Στο τελευταίο δίμηνο του τρέχοντος έτους κυριάρχησαν ειδήσεις και γεγονότα που αφορούσαν την ανάπτυξη της κυβερνητικής οικονομικής πολιτικής, π.χ. επεξεργασία νομοσχεδίου για την αλλαγή των εργασιακών σχέσεων και του καθεστώτος διεύθυνσης στις πρώην ΔΕΚΟ, προσχέδιο και σχέδιο Κρατικού Προϋπολογισμού για το έτος 2006 με τους ανάλογους προσδιορισμούς στη διαμόρφωση μιας αντιλαϊκής εισοδηματικής πολιτικής. Ταυτόχρονα σημειώθηκαν γεγονότα μαχητικής αντίδρασης από τη μεριά του ταξικά προσανατολισμένου εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος, με κορυφαίο το Πανελλαδικό συλλαλητήριο του ΠΑΜΕ στις 12 του περασμένου Νοεμβρίου.
Οι κοινωνικές αντιθέσεις, αλλά και η εργατική και λαϊκή δυσαρέσκεια σιγοβράζουν και όχι μόνο στην Ελλάδα. Μια μεγάλη φυσική απειλή (π.χ. τυφώνας, σεισμός), κάποιο καταστροφικό ατύχημα στις αερομεταφορές ή κάποιο κοινωνικό πρόβλημα (π.χ. η περιθωριακή κατάσταση πολιτών της Γαλλίας προερχόμενων από μετανάστες) αρκούν, για να αποδειχτεί το βαθιά εκμεταλλευτικό αλλά και ιστορικά καταδικασμένο πρόσωπο του καπιταλιστικού συστήματος.
Σε όλη την «αναπτυγμένη» καπιταλιστική Ευρώπη, ακόμη και στη Γερμανία, το προχώρημα των αντιδραστικών αναδιαρθρώσεων, ιδιαίτερα στις εργασιακές σχέσεις και στο ασφαλιστικό, προκάλεσαν μαζική λαϊκή δυσαρέσκεια, περισσότερο ή λιγότερο βαθιά αντίθεση με τους στόχους της ΕΕ, το μονόδρομο της στρατηγικής της Λισσαβόνας (π.χ. το ΟΧΙ στα δημοψηφίσματα της Γαλλίας και της Ολλανδίας για την επικύρωση της Συνταγματικής Ευρωσυνθήκης).
Οι αντιθέσεις των ισχυρών καπιταλιστικών κρατών - μεταξύ τους ή μεταξύ ομάδων κρατών - για τα μερίδια στη διεθνή καπιταλιστική αγορά, αν και είναι ακόμη ελεγχόμενες, εκδηλώνονται με αμφισβητήσεις ως προς τις ισορροπίες που κατοχυρώθηκαν μετά το β΄ παγκόσμιο πόλεμο.
Οι βαθιές οικονομικές κρίσεις που γνώρισαν σχετικά πρόσφατα οι οικονομίες στα κράτη της Λατινικής Αμερικής και της Ασίας, οι απροκάλυπτες οικονομικο-πολιτικές εξαρτήσεις από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ), την Παγκόσμια Τράπεζα και τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου (ΠΟΕ), από περιφερειακές τελωνειακές ενώσεις όπως η ALCA, οι στρατιωτικές επεμβάσεις και η κατοχή ξένων χωρών από τις ΗΠΑ, όχι μόνο λ.χ. στο Ιράκ, οι απειλές των ΗΠΑ απέναντι στην Κούβα, στη Βενεζουέλα, στην Κορέα, στη Συρία, γενικότερα στη Μέση Ανατολή, δίνουν τη σπίθα της αμφισβήτησης του υπάρχοντος συσχετισμού δυνάμεων, της σημερινής τάξης πραγμάτων. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο εκδηλώνεται η αναζήτηση εναλλακτικής διεξόδου προς όφελος των λαών και του αμοιβαίου διακρατικού οφέλους. Είναι γεγονός ότι σε ορισμένες περιπτώσεις οι αναζητήσεις παραβιάζουν την αδήριτη σχέση οικονομίας - πολιτικής, επιδιώκοντας να δώσουν κοινωνική πολιτική διάσταση στη μονοπωλιακή Ευρωπαϊκή Ενωση ή στην πολιτική του ΔΝΤ.
Στις 18 έως 20 Νοεμβρίου, 73 κομμουνιστικά και εργατικά κόμματα από όλες τις ηπείρους, συναντήθηκαν στην Αθήνα και συζήτησαν το θέμα: «Οι σύγχρονες τάσεις του καπιταλισμού. Οικονομικές, πολιτικές και κοινωνικές επιπτώσεις. Η κομμουνιστική εναλλακτική λύση-προοπτική».
Η ΚΟΜΕΠ, σε μια από τις εκδόσεις της στο έτος 2006, θα ασχοληθεί ειδικότερα με θεωρητικά και πολιτικά ζητήματα στη διαμόρφωση στρατηγικής του κομμουνιστικού κινήματος.
Στο παρόν τεύχος της ΚΟΜΕΠ η κεντρική θεματική ενότητα αφιερώνεται στη σχέση οικονομίας - πολιτικής, με αναφορά στις εξελίξεις στην ΕΕ και στην Ελλάδα.
Διερευνώνται οι οικονομικές εξελίξεις στην Ελλάδα, η πορεία των αναδιαρθρώσεων σε κλάδους στρατηγικής σημασίας (π.χ. στις μεταφορές και στις υποδομές τους), στο ιδιοκτησιακό καθεστώς που αφορά τη χρήση της γης. Ως σχέση οικονομίας-πολιτικής αναδεικνύεται η σχέση Ελλάδας - ΕΕ, η στρατηγική της ΕΕ και οι επιπτώσεις της όχι μόνο για την εργατική τάξη αλλά και τα μεσαία στρώματα, ακόμη και για το πολύ αδύναμο τμήμα του κεφαλαίου, τις μικρές επιχειρήσεις.
Ολα τα τελευταία χρόνια -ιδιαίτερα μετά τη νίκη της αντεπανάστασης στις σοσιαλιστικές χώρες- προωθείται όλο και πιο έντονα σε ολόκληρο τον κόσμο του ιμπεριαλιστικού συστήματος η στρατηγική των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων. Δεν πρόκειται για κάποια «προσωρινή επιλογή» μιας απόχρωσης των πολιτικών εκπροσώπων του κεφαλαίου σε κάποιο κράτος ή ομάδα κρατών, σε κάποια περιφέρεια. Πρόκειται για ιστορικά αναγκαίες οικονομικές - πολιτικές ρυθμίσεις που στοχεύουν στην αναπαραγωγή του συστήματος της εκμετάλλευσης. Φυσικά το μέγεθος, το βάθος, οι ρυθμοί, οι χρόνοι προώθησης και εφαρμογής των αναδιαρθρώσεων κατά περίπτωση διαφέρουν, αφού εξαρτώνται από το επίπεδο και το χαρακτήρα της καπιταλιστικής ανάπτυξης, τους συσχετισμούς δύναμης, τους ειδικούς χειρισμούς που είναι υποχρεωμένοι να κάνουν οι πολιτικοί εκπρόσωποι του κεφαλαίου.
Ολα αυτά μπορεί να δημιουργούν προσωρινές αυταπάτες, μπορεί να κρίνουν ποιο αστικό κόμμα ή, ακόμα πιο γενικά, ποιο πολιτικό σχήμα διαχείρισης αναλαμβάνει κυβερνητική εξουσία, αλλά σε καμία περίπτωση δεν αναιρούν και δεν μπορούν να αναιρέσουν τη δεδομένη στρατηγική. Μια στρατηγική που η πηγή της βρίσκεται στις εσωτερικές ανάγκες του συστήματος της εκμετάλλευσης, στην ανάγκη να εξασφαλίσει διευρυμένη αναπαραγωγή, αλλά και να μπαλώσει όπως-όπως τις ιδιαίτερα οξυμένες αντιθέσεις και αντιφάσεις του.
Γι' αυτό και ουσιαστικά οι καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις αφορούν κάθε χώρα και κάθε πλευρά ζωής απ' άκρο σε άκρο του καπιταλιστικού κόσμου. Δεν πρόκειται για μια συγκυριακή διαδικασία, δηλαδή για μια προσωρινή περίοδο με «πολύ βαριά σύννεφα» που θα την ακολουθήσει η «οικονομική καλοκαιρία». Σε κάθε καινούρια φάση προώθησης των αναδιαρθρώσεων το κεφάλαιο «αχόρταγα» θα αναζητά καινούριες, χειρότερες από τις προηγούμενες αναδιαρθρώσεις και πάντα σε βάρος των εργαζομένων. Αυτή η τακτική, «δίνεις δάκτυλο, παίρνω χέρι και συνεχίζω...», υπαγορεύεται υποχρεωτικά από την ανάγκη των επιμέρους κεφαλαίων να επιβιώνουν στο σκληρό μονοπωλιακό ανταγωνισμό, να κυνηγούν το πρόσθετο κέρδος και να αντιμάχονται την τάση πτώσης του μέσου ποσοστού κέρδους.
Αρα, και το όποιο «διαχειριστικό μείγμα» υποδεικνύεται από τους εκπροσώπους του κεφαλαίου στην άσκηση πολιτικής δεν είναι τίποτα άλλο παρά, η με τον έναν ή άλλο τρόπο προώθηση των ιδιωτικοποιήσεων, η επίθεση στις εργασιακές σχέσεις, η μείωση των αμοιβών, η συνολική χειροτέρευση της ζωής του εργαζόμενου. Το αν κατά περίπτωση επιλέγεται δικομματικό ή όποιο άλλο πολιτικό σύστημα ή αν επιλέγεται κεντροδεξιά ή κεντροαριστερή απόχρωση στην κυβερνητική εξουσία, έχει σημασία μόνο στο είδος των αυταπατών που θα επιχειρήσουν να σκορπίσουν στις λαϊκές μάζες, τους επιμέρους χειρισμούς διαχείρισης, το είδος της μοιρασιάς που θα καθορίσουν στα κυρίαρχα τμήματα του κεφαλαίου. Κατά τα άλλα, ίσως, με «πολλά βήματα μπροστά και λίγα πίσω» ή κατά συγκυρία και σκοπιμότητα, ακόμα και το αντίθετο - σαν προσωρινός διαχειριστικός ελιγμός - στόχος τους είναι η προώθηση όλο και σκληρότερων μέτρων ενάντια στους εργαζόμενους.
Τα περί «εκπροσώπων όλου του λαού» και «του τόπου», της αντιπαράθεσης της «κοινωνίας με αγορά» στην «κοινωνία της αγοράς», της «κοινωνικής παγκοσμιοποίησης» στη «νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση» είναι λογοπαίγνια στην πεπατημένη αναζήτηση ενός «τρίτου» ή «ενδιάμεσου δρόμου ανάπτυξης». Είναι η ουτοπική ή η οπορτουνιστική αναζήτηση φιλολαϊκής πολιτικής διεξόδου στο έδαφος της οικονομικής κυριαρχίας των μονοπωλίων. Πάντα οι δρόμοι θα είναι δύο: για το κεφάλαιο ή για τον εργαζόμενο λαό. Με άλλα λόγια πολιτικές για την επιβίωση του άδικου εκμεταλλευτικού συστήματος ή πολιτικές που οδηγούν στην ανατροπή του.
Ετσι, κανένας κομμουνιστής ή ριζοσπαστικά προβληματιζόμενος αγωνιστής στην Ελλάδα δεν εξεπλάγη με το γεγονός πως η πολιτική της ΝΔ «περπατάει» στην πλατιά λεωφόρο που είχε στρώσει το ΠΑΣΟΚ ως κόμμα του κεφαλαίου. Ούτε πρέπει να παρασυρθεί κάποιος από τη δημαγωγική τακτική του ΠΑΣΟΚ για δήθεν «μη τήρηση των προεκλογικών υποσχέσεων της ΝΔ» κάτι που το βολεύει στην επιδιωκόμενη αμφίδρομη μετακίνηση μεταξύ ΝΔ και ΠΑΣΟΚ. Οι πολιτικοί εκπρόσωποι του κεφαλαίου - ως γαλάζιοι φιλελεύθεροι ή ως πράσινοι ή πρασινορόζ σοσιαλίζοντες - δε χάνουν προεκλογικές και μετεκλογικές ευκαιρίες να «φυτέψουν» τη διαδικασία των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων στα μυαλά των εργαζομένων, ως κοινωνική συνείδηση αναγκαστικής υποταγής στις ανάγκες του κεφαλαίου. Οι άξονες της οικονομικής πολιτικής (απελευθέρωση των αγορών μέσα στην ΕΕ, αποκρατικοποιήσεις, ιδιωτικοποιήσεις, περαιτέρω εμπορευματοποίηση της παιδείας, υγείας, ασφάλισης κλπ., φτηνότερη αγορά της εργατικής δύναμης από το κεφάλαιο, μικρότερη φορολογία στα κέρδη), τόσο της ΝΔ όσο και του ΠΑΣΟΚ, κινούνται στις γενικές σύγχρονες προδιαγραφές του κεφαλαίου. Αφορούν το σύνολο των κρατών-μελών της ΕΕ και έχουν «σφραγιστεί» στις κατευθύνσεις της ΕΕ, με πιο ολοκληρωμένη εκείνη της λεγόμενης στρατηγικής της Λισσαβόνας.
Κατευθύνσεις που στην ουσία τους συμφωνεί και προωθεί και ο ΣΥΝ, αφού δεν παραλείπει να εκδηλώνει την αγωνία του για την «ανταγωνιστικότητα», παραμένει κήρυκας ικανός του «ευρωπαϊκού οράματος», κάνοντας ακόμη και κριτική στις κυβερνήσεις «για καθυστέρηση στους στόχους της Λισσαβόνας». Επιβεβαιώνει έτσι και με αυτόν τον τρόπο την αποστολή του να δίνει «αριστερό» άλλοθι στους στόχους της αστικής τάξης, να τη βοηθά να τους εμφανίζει ως «πανεθνικούς», ως «οράματα ολόκληρου του λαού».
Ο ΣΥΝ, καθώς και η ευρωπαϊκή του έκδοση, το κόμμα της Ευρωπαϊκής Αριστεράς, προσφέρει το εξ αριστερών εμπόδιο στην κοινωνικοπολιτική συσπείρωση μέσα από την οποία μπορεί να ωριμάσει η εναλλακτική πολιτική διέξοδος, από τη σκοπιά των εργατικών και λαϊκών συμφερόντων.
Με αυτά τα δεδομένα γίνεται πιο επιτακτική η ανάγκη να αγκαλιάσει η πρόταση του ΚΚΕ όλο και πλατύτερες δυνάμεις της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων, να τις ενεργοποιεί στην πολύμορφη οργανωμένη δράση, σε αντιπαράθεση με τη στρατηγική του κεφαλαίου και των κομμάτων που το εκφράζουν και το υπηρετούν.
Η πρόταση του ΚΚΕ, συμμαχία λαϊκή, αντιιμπεριαλιστική για τη λαϊκή εξουσία, που θα κοινωνικοποιήσει τα βασικά και συγκεντρωμένα μέσα παραγωγής και θα τα εντάξει στη λειτουργία του κεντρικού μηχανισμού διεύθυνσης και στον εργατικό έλεγχο, είναι πρόταση ρεαλιστική για τα λαϊκά συμφέροντα. Βρίσκεται σε ασυμφιλίωτη αντίθεση και διαπάλη με τις διάφορες εκδοχές «διόρθωσης» του καπιταλισμού και μετατροπής του σε «ανθρώπινο» σύστημα. Αντιστοιχεί στην αναγκαιότητα και επικαιρότητα του σοσιαλισμού, ως της μόνης εναλλακτικής λύσης σε ένα σύστημα, το καπιταλιστικό, που η ιστορική αποστολή του έχει λήξει ανεπιστρεπτί εδώ και έναν αιώνα.
Αυτή την αναγκαιότητα επιχειρεί να αναδείξει η παρούσα έκδοση της «Κομμουνιστικής Επιθεώρησης», στο αφιέρωμά της με θέμα τη σχέση οικονομίας - πολιτικής. Σε αυτή τη θεματική ενότητα δημοσιεύεται κείμενο-ντοκουμέντο του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ με θέμα: «Η Ευρωπαϊκή καπιταλιστική ενοποίηση, ο ρόλος της στις διεθνείς εξελίξεις, η εναλλακτική πρόταση των κομμουνιστών». Στο κείμενο αφού αναπτύσσεται αναλυτικά ο ρόλος της ιμπεριαλιστικής ένωσης της ΕΕ, διαπιστώνεται ότι:
«Απέναντι στην τάση των μονοπωλίων της Ευρώπης να μεγεθύνονται με τη βοήθεια κοινών διακρατικών πολιτικών, δηλαδή απέναντι στην τάση της καπιταλιστικής ενοποίησης της Ευρώπης σε βάρος των λαών της, ένας δρόμος και μόνον υπάρχει η προοπτική απελευθέρωσης των λαών από την εκμετάλλευση του κεφαλαίου, επομένως και από τις σχέσεις ανισοτιμίας και εξάρτησης που χαρακτηρίζουν το ιμπεριαλιστικό σύστημα και τις ενώσεις του.
Πλήρης κατοχύρωση κυριαρχικών δικαιωμάτων, αμοιβαίες επωφελείς οικονομικές σχέσεις, προστασία του πιο αδύνατου κράτους, της οικονομίας του και του λαού του από την εκμετάλλευση είναι στόχοι που δε χωράνε μέσα στις συμμαχίες των καπιταλιστικών κρατών, μέσα στις ιμπεριαλιστικές τους ενώσεις είτε αυτές οικοδομούνται στην Ευρωπαϊκή ή άλλη ήπειρο είτε σε κάποια περιφέρεια».
Eνα από τα τερτίπια που χρησιμοποιεί το κεφάλαιο έτσι που να καμουφλάρει τους πολύ δικούς του στόχους και να τους εμφανίζει σαν «ωφέλιμους για όλο το λαό», αποκαλύπτεται στο άρθρο: «Η αστική στρατηγική για την παραγωγικότητα και ανταγωνιστικότητα». Οι πολιτικοί εκπρόσωποι του κεφαλαίου, αλλά και απευθείας οι ίδιοι οι φορείς του, προτρέπουν για «βελτίωση της ανταγωνιστικότητας και της παραγωγικότητας», που τάχα θα ωφελήσει εξ ίσου τους μεγάλους επιχειρηματίες, τους μισθωτούς εργαζόμενους, τους αυτοαπασχολούμενους... Ουσιαστικά επαναλαμβάνουν την πολύ παλιά ιστορία για το «μεγάλωμα της πίττας», που τάχα θα δώσει τη δυνατότητα σε όλους να έχουν μεγαλύτερο μερίδιο... Πρόκειται για πολύ επικίνδυνο ιδεολόγημα («παραμύθι») που, εκτός από τις αυταπάτες που δημιουργεί, κρύβει το γεγονός ότι ταυτόχρονα μεγαλώνει η εκμετάλλευση των εργαζομένων και επομένως χειροτερεύει η κατάστασή τους, τουλάχιστον σε σχέση με τις νέες δυνατότητες παραγωγικότητας της εργασίας και της κοινωνικής παραγωγής. Σε καμία περίπτωση οι εργαζόμενοι δεν είναι δυνατό να έχουν τους ίδιους στρατηγικούς στόχους με την αστική τάξη - πράγμα που επιδιώκει ουσιαστικά η συνθηματολογία περί «παραγωγικότητας» και «ανταγωνιστικότητας». Στο άρθρο, αφού αποδείχνεται πίσω από τα φαινόμενα και τη δημαγωγία των εκπροσώπων της αστικής τάξης η πραγματικότητα της αύξησης της εκμετάλλευσης, ταυτόχρονα αναδεικνύεται και η μοναδική ταξική επιλογή διεξόδου για την εργατική τάξη και τους συμμάχους της. Πρόκειται για πρόταση που «πατάει γερά» στην πραγματικότητα των νόμων της κοινωνικής εξέλιξης και γι' αυτό είναι η μόνη ρεαλιστική.
Το κείμενο του Τμήματος Οικονομίας της ΚΕ του ΚΚΕ: «Οι εξελίξεις στις ΔΕΚΟ», αναπτύσσει πως στο πλαίσιο της «απελευθέρωσης» σήμερα αλλάζει ο ρόλος των ΔΕΚΟ, πως προσαρμόζονται οι εργασιακές σχέσεις και η διεύθυνσή τους στο στόχο για άμεση μεγιστοποίηση των κερδών τους, με την αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης των εργαζομένων και την επιβάρυνση της λαϊκής κατανάλωσης. Στο κείμενο κωδικοποιούνται οι στόχοι πάλης και αγωνιστικής συσπείρωσης των εργαζομένων, κρίκοι στο γενικότερο κοινωνικό-πολιτικό αγώνα για ανατροπές στο επίπεδο της εξουσίας και επομένως της πολιτικής.
Αρθρο με θέμα: «Οι καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις στα λιμάνια» φωτίζει τη σχέση οικονομίας-πολιτικής στη λειτουργία των υποδομών των θαλασσίων, των πιο ανεπτυγμένων μεταφορών στην Ελλάδα. Παρουσιάζεται κριτικά η πολιτική που εφάρμοσαν διαχρονικά οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ, και σιγοντάρεται η υποβοήθησή τους από την πολιτική του ΣΥΝ.
Αναδεικνύεται και εδώ ότι όποιος εκσυγχρονισμός και όποια μεταρρύθμιση στη σχέση κρατικού και ιδιωτικού κεφαλαίου, στις εργασιακές σχέσεις, στο μηχανισμό ορισμένου σχεδιασμού και κρατικής ρύθμισης, υπηρετούν το κίνητρο του καπιταλιστικού κέρδους. Η μεγαλύτερη ένταξη των ελληνικών λιμανιών στο «Δίκτυο Ευρωπαϊκών Μεταφορών» γίνεται με τους νόμους της καπιταλιστικής αγοράς, επομένως με σχέσεις έντασης της εκμετάλλευσης και της ανισομετρίας. Από την άλλη πλευρά αναδεικνύονται οι οικονομικές πολιτικές προϋποθέσεις, ώστε τα λιμάνια της χώρας να αναπτυχθούν, εκσυγχρονιστούν και λειτουργικά να διασφαλίζουν τη διασύνδεση των εγχώριων μέσων μεταφοράς με κριτήριο την ικανοποίηση των λαϊκών αναγκών και όχι το μονοπωλιακό κέρδος, τις πραγματικές διαστάσεις του εξωτερικού εμπορίου και της επιβατικής εξωτερικής μετακίνησης, διαστάσεις που απορρέουν από τις ανάγκες της λαϊκής οικονομίας.
Σε ένα τέτοιο θεματικό αφιέρωμα θα ήταν έλλειψη αν δεν υπήρχε άρθρο με ιδιαίτερη αναφορά στις δυνάμεις που κατέχουν μέσα παραγωγής αλλά, περισσότερο (αυτοαπασχολούμενοι) ή λιγότερο (μικρές επιχειρήσεις), πλήττονται από την πολιτική του κεφαλαίου και αντικειμενικά έχουν συμφέρον να αγωνιστούν μαζί με την εργατική τάξη ενάντια στα μονοπώλια και τις ιμπεριαλιστικές ενώσεις. Το άρθρο: «Η αστική πολιτική για τις μικρές επιχειρήσεις», αφού ορίζει διακριτά τη «μικρή επιχείρηση» και κάνει σύντομη ιστορική αναδρομή της εξέλιξής της τις τελευταίες δεκαετίες μετά τη μεταπολίτευση, αποκαλύπτει τη φιλομονοπωλιακή ουσία των πολιτικών της τωρινής κυβέρνησης της ΝΔ, αλλά και του ΠΑΣΟΚ σαν προηγούμενης κυβέρνησης και τωρινής αντιπολίτευσης. Κάνει κριτική στην πολιτική του ΣΥΝ που οδηγεί, μέσα από φαινομενικά «ουτοπικές», «ανεδαφικές» προτάσεις, στη στήριξη της φιλομονοπωλιακής πολιτικής. Αυτές οι επιλογές των αστικών κομμάτων και του εκπροσώπου του δεξιού οπορτουνισμού στην Ελλάδα, αποκαλύπτεται από τις προτάσεις-επιλογές σε τομείς όπως το φορολογικό, η χρηματοδότηση, το ασφαλιστικό, η θέση τους σε σχέση με τις επιλογές της ΕΕ. Αναδεικνύεται η αντιφατικότητα της εκάστοτε αστικής διακυβέρνησης, που από τη μια επιδιώκει να εξασφαλίζει αυτό το τμήμα του κεφαλαίου και τους αυτοαπασχολούμενους ως σύμμαχες δυνάμεις της και από την άλλη να εφαρμόζει πολιτικές επιτάχυνσης της συγκεντροποίησης του κεφαλαίου.
Σε αυτήν την ενότητα η Συντακτική Επιτροπή της ΚΟΜΕΠ φιλοδόξησε να ανοίξει ένα ειδικό και εν πολλοίς αδιερεύνητο θέμα, την πολιτική γης.
Ηρθε στην επικαιρότητα, για άλλη μια φορά, με τις επιχειρούμενες από τη σημερινή κυβέρνηση τροποποιήσεις στο κτηματολόγιο.
«Πολιτική γης και Εθνικό Κτηματολόγιο». Αρθρο το οποίο αναδεικνύει: Τη διάσταση μεταξύ της χρήσης γης ως εμπορεύματος σε σχέση με τη χρήση γης ως κοινωνικού αγαθού. Την ταξική αντίθεση που εδράζεται στην ατομική ιδιοκτησία της γης από τη μια και στην ανάγκη της κεντρικά σχεδιασμένης αξιοποίησής της -η γη ως κτήμα όλων των μελών της κοινωνίας- από την άλλη. Το άρθρο εξηγεί τις αιτίες καθυστέρησης στη διαμόρφωση κτηματολογίου και δασολογίου, καθώς και τις επιμέρους αντιθέσεις που εκδηλώθηκαν στις απόπειρες που έγιναν.
Ακόμη, σε αυτό το τεύχος της ΚΟΜΕΠ δημοσιεύονται δύο από τα υλικά της Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης του κόμματος για τη δουλιά στη νεολαία και τη στήριξη της ΚΝΕ. Πρόκειται για την Εισήγηση της ΚΕ προς τη Συνδιάσκεψη και την τελική ομιλία της ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ Αλέκας Παπαρήγα προς αυτήν.
Στις επόμενες εκδόσεις της ΚΟΜΕΠ θα δημοσιευτούν διαδοχικά τα δύο Κείμενα Αποφάσεις που διαμόρφωσε η Συνδιάσκεψη.
Περιλαμβάνεται επίσης η δημοσίευση των Κομματικών Ντοκουμέντων για τη χρονική περίοδο από 30 Σεπτεμβρίου έως 23 Νοεμβρίου 2005, μεταξύ των οποίων και η Απόφαση της ΚΕ του ΚΚΕ: «Για τις Δημοτικές και Νομαρχιακές εκλογές του 2006. Πλαίσιο συσπείρωσης και συνεργασίας», καθώς και Θεματικό Ευρετήριο και για τις έξη εκδόσεις του 2005.
Μαζί με το παρόν τεύχος διακινείται έκτακτη έκδοση της ΚΟΜΕΠ που περιλαμβάνει το Θεματικό Ευρετήριο των περιεχομένων όλων των εκδόσεών της στην πενταετία 2001-2005.
Τέλος, οι τιμές πώλησης και συνδρομής της «Κομμουνιστικής Επιθεώρησης» κρατήθηκαν σε πολύ χαμηλά επίπεδα. Παρά τις προσπάθειές μας να συγκρατηθεί η τιμή της ΚΟΜΕΠ στο σημερινό επίπεδο, οι αυξημένες απαιτήσεις του κόστους έκδοσής της οδηγούν αναπόφευκτα και σε μια ορισμένη αύξηση της τιμής της. Ζητάμε την κατανόηση των αναγνωστών της ΚΟΜΕΠ και υποσχόμαστε να αναπληρώσουμε, δείχνοντας ακόμα μεγαλύτερη απαιτητικότητα στη βελτίωση της ΚΟΜΕΠ.
Ενημερώνουμε τους αναγνώστες και τις αναγνώστριες της ΚΟΜΕΠ ότι οι τιμές της από το τεύχος Νο 1/2006 διαμορφώνονται ως εξής:
Τιμή πώλησης τεύχους: 4,00 ευρώΕτήσια συνδρομή εσωτερικού: 22,00 ευρώΕτήσια συνδρομή εξωτερικού: 45,00 ευρώ.