Το «Παιδαγωγικό Ποίημα» του Αντόν Σεμιόνοβιτς Μακάρενκο δεν είναι μόνο ένα ωραίο λογοτεχνικό βιβλίο, αλλά ταυτόχρονα είναι και ένα σπάνιο και μοναδικό έργο. Δεν είναι μόνο προϊόν 10χρονης ενασχόλησης για τη συγγραφή του (από το 1925 έως το 1935). Αντανακλά την ίδια την τιτάνια μάχη που έδωσε εκείνα τα χρόνια ο σοβιετικός λαός για να ανορθώσει μια χώρα, όπου για πρώτη φορά θα οικοδομούνταν ένα σύστημα χωρίς την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Τότε ξεκίνησε η εποχή που άνοιξε ο Οκτώβρης του 1917, όπου η ανθρωπότητα έκανε το ιστορικό βήμα να διαβεί τη νοητή γραμμή της «προϊστορίας» της ανθρώπινης κοινωνίας, των κοινωνικοοικονομικών συστημάτων που στηρίζονταν στην ανθρώπινη εκμετάλλευση.
Το «Παιδαγωγικό Ποίημα» επιδιώκει να παρουσιάσει αυτό το «άλμα» της ανθρωπότητας μέσα από τη ζωή συνηθισμένων ανθρώπων, παιδιών κι εκπαιδευτικών, που στα πρώτα κιόλας χρόνια μετά τον εμφύλιο πόλεμο δημιούργησαν μια παιδική «αποικία» (όπως είναι η κατά λέξη μετάφραση στα ελληνικά) ή έναν παιδικό σταθμό (όπως μεταφράστηκε πιο λογοτεχνικά στα ελληνικά από τον αείμνηστο σύντροφο Ζήνωνα Ζορζοβίλη). Ενα σταθμό από παιδιά ορφανά, που ο πόλεμος και οι κακουχίες της ζωής τα είχαν εκθέσει στη ζωή του δρόμου, οδηγώντας τα στην αλητεία, στην κλεψιά και στην επαιτεία. Σε αυτήν την παιδική «αποικία» έμπαινε ένα και μοναδικό καθήκον: Από αυτά τα παιδιά να δημιουργηθεί ο νέος άνθρωπος! Ο άνθρωπος που θα πίστευε και θα μεγάλωνε με βάση τα κομμουνιστικά ιδανικά. Από ποιους δρόμους; Με τι μέσα; Αυτά δεν ήταν δεδομένα. Υπήρχαν μονάχα οι γενικές κατευθύνσεις, ο στόχος. Ολα τα υπόλοιπα έπρεπε να εφευρεθούν! Αυτή η προσπάθεια περιγράφεται με μυθιστορηματικό και βιωματικό, γλαφυρό και συχνά χιουμοριστικό τρόπο μέσα από το έργο του Αντόν Μακάρενκο «Παιδαγωγικό Ποίημα».
Επιπλέον, η νέα εργατική εξουσία στη Σοβιετική Ρωσία έπρεπε να αντιμετωπίσει ένα εκρηκτικό πρόβλημα που κληρονόμησε από το καπιταλιστικό σύστημα. Ενα πρόβλημα που δημιούργησε ο ιμπεριαλιστικός Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και η στρατιωτική επέμβαση 14 καπιταλιστικών κρατών (μεταξύ αυτών και της αστικής Ελλάδας) ενάντια στη μπολσεβίκικη επανάσταση. Αυτό το πρόβλημα ήταν ουσιαστικά για το νέο κοινωνικό σύστημα μια «ωρολογιακή βόμβα». Επρόκειτο για τα εγκαταλειμμένα παιδιά που -με βάση τα στοιχεία που υπάρχουν- τα πρώτα χρόνια της σοβιετικής εξουσίας έφταναν τα 7,5 εκατομμύρια. Παιδιά του δρόμου που μέσα στη βιοπάλη συχνά κατέληγαν σε συμμορίες που έκλεβαν, επαιτούσαν, εκ των οποίων μάλιστα τουλάχιστον το 10% έκανε και χρήση ναρκωτικών ουσιών. Παρά το μέγεθος του προβλήματος, τις τεράστιες καταστροφές που είχαν προκληθεί από τους πολέμους, η χώρα των Σοβιέτ το πάλεψε! Μέσα σε μερικά χρόνια το σοβιετικό κράτος κατάφερε με οργανωμένο τρόπο να περιθάλψει και να μορφώσει όλα αυτά τα παιδιά σε ειδικές μορφωτικές - εργασιακές κολεκτίβες. Σπούδασε εκατοντάδες χιλιάδες ειδικούς, μηχανικούς, γιατρούς και παιδαγωγούς, ξεσήκωσε ολόκληρη την κοινωνία «στο πόδι» κατά κάθε ναρκωτικού, χτυπώντας το πρόβλημα στη ρίζα του.
Αλήθεια, πώς αντιμετωπίζει ο καπιταλισμός σήμερα το πρόβλημα των ορφανών κι εγκαταλελειμμένων παιδιών; Στις καπιταλιστικές μεγαλουπόλεις όλου του κόσμου, από την Ευρώπη έως την Αφρική, την Ασία και τη Λατινική Αμερική, πάνω από 100 εκατομμύρια παιδιά ζουν στους δρόμους και προσπαθούν να επιβιώσουν με κάθε τρόπο, εύκολα θύματα σε κάθε μορφή εκμετάλλευσης. Να γιατί, όσο και αν προσπαθήσουν, δε θα μπορέσουν να κάνουν το άσπρο - μαύρο! Γιατί έχουμε ακόμη τη δυνατότητα να γνωρίζουμε και να συγκρίνουμε!
Το «Παιδαγωγικό Ποίημα» αναφέρεται σε αυτή τη γιγάντια δραστηριότητα. Αποτελείται από 3 μέρη, στη βάση της χρονολογικής περιγραφής και ανάπτυξης αυτού του δύσκολου παιδαγωγικού εγχειρήματος, από την πλήρη αλητεία και τον ατομικισμό των παιδιών στη διάπλαση της αγωνιστικότητας, της συλλογικότητας και αλληλεγγύης, της σύνδεσης με την κοχλάζουσα μετα-επαναστατική σοβιετική πραγματικότητα, της διαμόρφωσης της νέας ζωής, με τις αρχές της σοσιαλιστικής κοινότητας.
Με το «Παιδαγωγικό Ποίημα» ο Μακάρενκο δίνει με γλαφυρό τρόπο όλες εκείνες τις καθημερινές δυσκολίες αυτής της προσπάθειας. Δίνει ακόμη και στοιχεία από τη θεωρητική παιδαγωγική διαπάλη στις δεκαετίες 1920 και 1930, με τρόπο ενδιαφέροντα ακόμα και για το μη εκπαιδευτικό αναγνώστη. Η προσοχή του αναγνώστη στρέφεται σε γεγονότα που σε τελική ανάλυση συνδέονται με το σύστημα αγωγής των παιδιών του Σταθμού, παρουσιάζοντας με πρωτότυπο τρόπο τον ανθρωπιστικό χαρακτήρα της κομμουνιστικής διαπαιδαγώγησης, μέσα από τη διαμόρφωση της παιδικής κολεκτίβας και του εργασιακού (πολυτεχνικού) σχολείου.
«Η Μεγάλη Οκτωβριανή Επανάσταση έδωσε μια ανεπανάληπτη ώθηση στη ζωή των μεμονωμένων ανθρώπων, στη ζωή ολόκληρης της χώρας, στη ζωή όλου του κόσμου», έγραφε ο Μακάρενκο σε άρθρο του για τα 20 χρόνια από την επανάσταση που συγκλόνισε ολόκληρο τον κόσμο. Και πραγματικά και για τον ίδιο το μεγάλο σοβιετικό παιδαγωγό ήταν ένα γεγονός που τον συγκλόνισε, που τον οδήγησε σε νέες αναζητήσεις ,τόσο στη ζωή του όσο και στο παιδαγωγικό έργο του.
Στις δύσκολες συνθήκες του εμφυλίου πολέμου, ο Μακάρενκο αρχίζει να αναρωτιέται και να διερευνά τους πιθανούς δρόμους του νέου, του σοβιετικού συστήματος διαπαιδαγώγησης και αποδέχεται την πρόταση της σοβιετικής εξουσίας να ασχοληθεί πιο εξειδικευμένα με το πρόβλημα των εγκαταλελειμμένων παιδιών.
Ηδη από τα πρώτα κιόλας χρόνια ο Μακάρενκο έρχεται σε σύγκρουση με τους εκπροσώπους της λεγόμενης «ελεύθερης διαπαιδαγώγησης» και αντιπαραθέτει τη σκέψη για τον ιδιαίτερο ρόλο που μπορεί να παίξει η παιδική κολεκτίβα και η συνειδητή εργασιακή δραστηριότητα στη διαμόρφωση κομμουνιστικής κοσμοθεωρητικής αντίληψης των νεαρών πολιτών του πρώτου σοσιαλιστικού κράτους. Σε αυτές του τις αντιλήψεις ιδιαίτερη είναι η επιρροή του έργου του Αλεξέι Μαξίμοβιτς Γκόρκι, του συγγραφέα που αντιτάχτηκε στο τσαρικό καθεστώς και πέρασε πολύ καιρό στις φυλακές και στην εξορία, ενώ από την ηλικία των 9 ετών είχε αναγκαστεί να φύγει από το σπίτι και ν' αναζητήσει μόνος την τύχη του. Ο Γκόρκι δοκιμάζοντας διάφορα επαγγέλματα, όπως βοηθός υποδηματοποιού, βοηθός αγιογράφου, λαντζέρης σε καράβι, αχθοφόρος στην Οδησσό, νυχτοφύλακας σε ψαράδικο, φούρναρης, καθαριστής καμινάδων, εργάτης στα χωράφια, ρακένδυτος, πεζός και πεινασμένος για πάνω από 5 χρόνια γύρισε διάφορες περιοχές της Ρωσίας, γνωρίζοντας τους ανθρώπους και τη δυστυχία τους. Βίωσε δηλαδή ο Γκόρκι την τύχη των εκατομμυρίων εγκαταλελειμμένων παιδιών, στα οποία αφιέρωσε τη ζωή του ως παιδαγωγός ο Μακάρενκο, που ονόμασε την πρώτη «αποικία» με τα παιδιά του δρόμου «Μαξίμ Γκόρκι». Οπως έγραψε ο ίδιος ο Γκόρκι σε γράμμα του στο Μακάρενκο, θα ήθελε τα παιδιά του Σταθμού να διαβάσουν το έργο του τα «Παιδικά χρόνια»: «Εκεί θα δουν πως κι εγώ είμαι ένας άνθρωπος ακριβώς όπως και αυτοί, μόνο που από τα νεανικά μου χρόνια έδειχνα ακλόνητη επιμονή στη μάθηση και δε με φόβισε ποτέ καμιά δουλειά. Πίστευα πραγματικά πως η μάθηση και η δουλειά θα τσακίσουν όλες τις δυσκολίες».
Και πραγματικά, η εργασία και η μάθηση ήταν αχώριστοι «συνοδοί» της ζωής των παιδιών του Σταθμού «Γκόρκι». Επίσης, όποιος διαβάσει το «Παιδαγωγικό Ποίημα», θα καταλάβει πως το σύστημα διαπαιδαγώγησης που εφαρμοζόταν πρόβαλλε διαρκώς νέες απαιτήσεις προς το κάθε παιδί του Σταθμού, που ταυτόχρονα συνοδευόταν με την αύξηση του σεβασμού προς το κάθε παιδί. Απαιτήσεις που γεννούσε και πρόβαλλε η ίδια η κολεκτίβα, η ομάδα των παιδιών στην οποία ήταν ενταγμένη το κάθε παιδί και που περιέβαλλε με σεβασμό και φροντίδα το κάθε μέλος της.
Να γιατί είναι ιδιαίτερης σημασίας η ίδια η οργάνωση της παιδικής κολεκτίβας, που στο Σταθμό «Γκόρκι» διαιρούνταν σε 28 ομάδες, από 7 έως 15 παιδιά η καθεμία, με επικεφαλής ένα παιδί «διοικητή». Ολοι οι διοικητές αποτελούσαν το συμβούλιο των διοικητών. Εκτός από αυτές τις μόνιμες ομάδες υπήρχαν και οι «μικτές» ομάδες, που είχαν προσωρινό χαρακτήρα, αποτελούνταν από παιδιά διαφορετικών ομάδων και είχαν ως στόχο τους να φέρουν σε πέρας κάποιο ιδιαίτερο καθήκον. Πυρήνας της όλης κολεκτίβας του Σταθμού ήταν βέβαια το «συμβούλιο των διοικητών».
Αξίζει εδώ να σημειώσουμε πως ορισμένοι κατηγορούν τον Μακάρενκο πως είχε μια ροπή προς τη «στρατιωτικοποίηση» της εκπαίδευσης, του παιδαγωγικού συστήματος, επειδή χρησιμοποίησε στοιχεία όπως «διοικητές», «διαταγές», σημαίες, ορχήστρες κ.ά. Ωστόσο, όσοι κάνουν αυτού του είδους την κριτική ξεχνούν σε ποια περίοδο γίνονταν όλα αυτά. Πρόκειται για μια περίοδο σχεδόν 10 χρόνων, κατά την οποία η χώρα βρισκόταν σε πόλεμο, σε αιματηρές συγκρούσεις, όπως ήταν ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, η ξένη ιμπεριαλιστική επέμβαση και ο εμφύλιος που ακολούθησε. Ξεχνούν πως σ’ ένα τέτοιο περιβάλλον τα παιδιά αντικειμενικά θα αναπαρήγαγαν με ένα φυσικό τρόπο αυτό που βίωναν ή είχαν ακούσει από τους γονείς και τον περίγυρό τους. Στην πραγματικότητα, όπως γράφει ο ίδιος ο Μακάρενκο, επρόκειτο «για ένα μικρό παιχνίδι, μια αισθητική πρόσθεση στην εργασιακή ζωή, μια ζωή που έτσι κι αλλιώς ήταν δύσκολη και αρκετά φτωχή». Οι κανόνες που διαμορφώνονταν στην κολεκτίβα του Σταθμού αφορούσαν τους πάντες, από το διευθυντή έως το παιδί που μόλις είχε ενταχθεί στην κολεκτίβα. Αυτό το «στρατιωτικοποιημένο» εξωτερικό «περίβλημα» της κολεκτίβας απηχούσε τη συγκεκριμένη εποχή και τα βιώματά της, έδινε τη δυνατότητα να καλλιεργηθούν μια σειρά προσωπικά γνωρίσματα των αυριανών σοβιετικών πολιτών, όπως η συμμετοχή στη ζωή της ομάδας, η λογοδοσία και η υπευθυνότητα. Αλήθεια όμως, πώς θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά, όταν πρόκειται για παιδιά που μεγάλωσαν μέσα στην παραβατικότητα; Η πειθαρχία, που επιβλήθηκε αρχικά από τον παιδαγωγό και στη συνέχεια με την αλύγιστη δύναμη όλης της κολεκτίβας, ήταν στοιχείο της διαπαιδαγώγησης.
Ταυτόχρονα τα παραπάνω στοιχεία δεν εμπόδιζαν την ανάπτυξη μιας πολύμορφης πολιτιστικής δραστηριότητας στην «αποικία» των παιδιών: το διάβασμα, το θέατρο και τον κινηματογράφο, τη ζωγραφική, τη μουσική και τον αθλητισμό, τις εκδρομές που ήταν επίσης στοιχεία της διαπαιδαγώγησης, δίπλα στη διδασκαλία των μαθημάτων.
Το μεγάλο «στοίχημα» για τον ίδιο το Μακάρενκο και τα παιδιά του Σταθμού του ήταν η πρόσκληση που του απηύθυναν να μεταφερθούν και να αναλάβουν το σταθμό του Κουριάζ, όπου υπήρχε μια αρκετά μεγαλύτερη ομάδα εγκαταλελειμμένων παιδιών, που έως τότε δεν μπορούσαν να ενταχθούν στην κοινωνική ζωή της σοβιετικής κοινωνίας. Παρά τις επιφυλάξεις ορισμένων παιδαγωγών, ο Μακάρενκο έθεσε σε συζήτηση στην παιδική κολεκτίβα την πρόταση να προσπαθήσουν να αλλάξουν την κατάσταση στο Κουριάζ, πρόταση που ομόφωνα στήριξαν τα 120 παιδιά του Σταθμού «Γκόρκι».
Ο Μακάρενκο ανέτρεψε την κατεύθυνση του τοπικού υπουργείου Παιδείας, που είχε επιλέξει τη μέθοδο της σταδιακής επίδρασης της οργανωμένης κολεκτίβας του «Γκόρκι» στα υπόλοιπα ανοργάνωτα παιδιά, παραβλέποντας ότι με αυτή τη μέθοδο μπορούσε να υπάρξει και η αντίστροφη εξέλιξη, δηλαδή η οπισθοδρόμηση στο οργανωμένο παιδικό «δυναμικό». Ο Μακάρενκο επέλεξε τη γραμμή της «ρήξης» με ό,τι είχε δεδομένο ως τότε η ομάδα των ανοργάνωτων παιδιών. Ετσι, σε σύντομο χρονικό διάστημα, η σχετικά μικρότερη αλλά καλά οργανωμένη κολεκτίβα του Γκόρκι κατάφερε να τραβήξει στο δικό της τρόπο ζωής μια αρκετά μεγαλύτερη ομάδα παιδιών.
Η επιτυχία του Μακάρενκο και της κολεκτίβας Γκόρκι στο Κουριάζ δεν επαρκούσε για τη δικαίωση της παιδαγωγικής του Μακάρενκο. Εκείνη την εποχή, στα 1928, στη Λαϊκή Επιτροπή Παιδείας της Σοβιετικής Ουκρανίας, το ανάλογο υπουργείο Παιδείας, βρίσκονταν αρκετοί οπαδοί της λεγόμενης «ελεύθερης», «αντιαυταρχικής αγωγής», που ζητούσαν τη λιγότερο δυνατή «επέμβαση» στη ζωή των παιδιών, ακόμη και οπαδοί του βιολογικού ή του κοινωνικού προκαθορισμού της πορείας του παιδιού, που έρχονταν σε σύγκρουση με το Μακάρενκο.
Αυτοί οι εκπρόσωποι του «παιδαγωγικού Ολύμπου», όπως τους αποκαλεί ο ίδιος ο Μακάρενκο, ήδη από το 1925 δηλώνουν τη διαφωνία τους με τις μεθόδους του. Ετσι π.χ. χαρακτηρίζουν την άμιλλα ανάμεσα στις διάφορες ομάδες της κολεκτίβας ως «καπιταλιστικό κατάλοιπο» του ανταγωνισμού. Την επιδίωξη του Μακάρενκο για ενίσχυση του κύρους του εκπαιδευτικού την χαρακτηρίζουν ως «βία πάνω στην ελευθερία των παιδιών». Τον κατηγορούν για «στρατιωτικοποίηση» και «διοικητική παιδαγωγική», κατηγορίες οι οποίες και σήμερα αναπαράγονται με στόχο να μειωθεί το παιδαγωγικό έργο του Μακάρενκο.
Ο Μακάρενκο στο «Παιδαγωγικό Ποίημα» περιγράφει με τον εξής σαρκαστικό τρόπο, τις ιδεαλιστικές και αντιδιαλεκτικές απόψεις που κυριαρχούσαν:
«Στους “ουρανούς”, το παιδάκι λογαριαζόταν σαν ένα πλάσμα φουσκωμένο με αέριο ειδικής σύνθεσης, που δεν είχαν προλάβει ακόμα να του δώσουν και ονομασία. Εδώ που τα λέμε, πρόκειται για την ίδια εκείνη ψυχή της παλιάς μόδας, που πάνω της πειραματίζονταν τον παλιό καιρό οι απόστολοι. Προϋπόθεταν πως το αέριο αυτό είχε την ικανότητα να αυτοαναπτύσσεται, μόνο που δεν έπρεπε να εμποδίζεις αυτήν την ανάπτυξη […]. Το κύριο δόγμα της διδασκαλίας αυτής υποστηρίζει ότι, στις συνθήκες ενός τέτοιου σεβασμού προς το παιδί και τη φύση του αερίου που είπαμε παραπάνω, θα ξεπηδήσει οπωσδήποτε η κομμουνιστική προσωπικότητα. Στην πραγματικότητα, όμως, στις συνθήκες της καθαρής φύσης, αναπτυσσόταν μονάχα αυτό που φυσιολογικά μπορούσε να αναπτυχθεί, δηλαδή ένα συνηθισμένο αγριόχορτο. Μα αυτό κανέναν δεν στενοχωρούσε. Γι’ αυτούς που ζούσαν στον ουρανό αξία είχαν οι αρχές και οι ιδέες. Οταν τους έλεγα πως, στην πράξη, στη ζωή δεν αντιστοιχούσε το αγριόχορτο αυτό με την κομμουνιστική προσωπικότητα, όπως την θέλαμε και τη σχεδιάζαμε, απαντούσαν πως τα λόγια μου δείχνουν άνθρωπο στενά πρακτικιστή…».
Και όταν ο Μακάρενκο «από τα ριζά του Ολύμπου», όπως γράφει, τολμούσε να εκθέσει τις δικές του θέσεις, τότε «οι θεοί άρχιζαν να μου πετάνε τούβλα…».
Σε αυτή τη διαπάλη ο Μακάρενκο δεν υποχώρησε κι έτσι η αναπόφευκτη σύγκρουση με τον «παιδαγωγικό Ολυμπο» οδήγησε το σοβιετικό παιδαγωγό στην παραίτηση από τη συγκεκριμένη υπηρεσία, όμως σε καμία περίπτωση σε παραίτηση από τη διαπαιδαγώγηση των παιδιών του δρόμου, υπόθεση στην οποία είχε αφοσιωθεί. Γρήγορα αποδέχτηκε πρόταση του υπουργείου Εσωτερικών να αναλάβει μια «κομμούνα» τέτοιων παιδιών, που έφερε το όνομα του μπολσεβίκου ηγέτη Φ. Τζερζίνσκι. Σε αντίθεση με την προηγούμενη «αποικία», η κομμούνα δεν στηριζόταν στην αγροτική οικονομία, αλλά σε μια βιομηχανική επιχείρηση, που το 1932 παρήγαγε φωτογραφικές μηχανές. Συγκέντρωνε 600 παιδιά, δυναμικό πενταπλάσιο σε σχέση με εκείνο του Σταθμού «Γκόρκι». Ωστόσο ο Μακάρενκο και σ’ αυτήν την περίπτωση στηρίχτηκε στις ίδιες παιδαγωγικές αρχές: συλλογικότητα μέσω της κολεκτίβας, εργασία, μάθηση, μαζί με όλο το πλήθος των πολύμορφων δραστηριοτήτων, που περιλαμβάνονταν στο 10χρονο πολυτεχνικό σχολείο, τη μεγαλύτερη κατάκτηση εκείνης της εποχής. Η δουλειά στη συγκεκριμένη κομμούνα περιγράφεται σε ένα επόμενο έργο του με τον τίτλο «Σημαίες στους Πύργους», που δεν έχει εκδοθεί στα ελληνικά.
Στο πρώτο έργο του, στο «Παιδαγωγικό Ποίημα», ο αναγνώστης βρίσκει τα βασικά γεγονότα που χάραξαν την πορεία του Μακάρενκο. Βεβαίως τα δρώμενα, τα πρόσωπα, οι ήρωες του μυθιστορήματος «πατάνε» πάνω σε πραγματικά γεγονότα, αλλά δεν ταυτίζονται απόλυτα με αυτά. Υπάρχει η αναγκαία γενίκευση της δεκάχρονης εμπειρίας, καθώς και η λογοτεχνική απόδοσή της.
Γράφει ο ίδιος ο Μακάρενκο σε άρθρο του με τίτλο «Σκοπός της διαπαιδαγώγησης»: «Η διαπαιδαγώγηση μιας ξεχωριστής προσωπικότητας θα πρέπει να μας κάνει να σκεφτούμε τη διαπαιδαγώγηση όλης της κολεκτίβας. Και το ανάποδο, κάθε επαφή μας με την κολεκτίβα οπωσδήποτε θα αφορά και τη διαπαιδαγώγηση κάθε προσωπικότητας, που ανήκει στην κολεκτίβα».