Με την ανακοίνωση του Προγράμματος του ΠΑΣΟΚ την 1η Μαρτίου 2007, τα αστικά ΜΜΕ που το στηρίζουν ανέλαβαν να διαμορφώσουν εντυπώσεις για το δήθεν φιλολαϊκό προφίλ του Προγράμματος. Ετσι φιλοξενήθηκαν άρθρα, έγιναν εκπομπές και συνεντεύξεις με κύριο στόχο να αποδείξουν ότι το «νέο» Πρόγραμμα αποτελεί «στροφή» του ΠΑΣΟΚ προς τα λαϊκά στρώματα, ότι «επανασυνδέει» το ΠΑΣΟΚ με την «παραδοσιακή κοινωνική του βάση», ότι αποτελεί «ρεαλιστική πρόταση διεξόδου» για τα φτωχά λαϊκά στρώματα και την αντιμετώπιση κοινωνικών προβλημάτων, ότι στη βάση του Προγράμματος δίνεται η δυνατότητα για υψηλή εσωκομματική συσπείρωση του ΠΑΣΟΚ μεγαλώνοντας τις προοπτικές για νίκη.
Το νέο Πρόγραμμα του ΠΑΣΟΚ δεν εξαγγέλλει νέα πολιτική, νέα στρατηγική στόχευση. Είναι η ίδια με αυτή που ακολούθησε το ίδιο ως κυβέρνηση τα προηγούμενα χρόνια και που σήμερα υλοποιεί η κυβέρνηση της ΝΔ. Η γλαφυρή και αναλυτική κωδικοποίηση της στρατηγικής του κεφαλαίου, όπως αυτή είναι επεξεργασμένη από τα πιο έγκυρα επιτελεία της ΕΕ, του ΟΟΣΑ, του ΣΕΒ, είναι κυρίαρχη σε όλο το Πρόγραμμά του. Ουσιαστικά με το Πρόγραμμά του κάνει μια προσπάθεια προσαρμογής στην προώθηση της στρατηγικής της Λισσαβόνας, έτσι όπως συμπληρώνεται στην πορεία από τις Συνόδους Κορυφής της ΕΕ. Η πολιτική του είναι πολιτική εξυπηρέτησης των συμφερόντων των ελληνικών μονοπωλίων που αντικειμενικά δεν οδηγεί στη λύση αλλά στην όξυνση των κοινωνικών αντιθέσεων και των λαϊκών προβλημάτων. ΠΑΣΟΚ και ΝΔ αντιπαρατίθενται στο έδαφος των λαϊκών προβλημάτων προσπαθώντας να αποπροσανατολίσουν από τις πραγματικές αιτίες τους. Ετσι το ΠΑΣΟΚ κατηγορεί τη ΝΔ ότι κυβερνάει με «πυξίδα τη διευθέτηση συμφερόντων»[1], «μεταφέρει το κόστος της εξυγίανσης στην κοινωνία», «βάζει στο περιθώριο τις αναπτυξιακές προοπτικές της χώρας», ότι «βλάπτει τα συμφέροντα των πολλών»[2]. Παρόμοια επίθεση εξαπέλυε από τη θέση της αντιπολίτευσης και η ΝΔ στην κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ κατηγορώντας την για «αλαζονεία», «κωλυσιεργία», «παλινδρομήσεις και καθυστερήσεις» για την εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων[3]. Αυτή η αντιπαράθεση, η οποία θα οξυνθεί στην πορεία προς τις εκλογές, προσπαθεί να συσκοτίσει τη συμφωνία και των δύο κομμάτων στις στρατηγικές επιλογές του κεφαλαίου, στην προώθηση των λεγόμενων «μεταρρυθμίσεων».
Το ΠΑΣΟΚ αντιπολιτευόμενο εμφανίζει τον εαυτό του ως δύναμη που μπορεί να υλοποιήσει τις μεταρρυθμίσεις με το λιγότερο δυνατό κόστος, όπως το 2004 η ΝΔ εμφανίζονταν ως δύναμη «ήπιας προσαρμογής». Ετσι προσπαθεί να διαμορφώσει τη διαχωριστική γραμμή με την πολιτική της ΝΔ. Στην προσπάθεια να δείξει ότι δεν ασκεί ψεύτικη αντιπολίτευση στη ΝΔ, αλλά και για να τη φθείρει εκλογικά, η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ ενισχύει κινητοποιήσεις με αιτήματα που σε καμία περίπτωση δεν αντιμετωπίζουν την κάλυψη πραγματικών αναγκών και τις αιτίες μη ικανοποίησης, π.χ. η κήρυξη απεργίας από τη ΓΣΕΕ για τη διαχείριση των ομολόγων.
Ταυτόχρονα υπερασπίζει την «κοινωνική συνοχή» και κατακεραυνώνει την κυβέρνηση ότι προκαλεί κοινωνική αναταραχή! Εμφανίζεται έτσι ως εγγυητής της ομαλότητας (!) ως εκείνος ο διαχειριστής που μπορεί να επιλύει τα προβλήματα με το διάλογο και τη συμμετοχή και δίχως κοινωνική αναστάτωση!
Τα προβλήματα που παρουσιάζονται στην αναπαραγωγή του κοινωνικού κεφαλαίου έχουν οδηγήσει τον καπιταλισμό και τις κυβερνήσεις του να εγκαταλείψουν εδώ και πολλά χρόνια την πολιτική των εκτεταμένων καπιταλιστικών κρατικοποιήσεων και των παροχών ενσωμάτωσης της εργατικής τάξης, που ήταν στις δυνατότητες του συστήματος πριν από 40-50 χρόνια και να εφαρμόζουν την πολιτική των ιδιωτικοποιήσεων, των ελαστικών ωραρίων, της εμπορευματοποίησης κοινωνικών τομέων, που προηγουμένως το κεφάλαιο απείχε (π.χ. στην υγεία - πρόνοια κ.α.).
Σε αυτή την αλλαγή έπαιξαν αποφασιστικό ρόλο τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, τα οποία έγιναν εξίσου ένθερμοι υπερασπιστές των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων με τα «συντηρητικά» που τις ξεκίνησαν πρώτα.
Επομένως οι δυσκολίες της σημερινής φάσης του καπιταλισμού δεν αφήνουν περιθώρια που θα ευνοούσαν το λεγόμενο «κοινωνικό κράτος» (παρότι τέτοιο κράτος στον καπιταλισμό δεν υπήρξε ούτε μπορεί να υπάρξει), και γίνονται πηγή κρίσης της στρατηγικής της σοσιαλδημοκρατίας. Πρόκειται για ένα βαθύτατα ιδεολογικό πρόβλημα, εξαιτίας του οποίου τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα δεν μπορούν να διαφοροποιηθούν από τα «δεξιά» ούτε προσχηματικά. Από εδώ και η αμηχανία - δημαγωγία πολιτικών ηγεσιών, ότι «πρέπει να πάρει τη θέση της η πολιτική, να μπει στο προσκήνιο»!
Το σύνθημα της «Δίκαιης Κοινωνίας» αποτελεί σημαντικό στοιχείο της διαχωριστικής γραμμής που προσπαθεί να σηκώσει το ΠΑΣΟΚ απέναντι στη ΝΔ. Ποια είναι όμως η «Δίκαιη Κοινωνία» που «οραματίζεται» το ΠΑΣΟΚ;
«Οραμά μας και στόχος μας είναι μια κοινωνία δίκαιη, με αναδιανομή πόρων, ευκαιριών και εισοδήματος υπέρ των ασθενέστερων κοινωνικών ομάδων. Ετσι έβλεπε και βλέπει το ΠΑΣΟΚ τον σοσιαλισμό. Μια Ελλάδα με κοινωνική δικαιοσύνη … ισχυρή κοινωνική αλληλεγγύη σ’ αυτούς που δεν μπορούν … ίσες ευκαιρίες συμμετοχής σε άνδρες και γυναίκες, με νέους κανόνες και ισορροπίες ανάμεσα στον δημόσιο τομέα, στον ιδιωτικό τομέα και στην κοινωνία των πολιτών»[4].
Αν δεν υπήρχε η πολύχρονη πρακτική του ΠΑΣΟΚ ως κυβερνητικού κόμματος αυτές οι διακηρύξεις του καθώς και άλλων τέτοιων κομμάτων της σοσιαλδημοκρατίας, θα μπορούσαν να θεωρηθούν «ουτοπικές» υποσχέσεις για έναν καπιταλισμό με «ανθρώπινο πρόσωπο». Ετσι στη «Δίκαιη Κοινωνία» του ΠΑΣΟΚ:
- Ο ιμπεριαλισμός, στον οποίο τα ισχυρά μονοπώλια και τα κράτη που τα στηρίζουν διεξάγουν έναν ανελέητο αγώνα μέχρι θανάτου για τον έλεγχο των αγορών, των πηγών και δρόμων ενέργειας, των εδαφών, μπορεί να εκδημοκρατιστεί. Αυτό εκφράζει το σύνθημα «εκδημοκρατισμός της παγκοσμιοποίησης»! .
Η καπιταλιστική αγορά που κυριαρχείται από τους νόμους της κερδοφορίας, που στηρίζεται στην εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, που λειτουργεί με το σκληρό ανταγωνισμό, μπορεί να ελεγχθεί και να υποταχθεί στις λαϊκές ανάγκες!
- Προβάλλει ως πολιτικό μέσο για τη λεγόμενη «δίκαια αναδιανομή», που θα ωφελήσει δήθεν τα λαϊκά στρώματα, τη σωστή επιλογή στο «μίγμα κρατικής παρέμβασης και αγοράς».
Ομως η αγορά δεν είναι κάτι αφηρημένο, αφορά πρώτα απ’ όλα τη μισθωτή εργασία, όλα τα εμπορεύματα και αυτό είναι ο καπιταλισμός. Το ΠΑΣΟΚ κρύβει ότι η αστική κρατική παρέμβαση δεν είναι και ποτέ δεν ήταν ουδέτερη αλλά πάντα προς όφελος της καπιταλιστικής αγοράς. Αλλωστε κάθε επιλογή και εφαρμογή ενός «μίγματος» έχει ως αποτέλεσμα το αστικό κράτος να στηρίζει πιο αποτελεσματικά την καπιταλιστική κερδοφορία.
- Τη λεγόμενη «δίκαια συμμετοχή» θα εξασφαλίσει η «αποκέντρωση» και η ενεργοποίηση της λεγόμενης «κοινωνίας των πολιτών».
Δηλαδή δίκαια συμμετοχή για το ΠΑΣΟΚ σημαίνει προσαρμογή της Τοπικής Αυτοδιοίκησης στο νέο πλέγμα των κρατικών ρυθμίσεων για την αποτελεσματικότερη λειτουργία τους (π.χ. στην εμπορευματοποίηση κοινωνικών αναγκών όπως για ΑμΕΑ, παιδιά, ανάγκες «τρίτης ηλικίας» κλπ.), σημαίνει καλύτεροι μηχανισμοί ενσωμάτωσης και εξασφάλισης της κοινωνικής συναίνεσης.
Πρόκειται για συνειδητή προσπάθεια του ΠΑΣΟΚ να διαστρεβλώσει κάθε σκέψη για κοινωνική αλλαγή, να διαστρεβλώσει το ίδιο το περιεχόμενο του σοσιαλισμού, να το εκμηδενίσει εντάσσοντάς το ως σύνθημα στα πλαίσια της αστικής στρατηγικής. Είναι συνειδητή επιλογή με στόχο να συσπειρώσει λαϊκές δυνάμεις σε μια πιο ενεργητική στήριξη της δικής του υποσχόμενης διαχείρισης.
Παρουσιάζοντας τη λεγόμενη «παγκοσμιοποίηση» ως μια ανυπέρβλητη διαδικασία, την οποία μπορεί κανείς μόνο να την πάρει υπόψη του, ώστε ανάλογα να χαράξει την πολιτική του στο πλαίσιό της, η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ:
Πρώτον: Υπερασπίζεται το «σοσιαλιστικό» του χαρακτήρα στη βάση ότι μπροστά σε μια αδήριτη αντικειμενική διαδικασία (λες και αυτή ξετυλίγεται μόνη της και όχι και με την πολιτική όλων των αστικών κομμάτων) το ΠΑΣΟΚ, σε διάκριση από τη «συντήρηση», ενεργοποιεί τα χαρακτηριστικά της κοινωνικής αλληλεγγύης, της αναδιανομής του πλούτου υπέρ των φτωχότερων και της δικαιοσύνης, παρά τις αντικειμενικές δυσκολίες!
Δεύτερον: Επιτίθεται στο ΚΚΕ χαρακτηρίζοντας την πολιτική του ως μη ρεαλιστική («πουθενά στον κόσμο δε γίνονται αυτά»), προκειμένου να μειώσει την εμβέλεια της απήχησης θέσεων του ΚΚΕ στη λαϊκή βάση του ΠΑΣΟΚ, αλλά και για να αποσπάσει ψηφοφόρους.
Από το Πρόγραμμα του ΠΑΣΟΚ απουσιάζει κάθε αναφορά σε ορισμένα ζητήματα και ερωτήματα που απασχολούν την εργατική τάξη, όπως το ζήτημα της ανύπαρκτης δημοκρατίας στους τόπους δουλειάς, των δεκάδων νεκρών εργατών θυμάτων της εργοδοτικής αυθαιρεσίας, το τι θα γίνει με τους μισθούς που δεν καλύπτουν τις σύγχρονες ανάγκες της εργατικής οικογένειας κ.ά. Δεν πρόκειται βεβαίως για «αμέλεια». Πρόκειται για το γεγονός ότι η πολιτική προώθησης της στρατηγικής του κεφαλαίου δεν μπορεί παρά να θεωρεί ως «φυσική» κατάσταση στα πλαίσια της ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας, την εργοδοτική τρομοκρατία και τα «εργατικά ατυχήματα», ενώ βέβαια δε γίνεται συζήτηση για το αν ο μισθός πρέπει να καθορίζεται από τις διευρυνόμενες λαϊκές ανάγκες, τη στιγμή που προέχει η καπιταλιστική επιδίωξη για «μείωση του εργατικού κόστους».
Είναι αναγκαίο οι εργαζόμενοι και η νεολαία να κρίνουν τις πολιτικές δυνάμεις, αμφισβητώντας και απορρίπτοντας την πολιτική εξυπηρέτησης της καπιταλιστικής εξέλιξης, στην οποία εντάσσεται και η πολιτική των καπιταλιστικών μεταρρυθμίσεων. Να μην αποπροσανατολιστούν από τους δικομματικούς καβγάδες και την τεχνητή τους οξύτητα, να συνειδητοποιήσουν τι βρίσκεται πίσω από τις όποιες υποσχέσεις τους.