Το Εθνικό Κτηματολόγιο αποτελεί το θεσμικό πλαίσιο στο οποίο στηρίζεται η πολιτική γης: ιδιοκτησίες γης, χωροταξικός σχεδιασμός, πολεοδομικές ρυθμίσεις κλπ. Ο ρόλος του δεν περιορίζεται απλά στην αντιμετώπιση κάποιων ιδιοκτησιακών προβλημάτων ή στην κατοχύρωση της κτηματικής πίστης (π.χ. περιλαμβάνει τη συλλογή και επεξεργασία στοιχείων, την καταγραφή των ιδιοκτησιών, των ιδιοκτησιακών σχέσεων, το χαρακτήρα και τις χρήσεις γης). Είναι πολυδιάστατος και δυναμικός. Αφορά και τη συλλογή και επεξεργασία των στοιχείων που είναι απαραίτητα για τον χωροταξικό σχεδιασμό, την καταγραφή, προστασία, αξιολόγηση και αξιοποίηση των φυσικών πόρων και των έργων υποδομής στο δασικό, αγροτικό και πολεοδομικό χώρο και γενικότερα στη χάραξη μιας γενικότερης πολιτικής γης. Η Ελλάδα είναι η μοναδική χώρα στην Ευρώπη που δεν έχει Εθνικό Κτηματολόγιο. Οι πραγματικές αιτίες για την κατάσταση που έχει διαμορφωθεί αφορούν τη διεύρυνση της επικράτειας - νέα εδάφη, την εξέλιξη του αστικού κράτους, την ασυνέχεια στο πέρασμα της γαιοκτησίας στα νέα εδάφη, τις ιδιαιτερότητες και το μέγεθος της ιδιοκτησίας από την Οθωμανική αυτοκρατορία στην παλιά και νέα Ελλάδα (μεγάλες ιδιοκτησίες εκκλησίας, βασιλείας, «φιλελλήνων» κλπ), το μοίρασμα με παρέμβαση του κράτους για κλήρους, κατοικία, στο ορισμένο επίπεδο καπιταλιστικής ανάπτυξης το οποίο επιδρούσε στην ανάπτυξη των ορεινών περιοχών.
Το Δασικό Κτηματολόγιο αποτελεί εργαλείο διαχείρισης από την πλευρά της άρχουσας τάξης, των προβλημάτων της προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος, της αξιοποίησης της δημόσιας περιουσίας, της κατοχύρωσης της κτηματικής πίστης (η χορήγηση δανείου για επιχειρηματική δραστηριότητα προϋποθέτει τίτλους κυριότητας στην έκταση η οποία συμμετέχει στην επένδυση, π.χ. για αιολικά πάρκα), της αξιολόγησης και αξιοποίησης των φυσικών πόρων και των έργων υποδομής του δασικού χώρου, το χωροταξικό σχεδιασμό χρήσεών της. Για τη χάραξη δηλαδή και εφαρμογή μιας πολιτικής γης, σύμφωνα με τις ανάγκες της αστικής τάξης.
Το Δασικό Κτηματολόγιο δεν αφορά χαρτογράφηση γενικώς ιδιοκτησιών. Αφορά την καταγραφή του βασικότερου και σημαντικότερου φυσικού διαθέσιμου της χώρας, των δασικών οικοσυστημάτων, της δασικής γης που περιλαμβάνει πληθώρα βιολογικού, οικολογικού χαρακτήρα στοιχείων.
Μετά το 1821 άρχισαν οι απόπειρες διαμόρφωσης ενός κτηματολογίου. Ομως δεν έγινε ποτέ Κτηματολόγιο. Βασική και κύρια αιτία ήταν και είναι πάντα τα ήδη οργανωμένα συμφέροντα που επωφελήθηκαν από την ανυπαρξία του.
Για τα δάση και τις δασικές εκτάσεις ισχύει με το διάταγμα της 17.11.1836 «περί ιδιωτικών δασών», το «μαχητό Τεκμήριο Κυριότητας υπέρ του Δημοσίου». Σύμφωνα με αυτό, οι διεκδικούντες δάση κλήθηκαν να προσκομίσουν πρωτότυπους τίτλους ιδιοκτησίας σε διάστημα ενός χρόνου, μετά το τέλος του οποίου όλα τα δάση θα «θεωρούνται αδιαφιλονικήτως εθνικά (δηλαδή δημόσια), εκτός εκείνων τα οποία θα αναγνωρισθούν ως ιδιωτικά». Οι γαίες που δεν είχαν δηλωθεί ως ιδιωτικές σύμφωνα με το σχετικό διάταγμα και ήταν δάση - δασικές εκτάσεις, με τεκμήριο αυτόν ακριβώς το χαρακτήρα τους, ανήκαν «κατά τεκμήριο» στο κράτος. Αυτό έγινε γιατί όλες οι συνθήκες που αφορούσαν τη «νέα Ελλάδα» περιείχαν τον όρο της δυνατότητας οι υποχωρούντες Οθωμανοί να μεταβιβάζουν τις ιδιοκτησίες που είχαν επί οθωμανικής κυριαρχίας. Ο όρος αυτός εφαρμόσθηκε μόνο στην Αττική και στην Εύβοια.
Επομένως και παίρνοντας υπόψη τη διεύρυνση της ελληνικής επικράτειας με τις περιοχές της λεγομένης «νέας Ελλάδας», όλες οι «άγριες γαίες», όπως ονομάζονταν τα δάση, οι δασικές εκτάσεις, οι μη καλλιεργούμενες και μη κατοικημένες ήταν καταρχήν δημόσιες, περιήλθαν στο ελληνικό δημόσιο «πολεμικώ δικαίω» ή ως «δοριάλωτες περιοχές» (αλώθηκαν με το δόρυ). Το ελληνικό δημόσιο είναι διάδοχο του Οθωμανικού κράτους και δεν έχει τίτλους ιδιοκτησίας για τις τεράστιες αυτές εκτάσεις. Διαφορετικά, τίτλοι του ελληνικού δημόσιου πρέπει να θεωρηθούν: η Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης (1830) για την Πελοπόννησο και τη Στερεά Ελλάδα, η συνθήκη του Βουκουρεστίου (1881) για τη Θεσσαλία και την Αρτα και η συνθήκη περί ειρήνης μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας (14 Νοεμβρίου 1913) για την Ηπειρο και τη Μακεδονία, ενώ η κατεξοχήν «δοριάλωτος» περιοχή είναι η Θράκη γιατί απελευθερώθηκε με τα όπλα χωρίς να συναφθεί σχετική συνθήκη με την Τουρκία.
Από το 1915 και μετά, οπότε τα δικαιώματα του ελληνικού δημοσίου επί της δημόσιας γης κηρύχτηκαν απαράγραπτα, έπαψε να ισχύει στις εκτάσεις αυτές η δυνατότητα απόκτησης εμπραγμάτων δικαιωμάτων (δικαιωμάτων ιδιοκτησίας) με την έκτακτη χρησικτησία (η για 30 χρόνια χρήση μιας συγκεκριμένης δασικής έκτασης ή δάσους από το 1836 μέχρι το 1915). Από το 1922, με διάφορες διατάξεις και την κωδικοποίηση του 1929, απαγορεύθηκε η κατάτμηση των δασών, ενώ από το 1900 εμφανίστηκε ως ρύθμιση η κήρυξη μιας έκτασης αναδασωτέας ως μηχανισμός προστασίας της. Ο λόγος της καθιέρωσης αυτών των ρυθμίσεων είναι η προστασία της περιουσίας του Δημοσίου.
Σύμφωνα με τα παραπάνω, από τη δασική νομοθεσία και την πλούσια σχετική νομολογία, που αποτελούν προκριματικά στοιχεία για την αντιμετώπιση του ιδιοκτησιακού ζητήματος μιας έκτασης, προβάλλει ο Δασικός ή μη χαρακτήρας της. Νομικό αποτέλεσμα αυτής της πραγματικότητας είναι ότι τα βλαστητικά γνωρίσματα μιας έκτασης (σήμερα ή στο παρελθόν) την υπάγουν ή όχι σε ιδιαίτερο ιδιοκτησιακό καθεστώς.
Ηταν αδύνατο όμως να προστατευθεί αυτή η ιδιοκτησία σε μια περίοδο κατά την οποία δεν υπήρχαν χάρτες, κτηματολόγιο ή άλλοι μηχανισμοί προστασίας. Μοναδικό στοιχείο τα φυσικά της χαρακτηριστικά, ιδιαίτερα η φυτοκάλυψη με άγρια ξυλώδη πολυετή φυτά και η πυκνότητα της κάλυψης αυτής.
Από τη μεταπολίτευση και μετά το πρόβλημα των καταπατήσεων, παράνομων αλλαγών στη χρήση δασών και δασικών εκτάσεων, εκχερσώσεων κλπ. άρχισε να αποκαλύπτεται ως μεγάλο πρόβλημα παρανομίας και καταστροφής του περιβάλλοντος, αλλά και κλοπής (καταπατήσεις, παράνομη αλλαγή χρήσης, εκχερσώσεις) δασών και δασικών εκτάσεων, οι οποίες ανήκαν κατά τεκμήριο στο δημόσιο.
Η έλλειψη Εθνικού Κτηματολογίου, η διατήρηση της ιδιοκτησιακής Βαβυλωνίας στο δασικό χώρο και γενικότερα το νομικό και θεσμικό πλαίσιο το οποίο διέπει τα δασικά οικοσυστήματα, οδήγησαν στην εμπορευματοποίηση και οικοπεδοποίηση της δασικής γης, κύρια γύρω από τα αστικά κέντρα και τις παραλιακές εκτάσεις. Τα δάση και οι δασικές εκτάσεις στις περιοχές αυτές κυριολεκτικά λεηλατήθηκαν, καταπατήθηκαν και χάθηκαν. Το μεγάλο κεφαλαίο (κατασκευές, τουρισμός κλπ.) έκανε επενδύσεις που ταχύτατα επέφεραν μεγάλο κέρδος, καταστρέφοντας τα δάση και τις παράκτιες περιοχές, παραβιάζοντας και το ίδιο το Σύνταγμα.
Είναι χαρακτηριστικό ότι ενώ το άρθρο 24 του συντάγματος του 1975 προέβλεπε ότι την ευθύνη της προστασίας των δασών και δασικών εκτάσεων ανεξάρτητα ιδιοκτησιακής κατάστασης είχε το κράτος, ότι κηρύσσονταν υποχρεωτικά αναδασωτέες όσες από τις δασικές εκτάσεις και δάση καταστρέφονταν από οποιαδήποτε αιτία, ότι δεν μπορούσε να αλλαχθεί ο δασικός χαρακτήρας σε καμιά ιδιωτική δασική έκταση παρά μόνο στις δημόσιες και για λόγους «εθνικούς ή εθνικής οικονομίας», η πολιτική των κυβερνήσεων της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ επιχειρούσε να παρακάμψει τους «περιορισμούς» του άρθρου 24, με τρεις νόμους: α) Το Ν. 998/79 (κυβέρνηση ΝΔ), μέσω του οποίου επιχειρήθηκε να χαρακτηριστούν ως «χορτολιβαδικά» 25 εκατομμύρια στρέμματα δασικών εκτάσεων και έτσι να αποδεσμευτούν από τη «δασική προστασία». Ο νόμος αυτός χαρακτηρίστηκε ως αντισυνταγματικός. β) Το Ν. 1734/87 «περί βοσκοτόπων» (κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ), με τον οποίο επιχειρήθηκε να αποχαρακτηρισθούν 45 εκατομμύρια στρέμματα. γ) Το Ν. 3208/03 (κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ) ο οποίος έγινε κατ’ επιταγή της αναθεώρησης του άρθρου 24 του Συντάγματος και με τις διατάξεις του, μέσω της αλλαγής του ορισμού του δάσους και δασικής έκτασης, οδήγησε σε νέους αποχαρακτηρισμούς (30-40 εκατομμυρίων στρεμμάτων). Αυτός ο τρίτος νόμος ήρθε ως αποτέλεσμα του γεγονότος ότι οι κρίσιμες διατάξεις των δυο προηγούμενων είχαν χαρακτηρισθεί από το Ε’ τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας ως αντισυνταγματικοί, ενώ η γνωστή απόφαση «άπαξ δάσος αεί δάσος» εμπόδισε σε ένα βαθμό τους αποχαρακτηρισμούς χιλιάδων στρεμμάτων δασών και δασικών εκτάσεων.
Οι εκάστοτε κυβερνήσεις συνέβαλαν στον αποχαρακτηρισμό χιλιάδων στρεμμάτων δασών και δασικών εκτάσεων, στη νομιμοποίηση αυθαιρεσιών και καταπατήσεων που έγιναν στο παρελθόν και στις διαρκείς προσπάθειες κατάργησης του τεκμηρίου κυριότητας του Δημόσιου (εκχώρηση και κατακερματισμό δασικής γης με πρόσχημα την «αξιοποίηση» της δημόσιας περιουσίας και με πρόσθετα τέλη και φόρους από την κατοχύρωση της όποιας ιδιοκτησίας).
Ετσι στην Ελλάδα δεν είναι πλέον δυνατή η έναρξη των εργασιών κτηματογράφησης της δημόσιας περιουσίας των δασών και δασικών εκτάσεων, αν πρώτα δεν ξεκαθαριστεί ποιες είναι αυτές στην υπό κτηματογράφηση περιοχή. Αν, με άλλα λόγια, δεν προηγηθεί ο χαρακτηρισμός των εκτάσεων της υπό κτηματογράφηση περιοχής κατά τρόπο έγκυρο και αδιαμφισβήτητο.
Σε συνδυασμό με τα παραπάνω είναι αναγκαία η επίλυση του ιδιοκτησιακού προβλήματος των δασών και δασικών εκτάσεων. Αυτό δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο με τη σύνταξη εθνικού αποδεικτικού Κτηματολογίου, με παράλληλες νομοθετικές ρυθμίσεις και αλλαγές.