- Από την Οκτωβριανή Επανάσταση (1917) έως τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (1940).
Η εγκαθίδρυση της σοβιετικής εξουσίας στη Τσετσενία πέρασε μέσα από τη φωτιά και το ατσάλι των ταξικών συγκρούσεων. Να γιατί δεν έχουν δίκιο όσοι ταυτίζουν τις εξεγέρσεις που έγιναν ενάντια στο ρωσικό τσαρισμό με τον αγώνα που γινόταν στα πρώτα χρόνια του σοσιαλισμού και στη συνέχεια μετά την αντεπανάσταση του 1991, για να μας πουν τελικά πως: «Πάνω από 200 χρόνια, διαρκεί ο αγώνας των Τσετσένων κατά των Ρώσων»[3], κάτι που παπαγάλισε όλος ο ελληνικός τύπος «δεξιός» και «αριστερός» (μεταξύ αυτών και «ΑΥΓΗ», «ΠΡΙΝ») αυτή την περίοδο. Ηταν δηλαδή άλλος, εντελώς διαφορετικός ο ταξικός χαρακτήρας αυτής της σύγκρουσης.
Το φθινόπωρο του 1917 οι μπολσεβίκοι με επικεφαλής τον Ν. Ανίσιμοφ, κατάκτησαν την πλειοψηφία στο Σοβιέτ του Γκρόζνι, ενώ με το μέρος της Οκτωβριανής Επανάστασης πέρασε και το στρατιωτικό τμήμα που έδρευε στην πρωτεύουσα της περιοχής, το Γκρόζνι. Στις 26.10.1917 στην πόλη ανακηρύχθηκε η σοβιετική εξουσία. Στην «αντίπαλη όχθη» τις δυνάμεις της αντεπανάστασης καθοδηγούσαν ο Ρώσος, κοζάκος αξιωματικός των «λευκών», Μ. Καραούλοφ και ο Τσετσένος επιχειρηματίας ιδιοκτήτης πετρελαιοπηγών και διυλιστηρίων Α. Τσερμόεφ. Η εμφύλια σύγκρουση κράτησε 3 χρόνια, έως το 1920, όταν τελικά κατατροπώθηκε το κίνημα της αντεπανάστασης. Το προλεταριάτο της εποχής διεξήγαγε από κοινού αυτόν τον ένοπλο αγώνα, όπως μαρτυρά και το κοινό άγαλμα στην πλατεία του Γκρόζνι, όπου βρίσκονται οι φιγούρες του Τσετσένου, Α. Σερίποφ, του Ρώσου Ν. Γκικάλο, του Ινγκουσέτιου Γ. Αχρίεφ, που πολέμησαν μαζί.
Στις 17.11.1920 ιδρύθηκε η Ορεινή Αυτόνομη Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία, στην οποία εντάχθηκε και η περιοχή της Τσετσενίας. Στις 30.11.1922 από την Ορεινή ΑΣΣΔ βγήκε η περιοχή της Τσετσενίας που ανακηρύχθηκε Αυτόνομη περιοχή της Ρωσικής Σοβιετικής Ομοσπονδιακής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας. Στις 15.1.1934 οι αυτόνομες περιοχές της Ινγκουσέτιας και της Τσετσενίας ενώθηκαν σε κοινή Αυτόνομη Περιοχή, που στις 5.12.1936 μετεξελίχθηκε σε Αυτόνομη Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Ινγκουσέτιας-Τσετσενίας.
Μετά τη νίκη της επανάστασης, η αντεπανάσταση δεν παραιτήθηκε και δεν έμεινε με σταυρωμένα τα χέρια. Αντιτάχθηκε με κάθε μέσο στην οικονομική ανάπτυξη, στην πολιτική και πολιτιστική ανύψωση του πληθυσμού της περιοχής. Είναι χαρακτηριστικό πως πριν την επανάσταση μορφωμένο ήταν το 0,8% του πληθυσμού. Το 1925 εμφανίστηκε ο γραπτός λόγος στα τσετσενικά και έως το 1940 το 85% του πληθυσμού ήξερε να διαβάζει.
Η οικονομία στηρίχθηκε τόσο στην εθνικοποίηση και εκμετάλλευση των ενεργειακών πηγών (πετρελαίου), όσο και στην κολεκτιβοποίηση των αγροτικών νοικοκυριών. Εννοείται πως και τα δύο συνάντησαν τη σκληρή αντίσταση στοιχείων της αντεπανάστασης. Η Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια γράφει: «Το 1939, 73.744 νοικοκυριά (το 96%) είχαν ενωθεί σε 472 κολχόζ. Οι επιτυχίες στον τομέα της αγροτικής οικονομίας επιτεύχθηκαν σε συνθήκες πάλης με τους κουλάκους και τους μουλάδες, που χρησιμοποίησαν ενάντια στην κολεκτιβοποίηση τα κατάλοιπα του πατριαρχικού συστήματος και της θρησκευτικής πίστης».[4]
Να όμως πώς είχαν τα πράγματα στη λιγότερο διπλωματική γλώσσα: Σε όλη την περίοδο πριν τον πόλεμο, στην περιοχή δρούσαν διάφορες συμμορίες, αποτελούμενες κυρίως από κουλάκους, που με την κολεκτιβοποίηση έχασαν την περιουσία τους και πέρασαν στην παρανομία. Τα σοβιετικά όργανα ασφαλείας υπολόγιζαν το 1937 πως στην περιοχή δρούσαν περίπου 80 τέτοιες ένοπλες συμμορίες, που ζούσαν από τις ληστείες και το πλιάτσικο του πληθυσμού και της σοσιαλιστικής ιδιοκτησίας. Το 1939 οι σοβιετικές αρχές ασφαλείας πραγματοποίησαν μεγάλη επιχείρηση εκκαθάρισης της περιοχής από τις συμμορίες και θεωρήθηκε πως έβαλαν τέλος σ' αυτό το φαινόμενο, συλλαμβάνοντας 1.032 άτομα (εκ των οποίων οι 746 ήταν καταζητούμενοι κουλάκοι), κατάσχοντας 5 πολυβόλα, 21 χειροβομβίδες, 8.175 τουφέκια, 3.513 άλλου είδους όπλα[5].
- Η περίοδος του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου έως την ανατροπή του σοσιαλισμού.
Στα χρόνια του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου, το φθινόπωρο του 1942, τμήμα της περιοχής του Β. Καυκάσου (και της Τσετσενίας) έπεσε στα χέρια των γερμανών ναζί, που έφτασαν έξω από την πρωτεύουσα Γκρόζνι. Τα ναζιστικά στρατεύματα απωθήθηκαν από τον Κόκκινο Στρατό το Γενάρη του 1943.
Ηδη από τις 28 Γενάρη του 1942 είχε ιδρυθεί φιλο-ναζιστική οργάνωση με τον τίτλο: «Ειδικό Κόμμα Καυκασιανών Αδελφών» (ΕΚΚΑ). Το ΕΚΚΑ προσπαθούσε να ενώσει όλα τα έθνη του Καυκάσου ενάντια στην ΕΣΣΔ. Στους βασικούς του στόχους ανέφερε: «α) Να ενώσει όλες τις αντισοβιετικές οργανώσεις και ομάδες σε ένα ενιαίο αδελφικό κόμμα το ΕΚΚΑ και να αναπτυχθεί αυτό το κόμμα σε όλον τον Καύκασο, β) να εξασφαλιστεί η πλήρης αποδιοργάνωση των μετόπισθεν, των καταλοίπων της σοβιετικής κατοχής στον Καύκασο, ο πιο γρήγορος θάνατος του μπολσεβικισμού στον Καύκασο, βοηθώντας την ήττα της Ρωσίας στον πόλεμο με τη Γερμανία, γ) Να δημιουργηθεί στον Καύκασο η αδελφική Ομοσπονδιακή Δημοκρατία των κρατών των αδελφών λαών του Καυκάσου, με την άδεια της Γερμανικής Αυτοκρατορίας (…)»[6].
Το φιλο-ναζιστικό αυτό κίνημα απέκτησε μαζική βάση, ειδικά στις περιοχές της Τσετσενίας και της Ινγκουσέτιας, στηριζόμενο στα πιο καθυστερημένα στρώματα και στις δυνάμεις της αντεπανάστασης που αναθάρρησαν, βλέποντας τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε η σοβιετική εξουσία από την επίθεση των χιτλερικών. Υπολογίζεται πως τα ένοπλα μέλη του ΕΚΚΑ έφτασαν τα 5.000, στα μέσα του 1943, όταν η σοβιετική εξουσία πήρε την απόφαση της μαζικής εκτόπισης των Τσετσένων στο εσωτερικό της ΕΣΣΔ και διάλυσης της ΑΣΣΔ της Ινγκουσέτιας-Τσετσενίας, ώστε οι σοβιετικές ένοπλες δυνάμεις να μη βρίσκονται εγκλωβισμένες μεταξύ δύο πυρών. Από την εκτόπιση εξαιρέθηκαν όλοι οι Τσετσένοι που είχαν παντρευτεί με εκπροσώπους άλλων λαών της ΕΣΣΔ.
Φυσικά οι «πανάνθρωποι»* θα πουν πως πρόκειται για «βάρβαρες μεθόδους», πως «με τη βία, αγάπη δε γίνεται», πως επρόκειτο για «γενοκτονία» κλπ. Κι εδώ υπάρχει ένα ποσοστό αλήθειας. Εάν δεν ήταν οι έκτακτες καταστάσεις του πολέμου, η σοβιετική εξουσία ποτέ δε θα χρησιμοποιούσε μια τέτοια μέθοδο, όπως είναι η εκτόπιση ενός ολόκληρου λαού. Ομως πρέπει επίσης να σημειώσουμε πως δεν τους εκτόπισαν στη γυμνή στέπα, αλλά σε κανονικά κατοικημένη περιοχή στο εσωτερικό όπου οι εκτοπισμένοι Τσετσένοι έβρισκαν στο νέο τόπο εργασία, τα παιδιά τους πήγαιναν σε σχολεία και σε παιδικούς σταθμούς.
Αξίζει εδώ να συγκρίνει κανείς αυτή την κατάσταση των Τσετσένων με την ανάλογη επιχείρηση που πραγματοποίησε το «δημοκρατικό παράδειγμα», η κυβέρνηση των ΗΠΑ, κατά τη διάρκεια του πολέμου με την Ιαπωνία, για να δει κανείς τη διαφορά. Σε αντίθεση με τους Τσετσένους στην ΕΣΣΔ, οι Ιάπωνες στις ΗΠΑ ούτε εξεγέρθηκαν ούτε πέρασαν στην παρανομία. Παρόλα αυτά πάνω από 100.000 αμερικανοί ιαπωνικής εθνικότητας κλείστηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, όπου και κρατήθηκαν έως το τέλος του πολέμου. Και αυτό τη στιγμή που σε όλη τη διάρκεια του πολέμου στο έδαφος των ΗΠΑ δεν πάτησε πόδι ξένου στρατιώτη[7].
Πριν από την 1.10.1948 είχε επιτραπεί σε 7.018 άτομα τσετσενικής καταγωγής να επιστρέψουν στην περιοχή τους, στο Βόρειο Καύκασο. Στις 9.1.1957, με απόφαση του Προεδρείου του Ανωτάτου Σοβιέτ της ΕΣΣΔ επανιδρύεται η ΑΣΣΔ Τσετσενίας-Ινγκουσέτιας και όσοι είχαν εκτοπιστεί επιστρέφουν στους τόπους καταγωγής τους.
Στα χρόνια που ακολούθησαν η περιοχή αναπτύχθηκε τόσο οικονομικά, όσο και πολιτιστικά. Κύρια στηρίγματα της οικονομίας της ήταν ο τομέας του πετρελαίου (εξόρυξη, διύλιση), αλλά και οι μηχανοκατασκευές, η επεξεργασία μετάλλου, η κατασκευή οικοδομικών υλικών και η βιομηχανία τροφίμων. Κατασκευάστηκαν επίσης 4 υδροηλεκτρικοί σταθμοί. Το 1991 η οικονομία της περιοχής είχε τη δυνατότητα εξόρυξης 4,2 εκατομμυρίων τόνων το χρόνο και διύλισης 18 εκατομμυρίων τόνων πετρελαίου. Ταυτόχρονα, από το έδαφός της περνούσαν σημαντικοί αγωγοί πετρελαίου από το Αζερμπαϊτζάν που κατέληγαν στη Μαύρη Θάλασσα. Υπήρχε αναπτυγμένη αγροτική οικονομία με περίπου 50 αγροτικούς συνεταιρισμούς (κολχόζ) και άλλες 100 κρατικές αγροτικές εταιρίες (σοβχόζ). Ενας λαός, που όπως είπαμε πριν την Επανάσταση ήταν στο σύνολό του αμόρφωτος, μορφώθηκε. Είναι χαρακτηριστικό πως το 1977 υπήρχαν στην Τσετσενία 466 μαζικές βιβλιοθήκες, 326 παιδικοί σταθμοί, 570 σχολεία, 41 τεχνικές σχολές, 2 ΑΕΙ.
Στα τελευταία χρόνια του σοσιαλισμού, όπως και σε άλλες περιοχές της ΕΣΣΔ και στην Τσετσενία αρχίζει να χρησιμοποιείται το «εθνικό ζήτημα» από τις δυνάμεις της αντεπανάστασης που στηρίζονται και από ιμπεριαλιστικούς μηχανισμούς για να αδυνατίσουν και να διαλύσουν την ΕΣΣΔ.
Συμπερασματικά: Αυτοί που αντιμετωπίζουν το ζήτημα αντι-ιστορικά και «αταξικά» ερμηνεύουν τις εξελίξεις ως αποτέλεσμα της «αιώνιας» σύγκρουσης, του «εθνικο-απελευθερωτικού αγώνα των Τσετσένων ενάντια στους Ρώσους». Αυτή είναι μια ταξική ερμηνεία από την αστική σκοπιά. Η αλήθεια όμως είναι ότι η Οκτωβριανή Επανάσταση έδωσε άλλο χαρακτήρα στις όποιες συγκρούσεις. Διεξήχθη ταξικός αγώνας ανάμεσα στις δυνάμεις του σοσιαλισμού και αυτές του καπιταλισμού και των υπολειμμάτων της φεουδαρχίας στην περιοχή. Ορισμένοι βέβαια, που αντιμετωπίζουν το σοσιαλισμό ως ιδεαλιστικό «παράδεισο», χωρίς προβλήματα, χωρίς συγκρούσεις, χωρίς βία, δεν μπορούν να «χωνέψουν» μια σειρά γεγονότα. Ο Λένιν έγραφε γι' αυτούς: «Οι "κοινωνικοί" παπάδες και οι οπορτουνιστές είναι πάντα έτοιμοι να ονειροπολήσουν ένα ειρηνικό σοσιαλισμό, αλλά διαφέρουν από τους επαναστάτες σοσιαλδημοκράτες, ακριβώς γιατί δεν θέλουν να σκέπτονται και να συλλογίζονται τη σκληρή ταξική πάλη και τους ταξικούς πολέμους για την υπεράσπιση αυτού του θαυμάσιου μέλλοντος»[8].
Η σοβιετική περίοδος ήταν περίοδος οικονομικής και πνευματικής ανάτασης για τα λαϊκά στρώματα. Οσα γράφτηκαν αυτές τις μέρες για τις «αγριότητες του Στάλιν», που «εξόργισαν τους Τσετσένους» δεν είναι απλά κάποιες υπερβολές, αλλά συγκάλυψη της ταξικής ουσίας των εξελίξεων. Η οικοδόμηση του σοσιαλισμού στην Τσετσενία δεν ήταν εύκολη υπόθεση, αφού ήρθε σε σφοδρή και πολύχρονη σύγκρουση με τα πατριαρχικά κατάλοιπα και το θρησκευτικό σκοταδισμό. Οι δυνάμεις που πολέμησαν εναντίον του σοσιαλισμού, πότε με το προκάλυμμα της ανεξαρτησίας, πότε με αυτό του ισλαμισμού ή ακόμη και το πηλίκιο των ναζί, έπαιζαν αντιδραστικό ρόλο σε βάρος των συμφερόντων της πλειοψηφίας του τσετσενικού έθνους.