ΤΣΕΤΣΕΝΙΑ: ΤΑ ΤΑΞΙΚΑ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΑ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΔΙΑΣΤΡΕΒΛΩΤΙΚΟΥΣ ΦΑΚΟΥΣ ΤΗΣ «ΑΙΩΝΙΑΣ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗΣ»


του Ελισαίου Βαγενά

«Η περίοδος της αντεπανάστασης στη Ρωσία δεν έφερε μονάχα "αστραπές και βροντές" μα και την απογοήτευση στο κίνημα, την έλλειψη πίστης στις κοινές δυνάμεις. Οσο πιστεύανε σ' ένα "φωτεινό μέλλον", οι άνθρωποι αγωνίζονταν μαζί, ανεξάρτητα από εθνότητα: προηγούνταν τα κοινά ζητήματα. Στην ψυχή τους εισχώρησε η αμφιβολία κι άρχισαν οι άνθρωποι να χωρίζονται, ο καθένας στο εθνικό του σπιτάκι: ο καθένας ας υπολογίζει μονάχα - στον εαυτόν του! Πρώτ' απ' όλα το "εθνικό πρόβλημα"!»[1]. Ετσι ξεκινά το άρθρο του «Ο Μαρξισμός και το εθνικό ζήτημα», ο Ι. Β. Στάλιν, στα τέλη του 1912 και αναφέρεται βέβαια στην περίοδο που γνώρισε το επαναστατικό κίνημα στην τσαρική Ρωσία μετά την αποτυχία της Επανάστασης του 1905. Αν αντικαταστήσουμε τη λέξη «Ρωσία», με τη λέξη «ΕΣΣΔ», μπορούμε να πούμε με σιγουριά πως αυτό το απόσπασμα (από το έργο το οποίο Β. Ι. Λένιν χαρακτήρισε «πολύ καλό») αποδίδει με καταπληκτική ακρίβεια και την κατάσταση που επικράτησε μετά τη νίκη της αντεπανάστασης το 1989-1991. Ειδικά μετά το 1991, η ήττα και υποχώρηση των δυνάμεων του σοσιαλισμού (όπως μετά και την ήττα της επανάστασης του 1905) και η δημιουργία μιας σειράς παραγόντων οικονομικών, κοινωνικών, πολιτικών, γεωπολιτικών στο έδαφος της πρώην ΕΣΣΔ, έριξε λάδι στη φωτιά του εθνικισμού.

Η πρόσφατη αιματηρή τραγωδία στην πόλη Μπεσλάν της Βόρειας Οσετίας επανέφερε στο προσκήνιο με τον πιο τραγικό τρόπο αυτή την πραγματικότητα. Εδωσε όμως και αφορμή σε κάθε λογής απολογητές του καπιταλιστικού συστήματος να «επιχειρηματολογήσουν» ενάντια στον υπαρκτό σοσιαλισμό, για να περάσουν στη συνέχεια στη δικαιολόγηση των σχεδίων που έχουν οι «δυτικοί» ιμπεριαλιστές για την περιοχή του Καυκάσου, στρώνοντας το έδαφος για την ενεργότερη εμπλοκή και της χώρας μας στους τυχοδιωκτικούς σχεδιασμούς, μέσω της συμμετοχής στους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς του ΝΑΤΟ και της ΕΕ.

Για τι είδους σχεδιασμούς πρόκειται; Ποιες δυνάμεις εμπλέκονται και γιατί; Τι θέση παίρνει το κομμουνιστικό κίνημα της Ρωσίας, αλλά και συνολικότερα το διεθνές κίνημα απέναντι σ' αυτές τις εξελίξεις; Να ορισμένα ερωτήματα στα οποία θα προσπαθήσουμε να απαντήσουμε στο συγκεκριμένο άρθρο. Σίγουρα, για να μπορέσουμε να προσεγγίσουμε το ζήτημα θα χρειαστεί τόσο να αναφέρουμε ιστορικά στοιχεία, όσο και να καταφύγουμε σε έργα των κλασσικών του μαρξισμού-λενινισμού για το εθνικό ζήτημα.

Η ΤΣΕΤΣΕΝΙΑ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΟΚΤΩΒΡΙΑΝΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ[2]

Οι διάφορες φυλές των Τσετσένων είναι γνωστές από τον 7ο αιώνα, οργανωμένες στη βάση οικογενειακών δομών, γενών, φυλών. Για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα λειτουργούν σε τέτοια βάση που, πρέπει να σημειωθεί, ορισμένες εθιμικές επιβιώσεις της έχουν διατηρηθεί ακόμη και στις μέρες μας. Η περίοδος από το 16ο αιώνα έως και τα τέλη του 17ου αιώνα ήταν μια περίοδος «ειρηνικής» αποικιοκρατίας από τη μεριά της Ρωσικής Αυτοκρατορίας που προσπαθούσε με πολιτικά, εμπορικά και οικονομικά μέσα να έχει την περιοχή του Βορείου Καυκάσου υπό τον έλεγχό της. Η πολιτική αυτή είχε ως αποτέλεσμα οι γέροντες των τσετσενικών φύλων να αναγνωρίζουν την ανώτατη εξουσία του Κράτους της Μόσχας στην περιοχή τους.

Αντίθετα, ο 18ος αιώνας χαρακτηρίστηκε από μια ανοιχτή στρατιωτική εξάπλωση της Ρωσίας στην περιοχή του Βόρειου Καυκάσου. Το 1781 ανακοινώθηκε η εθελοντική υποταγή των τσετσενικών κοινοτήτων στη Ρωσία. Μόλις 4 χρόνια αργότερα ξεκίνησε το εθνικό κίνημα του Σεΐχη Μανσούρ, που κατέληξε σε ένοπλη εξέγερση και σε μια προσπάθεια ενοποίησης όλων των λαών του Καυκάσου κάτω από τη σημαία του ισλαμισμού. Ο Μανσούρ ηττήθηκε το 1791.

Το 1817 η τσαρική Ρωσία κάνει στρατιωτική προσπάθεια για την πλήρη προσάρτηση της περιοχής του Β. Καυκάσου. Εχει προηγηθεί η προσχώρηση της Γεωργίας (1801-10) και του Αζερμπαϊτζάν (1803-1813) στην Αυτοκρατορία. Ενδιάμεσα σε αυτές τις περιοχές παρεμβαλλόταν η περιοχή του Βορείου Καυκάσου, από όπου ήταν συχνές οι επιδρομές διάφορων ένοπλων ομάδων που εμπόδιζαν την ανάπτυξη των εμπορικών και οικονομικών σχέσεων με τις προσαρτημένες επαρχίες. Την περίοδο 1816-1827 ο Μπεϊμπουλάτ Τεϊμίεφ προσπαθεί χωρίς σοβαρά αποτελέσματα να ενώσει τα τσετσενικά φύλα. Αυτό το πέτυχε όμως ο Ιμάμης Σαμίλ, κάτω από τη σημαία των «ιερού πολέμου» ενάντια στους «άπιστους», δηλαδή τους Ρώσους. Ο αντιδραστικός χαρακτήρας αυτού του κινήματος βρισκόταν στην επιδίωξη της ηγεσίας του μουσουλμανικού κλήρου να ιδρύσει ένα φεουδαρχικό-θεοκρατικό κράτος. Εκείνη την περίοδο το «ενδιαφέρον» τους για τις εξελίξεις έδειχναν ήδη και ξένες δυνάμεις, όχι μόνο της περιοχής (Τουρκία, Ιράν), αλλά και μακρινότερες, όπως η Μ. Βρετανία. Στη δεκαετία του 1840 αρχίζει να αυξάνουν οι κοινωνικές αντιπαλότητες μέσα στους τσετσενικούς κόλπους. Κι αυτό γιατί οι άνθρωποι του Ιμάμη Σαμίλ διοικούν τις απελευθερωμένες από τους Ρώσους περιοχές με τον ίδιο φεουδαρχικό τρόπο καταπιέζοντας τους αγρότες και δημιουργώντας μεγάλη δυσαρέσκεια και αποστροφή για το κίνημα του Σαμίλ. Τελικά οι πολεμικές συγκρούσεις, που κράτησαν έως το 1864, οδήγησαν στη βίαιη προσάρτηση ολόκληρης της περιοχής στη Ρωσική Αυτοκρατορία.

Η ΣΟΒΙΕΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ

Από την Οκτωβριανή Επανάσταση (1917) έως τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (1940).

Η εγκαθίδρυση της σοβιετικής εξουσίας στη Τσετσενία πέρασε μέσα από τη φωτιά και το ατσάλι των ταξικών συγκρούσεων. Να γιατί δεν έχουν δίκιο όσοι ταυτίζουν τις εξεγέρσεις που έγιναν ενάντια στο ρωσικό τσαρισμό με τον αγώνα που γινόταν στα πρώτα χρόνια του σοσιαλισμού και στη συνέχεια μετά την αντεπανάσταση του 1991, για να μας πουν τελικά πως: «Πάνω από 200 χρόνια, διαρκεί ο αγώνας των Τσετσένων κατά των Ρώσων»[3], κάτι που παπαγάλισε όλος ο ελληνικός τύπος «δεξιός» και «αριστερός» (μεταξύ αυτών και «ΑΥΓΗ», «ΠΡΙΝ») αυτή την περίοδο. Ηταν δηλαδή άλλος, εντελώς διαφορετικός ο ταξικός χαρακτήρας αυτής της σύγκρουσης.

Το φθινόπωρο του 1917 οι μπολσεβίκοι με επικεφαλής τον Ν. Ανίσιμοφ, κατάκτησαν την πλειοψηφία στο Σοβιέτ του Γκρόζνι, ενώ με το μέρος της Οκτωβριανής Επανάστασης πέρασε και το στρατιωτικό τμήμα που έδρευε στην πρωτεύουσα της περιοχής, το Γκρόζνι. Στις 26.10.1917 στην πόλη ανακηρύχθηκε η σοβιετική εξουσία. Στην «αντίπαλη όχθη» τις δυνάμεις της αντεπανάστασης καθοδηγούσαν ο Ρώσος, κοζάκος αξιωματικός των «λευκών», Μ. Καραούλοφ και ο Τσετσένος επιχειρηματίας ιδιοκτήτης πετρελαιοπηγών και διυλιστηρίων Α. Τσερμόεφ. Η εμφύλια σύγκρουση κράτησε 3 χρόνια, έως το 1920, όταν τελικά κατατροπώθηκε το κίνημα της αντεπανάστασης. Το προλεταριάτο της εποχής διεξήγαγε από κοινού αυτόν τον ένοπλο αγώνα, όπως μαρτυρά και το κοινό άγαλμα στην πλατεία του Γκρόζνι, όπου βρίσκονται οι φιγούρες του Τσετσένου, Α. Σερίποφ, του Ρώσου Ν. Γκικάλο, του Ινγκουσέτιου Γ. Αχρίεφ, που πολέμησαν μαζί.

Στις 17.11.1920 ιδρύθηκε η Ορεινή Αυτόνομη Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία, στην οποία εντάχθηκε και η περιοχή της Τσετσενίας. Στις 30.11.1922 από την Ορεινή ΑΣΣΔ βγήκε η περιοχή της Τσετσενίας που ανακηρύχθηκε Αυτόνομη περιοχή της Ρωσικής Σοβιετικής Ομοσπονδιακής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας. Στις 15.1.1934 οι αυτόνομες περιοχές της Ινγκουσέτιας και της Τσετσενίας ενώθηκαν σε κοινή Αυτόνομη Περιοχή, που στις 5.12.1936 μετεξελίχθηκε σε Αυτόνομη Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Ινγκουσέτιας-Τσετσενίας.

Μετά τη νίκη της επανάστασης, η αντεπανάσταση δεν παραιτήθηκε και δεν έμεινε με σταυρωμένα τα χέρια. Αντιτάχθηκε με κάθε μέσο στην οικονομική ανάπτυξη, στην πολιτική και πολιτιστική ανύψωση του πληθυσμού της περιοχής. Είναι χαρακτηριστικό πως πριν την επανάσταση μορφωμένο ήταν το 0,8% του πληθυσμού. Το 1925 εμφανίστηκε ο γραπτός λόγος στα τσετσενικά και έως το 1940 το 85% του πληθυσμού ήξερε να διαβάζει.

Η οικονομία στηρίχθηκε τόσο στην εθνικοποίηση και εκμετάλλευση των ενεργειακών πηγών (πετρελαίου), όσο και στην κολεκτιβοποίηση των αγροτικών νοικοκυριών. Εννοείται πως και τα δύο συνάντησαν τη σκληρή αντίσταση στοιχείων της αντεπανάστασης. Η Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια γράφει: «Το 1939, 73.744 νοικοκυριά (το 96%) είχαν ενωθεί σε 472 κολχόζ. Οι επιτυχίες στον τομέα της αγροτικής οικονομίας επιτεύχθηκαν σε συνθήκες πάλης με τους κουλάκους και τους μουλάδες, που χρησιμοποίησαν ενάντια στην κολεκτιβοποίηση τα κατάλοιπα του πατριαρχικού συστήματος και της θρησκευτικής πίστης».[4]

Να όμως πώς είχαν τα πράγματα στη λιγότερο διπλωματική γλώσσα: Σε όλη την περίοδο πριν τον πόλεμο, στην περιοχή δρούσαν διάφορες συμμορίες, αποτελούμενες κυρίως από κουλάκους, που με την κολεκτιβοποίηση έχασαν την περιουσία τους και πέρασαν στην παρανομία. Τα σοβιετικά όργανα ασφαλείας υπολόγιζαν το 1937 πως στην περιοχή δρούσαν περίπου 80 τέτοιες ένοπλες συμμορίες, που ζούσαν από τις ληστείες και το πλιάτσικο του πληθυσμού και της σοσιαλιστικής ιδιοκτησίας. Το 1939 οι σοβιετικές αρχές ασφαλείας πραγματοποίησαν μεγάλη επιχείρηση εκκαθάρισης της περιοχής από τις συμμορίες και θεωρήθηκε πως έβαλαν τέλος σ' αυτό το φαινόμενο, συλλαμβάνοντας 1.032 άτομα (εκ των οποίων οι 746 ήταν καταζητούμενοι κουλάκοι), κατάσχοντας 5 πολυβόλα, 21 χειροβομβίδες, 8.175 τουφέκια, 3.513 άλλου είδους όπλα[5].

Η περίοδος του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου έως την ανατροπή του σοσιαλισμού.

Στα χρόνια του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου, το φθινόπωρο του 1942, τμήμα της περιοχής του Β. Καυκάσου (και της Τσετσενίας) έπεσε στα χέρια των γερμανών ναζί, που έφτασαν έξω από την πρωτεύουσα Γκρόζνι. Τα ναζιστικά στρατεύματα απωθήθηκαν από τον Κόκκινο Στρατό το Γενάρη του 1943.

Ηδη από τις 28 Γενάρη του 1942 είχε ιδρυθεί φιλο-ναζιστική οργάνωση με τον τίτλο: «Ειδικό Κόμμα Καυκασιανών Αδελφών» (ΕΚΚΑ). Το ΕΚΚΑ προσπαθούσε να ενώσει όλα τα έθνη του Καυκάσου ενάντια στην ΕΣΣΔ. Στους βασικούς του στόχους ανέφερε: «α) Να ενώσει όλες τις αντισοβιετικές οργανώσεις και ομάδες σε ένα ενιαίο αδελφικό κόμμα το ΕΚΚΑ και να αναπτυχθεί αυτό το κόμμα σε όλον τον Καύκασο, β) να εξασφαλιστεί η πλήρης αποδιοργάνωση των μετόπισθεν, των καταλοίπων της σοβιετικής κατοχής στον Καύκασο, ο πιο γρήγορος θάνατος του μπολσεβικισμού στον Καύκασο, βοηθώντας την ήττα της Ρωσίας στον πόλεμο με τη Γερμανία, γ) Να δημιουργηθεί στον Καύκασο η αδελφική Ομοσπονδιακή Δημοκρατία των κρατών των αδελφών λαών του Καυκάσου, με την άδεια της Γερμανικής Αυτοκρατορίας (…)»[6].

Το φιλο-ναζιστικό αυτό κίνημα απέκτησε μαζική βάση, ειδικά στις περιοχές της Τσετσενίας και της Ινγκουσέτιας, στηριζόμενο στα πιο καθυστερημένα στρώματα και στις δυνάμεις της αντεπανάστασης που αναθάρρησαν, βλέποντας τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε η σοβιετική εξουσία από την επίθεση των χιτλερικών. Υπολογίζεται πως τα ένοπλα μέλη του ΕΚΚΑ έφτασαν τα 5.000, στα μέσα του 1943, όταν η σοβιετική εξουσία πήρε την απόφαση της μαζικής εκτόπισης των Τσετσένων στο εσωτερικό της ΕΣΣΔ και διάλυσης της ΑΣΣΔ της Ινγκουσέτιας-Τσετσενίας, ώστε οι σοβιετικές ένοπλες δυνάμεις να μη βρίσκονται εγκλωβισμένες μεταξύ δύο πυρών. Από την εκτόπιση εξαιρέθηκαν όλοι οι Τσετσένοι που είχαν παντρευτεί με εκπροσώπους άλλων λαών της ΕΣΣΔ.

Φυσικά οι «πανάνθρωποι»* θα πουν πως πρόκειται για «βάρβαρες μεθόδους», πως «με τη βία, αγάπη δε γίνεται», πως επρόκειτο για «γενοκτονία» κλπ. Κι εδώ υπάρχει ένα ποσοστό αλήθειας. Εάν δεν ήταν οι έκτακτες καταστάσεις του πολέμου, η σοβιετική εξουσία ποτέ δε θα χρησιμοποιούσε μια τέτοια μέθοδο, όπως είναι η εκτόπιση ενός ολόκληρου λαού. Ομως πρέπει επίσης να σημειώσουμε πως δεν τους εκτόπισαν στη γυμνή στέπα, αλλά σε κανονικά κατοικημένη περιοχή στο εσωτερικό όπου οι εκτοπισμένοι Τσετσένοι έβρισκαν στο νέο τόπο εργασία, τα παιδιά τους πήγαιναν σε σχολεία και σε παιδικούς σταθμούς.

Αξίζει εδώ να συγκρίνει κανείς αυτή την κατάσταση των Τσετσένων με την ανάλογη επιχείρηση που πραγματοποίησε το «δημοκρατικό παράδειγμα», η κυβέρνηση των ΗΠΑ, κατά τη διάρκεια του πολέμου με την Ιαπωνία, για να δει κανείς τη διαφορά. Σε αντίθεση με τους Τσετσένους στην ΕΣΣΔ, οι Ιάπωνες στις ΗΠΑ ούτε εξεγέρθηκαν ούτε πέρασαν στην παρανομία. Παρόλα αυτά πάνω από 100.000 αμερικανοί ιαπωνικής εθνικότητας κλείστηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, όπου και κρατήθηκαν έως το τέλος του πολέμου. Και αυτό τη στιγμή που σε όλη τη διάρκεια του πολέμου στο έδαφος των ΗΠΑ δεν πάτησε πόδι ξένου στρατιώτη[7].

Πριν από την 1.10.1948 είχε επιτραπεί σε 7.018 άτομα τσετσενικής καταγωγής να επιστρέψουν στην περιοχή τους, στο Βόρειο Καύκασο. Στις 9.1.1957, με απόφαση του Προεδρείου του Ανωτάτου Σοβιέτ της ΕΣΣΔ επανιδρύεται η ΑΣΣΔ Τσετσενίας-Ινγκουσέτιας και όσοι είχαν εκτοπιστεί επιστρέφουν στους τόπους καταγωγής τους.

Στα χρόνια που ακολούθησαν η περιοχή αναπτύχθηκε τόσο οικονομικά, όσο και πολιτιστικά. Κύρια στηρίγματα της οικονομίας της ήταν ο τομέας του πετρελαίου (εξόρυξη, διύλιση), αλλά και οι μηχανοκατασκευές, η επεξεργασία μετάλλου, η κατασκευή οικοδομικών υλικών και η βιομηχανία τροφίμων. Κατασκευάστηκαν επίσης 4 υδροηλεκτρικοί σταθμοί. Το 1991 η οικονομία της περιοχής είχε τη δυνατότητα εξόρυξης 4,2 εκατομμυρίων τόνων το χρόνο και διύλισης 18 εκατομμυρίων τόνων πετρελαίου. Ταυτόχρονα, από το έδαφός της περνούσαν σημαντικοί αγωγοί πετρελαίου από το Αζερμπαϊτζάν που κατέληγαν στη Μαύρη Θάλασσα. Υπήρχε αναπτυγμένη αγροτική οικονομία με περίπου 50 αγροτικούς συνεταιρισμούς (κολχόζ) και άλλες 100 κρατικές αγροτικές εταιρίες (σοβχόζ). Ενας λαός, που όπως είπαμε πριν την Επανάσταση ήταν στο σύνολό του αμόρφωτος, μορφώθηκε. Είναι χαρακτηριστικό πως το 1977 υπήρχαν στην Τσετσενία 466 μαζικές βιβλιοθήκες, 326 παιδικοί σταθμοί, 570 σχολεία, 41 τεχνικές σχολές, 2 ΑΕΙ.

Στα τελευταία χρόνια του σοσιαλισμού, όπως και σε άλλες περιοχές της ΕΣΣΔ και στην Τσετσενία αρχίζει να χρησιμοποιείται το «εθνικό ζήτημα» από τις δυνάμεις της αντεπανάστασης που στηρίζονται και από ιμπεριαλιστικούς μηχανισμούς για να αδυνατίσουν και να διαλύσουν την ΕΣΣΔ.

Συμπερασματικά: Αυτοί που αντιμετωπίζουν το ζήτημα αντι-ιστορικά και «αταξικά» ερμηνεύουν τις εξελίξεις ως αποτέλεσμα της «αιώνιας» σύγκρουσης, του «εθνικο-απελευθερωτικού αγώνα των Τσετσένων ενάντια στους Ρώσους». Αυτή είναι μια ταξική ερμηνεία από την αστική σκοπιά. Η αλήθεια όμως είναι ότι η Οκτωβριανή Επανάσταση έδωσε άλλο χαρακτήρα στις όποιες συγκρούσεις. Διεξήχθη ταξικός αγώνας ανάμεσα στις δυνάμεις του σοσιαλισμού και αυτές του καπιταλισμού και των υπολειμμάτων της φεουδαρχίας στην περιοχή. Ορισμένοι βέβαια, που αντιμετωπίζουν το σοσιαλισμό ως ιδεαλιστικό «παράδεισο», χωρίς προβλήματα, χωρίς συγκρούσεις, χωρίς βία, δεν μπορούν να «χωνέψουν» μια σειρά γεγονότα. Ο Λένιν έγραφε γι' αυτούς: «Οι "κοινωνικοί" παπάδες και οι οπορτουνιστές είναι πάντα έτοιμοι να ονειροπολήσουν ένα ειρηνικό σοσιαλισμό, αλλά διαφέρουν από τους επαναστάτες σοσιαλδημοκράτες, ακριβώς γιατί δεν θέλουν να σκέπτονται και να συλλογίζονται τη σκληρή ταξική πάλη και τους ταξικούς πολέμους για την υπεράσπιση αυτού του θαυμάσιου μέλλοντος»[8].

Η σοβιετική περίοδος ήταν περίοδος οικονομικής και πνευματικής ανάτασης για τα λαϊκά στρώματα. Οσα γράφτηκαν αυτές τις μέρες για τις «αγριότητες του Στάλιν», που «εξόργισαν τους Τσετσένους» δεν είναι απλά κάποιες υπερβολές, αλλά συγκάλυψη της ταξικής ουσίας των εξελίξεων. Η οικοδόμηση του σοσιαλισμού στην Τσετσενία δεν ήταν εύκολη υπόθεση, αφού ήρθε σε σφοδρή και πολύχρονη σύγκρουση με τα πατριαρχικά κατάλοιπα και το θρησκευτικό σκοταδισμό. Οι δυνάμεις που πολέμησαν εναντίον του σοσιαλισμού, πότε με το προκάλυμμα της ανεξαρτησίας, πότε με αυτό του ισλαμισμού ή ακόμη και το πηλίκιο των ναζί, έπαιζαν αντιδραστικό ρόλο σε βάρος των συμφερόντων της πλειοψηφίας του τσετσενικού έθνους.

ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗ ΠΑΛΙΝΟΡΘΩΣΗ

Τον Αύγουστο του 1991 με την απαγόρευση του ΚΚΣΕ ξεκινά και η τυπική διαδικασία διάλυσης της ΕΣΣΔ. Στην Τσετσενία ο Τζαχάρ Ντουντάεφ, πρώην αξιωματικός των σοβιετικών Ενόπλων Δυνάμεων, αναλαμβάνει τα ηνία και αναδεικνύεται Πρόεδρος της Τσετσενίας. Προωθεί τη γραμμή της βήμα προς βήμα απόσχισης από τη σύνθεση της Ρωσικής Ομοσπονδίας, επωφελούμενος από τη γραμμή Γιέλτσιν «πάρτε όση αυτοτέλεια μπορείτε να καταπιείτε!», που είχε στόχο να διευκολύνει την καταλήστευση της δημόσιας περιουσίας που είχε συσσωρεύσει τις προηγούμενες δεκαετίες ο σοβιετικός λαός.

Την περίοδο 1992-1993 η γραμμή της απόσχισης της Τσετσενίας συναντά αντιδράσεις από την πλειοψηφία του Ανωτάτου Σοβιέτ της Τσετσενίας. Ο Ντουντάεφ στέλνει το στρατό ο οποίος καταλαμβάνει το Κοινοβούλιο, πετώντας μάλιστα μερικούς βουλευτές από τα παράθυρα του κτιρίου. Δολοφονείται ο δήμαρχος του Γκρόζνι που ήταν αντίπαλος του Ντουντάεφ. Ο Γιέλτσιν σιωπά! Ο Ντουντάεφ ανοίγει τις αποθήκες του πρώην σοβιετικού στρατού, τα υλικά των οποίων κατά 90% δεν είχαν απομακρυνθεί από την Τσετσενία (υπήρχαν άρματα μάχης, πύραυλοι, ακόμη και πολεμικά αεροπλάνα) και εξοπλίζει το στρατό του. Υπολογίζεται ότι τα όπλα αυτά έφταναν για να εξοπλίσει σαν αστακούς 100.000 άνδρες.

Το καθεστώς Ντουντάεφ αντλεί τα έσοδά του από τα εργοστάσια επεξεργασίας πετρελαίου, ενώ τμήμα των κερδών το μεταβιβάζει στο Κρεμλίνο. Στην Τσετσενία δημιουργείται ένα καθεστώς μαφιόζικο, στο οποίο ανθούν η βία, το εμπόριο όπλων, ναρκωτικών, πλαστών δολαρίων. Η τσετσενική μαφία επεκτείνεται κι αποκτά ισχυρά ερείσματα σε πολλές μεγάλες πόλεις της Ρωσίας.

Την ίδια περίοδο ο Ντουντάεφ άρχισε να διώχνει τους Ρώσους (που αποτελούσαν το 30% του πληθυσμού στην απογραφή του 1989) από την Τσετσενία, ενώ υπό διωγμό βρίσκονταν και οι οικογένειες-χωριά των πολιτικών του αντιπάλων. Συνολικά εξαναγκάζονται να εγκαταλείψουν τη Δημοκρατία της Τσετσενίας περίπου 500.000 άνθρωποι, από το 1,3 εκατομμύρια του συνολικού πληθυσμού.

Το 1994 εντείνονται οι διεργασίες για την εκμετάλλευση των πετρελαίων της Κασπίας και των δρόμων μεταφοράς τους στη Δύση. Ο Ντουντάεφ, το πιθανότερο υποκινούμενος και από ξένες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις (που επιδίωκαν να αποδυναμώσουν τη Ρωσία στο παιχνίδι των δρόμων του πετρελαίου), ζητά να μεγαλώσει το κομμάτι της «πίτας» του. Σταδιακά αυξάνει τις απαιτήσεις του προς τη Μόσχα και ουσιαστικά ζητά την απόσχιση της Τσετσενίας. Το Κρεμλίνο προχωρά στον εξοπλισμό των πολιτικών αντιπάλων του Ντουντάεφ, οι οποίοι εξαπολύουν επίθεση με άρματα μάχης και βαρύ οπλισμό στην πρωτεύουσα Γκρόζνι το Δεκέμβρη του 1994. Υπέστησαν όμως σαφή στρατιωτική ήττα από τις δυνάμεις του Ντουντάεφ. Η ήττα αυτή έφερε τη σχεδόν αυτόματη επέμβαση του ρωσικού στρατού στην περιοχή.

Στις αρχές του 1995 ο Γιέλτσιν χρειάζεται έναν «μικρό και νικηφόρο» πόλεμο για την προεκλογική του εκστρατεία και έτσι αντιμετωπίζει το πρόβλημα της Τσετσενίας. Στη σύγκρουση υπάρχει έντονο το οικονομικό υπόβαθρο, όσο και το γεωπολιτικό. Οι νέοι επιχειρηματικοί κολοσσοί της Ρωσίας δεν ανέχονται πλέον να τους διαφεύγουν τα τσετσενικά πετροδόλαρα, που ξεπλένονται στις ρωσικές μεγαλουπόλεις και ενισχύουν τον ανταγωνισμό, ιδιαίτερα στον τραπεζικό τομέα. Κι εδώ είναι πολύ χαρακτηριστικό πως πρόσφατα ο μεγαλοεπιχειρηματίας Μ. Χοντορκόφσκι, από τις φυλακές όπου βρίσκεται για σκάνδαλο φοροδιαφυγής της πετρελαϊκής εταιρίας «YUKOS», απαντώντας σε κατηγορίες που τον συνέδεαν με Τσετσένους αποσχιστές, παραδέχτηκε πως έως το 1995 η εταιρία του ελεγχόταν από το «Τσετσενικό λόμπι», αλλά εκείνα τα χρόνια η εταιρία ήταν κρατική! Οπως τουλάχιστον ισχυρίστηκε ο ίδιος, από το 1995, όταν η τεράστια αυτή εταιρία άρχισε να ιδιωτικοποιείται, οι Tσετσένοι εξοβελίστηκαν από τον έλεγχο της εταιρίας![9]

Από την άλλη, εκείνη την περίοδο άρχισε να οξύνεται η διαμάχη για την εδραίωση ή την εξαφάνιση του ρωσικού δρόμου μεταφοράς των πετρελαίων της Κασπίας.

Οι συγκρούσεις παίρνουν βίαιο χαρακτήρα με τη χρησιμοποίηση ακόμη και βομβαρδιστικών αεροπλάνων σε βάρος της πρωτεύουσας Γκρόζνι. Τα ΚΚ της Ρωσίας καταδικάζουν τις ενέργειες και συνολικότερα την πολιτική Γιέλτσιν. Δεκάδες χιλιάδες άμαχοι και ένοπλοι και από τις δύο πλευρές χάνουν τη ζωή τους. Περίπου 300.000 άμαχοι εξαναγκάζονται να εγκαταλείψουν το Γκρόζνι για να γλιτώσουν. Η χρησιμοποίηση όπλων μαζικής καταστροφής από το καθεστώς Γιέλτσιν αυξάνει το κύρος του Ντουντάεφ και αντίθετα δυσφημεί την αντιπολίτευση και την προσκείμενη στο Κρεμλίνο τσετσενική κυβέρνηση του Σ. Χατζίεβ.

Την άνοιξη του 1995 οι ομοσπονδιακές Ενοπλες Δυνάμεις της Ρωσίας καταφέρνουν να εκδιώξουν τους ένοπλους υποστηρικτές του Ντουντάεφ απ’ όλες τις πόλεις και τα χωριά της Τσετσενίας. Μοιάζει η κατάσταση να βρίσκεται υπό έλεγχο. Στις 14.6.1995 ένοπλοι Τσετσένοι αποσχιστές καταλαμβάνουν το νοσοκομείο (και το μαιευτήριο) της πόλης Μπουντιόνοφσκ (Νότια Ρωσία), κρατώντας ομήρους πάνω από 2.000 άτομα, κυρίως αρρώστους, γιατρούς, αλλά και εγκύους, νεογέννητα μωρά. Αίτημά τους η απομάκρυνση των ρωσικών δυνάμεων από την Τσετσενία. Μετά από αποτυχημένη έφοδο των ρωσικών Ειδικών Δυνάμεων, όπου χάνουν τη ζωή τους πάνω από 100 άτομα, ο τότε πρωθυπουργός της Ρωσίας Β. Τσερνομίρντιν αρχίζει συνομιλίες με τον Μπασάεφ, που είναι επικεφαλής των ενόπλων και συμφωνεί να ικανοποιήσει τα αιτήματά τους. Επιτρέπεται στους ενόπλους η αποχώρηση από το Μπουντιόνοφσκ, ενώ ταυτόχρονα στο Γκρόζνι ξεκινούν συνομιλίες για «πολιτική διευθέτηση» της αντιπαράθεσης, υπό την αιγίδα του ΟΑΣΕ. Οι εχθροπραξίες σταματούν για μικρό χρονικό διάστημα, αφού οι συνομιλίες οδηγούνται σε αδιέξοδο.

Στις αρχές του 1996 γίνεται φανερό στο Κρεμλίνο πως η επανεκλογή Γιέλτσιν μπορεί να αντιμετωπίσει προβλήματα, εξαιτίας των συνεχιζόμενων εχθροπραξιών στην Τσετσενία. Αναζητείται και πάλι η λύση της «πολιτικής διευθέτησης». Τον Απρίλη του 1996 σκοτώνεται από ρωσικό πύραυλο ο Ντουντάεφ, ο οποίος φαίνεται πως έκανε το λάθος να μιλά με δορυφορικό τηλέφωνο. Αναλαμβάνει χρέη Προέδρου της αποσχισμένης Τσετσενίας ο Ζ. Γιανταρμπίεφ που υπογράφει με το Κρεμλίνο συμφωνία κατάπαυσης του πυρός. Τον Ιούλη του 1996 ο Γιέλτσιν επανεκλέγεται Πρόεδρος της Ρωσίας, ενώ στην Τσετσενία οι εχθροπραξίες έχουν περιορισμένο χαρακτήρα, που χαρακτηρίζεται «ούτε πόλεμος ούτε ειρήνη». Στις 6.8.1996 μόλις 600 (!!!) ένοπλοι καταλαμβάνουν την πρωτεύουσα της Τσετσενίας, Γκρόζνι. Ο επιχειρηματίας Μπ. Μπερεζόφσκι, που έχει αναλάβει αναπληρωτής Γραμματέας του Συμβουλίου Ασφαλείας της Ρωσίας, κινεί τα νήματα για νέο «πολιτικό διάλογο». Στις 29.8.1996 υπογράφεται η συμφωνία του Χασαβγιούρτ, μεταξύ Ρωσίας (Α. Λέμπεντ) και Τσετσενίας (Α. Μασχάντοφ). Με τη συμφωνία η Ρωσία υποχωρεί. Στην Τσετσενία συγκροτείται προσωρινή κυβέρνηση με επικεφαλής τον Α. Μασχάντοφ, σχηματίζονται τοπικά όργανα εξουσίας ελεγχόμενα από αυτόν και χωριστές Ενοπλες Δυνάμεις, ενώ άνοιξαν αντιπροσωπείες της «Δημοκρατίας της Ιτσκερίας» (ΔΤ) σε ορισμένες χώρες και διεθνείς οργανισμούς. Φαίνεται πάντως πως ορισμένοι Ρώσοι μεγαλοκαρχαρίες κερδίζουν από τη συμφωνία, αφού αναλαμβάνουν πρωταγωνιστικό ρόλο στην «ανοικοδόμηση» της κατεστραμμένης από τον πόλεμο Τσετσενίας. Την ίδια ώρα μοιάζει να μπορεί να λειτουργήσει χωρίς πρόβλημα και ο ρωσικός αγωγός πετρελαίου που διέρχεται από την Τσετσενία, αντί βεβαίως αντιτίμου.

Στις 27.1.1997 γίνονται προεδρικές εκλογές στην Τσετσενία, τις οποίες κερδίζει ο Α. Μασχάντοφ. Η Δύση σύσσωμη (ΗΠΑ-ΕΕ-ΝΑΤΟ) σπεύδει να τις χαρακτηρίσει «δημοκρατικές» κι ως τα σήμερα θεωρεί πως ήταν οι μόνες «δημοκρατικές εκλογές» στην Τσετσενία. Στην πραγματικότητα πάνω από μισό εκατομμύριο ψηφοφόροι (δηλαδή το μισό εκλογικό σώμα) της περιοχής αυτής δεν μπόρεσαν να πάρουν μέρος, εξαιτίας της κατάστασης προσφυγιάς στην οποία βρίσκονταν. Ενώ στις εκλογές δεν μπόρεσαν να θέσουν υποψηφιότητα άνθρωποι που υποστήριζαν τη διατήρηση και ενίσχυση των δεσμών της Τσετσενίας με το ομοσπονδιακό κέντρο. Στις 12.5.1997, στη Μόσχα ο Γιέλτσιν υπογράφει με το Μασχάντοφ Σύμφωνο με τον τίτλο «Για την ειρήνη και τις αρχές συνεργασίας ανάμεσα στη Ρωσική Ομοσπονδία και τη Δημοκρατία της Ιτσκερίας».

Το Σεπτέμβρη του 1998 έχουν εκδηλωθεί συγκρούσεις στο εσωτερικό των Τσετσένων αποσχιστών. Το πιο ακραίο τμήμα τους κατηγορεί ευθέως τον Μασχάντοφ πως έχει κάνει μυστικές συμφωνίες με το Κρεμλίνο κι έχει «πουλήσει» τα «εθνικά συμφέροντα». Ο Μασχάντοφ απαντά παύοντας την κυβέρνηση, στην οποία ηγούνταν ο Μπασάεφ. Στην Τσετσενία αρχίζουν συγκρούσεις ανάμεσα στους χτεσινούς συμμάχους, τους οπλαρχηγούς των Τσετσένων αποσχιστών. Σταδιακά ο Μασχάντοφ χάνει τον έλεγχο, ενώ ο μεγάλος χαμένος είναι ο άμαχος πληθυσμός, που βρίσκεται στο έλεος των διάφορων (υπολογίζονταν σε 157) «οπλαρχηγών». Πέρα από την αύξηση της εγκληματικότητας, την κοινωνική εξαθλίωση του πληθυσμού που είχε απομείνει στην Τσετσενία (περίπου 400.000 άνθρωποι), άρχισε ανοιχτά να γίνεται και εμπόριο ανθρώπων, που παρά τη θέλησή τους είχαν πέσει στα χέρια διάφορων συμμοριών. Στην Τσετσενία καταφθάνουν αρκετοί ξένοι ένοπλοι, που στηρίζουν το θρησκευτικό ρεύμα του ουαχαμπιτισμού και χρηματοδοτούνται από το εξωτερικό.

Τον Αύγουστο και το Σεπτέμβρη του 1999 ένοπλες ομάδες Τσετσένων και Νταγκεστανών ουαχαμπιτών, με επικεφαλής τον Μπασάεφ και τον ξένο Χατάμπ, εισβάλλουν σε ορεινές περιοχές της Αυτόνομης Ρωσικής Δημοκρατίας του Νταγκεστάν. Οι ένοπλοι αποκρούονται από δυνάμεις του τακτικού ρωσικού ομοσπονδιακού στρατού, που έδρασε μαζί με ομάδες ένοπλης λαϊκής πολιτοφυλακής και της αστυνομίας. Οι ένοπλοι είχαν δηλώσει πως στόχος τους ήταν η «απελευθέρωση» του Νταγκεστάν και η δημιουργία μαζί με την Τσετσενία και την Ινγκουσέτια μιας «Ισλαμικής Δημοκρατίας του Καυκάσου». Την ίδια περίοδο γίνονται εκρήξεις βομβών στη Μόσχα και σε άλλες πόλεις, με δεκάδες νεκρούς. Τα παραπάνω οδηγούν το Κρεμλίνο στην απόφαση για τη νέα επέμβαση του στρατού στην Τσετσενία. Μπροστά στον κίνδυνο οι Τσετσένοι αποσχιστές ενώνονται και πάλι, αν και διατηρούνται ορισμένες αντιπαραθέσεις με τους οπαδούς του ουαχαμπιτισμού. Αρχίζει ο «δεύτερος πόλεμος της Τσετσενίας», όπως αποκαλείται συχνά στα ΜΜΕ. Σε αυτόν ιδιαίτερη θέση καταλαμβάνουν πλέον οι καμικάζι (κυρίως γυναίκες, οι οποίες χαρακτηρίζονται «μαύρες χήρες»), που εξαπολύουν επιθέσεις αυτοκτονίας σε ρωσικές πόλεις. Πάνω στα πτώματα θεμελιώνεται το «πατριωτικό» προφίλ του νέου Προέδρου της Ρωσίας, Βλ. Πούτιν. Κι εδώ είναι γνωστές οι κατοπινές κατηγορίες του επιχειρηματία Μπ. Μπερεζόφσκι, που τότε «έλυνε και έδενε», πως δεν έγιναν όλες οι εκρήξεις βομβών σε πολυκατοικίες της Μόσχας και άλλων πόλεων από Τσετσένους τρομοκράτες και πως το «χεράκι» τους έβαλαν και οι μυστικές υπηρεσίες της Ρωσίας, με στόχο τη διαμόρφωση ενός κλίματος τρομο-υστερίας που θα ενίσχυε το προφίλ και τη δημοτικότητα του Πούτιν.

Τον Οκτώβρη του 2002 έχουμε την ομηρία εκατοντάδων θεατών στο θέατρο «ΝΟΡΝΤ-ΟΣΤ» της Μόσχας, η οποία επίσης είχε τραγική κατάληξη, με δεκάδες θύματα που κατά βάση πέθαναν από το θανατηφόρο αέριο το οποίο έριξαν οι ειδικές δυνάμεις για να εισβάλουν. Τα ΚΚ της Ρωσίας καταδικάζουν τις ενέργειες του Πούτιν. Στις 23.3.2003 εγκρίνεται σε δημοψήφισμα το νέο Σύνταγμα της Τσετσενίας, που προβλέπει καθεστώς αυτονομίας της Δημοκρατίας της Τσετσενίας μέσα στα πλαίσια της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Στις 5.10.2003 ο εκλεκτός του Κρεμλίνου, επικεφαλής της τσετσενικής διοίκησης, Αχμάντ Καντίροφ, επικράτησε στις εκλογές για την ανάδειξη του Προέδρου της τσετσενικής Δημοκρατίας. Στις 9.5.2004 δολοφονείται ο Τσετσένος Πρόεδρος, Αχμάντ Καντίροφ, από έκρηξη στις εξέδρες του γηπέδου «Διναμό» στην πρωτεύουσα της επαρχίας Γκρόζνι. Ο Καντίροφ καθώς και άλλοι αξιωματούχοι παρακολουθούσαν εκδήλωση γιορτασμού της Αντιφασιστικής Νίκης του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Στις 24.8.2004 δύο ρωσικά επιβατικά αεροπλάνα ανατινάζονται στον αέρα με διαφορά 3 λεπτών, σκοτώνοντας 90 ανθρώπους. Στις 29.8.2004 ο επιλεγείς από το Κρεμλίνο Αλού Αλχάνοφ εκλέγεται νέος Πρόεδρος της Τσετσενίας. Στις 31.8.2004 έχουμε την έκρηξη κοντά στο σταθμό «Ρίζκαγια» του μετρό της Μόσχας. Τουλάχιστον 12 νεκροί, δεκάδες τραυματίες. Στις 1.9.2004 αρχίζει η τραγωδία στο σχολείο της πόλης Μπεσλάν της Βόρειας Οσετίας, που κατέληξε σε εκατόμβη θυμάτων, μεταξύ αυτών κι εκατοντάδων παιδιών.

Συμπερασματικά: Η εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα της περιοχής, δεν έχασαν μόνο τις κοινωνικές, οικονομικές, πολιτικές κατακτήσεις τους, όπως έγινε σε όλες τις χώρες όπου ανατράπηκε ο σοσιαλισμός, αλλά και στη συντριπτική τους πλειοψηφία αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους για να σωθούν. Και αυτό γιατί, όπως λέει μια παροιμία: «Οταν τα βουβάλια τσακώνονται στο βάλτο, την πληρώνουν τα βατράχια!» Κι εδώ τα «βουβάλια» της καπιταλιστικής παλινόρθωσης, ντόπια και ξένα βάλθηκαν να μοιράσουν το «βάλτο». Λογική κατάληξη, αφού το μοίρασμα των αγορών είναι ένα από τα χαρακτηριστικά της εποχής μας, του ιμπεριαλισμού.

Ο ΜΑΡΞΙΣΜΟΣ-ΛΕΝΙΝΙΣΜΟΣ ΓΙΑ ΤΑ «ΕΘΝΙΚΟ-ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΤΙΚΑ» ΚΙΝΗΜΑΤΑ

Από αυτή τη σύντομη ιστορική παρουσίαση του ζητήματος είναι φανερό ότι όσοι προσπαθούν να παρουσιάσουν το θέμα ως αιώνιο «ζήτημα εθνικής ανεξαρτησίας»[10], τοποθετούνται αντι-ιστορικά και κατά συνέπεια αντιμαρξιστικά, όσους όρκους και αν κάνουν στο μαρξισμό-λενινισμό. Αλλη ήταν η ποιότητα, η ουσία του ζητήματος το 18ο-19ο αιώνα και εντελώς άλλη το 1942-44 ή στις μέρες μας.

Να θυμίσουμε πως στο πρόσφατο παρελθόν οι ιμπεριαλιστές και τα φερέφωνά τους παρουσίαζαν τον UCK ως «εθνικό-απελευθερωτικό» κίνημα για να δικαιολογήσουν στη συνέχεια την επέμβαση των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ στην περιοχή των Βαλκανίων. Το αίτημα λοιπόν της εθνικής ανεξαρτησίας δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται από τους κομμουνιστές αταξικά. Ο Λένιν έγραφε: «Ο αστός δημοκράτης (καθώς και ο σημερινός σοσιαλιστής οπορτουνιστής, που βαδίζει τα ίχνη του) φαντάζεται πως η δημοκρατία εξαλείφει την ταξική πάλη και γι’ αυτό βάζει όλες τις πολιτικές διεκδικήσεις αφηρημένα, γενικά, «απόλυτα», από την άποψη των συμφερόντων «όλου του λαού» ή ακόμη από την άποψη της αιώνιας και απόλυτης ηθικής αρχής. Ο σοσιαλδημοκράτης ξεσκεπάζει αμείλιχτα αυτή την αστική αυταπάτη παντού και πάντα είτε αυτή εκδηλώνεται στην αφηρημένη ιδεαλιστική φιλοσοφία είτε στη διατύπωση της ανεπιφύλαχτης διεκδίκησης της εθνικής ανεξαρτησίας»[11].

Παρά το γεγονός πως η μαρξιστική σκέψη πέρασε από διάφορες φάσεις, σε σχέση και με τα ζητήματα που κάθε φορά έπρεπε ν’ αντιμετωπίσει, είναι φανερό πως αυτή δε στήριζε απριόρι κάθε αίτημα «εθνικής ανεξαρτησίας», αλλά το αντιμετώπιζε από την άποψη της προώθησης της υπόθεσης της εργατικής τάξης, των εργαζομένων μαζών. Στη βάση της θεμελιακής θέσης «του διεθνισμού και του σοσιαλισμού: δεν μπορεί να είναι ελεύθερος ένας λαός που καταπιέζει άλλους λαούς»[12]. Αυτή βέβαια η αρχή δεν είχε εμποδίσει το Μαρξ στην εποχή του να υποστηρίξει ή όχι κινήματα που πάλευαν για «εθνική ανεξαρτησία», ανάλογα με το αν το αίτημά τους προωθούσε ή όχι την υπόθεση των αστικοδημοκρατικών μετασχηματισμών σε πανευρωπαϊκό επίπεδο ή διεθνώς. Μάλιστα ο Λένιν αναφέρθηκε στη στάση που είχαν τηρήσει οι Μαρξ και Ενγκελς σε αντίστοιχα ζητήματα της εποχής, λέγοντας πως: «Το 1848 υπήρχαν ιστορικοί και πολιτικοί λόγοι να γίνεται διάκριση ανάμεσα στα «αντιδραστικά» και τα επαναστατικά-δημοκρατικά έθνη. Ο Μαρξ είχε δίκιο, όταν καταδίκαζε τα πρώτα και υποστήριζε τα δεύτερα. Το δικαίωμα αυτοδιάθεσης είναι μια από τις διεκδικήσεις της δημοκρατίας, που, φυσικά, πρέπει να υποτάσσεται στα γενικά συμφέροντα της δημοκρατίας. Το 1848 και στα επόμενα χρόνια αυτά τα γενικά συμφέροντα ανάγονταν πρώτ’ απ' όλα στην πάλη ενάντια στον τσαρισμό»[13].

Ο Λένιν ξεκάθαρα διατύπωνε τη θέση πως το συγκεκριμένο αίτημα πρέπει να υποστηρίζεται μόνο όταν δε συγκρούεται με το συνολικότερο αγώνα για την ανατροπή του καπιταλισμού. Οπως γράφει: «Οι διάφορες διεκδικήσεις της δημοκρατίας, μαζί και η αυτοδιάθεση, δεν είναι κάτι το απόλυτο, αλλά ένα «μέρος» του πανδημοκρατικού (σήμερα: πανσοσιαλιστικού) «παγκόσμιου» κινήματος. Μπορεί σε ορισμένες συγκεκριμένες περιπτώσεις το μέρος να έρχεται σε αντίθεση με το όλο και τότε πρέπει να απορρίπτεται»[14]. Αυτό σε μια εποχή, που δεν πρέπει να ξεχνάμε, αναπτύσσονταν ισχυρά αντι-αποικιοκρατικά κινήματα. Και βέβαια ο Λένιν έβλεπε την αναγκαιότητα υποστήριξης του αιτήματος της αυτοδιάθεσης των εθνών, με στόχο όπως έγραφε τη συνένωση αυτών των «εθνικών εξεγέρσεων και πολέμων» με το ρεύμα «των πολέμων και των εξεγέρσεων του προλεταριάτου «ενάντια» στην αστική τάξη»[15]. Τα έβλεπε δηλαδή μέσα σε μια διαλεκτική ενότητα για την ανατροπή της εξουσίας της αστικής τάξης.

Ιδιαίτερα με το ζήτημα των εθνών και της αυτοδιάθεσης ασχολήθηκε και ο Ι. Β. Στάλιν, που μετά από παρότρυνση του Λένιν έγραψε το εκτενές άρθρο στο οποίο ήδη αναφερθήκαμε στην εισαγωγή. Να ένα πολύ χαρακτηριστικό κομμάτι, που θα μπορούσε κανείς, τηρουμένων των αναλογιών, να το πάρει υπόψη του και για την αντιμετώπιση της σημερινής κατάστασης στην Τσετσενία: «Το έθνος έχει το δικαίωμα να οργανωθεί αυτόνομα. Εχει το δικαίωμα και να αποχωριστεί ακόμα. Αυτό όμως δεν σημαίνει επίσης ότι πρέπει να το κάνει αυτό κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, ότι η αυτονομία είτε ο αποχωρισμός συμφέρουν παντού και πάντα στο έθνος, δηλαδή στην πλειοψηφία του, δηλαδή στα εργαζόμενα στρώματα. Οι Τάταροι της Υπερκαυκασίας σαν έθνος μπορούν να συγκεντρωθούν, ας πούμε, στη βουλή τους και υποταγμένοι στην επιρροή των μπέηδων και των μουλάδων τους να παλινορθώσουν στο τόπο τους το παλιό τους καθεστώς, να αποφασίσουν να αποχωριστούν από το κράτος. Σύμφωνα με την έννοια της παραγράφου που μιλάει για την αυτοδιάθεση έχουν απόλυτο δικαίωμα να το κάνουν αυτό. Συμφέρει όμως αυτό στα εργαζόμενα στρώματα του ταταρικού έθνους; Μπορεί η σοσιαλδημοκρατία να βλέπει αδιάφορα πώς παρασέρνουνε οι μπέηδες και οι μουλάδες τις μάζες στη λύση του εθνικού ζητήματος; Δεν πρέπει η σοσιαλδημοκρατία να αναμιχθεί στην υπόθεση και να επηρεάσει με καθοριστικό τρόπο τη θέληση του έθνους; Δεν πρέπει να βγει μ’ ένα συγκεκριμένο σχέδιο για τη λύση του ζητήματος, μ’ ένα σχέδιο που να συμφέρει περισσότερο στις ταταρικές μάζες;

Ποια λύση συμβιβάζεται με τα συμφέροντα των εργαζόμενων μαζών: η αυτονομία, η ομοσπονδία ή ο αποχωρισμός;

Ολα αυτά είναι ζητήματα που η λύση τους εξαρτιέται από τις συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες που περιβάλλουν το δοσμένο έθνος.

Πολύ περισσότερο που οι συνθήκες, όπως και το καθετί, αλλάζουν, και μια λύση που είναι σωστή για τη δοσμένη στιγμή μπορεί να αποδειχθεί ότι είναι ολότελα απαράδεκτη για μια άλλη στιγμή»[16].

Να λοιπόν που το συγκεκριμένο αίτημα της αυτοδιάθεσης έχει κάποια κριτήρια με τα οποία αντιμετωπίζεται από τους κομμουνιστές, που οπωσδήποτε δεν μπορεί να είναι τα ίδια με αυτά που αντιμετωπίζει η αστική τάξη. Οπως γράφει ο Στάλιν: «Το έθνος έχει το δικαίωμα να ξαναγυρίσει ακόμη και σε παλιά καθεστώτα, αυτό δε σημαίνει όμως ότι η σοσιαλδημοκρατία θα βάλει την υπογραφή της κάτω από μια τέτοια απόφαση που θα πάρει η μια είτε η άλλη οργάνωση του δοσμένου έθνους. Οι υποχρεώσεις της σοσιαλδημοκρατίας που υπερασπίζεται τα δικαιώματα του προλεταριάτου και τα δικαιώματα του έθνους, που αποτελείται από διαφορετικές τάξεις, είναι δύο διαφορετικά πράγματα»[17].

Στη βάση του μαρξισμού-λενινισμού το ΚΚΕ αντιμετωπίζει συγκεκριμένα το κάθε κίνημα που εμφανίζεται με τη μορφή του εθνικοαπελευθερωτικού. Στο Πρόγραμμα του ΚΚΕ αναφέρεται: «Το δικαίωμα του κάθε λαού να αποφασίζει αυτός για το δρόμο ανάπτυξής του και να συμμετέχει ισότιμα στο διεθνή καταμερισμό εργασίας, είναι συνώνυμο και ταυτίζεται με την πάλη ενάντια στα ιμπεριαλιστικά κέντρα, τις καπιταλιστικές ενώσεις και τους διάφορους διεθνείς μηχανισμούς τους. Συνδέεται αδιάρρηκτα και φέρνει στην ημερήσια διάταξη την ανάγκη της σοσιαλιστικής αλλαγής. Η συσπείρωση και πάλη ενάντια στην ιμπεριαλιστική «νέα τάξη πραγμάτων» και τους εκφραστές της αποτελεί σήμερα το βασικό κρίκο της σύγχρονης επαναστατικής διαδικασίας. Είναι ο δρόμος της διεθνούς εργατικής τάξης και των λαών για την υπεράσπιση των κατακτήσεων και των δικαιωμάτων τους, για θετική αλλαγή του διεθνούς συσχετισμού δυνάμεων και τη δημιουργία των απαραίτητων προϋποθέσεων για μια νέα φάση ανόδου και νικηφόρα πορεία του επαναστατικού κινήματος»[18].

Οπως βλέπουμε από τα παραπάνω το ΚΚΕ έχει οριοθετήσει τη στάση του απέναντι στο ζήτημα της αυτοδιάθεσης των λαών. Το ζήτημα της αυτοδιάθεσης εξετάζεται στα πλαίσια που καθορίζουν τα συμφέροντα της διεθνούς αντιιμπεριαλιστικής πάλης της εργατικής τάξης και των άλλων δυνάμεων που αντικειμενικά συστρατεύονται σε αυτή, «υποτάσσεται» στην πάλη για το σοσιαλισμό. Μειονοτικά - εθνικά αλυτρωτικά κινήματα που φουντώνουν και οργανώνονται από τις μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις για την εξυπηρέτηση των σχεδίων τους είναι αντιδραστικά και δεν μπορούν να έχουν υποστήριξη από τους κομμουνιστές[19]. Εκτός από τον UCK και την περίπτωση των Τσετσένων, ένα πρόσφατο παράδειγμα είναι η υποστήριξη που προσέφεραν οι Κούρδοι του Β. Ιράκ στην ιμπεριαλιστική επίθεση και κατοχή του Ιράκ. Στην εποχή του ιμπεριαλισμού και της «νέας τάξης πραγμάτων» του, κινήματα που θέτουν το στόχο της «εθνικής αυτοτέλειας» εύκολα μπορούν να μετατραπούν σε «πιόνια» στα χέρια των διάφορων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, αν δεν έχουν σαφή αντιιμπεριαλιστικό προσανατολισμό.

Πώς σχετίζεται όμως η υπόθεση της Τσετσενίας με τη σημερινή κατάσταση στη Ρωσία; Πώς αντιμετωπίζουν το ζήτημα τα ΚΚ της Ρωσίας; Ποιοι οι σχεδιασμοί των άλλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων της περιοχής;

ΟΙ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΙ ΤΗΣ ΑΣΤΙΚΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ ΤΗΣ ΡΩΣΙΑΣ

Η κατάσταση που διαμορφώνεται βολεύει και τον Πρόεδρο Πούτιν και βέβαια τις κοινωνικο-πολιτικές δυνάμεις που βρίσκονται από πίσω του. Καταρχήν, όπως είναι γνωστό, ο ίδιος αναδείχτηκε και θεμελίωσε την εξουσία του πάνω στα πτώματα των τρομοκρατικών χτυπημάτων στις ρωσικές μεγαλουπόλεις τα τελευταία χρόνια. Στο φόντο αυτών των εξελίξεων απέκτησε «πατριωτικό» λεκτικό περίβλημα της αταξικής «ενότητας» και εξόπλισε το καθεστώς του με νέους δρακόντειους νόμους, όπως αυτός ενάντια στην «τρομοκρατία και τον εξτρεμισμό», ενώ ανακοίνωσε και την αύξηση των κονδυλίων προς τις σχετικές Υπηρεσίες Ασφαλείας κατά 50% μέσα στο 2005, φτάνοντας τα 4 δισεκατομμύρια ευρώ. Το σοβαρότερο είναι βέβαια το κλίμα αβεβαιότητας, φόβου και τρόμου, καχυποψίας σε εθνική βάση, που δημιουργείται στη χώρα και που αποδεικνύεται αναμφισβήτητος βοηθός της κυριαρχίας του Πούτιν και του ρωσικού κεφαλαίου. Στη βάση της «ενότητας» απέναντι στους «τρομοκράτες», η εργατική τάξη της Ρωσίας παρουσιάζεται να έχει δήθεν τα ίδια ή περίπου κοινά βασικά συμφέροντα με τους μεγαλοκαπιταλιστές. Το καθεστώς Πούτιν όχι μόνο δεν μπορεί να κλείσει το πρόβλημα, αλλά και ενδιαφέρεται για την ελεγχόμενη ύπαρξή του.

Παίρνοντας υπόψη τους σχεδιασμούς των εξωτερικών παραγόντων που εμπλέκονται στην κρίση, πρέπει κανείς να σημειώσει ότι οι κυρίαρχες δυνάμεις της Ρωσίας κινούνται στην «κόψη του ξυραφιού». Από αυτή την άποψη έχει σημασία η προσχώρηση της Ρωσίας στο δόγμα των «προληπτικών χτυπημάτων» που έχουν εγκαινιάσει ΗΠΑ και ΕΕ. Δεν πρόκειται απλώς για την αποδοχή και την προσχώρηση Ρωσίας στις αντιδραστικές αλλαγές που έχουν γίνει μετά την ανατροπή του σοσιαλισμού στο Διεθνές Δίκαιο. Το σημαντικότερο είναι πως οι ενδοϊμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί, με τη συμμετοχή και της Ρωσίας, μπαίνουν σε νέα φάση, στην οποία οι ισχυρότερες πολεμικές δυνάμεις του πλανήτη αρχίζουν να δείχνουν τα δόντια τους. Και οι κυρίαρχοι κύκλοι της καπιταλιστικής Ρωσίας προσπαθούν να δείξουν στους ανταγωνιστές τους, και κατ' άλλα «συμμάχους στον αντιτρομοκρατικό πόλεμο», πως η στρατιωτική τους «αρκούδα» όχι μόνο δεν έχει ξεδοντιαστεί, αλλά μπορεί ακόμη και να δαγκάσει πρώτη!

Ο Β. Σάπινοφ, μέλος της ΚΕ του Κομμουνιστικού Εργατικού Κόμματος Ρωσίας (ΚΕΚΡ - ΚΚΡ), θέτει ως εξής το ζήτημα: «Προσανατολισμός προς τον εξωτερικό επεκτατισμό, καταστολή των εσωτερικών εχθρών, εθνικισμός. Τι προκάλεσε αυτήν την απότομη μετατόπιση της εξουσίας, που ακόμα πρόσφατα κρυβόταν πίσω από τη μάσκα της δημοκρατίας και των ανθρώπινων δικαιωμάτων;». «Οπως φαίνεται, το ρώσικο κεφάλαιο προαισθάνεται την κοντινή έναρξη οικονομικής κρίσης, η οποία θα χτυπήσει σφόδρα τη σημερινή ψευτο-σταθερότητα. Και η καλύτερη διέξοδος από την κρίση πάντα ήταν η σοβαρή αύξηση των κρατικών δαπανών και πρώτα απ' όλα δια μέσου της εξαπόλυσης του πολέμου. Τον τρόπο αυτό, ακόμα από τη δεκαετία του '30, διατύπωσε θεωρητικά ο Τζ. Μ. Κέινς, σύμβουλος του Προέδρου Ρούζβελτ. Η οικονομική κατάπτωση οδήγησε στην εξουσία το φασισμό στη Γερμανία και έσπρωξε τον κόσμο στο πιο μεγάλο σε όλη την ιστορία πόλεμο. Και η κυβέρνηση του Τζ. Μπους αποφάσισε να σώσει την οικονομία της από την κρίση του 2001 στις ράγες του πολέμου, καταλαμβάνοντας πρώτα το Αφγανιστάν κι ύστερα το Ιράκ. «Ο μικρός νικηφόρος πόλεμος» κατά της τρομοκρατίας, ίσως και στη ρώσικη αστική τάξη να φαίνεται ως η καλύτερη διέξοδος από τη δύσκολη κατάσταση. Ετοιμάζοντας την καταλήστευση του λαού με την εμπορευματοποίηση των κοινωνικών αγαθών, με τη μεταρρύθμιση των δημοτικών και δημόσιων υπηρεσιών καθώς και με τ' άλλα «θαύματα» της «καινούριας κούρσας» της κυβέρνησης Πούτιν - Φραντκόφ, δε θα ήταν άσχημο να φυλαχτούν και «τα νώτα», δια μέσου της ενίσχυσης του κατασταλτικού μηχανισμού, της πίεσης της αντιτρομοκρατικής, ή καλύτερα να πούμε, της πολεμικής ψύχωσης. Και ήδη δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι ακριβώς αυτό θα κάνει το ρώσικο κεφάλαιο και το κράτος του πολύ σύντομα, αντιγράφοντας τα βήματα των μεγαλύτερων αδελφών τους, της κυβέρνησης Τζ. Μπους», σημειώνει στο άρθρο του ο Β. Σάπινοφ[20].

ΤΟ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ ΤΗΣ ΡΩΣΙΑΣ

Σε άρθρο του στην εφημερίδα «Ελευθερία» ο Γ. Δελαστίκ τα έβαζε με τους «ανελέητους Τσετσένους ισλαμιστές» και τον «αδίστακτο Ρώσο πρόεδρο» για την αιματοχυσία στο Μπεσλάν, χωρίς κουβέντα για την ουσία, δηλαδή για το κοινωνικο-οικονομικό, αλλά και γεωπολιτικό υπόβαθρο της σημερινής σύγκρουσης. Εκεί μεταξύ των άλλων γράφει: «Ο Πούτιν όμως έχει επιλέξει ως λύση τη γενοκτονία των Τσετσένων και όχι την πολιτική διευθέτηση»[21]. Μάλιστα διαβεβαιώνει πως αυτός έχει την υποστήριξη του ρώσικου λαού σε αυτή τη γενοκτονία. Αυτό σίγουρα είναι μια εντελώς αστήρικτη εκτίμηση. Ολοι μας γνωρίζουμε πως ο λαός αποτελείται από κοινωνικές τάξεις και στρώματα, τα οποία εκφράζουν τα συμφέροντά τους μέσω πολιτικών κομμάτων και κοινωνικών οργανώσεων.

Οι κομμουνιστικές δυνάμεις στη Ρωσία χαρακτηρίζουν τους Τσετσένους αποσχιστές - ένοπλους εγκληματίες - και όργανα των ξένων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων (και όχι βέβαια «απελευθερωτικό κίνημα», όπως στη Ρωσία θεωρούν μόνο περιθωριακοί τροτσκιστές, αλλά και φιλο-αμερικάνοι πολιτικοί από το χώρο της δεξιάς) και ταυτόχρονα ασκούν έντονη κριτική στον Πούτιν, αποκαλύπτοντας τις αιτίες της σύγκρουσης.

Σε Ανακοίνωσή του το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ρωσικής Ομοσπονδίας (ΚΚΡΟ) σημειώνει τα εξής: «Η διάλυση της οικονομίας έχει συσσωρεύσει φορτίο κοινωνικών προβλημάτων, την ανεργία, τη φτώχεια, την αύξηση του εγκλήματος, τη διαφθορά της εξουσίας και των οργάνων ασφαλείας, την ατελείωτη και απερίσκεπτη μεταρρύθμιση των δομών ασφαλείας, την όξυνση των διεθνικών προβλημάτων, το αδυνάτισμα των πολιτιστικών σχέσεων μεταξύ των λαών της Ρωσίας, τα λάθη που έγιναν στην Τσετσενία. Αυτές είναι οι πραγματικές αιτίες των τραγικών γεγονότων. Η σημερινή εξουσία, που γέννησε όλα αυτά τα προβλήματα, δεν είναι σε θέση να τα λύσει κι ενδιαφέρεται μόνο για τη διατήρησή της (...). Για να μπει τέλος στην αυθαιρεσία της εγκληματικότητας και της τρομοκρατίας πρέπει αναπόφευκτα να μπει τέλος στη σημερινή κοινωνικο-οικονομική και πολιτική γραμμή, να αποκατασταθεί η κοινωνική δικαιοσύνη. Είναι αναγκαίο σε σύντομο χρονικό διάστημα και παντού να εξαλειφθεί η οικονομική βάση του εγκλήματος, να κλείσουν τα κανάλια οικονομικής και στελεχικής ενίσχυσης των ενόπλων»[22].

Μετά την παρουσίαση των «προτάσεων Πούτιν» ο Γκενάντι Ζιουγκάνοφ, Πρόεδρος του ΚΚΡΟ, σε δηλώσεις του στο ΙΝΤΕΡΦΑΞ δήλωσε: «Η ανάλυσή μας δείχνει πως η συνταγή που προτείνει η σημερινή εξουσία του Κρεμλίνου είναι εντελώς αναποτελεσματική (...). Ο Μπους χρησιμοποίησε την 11η Σεπτέμβρη για να κηρύξει όλον τον κόσμο ζώνη αμερικανικών συμφερόντων. Ο Σαρόν τα χρησιμοποίησε για τον πόλεμο ενάντια στους Παλαιστινίους. Ο Πρόεδρος Πούτιν φαίνεται πως μετά την τραγωδία στο Μπεσλάν αποφάσισε ακόμη περισσότερο να ενισχύσει την προσωπική του εξουσία, αν και έχει έτσι κι αλλιώς συγκεντρώσει πρωτοφανή αριθμό εξουσιών. Στο Κρεμλίνο έχει συσσωρευτεί τόση εξουσία, που σύντομα θα πέσει να τους πλακώσει». Ο ηγέτης του ΚΚΡΟ σημείωσε, μεταξύ των άλλων, πως «όσο ο Πούτιν δεν καταδικάζει και δεν παίρνει αποστάσεις από εκείνους που διέλυσαν την ΕΣΣΔ, που κανονιοβόλησαν τη Σοβιετική εξουσία, που οργάνωσαν τον πόλεμο στο Βόρειο Καύκασο, η εξουσία δεν έχει καμία ηθική βάση για να διεξάγει αποτελεσματικό αγώνα ενάντια στην τρομοκρατία».

Το Κομμουνιστικό Εργατικό Κόμμα Ρωσίας (ΚΕΚΡ-ΚΚΡ) εκτιμά ότι «Οι μεταρρυθμίσεις του 1989-2004 έφεραν στους λαούς της ΕΣΣΔ τεράστια και παράλογα βάσανα: Καραμπάχ, Σουμγκάιτ, Υπερδνειστερία, Αμπχαζία, Τατζικιστάν, Τσετσενία, είναι αιματηροί κρίκοι της ίδιας αλυσίδας της καπιταλιστικοποίησης της χώρας... Τη ρωσική κοινωνία συγκλονίζει η φρίκη των τρομοκρατικών επιθέσεων, που έγιναν αναπόσπαστο τμήμα της ύπαρξης του συστήματος, το οποίο θεμελίωσε ο Γιέλτσιν και παρέδωσε στον Πούτιν. Κάτι τέτοιο στην ΕΣΣΔ θα ήταν αδύνατο ακόμη και να το φανταστούμε! Ο Πρόεδρος Πούτιν στο τηλεοπτικό διάγγελμά του προσπάθησε να το ερμηνεύσει με το ότι «οι εσωτερικές συγκρούσεις και διεθνικές αντιπαραθέσεις πριν καταστέλλονταν σκληρά από την κυρίαρχη ιδεολογία». Ομως, στη Σοβιετική Ενωση κυρίαρχη ιδεολογία ήταν η αδελφοσύνη και φιλία των λαών, η κοινωνική ισότητα και αλληλεγγύη των εργαζομένων όλων των εθνοτήτων, που στηρίζονταν στο θεμέλιο της παλλαϊκής ιδιοκτησίας. Πράγματι, η κυρίαρχη ιδεολογία εμπόδιζε σθεναρά τις προσπάθειες προσωπικής ευημερίας πάνω στη δυστυχία των άλλων ανθρώπων. Αντίθετα, ο καπιταλισμός, η ιδεολογία του κέρδους, έφερε στη Ρωσία τις αιματηρές εσωτερικές συγκρούσεις». Στην ανακοίνωση καταγγέλλονται τόσο οι προσπάθειες του καθεστώτος Πούτιν να θωρακίσει το σύστημα με νέους αυταρχικούς νόμους, με το πρόσχημα της τρομοκρατίας, όσο και τα ιμπεριαλιστικά σχέδια διαμελισμού της Ρωσίας: «Μήπως η μαζική δολοφονία των παιδιών είναι το όριο της σκληρότητας; Στο σύστημα του καπιταλισμού αυτό το όριο έχει εδώ και καιρό ξεπεραστεί. Για χάρη των φυσικών πόρων και των αγορών της Ρωσίας, με τη βοήθεια του εργαλείου της διεθνούς τρομοκρατίας, ο ιμπεριαλισμός μπορεί να συνεχίσει την επέμβαση με κάθε είδους μεθόδους... Και σήμερα στα μελλοντικά τους σχέδια βρίσκεται ο διαμελισμός της Ρωσίας σε μερικά κομμάτια... Δε θέλουν μια ισχυρή κι ενιαία Ρωσία στο διαμορφωμένο παγκόσμιο σύστημα του καπιταλισμού».

Στην Ανακοίνωσή της η Γραμματεία της ΚΕ του Κομμουνιστικού Εργατικού Κόμματος Ρωσίας (ΚΕΚΡ - ΚΚΡ), σημειώνει πως η πρωτοβουλία του Πούτιν «φέρνει πιο κοντά το ρώσικο πολιτικό σύστημα στην απολυταρχία της εποχής του Νικόλαου του Αιμοσταγή». Οπως τονίζει το ΚΕΚΡ-ΚΚΡ: «Η επιστροφή της χώρας στον καπιταλισμό, που άρχισε ο Γιέλτσιν, οδηγεί τη Ρωσία, μετά τη Σοβιετική Ενωση, στα όρια της διάσπασης και των αιματηρών εμφυλίων πολέμων, ενώ το σύστημα της λεγόμενης «διεύθυνσης κατά της κρίσης», που συγκροτεί ο Πούτιν, θα οδηγήσει στο σχηματισμό ενός αστυνομικού κράτους, με το διαρκή φόβο των πολιτών μπροστά στον κίνδυνο νέων τραγωδιών, με τον ολοκληρωτικό έλεγχο των δομών ασφαλείας στην πολιτική και προσωπική ζωή των πολιτών. Μετατρέπεται οριστικά σε αυταπάτη η αερολογία περί δημοκρατικών δικαιωμάτων και ελευθεριών, που και πριν υπήρχαν πιο πολύ στα χαρτιά και κυρίως ίσχυαν για τα εύπορα στρώματα, αλλά όχι για την πλειοψηφία των εργαζομένων». Η ανακοίνωση του ΚΕΚΡ-ΚΚΡ καταλήγει πως «Η ριζική διέξοδος από την κατάσταση αυτή, με την επίλυση των διεθνικών, πολιτικών καθώς και κοινωνικών αντιθέσεων, είναι δυνατή μόνο στο δρόμο του σοσιαλισμού».

Ταυτόχρονα προβάλλει τα εξής ζητήματα άμεσης πάλης:

 «Να σταματήσει η Ρωσία να συμβαδίζει με τις άλλες ιμπεριαλιστικές χώρες, στο αγώνα δήθεν ενάντια στη "διεθνή τρομοκρατία" και να συνειδητοποιηθεί πως πίσω από τις επιθέσεις στη Ρωσία υπάρχουν συγκεκριμένα οικονομικά συμφέροντα.

 Να λογοδοτήσει στη δικαιοσύνη ο Γέλτσιν «για την ανάφλεξη του πολέμου στην Τσετσενία, την αρχική ενίσχυση και εξοπλισμό των αυριανών συμμοριτών».

 Να κινηθούν διώξεις «ενάντια στα εγκλήματα των ντόπιων, (τσετσένων και ρώσων) καπιταλιστών, στην υπόθεση της ανακίνησης της εχθρότητας και στη συνέχεια της ληστείας που έγινε με τη σημαία της "ανοικοδόμησης" της Τσετσενίας».

 Να δημιουργηθεί ανεξάρτητη κοινοβουλευτική επιτροπή για την έρευνα των συνθηκών της τραγωδίας στο Μπεσλάν, στην οποία θα λογοδοτήσει και ο Πρόεδρος Πούτιν»[23].

ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΙ ΤΟΥ ΔΥΤΙΚΟΥ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ ΤΟΥ ΚΑΥΚΑΣΟΥ

Οι σχέσεις ανάμεσα στις μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις περιλαμβάνουν αναπόφευκτα αντιπαραθέσεις, δημιουργία αξόνων και αντι-αξόνων. Στην αντιμετώπιση της Ρωσίας από τη Δύση υπάρχει από τη μια ένας «κοινός παρονομαστής» και από την άλλη κάθε ιμπεριαλιστική δύναμη (ΗΠΑ, ΕΕ, Ιαπωνία) χτίζει τη δική της πολιτική, με βάση τους επιμέρους σχεδιασμούς της. Ο «κοινός παρανομαστής» είναι ότι το έδαφος της Ρωσίας πρέπει να ενσωματωθεί πλήρως στο παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό σύστημα, αλλά να εμποδιστεί η Ρωσία να διεκδικεί πρωταγωνιστικό ρόλο στις διεθνείς υποθέσεις. Στη βάση αυτού κάθε δύναμη επιδιώκει να θέσει το δικό της «αριθμητή». Ετσι, ΗΠΑ, Μ. Βρετανία ακολουθούν πιο «σκληρή» γραμμή απέναντι στη Ρωσία. Είναι οι μόνες χώρες μέχρι στιγμής, που έχουν δώσει πολιτικό άσυλο σε ανθρώπους που η ρωσική κυβέρνηση χαρακτηρίζει «τρομοκράτες», ενώ οι ίδιες «Τσετσένους μαχητές». Αντίθετα, ηγετικές δυνάμεις της ΕΕ, όπως η Γερμανία, δείχνουν μια «συγκατάβαση», ενώ στο παρελθόν είχαν διαρρεύσει πληροφορίες και για στενή συνεργασία των μυστικών υπηρεσιών τους στην απόκρουση των «ισλαμιστών» στην Τσετσενία.

Αμέσως μετά την τραγωδία του Μπεσλάν στο διάγγελμά του ο Ρώσος Πρόεδρος έκανε την εξής εκτίμηση: «Δείξαμε αδυναμία. Και τους αδύνατους τους χτυπούν. Ορισμένοι θέλουν να μας κόψουν ένα "παχύ" κομμάτι, ενώ άλλοι τους βοηθούν. Τους βοηθούν, πιστεύοντας πως η Ρωσία, ως μια από τις μεγαλύτερες πυρηνικές δυνάμεις, αποτελεί ακόμη γι' αυτούς κίνδυνο. Γι’ αυτό επιδιώκουν να εξαλείψουν αυτόν τον κίνδυνο. Κι η τρομοκρατία είναι φυσικά μόνο το εργαλείο για την επίτευξη αυτών των στόχων»[24]. Είναι φανερό πως λόγος δε γίνεται για τον Μπιν Λάντεν, τις σπηλιές του Αφγανιστάν και τ’ άλλα σύγχρονα «παραμύθια της Χαλιμάς» που μας σερβίρουν!

Θα μπορούσαμε να ξεχωρίσουμε δύο στόχους των ξένων δυνάμεων που ακολουθούν μια έντονη πολιτική στρατιωτικο-πολιτικής διείσδυσης στην περιοχή της πρώην ΕΣΣΔ, πρώτ’ απ’ όλα των ΗΠΑ:

Τον έλεγχο των πηγών ενέργειας της περιοχής και των δρόμων μεταφοράς τους. Είναι γνωστό ότι από την Τσετσενία περνά ο «ρωσικός δρόμος» πετρελαίου της Κασπίας και καταλήγει στο ρωσικό λιμάνι του Νοβοροσίσκ, στη Μαύρη Θάλασσα. Οι ΗΠΑ από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 προκρίνουν λύσεις μεταφοράς που παρακάμπτουν τόσο τη Ρωσία, όσο και το Ιράν (Μπακού - Τσεϊχάν, Τουρκμενιστάν - Αφγανιστάν - Πακιστάν), παρά το γεγονός πως αυτοί οι δρόμοι είναι οικονομικά ασύμφοροι[25]. Πώς μπορεί όμως ένας δρόμος πετρελαίου, που ήδη είναι σε λειτουργία, να σταματήσει να λειτουργεί ή να αφαιρεθεί από τα χέρια του ανταγωνιστή; Να πώς το συγκεκριμένο αίτημα της «αυτοδιάθεσης», της «ανεξαρτησίας» του Τσετσενικού έθνους βρίσκει ενεργό σύμμαχο (ή μήπως και υποκινητή;) στο πρόσωπο των ΗΠΑ και όχι μόνο. Πολύ συγκεκριμένα συμφέροντα έχουν από αυτήν την υπόθεση και μια σειρά άλλες δυνάμεις, όπως η Μ. Βρετανία, αλλά και «δορυφόροι» των ΗΠΑ, όπως η Τουρκία και η Σ. Αραβία. Στην πράξη αυτό σημαίνει ότι οι Τσετσένοι «μαχητές της ελευθερίας», κατά τις ΗΠΑ, ή οι «τρομοκράτες», κατά τον Πούτιν, έχουν μετατραπεί σε πιόνι στη «μεγάλη σκακιέρα» των ΗΠΑ.

Εξίσου σημαντικός στόχος είναι η περικύκλωση κι αποδυνάμωση της Ρωσίας και η μείωση του ρόλου της στην περιοχή. Για ανάλογες περιπτώσεις ο Λένιν είχε γράψει το εξής: «ουσιαστικό για τον ιμπεριαλισμό είναι ο ανταγωνισμός μερικών μεγάλων Δυνάμεων που τείνουν προς την ηγεμονία, δηλαδή προς το άρπαγμα εδαφών όχι τόσο άμεσα για τον εαυτό τους, όσο για την εξασθένιση του αντιπάλου και την υπόσκαψη της ηγεμονίας του»[26]. Εχει σημασία να δει κανείς τα γεγονότα στο φόντο της συνεχιζόμενης διείσδυσης των ΗΠΑ στις πρώην σοβιετικές Δημοκρατίες, την εγκατάσταση στρατιωτικών βάσεων στην περιοχή, αλλά και την επέκταση του ΝΑΤΟ προς Ανατολάς. Καθόλου τυχαίο δεν είναι πως οι Τσετσένοι αποσχιστές (ή όπως παρουσιάζεται το πιο «εξτρεμιστικό» τμήμα τους) θέτουν ως στόχο την αναβίωση του σχεδίου του Χίτλερ για την περιοχή του Καυκάσου. Δηλαδή τη δημιουργία μιας «ανεξάρτητης» Ομοσπονδίας των λαών του Καυκάσου, αυτή τη φορά, όχι υπό τις εγγυήσεις του Τρίτου Ράιχ, αλλά της «Διεθνούς Κοινότητας», δηλαδή των ΗΠΑ, του ΝΑΤΟ, της ΕΕ.

Ακούγεται στον ένα ή άλλο βαθμό σαν ερώτηση ή συχνά και σαν άποψη, γύρω από τις εξελίξεις στην Τσετσενία, το εξής: «Οι ΗΠΑ προσπαθούν να αποκόψουν ένα κομμάτι της Ρωσίας. Η Ρωσία αντικειμενικά αντιστέκεται σε αυτά τα ιμπεριαλιστικά σχέδια. Εχει κάθε δικαίωμα να υπερασπιστεί την κρατική της υπόσταση με κάθε μέσο και γι’ αυτό πρέπει να υποστηριχτεί από το εργατικό κίνημα».

Οσοι σκέφτονται έτσι θέτουν το ζήτημα λαθεμένα, στη μορφή «αταξικά». Το ζήτημα δεν είναι αν «αμύνεται» ένα κράτος ή αν επιτίθεται αλλά οι ρίζες, η ουσία, ο χαρακτήρας της αντιπαράθεσης. Η σημερινή καπιταλιστική Ρωσία επιδιώκει την αναβάθμισή της στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα και δεν κάνει αντιιμπεριαλιστικό αγώνα. Δεν έχουμε να κάνουμε με έναν «δίκαιο» για τη Ρωσία πόλεμο, επειδή φαίνεται πως η Ρωσία «αμύνεται» στα ιμπεριαλιστικά σχέδια αποδυνάμωσής της. Αυτοί που την κυβερνούν δεν αγωνίζονται για το λαό τους, αλλά για το δικαίωμα να μπορούν αυτοί να εκμεταλλεύονται την εργατική τάξη, τα λαϊκά στρώματα, τους φυσικούς πόρους της περιοχής. Η αντιπαράθεση αυτή είναι σύμφυτη με την καπιταλιστική παλινόρθωση και το χαρακτήρα της εποχής, όπου ο καπιταλισμός έχει φτάσει στο στάδιο του ιμπεριαλισμού, που γεννά αντιπαραθέσεις και πολέμους ανάμεσα στους ιμπεριαλιστές για το μοίρασμα αγορών και σφαιρών επιρροής.

Να γιατί το επαναστατικό κίνημα των άλλων χωρών πρέπει να καταδικάσει και τους Τσετσένους αποσχιστές - μαριονέτες των δυτικών δυνάμεων και την καπιταλιστική ηγεσία της Ρωσίας, την ηγεσία της καπιταλιστικής παλινόρθωσης που δημιούργησε και συντηρεί τις κοινωνικο-οικονομικές και πολιτικές προϋποθέσεις αυτού του πολέμου.

ΠΕΡΙ «ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΛΥΣΗΣ»

Πρόσφατα ο εκπρόσωπος τύπου του ΣΥΝ δήλωσε: «Καλούμε την ελληνική κυβέρνηση και την ΕΕ να αναλάβουν άμεσα πρωτοβουλίες για να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα της περιοχής με πολιτικά μέσα»[27]. Λίγες ημέρες αργότερα είδαμε τον κ. Δελαστίκ να «εκνευρίζεται» γιατί ο «αδίστακτος Πούτιν» δεν κάθεται στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με τον «μετριοπαθή Μασχάντοφ»[28] (σημ. οι χαρακτηρισμοί είναι δικοί του). Σχεδόν ταυτόχρονα ο εκπρόσωπος Τύπου του ΝΑΤΟ δήλωσε ότι «Η διεθνής κοινότητα είναι έτοιμη να υποστηρίξει τη Ρωσία στην επίτευξη ειρηνικών, πολιτικών αποφάσεων στην περιοχή»[29]. Αναρωτιέται κανείς: Να έγινε το ΝΑΤΟ τόσο φιλεύσπλαχνο και φιλειρηνικό ή μήπως προσχώρησε και αυτό στο λεγόμενο «Ευρωπαϊκό Αριστερό Κόμμα», όπου συμμετέχει κι ο ΣΥΝ ή μήπως στο ΝΑΡ-ΜΕΡΑ του κ. Δελαστίκ; Μάλλον όμως τίποτα από αυτά δε συμβαίνει! Απλώς το ΝΑΤΟ θα ήθελε πολύ να παίξει το ρόλο του «λύκου που φυλάει τα πρόβατα» στην περιοχή του Καυκάσου. Εξάλλου, όσοι αυτοπροσδιορίζονται ως μαρξιστές θα ’πρεπε να θυμούνται ότι «ο πόλεμος είναι η συνέχεια της πολιτικής με άλλα (συγκεκριμένα με βίαια) μέσα (…). Με το δίκιο τους οι μαρξιστές θεωρούσαν πάντα αυτή τη θέση θεωρητικό βάθρο για να κρίνει κανείς τη σημασία κάθε δοσμένου πολέμου»[30]. Το να ζητά κανείς γενικά και αόριστα «άμεση πολιτική λύση», παρακάμπτοντας το ζήτημα τι είδους θα είναι αυτή, ποιος θα την επιβάλει και με ποιες σκοπιμότητες, απλά χύνει νερό στο μύλο του ενός ή του άλλου ιμπεριαλιστή.

Μετά την καπιταλιστική παλινόρθωση στη Ρωσία το Κρεμλίνο (και συγκεκριμένα ο πρώην πρόεδρος Γέλτσιν), με υπόδειξη του μεγαλοεπιχειρηματία Μπ. Μπερεζόφσκι που «έλυνε κι έδενε» στο Συμβούλιο Ασφαλείας της Ρωσίας, υπόγραψε όχι μια, αλλά τρεις (!) «πολιτικές συμφωνίες» με τους επικεφαλής των αποσχιστών! Ολες οι λεπτομέρειες του παρασκηνίου αυτών των συμφωνιών δεν έχουν γίνει ακόμη γνωστές. Είναι όμως ολοφάνερο πως χάρη σε αυτές τις συμφωνίες, στηριγμένες πάνω στο κέρδος Ρώσων και Τσετσένων καπιταλιστών, έγινε δυνατό να λειτουργήσει για ένα διάστημα χωρίς αντιδράσεις (1996-1999) από τους Τσετσένους αποσχιστές ο ρώσικος δρόμος πετρελαίου. Πράγματι σ’ εκείνη την τριετία οι καπιταλιστές αύξησαν τα κέρδη τους, όχι μόνο από την εκμετάλλευση των ενεργειακών πόρων, αλλά και από το οικονομικό σχέδιο «ανοικοδόμησης» της Τσετσενίας, που βέβαια «καταβρόχθισαν» οι «ειρηνικοί» καπιταλιστές που ανέλαβαν τα έργα, συχνά χωρίς αντίκρισμα. Ομως ο λαός της περιοχής δεν έζησε καθόλου καλύτερα, αφού όχι μόνο επανήλθε το μουσουλμανικό «δίκαιο», αλλά τη διοίκηση της περιοχής ανέλαβαν μια σειρά συμμορίες που εξόντωναν ή κυνηγούσαν κάθε διαφορετική φωνή, ενώ επανήλθαν καταστάσεις όπως η φανερή αγοροπωλησία (το δουλεμπόριο) ανθρώπων! Χώρια που αυτή η «ειρηνική περίοδος» δεν μπόρεσε να είναι μακροβιότερη (αφού όπως είπαμε, άλλοι παραγγέλνουν τη «μουσική» σε αυτή την υπόθεση) και διαλύθηκε μετά την εισβολή Τσετσένων αποσχιστών στο γειτονικό Νταγκεστάν.

Τέλος πάντων, ίσως αυτά να μην είναι τόσο γνωστά. Ομως ειδικά οι «φιλο-ευρωπαίοι» του ΣΥΝ όφειλαν να γνωρίζουν ότι 145 ευρωβουλευτές υποστήριξαν το Φλεβάρη του 2004 το λεγόμενο «σχέδιο Μασχάντοφ» (και ζήτησαν από την ηγεσία της ΕΕ να το προωθήσει), στο οποίο προβλέπεται η μετατροπή του ρωσικού Βόρειου Καυκάσου σε ξένο προτεκτοράτο, κατά το πρότυπο του Κοσσόβου και της Βοσνίας. Το συγκεκριμένο σχέδιο πολιτικής λύσης έχει τον εύηχο τίτλο «Ρώσο-τσετσενική τραγωδία. Ο δρόμος προς την Ειρήνη και τη Δημοκρατία: Προσδιορισμός της ανεξαρτησίας μέσω Διεθνούς Διοίκησης»[31]. Οπως μάλιστα έγραψε η ρωσική εφημερίδα «Νόβιε Ιζβέστια» οι προτάσεις που περικλείονται στο συγκεκριμένο σχέδιο «πολιτικής διευθέτησης» και προβλέπουν την αποχώρηση της Ρωσίας από την περιοχή, ήδη τέθηκαν στον Πρόεδρο της Ρωσίας Πούτιν από τον Κόλιν Πάουελ[32].

«Ο κόσμος το 'χει τούμπανο» δηλαδή, ότι «οι ιμπεριαλιστές τη γη ξαναμοιράζουν και με το αίμα των λαών τα σύνορα χαράζουν», ενώ οι «νεοαριστεροί» του ΣΥΝ και άλλοι προσπαθούν να κρατήσουν τα προσχήματα της «πολιτικής λύσης».

ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ

Ακόμη και αν κάποιος δε συμφωνεί με τη δική μας πολιτική θεώρηση των εξελίξεων στην Τσετσενία, δεν μπορεί να διαφωνήσει με τη διαπίστωση ότι 15 χρόνια μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ ο κόσμος δεν έγινε ούτε πιο «ειρηνικός» ούτε πιο «ασφαλής», όπως μας διαβεβαίωνε το 1991 σύσσωμος ο πολιτικός κόσμος της χώρας μας, «πλην των Λακεδαιμονίων» του ΚΚΕ. Το αντίθετο μάλιστα!

Θα συμφωνήσει μαζί μας πως αρνητικότατη εξέλιξη αποτελεί η αποδοχή του «προληπτικού χτυπήματος» από τη Ρωσία, μετά τις ΗΠΑ και την ΕΕ, που δίνει ένα ακόμη θανατηφόρο χτύπημα στο Διεθνές Δίκαιο, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί μετά την αντιφασιστική νίκη των λαών και τη διαμόρφωση του σοσιαλιστικού συστήματος στην Ανατολική Ευρώπη.

Θα πρέπει τουλάχιστον να προβληματιστεί για το πώς γίνεται όλοι όσοι πεισματικά αρνούνται δεκαετίες τώρα στον Παλαιστινιακό λαό το δικαίωμα της Πατρίδας, στο άψε-σβήσε να έχουν γίνει «θεματοφύλακες» της υπόθεσης των Τσετσένων αποσχιστών, όπως και του UCK στο πρόσφατο παρελθόν.

Θα πρέπει τουλάχιστον να αναρωτηθεί πώς όλοι αυτοί που «σφαγιάσανε» κατά σειρά τους λαούς της Γιουγκοσλαβίας, του Αφγανιστάν, του Ιράκ, τώρα ενδιαφέρονται για τα «δημοκρατικά δικαιώματα» και την «πολιτική λύση» στην Τσετσενία.

Θα πρέπει τουλάχιστον να αναρωτηθεί για το πώς γίνεται αυτοί που κατηγορούν το ΚΚΕ, επειδή θεωρούν απίθανο κι επιζήμιο το αίτημα η χώρα μας να αποδεσμευτεί από την ΕΕ και το ΝΑΤΟ, να τάσσονται αναφανδόν υπέρ της «ανεξαρτησίας», δηλαδή της απόσχισης από τη σύνθεση της Ρωσικής Ομοσπονδίας, της Τσετσενίας (που είναι τουλάχιστον δέκα φορές μικρότερη από την Ελλάδα και πολύ πιο αδύναμη οικονομικά).

Θα πρέπει ακόμη να σκεφτεί τις συμφορές που θα φέρει η συμμετοχή της χώρας μας στους σχεδιασμούς του ΝΑΤΟ και της ΕΕ στην περιοχή του Καυκάσου.

Αν προβληματιστεί και αναζητήσει ουσιαστικές απαντήσεις και φιλολαϊκές λύσεις στα ζητήματα των διεθνών σχέσεων, τότε, άσχετα από τις διαφωνίες που μπορεί να έχει μαζί μας, στο ένα ή άλλο επιμέρους ζήτημα, στη μια ή άλλη θεώρηση των πραγμάτων, θα είναι σίγουρα μαζί μας στις αυριανές αντιιμπεριαλιστικές κινητοποιήσεις ενάντια στα νέα αιμοβόρα σχέδια των ιμπεριαλιστών, για την πλήρη απεμπλοκή της χώρας από τους ιμπεριαλιστικούς πολέμους. Για να γίνει πράξη το σύνθημα «Ούτε γη ούτε νερό στους φονιάδες των λαών!» κι επιτέλους για να ορθωθεί το λαϊκό και πανίσχυρο «αντίπαλο δέος» στην ιμπεριαλιστική επαναχάραξη των συνόρων με των λαών το αίμα!


ΣημειώσειςΣημειώσεις

Ο Ελισαίος Βαγενάς είναι μέλος της Τμήματος Διεθνών Σχέσεων της ΚΕ του ΚΚΕ.

[1] Ι. Β. Στάλιν: «Ο μαρξισμός και το εθνικό ζήτημα», Απαντα, τ. 2, σελ. 327.

[2] Τα ιστορικά στοιχεία που παρουσιάζονται εδώ είναι από τη Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια και από το δικτυακό τόπο http://www.chechnyafree.ru/.

[3] Η κρίση στην Τσετσενία.http://www.mesogios.gr/arxeio/2004/09/07/g03.htm. Πηγή: Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων.

[4] Αυτόνομη Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Τσετσενο-Ινγκουσέτιας. Σοβιετική εγκυκλοπαίδεια (στα ρωσικά).

[5] Ι. Πιχάλοφ: «Τσετσενία. Η Σταλινική λύση του εθνικού ζητήματος». http://www.communist.ru/lenta/?829.

[6] B. Σμελιόφ: «Πιόνι στα χέρια της διεθνούς αντεπανάστασης. Για το ζήτημα της διαμόρφωσης μαρξιστικής θέσης για την Τσετσενία». http://communist.ru.cgi-bin/articl.cgi?id=0300shmelev0101.

* Εδώ η λέξη «πανάνθρωπος» χρησιμοποιείται περιπαιχτικά για τους οπαδούς των αταξικών απόψεων του Μ. Γκορμπατσόφ, περί «πανανθρώπινων αξιών».

[7] Β. Σμελιόφ:»Πιόνι στα χέρια της διεθνούς αντεπανάστασης. Για το ζήτημα της διαμόρφωσης μαρξιστικής θέσης για την Τσετσενία». Http://communist.ru/cgi-bin/article.cgi?id=0300shmelev0101.

[8] Β. Ι. Λένιν: «Το στρατιωτικό πρόγραμμα της Προλεταριακής Επανάστασης». Απαντα, τ. 30. Σελ. 134.

[9] Πρακτορείο Ειδήσεων «UTRO», 26.9.2004. http://www.utro.ru/articles/2004/0924/354518.shtml

[10] Γ. Δελαστίκ: «ΠΡΙΝ», 5.9.2004.

[11] Β. Ι. Λένιν: «Το εθνικό ζήτημα στο Πρόγραμμά μας». Απαντα, τ. 7, σελ. 233.

[12] Β. Ι. Λένιν: «Η σοσιαλιστική επανάσταση και το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των εθνών». Απαντα, τ. 27, σελ. 263. Σημείωση: Εδώ ο Λένιν αναφέρεται στην «Εμπιστευτική ανακοίνωση» των Κ. Μαρξ - Φ. Ενγκελς: Απαντα, 2η ρωσ. έκδοση, τ. 16, σελ. 438.

[13] Β. Ι. Λένιν: «Η σοσιαλιστική επανάσταση και το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των εθνών». Απαντα, τ. 27, σελ. 260.

[14] Β. Ι. Λένιν: «Τα αποτελέσματα της συζήτησης για την αυτοδιάθεση». Απαντα, τ. 30, σελ. 39.

[15] Β. Ι. Λένιν: «Το στρατιωτικό πρόγραμμα της Προλεταριακής Επανάστασης». Απαντα, τ. 30,σελ. 134.

[16] Ι. Β. Στάλιν: «Ο μαρξισμός και το εθνικό ζήτημα». Απαντα, τ. 2, σελ. 351-352.

[17] Ι. Β. Στάλιν: «Ο μαρξισμός και το εθνικό ζήτημα». Απαντα, τ. 2, σελ. 349-350.

[18] Πρόγραμμα του ΚΚΕ.

[19] Ε. Κατροδαύλη: «Ο Λένιν για τους πολέμους στην εποχή του ιμπεριαλισμού», ΚΟΜΕΠ, τ. 2/1999,σελ. 108.

[20] «ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ», 11.9.2004.

[21] Γ. Δελαστίκ: «Ο θάνατος, απόλυτος άρχων του Καυκάσου».Εφημερίδα «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ», 12.9.2004.

[22] «ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ», 9.9.2004 και 19.9.2004.

[23] «ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ», 10.9.2004 και 17.9.2004.

[24] Διάγγελμα Β. Πούτιν: «ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ», 5.9.2004.

[25] Μ. Παπαδόπουλος: «Οι πετρελαϊκές πηγές της Κασπίας-Ιράκ στο στόχαστρο του ιμπεριαλισμού». ΚΟΜΕΠ, τ. 4/2002, σελ. 101-121.

[26] Β. Ι. Λένιν: «Ο ιμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού». Απαντα, τ. 27, σελ. 395.

[27] «ΑΥΓΗ», 7.9.2004.

[28] Γ. Δελαστίκ: «Ο θάνατος, απόλυτος άρχων του Καυκάσου». Εφημερίδα «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ», 12.9.2004.

[29] «ΝΕΖΑΒΙΣΙΜΑΓΙΑ ΓΚΑΖΕΤΑ», 8.9.2004.

[30] Β. Ι. Λένιν: «Σοσιαλισμός και πόλεμος». Απαντα, τ. 26, σελ. 322.

[31] «ΝΕΖΑΒΙΣΙΜΑΓΙΑ ΓΚΑΖΕΤΑ», 5.2.2004.

[32] «ΝΟΒΙΕ ΙΖΒΕΣΤΙΑ».http://newizv.ru/news/?n_id=4471&curdate=2004-02-06