ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΕΣ ΑΛΛΑΓΕΣ ΣΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ. Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΟΥΣ ΣΤΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ


της Αιμιλίας Αγκαβανάκη

Οι Μαρξ και Ενγκελς είναι οι πρώτοι που απάντησαν ολοκληρωμένα για το ποιες είναι οι βαθύτερες αιτίες και ρίζες της γυναικείας ανισοτιμίας, φώτισαν ολόπλευρα το δρόμο που πρέπει να διανυθεί μέχρι τη χειραφέτηση και απελευθέρωση της γυναίκας.

Η θεμελιακή θέση τους είναι ότι ο τρόπος παραγωγής καθορίζει την κοινωνική, πολιτική και πνευματική πορεία της ζωής των ανθρώπων, επόμενα και της γυναίκας.

Ο Λένιν επεξεργάστηκε παραπέρα το δρόμο πάλης για τη χειραφέτηση της γυναίκας, ως συστατικό στοιχείο του αγώνα για την ανατροπή του καπιταλισμού, αλλά και της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Σημείωσε ότι η κοινωνική χειραφέτηση της γυναίκας περνάει μέσα από την κοινωνική απελευθέρωση της εργατικής τάξης από το κεφάλαιο.

Βεβαίως την άλλη ημέρα της επανάστασης η γυναίκα δε θα είναι ισότιμη, όμως η εγκαθίδρυση της επαναστατικής εξουσίας της εργατικής τάξης βάζει τα θεμέλια της πραγματικής απελευθέρωσης της γυναίκας. Δίνει ίδιες δυνατότητες στη γυναίκα όπως και στον άνδρα, καταργώντας τη λειτουργία της εργατικής δύναμης ως εμπόρευμα και διαμορφώνοντας κοινωνικές συνθήκες, ώστε η μητρότητα να είναι στην πράξη κοινωνική και όχι ατομική-οικογενειακή υπόθεση.

Ο Λένιν δίνει μια συνοπτική αποτίμηση των μέτρων που πήρε η επαναστατική εργατική εξουσία, στο άρθρο του «Η μεγάλη πρωτοβουλία»: «Πάρτε τη θέση της γυναίκας. Κανένα δημοκρατικό κόμμα στον κόσμο σε καμιά από τις προχωρημένες αστικές δημοκρατίες δεν έκανε από αυτή την άποψη μέσα σε ολόκληρες δεκαετίες ούτε το ένα εκατοστό από όσα κάναμε εμείς στον πρώτο κιόλας χρόνο της εξουσίας μας. Δεν αφήσαμε, με την πραγματική σημασία της λέξης, πέτρα πάνω στην πέτρα από τους αισχρούς εκείνους νόμους για την ανισοτιμία της γυναίκας, για τους περιορισμούς στα διαζύγια, για τις απαίσιες διατυπώσεις που περιβάλλανε το διαζύγιο, για τη μη αναγνώριση των εξώγαμων παιδιών, για την αναζήτηση των πατεράδων τους κλπ. νόμους που τα υπολείμματά τους είναι πάρα πολλά σε όλες τις πολιτισμένες χώρες, προς αίσχος της αστικής τάξης του καπιταλισμού. Εχουμε χιλιάδες φορές το δικαίωμα να είμαστε περήφανοι για όσα κάναμε σ’ αυτόν τον τομέα.

Οσο πιο παστρικά όμως καθαρίζουμε το έδαφος από τη σαβούρα των παλιών αστικών νόμων και θεσμών τόσο πιο ξεκάθαρο γίνεται για μας ότι πρόκειται μονάχα για το καθάρισμα του εδάφους πριν από την ανοικοδόμηση, όχι όμως ακόμη και για την ίδια την ανοικοδόμηση»[1].

Παρά την πολύ μεγάλη καθυστέρηση που κληρονόμησε η ΕΣΣΔ από την τσαρική Ρωσία και ως προς τη θέση της γυναίκας στην κοινωνία, έφερε πολύ γρήγορα αλλαγές σε όλους τους τομείς, όπως στην εργασία, στη μόρφωση, στα εκλογικά δικαιώματα, στις κατακτήσεις που οπωσδήποτε επέδρασαν και σε κατακτήσεις που αφορούσαν τα δικαιώματα των γυναικών στις καπιταλιστικές κοινωνίες.

Η ανάγκη να βγει η γυναίκα στην παραγωγή καθόρισε το λεγόμενο Κράτος Πρόνοιας. Στο εύρος του οπωσδήποτε επιδρούσαν και οι κατακτήσεις στην ΕΣΣΔ υπέρ της γυναίκας.

Το εργατικό κίνημα εμπλουτίστηκε με αιτήματα που αφορούσαν την ισοτιμία της γυναίκας, αλλά και αντίστροφα διευρύνθηκαν τα αιτήματα και οι στόχοι πάλης γυναικείων οργανώσεων με αιτήματα που αφορούσαν τη γυναίκα της εργατικής τάξης, τη φτωχή αγρότισσα.

Βέβαια η παροχή αστικών δικαιωμάτων στις γυναίκες, όπως και γενικότερα, καθορίστηκε από την ιστορική φάση της καπιταλιστικής ανάπτυξης και τις ανάγκες της αναπαραγωγής του κεφαλαίου. Ετσι αυτά, ακόμα και στην καλύτερη περίπτωση, ήταν και περιορισμένα και δεν αναιρούσαν την ταξικότητα του γυναικείου προβλήματος. Το κεφάλαιο ποτέ δεν παραιτείται από την επιδίωξη να εκμεταλλεύεται κάθε κοινωνική διαφορά και ανισότητα ως πηγή πρόσθετου κέρδους, γι’ αυτό και έχει τη δυνατότητα ν' αναπαράγει τη γυναικεία ανισοτιμία στις νέες συνθήκες της καπιταλιστικής εξέλιξης. Ανάλογα και με το συσχετισμό δυνάμεων, με το επίπεδο της ταξικής πάλης, είναι σε θέση να αντιδραστικοποιεί κάθε προοδευτική κατάκτηση σε σχέση με τη θέση της γυναίκας.

Αυτή την τάση ιδιαίτερα την είδαμε να αποκαλύπτεται στις δυο τελευταίες δεκαετίες, με την κατάργηση μέτρων προστασίας της γυναίκας (π.χ. στη νυκτερινή εργασία στη βιομηχανία, στο όριο συνταξιοδότησης κλπ.).

Γι’ αυτό είναι καθοριστικό ζήτημα κάθε μικρή ή μεγαλύτερη κατάκτηση να γίνεται σημείο στήριξης για την άνοδο των αγώνων, για τη βελτίωση της θέσης της γυναίκας και αφορμή για βάθεμα της ταξικής της συνείδησης.

ΓΙΑ ΤΗ ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ ΨΗΦΟ ΚΑΙ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ

Ηδη από το 19ο αιώνα, υπέρτατο πολιτικό δικαίωμα θα θεωρηθεί το δικαίωμα της ψήφου (εκλέγειν και εκλέγεσθαι), καθώς τα αστικά κράτη αρχίζουν να διακηρύσσουν συνταγματικά την ιδέα της «λαϊκής κυριαρχίας», η οποία βεβαίως δε βρήκε πραγματική κατοχύρωση στις συνθήκες της ταξικής κοινωνίας. Θα χρειαστούν όμως να περάσουν πολλά χρόνια για να κατοχυρωθεί η καθολική ψηφοφορία, αφού η αρχική θεσμοθέτησή της στηρίχτηκε στην προϋπόθεση «της ιδιοκτησίας, της εγγραμματοσύνης και της εν γένει οικονομικής και κοινωνικής ένταξης των πολιτών στην αγορά»[2]. Την ίδια περίοδο οι γυναίκες στερούνται κάθε νομικού και πολιτικού δικαιώματος.

Στα μέσα του 19ου αιώνα, πρώτα στην Αμερική και ύστερα στην Ευρώπη, κάνει την εμφάνισή του το κίνημα του φεμινισμού από γυναίκες της κυρίαρχης αστικής τάξης, διεκδικώντας δυο βασικά αιτήματα: το δικαίωμα της ψήφου και το δικαίωμα στη μόρφωση. Και τα δυο είναι απότοκα του αστικού δικαίου που παρέμεινε για αιώνες πατριαρχικό με συνέπειες σε όλες τις γυναίκες, ακόμη και στις αστές. Βέβαια οι επιπτώσεις στις γυναίκες της αστικής τάξης ήταν μικρότερες, αφού η δύναμη της τάξης τους, ως ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής, τους έδινε τη δυνατότητα να ζουν καλύτερα από τις υπόλοιπες γυναίκες, να βρίσκονται σε καλύτερη κοινωνική θέση από τους άνδρες της εκμεταλλευόμενης τάξης.

Ο αγώνας των γυναικών τότε μέσα από το φεμινιστικό κίνημα ήταν και σημαντικός και μεγάλος. Σε πολλές χώρες της Ευρώπης ιδρύθηκαν γυναικείοι σύλλογοι και ενώσεις, εκδόθηκαν γυναικείες εφημερίδες και περιοδικά. Στην ανάπτυξη του φεμινιστικού κινήματος εμφανίστηκαν δυο παράλληλα ρεύματα: το ένα με άξονα τη διεκδίκηση της ψήφου και το άλλο με άξονα την οικογενειακή νομοθεσία και τα δικαιώματα στην εκπαίδευση και τη μισθωτή εργασία.

Στη συνέχεια ο φεμινισμός ισχυροποιήθηκε στην Αγγλία (με τις λεγόμενες σουφραζέτες), στη Δανία, στη Νορβηγία, στη Γερμανία και αλλού, με αποτέλεσμα να κερδηθεί το δικαίωμα της ψήφου για ένα τμήμα των γυναικών.

Στη χώρα μας εμφανίζεται η πρώτη γυναικεία οργάνωση το 1854 με την Καλλιρόη Παρέν, αστή μορφωμένη, που ίδρυσε την Ενωση Ελληνίδων και έκδωσε την «Εφημερίδα των κυριών». Κατέθεσε υπόμνημα στον Πρωθυπουργό Χαρίλαο Τρικούπη με αίτημα να δοθεί το «δικαίωμα ψήφου» στις γυναίκες.

Οι γυναικείες οργανώσεις που ιδρύονται στη συνέχεια και μέχρι το 1918, συνεχίζουν τη δράση τους, χάνουν όμως το αρχικό προοδευτικό τους χαρακτήρα, αφού αντικειμενικά ακολουθούν την ιστορική διαδρομή της τάξης τους και δεν μπορούν να εκφράσουν τις ανάγκες των γυναικών της εργατικής τάξης, των γυναικών της φτωχής αγροτιάς, που αποτελούν και την πλειοψηφία του γυναικείου πληθυσμού. Περιορίζονται στο αίτημα της ψήφου και στη φιλανθρωπική δραστηριότητα.

Η χρονιά - σταθμός που άλλαξε όλα τα δεδομένα είναι το 1917 με τη νίκη της Οκτωβριανής Σοσιαλιστικής Επανάστασης στην Τσαρική Ρωσία. Η επαναστατική κυβέρνηση των μπολσεβίκων παραχώρησε πλήρη πολιτικά δικαιώματα στις γυναίκες, ίδια και ίσα με των αντρών. Απέδειξε ότι η κοινωνική ισοτιμία της γυναίκας συναρτάται άμεσα από την ταξική πάλη για το σοσιαλισμό.

Ενα χρόνο μετά στην Ελλάδα το ΚΚΕ με την ίδρυσή του, ως ΣΕΚΕ, αποφασίζει να συγκροτήσει σοσιαλιστικές ομάδες εργατριών για ν’ αναπτύξει την πολιτική συνείδηση της γυναίκας ως προϋπόθεση της πάλης για την κοινωνική απελευθέρωσή της.

Το Νοέμβριο του 1918, στο πρώτο συνέδριο του ΣΕΚΕ διατυπώνεται το αίτημα: «Πλήρης αστική, πολιτική, οικονομική και κοινωνική εξίσωσις των γυναικών προς τους άνδρας. Κατάργησις όλων των νόμων που περιορίζουν τα δικαιώματα της γυναίκας και του νόθου παιδιού»[3].

Για πρώτη φορά ψήφισαν οι γυναίκες, ηλικίας 18 ετών και πάνω, σε εκλογές, συγκεκριμένα για την ανάδειξη της ΠΕΕΑ, στις 23 Απριλίου 1944.

Στους 180 Εθνοσυμβούλους στο Εθνικό Συμβούλιο των Κορυσχάδων εκλέγονται 5 γυναίκες, η Χρύσα Χατζηβασιλείου, η Καίτη Ζεύγου, η Μαρία Σβώλου, η Φωτεινή Φιλιππίδου και η Μάχη Μαυροειδή. Στο ΨΗΦΙΣΜΑ Α΄, του Εθνικού Συμβουλίου της ΠΕΕΑ, το άρθρο 5 αναφέρει: «Ολοι μαζί οι Ελληνες, άντρες και γυναίκες, έχουν ίσα πολιτικά και αστικά δικαιώματα». Η ΠΕΕΑ καθιέρωσε την αρχή «για ίση δουλειά, ίσες αποδοχές».

Στο 7ο Συνέδριο (1945) το ΚΚΕ τόλμησε να καθορίσει δεσμευτικά την κατά 50% συμμετοχή των γυναικών στα όργανα και τη συγκρότηση ενός μεγάλου αριθμού γυναικείων επιτροπών σε όλο το κόμμα, προσπαθώντας να αντιμετωπίσει -στα δεδομένα της εποχής- την ένταξη γυναικών στο κομμουνιστικό κίνημα. Είχε άλλωστε προηγηθεί η μαζική συμμετοχή των γυναικών στην ΕΑΜική Εθνική Αντίσταση, που έγινε ορόσημο για την ουσιαστική οργανωμένη δράση των ελληνίδων.

Μεγαλειώδης ήταν λίγο αργότερα η συμμετοχή και η δράση των γυναικών στο ΔΣΕ (1946-1949). Πάνω από 8.000, το 30% της συνολικής δύναμης των μαχητών του ΔΣΕ, ήταν γυναίκες.

Και ενώ όλα αυτά συμβαίνουν, η Ελλάδα επικυρώνει τελικά, μόλις το 1952 με το Νόμο 2159/1952, την κατοχύρωση ίσων πολιτικών δικαιωμάτων για τις γυναίκες. Το Νοέμβριο του 1952 όμως το Πρωτοδικείο Αθηνών δεν ανακηρύσσει υποψήφια την Αύρα Θεοδωροπούλου (ιδρύτρια και πρόεδρο του Συνδέσμου για τα Δικαιώματα της Γυναίκας, από τις πρωτοπόρους του γυναικείου κινήματος), με την αιτιολογία ότι δεν είχαν συμπληρωθεί οι εκλογικοί κατάλογοι των γυναικών (!). Τελικά η καθολική εφαρμογή του νόμου γίνεται στις βουλευτικές εκλογές του 1956.

Ο συγκριτικά πιο αναπτυγμένος καπιταλισμός στην Ελβετία, παραχώρησε ψήφο στις γυναίκες το 1954 για τις ομοσπονδιακές εκλογές, ενώ για τις εκλογές στα καντόνια μόλις το 1971(!). Ενας από τους λόγους γι’ αυτό είναι ότι στη χώρα αυτή δεν αναπτύχθηκε ανάλογο εργατικό και λαϊκό κίνημα, ικανό να τραβήξει τις γυναίκες στην οργανωμένη πολιτική δράση.

Μετά το 1974, στα πρώτα βήματα της επαναλειτουργίας των κομματικών οργανώσεων, το κόμμα μας συνέβαλε τα μέγιστα ώστε να ενθαρρυνθούν οι γυναίκες των λαϊκών στρωμάτων και να οργανωθούν σε γυναικείες οργανώσεις και στο εργατικό κίνημα.

Πίστευε και πιστεύει ότι η μαζική ένταξη των γυναικών στην ταξική πάλη αποτελεί βασική προϋπόθεση για ριζικές αλλαγές σε πολιτικό επίπεδο. Μέσα από αυτό το δρόμο μπορούν να αποσπώνται και κάποιες κατακτήσεις υπέρ των γυναικών, της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων.

Δεν είχαμε ούτε έχουμε αυταπάτες. Ξέραμε από την πρώτη στιγμή ότι οι νίκες και οι κατακτήσεις στο νομικό πεδίο είναι σημαντικές αλλά πολύ περιορισμένες και προσκρούουν στις αντικειμενικές κοινωνικές συνθήκες της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης. Οταν ο νόμος δε συνοδεύεται από υποχρεωτικά κοινωνικά μέτρα υπέρ των γυναικών, αποδεικνύεται αδύνατος και ανενεργός.

Αλλωστε τα περισσότερα «θετικά μέτρα» που παραχωρούνται υπέρ των γυναικών στον καπιταλισμό, χάνουν τη δυναμική που θα μπορούσαν να αποκτήσουν, γιατί γίνονται ετεροχρονισμένα, αφού έχει προηγηθεί η βασανιστική πορεία μαζικής ένταξης των γυναικών στην κοινωνική εργασία, σε συνθήκες διατήρησης νομοθετικής ανισοτιμίας, αλλά και προκαταλήψεων. Πρώτα δηλαδή η ζωή έδινε ένα ορισμένο προβάδισμα και μετά ερχόταν ο νόμος να το επισφραγίσει.

Το πόσο επωφελήθηκαν όμως και σε ποιο βαθμό το ίδιο όλες οι γυναίκες, δεν είναι ανεξάρτητο της κοινωνικής τους θέσης, της ταξικής τους ένταξης. Τυπικά αποκτούν όλες τα δικαιώματα, αλλά πόσες μπορούν να τα αξιοποιήσουν; Ολες π.χ. έχουν το τυπικό δικαίωμα να εκλεγούν στο αξίωμα της βουλευτού, της δημάρχου, αλλά δεν έχουν τις ίδιες προϋποθέσεις για να διεκδικήσουν και να κατακτήσουν αυτή την ιδιότητα για λογαριασμό των συμφερόντων των γυναικών της τάξης τους. Για τη γυναίκα της εργατικής τάξης, για τη φτωχή αγρότισσα, που δουλεύει και στηρίζει την οικογένειά της, που αντιμετωπίζει πλήθος οικονομικών και κοινωνικών προβλημάτων, χωρίς κοινωνική στήριξη, είναι πρόσθετο εμπόδιο η στάση των άλλων μελών της οικογένειας, οι κοινωνικές προκαταλήψεις. Ομως οι γυναίκες της αστικής τάξης έχουν να αντιπαλέψουν μόνο τις προκαταλήψεις.

Στην Ελλάδα η περίοδος των μεγάλων νομοθετικών προσαρμογών έρχεται μετά την αποκατάσταση του αστικού κοινοβουλευτικού πολιτεύματος (1974).

Ιδρύονται γυναικείοι σύλλογοι σε όλες τις μεγάλες πόλεις της χώρας και σε όλες τις συνοικίες της Αθήνας και του Πειραιά, μεγάλο μέρος των οποίων συντονίζεται με την ΟΓΕ, όπου για κάποια χρόνια συσπειρώνονται γυναίκες που ακολουθούν διαφορετικά ιδεολογικά πολιτικά ρεύματα. Ταυτόχρονα αναπτύσσεται το ρεύμα του «νεοφεμινισμού», στο οποίο πρωτοστατούν γυναίκες από το τότε κύριο οπορτουνιστικό τμήμα του εργατικού κινήματος (π.χ. από το «ΚΚΕ-εσωτερικού» στη δεκαετία του 1970). Η κοινωνική του βάση είναι γυναίκες μικροαστικής προέλευσης με υψηλό μορφωτικό επίπεδο, που συλλαμβάνουν επιλεκτικά την ουσία του γυναικείου ζητήματος από την πλευρά των σχέσεων των δύο φύλων. Εχει σχέση κυρίως με ομάδες διανοουμένων και φοιτητριών και όχι με εργάτριες και άλλες μισθωτές εργαζόμενες. Εχουν καταγραφεί κυρίως δύο τύποι νεοφεμινιστικών οργανώσεων. Μέχρι τα τέλη σχεδόν της δεκαετίας του ’80 κυριαρχούν οι φεμινίστριες με υποστήριξη των κομμάτων του ΠΑΣΟΚ και του τότε λεγόμενου ΚΚΕ εσωτερικού. Η ΝΔ στήριξε την τάση των φεμινιστριών που ήταν καθαρά σε συντηρητική κατεύθυνση. Και οι δύο τάσεις θεωρούν -στον ένα ή άλλο βαθμό- τον άντρα ως υπεύθυνο της γυναικείας καταπίεσης και σε δεύτερη μοίρα ή καθόλου τις εκμεταλλευτικές οικονομικές σχέσεις. Ο όρος πατριαρχική ή ανδροκρατούμενη κοινωνία που χρησιμοποιούν, προκαλεί σύγχυση στις γυναίκες και τις δυσκολεύει να διακρίνουν την πρωταρχική πηγή των διακρίσεων σε βάρος τους.

Αποκαλούσαν την αντίθεση των δύο φύλων ταξική και διεκδικούσαν όχι απλά την ισοτιμία αλλά και την εξομοίωση τους[4].

Βεβαίως βάση της μονόπλευρης και αταξικής προβολής και ερμηνείας της γυναικείας ανισοτιμίας ήταν και η διατήρηση αναχρονισμών και προκαταλήψεων στις οικογενειακές σχέσεις, γενικότερα στην ηθική και στα έθιμα, ίσως και ορισμένη υποτίμηση τέτοιων πλευρών από τη σκοπιά του επαναστατικού εργατικού κινήματος, όχι τόσο ως προς την ιδεολογική τοποθέτηση, όσο ως προς την καθημερινή πρακτική. Δηλαδή οι κομμουνίστριες δεν αναδείξαμε σε βάθος τη φυλετική διάσταση στην ταξική εκμετάλλευση, κυρίως το μέτωπο απέναντι σε συντηρητικές πρακτικές που αφορούσαν τις σχέσεις των δύο φύλων. Είχαμε καθυστέρηση στην εξειδίκευση ολόκληρης της πολιτικής μας πρότασης μέσα στο γυναικείο πληθυσμό. Καθυστερήσαμε στην ευαισθητοποίηση σε πολλά προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι γυναίκες του καθημερινού αγώνα. Ετσι δεν κατορθώσαμε να ανοίξουμε μέτωπο στην τάση ένα τμήμα νέων αγωνιστριών να υποχωρεί και ν’ αναδιπλώνεται στη δουλειά και στην οικογενειακή ζωή, εγκαταλείποντας τη συμμετοχή στην κοινωνική και πολιτική πάλη, κάτω από το βάρος των πολλών υποχρεώσεων και καθηκόντων.

Ο νεοφεμινισμός, αν και έχει υποστεί ήττες, υπάρχει και σήμερα. Η φιλοσοφία του διαπερνάται από την πολιτική που επεξεργάζεται η ΕΕ, η κυβερνητική πολιτική των κρατών-μελών της.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

Νομοθετικά και σύμφωνα με το άρθρο 1387 του Αστικού Κώδικα που ίσχυε μέχρι το 1983, «ο άντρας είναι η κεφαλή της οικογένειας και αποφασίζει περί παντός ό,τι αφορά το συζυγικό βίο». Η γυναίκα περιοριζόταν στα «οικιακά» που και αυτός ο τομέας ήταν περιορισμένος, αφού ο άντρας αποφάσιζε για «οτιδήποτε αφορούσε την έγγαμη συμβίωση».

Η νομοθεσία των δικαστηρίων της εποχής εκείνης αντανακλούσε με τον καλύτερο τρόπο την ανισότιμη θέση της γυναίκας, αφού δεχόταν ότι ο άντρας είχε τη δυνατότητα να απαγορεύσει στη σύζυγό του την εξωοικιακή απασχόληση και στην περίπτωση που αυτή δεν υπάκουε στη θέληση του συζύγου, θεωρούνταν υπαίτια για τον ισχυρό κλονισμό του γάμου. Εδινε έτσι το δικαίωμα στον άντρα να ζητήσει έκδοση διαζυγίου[5] ή δεχόταν ότι ο άντρας είχε το δικαίωμα να παρακολουθεί τα γράμματα ή τηλεφωνήματα της συζύγου του[6]. Κυριαρχούσε λοιπόν ο άνδρας μέσα στην οικογένεια. Η γυναίκα έπαιρνε το επώνυμο του συζύγου, ως συνέπεια της κοινωνικής και νομικής υπεροχής του.

Χαρακτηριστικό είναι ότι σε πολλές περιοχές της Ελλάδας η γυναίκα δεν αποκαλούνταν και -ίσως και μέχρι σήμερα- με το όνομά της, αλλά με το όνομα του συζύγου της, π.χ. Κώσταινα, Γιώργαινα κλπ.

Ο σύζυγος έφερε τα «βάρη του γάμου» και είχε την υποχρέωση να διατρέφει τη γυναίκα. Η γυναίκα συμμετείχε μόνο επικουρικά, στην περίπτωση που ο άντρας δεν μπορούσε να καλύψει τις οικογενειακές ανάγκες.

Ομως αυτή η κατάσταση ήταν κληρονομιά της κλειστής, φεουδαρχικής κοινωνίας και από μια μεριά ερχόταν σε αντίθεση με την ανάγκη του καπιταλισμού να θέλει άνδρες και γυναίκες ως ελεύθερη εργατική δύναμη στην αγορά εργασίας. Γι’ αυτό και προχώρησε, αργά και βασανιστικά, σε ανάλογες νομικές αναπροσαρμογές και υπό την πίεση του αγωνιστικού γυναικείου και του εργατικού κινήματος.

Ανάμεσα στις πρώτες διεκδικήσεις όλων των τάσεων στο γυναικείο κίνημα ήταν το ζήτημα της αναμόρφωσης του οικογενειακού δικαίου.

Το 1983[7] έγιναν σημαντικές αλλαγές στο οικογενειακό δίκαιο. Ομως αυτές οι αλλαγές, όπως η κατάργηση της προίκας, η διατήρηση του επωνύμου της γυναίκας, η κατάργηση των διακρίσεων για τα παιδιά εκτός γάμου σε σχέση με τα νόμιμα τέκνα, η ισονομία μεταξύ των δύο φύλων σε ζητήματα διευθέτησης περιουσίας, μοιχείας, διαζυγίου κ.ά. δε συνοδεύτηκαν από ανάλογες οικονομικές και κοινωνικές αλλαγές. Αντίθετα οι αντιλαϊκές επιλογές των κυβερνήσεων έριξαν νέα βάρη στις πλάτες των γυναικών.

Ο πολιτικός γάμος[8], όπως και η ονοματοδοσία ήταν και μια κοινωνική κατάκτηση του λαϊκού και γυναικείου κινήματος με την έννοια ότι με τους αγώνες τους συνέβαλαν στη διαμόρφωση συνείδησης των γυναικών για να δεχτούν αλλαγές σε θεσμούς που άμεση σχέση και επιρροή είχε η εκκλησία. Ομως η απαίτηση της εκκλησίας για «ισοτιμία» μεταξύ πολιτικού και θρησκευτικού γάμου και η ικανοποίηση του αιτήματος από την τότε κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, καθώς και η ανυπαρξία μέτρων στήριξης αποδυνάμωσαν το θεσμό του πολιτικού γάμου και της ονοματοδοσίας. Ετσι στις νέες συνθήκες της νίκης της αντεπανάστασης και της καπιταλιστικής παλινόρθωσης στις σοσιαλιστικές χώρες, στο νέο κύμα ιδεολογικής και πολιτικής αντιδραστικοποίησης που επέφερε, δυνάμωσε η θρησκοληψία, αμβλύνθηκαν οι αντιστάσεις στις πιέσεις μέσα στην προαιρετικότητα, τα πρακτικά εμπόδια (π.χ. πρωινό ωράριο, υποβαθμισμένες αίθουσες τελετών κλπ.).

Το κόμμα μας υποστηρίζει ότι ο γάμος, δηλαδή η δημόσια σύμβαση δύο ανθρώπων και των παιδιών τους στην πορεία πρέπει να είναι αποκλειστική ευθύνη της πολιτείας.

ΝΕΕΣ ΚΑΤΑΚΤΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΝΕΕΣ ΑΝΙΣΟΤΗΤΕΣ

Ο Λένιν έβλεπε πολύ πρωτοποριακά τους όρους για την ουσιαστική απελευθέρωση της γυναίκας: «Η πραγματική απελευθέρωση της γυναίκας, ο πραγματικός κομμουνισμός θ’ αρχίσει μόνο εκεί και τότε όπου και όταν αρχίσει η μαζική πάλη (καθοδηγούμενη από το προλεταριάτο που κατέχει την κρατική εξουσία) ενάντια σε αυτό το μικρό σπιτικό νοικοκυριό ή πιο σωστά όταν αρχίσει η μαζική ανασυγκρότησή του σε μεγάλο σοσιαλιστικό νοικοκυριό»[9].

Μετά από 90 χρόνια, και η καπιταλιστική εξέλιξη έδωσε τη δυνατότητα να περιοριστούν ορισμένες από τις βαριές και άχαρες δουλειές του ατομικού νοικοκυριού, όχι με τη φροντίδα του κράτους, αλλά μέσω της καπιταλιστικής αγοράς. Ετσι και στην Ελλάδα η μεταπολεμική καπιταλιστική ανάπτυξή της και οι προσαρμογές που επέφερε, καθώς και η σύνδεσή της με την ΕΟΚ, συνοδεύτηκαν από εκσυγχρονιστικές αλλαγές στη ζωή της γυναίκας. Περιορίστηκε ο αναλφαβητισμός για τις γυναίκες, ανέβηκε το ποσοστό του γυναικείου πληθυσμού που έφθανε και στην ανώτατη βαθμίδα της εκπαίδευσης (ΑΕΙ), ανέβηκε το ποσοστό των εργαζομένων (κυρίως μισθωτών) στο σύνολο του ικανού προς εργασία γυναικείου πληθυσμού. Συγχρόνως το ελληνικό σπίτι εξοπλίστηκε με ηλεκτρικές συσκευές και μηχανήματα. Αυτά τα στοιχεία επέδρασαν θετικά στην κοινωνικοποίηση της γυναίκας, ταυτόχρονα όμως τροφοδότησαν και αυταπάτες ότι η χειραφέτηση και η ισοτιμία της γυναίκας θα μπορούσε να κατακτηθεί στα πλαίσια του καπιταλισμού.

Πάρα τις όποιες αλλαγές στο νομικό πλαίσιο, οι αντιδραστικές απόψεις για τη θέση της γυναίκας στην κοινωνία παραμένουν σε μεγάλο βαθμό και αναπαράγονται από τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες, ενώ στις φάσεις των κρίσεων ή των κάμψεων του λαϊκού κινήματος αναβιώνουν αναχρονιστικές αντιλήψεις.

Η μεγαλύτερη ένταξη των γυναικών στην κοινωνική εργασία δε συνοδεύτηκε με ουσιαστική κρατική πολιτική στήριξη της μητρότητας. Δεν υπάρχουν επαρκείς δωρεάν δημόσιες υποδομές στήριξης της οικογένειας, σήμερα μάλιστα επιδεινώνεται η κατάσταση.

Στην Ελλάδα καθυστερεί η εφαρμογή διεθνών νομοθετικών ρυθμίσεων υπέρ των γυναικών.

Η διεθνής σύμβαση «για την ίση αμοιβή αντρών και γυναικών στα κατώτερα όρια των μισθών και των ημερομισθίων»[10] επικυρώθηκε στην Ελλάδα το 1975[11]. Μόλις το 1981 όμως με Προεδρικό Διάταγμα διακηρύχθηκε η «ίση αμοιβή αντρών-γυναικών» σε όλη την κλίμακα των αμοιβών για ίδια εργασία.

Αλλά και αυτή η τυπική ισότητα δεν έφερε ουσιαστική ισοτιμία, αφού οι κλάδοι με τη μεγαλύτερη συγκέντρωση γυναικών έχουν τους χαμηλότερους μισθούς και ημερομίσθια, ενώ το φύλο (και ό,τι συνεπάγεται ως δεσμεύσεις λόγω μητρότητας) γίνεται αποτρεπτικός παράγοντας στην πρόσληψη και στην εξέλιξη της γυναίκας στην εργασία, πέρα από τα τυπικά προσόντα και τις ουσιαστικές δυνατότητές της.

Είναι αναγκαίο να σημειώσουμε ότι στις σημερινές συνθήκες που ο καπιταλισμός υποχρεώθηκε να αναγνωρίσει τα τυπικά δικαιώματα για τις γυναίκες, να τους δώσει τη δυνατότητα να αποκτήσουν υψηλότερο μορφωτικό επίπεδο από πριν, εκεί ακριβώς αναδεικνύεται η ταξική φύση της γυναικείας ανισοτιμίας και η φυλετική της διάσταση που διαπλέκεται στενά με την ταξική. Η καθημερινή ζωή της γυναίκας καθορίζεται κυρίως από το σε ποια τάξη ή κοινωνικό στρώμα ανήκει. Η φυλετική προκατάληψη μπορεί να είναι γενική, όμως διαφορετική είναι η ζωή της γυναίκας της αστικής τάξης και διαφορετική είναι της εργάτριας ή γενικότερα της μισθωτής εργαζόμενης και της αγρότισσας. Αντίθετα γίνεται προσπάθεια να αναδειχτεί η γυναίκα της αστικής τάξης σε υπεύθυνες θέσεις και να ταυτιστεί με το σύγχρονο τύπο γυναίκας. Διαμορφώνεται μια αστική γυναικεία δύναμη, μέσω της οποίας περνάει η γενικότερη αντιλαϊκή πολιτική.

Σήμερα, με την εφαρμογή της στρατηγικής των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων, όλο και περισσότερο γίνεται η μισθωτή εργαζόμενη γυναίκα φορέας άντλησης πρόσθετης υπεραξίας για το κεφάλαιο. Αυτό ακριβώς το γεγονός επιδεινώνει σημαντικά τη θέση της γυναίκας της εργατικής - λαϊκής οικογένειας και στην κοινωνία.

Ο βαθμός εκμετάλλευσής της αυξάνεται όπως και ολόκληρης τηςεργατικής τάξης και κατακτήσεις που είχε μέσα από σκληρούς αγώνες του εργατικού και γυναικείου κινήματος σε συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες καταργούνται ή περιορίζονται σοβαρά.

Η γυναικεία εργατική δύναμη καθηλώνεται στη θέση της εργατικής δύναμης με μερική - ευέλικτη απασχόληση, ενώ αξιοποιείται ο ιστορικά διαμορφωμένος ρόλος της γυναίκας κυρίως στην οικογενειακή φροντίδα. Η πολιτική που προωθείται από την ΕΕ και τις κυβερνήσεις στη χώρα μας, η λεγόμενη πολιτική «συμφιλίωσης οικογενειακών και επαγγελματικών υποχρεώσεων», πρώτα εφαρμόζεται και στη συνέχεια νομοθετείται. Είναι στρατηγικής σημασίας για το κεφάλαιο η επιλογή να δοκιμάζονται και να προωθούνται τα πλέον αντεργατικά μέτρα αρχικά στα πιο ευάλωτα τμήματα της εργατικής τάξης. Στην πράξη έχει επιβεβαιωθεί ότι τα μεγαλύτερα θύματα της εφαρμογής των αντιδραστικών νόμων στις εργασιακές σχέσεις και στην κοινωνική ασφάλιση είναι η γυναίκα και η νεολαία. Δουλεύουν συνήθως σε προσωρινές, μερικής απασχόλησης δουλειές. Σύμφωνα και με τους σχεδιασμούς της ΕΕ ένα μεγάλο μέρος των γυναικών προορίζεται να δουλεύει σε τομείς της λεγόμενης κοινωνικής οικονομίας, δηλαδή σε μια υποβαθμισμένη και πολύ πιο κακοπληρωμένη δουλειά μέσα ή κοντά στο σπίτι.

Μπορεί σήμερα να έχει καταργηθεί το προικοσύμφωνο, αλλά οι νέες εργαζόμενες υποχρεώνονται συχνά να υπογράφουν δηλώσεις υποταγής στα Σύμφωνα του κεφαλαίου, με τις επαίσχυντες Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας των 77 λεπτών αύξησης την ημέρα για παράδειγμα ή τις ατομικές συμβάσεις εργασίας της μιας ημέρας ή της μιας ώρας. Είναι αυτές που υποχρεώνονται πολλές φορές να υπογράφουν δηλώσεις ότι δε θα τεκνοποιήσουν, με αντάλλαγμα την πρόσληψή τους σε κάποια επισφαλή και προσωρινή θέση εργασίας.

Οι ανεπαρκείς νόμοι που έχουν ψηφιστεί για την προστασία της υγείας και την ασφάλεια των εργαζόμενων γυναικών στους χώρους δουλειάς, ακόμα και αυτοί δεν εφαρμόζονται. Για παράδειγμα, είναι κατοχυρωμένη νομικά από το 1997 με το Προεδρικό Διάταγμα 176 η προστασία της υγείας και της ασφάλειας της εγκύου, της λεχώνας και της γαλουχούσας εργαζόμενης. Η ίδια η πείρα όμως των εργαζόμενων γυναικών δείχνει ότι πολλαπλασιάζονται τα φαινόμενα αυθαίρετων απολύσεων εγκύων, άρνησης πρόσληψης γυναικών που δεν υπογράφουν «παραίτηση» από το δικαίωμα της μητρότητας. Εντείνεται η πίεση που αντιμετωπίζουν οι γυναίκες που κυοφορούν, είτε για να παραιτηθούν από τη δουλειά τους είτε λόγω των ακατάλληλων για την κατάστασή τους ειδικών συνθηκών εργασίας. Η εργοδοτική ασυδοσία που στηρίζεται στην ανοχή των αστικών κυβερνήσεων δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί μεμονωμένα από κάθε εργαζόμενη - εργαζόμενο.

Οι κυβερνήσεις, τόσο του ΠΑΣΟΚ όσο και της ΝΔ, υλοποιώντας αποφάσεις της ΕΕ, φέρνουν νομοσχέδια με το πρόσχημα της «ισότητας των δύο φύλων», που στην πραγματικότητα καταργούν θετικές ρυθμίσεις για τις γυναίκες που σχετίζονται με τη θέση της στην αναπαραγωγή του είδους. Τέτοιο παράδειγμα είναι ο νόμος για την «εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης αντρών και γυναικών όσον αφορά στην πρόσβαση στην απασχόληση, στην επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση, τους όρους και τις συνθήκες εργασίας» [12].

Στην πρώτη ανάγνωσή του αφήνεται να εννοηθεί ότι υπάρχει η βούληση «εξάλειψης» των διακρίσεων με το συγχρονισμό των αντίστοιχων κοινοτικών οδηγιών.

Μπαίνοντας βαθύτερα στην ερμηνεία των λέξεων αποκαλύπτονται οι αντιδραστικές προθέσεις, οι υποστηρικτικές αναφορές για να συγκαλυφθεί ότι το κίνητρο των αλλαγών είναι η αύξηση των καπιταλιστικών κερδών.

Ο νόμος αυτός αναδεικνύει -ως βασική διάκριση σε βάρος των γυναικών- κυρίως το ζήτημα της σεξουαλικής παρενόχλησης, το οποίο κανείς δεν αμφισβητεί ως υπαρκτό και σοβαρό πρόβλημα με πολλές πλευρές και προεκτάσεις. Ομως δεν είναι ούτε το μοναδικό ούτε το πιο κύριο. Αλλά και ηέλλειψη προστασίας της μητρότητας δεν αποτελεί παρεμπόδιση του δικαιώματος στη μητρότητα, συνεπώς διάκριση λόγω φύλου; Η μητρότητα καισυνολικά η ηλικιακή περίοδος κατά την οποία μπορεί να συντελεστεί η αναπαραγωγική διαδικασία είναι η αντικειμενική βάση των βιολογικών διαφορών των δύο φύλων που επιβάλλουν διαφορετική κοινωνική στήριξη της γυναίκας. Ούτε η ΝΔ ως κυβέρνηση σήμερα, ούτε πολύ περισσότερο το ΠΑΣΟΚ που επί σειρά ετών ήταν στη διακυβέρνηση, είχαν πολιτική προστασίας της μητρότητας. Αυτό που είχαν νομοθετήσει ήταν κάποιες άδειες και αποσπασμένες παροχές για τη μητέρα και την οικογένεια, που σε μεγάλο βαθμό σήμερα έχουν συρρικνωθεί. Ποιος εργοδότης υπέστη κυρώσεις επειδή δεν προσέλαβε γυναίκα στη επιχείρησή του ή απέλυσε έγκυο; Εύκολα βρίσκουν τρόπους και επιχειρήματα για να ξεφύγουν από τις ποινικές κυρώσεις, γιατί ακριβώς οι κυβερνήσεις, η νομοθεσία, τα δικαστήρια υπάρχουν για να εξασφαλίζουν τη δυνατότητα εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης από τους καπιταλιστές. Η υπερεκμετάλλευση της γυναίκας, η καταπίεσή της και η σεξουαλική της παρενόχληση είναι συστατικά στοιχεία μιας πολιτικής που όλα τα οργανώνει και τα διευθετεί με βάση το κέρδος.

Ο καπιταλισμός δημιουργεί πλήθος συνθηκών εκμετάλλευσης και καταπίεσης, οι λεγόμενες όμως ρυθμίσεις υπέρ των γυναικών είναι στη λογική της εξίσωσης δικαιωμάτων όλων των εργαζόμενων προς τα κάτω. Είναι ρυθμίσεις υπέρ της εργοδοσίας, π.χ. η κατάργηση της 5ετούς διαφοράς στη συνταξιοδότηση γυναικών - αντρών.

Ακόμη εισάγεται η λογική των θετικών ρυθμίσεων, λόγω ηλικίας για τους νέους, τους ηλικιωμένους, τους εργαζόμενους που συντηρούν άλλα πρόσωπα. Αφού πρώτα αφαιρεί την ίση μεταχείριση αυτών των ηλικιών εργαζομένων, στη συνέχεια θεσμοθετεί «θετικές ρυθμίσεις», δηλαδή την πολιτική των προγραμμάτων διαχείρισης της φτώχειας, της παροχής φτηνού εργατικού δυναμικού αυτών των ηλικιών.

Οσο για τους διάφορους θεσμούς που έχουν καθιερώσει ή προτείνουν τη διεύρυνσή τους, τόσο η ΝΔ όσο και το ΠΑΣΟΚ, π.χ. σώμα επιθεώρησης εργασίας, συνηγόρους του πολίτη, Επιτροπή ίσης μεταχείρισης στο Υπ. Δικαιοσύνης κλπ., δεν είναι τίποτα άλλο παρά όργανα στη λογική της «κοινωνικής συναίνεσης», του συμβιβασμού, της άμβλυνσης της ταξικής πάλης.

ΠΕΡΙ ΠΟΡΝΕΙΑΣ ΚΑΙ ΕΝΔΟ-ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗΣ ΒΙΑΣ

Ενα άλλο θέμα είναι η πορνεία και η ρύθμισή της με το νόμο για την «καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων, των εγκλημάτων κατά της γενετήσιας ελευθερίας, της πορνογραφίας κατ’ ανηλίκων και γενικότερα της οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής και αρωγή στα θύματα των πράξεων αυτών»[13].Ο διαχωρισμός της νόμιμης και της εξαναγκαστικής πορνείας (trafficking) είναι υποκριτικός. Πίσω από την καταναγκαστική πορνεία υπάρχουν τεράστια κέρδη της παραοικονομίας, τα οποία μένουν ανεξέλεγκτα. Επιδιώκουν λοιπόν και τον έλεγχο και την αύξηση των κρατικών εσόδων. Αρκεί να σημειώσουμε ότι από το 1999 υπάρχει ο νόμος 2734/99 που κατοχυρώνει την πορνεία ως επάγγελμα, με το πρόσχημα της προστασίας της υγείας των πολιτών.

Λίγο πριν από τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004 έγιναν προτάσεις τροπολογιών για να «βελτιωθεί» ο νόμος του 1999, ώστε να διευκολυνθούν οι επισκέπτες των Ολυμπιακών Αγώνων!

Μέσω της ΚΕΔΚΕ, τόσο το ΠΑΣΟΚ όσο και η ΝΔ και ο ΣΥΝ στήριξαν την αναγκαιότητα τροποποίησης του νόμου και τη δυνατότητα των δημοτικών συμβουλίων να αδειοδοτούν τους οίκους ανοχής της περιοχής τους. Με την παρέμβαση του αγωνιστικού γυναικείου κινήματος, των οργανώσεων της ΟΓΕ, δεν προχώρησε η σχετική διαδικασία.

Η πορνεία είναι ακραία φυλετική διάκριση των ταξικών εκμεταλλευτικών κοινωνιών. Βεβαίως σήμερα έχει αναπτυχθεί και η ανδρική πορνεία και η παιδική. Η ρίζα του προβλήματος αυτού βρίσκεται εκεί ακριβώς που βρίσκεται και η ουσία του εκμεταλλευτικού κοινωνικού συστήματος, στην εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Συνεπώς δεν πρόκειται να εξαλειφθεί παρά μόνον στην κομμουνιστική κοινωνία.

Για τον τελευταίο νόμο (Ν. 3500/2006) που αφορά «στην αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας» έχουμε τον εξής σχολιασμό:

Για πρώτη φορά στην Ελλάδα η άσκηση οικογενειακής βίας αντιμετωπίζεται ως ιδιαίτερο ποινικό αδίκημα, τιμωρείται με μεγάλες ποινές και συνιστά «μαχητό τεκμήριο κλονισμού του γάμου».

Αυτό αποτελεί θετική εξέλιξη. Ομως ο νόμος δε θίγει την ουσία του προβλήματος, δηλαδή τις αιτίες που καθιστούν τις γυναίκες κύρια, αλλά και τα παιδιά, θύματα της βίαιης ανδρικής συμπεριφοράς μέσα στην οικογένεια. Το θέμα της ενδοοικογενειακής βίας αντιμετωπίζεται μόνον από νομική πλευρά και έχει τιμωρητικό χαρακτήρα και όχι χαρακτήρα πρόληψης του φαινομένου και κοινωνικής στήριξης από την εμφάνισή του.

Επίσης οι διατάξεις περί ποινικής διαμεσολάβησης, τα κενά και οι ελλείψεις που υπάρχουν, ανοίγουν διάπλατα το δρόμο στην ουσιαστική αθώωση του δράστη. Αλλά και το γεγονός ότι εκτός από το κράτος την αρωγή των θυμάτων την αναλαμβάνουν μέσω μη κυβερνητικών οργανώσεων και ιδιώτες, οι οποίοι αποκτούν άλλον ένα τομέα επιχειρηματικής δράσης, καθιστά το σχετικό νόμο αντιλαϊκό.

ΗΘΕΣΜΟΘΕΤΗΣΗ ΠΟΣΟΣΤΩΣΗΣ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝΣΤΑ ΚΕΝΤΡΑ ΛΗΨΗΣ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ (ΚΛΑ)

Στις σημερινές συνθήκες, δυνάμεις από το αστικό πολιτικό ρεύμα αλλά και από το οπορτουνιστικό απομονώνουν τους νομοθετικούς εκσυγχρονισμούς για την ισονομία των δύο φύλων από τις νέες ανισότητες που σχετίζονται με την ταξική εκμετάλλευση. Ετσι μιλούν ακόμη και για περίοδο του «μεταφεμινισμού», δηλαδή ότι τώρα η ισότητα δικαιωμάτων έχει ή τείνει να έχει καθιερωθεί, γι’ αυτό έχει ξεπεραστεί η ανάγκη για διεκδίκηση ιδιαίτερων αιτημάτων για τη γυναίκα. Αμφισβητείται η αναγκαιότητα ύπαρξης γυναικείων οργανώσεων, επιτροπών γυναικών στα συνδικάτα και προβάλλονται ως «σύγχρονες» μορφές γυναικείας πάλης, κυρίως η συμμετοχή στους αστικούς θεσμούς. Ετσι κέρδισε έδαφος η θεσμοθετημένη ποσοστιαία συμμετοχή γυναικών στα ΚΛΑ.

Αυτή η θεσμοθέτηση έγινε με το Ν. 2839/2000που κατοχυρώνει την υποχρεωτική ανάδειξη κατά το 1/3 από κάθε φύλο στα υπηρεσιακά συμβούλια των δημοσίων υπηρεσιών ΝΠΔΔ, ΟΤΑ και στα ΔΣ των ΝΠΔΔ. Στη συνέχεια, ο Ν. 2910/2001 υποχρεώνει στη συμμετοχή τουλάχιστον κατά το 1/3 τη συμμετοχή κάθε φύλου στα ψηφοδέλτια των υποψηφίων συμβούλων στις δημοτικές και νομαρχιακές εκλογές.

Θεωρούμε ότι η κατεύθυνση της ποσόστωσης είναι ανεπαρκής και κυρίως ωφελεί γυναίκες της αστικής τάξης. Για τις υπόλοιπες, τη μεγάλη πλειοψηφία των γυναικών που στερείται οικονομικών προϋποθέσεων, αποτελεί ένα μέτρο σε θετική κατεύθυνση, αλλά χωρίς πρακτική αξία.

Η πολιτική που εφαρμόζεται δεν καθορίζεται από το φύλο, αλλά την τάξη που είναι στην εξουσία. Τα συμφέροντα της τάξης τους υπερασπίζονται και οι γυναίκες, όπως και οι άντρες. Δεν υπήρξε ποτέ γυναίκα βουλευτής των αστικών κομμάτων να καταψηφίσει αντεργατικές ρυθμίσεις που ήρθαν στη Βουλή και είχαν ως αποτέλεσμα π.χ. να ανέβουν τα όρια συνταξιοδότησης των γυναικών, να καταργηθεί η 5ετής διαφορά στη συνταξιοδότηση των γυναικών ή να καθιερωθεί στην ουσία η ελαστική και μερική απασχόληση, ως κύρια μορφή εργασίας για τις γυναίκες.

Το ΚΚΕ δραστηριοποιείται για να αυξηθεί η συμμετοχή των γυναικών πρώτα στα εργατικά σωματεία, στις επιτροπές αγώνα, στις απεργιακές επιτροπές, στο γυναικείο κίνημα, στους μαζικούς φορείς, γενικά στο λαϊκό κίνημα, εκεί που αναπτύσσονται αγώνες και βοηθούν τις γυναίκες να συνειδητοποιήσουν τα συμφέροντά τους (ταξικά και φυλετικά). Να κατανοήσουν ότι υπάρχει πλούτος που έχει συσσωρευτεί από τον ιδρώτα και των δύο φύλων και τον ιδιοποιούνται οι κάτοχοι των μέσων παραγωγής και από τα δύο φύλα. Τους κοινωνικούς και πολιτικούς όρους για να γίνει αυτός ο πλούτος κοινωνική ιδιοκτησία για να ζήσουν καλύτερα και τα δύο φύλα, πρέπει να τους διαμορφώσουν με τον αγώνα τους στο πεδίο της ταξικής πάλης.

Σε αυτό τον αγώνα η γυναίκα θα τολμήσει και θ’ αναδειχτεί στις θέσεις ανώτερης ευθύνης, όχι για να διακηρύσσει και να προωθεί την κεφαλαιοκρατική πολιτική, αλλά για να εμπνεύσει, να προσελκύσει μαζικά τις γυναίκες στους αγώνες, να μπολιάσει το πλαίσιο πάλης τους με αιτήματα που αφορούν τις ιδιαίτερες ανάγκες της γυναίκας, να συμβάλει στην πολιτική πάλη για τη λαϊκή εξουσία.

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΕΕ ΚΑΙ ΤΩΝ ΚΟΜΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΕΥΡΩΜΟΝΟΔΡΟΜΟΥ

Από τη μεριά της ΕΕ έχουμε πληθώρα συμφώνων, συμβάσεων, οδηγιών, κατευθύνσεων, μελετών και συμπερασμάτων, με στόχο την αύξηση της γυναικείας μισθωτής εργασίας και τη διαχείρισή της με το «συγκερασμό οικογενειακών και επαγγελματικών υποχρεώσεων», την «ίση συμμετοχή» στα λεγόμενα κέντρα λήψης αποφάσεων και την «καταπολέμηση των διακρίσεων» (λόγω φύλου, φυλής, αναπηρίας και σεξουαλικών προτιμήσεων). Ολα μεθοδεύονται και με στόχο τη χειραγώγηση του γυναικείου πληθυσμού.

Ο λεγόμενος Οδικός χάρτης (2006-2010) για την Ισότητα των φύλων που υιοθέτησε η ΕΕ το Μάρτιο του 2006 συμπυκνώνει τις κατευθύνσεις της ευρωπαϊκής πολιτικής για την ισότητα των φύλων μέχρι το 2010. Κατά το 2007 δίνεται έμφαση στην προώθηση της «γυναικείας επιχειρηματικότητας» και στην ίδρυση ενός ευρωπαϊκού δικτύου για τις γυναίκες στα οικονομικά και πολιτικά κέντρα αποφάσεων.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποφάσισε ακόμη την ίδρυση του Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου Φύλου, που θα εγκατασταθεί στη Σλοβενία.

Σε αυτά τα πλαίσια αναπαράγεται η παραδοσιακή νοοτροπία για το ρόλο της γυναίκας με την ενίσχυση της μερικής απασχόλησης, που «ταιριάζει στη γυναίκα», γιατί έτσι μπορεί να «φέρνει βόλτα» τους ρόλους της ως εργαζόμενη, σύζυγος, μητέρα, νοσοκόμα κλπ. Αλλωστε όλες οι δημόσιες κοινωνικές υπηρεσίες υποβαθμίζονται και εμπορευματοποιούνται.

Στη χώρα μας η Γενική Γραμματεία Ισότητας, και επί κυβερνήσεων ΠΑΣΟΚ και σήμερα επί ΝΔ, σύμφωνα με τις ευρωενωσιακές κατευθύνσεις ανακοινώνει και υλοποιεί προγράμματα χρηματοδοτούμενα από τα Κοινοτικά Πλαίσια Στήριξης που αφορούν στα «μέτρα ενίσχυσης της ισότητας των ευκαιριών μεταξύ αντρών και γυναικών».

Οι λεγόμενες «θετικές δράσεις» για την ισότητα περιλαμβάνουν βασικά την επιμόρφωση των γυναικών (κατάρτιση) και κίνητρα στις επιχειρήσεις που θα προσλαμβάνουν ή θα προωθούν σε διευθυντικές θέσεις γυναίκες (έκπτωση δαπανών από το φόρο ή τα κέρδη τους, απαλλαγή ασφαλιστικών εισφορών, επιδότηση κλπ.), έτσι που ο στόχος της «ισότητας» γίνεται μοχλός στήριξης και χρηματοδότησης του κεφαλαίου. Δε δημιουργούν «νέα αντίληψη για την ισότητα», αλλά επινοούν νέες μορφές χρησιμοποίησης της γυναικείας μισθωτής εργασίας.

Τα ειδικά προγράμματα για τη δημιουργία γυναικών επιχειρηματιών απευθύνονται κυρίως σε πολύ λίγες και μάλιστα σε εκείνες που έχουν τις προϋποθέσεις. Οταν οι γυναίκες δεν έχουν δικά τους κεφάλαια, το πολύ που πετυχαίνουν είναι ν’ ανοίγουν μια μικρή ατομική επιχείρηση με μικρό κύκλο ζωής και να «μπαίνουν μέχρι το λαιμό» στα δάνεια. Τελικά ξαναβρίσκονται στην ανεργία και καταχρεωμένες.

Τα κόμματα που υποστηρίζουν τον ευρωμονόδρομο, ουσιαστικά κινούνται στην ίδια λογική με την ΕΕ για την κοινωνική θέση της γυναίκας.

ΓΙΑ ΤΟ ΓΥΝΑΙΚΕΙΟ ΚΙΝΗΜΑ ΚΑΙ ΤΙΣ ΘΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ

Η ΕΕ, μέσω των προγραμμάτων της, επιδοτεί γυναικείες οργανώσεις διατεθειμένες να διοχετεύουν στις γυναίκες της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων τους στόχους και τα ιδεολογήματα που επεξεργάζεται και προωθεί.

Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, αναδεικνύεται η ανάγκη να αποκαλυφθούν οι σκοποί και οι στόχοι της ΕΕ και των πολιτικών δυνάμεων που τη στηρίζουν όσον αφορά στην πολιτική της λεγόμενης ισότητας των δύο φύλων, των ίσων ευκαιριών και ίσων δικαιωμάτων.

Οι φεμινίστριες του EL- FEM, του γυναικείου δικτύου του Κόμματος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς (ΚΕΑ) εξομοιώνουν την ταξική εκμετάλλευση με τη φυλετική καταπίεση και μάλιστα προτάσσουν τη δεύτερη ως αιτία των δεινών των γυναικών. «Η αντιπαράθεση ανάμεσα στα φύλα δεν είναι κατώτερη από την αντιπαράθεση των τάξεων. Σε σχέση με την πατριαρχική αρχή της ιεράρχησης των διαφόρων μορφών κοινωνικών αντιθέσεων, εμείς πρέπει να ξεσκεπάσουμε τις συγκεκριμένες αλληλοεπιδράσεις και περιορισμούς»[14] και «Σήμερα, όπως χθες, η πολιτική με μια σπονδυλική στήλη, που θα είναι ο ταξικός αγώνας, συμπληρωμένος από φεμινιστικά, περιβαλλοντικά, εθνοτικά και σεξουαλικής επιλογής ζητήματα…»[15].

Αυτές οι απόψεις προωθούνται από τη δράση των μικροαστικών κομμάτων της χώρας μας και κυριαρχούν στο βασικό ρεύμα του φεμινισμού σήμερα.

Αξίζει ακόμη να σημειώσουμε ότι τα τελευταία χρόνια η παρέμβαση της Εκκλησίας είναι συστηματική και συγκεκριμένη. Εχει ιδρύσει «διαμητροπολιτικό» δίκτυο γυναικών κάτω από την καθοδήγηση της «Ειδικής Συνοδικής Επιτροπής Γυναικείων θεμάτων» που έχει σύνδεση με το Φόρουμ Χριστιανών Γυναικών της Ευρώπης. Εκδίδει ενημερωτικό φυλλάδιο και διατηρεί σταθερή εκπομπή στο ραδιοφωνικό σταθμό της Εκκλησίας της Ελλάδος. Ακόμη η Αρχιεπισκοπή Αθηνών ασχολείται επίμονα με το θέμα των αμβλώσεων και της οικογενειακής βίας. Εχει ιδρύσει ξενώνες περίθαλψης κακοποιημένων γυναικών.

Η ΝΔ ως κυβέρνηση ευθύνεται για όλες τις αντιλαϊκές ρυθμίσεις στο όνομα της «ισότητας» και των «ίσων ευκαιριών» που προωθήθηκαν επί των ημερών της.

Υπερασπίζεται ιδιαίτερα τους θεσμούς, τα όργανα κοινωνικού διαλόγου, κοινωνικής αλληλεγγύης, τα λεγόμενα παρατηρητήρια εφαρμογής των κατευθύνσεων και οδηγιών της ΕΕ, την πολιτική των «ίσων ευκαιριών» και την αύξηση του ποσοστού των γυναικών στα λεγόμενα ΚΛΑ. «Είναι η πολιτική του “σύγχρονου κέντρου”, η πολιτική που βασίζεται στις πανίσχυρες έννοιες ειρήνη, ανάπτυξη, πρόοδος, δικαιοσύνη. Χρειάζεται ακόμη περισσότερο η συμβολή και η ευαισθησία της γυναίκας»[16]. Στόχοι της ΕΕ που διατυπώνονται παντού και διαπερνούν κάθε πρακτική τους. Νομοθετεί σύμφωνα με τις οδηγίες της ΕΕ.

Η ΝΔ κινητοποιείται και συστηματικά οργανώνει την επικοινωνία της με γυναίκες, αξιοποιεί τους μηχανισμούς της ΤΑ, τα κοινοτικά κονδύλια για να εκσυγχρονίζει τα μέσα χειραγώγησης γυναικών από τις λαϊκές δυνάμεις.

Το ΠΑΣΟΚ, από την τωρινή θέση του στην αντιπολίτευση, έχει μεγαλύτερη ευχέρεια στις γενικολογίες, σε δήθεν φιλολαϊκές προτάσεις, σε «δεσμεύσεις» και «εγγυήσεις» για τη «δίκαιη κοινωνία» που οραματίζεται για γυναίκες και άντρες. Οσα προτείνει στο «νέο» Πρόγραμμά του είναι αντιγραφή προτάσεων της στρατηγικής της Λισσαβόνας. Αξονας των προτάσεών του είναι η ενίσχυση της «απασχολησιμότητας» των γυναικών, η «εναρμόνιση» επαγγελματικών και οικογενειακών υποχρεώσεων, η δια βίου μάθηση μέσω των καταρτίσεων, μέχρι το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα για τη διαχείριση της φτώχιας, ενώ υπόσχεται τη δημιουργία νέων θεσμών ισότητας και αλληλεγγύης.

Πίσω απ’ όλα αυτά κρύβει μια εξαιρετικά επικίνδυνη σκοπιμότητα. Την περικοπή και κατάργηση όσων θετικών ρυθμίσεων, δικαιωμάτων των γυναικών είχε παραχωρήσει ο καπιταλισμός τα προηγούμενα χρόνια σε άλλες συνθήκες. Υπερασπίζεται την κατεύθυνση της ΕΕ, το πρότυπο της οικογένειας - παραγωγικής μονάδας.

Συμφωνεί και προτείνει νομοθέτηση γονικής άδειας και στους άντρες και αναδεικνύει το στόχο της «κοινωνίας των πολιτών» που μπορούν και πρέπει να συμβιώνουν και να εξελίσσονται με ίσες ευκαιρίες όλοι, επιχειρηματίες και εργαζόμενοι, γυναίκες και άντρες. Η αύξηση των ευθυνών του άντρα γίνεται για να πειστεί η λαϊκή οικογένεια ότι η ευθύνη της αναπαραγωγής των μελών της είναι αποκλειστικά δική της ευθύνη.

Ο ΣΥΝ θα λέγαμε ότι ξεπερνά και τα δυο κόμματα όσον αφορά την προτεραιότητα που βάζει στην υπεράσπιση και διεύρυνση των αστικών θεσμών. Ως αιτία της γυναικείας ανισοτιμίας θεωρεί την πατριαρχική κοινωνία, κρύβοντας ότι στην οικονομική βάση του καπιταλισμού γεννιέται η ανισοτιμία και όχι στις πατριαρχικές αντιλήψεις. Διακηρύσσει ότι καθοδηγείται «από τους στρατηγικούς στόχους του φεμινισμού και εντάσσει τη διάσταση της ισότητας στους θεσμούς της δημοκρατίας και της κοινωνίας»[17].

Υπερασπίζεται «το πολύμορφο και πολύχρωμο γυναικείο φεμινιστικό κίνημα», την πολιτική των «ίσων ευκαιριών» παντού και την αύξηση των ποσοστώσεων στα ΚΛΑ, ως μείωση της αντρικής συμμετοχής στην εξουσία, αλλά «οι γυναίκες σε αυτά τα όργανα να λειτουργούν ως Αντιγόνες και όχι ως Κρέοντες. Να αναδεικνύουν αυτό το πρότυπο, το γυναικείο, της αλληλεγγύης, της τροφού, της προστασίας, της συλλογικότητας…», σημειώνει ο πρόεδρος του ΣΥΝ Αλέκος Αλαβάνος[18]. Υποστηρίζει τη συμμετοχή στους αστικούς θεσμούς για ν’ αλλάξει η «πατριαρχική» πολιτική. Δηλαδή στηρίζει την ενσωμάτωση. Επίσης ζητά αναβάθμιση και διεύρυνση των μηχανισμών ισότητας (!), καθώς και τροποποίηση του άρθρου 116 παρ. 2 του Συντάγματος, έτσι ώστε να προβλέπεται συνταγματικά η υιοθέτηση θετικών δράσεων - ποσόστωση για την πραγματοποίηση της ισότητας.

Ο ΣΥΝ είναι υπέρμαχος του «κοινωνικού διαλόγου» και της «συνεννόησης», ενθαρρύνει τη συγκρότηση γυναικείων κομμάτων και κινήσεων.

Υπερασπίζεται την πολιτική της ΕΕ, ψηφίζει οδηγίες, συνθήκες, αλλά δεν έχει πρόβλημα να ταχθεί «υπέρ» της σταθερής απασχόλησης των γυναικών. «Ανησυχεί» για τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα των γυναικών, όμως η «Λευκή Βίβλος» έχει και τη δική του στήριξη. Διαμαρτύρεται για τις απολύσεις εργαζόμενων γυναικών, αλλά και με τη δική του ψήφο εφαρμόζεται η συνθήκη του Μάαστριχτ που έχει προμετωπίδα την «ανταγωνιστικότητα» και την καπιταλιστική ανάπτυξη.

ΩΣ ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Με βάση όλα τα παραπάνω είναι δική μας υποχρέωση και καθήκον να προσανατολίσουμε τη δράση μας, ώστε ολοένα και περισσότερες γυναίκες από την εργατική τάξη να συνειδητοποιούν την αναγκαιότητα της στράτευσής τους στους λαϊκούς και πολιτικούς αγώνες, για αλλαγή του συσχετισμού μέχρι το επίπεδο της εξουσίας υπέρ των εργαζόμενων γυναικών και αντρών, αυτών που παράγουν τον κοινωνικό πλούτο και εισπράττουν ψίχουλα.

Η άμυνα στην ολομέτωπη επίθεση στα δικαιώματα και στη ζωή των γυναικών ουσιαστικά είναι υποχώρηση. Η προοπτική βρίσκεται στην επιθετική διεκδίκηση με άξονα το σύνολο των σύγχρονων και πραγματικών αναγκών της γυναίκας, του νέου ζευγαριού, ολόκληρης της λαϊκής οικογένειας.

Δεν υπάρχει κοινωνικό πρόβλημα, από το εργασιακό, παιδείας, υγείας, αθλητισμού, πολιτισμού έως της δημοκρατίας και της ειρήνης που να μην έχει και γυναικεία διάσταση. Επομένως χρειάζεται και ειδική δράση για τις γυναίκες και με τις γυναίκες, εξειδικευμένη πολιτική στα πλαίσια της γενικής δράσης.

Η απελευθέρωση της γυναίκας και με τη γενική έννοια και με την ιδιαιτερότητα που έχει δεν είναι δυνατόν να κατορθωθεί μέσα στα πλαίσια του καπιταλισμού όσο αναπτυγμένη και να είναι η αστική ελευθερία. Η κατάργηση των νομικών διακρίσεων, αλλά η διατήρηση της ανισότητας στη ζωή, αποδείχνουν πόσο τυπική μπορεί να είναι η ισοτιμία της γυναίκας στον καπιταλισμό.


ΣημειώσειςΣημειώσεις

* Η Αιμιλία Αγκαβανάκη είναι μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ, υπεύθυνη της Διατμηματικής Επιτροπής της ΚΕ για την Ισοτιμία των γυναικών.

[1] Β. Ι. Λένιν: «Η μεγάλη πρωτοβουλία», Απαντα, τόμος 39, σελ. 23, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».

[2] Εφημερίδα «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ - ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΕΣ», 15 Δεκεμβρίου 2002, «Γυναίκα και πολιτική».

[3] 1ο Συνέδριο ΣΕΚΕ 1918.

[4] Αλέκας Παπαρήγα: «Για την απελευθέρωση της γυναίκας», σελ. 57.

[5] Απόφαση Αρείου Πάγου 635/1962 - Νομικό Βήμα 1963, σελ. 470.

[6] Απόφαση Αρείου Πάγου 60/1969. Εφημερίδα Ελλήνων Νομικών 1969, σελ. 344. Β. Καραφυλλίδου «Η νομική θέση της γυναίκας διαχρονικά».

[7] Νόμος 1329/1983 - ΦΕΚ 25/Α/18.2.1983.

[8] Ν. 1250/1982.

[9] Β. Ι. Λένιν: «Η μεγάλη Πρωτοβουλία», Απαντα, τόμος 39, σελ. 24, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».

[10] Διεθνής Σύμβαση 100/1951.

[11] Ν. 46/1975.

[12] Ν. 3488/2006.

[13] Νόμος 3064/2002

[14] Πολιτικό Ντοκουμέντο ELFEM (ImmaBarbarosa Κομμουνιστική Επανίδρυση Ιταλίας).

[15] Μια φεμινιστική εναλλακτική πρόταση για μια άλλη Ευρώπη, ELFEM (Μαϊτέ Μολά ΚΚ Ισπανίας).

[16] Ομιλία του πρωθυπουργού στην εκδήλωση της Γραμματείας Γυναικών της ΝΔ, 22.1.2007.

[17] Ιστοσελίδα του Τμήματος Γυναικών του ΣΥΝ.

[18] Ομιλία στην Πανελλαδική Σύσκεψη Γυναικών του ΣΥΝ, 18.02.2006.