Ο Λένιν έβλεπε πολύ πρωτοποριακά τους όρους για την ουσιαστική απελευθέρωση της γυναίκας: «Η πραγματική απελευθέρωση της γυναίκας, ο πραγματικός κομμουνισμός θ’ αρχίσει μόνο εκεί και τότε όπου και όταν αρχίσει η μαζική πάλη (καθοδηγούμενη από το προλεταριάτο που κατέχει την κρατική εξουσία) ενάντια σε αυτό το μικρό σπιτικό νοικοκυριό ή πιο σωστά όταν αρχίσει η μαζική ανασυγκρότησή του σε μεγάλο σοσιαλιστικό νοικοκυριό»[9].
Μετά από 90 χρόνια, και η καπιταλιστική εξέλιξη έδωσε τη δυνατότητα να περιοριστούν ορισμένες από τις βαριές και άχαρες δουλειές του ατομικού νοικοκυριού, όχι με τη φροντίδα του κράτους, αλλά μέσω της καπιταλιστικής αγοράς. Ετσι και στην Ελλάδα η μεταπολεμική καπιταλιστική ανάπτυξή της και οι προσαρμογές που επέφερε, καθώς και η σύνδεσή της με την ΕΟΚ, συνοδεύτηκαν από εκσυγχρονιστικές αλλαγές στη ζωή της γυναίκας. Περιορίστηκε ο αναλφαβητισμός για τις γυναίκες, ανέβηκε το ποσοστό του γυναικείου πληθυσμού που έφθανε και στην ανώτατη βαθμίδα της εκπαίδευσης (ΑΕΙ), ανέβηκε το ποσοστό των εργαζομένων (κυρίως μισθωτών) στο σύνολο του ικανού προς εργασία γυναικείου πληθυσμού. Συγχρόνως το ελληνικό σπίτι εξοπλίστηκε με ηλεκτρικές συσκευές και μηχανήματα. Αυτά τα στοιχεία επέδρασαν θετικά στην κοινωνικοποίηση της γυναίκας, ταυτόχρονα όμως τροφοδότησαν και αυταπάτες ότι η χειραφέτηση και η ισοτιμία της γυναίκας θα μπορούσε να κατακτηθεί στα πλαίσια του καπιταλισμού.
Πάρα τις όποιες αλλαγές στο νομικό πλαίσιο, οι αντιδραστικές απόψεις για τη θέση της γυναίκας στην κοινωνία παραμένουν σε μεγάλο βαθμό και αναπαράγονται από τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες, ενώ στις φάσεις των κρίσεων ή των κάμψεων του λαϊκού κινήματος αναβιώνουν αναχρονιστικές αντιλήψεις.
Η μεγαλύτερη ένταξη των γυναικών στην κοινωνική εργασία δε συνοδεύτηκε με ουσιαστική κρατική πολιτική στήριξη της μητρότητας. Δεν υπάρχουν επαρκείς δωρεάν δημόσιες υποδομές στήριξης της οικογένειας, σήμερα μάλιστα επιδεινώνεται η κατάσταση.
Στην Ελλάδα καθυστερεί η εφαρμογή διεθνών νομοθετικών ρυθμίσεων υπέρ των γυναικών.
Η διεθνής σύμβαση «για την ίση αμοιβή αντρών και γυναικών στα κατώτερα όρια των μισθών και των ημερομισθίων»[10] επικυρώθηκε στην Ελλάδα το 1975[11]. Μόλις το 1981 όμως με Προεδρικό Διάταγμα διακηρύχθηκε η «ίση αμοιβή αντρών-γυναικών» σε όλη την κλίμακα των αμοιβών για ίδια εργασία.
Αλλά και αυτή η τυπική ισότητα δεν έφερε ουσιαστική ισοτιμία, αφού οι κλάδοι με τη μεγαλύτερη συγκέντρωση γυναικών έχουν τους χαμηλότερους μισθούς και ημερομίσθια, ενώ το φύλο (και ό,τι συνεπάγεται ως δεσμεύσεις λόγω μητρότητας) γίνεται αποτρεπτικός παράγοντας στην πρόσληψη και στην εξέλιξη της γυναίκας στην εργασία, πέρα από τα τυπικά προσόντα και τις ουσιαστικές δυνατότητές της.
Είναι αναγκαίο να σημειώσουμε ότι στις σημερινές συνθήκες που ο καπιταλισμός υποχρεώθηκε να αναγνωρίσει τα τυπικά δικαιώματα για τις γυναίκες, να τους δώσει τη δυνατότητα να αποκτήσουν υψηλότερο μορφωτικό επίπεδο από πριν, εκεί ακριβώς αναδεικνύεται η ταξική φύση της γυναικείας ανισοτιμίας και η φυλετική της διάσταση που διαπλέκεται στενά με την ταξική. Η καθημερινή ζωή της γυναίκας καθορίζεται κυρίως από το σε ποια τάξη ή κοινωνικό στρώμα ανήκει. Η φυλετική προκατάληψη μπορεί να είναι γενική, όμως διαφορετική είναι η ζωή της γυναίκας της αστικής τάξης και διαφορετική είναι της εργάτριας ή γενικότερα της μισθωτής εργαζόμενης και της αγρότισσας. Αντίθετα γίνεται προσπάθεια να αναδειχτεί η γυναίκα της αστικής τάξης σε υπεύθυνες θέσεις και να ταυτιστεί με το σύγχρονο τύπο γυναίκας. Διαμορφώνεται μια αστική γυναικεία δύναμη, μέσω της οποίας περνάει η γενικότερη αντιλαϊκή πολιτική.
Σήμερα, με την εφαρμογή της στρατηγικής των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων, όλο και περισσότερο γίνεται η μισθωτή εργαζόμενη γυναίκα φορέας άντλησης πρόσθετης υπεραξίας για το κεφάλαιο. Αυτό ακριβώς το γεγονός επιδεινώνει σημαντικά τη θέση της γυναίκας της εργατικής - λαϊκής οικογένειας και στην κοινωνία.
Ο βαθμός εκμετάλλευσής της αυξάνεται όπως και ολόκληρης τηςεργατικής τάξης και κατακτήσεις που είχε μέσα από σκληρούς αγώνες του εργατικού και γυναικείου κινήματος σε συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες καταργούνται ή περιορίζονται σοβαρά.
Η γυναικεία εργατική δύναμη καθηλώνεται στη θέση της εργατικής δύναμης με μερική - ευέλικτη απασχόληση, ενώ αξιοποιείται ο ιστορικά διαμορφωμένος ρόλος της γυναίκας κυρίως στην οικογενειακή φροντίδα. Η πολιτική που προωθείται από την ΕΕ και τις κυβερνήσεις στη χώρα μας, η λεγόμενη πολιτική «συμφιλίωσης οικογενειακών και επαγγελματικών υποχρεώσεων», πρώτα εφαρμόζεται και στη συνέχεια νομοθετείται. Είναι στρατηγικής σημασίας για το κεφάλαιο η επιλογή να δοκιμάζονται και να προωθούνται τα πλέον αντεργατικά μέτρα αρχικά στα πιο ευάλωτα τμήματα της εργατικής τάξης. Στην πράξη έχει επιβεβαιωθεί ότι τα μεγαλύτερα θύματα της εφαρμογής των αντιδραστικών νόμων στις εργασιακές σχέσεις και στην κοινωνική ασφάλιση είναι η γυναίκα και η νεολαία. Δουλεύουν συνήθως σε προσωρινές, μερικής απασχόλησης δουλειές. Σύμφωνα και με τους σχεδιασμούς της ΕΕ ένα μεγάλο μέρος των γυναικών προορίζεται να δουλεύει σε τομείς της λεγόμενης κοινωνικής οικονομίας, δηλαδή σε μια υποβαθμισμένη και πολύ πιο κακοπληρωμένη δουλειά μέσα ή κοντά στο σπίτι.
Μπορεί σήμερα να έχει καταργηθεί το προικοσύμφωνο, αλλά οι νέες εργαζόμενες υποχρεώνονται συχνά να υπογράφουν δηλώσεις υποταγής στα Σύμφωνα του κεφαλαίου, με τις επαίσχυντες Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας των 77 λεπτών αύξησης την ημέρα για παράδειγμα ή τις ατομικές συμβάσεις εργασίας της μιας ημέρας ή της μιας ώρας. Είναι αυτές που υποχρεώνονται πολλές φορές να υπογράφουν δηλώσεις ότι δε θα τεκνοποιήσουν, με αντάλλαγμα την πρόσληψή τους σε κάποια επισφαλή και προσωρινή θέση εργασίας.
Οι ανεπαρκείς νόμοι που έχουν ψηφιστεί για την προστασία της υγείας και την ασφάλεια των εργαζόμενων γυναικών στους χώρους δουλειάς, ακόμα και αυτοί δεν εφαρμόζονται. Για παράδειγμα, είναι κατοχυρωμένη νομικά από το 1997 με το Προεδρικό Διάταγμα 176 η προστασία της υγείας και της ασφάλειας της εγκύου, της λεχώνας και της γαλουχούσας εργαζόμενης. Η ίδια η πείρα όμως των εργαζόμενων γυναικών δείχνει ότι πολλαπλασιάζονται τα φαινόμενα αυθαίρετων απολύσεων εγκύων, άρνησης πρόσληψης γυναικών που δεν υπογράφουν «παραίτηση» από το δικαίωμα της μητρότητας. Εντείνεται η πίεση που αντιμετωπίζουν οι γυναίκες που κυοφορούν, είτε για να παραιτηθούν από τη δουλειά τους είτε λόγω των ακατάλληλων για την κατάστασή τους ειδικών συνθηκών εργασίας. Η εργοδοτική ασυδοσία που στηρίζεται στην ανοχή των αστικών κυβερνήσεων δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί μεμονωμένα από κάθε εργαζόμενη - εργαζόμενο.
Οι κυβερνήσεις, τόσο του ΠΑΣΟΚ όσο και της ΝΔ, υλοποιώντας αποφάσεις της ΕΕ, φέρνουν νομοσχέδια με το πρόσχημα της «ισότητας των δύο φύλων», που στην πραγματικότητα καταργούν θετικές ρυθμίσεις για τις γυναίκες που σχετίζονται με τη θέση της στην αναπαραγωγή του είδους. Τέτοιο παράδειγμα είναι ο νόμος για την «εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης αντρών και γυναικών όσον αφορά στην πρόσβαση στην απασχόληση, στην επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση, τους όρους και τις συνθήκες εργασίας» [12].
Στην πρώτη ανάγνωσή του αφήνεται να εννοηθεί ότι υπάρχει η βούληση «εξάλειψης» των διακρίσεων με το συγχρονισμό των αντίστοιχων κοινοτικών οδηγιών.
Μπαίνοντας βαθύτερα στην ερμηνεία των λέξεων αποκαλύπτονται οι αντιδραστικές προθέσεις, οι υποστηρικτικές αναφορές για να συγκαλυφθεί ότι το κίνητρο των αλλαγών είναι η αύξηση των καπιταλιστικών κερδών.
Ο νόμος αυτός αναδεικνύει -ως βασική διάκριση σε βάρος των γυναικών- κυρίως το ζήτημα της σεξουαλικής παρενόχλησης, το οποίο κανείς δεν αμφισβητεί ως υπαρκτό και σοβαρό πρόβλημα με πολλές πλευρές και προεκτάσεις. Ομως δεν είναι ούτε το μοναδικό ούτε το πιο κύριο. Αλλά και ηέλλειψη προστασίας της μητρότητας δεν αποτελεί παρεμπόδιση του δικαιώματος στη μητρότητα, συνεπώς διάκριση λόγω φύλου; Η μητρότητα καισυνολικά η ηλικιακή περίοδος κατά την οποία μπορεί να συντελεστεί η αναπαραγωγική διαδικασία είναι η αντικειμενική βάση των βιολογικών διαφορών των δύο φύλων που επιβάλλουν διαφορετική κοινωνική στήριξη της γυναίκας. Ούτε η ΝΔ ως κυβέρνηση σήμερα, ούτε πολύ περισσότερο το ΠΑΣΟΚ που επί σειρά ετών ήταν στη διακυβέρνηση, είχαν πολιτική προστασίας της μητρότητας. Αυτό που είχαν νομοθετήσει ήταν κάποιες άδειες και αποσπασμένες παροχές για τη μητέρα και την οικογένεια, που σε μεγάλο βαθμό σήμερα έχουν συρρικνωθεί. Ποιος εργοδότης υπέστη κυρώσεις επειδή δεν προσέλαβε γυναίκα στη επιχείρησή του ή απέλυσε έγκυο; Εύκολα βρίσκουν τρόπους και επιχειρήματα για να ξεφύγουν από τις ποινικές κυρώσεις, γιατί ακριβώς οι κυβερνήσεις, η νομοθεσία, τα δικαστήρια υπάρχουν για να εξασφαλίζουν τη δυνατότητα εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης από τους καπιταλιστές. Η υπερεκμετάλλευση της γυναίκας, η καταπίεσή της και η σεξουαλική της παρενόχληση είναι συστατικά στοιχεία μιας πολιτικής που όλα τα οργανώνει και τα διευθετεί με βάση το κέρδος.
Ο καπιταλισμός δημιουργεί πλήθος συνθηκών εκμετάλλευσης και καταπίεσης, οι λεγόμενες όμως ρυθμίσεις υπέρ των γυναικών είναι στη λογική της εξίσωσης δικαιωμάτων όλων των εργαζόμενων προς τα κάτω. Είναι ρυθμίσεις υπέρ της εργοδοσίας, π.χ. η κατάργηση της 5ετούς διαφοράς στη συνταξιοδότηση γυναικών - αντρών.
Ακόμη εισάγεται η λογική των θετικών ρυθμίσεων, λόγω ηλικίας για τους νέους, τους ηλικιωμένους, τους εργαζόμενους που συντηρούν άλλα πρόσωπα. Αφού πρώτα αφαιρεί την ίση μεταχείριση αυτών των ηλικιών εργαζομένων, στη συνέχεια θεσμοθετεί «θετικές ρυθμίσεις», δηλαδή την πολιτική των προγραμμάτων διαχείρισης της φτώχειας, της παροχής φτηνού εργατικού δυναμικού αυτών των ηλικιών.
Οσο για τους διάφορους θεσμούς που έχουν καθιερώσει ή προτείνουν τη διεύρυνσή τους, τόσο η ΝΔ όσο και το ΠΑΣΟΚ, π.χ. σώμα επιθεώρησης εργασίας, συνηγόρους του πολίτη, Επιτροπή ίσης μεταχείρισης στο Υπ. Δικαιοσύνης κλπ., δεν είναι τίποτα άλλο παρά όργανα στη λογική της «κοινωνικής συναίνεσης», του συμβιβασμού, της άμβλυνσης της ταξικής πάλης.
ΠΕΡΙ ΠΟΡΝΕΙΑΣ ΚΑΙ ΕΝΔΟ-ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗΣ ΒΙΑΣ
Ενα άλλο θέμα είναι η πορνεία και η ρύθμισή της με το νόμο για την «καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων, των εγκλημάτων κατά της γενετήσιας ελευθερίας, της πορνογραφίας κατ’ ανηλίκων και γενικότερα της οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής και αρωγή στα θύματα των πράξεων αυτών»[13].Ο διαχωρισμός της νόμιμης και της εξαναγκαστικής πορνείας (trafficking) είναι υποκριτικός. Πίσω από την καταναγκαστική πορνεία υπάρχουν τεράστια κέρδη της παραοικονομίας, τα οποία μένουν ανεξέλεγκτα. Επιδιώκουν λοιπόν και τον έλεγχο και την αύξηση των κρατικών εσόδων. Αρκεί να σημειώσουμε ότι από το 1999 υπάρχει ο νόμος 2734/99 που κατοχυρώνει την πορνεία ως επάγγελμα, με το πρόσχημα της προστασίας της υγείας των πολιτών.
Λίγο πριν από τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004 έγιναν προτάσεις τροπολογιών για να «βελτιωθεί» ο νόμος του 1999, ώστε να διευκολυνθούν οι επισκέπτες των Ολυμπιακών Αγώνων!
Μέσω της ΚΕΔΚΕ, τόσο το ΠΑΣΟΚ όσο και η ΝΔ και ο ΣΥΝ στήριξαν την αναγκαιότητα τροποποίησης του νόμου και τη δυνατότητα των δημοτικών συμβουλίων να αδειοδοτούν τους οίκους ανοχής της περιοχής τους. Με την παρέμβαση του αγωνιστικού γυναικείου κινήματος, των οργανώσεων της ΟΓΕ, δεν προχώρησε η σχετική διαδικασία.
Η πορνεία είναι ακραία φυλετική διάκριση των ταξικών εκμεταλλευτικών κοινωνιών. Βεβαίως σήμερα έχει αναπτυχθεί και η ανδρική πορνεία και η παιδική. Η ρίζα του προβλήματος αυτού βρίσκεται εκεί ακριβώς που βρίσκεται και η ουσία του εκμεταλλευτικού κοινωνικού συστήματος, στην εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Συνεπώς δεν πρόκειται να εξαλειφθεί παρά μόνον στην κομμουνιστική κοινωνία.
Για τον τελευταίο νόμο (Ν. 3500/2006) που αφορά «στην αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας» έχουμε τον εξής σχολιασμό:
Για πρώτη φορά στην Ελλάδα η άσκηση οικογενειακής βίας αντιμετωπίζεται ως ιδιαίτερο ποινικό αδίκημα, τιμωρείται με μεγάλες ποινές και συνιστά «μαχητό τεκμήριο κλονισμού του γάμου».
Αυτό αποτελεί θετική εξέλιξη. Ομως ο νόμος δε θίγει την ουσία του προβλήματος, δηλαδή τις αιτίες που καθιστούν τις γυναίκες κύρια, αλλά και τα παιδιά, θύματα της βίαιης ανδρικής συμπεριφοράς μέσα στην οικογένεια. Το θέμα της ενδοοικογενειακής βίας αντιμετωπίζεται μόνον από νομική πλευρά και έχει τιμωρητικό χαρακτήρα και όχι χαρακτήρα πρόληψης του φαινομένου και κοινωνικής στήριξης από την εμφάνισή του.
Επίσης οι διατάξεις περί ποινικής διαμεσολάβησης, τα κενά και οι ελλείψεις που υπάρχουν, ανοίγουν διάπλατα το δρόμο στην ουσιαστική αθώωση του δράστη. Αλλά και το γεγονός ότι εκτός από το κράτος την αρωγή των θυμάτων την αναλαμβάνουν μέσω μη κυβερνητικών οργανώσεων και ιδιώτες, οι οποίοι αποκτούν άλλον ένα τομέα επιχειρηματικής δράσης, καθιστά το σχετικό νόμο αντιλαϊκό.
ΗΘΕΣΜΟΘΕΤΗΣΗ ΠΟΣΟΣΤΩΣΗΣ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝΣΤΑ ΚΕΝΤΡΑ ΛΗΨΗΣ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ (ΚΛΑ)
Στις σημερινές συνθήκες, δυνάμεις από το αστικό πολιτικό ρεύμα αλλά και από το οπορτουνιστικό απομονώνουν τους νομοθετικούς εκσυγχρονισμούς για την ισονομία των δύο φύλων από τις νέες ανισότητες που σχετίζονται με την ταξική εκμετάλλευση. Ετσι μιλούν ακόμη και για περίοδο του «μεταφεμινισμού», δηλαδή ότι τώρα η ισότητα δικαιωμάτων έχει ή τείνει να έχει καθιερωθεί, γι’ αυτό έχει ξεπεραστεί η ανάγκη για διεκδίκηση ιδιαίτερων αιτημάτων για τη γυναίκα. Αμφισβητείται η αναγκαιότητα ύπαρξης γυναικείων οργανώσεων, επιτροπών γυναικών στα συνδικάτα και προβάλλονται ως «σύγχρονες» μορφές γυναικείας πάλης, κυρίως η συμμετοχή στους αστικούς θεσμούς. Ετσι κέρδισε έδαφος η θεσμοθετημένη ποσοστιαία συμμετοχή γυναικών στα ΚΛΑ.
Αυτή η θεσμοθέτηση έγινε με το Ν. 2839/2000που κατοχυρώνει την υποχρεωτική ανάδειξη κατά το 1/3 από κάθε φύλο στα υπηρεσιακά συμβούλια των δημοσίων υπηρεσιών ΝΠΔΔ, ΟΤΑ και στα ΔΣ των ΝΠΔΔ. Στη συνέχεια, ο Ν. 2910/2001 υποχρεώνει στη συμμετοχή τουλάχιστον κατά το 1/3 τη συμμετοχή κάθε φύλου στα ψηφοδέλτια των υποψηφίων συμβούλων στις δημοτικές και νομαρχιακές εκλογές.
Θεωρούμε ότι η κατεύθυνση της ποσόστωσης είναι ανεπαρκής και κυρίως ωφελεί γυναίκες της αστικής τάξης. Για τις υπόλοιπες, τη μεγάλη πλειοψηφία των γυναικών που στερείται οικονομικών προϋποθέσεων, αποτελεί ένα μέτρο σε θετική κατεύθυνση, αλλά χωρίς πρακτική αξία.
Η πολιτική που εφαρμόζεται δεν καθορίζεται από το φύλο, αλλά την τάξη που είναι στην εξουσία. Τα συμφέροντα της τάξης τους υπερασπίζονται και οι γυναίκες, όπως και οι άντρες. Δεν υπήρξε ποτέ γυναίκα βουλευτής των αστικών κομμάτων να καταψηφίσει αντεργατικές ρυθμίσεις που ήρθαν στη Βουλή και είχαν ως αποτέλεσμα π.χ. να ανέβουν τα όρια συνταξιοδότησης των γυναικών, να καταργηθεί η 5ετής διαφορά στη συνταξιοδότηση των γυναικών ή να καθιερωθεί στην ουσία η ελαστική και μερική απασχόληση, ως κύρια μορφή εργασίας για τις γυναίκες.
Το ΚΚΕ δραστηριοποιείται για να αυξηθεί η συμμετοχή των γυναικών πρώτα στα εργατικά σωματεία, στις επιτροπές αγώνα, στις απεργιακές επιτροπές, στο γυναικείο κίνημα, στους μαζικούς φορείς, γενικά στο λαϊκό κίνημα, εκεί που αναπτύσσονται αγώνες και βοηθούν τις γυναίκες να συνειδητοποιήσουν τα συμφέροντά τους (ταξικά και φυλετικά). Να κατανοήσουν ότι υπάρχει πλούτος που έχει συσσωρευτεί από τον ιδρώτα και των δύο φύλων και τον ιδιοποιούνται οι κάτοχοι των μέσων παραγωγής και από τα δύο φύλα. Τους κοινωνικούς και πολιτικούς όρους για να γίνει αυτός ο πλούτος κοινωνική ιδιοκτησία για να ζήσουν καλύτερα και τα δύο φύλα, πρέπει να τους διαμορφώσουν με τον αγώνα τους στο πεδίο της ταξικής πάλης.
Σε αυτό τον αγώνα η γυναίκα θα τολμήσει και θ’ αναδειχτεί στις θέσεις ανώτερης ευθύνης, όχι για να διακηρύσσει και να προωθεί την κεφαλαιοκρατική πολιτική, αλλά για να εμπνεύσει, να προσελκύσει μαζικά τις γυναίκες στους αγώνες, να μπολιάσει το πλαίσιο πάλης τους με αιτήματα που αφορούν τις ιδιαίτερες ανάγκες της γυναίκας, να συμβάλει στην πολιτική πάλη για τη λαϊκή εξουσία.