαχόμενα μέρη στην ελευθερία κριτικής. Είναι τάχα δυνατό ν' ακούστηκαν μέσα από τα πρωτοπόρα κόμματα φωνές ενάντια στο συνταγματικό εκείνο νόμο της πλειοψηφίας των ευρωπαϊκών χωρών, πού εγγυάται την ελευθερία της επιστήμης και της επιστημονικής έρευνας; «Κάτι δεν πάει καλά εδώ!» - θα πει από μέσα του κάθε ουδέτερος παρατηρητής πού έχει ακούσει να επαναλαβαίνεται το σύνθημα αυτό της μόδας σ' όλα τα σταυροδρόμια, μα δε συνέλαβε ακόμα την ουσία της διαφωνίας ανάμεσα σ' αυτούς πού διαφωνούν. «Το σύνθημα αυτό είναι, προφανώς, ένα από τα συμβατικά εκείνα λογάκια, πού, όπως και τα παρατσούκλια, πολιτογραφούνται με τη χρήση και γίνονται σχεδόν ονόματα προσηγορικά».
Στην πραγματικότητα δεν είναι μυστικό για κανέναν, ότι μέσα στη σύγχρονη διεθνή[1] σοσιαλδημοκρατία έχουν διαμορφωθεί δυο κατευθύνσεις, πού η πάλη ανάμεσα τους πότε φουντώνει και πετάει ζωηρές φλόγες, πότε καταλαγιάζει και σιγοκαίει κάτω από τη στάχτη επιβλητικών «αποφάσεων ανακωχής». Σε τι συνίσταται η «νέα» κατεύθυνση που βλέπει «κριτικά» τον «παλιό, δογματικό» μαρξισμό, αυτό μας το είπε αρκετά καθαρά ο Μπέρνσταϊν και μας το έδειξε ο Μιλλεράν.
Η σοσιαλδημοκρατία πρέπει από κόμμα κοινωνικής επανάστασης να μετατραπεί σε δημοκρατικό κόμμα κοινωνικών μεταρρυθμίσεων. Το πολιτικό αυτό αίτημα ο Μπέρνσταϊν το περιέβαλε με ολόκληρη συστοιχία από αρκετά αρμονικά συνδυασμένα «νέα» επιχειρήματα και συλλογισμούς. Δεν παραδεχόταν, ότι μπορεί να θεμελιωθεί επιστημονικά ο σοσιαλισμός και ν’ αποδειχτεί, από την άποψη της υλιστικής αντίληψης της ιστορίας, ότι είναι αναγκαίος κι αναπόφευχτος. Δεν παραδεχόταν το γεγονός της αυξανόμενης αθλιότητας, της προλεταριοποίησης και της όξυνσης των κεφαλαιοκρατικών αντιθέσεων. Διακήρυχνε πως είναι ανυπόστατη η ίδια η έννοια «τελικός σκοπός» και απέρριπτε ανεπιφύλαχτα την ιδέα της διχτατορίας του προλεταριάτου. Δεν παραδεχόταν ότι ανάμεσα στο φιλελευθερισμό και στο σοσιαλισμό υπάρχει ριζική αντίθεση. Απέρριπτε τη θεωρία της ταξικής πάλης σαν δήθεν ανεφάρμοστη σε μια αυστηρά δημοκρατική κοινωνία, που κυβερνιέται σύμφωνα με τη θέληση της πλειοψηφίας, κτλ.
Ετσι, το αίτημα μιας αποφασιστικής στροφής από την επαναστατική σοσιαλδημοκρατία προς τον αστικό σοσιαλρεφορμισμό συνοδευόταν από μια όχι λιγότερο αποφασιστική στροφή προς την αστική κριτική όλων των βασικών ιδεών του μαρξισμού. Κι επειδή η κριτική αυτή γινόταν ανέκαθεν ενάντια στο μαρξισμό και από το πολιτικό βήμα και από την πανεπιστημιακή έδρα, και μ' ένα σωρό μπροσούρες και με πολλές επιστημονικές πραγματείες, επειδή όλη η νέα γενεά των μορφωμένων τάξεων επί δεκαετίες διαπαιδαγωγούνταν συστηματικά με το πνεύμα της κριτικής αυτής, δεν είναι παράξενο, ότι η «νέα κριτική» κατεύθυνση μέσα στη σοσιαλδημοκρατία ξεπρόβαλε μονομιάς εντελώς ολοκληρωμένη, όπως ακριβώς ή Αθηνά από το κεφάλι του Δία. Η κατεύθυνση αυτή ως προς το περιεχόμενο της δεν είχε ανάγκη ν' αναπτυχθεί και να διαμορφωθεί: μεταφέρθηκε κατευθείαν από την αστική φιλολογία στη σοσιαλιστική.
Παρακάτω. Αν η θεωρητική κριτική που έκανε ο Μπέρνσταϊν και οι διακαείς πολιτικοί πόθοι του παραμένουν ακόμα για μερικούς ασαφείς, οι γάλλοι φρόντισαν να επιδείξουν κατά τρόπο χειροπιαστό τη «νέα μέθοδο». Η Γαλλία και τούτη τη φορά δικαίωσε την παλιά της φήμη, φήμη «χώρας, που στην ιστορία της περισσότερο από οπουδήποτε αλλού οι ταξικοί αγώνες έφταναν κάθε φορά ως το αποφασιστικό τέλος» (Ενγκελς, από τον πρόλογο στο Εργο του Μαρξ: «Der 18 Brumaire»). Οι γάλλοι σοσιαλιστές αντί να θεωρητικολογούν άρχισαν να δρουν άμεσα οι πιο αναπτυγμένες από δημοκρατική άποψη πολιτικές συνθήκες της Γαλλίας τους επέτρεψαν να περάσουν μονομιάς στον «πραχτικό μπερνσταϊνισμό» μ΄ όλες τις συνέπειες του. Ο Μιλλεράν πρόσφερε ένα θαυμάσιο δείγμα αυτού του πραχτικού μπερνσταϊνισμού - δικαιολογημένα λοιπόν και ο Μπέρνσταϊν και ο Φόλμαρ έσπευσαν με τόσο ζήλο να υπερασπίσουν και να εξυμνήσουν τον Μιλλεράν! Πραγματικά: αν η σοσιαλδημοκρατία στην ουσία είναι απλώς ένα κόμμα μεταρρυθμίσεων και πρέπει να έχει το θάρρος να το αναγνωρίσει αυτό ανοιχτά, τότε ο σοσιαλιστής όχι μόνο έχει το δικαίωμα να συμμετάσχει σε αστική κυβέρνηση, αλλά και οφείλει να το επιδιώκει διαρκώς. «Αν δημοκρατία σημαίνει στην ουσία εξάλειψη της ταξικής κυριαρχίας, τότε γιατί ένας σοσιαλιστής υπουργός να μη σαγηνεύει όλο τον αστικό κόσμο με λόγους για συνεργασία των τάξεων; Γιατί να μη μένει στην κυβέρνηση ακόμα και όταν οι δολοφονίες των εργατών από τους χωροφύλακες δείχνουν για εκατοστή και χιλιοστή φορά τον πραγματικό χαρακτήρα της δημοκρατικής συνεργασίας των τάξεων; Γιατί να μη συμμετέχει προσωπικά στην υποδοχή του τσάρου, που οι γάλλοι σοσιαλιστές δεν τον αποκαλούν σήμερα αλλιώς παρά ήρωα της κρεμάλας, του κνούτου και της εκτόπισης (knoteur, pendeur et deportateur); Και η αμοιβή για την έσχατη αυτή ταπείνωση και αυτοεξευτελισμό του σοσιαλισμού μπροστά σ' όλο τον κόσμο, για τη διαφθορά της σοσιαλιστικής συνείδησης των εργατικών μαζών - της μοναδικής αυτής βάσης που μπορεί να μας εξασφαλίσει τη νίκη - η αμοιβή για όλα αυτά είναι τα πομπώδη σχέδια για κάτι τιποτένιες μεταρρυθμίσεις, τόσο τιποτένιες ώστε ακόμα και αστικές κυβερνήσεις να έχουν κατορθώσει να αποσπάσουν περισσότερα πράγματα!
Οποιος δεν κλείνει σκόπιμα τα μάτια του, δεν μπορεί να μη δει, ότι η νέα «κριτική» κατεύθυνση μέσα στο σοσιαλισμό δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια νέα παραλλαγή του οπορτουνισμού. Κι αν κρίνουμε τους ανθρώπους όχι από τη φανταχτερή στολή που μόνοι τους φόρεσαν, όχι από την εντυπωσιακή επωνυμία που μόνοι τους πήραν, αλλά από τα έργα τους κι από όσα προπαγανδίζουν στην πραγματικότητα, θα δούμε καθαρά πως «ελευθερία κριτικής» σημαίνει ελευθερία οπορτουνιστικής κατεύθυνσης μέσα στη σοσιαλδημοκρατία, ελευθερία μετατροπής της σοσιαλδημοκρατίας σε δημοκρατικό κόμμα μεταρρυθμίσεων, ελευθερία για την εισαγωγή αστικών ιδεών και αστικών στοιχείων στο σοσιαλισμό.
Η λέξη ελευθερία είναι μεγάλη λέξη, κάτω όμως από τη σημαία της ελευθερίας της βιομηχανίας έγιναν οι πιο ληστρικοί πόλεμοι, κάτω από τη σημαία της ελευθερίας της εργασίας καταληστεύονταν οι εργαζόμενοι. Μια τέτοια ακριβώς εσωτερική απάτη κρύβεται κάτω από τη σημερινή χρήση των λέξεων «ελευθερία κριτικής». Οι άνθρωποι που έχουν πραγματικά πεισθεί, ότι προώθησαν την επιστήμη, θα ζητούσαν όχι ελευθερία συνύπαρξης των νέων αντιλήψεων με τις παλιές, αλλά την αντικατάσταση των παλιών αντιλήψεων από τις νέες. Και οι κραυγές «ζήτω η ελευθερία κριτικής!» που ακούγονται σήμερα, θυμίζουν πολύ το μύθο του άδειου βαρελιού.
Βαδίζουμε σαν συμπαγής ομάδα από έναν απόκρημνο και δύσκολο δρόμο, πιασμένοι γερά χέρι με χέρι. Είμαστε απ' όλες τις μεριές κυκλωμένοι από εχθρούς, και είμαστε σχεδόν πάντα αναγκασμένοι να βαδίζουμε κάτω από τα πυρά τους. Ενωθήκαμε ύστερα από ελεύθερα παρμένη απόφαση για να πολεμήσουμε τους εχθρούς κι όχι για να πέσουμε στο γειτονικό βάλτο, που οι κάτοικοι του από την αρχή μας κατέκριναν, γιατί ξεχωρίσαμε σε ιδιαίτερη ομάδα και διαλέξαμε το δρόμο του αγώνα αντί το δρόμο της συμφιλίωσης. Και τώρα μερικοί από μας αρχίζουν να φωνάζουν: πάμε σ' αυτό το βάλτο! Κι όταν αρχίζουμε να τους μαλώνουμε, απαντούν: τι καθυστερημένοι που είστε! Και πώς δεν ντρέπεστε να μας αρνιέστε την ελευθερία να σας καλούμε σε καλύτερο δρόμο! - Ω, ναι, κύριοι, είστε ελεύθεροι όχι μόνο να μας καλείτε, μα και να πάτε όπου θέλετε, ακόμα και στο βάλτο· έχουμε μάλιστα τη γνώμη, ότι η πραγματική θέση σας βρίσκεται ίσα-ίσα στο βάλτο και είμαστε έτοιμοι να σας προσφέρουμε κάθε βοήθεια για να κουβαληθείτε εκεί. Μόνο άστε τα χέρια μας τότε, μη πιάνεστε από μας και μη λερώνετε τη μεγάλη λέξη ελευθερία, γιατί και μεις είμαστε «ελεύθεροι» να πάμε όπου μας αρέσει, ελεύθεροι να πολεμήσουμε όχι μονάχα το βάλτο, αλλά και κείνους που τραβάνε για το βάλτο! ...
δ) Ο ΕΝΓΚΕΛΣ ΓΙΑ ΤΗ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΠΑΛΗΣ
«Δογματισμός, σχολαστικισμός», «αποστέωση του κόμματος - αναπόφευχτη τιμωρία που ακολουθεί το βίαιο στραγγαλισμό της σκέψης» - να οι εχθροί που εναντίον τους ξεσπαθώνουν ιπποτικά οι υπερασπιστές της «ελευθερίας κριτικής» στο «Ραμπότσεγε Ντιέλο». Χαιρόμαστε πολύ που μπήκε αυτό το θέμα στην ημερησία διάταξη· θα προτείναμε μόνο να συμπληρωθεί μ΄ ένα άλλο θέμα:
Ποιοι είναι οι κριτές;...
Ετσι βλέπουμε πώς οι ηχηρές φράσεις ενάντια στην αποστέωση της σκέψης κτλ. συγκαλύπτουν την αδιαφορία και την ανικανότητα σ' ό,τι άφορα την ανάπτυξη της θεωρητικής σκέψης. Η περίπτωση των ρώσων σοσιαλδημοκρατών δείχνει πολύ παραστατικά το πανευρωπαϊκό φαινόμενο (που το έχουν σημειώσει από καιρό και οι γερμανοί μαρξιστές), ότι η πολυθρύλητη ελευθερία κριτικής δεν σημαίνει την αντικατάσταση μιας θεωρίας από μια άλλη, αλλά την ελευθερία απέναντι σε κάθε ολοκληρωμένη και βαθιά μελετημένη θεωρία, σημαίνει εκλεκτικισμό κι έλλειψη αρχών, «όποιος ξέρει κάπως την πραγματική κατάσταση του κινήματός μας, δεν μπορεί να μη βλέπει, ότι η πλατιά διάδοση του μαρξισμού συνοδεύτηκε από ορισμένη πτώση του θεωρητικού επιπέδου. Στο κίνημα, λόγω της πραχτικής του σημασίας και των πραχτικών επιτυχιών του, προσχώρησαν πολλοί άνθρωποι με πολύ μικρή ή χωρίς καμιά θεωρητική κατάρτιση. Απ' αυτό μπορούμε να κρίνουμε πόση έλλειψη τακτ δείχνει το «Ραμπότσεγε Ντιέλο», όταν με θριαμβευτικό ύφος παραθέτει το απόφθεγμα του Μαρξ: «κάθε βήμα πραγματικού κινήματος έχει περισσότερη αξία από μια δωδεκάδα προγράμματα». Το να επαναλαβαίνεις αυτές τις λέξεις σε περίοδο θεωρητικής σύγχυσης - είναι το ίδιο σαν να φωνάζεις βλέποντας μια κηδεία: «Πέντε πέντε την ήμερα κι εκατό την εβδομάδα!». Αλλωστε τα παραπάνω λόγια του Μαρξ είναι παρμένα από το γράμμα του για το πρόγραμμα της Γκότα, όπου επικρίνει αυστηρά τον εκλεκτικισμό στη διατύπωση των αρχών αν πρέπει να ενωθείτε, έγραφε ο Μαρξ στους ηγέτες του κόμματος, κλείστε συμφωνίες για να ικανοποιήσετε τους πραχτικούς σκοπούς του κινήματος, μην επιτρέψτε όμως παζαρέματα πάνω σε αρχές, μη κάνετε «παραχωρήσεις» σε ζητήματα θεωρίας. Αυτή ήταν η σκέψη του Μαρξ· κι όμως βρίσκονται ανάμεσα μας άνθρωποι που στο όνομά του προσπαθούν να μειώσουν τη σημασία της θεωρίας!
Χωρίς επαναστατική θεωρία δεν μπορεί να υπάρξει και επαναστατικό κίνημα. Ο,τι κι αν πει κανείς γι' αυτή τη σκέψη δε θα ήταν αρκετό, σε μια εποχή που μαζί με το κήρυγμα του οπορτουνισμού, που έχει γίνει της μόδας, συμβαδίζει η έλξη προς τις πιο στενές μορφές πραχτικής δράσης. Για τη ρωσική σοσιαλδημοκρατία όμως η σημασία της θεωρίας μεγαλώνει ακόμα πιο πολύ από τρία περιστατικά που συχνά τα ξεχνούν, και συγκεκριμένα: πρώτο, από το γεγονός ότι το κόμμα μας τώρα μόλις διαμορφώνεται, τώρα μόλις διαμορφώνει τη φυσιογνωμία του και δεν έχει καθόλου ξεκαθαρίσει ακόμα τους λογαριασμούς του με τις άλλες κατευθύνσεις της επαναστατικής σκέψης, που απειλούν ν' αποτραβήξουν το κίνημα από το σωστό δρόμο. Απεναντίας, ίσα ίσα τον τελευταίο καιρό σημειώθηκε (όπως από καιρό προειδοποιούσε ο Αξελρόντ τους «οικονομιστές») μια αναζωογόνηση των μη σοσιαλδημοκρατικών επαναστατικών κατευθύνσεων. Μέσα σε τέτοιες συνθήκες ένα λάθος, που από πρώτη ματιά φαίνεται «ασήμαντο», μπορεί να έχει τις πιο θλιβερές συνέπειες, και μόνο μύωπες μπορούν να θεωρούν άκαιρες ή περιττές τις συζητήσεις ανάμεσα στις ομάδες και τον αυστηρό διαχωρισμό των αποχρώσεων. Από την εδραίωση της μιας ή της άλλης «απόχρωσης» μπορεί να εξαρτηθεί το μέλλον της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας για πολλά, πάρα πολλά χρόνια.
Δεύτερο, το σοσιαλδημοκρατικό κίνημα είναι από την ίδια τη φύση του κίνημα διεθνές. Αυτό δε σημαίνει απλώς, ότι πρέπει να καταπολεμούμε τον εθνικό σωβινισμό. Αυτό σημαίνει επίσης, ότι ένα κίνημα που αρχίζει σε μια νεαρή χώρα μπορεί να έχει επιτυχία μόνο εφόσον θα αξιοποιεί την πείρα των άλλων χωρών. Και για μια τέτοια αξιοποίηση δεν αρκεί η απλή γνώση της πείρας αυτής ή η απλή αντιγραφή των τελευταίων αποφάσεων. Εκείνο που χρειάζεται είναι να μπορείς να βλέπεις την πείρα αυτή κριτικά και να την επαληθεύεις με αυτοτέλεια. Μόνο όποιος αντιλαμβάνεται σε πόσο γιγάντιες διαστάσεις αναπτύχθηκε και διακλαδώθηκε το σύγχρονο εργατικό κίνημα, μπορεί να καταλάβει τι απόθεμα θεωρητικών δυνάμεων και πολιτικής (καθώς κι επαναστατικής) πείρας χρειάζεται για να εκπληρωθεί αυτό το καθήκον.
Τρίτο, τέτοια εθνικά καθήκοντα σαν κι αυτά που μπαίνουν τώρα στη ρωσική σοσιαλδημοκρατία δεν έχουν μπει ποτέ ως τώρα σε κανένα σοσιαλιστικό κόμμα του κόσμου, θα μας δοθεί παρακάτω η ευκαιρία να μιλήσουμε για τις πολιτικές και οργανωτικές υποχρεώσεις που μας επιβάλλει το καθήκον αυτό της απελευθέρωσης όλου του λαού από το ζυγό της απολυταρχίας. Τώρα θέλουμε απλώς να τονίσουμε, ότι το ρόλο του πρωτοπόρου αγωνιστή μπορεί να τον εκπληρώσει μόνο ένα κόμμα που καθοδηγείται από πρωτοπόρα θεωρία. Και για ν΄ αντιληφθεί ο αναγνώστης κάπως συγκεκριμένα τι σημαίνει αυτό, ας θυμηθεί μερικούς προδρόμους της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας σαν τον Χέρτσεν, το Μπελίνσκι, τον Τσερνισέβσκι και τη λαμπρή πλειάδα των επαναστατών της δεκαετίας 1870 - 1880. Ας σκεφτεί την παγκόσμια σημασία πού αποχτά σήμερα η ρωσική φιλολογία, ας... μα φτάνουν κι αυτά!...