Η κατάσταση της αγροτιάς πάει από το κακό στο χειρότερο εξαιτίας των πολιτικών που εφαρμόστηκαν και των μέτρων που χρησιμοποιήθηκαν σαν εργαλεία για το ξερίζωμα δεκάδων χιλιάδων μικρών παραγωγών από τη γη τους. Η γεωργική απασχόληση μεταξύ των δύο απογραφών 1991 και 1999-2000 μειώθηκε κατά 14,6%. Από το 1981 μέχρι σήμερα ξεκληρίστηκαν πάνω από 182.000 νοικοκυριά, ενώ περισσότεροι από 70.000 αγρότες αδυνατούν να πληρώσουν τα χρέη τους στην ΑΤΕ.
Στην περίοδο 1995-2003 η μέση ετήσια αύξηση της συνολικής ακαθάριστης αξίας της αγροτικής παραγωγής ήταν μηδενική με αποτέλεσμα η συμμετοχή του Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος στο συνολικό ΑΕΠ της χώρας, να μειωθεί από 9,1% το 1995 στο 6% το 2003[1].
Οι αναθεωρήσεις της ΚΑΠ που έγιναν στη δεκαετία του 1990 μαζί με τη συμφωνία της ΓΚΑΤΤ και στη συνέχεια του ΠΟΕ συνέβαλαν να διατηρηθεί η στασιμότητα στην αγροτική οικονομία της χώρας μας και βοήθησαν να γίνουν σημαντικά βήματα στη συγκέντρωση της παραγωγής σε λιγότερα χέρια, δημιούργησαν αρνητικές συνέπειες για τους μικρομεσαίους αγρότες.
Σε μια σειρά αγροτικά προϊόντα οι τιμές είναι πολύ μικρότερες από το κόστος παραγωγής π.χ. ροδάκινα, σιτηρά, σταφίδα, τομάτα κλπ., συρρικνώνοντας ακόμη περισσότερο το ισχνό εισόδημα της αγροτικής οικογένειας. Ταυτόχρονα, η κερδοσκοπία των εμποροβιομηχάνων έχει πάρει προκλητικές διαστάσεις. Με τις πλάτες της κυβέρνησης και της ΕΕ κάνουν αθρόες εισαγωγές εκβιάζοντας τους αγρότες να πουλήσουν κοψοχρονιά την παραγωγή τους. Η διεύρυνση της ΕΕ οξύνει παραπέρα τον ανταγωνισμό ανάμεσα στα ελληνικά αγροτικά προϊόντα και τα αντίστοιχα νεοεισαχθέντων χωρών.
Συνεπώς όχι μόνο σήμερα αλλά πολύ περισσότερο το επόμενο διάστημα θα χειροτερέψει η θέση των μικρομεσαίων αγροτών στη χώρα μας. Θα υποστούν ακόμη περισσότερο τις οδυνηρές συνέπειες της καπιταλιστικής διαδικασίας συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης της γης και της παραγωγής αναγκαζόμενοι να εγκαταλείψουν την αγροτική δραστηριότητα ή θα παραμείνουν με όλο και χειρότερους όρους στη γη και την παραγωγή τους.
Παρόλη την αναμφισβήτητη επιδείνωση της κατάστασης της μικρομεσαίας αγροτιάς είναι γεγονός ότι η δράση και η αποτελεσματικότητα της δουλιάς μας δυσκολεύεται αντικειμενικά λόγω της γήρανσης του πληθυσμού, ενώ δυσκολεύουν την κατάσταση οι λεγόμενες επιδοτήσεις, που ενώ δεν αναστέλλουν τη διαδικασία καταστροφής των μικρών και μεσαίων αγροτικών νοικοκυριών, καλλιεργούν ελπίδες. Οι περιορισμένες και διάσπαρτες -γεωγραφικά- κομματικές δυνάμεις, δεν επαρκούν στις συνθήκες αυτές, αναδεικνύεται επιτακτικά το καθήκον της ισχυροποίησης του Κόμματος στην ύπαιθρο.
Σήμερα μπροστά στο 17ο Συνέδριο καλούμαστε να ξεπεράσουμε αυτές τις δυσκολίες, ώστε να δυναμώσουμε τις ΚΟΒ της υπαίθρου, διευρύνοντας την αυτοτελή πολιτική τους παρέμβαση και δράση, παίρνοντας πρωτοβουλίες ανάδειξης των προβλημάτων και οργάνωσης της πάλης των αγροτών για τη λύση τους.
Η ΚΟΒ της υπαίθρου βρίσκεται μπροστά σε δύσκολα προβλήματα. Καλείται όχι απλά να καταγράψει τις αρνητικές συνέπειες της κυρίαρχης πολιτικής που είναι σε όλους ορατές. Οχι μόνο να ξεσκεπάσει τις αιτίες και τους υπεύθυνους και να απορρίψει το μονόδρομο της ΕΕ, αλλά κυρίως να προβάλλει πειστικά και με επιχειρήματα το δρόμο ανάπτυξης της γεωργίας στα πλαίσια της λαϊκής οικονομίας που προτείνει το ΚΚΕ προς όφελος όλων των λαϊκών στρωμάτων. Αυτή την ικανότητα και τέχνη χρειάζεται να κατακτήσουν οι ΚΟΒ, τα μέλη του Κόμματος ώστε προσεγγίζοντας σωστά το πρόβλημα να το αξιοποιούν για να φανεί ο πολιτικός ορίζοντας της λύσης του. Κλειδί στο να κατακτηθεί μόνιμα και σταθερά ένας τέτοιος τρόπος λειτουργίας και δράσης των ΚΟΒ αποτελεί η ποιοτική βελτίωση της καθοδηγητικής μας βοήθειας, ιδιαίτερα από τους καθοδηγητές και από τα Αχτιδικά Γραφεία.
Η δουλιά στην ύπαιθρο δεν είναι εύκολη. Οι δυσκολίες γνωστές και υπαρκτές. Αρκετούς μήνες μετά τις εκλογές η κατάσταση παραμένει -γενικά- η ίδια. Ομως αντικειμενικά δημιούργησε προϋποθέσεις και ανέδειξε δυνατότητες που μπορούμε με τη δράση μας να τις αξιοποιήσουμε και να τις διευρύνουμε.
Υπάρχουν αυταπάτες σε μεγάλα τμήματα των αγροτών ότι μπορεί ν’ αλλάξει η κατάσταση, να βελτιωθεί το εισόδημά τους με επιμέρους μέτρα από την κυβέρνηση της ΝΔ ή μικροκατακτήσεις μιας περιοχής ή ενός τμήματος της αγροτιάς που παλεύει για μεγαλύτερη τιμή στα προϊόντα του. Αυτές τις αυταπάτες καλούμαστε οι κομμουνιστές με την πρωτοπόρα συμμετοχή και δράση στους αγώνες να ξεκαθαρίσουμε, ταυτόχρονα με την προβολή και εκλαΐκευση της πολιτικής πρότασης του ΚΚΕ για μια ανάπτυξη που κινητήρια δύναμή της θα είναι η ικανοποίηση των λαϊκών αναγκών και όχι τα κέρδη των καπιταλιστών. Αυτό προϋποθέτει από μέρους μας πειστικά επιχειρήματα και κατανοητά παραδείγματα. Π.χ. αν υποθέσουμε ότι πούλησαν σε καλή τιμή φέτος, σημαίνει ότι αυξήθηκε το πραγματικό εισόδημά τους σε σχέση με πέρυσι; Οι ανατιμήσεις των εμποροβιομηχάνων στις τιμές των αγροτικών εφοδίων και μηχανημάτων, οι αυξήσεις σε βασικά είδη πλατιάς λαϊκής κατανάλωσης, τα αυξημένα έξοδα του παιδιού που σπουδάζει, τα αυξημένα ετήσια έξοδα των φαρμάκων ή της ιατρικής περίθαλψης, τα τοκογλυφικά επιτόκια της ΑΤΕ, ισοσκελίζονται με τη συγκυριακή αύξηση της τιμής του προϊόντος; Τι λέει η προηγούμενη εμπειρία; Η αυξημένη -σε μια περιοχή- τιμή του αγελαδινού γάλακτος εμπόδισε τη δραστική μείωση συνολικά των μικρών κτηνοτροφικών νοικοκυριών από 32.000 σε 9.500 με αποτέλεσμα το 9% των μεγάλων εκμεταλλεύσεων γαλακτοπαραγωγής να παράγει το 54,4% της συνολικής παραγωγής;
Τα παραπάνω παραδείγματα -θα μπορούσαμε να αναφέρουμε πολλά- αναδείχνουν την ανάγκη να κατανοηθεί πλατιά μέσα στη μάζα των αγροτών ότι ριζική λύση δεν μπορεί να δοθεί από ένα παραγωγό ή για ένα προϊόν σε μια περιοχή, έστω και αν κερδήθηκε μια μάχη. Λύσεις ριζικές, μόνιμες και προς το συμφέρον της μικρομεσαίας αγροτιάς θα δοθούν μόνο σε συνθήκες σύγκρουσης και ρήξης των λαϊκών δυνάμεων με την κυρίαρχη πολιτική και τις πολιτικές δυνάμεις που την προωθούν και τη στηρίζουν.
Η ΚΕ στις θέσεις της εκτιμάει ότι «οι αγροτικοί αγώνες που αναπτύχθηκαν τα τελευταία χρόνια ήταν από τους πιο σημαντικούς αγώνες, όλης της περιόδου της μεταπολίτευσης».
Αυτοί οι αγώνες προσφέρουν πλούσια πείρα για τη δουλιά γενικά του Κόμματος και ιδιαίτερα των ΚΟΒ στην ύπαιθρο, το επόμενο διάστημα.
α) Η μεγάλη διάρκεια, πανελλαδική έκταση, μαζικότητα και μαχητικότητα και κυρίως η εναλλαγή στις μορφές πάλης ήταν το κύριο χαρακτηριστικό της πρωτοβουλίας των αγωνιζόμενων αγροτών που εκφράστηκαν μέσα από τις πλατιές συντονιστικές επιτροπές που δημιουργήθηκαν. Οι αγώνες εκδηλώθηκαν κάτω από την πίεση των μεγάλων και οξυμένων προβλημάτων της αγροτιάς, ανεξάρτητα σε ποιο βαθμό επιδρούσαν στα διάφορα τμήματά της. Οι άμεσες αρνητικές επιπτώσεις στο εισόδημα της αγροτικής οικογένειας οδήγησαν ακόμη και μεγαλύτερους αγρότες -με τα μέτρα της χώρας μας- να πάρουν μέρος γιατί έχαναν σημαντικά ποσά από τις ποσοστώσεις και τις χαμηλές τιμές.
β) Οι κομμουνιστές και ιδιαίτερα τα στελέχη στο αγροτικό κίνημα, πρωτοστάτησαν στην προετοιμασία, στο ξεκίνημα και στην εξέλιξη των αγώνων. Στήριξαν και ενίσχυσαν την πρωτοβουλία των αγροτών στις μορφές πάλης που αποφάσιζαν. Συνέβαλαν να αναδειχτούν οι πραγματικές αιτίες των προβλημάτων και διαμόρφωσαν σωστό πλαίσιο αιτημάτων. Γενικά ανταποκρίθηκαν στις απαιτήσεις του αγώνα, όμως δεν έλειψαν αδυναμίες, παραλείψεις ακόμη και λάθη. Σημαντικότερη αδυναμία το ότι δεν ανοίξαμε έγκαιρα και αποφασιστικά ιδεολογικό μέτωπο απέναντι στους αγροτοσυνδικαλιστές της ΝΔ για τις απόψεις που διατύπωναν και τα αιτήματα που διαμόρφωναν και πρόβαλλαν. Οι θέσεις τους για καλύτερη διαχείριση, στα πλαίσια των αποφάσεων της ΕΕ, για «νόμιμα και παράνομα» βαμπάκια και άλλα προϊόντα δημιουργούσαν συγχύσεις στους αγρότες.
Η δική μας επιχειρηματολογία αρκετές φορές έδινε «μισές» απαντήσεις δεν φώτιζε σε βάθος τις αιτίες και πολύ περισσότερο την προοπτική. Επίσης ορισμένες φορές η τακτική μας- ιδιαίτερα χωρίς ανοικτό ιδεολογικό μέτωπο- δημιουργούσε συγχύσεις και αυταπάτες στους αγρότες για τον ρόλο των στελεχών της ΝΔ. Η παρουσία και οι δηλώσεις κορυφαίων στελεχών της ΝΔ π.χ. Εβερτ, Χατζηγάκης και άλλοι, ενίσχυσαν αυτές τις συγχύσεις και «κέρδιζε» έδαφος η δημαγωγία της ΝΔ.
Σε όλη την διάρκεια των αγώνων εμφανίζονταν πιο έντονα αδυναμίες προσαρμογής των δυνάμεών μας στη νέα κατάσταση που διαμόρφωνε η ΚΑΠ και γενικότερα οι αποφάσεις της ΕΕ και των ελληνικών κυβερνήσεων. Αυτό δυσκόλευε να συνδέουμε και να εντάσσουμε την πάλη για επίκαιρα αιτήματα, όπως οι περιορισμοί και τα πρόστιμα, οι χαμηλές τιμές, στην προοπτική που εμείς δίνουμε για την ανάπτυξη της γεωργίας προς όφελος του λαού. Η προβολή και εκλαΐκευση των θέσεων του Κόμματος, της πολιτικής του πρότασης, δεν αποτελούσε προτεραιότητα στην προπαγάνδα μας από τα στελέχη και γενικά από τις κομματικές μας δυνάμεις που συμμετείχαν στις κινητοποιήσεις. Αντίθετα υπήρχε ένας φόβος μήπως μας κατηγορήσουν για κομματικοποίηση, «διάσπαση» του κοινού αγώνα της αγροτιάς.
Σε μια πορεία -ιδιαίτερα μετά το ξεπούλημα του αγώνα από τους αγροτοσυνεταιριστές της ΝΔ στα Τέμπη- η παρουσία μας βελτιώθηκε αισθητά, το περιεχόμενο των αιτημάτων ήταν πιο ξεκάθαρο, οι αγωνιστικές δυνάμεις ξεχώριζαν στα μάτια της αγροτιάς.
γ) Αυτό όμως γινόταν στα περιορισμένα πλαίσια του μαζικού κινήματος ή για να είμαστε πιο αντικειμενικοί σε αυτούς που συμμετείχαν στις κινητοποιήσεις και σε καμιά περίπτωση δεν μπορούσε να υποκαταστήσει την αυτοτελή πολιτική δουλιά του κόμματος, στη συγκεκριμένη περίπτωση των ΕΠ, ΝΕ, και ΚΟΒ που ήταν αρκετά περιορισμένη και αδύνατη στο σύνολο του αγροτικού κόσμου, πίσω στα χωριά αλλά και στις πόλεις για να φανούν οι πραγματικές αιτίες και οι υπεύθυνοι, να εκφραστεί πιο μαζικά και μαχητικά η συμπαράσταση και η αλληλεγγύη της εργατικής τάξης και των άλλων στρωμάτων της πόλης, οι ευθύνες του ΠΑΣΟΚ, της ΝΔ, ΣΥΝ, αλλά και η συνεπής στάση του ΚΚΕ, η διέξοδος που προτείνει με την πολιτική του πρόταση.
Η ΚΕ σημειώνει γι’ αυτό το ζήτημα στις «Θέσεις» για το 17ο Συνέδριο ότι το ΚΚΕ με τις κεντρικές του πολιτικές παρεμβάσεις έκανε προσπάθεια να αναδείξει ότι το αγροτικό πρόβλημα της χώρας είναι άμεσα συσχετισμένο με την πρόοδο της καπιταλιστικοποίησης της αγροτικής οικονομίας, που προωθείται μέσω των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων. Το Κόμμα προώθησε πολιτική κοινής δράσης στο αγροτικό κίνημα με όλες εκείνες τις αγροτικές δυνάμεις και συνδικαλιστικά στελέχη που ήταν διατεθειμένα να αναπτύξουν οργανωμένες μορφές πάλης γύρω από επίκαιρα αιτήματα. Η κοινή δράση όμως δε συνδυάστηκε όπως έπρεπε με τη γενικότερη αυτοτελή πολιτικο-ιδεολογική δουλιά του Κόμματος, με την προβολή του Προγράμματος του Κόμματος και της πρότασής του για το ΑΑΔΜ. Η ΝΔ κυρίως αξιοποίησε τους αγώνες αυτούς προς όφελός της, ενώ ένα μεγάλο μέρος της αγροτιάς παραμένει εγκλωβισμένο στο ΠΑΣΟΚ.
Αυτή η εκτίμηση της ΚΕ είναι σε πλήρη αντιστοιχία με την πραγματικότητα. Φέρνει στην επιφάνεια αδύνατες πλευρές της δουλιάς μας, υπογραμμίζει την ανάγκη για ολόπλευρη ιδεολογικο-πολιτική και οργανωτική ισχυροποίηση του Κόμματος ώστε να ανταποκριθεί στις ολοένα αυξανόμενες απαιτήσεις στο φως των σύγχρονων εξελίξεων.