ΓΙΑ ΤΟ ΡΟΛΟ ΤΩΝ ΝΕΩΝ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΩΝ
Η εντυπωσιακή επιστημονική και τεχνολογική ανάπτυξη (πληροφορική, ρομποτική, διαστημική, βιοτεχνολογία κλπ.) στον αιώνα μας ευνοεί την άνθιση αντιλήψεων που απολυτοποιούν το ρόλο τους. Ασφαλώς η αστική σκέψη θεωρεί τα επιστημονικά-τεχνολογικά επιτεύγματα ως αίτιο δημιουργίας του «παγκόσμιου χωριού», όχι γιατί θαμπώθηκε από την εξέλιξή τους αλλά γιατί αναλύει τα φαινόμενα από τη σκοπιά των συμφερόντων του κεφαλαίου και ενδιαφέρεται να συσκοτίσει τα πραγματικά αίτια των σύγχρονων προβλημάτων.
Σε γενικές γραμμές θα λέγαμε πως η μεν σοσιαλδημοκρατία συντάσσεται με την απαισιόδοξη εκδοχή, ο δε κλασικός νεοφιλελευθερισμός με την αισιόδοξη, χωρίς όμως να λείπουν και οι «κριτικές» φωνές.
Σε άρθρα του «Le Μonde» ο Riccardo Petrella αναφερόμενος στο πέρασμα απ’ τους εθνικούς καπιταλισμούς στην παγκοσμιοποίηση αποφαίνεται πως είναι μια διαδικασία «που στηρίζεται όλο και λιγότερο στην κατοχή υλικών στοιχείων (γη, φυσικούς πόρους, μηχανήματα) και αναπτύσσεται χάρις στην κυριαρχία της σε μη υλικούς παράγοντες (επιστημονική γνώση, υψηλή τεχνολογία, πληροφορίες, επικοινωνίες, διαφήμιση, χρηματοπιστωτική δραστηριότητα). Η οικονομία από-υλοποιείται». Και συνεχίζει: «Θέλετε ένα σημάδι αυτής της από-υλοποίησης; Ανάμεσα στις πρώτες είκοσι βιομηχανικές επιχειρήσεις στον κόσμο συγκαταλέγονται σήμερα έξι εταιρείες του τομέα της μικροηλεκτρονικής και της πληροφορικής -πριν από είκοσι μόλις χρόνια δεν υπήρχε καμία»[2].
Ετσι ανάμεσα στις γνωστές θεωρίες περί άυλου προϊόντος -που εδράζονται στην αυταπάτη ότι το κεφάλαιο είναι πράγμα (μηχανήματα, υλικά στοιχεία) και όχι κοινωνική σχέση- η «παγκοσμιοποίηση» (η διεθνοποίηση του κεφαλαίου στις νέες συνθήκες θα λέγαμε εμείς) οφείλεται σε αυτές καθαυτές τις νέες τεχνολογίες. Αυτές είναι το αίτιο των όποιων αλλαγών. Τούτο το συμπέρασμα φαίνεται ακόμα πιο ξεκάθαρα σε άρθρο του ίδιου τεύχους του προαναφερθέντος περιοδικού: «Ζούμε στην αυτοκρατορία της τεχνολογίας. Ζούμε υπό την εξουσία της … Τη βλέπουμε να παραβιάζει σύνορα και να εκμεταλλεύεται καλλιεργήσιμες περιοχές και παραδοσιακές τεχνογνωσίες, μέχρι να τις εξαντλήσει εντελώς και να τις κάνει παρωχημένες και άχρηστες … Φαίνεται ότι ισχυρό εφαλτήριο που τροφοδοτεί την αδιάκοπη εμφάνιση νέων τεχνολογιών δεν είναι άλλο από την ίδια την επιθυμία, την επιθυμία που εξορισμού θα μένει ανικανοποίητη στο διηνεκές, την επιθυμία της νίκης, πραγματικής ή επιφαινόμενης, την επιθυμία του παιχνιδιού και της επιβολής, την επιθυμία να κινηθεί ο άνθρωπος πιο γρήγορα, πιο μακριά, πιο ψηλά, πιο βαθιά, από τον πυρήνα της ύλης ως τα όρια του σύμπαντος»[3].
Σύμφωνα λοιπόν με τις παραπάνω περισπούδαστες αναλύσεις αίτιο των αλλαγών είναι οι νέες τεχνολογίες. Αίτιο ανάπτυξης των νέων τεχνολογιών στη σημερινή φάση είναι η ανθρώπινη επιθυμία, η οποία υπάρχει με ένα μεταφυσικό τρόπο. Το κίνητρο του κέρδους και ο προσανατολισμός των ανθρώπινων αναγκών στην κατεύθυνση που θέλει το κεφάλαιο απουσιάζουν παντελώς.
Οσον αφορά στον κλασικό νεοφιλελευθερισμό η άποψή του για τις νέες τεχνολογίες δεν αποτελεί παρά μια μετεξέλιξη των τεχνοειδυλλιακών αντιλήψεων που εμφανίστηκαν περίπου εξήντα χρόνια πριν (Μπρζεζίνσκι, Ντάνιελ Μπελ, Φουραστιέ, Μπέρνχαμ κ.ά.) και κατά το πέρασμα του χρόνου πήραν διάφορες μορφές. Φθάνοντας στο σήμερα ο Ν. Νεγρεπόντης γράφει: «…ο ψηφιακός κόσμος προσφέρει μια νότα αισιοδοξίας. Οπως και μια δύναμη της φύσης, έτσι και την ψηφιακή εποχή δεν μπορείς να την αμφισβητήσεις ή να τη σταματήσεις. Εχει τέσσερις πολύ σημαντικές ιδιότητες, που θα συνεισφέρουν στον τελικό της θρίαμβο: την αποκέντρωση, την οικουμενικότητα, την αρμονικότητα και την ενδυνάμωση». Συμπληρώνοντας τη σκέψη του μας λέει πως «…στον ψηφιακό κόσμο, λύσεις που μέχρι σήμερα είχαν χαρακτηρισθεί ανεφάρμοστες αρχίζουν να είναι υλοποιήσιμες»[4].
Κατά τον Α. Ανδριανόπουλο η εκμετάλλευση παύει να υφίσταται και διερωτάται «Ποιανού ακριβώς την υπεραξία εκμεταλλεύεται όποιος διακυβεύει τα εισοδήματά του με επενδυτικές διακινδυνεύσεις στο χρηματιστήριο, σε ομόλογα, σε derivatives και σε options; O «εργαζόμενος της γνώσης» δε συμβάλλει με την οκτάωρη απασχόλησή του στην κατασκευή κάποιου προϊόντος επί του οποίου ο εργοδότης εξασφαλίζει κάποιο πρόσθετο αδικαιολόγητο κέρδος. Αντιθέτως, με την εξειδικευμένη του γνώση παράγει ένα αυτόνομο προϊόν ασκώντας εξουσία στον εργοδότη αν υπάρχει, με το μονοπώλιο που ασκεί πάνω στη συγκεκριμένη γνώση»[5].
Τελικά αυτές οι θεωρήσεις παρακάμπτουν και συσκοτίζουν τα ουσιαστικά ζητήματα:
- Ποιος έχει στην κατοχή του τα επιστημονικο-τεχνικά επιτεύγματα και για ποιο σκοπό;
- Αυτά είναι από μόνα τους καταστροφικά ή παίζει ρόλο από ποιόν χρησιμοποιούνται;
- Η ανάπτυξη της τεχνολογίας αλλάζει τις σχέσεις παραγωγής;
- Η εργατική τάξη υφίσταται λιγότερη εκμετάλλευση και καταργείται η παραγωγή υπεραξίας; Αν ναι, από πού πηγάζει το κέρδος;
O Μαρξ πολύ πριν τους αστούς και μικροαστούς διανοητές που νομίζουν πως ανακάλυψαν την Αμερική διαπίστωσε πως η επιστήμη μετατρέπεται σε άμεση παραγωγική δύναμη:
«… Η ιδιοποίηση της ζωντανής εργασίας από το κεφάλαιο αποκτά και από αυτή την άποψη στα μηχανήματα άμεση πραγματικότητα: Από τη μια μεριά αυτό που επιτρέπει στη μηχανή να εκτελεί την ίδια εργασία που εκτελούσε προηγούμενα ο εργάτης είναι η ανάλυση και η εφαρμογή χημικών και μηχανικών νόμων, που πηγάζει άμεσα από την επιστήμη. Η ανάπτυξη ωστόσο των μηχανημάτων σε αυτή την κατεύθυνση παρουσιάζεται μόνον όταν η μεγάλη βιομηχανία έχει φτάσει ήδη σε ανώτερη βαθμίδα και όλες οι επιστήμες έχουν αιχμαλωτιστεί στην υπηρεσία του κεφαλαίου και απ’ τη άλλη μεριά, όταν τα ίδια τα διαθέσιμα μηχανήματα ήδη προσφέρουν μεγάλους πόρους. Τότε η εφεύρεση γίνεται επιχείρηση και η εφαρμογή της επιστήμης στην ίδια την άμεση παραγωγή γίνεται σκοπιά που την καθορίζει και την παρακινεί»[6].
Ακόμα, κάνοντας κριτική στον Τζον Στιούαρτ Μιλ για το έργο του «Αρχές της Πολιτικής Οικονομίας», όπου υποστηρίζει ότι οι μηχανικές εφευρέσεις ανακουφίζουν τον καθημερινό μόχθο, γράφει: «Αλλά δεν είναι καθόλου αυτός ο σκοπός των μηχανών που χρησιμοποιούνται με κεφαλαιοκρατικό τρόπο. Οπως και κάθε άλλη ανάπτυξη της παραγωγικής δύναμης της εργασίας έτσι και η ανάπτυξή της με τις μηχανές έχει σκοπό να φθηναίνει τα εμπορεύματα και να συντομέψει το μέρος εκείνο της εργάσιμης ημέρας που χρειάζεται ο εργάτης για τον εαυτό του, για να μεγαλώσει το άλλος μέρος της εργάσιμης ημέρας του, που το δίνει δωρεά στον κεφαλαιοκράτη. Οι μηχανές είναι μέσο για την παραγωγή της υπεραξίας»[7].
Εν κατακλείδι θα λέγαμε πως για τα όποια προβλήματα ασφαλώς δεν ευθύνονται οι νέες τεχνολογίες αλλά η αντικοινωνική τους χρήση στο πλαίσιο του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Η χρήση τους επιδιώκει ή και έχει ως αποτέλεσμα: τη συγκέντρωση του κεφαλαίου, την όξυνση της ανισομετρίας μεταξύ κρατών και επιχειρήσεων, τον πολλαπλασιασμό της παραγωγικότητας και συνεπώς την τάση πτώσης του ποσοστού κέρδους, την αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης, την αύξηση της ταχύτητας διακίνησης εμπορευμάτων και της περιστροφής του κεφαλαίου, τις νέες δυνατότητες ιδεολογικής χειραγώγησης και καταστολής, τη δημιουργία νέων κοινωνικών φαινομένων (π.χ. εξάρτηση από το Διαδίκτυο), την εμφάνιση νέων εργασιακών ασθενειών κλπ.
ΓΙΑ ΤΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑ ΤΗΣ ΑΛΛΗΛΕΞΑΡΤΗΣΗΣ ΤΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΩΝ ΚΑΙ ΤΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑΣ ΑΓΟΡΑΣ
Το φαινόμενο της αλληλεξάρτησης των οικονομιών και μαζί με αυτό η διαμόρφωση της παγκόσμιας αγοράς παρουσιάζονται ως καινοφανή ή τουλάχιστον ότι η επέκτασή της δημιούργησε μια νέα ποιότητα. Ωστόσο δε χρειάζεται να φέρεις την ταυτότητα του μαρξιστή προκειμένου να αποδείξεις ότι δεν είναι έτσι. Ηδη από την εποχή τους κιόλας οι ιδρυτές του μαρξισμού περιέγραψαν με μεγάλη ακρίβεια το φαινόμενο της διεθνοποίησης του κεφαλαίου. Εγραφαν συγκεκριμένα: «Η μεγάλη βιομηχανία δημιούργησε την παγκόσμια αγορά που την είχε προετοιμάσει η ανακάλυψη της Αμερικής. Η παγκόσμια αγορά έφερε τεράστια ανάπτυξη στο εμπόριο, στη ναυτιλία και τη συγκοινωνία της στεριάς … Σπρωγμένοι από την ανάγκη η αστική τάξη να βρίσκει μια κατανάλωση των προϊόντών της ολοένα πλατύτερη, απλώνεται επάνω σε όλη την υφήλιο. Τη χρειάζεται να χωθεί παντού, να εγκατασταθεί παντού, να κατασκευάσει παντού συγκοινωνίες. Με τον τρόπο που εκμεταλλεύεται η αστική τάξη την παγκόσμια αγορά έδωσε στην παραγωγή και στην κατανάλωση όλων των χωρών ένα χαρακτήρα κοσμοπολίτικο … Στη θέση της παλιάς εθνικής αυτάρκειας και αυτοτέλειας έρχεται μια ολόπλευρη επικοινωνία, μια ολόπλευρη αλληλεξάρτηση των εθνών»[8].
Σαφώς οι παραπάνω διαπιστώσεις εδράζονταν σε στοιχεία, στοιχεία που μπορεί να βρει κάποιος όχι μόνο στην εποχή των Μαρξ-Ενγκελς, αλλά και στη μέχρι σήμερα διαδρομή του καπιταλισμού. Αξίζει να σταθούμε σε μερικά από αυτά:
(α) Ο Ερικ Χομπσμπάουμ περιγράφοντας την οικονομική ανάπτυξη του καπιταλισμού κατά την περίοδο 1848-1875 γράφει: «Ανάμεσα στο 1820 και στο 1850 οι εξαγωγές βαμβακερών (αναφέρεται στην Αγγλία) είχαν αυξηθεί κατά 1.100 εκατομμύρια γιάρδες, αλλά μέσα στην δεκαετία 1850-1860 αυξήθηκαν κατά πολύ περισσότερα από 1.300 εκατομμύρια γιάρδες … Η εξαγωγή σιδήρου από το Βέλγιο υπερδιπλασιάστηκε ανάμεσα στο 1851 και το 1857. Στην Πρωσία στο διάστημα 1825-1850, είχαν ιδρυθεί 67 μετοχικές εταιρείες με συνολικό κεφάλαιο 45 εκατομμύρια τάλιρα, αλλά στο διάστημα 1851-1857 ιδρύθηκαν 115 τέτοιες εταιρείες - χωρίς να συνυπολογίσουμε τις σιδηροδρομικές εταιρείες - με συνολικό κεφάλαιο 114,5 εκατομμύρια τάλιρα ... Η απασχόληση αυξήθηκε ραγδαία, τόσο στην Ευρώπη, όσο και στις υπερπόντιες χώρες, όπου άνδρες και γυναίκες μετανάστευαν τώρα σε τεράστιους αριθμούς … Ανάμεσα στο 1800 και στο 1840 ο όγκος των διεθνών συναλλαγών δεν είχε καν διπλασιαστεί. Ανάμεσα στο 1850 και στο 1870 αυξήθηκε κατά 260%. Ο,τι μπορούσε να πουληθεί πουλιόταν … Ως το 1875 η Βρετανία είχε επενδύσει στο Εξωτερικό 1 δισεκατομμύριο λίρες στερλίνες – τα 3/4 αυτού του ποσού μετά το 1850 – ενώ οι γαλλικές επενδύσεις – σε ξένες χώρες υπερδεκαπλασιάστηκαν ανάμεσα στο 1850 και στο 1880»[9].
(β) Ο Κ. Βεργόπουλος γράφει: «Οι ΗΠΑ επενδύουν στο εξωτερικό, κατά την τρέχουσα δεκαετία του ‘90, 0,5% του ΑΕΠ τους, ενώ οι χώρες με εμπορικό πλεόνασμα, Ιαπωνία και Γερμανία, επενδύουν 1,6 % και 1,4% αντιστοίχως. Από μια άλλη πλευρά οι συσσωρευμένες επενδύσεις κεφαλαίων, εξωτερικής προελεύσεως, δεν αντιπροσωπεύουν στις ΗΠΑ παρά το 1,6 % του συνολικά επενδυμένου κεφαλαίου στη χώρα αυτή. Και περίπου 0,3% – 0,5% στις Ιαπωνία και Γερμανία.
Οσον αφορά τους χρηματιστικούς τίτλους πάσης φύσεως συσσωρευμένους στο εξωτερικό, αντιπροσωπεύουν σήμερα τα 2/3 του ΑΕΠ των 15 πλουσιότερων χωρών του ΟΟΣΑ. Πάντως, σύμφωνα με επίσημους υπολογισμούς, μόνο 2% των συσσωρευμένων τίτλων αντιπροσωπεύουν άμεσες επενδύσεις στο εξωτερικό. Για λόγους ιστορικούς και συγκριτικούς, ας αναφερθεί ότι στη διάρκεια 1870-1914, η Μεγάλη Βρετανία επένδυε ετησίως 8-10% του ΑΕΠ της και 50% του σχηματισμού κεφαλαίου της στο εξωτερικό, ενώ, παράλληλα, οι συσσωρευμένοι στο εξωτερικό χρηματιστικοί τίτλοι αντιπροσώπευαν το 1914 δύο φορές το ΑΕΠ της χώρας αυτής. Η εξειδικευμένη διερεύνηση του J. Tomlinson διαπιστώνει ότι η διεθνής εμπορική και χρηματιστική αλληλοδιείσδυση -δηλαδή το ύψος των χρηματιστικών και εμπορικών εισροών σε σχέση με το ΑΕΠ- τόσο για την Μεγάλη Βρετανία όσο και για τις λοιπές δυτικοευρωπαϊκές οικονομίες ήταν σαφώς ανώτερη στην περίοδο 1905-1914 σε σχέση με τις επιδόσεις της πρόσφατης δεκαετίας του ‘80»[10].
(γ) Επίσης, στοιχεία που έχουν να κάνουν με τις εξαγωγές εμπορευμάτων ως ποσοστό του ΑΕΠ αποδεικνύουν πως και πάλι δεν έχουμε να κάνουμε με νέα φαινόμενα εντελώς διαφοροποιημένα από αυτά που υπήρχαν. Παράδειγμα: Οι δυτικές αναπτυγμένες χώρες είχαν το 1890 εξαγωγές ως ποσοστό του ΑΕΠ το 11,7%, οι ΗΠΑ το 6,7%, η Δυτική Ευρώπη το 14,9% και η Ιαπωνία το 5,1%. Τα αντίστοιχα νούμερα για το 1992 ήταν 14,3%, 7,5%, 21,7% και 8,8%. Μάλιστα το ποσοστό αυτό έφτασε στο υψηλότερο σημείο την περίοδο που προηγήθηκε του Α΄ παγκοσμίου πολέμου[11].
Τα όσα παραθέσαμε αποδεικνύουν πως η κινητικότητα του κεφαλαίου, άλλοτε μεγαλύτερη άλλοτε μικρότερη, σαφώς και δεν είναι πρωτόγνωρο φαινόμενο αλλά χαρακτηρίζει έντονα, τουλάχιστον το ιμπεριαλιστικό στάδιο του καπιταλισμού.
Επιπλέον πρέπει να σημειώσουμε πως δεν υπάρχει γενικά αλληλεξάρτηση. Η αλληλεξάρτηση των οικονομιών γίνεται πάντα με τους όρους του ισχυρότερου κάτι που χαρακτηρίζει άλλωστε όλες τις ταξικές κοινωνίες. Η αλληλεξάρτηση άλλωστε συνδέεται και με πολλά παράπλευρα φαινόμενα: της ανισόμετρης ανάπτυξης, της οικονομικής και πολιτικής εξάρτησης, της θέσπισης ή της άρσης προστατευτισμών, των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων και των καπιταλιστικών ενοποιήσεων.
Ο νόμος της ανισόμετρης ανάπτυξης που διατύπωσε ο Λένιν, εξακολουθεί να ισχύει: «Η ανισομετρία και ο αλματικός χαρακτήρας της ανάπτυξης των διαφόρων επιχειρήσεων είναι αναπόφευκτα στις συνθήκες του καπιταλισμού»[12].
Τέλος οι υποστηρικτές της άποψης πως η έκρηξη της παγκόσμιας αγοράς είναι νέο φαινόμενο πρέπει να απαντήσουν και στο εξής ερώτημα: η επιβράδυνση των ρυθμών ανάπτυξης, η μείωση των κερδών διαφόρων μονοπωλίων, (π.χ. τηλεπικοινωνίες), η πτώση των λιανικών πωλήσεων, η βουτιά των χρηματιστηριακών δεικτών (με πιο χαρακτηριστική περίπτωση το NASDAQ), τα αδιέξοδα της ιαπωνική οικονομίας κ.ά. αντιστρέφουν άραγε την εικόνα που περιγράφουν και εν γένει το ιδεολόγημα της «παγκοσμιοποίησης»; (το ερώτημα ρητορικό).
ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΟΥ ΕΘΝΟΥΣ - ΚΡΑΤΟΥΣ
Κάτι παραπάνω από φανερή είναι η σχέση της αντίληψης που αναλύσαμε λίγο παραπάνω με την αντίληψη για την τάση κατάργησης του έθνους - κράτους. Βεβαίως πρόκειται για ένα από τα ζητήματα για το οποίο δεν υπάρχει ταύτιση απόψεων στους υποστηρικτές ή μη της «παγκοσμιοποίησης». Μια βασική άποψη υποστηρίζει την εξασθένηση του εθνικού κράτους λόγω της παντοδυναμίας του κεφαλαίου που «είναι πιο ευέλικτο από την εργασία». Ο Τζωρτζ Σόρος λέει πως «παραδοσιακά, εκείνο που προστάτευε το κοινό συμφέρον ήταν το εθνικό κράτος. Ομως, η βαθμιαία ενίσχυση και επέκταση της παγκόσμιας αγοράς κεφαλαίου έχει συρρικνώσει την κρατική εξουσία. Εφόσον το κεφάλαιο μπορεί πλέον να ξεφύγει από τα κράτη, ό,τι νόμους και αν εφαρμόζουν, όσους φόρους και αν ζητούν, οι κυβερνήσεις υποχρεώνονται να μετριάσουν τις απαιτήσεις τους»[13].
Το μελλοντικό μοντέλο, σύμφωνα με τους θιασώτες της συγκεκριμένης άποψης, υποτίθεται πως θα λειτουργεί με διάφορα έθνη ή φυλές που θα συνυπάρχουν λίγο-πολύ αρμονικά κάτω από τη χαλαρή διακυβέρνηση μερικών παγκόσμιων διοικητικών κέντρων.
Υπάρχει βέβαια και εκείνο το στρατόπεδο που αποτελείται είτε από σοσιαλδημοκράτες είτε από κλασικούς νεοφιλελεύθερους που εγείρουν ενστάσεις. Πρόκειται για μια ιδεολογική διαφοροποίηση στους κόλπους της αστικής τάξης: « παρά τα τροπάρια για την αδυναμία των εθνικών κυβερνήσεων βλέπουμε αυτές τις ίδιες κυβερνήσεις να συμβάλλουν πλήρως στην επεξεργασία και στην εφαρμογή της νέας ηγεμονικής πολιτικής οικονομίας στην οποία ήθελαν να «συμμετάσχουν» και όχι μόνο να «προσαρμοστούν». Αυτό το έχουν καταφέρει ενεργώντας ταυτόχρονα σε επίπεδο εθνικό, περιφερειακό, τοπικό και ευρωπαϊκό για να επανακαθορίσουν τους κανόνες του παιχνιδιού και να τους συντονίσουν με τη νεοφιλελεύθερη δόξα»[14].
Στο ίδιο μήκος κύματος τοποθετείται ο Α. Ανδριανόπουλος: «κανένας δεν μπορεί να επιβάλλει (σ.σ.: εννοεί την επιβολή μοντέλου κοινωνικής και οικονομικής πολιτικής που κατεδαφίζει τα συστήματα κοινωνικής προστασίας) σε εθνικές κυβερνήσεις πολιτικές με τις οποίες εκείνες θα διαφωνούσαν. Οι συνθήκες της παγκοσμιοποίησης σε καμιά περίπτωση δεν προϋποθέτουν ομοιογενή μοντέλα κοινωνικής και οικονομικής πολιτικής. Αυτό που απαιτείται, για την εισροή ξένων επενδύσεων και την ενίσχυση της κάθε εθνικής χρηματαγοράς από το διεθνές χρηματιστηριακό κεφάλαιο, είναι η εξασφάλιση συνθηκών οικονομικής σταθερότητας και ένα περιβάλλον επενδυτικής εμπιστοσύνης για προοπτικές οικονομικής ανάπτυξης. Η κάθε κυβέρνηση είναι υπεύθυνη για τον τρόπο εξασφάλισης αυτών των συνθηκών. Το κοινωνικό μοντέλο που θα ανταποκριθεί στα δεδομένα αυτά δεν το επιβάλλει κανένας απ’ έξω. Είναι της επιλογής της κάθε κυβέρνησης και του λαού που την εκλέγει»[15].
Η κλασική νεοφιλελεύθερη άποψη επιμένει στον περιορισμό του ρόλου του κράτους στο οικονομικό γίγνεσθαι -αυτό το κάνει άλλωστε για δεκαετίες- εννοώντας βεβαίως την προσφορά όλο και περισσότερων προνομίων από το κράτος στο κεφάλαιο και συγχρόνως την ενδυνάμωση όλων των κατασταλτικών μηχανισμών. Αυτό δε συνιστά διαφοροποίηση σε σχέση με τη σοσιαλδημοκρατία αφού η ίδια συνήθως ηγείται ή συναινεί με αυτές τις επιλογές.
Ας δούμε όμως κάτω από την οπτική του μαρξισμού όλη αυτή την επιχειρηματολογία. Αξίζει να θυμηθούμε πώς ο μαρξισμός αντιμετώπισε το ζήτημα του εθνικού κράτους και του κράτους γενικά. Το κράτος προηγήθηκε ιστορικά του έθνους και αυτό είναι αποδεκτό και από μη μαρξιστές. Το μεν κράτος ήταν αποτέλεσμα των ανειρήνευτων ταξικών αντιθέσεων και εμφανίστηκε μαζί με την πρώτη ταξική κοινωνία προκειμένου να υπερασπίσει και να διευρύνει τα συμφέροντα της κυρίαρχης τάξης. Το δε έθνος είναι μια ιστορική κατηγορία που αναπτύχθηκε κατά τη διαδικασία αποσύνθεσης της φεουδαρχίας και της μετάβασης στον καπιταλισμό. Κατά τη μετάβαση αυτή το καπιταλιστικό κράτος εδραιώθηκε κατά κανόνα στο επίπεδο του έθνους-κράτους ή σε κράτη με κυρίαρχη μια εθνότητα, με την ανάπτυξη των αγορών, τη δημιουργία οικονομικής κοινότητας, τη συγκέντρωση πληθυσμών σε μεγάλες γεωγραφικές περιοχές. Η συγκρότηση της οικονομίας ως σχέσεις παραγωγής, ως σχέσεις τάξεων πραγματοποιήθηκε σε αυτό το επίπεδο. Τα αστικά κράτη τάχθηκαν να οργανώνουν και να υπηρετούν τα συμφέροντα της «δικής» τους αστικής τάξης: να διασφαλίζουν τη διευρυμένη αναπαραγωγή του κεφαλαίου (ως σχέση και αξία) στο εσωτερικό και έναντι των εξωτερικών ανταγωνιστών. Το ζήτημα λοιπόν δεν τίθεται αν μπορούν ή όχι τα κράτη να «ελέγξουν» το κεφάλαιο, αλλά ότι τα κράτη δρουν για την εξασφάλιση των γενικών συμφερόντων του κεφαλαίου, που είναι συγκροτημένο ως κυρίαρχη τάξη στο χώρο τους, μέσα στις εκάστοτε συνθήκες κίνησής του, εσωτερικές και διεθνείς. Μετά από αυτή τη σύντομη αναφορά το ερώτημα που τίθεται είναι αν οι όροι δημιουργίας του κράτους - έθνους έχουν εκλείψει σήμερα (άλλο ένα ρητορικό ερώτημα).
Η επιχειρηματολογία περί κατάργησης του εθνικού κράτους δεν είναι παρά μια επανάληψη ή μετεξέλιξη της θεωρίας του Κάουτσκυ για τον υπερ-ιμπεριαλισμό. Ο Λένιν απαντώντας στην εν λόγω θεωρία έγραφε: «Από καθαρά οικονομική άποψη -γράφει ο Κάουτσκυ- δεν αποκλείεται ο καπιταλισμός να περάσει ακόμα μια νέα φάση: τη φάση της μεταφοράς της πολιτικής των καρτέλ στην εξωτερική πολιτική, τη φάση του ουλτραϊμπεριαλισμού, δηλαδή του υπέρ-ιμπεριαλισμού, της συνένωσης των ιμπεριαλιστών όλου του κόσμου και όχι της πάλης ανάμεσά τους, τη φάση του σταματήματος των πολέμων στις συνθήκες του καπιταλισμού, τη φάση της «από κοινού εκμετάλλευσης του κόσμου απ’ το διεθνικά – ενωμένο χρηματιστικό κεφάλαιο» … Μήπως τα διεθνή καρτέλ που ο Κάουτσκυ βλέπει ως έμβρυα του «υπερ-ιμπεριαλισμού», δεν μας προσφέρουν ένα παράδειγμα για το μοίρασμα και το ξαναμοίρασμα του κόσμου, για το πέρασμα από το ειρηνικό μοίρασμα στο μη ειρηνικό και αντίστροφα; … Στα πλαίσια του καπιταλισμού ποιο άλλο μέσο μπορεί να υπάρχει εκτός από τον πόλεμο για την εξάλειψη της αναντιστοιχία ανάμεσα στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και της συσσώρευσης του κεφαλαίου, από την μια μεριά, και στο μοίρασμα των αποικιών και των «σφαιρών επιρροής» του χρηματιστικού κεφαλαίου από την άλλη;»[16].
Εχουν άραγε επικαιρότητα οι απόψεις του Λένιν; Ας δούμε ορισμένα σύγχρονα παραδείγματα που παρόμοιά τους συναντά κανείς και σε προηγούμενες περιόδους:
(α) Εάν σήμερα επαληθευόταν η θεωρία του υπερ-ιμπεριαλισμού καθώς και η θεωρία της τάσης κατάργησης των εθνών κρατών, θα είχαμε άραγε την επέμβαση των Αμερικάνων συνεπικουρούμενων και από την Ευρωπαϊκή Ενωση στη Γιουγκοσλαβία, στο Αφγανιστάν; Θα είχαμε τη διένεξη Ινδία - Πακιστάν, την Ιντιφάντα των Παλαιστινίων, το τσάκισμα των Κούρδων από την Τουρκία, την προετοιμασία επέμβασης από πλευράς ΗΠΑ σε Κολομβία και Βενεζουέλα;
(β) Η ανισομετρία και οι αντιθέσεις στις σημερινές συνθήκες όχι μόνο δεν τείνουν προς κατάργηση αλλά εντείνονται ραγδαία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η μεγέθυνση του χάσματος μεταξύ αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών και του «τρίτου κόσμου». Η ακόμα η περίπτωση της προσπάθειας μονοπώλησης του βοδινού κρέατος και της μπανάνας μεταξύ ΗΠΑ και ΕΕ, οι διαμάχες για το πετρέλαιο, το χάλυβα, η αντιπαράθεση Γαλλίας - Γερμανίας για την προοπτική πολιτικής ενοποίησης της ΕΕ, η μη συμμετοχή της Αγγλίας στη ζώνη του Ευρώ, η διαμάχη των αστικών τάξεων Ελλάδας - Τουρκίας για το Αιγαίο και τη διείσδυση στα Βαλκάνια είναι μόνο μερικά γεγονότα που έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τους υποστηρικτές της θέσης περί κατάργησης του έθνους-κράτους.
(γ) Το κράτος όχι μόνο απλά συνυπάρχει με τα μονοπώλια αλλά συμπλέκονται στην κοινή τους επιδίωξη για τη μεγιστοποίηση των κερδών. Η σύμφυση αυτή γίνεται πολλές φορές με τέτια μορφή ώστε η εγγενής σαπίλα του συστήματος να βγαίνει στην επιφάνεια με αποκαλυπτικό τρόπο. Η εποχή της χρηματοδότησης του Χίτλερ από τα γερμανικά μονοπώλια, το σκάνδαλο του Watergate, η προώθηση συγκεκριμένων προέδρων στην Αμερική από τα ισχυρά μονοπώλια, η συμμαχία αμερικάνικου κράτους-άρχουσας τάξης της Χιλής και ΙΤΤ στο τσάκισμα του λαϊκού κινήματος της Χιλής, αλλά και προσφάτως η περίπτωση της εταιρείας ENRON δείχνουν ακριβώς αυτό το οποίο περιγράψαμε.
Ασφαλώς «το κεφάλαιο δεν έχει πατρίδα». Αυτό σημαίνει πως στην προσπάθεια μεγιστοποίησης των κερδών «ξανοίγεται» και εκτός των εθνικών συνόρων. Ωστόσο η εθνική βάση είναι και η κυρίαρχη. Η εξουσία του εκφράζεται και διασφαλίζεται από το αστικό κράτος. Οπως εύστοχα σημειώνεται στα ντοκουμέντα του ΚΚΕ για το 16ο Συνέδριο: «...Δυνάμωσε και αναβαθμίστηκε ο ρόλος των διακρατικομονοπωλιακών ρυθμίσεων έναντι των κρατικομονοπωλιακών ρυθμίσεων σε εθνικό επίπεδο, οι οποίες όχι μόνο δεν χάνουν το ρόλο τους αλλά λειτουργούν ως στήριγμα και αναγκαίο συμπλήρωμα των πρώτων»[17]. Δεν πρέπει να μας ξεγελάει το γεγονός πως η διεθνική δράση του κεφαλαίου εμφανίζεται ίσως περισσότερο έντονη τα τελευταία χρόνια αφού παρουσιάστηκαν νέα πεδία δράσης, όπως π.χ. στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες. Η δράση του αστικού κράτους και του κεφαλαίου που κινείται σε διεθνές επίπεδο συνδέονται διαλεκτικά. Η μια καθορίζει και ενδυναμώνει την άλλη. Οι τάσεις προστατευτισμού και διεθνοποίησης συνυπάρχουν και αντιτίθενται. Αποφάσεις σε διεθνές επίπεδο ασφαλώς και παίρνονται, αυτό όμως γίνεται με τη συμμετοχή των εθνικών κρατών. Στη συνέχεια εξειδικεύονται και εφαρμόζονται σε επίπεδο εθνικού κράτους.
Ασφαλώς, η συμμετοχή του κάθε εθνικού κράτους στις αποφάσεις που λαμβάνονται σε παγκόσμιο επίπεδο δεν είναι «ισότιμη» αλλά εξαρτάται από την ισχύ του «εθνικού» κεφαλαίου που βρίσκεται πίσω από το κράτος και από το σύνολο της πολιτικής στρατιωτικής ισχύος του. Το κράτος όχι μόνο δεν αποδυναμώνεται, αλλά αντιθέτως ισχυροποιείται. Απόδειξη; Η διεύρυνση των κατασταλτικών μηχανισμών, οι αποφάσεις στην κατεύθυνση αφαίρεσης κεκτημένων, η θεσμοθέτηση νόμων που ευνοούν τη δράση του κεφαλαίου κλπ. Η παραχώρηση τέλος κρατικών τομέων στο ιδιωτικό κεφάλαιο δε σημαίνει αποδυνάμωση του κράτους αλλά επαλήθευση του ρόλου του.
ΓΙΑ ΤΗ ΝΕΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ-ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΠΟΥ ΔΙΑΜΟΡΦΩΝΕΤΑΙ
Η προηγούμενη θέση για κατάργηση του εθνικού κράτους συνοδεύεται από τη θέση για τη δημιουργία νέων μορφών εξουσίας. Πρόκειται για την εξουσία των πολυεθνικών καθώς και των παγκόσμιων οργανισμών, όπως του ΠΟΕ, του ΔΝΤ, της Παγκόσμιας Τράπεζας κ.ά. Ο ιδρυτής της επιθεώρησης «The Ecologist» γράφει: «Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου υποχρεώνει πλέον τις χώρες του Νότου να αποδέχονται κάθε είδους επένδυση από το εξωτερικό, να προσφέρουν «εθνική μεταχείριση» σε κάθε αλλοδαπή εταιρεία που εγκαθίσταται στο έδαφος τους και δραστηριοποιείται στον τομέα της γεωργίας, των ορυχείων, της βιομηχανίας και των υπηρεσιών, να καταργήσει τους τελωνειακούς δασμούς και τις ποσοστώσεις στις εισαγωγές σε όλα τα εμπορεύματα … Καμιά κυβέρνηση, ακόμα και στο Βορρά, δεν εξασκεί πλέον έλεγχο στις πολυεθνικές επιχειρήσεις»[18].
Παρόμοιους ισχυρισμούς συναντάει κανείς άφθονους σε όλες τις αναλύσεις περί «παγκοσμιοποίησης». Η πρώτη μας ένσταση σε τέτοιους είδους αναλύσεις είναι πως ο όρος μονοπώλια είναι εξαφανισμένος. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως οι πολυεθνικές είναι πρώτα απ’ όλα μονοπώλια. Η δεύτερή μας παρατήρηση έχει να κάνει με το ότι ο δυναμικός τους ρόλος στη διαμόρφωση της πολιτικής και της οικονομίας παρουσιάζεται πάλι ως νέο φαινόμενο ενώ δεν είναι. Σημειώνουμε ενδεικτικά πως σε βιβλίο γραμμένο εικοσιένα χρόνια πριν αναφέρεται: «Οι πολυεθνικές ελέγχουν το ένα τρίτο της βιομηχανίας του καπιταλιστικού κόσμου, περί το μισό του εμπορίου του, το μεγαλύτερο μέρος του πιστωτικού-χρηματιστικού συστήματος, ουσιαστικά όλη τη σύγχρονη τεχνολογία και σχεδόν τα 9/10 των άμεσων επενδύσεων των δυτικών χωρών στο εξωτερικό. Από τα χέρια τους περνά το 70% του ΑΕΠ της Ολλανδίας, το 53% του ΑΕΠ της Μ. Βρετανίας, το 30% του ΑΕΠ της Ιταλίας, το 28% του ΑΕΠ της Δ. Γερμανίας και το 20% του ΑΕΠ της Γαλλίας. Οι εταιρείες αυτές πραγματοποιούν το 50% όλων των εξαγωγών από τις ΗΠΑ[19]».
Η τρίτη μας αντίρρηση σχετίζεται με την παντοδυναμία εκείνων των παγκόσμιων οργανώσεων η δράση των οποίων εξυπηρετεί τα διεθνικά μονοπώλοα. Παγκόσμιες καπιταλιστικές οργανώσεις, όπως το ΔΝΤ, η Παγκόσμια Τράπεζα κ.ά., εκφράζουν την τάση συμμαχιών των εθνο-κρατικά συγκροτημένων κεφαλαίων στη βάση του κάθε φορά συσχετισμού δυνάμεων, αλλά πρόκειται για συμμαχίες εύθραυστες και ευμετάβλητες, με αντιθέσεις και συγκρούσεις. Το πρόσφατο παράδειγμα της Αργεντινής και οι αντιπαραθέσεις για το ρόλο του ΔΝΤ, η διαμάχη Γαλλίας - Γερμανίας στα κοινοτικά όργανα για το αεροδρόμιο των Σπάτων, η πολυμερής συμφωνία επενδύσεων (ΜΑΙ) που δεν προχώρησε έπειτα από ενστάσεις του γαλλικού κεφαλαίου δείχνουν ανάγλυφα αυτό το γεγονός. Παράλληλα δεν πρέπει λοιπόν να ξεχνάμε πως οι «υπερεθνικές» οργανώσεις απαρτίζονται από εκπροσώπους «εθνικών κεφαλαίων», πολιτικών εκπροσώπων των κατά τόπους αστικών τάξεων ή ακόμα από τους ίδιους τους αστούς διαφορετικής εθνικής προέλευσης με διαφορετικές συχνά επιδιώξεις και διαφορετικά συμφέροντα.
Σήμερα η αξία της παραγωγής από την πλευρά των πολυεθνικών φτάνει στο 25% της παγκόσμιας παραγωγής. Μόλις το 1/3 από αυτό το ποσοστό, δηλαδή περίπου το 8,3%, πραγματοποιείται σε χώρες εκτός εθνικών ορίων. Το 25% δεν είναι βεβαίως αμελητέο νούμερο είναι όμως μόνο το 1/4 της παγκόσμιας παραγωγής και ασφαλώς ακόμα μικρότερο είναι το 8,3%, δηλαδή μόλις το 1/12 της παγκόσμιας παραγωγής.
Δεν ισχυριζόμαστε ότι ο ρόλος των διεθνικών μονοπωλίων και των παγκόσμιων ιμπεριαλιστικών οργανώσεων είναι ανάξιος παρατήρησης. Η επικέντρωση όμως αποκλειστικά στο ρόλο τους έχει σοβαρές πολιτικές επιπτώσεις: εξαγνίζει τις «εθνικές» κυβερνήσεις και τις καθιστά άμοιρες ευθυνών ή παρουσιάζει τις επιλογές τους ως αναγκαστικές κάτω από την πίεση «υπερεθνικών» οργάνων, παραβλέπει τη σχέση εθνικού - διεθνικού στην οικονομία, εξαφανίζει τη συμμετοχή μεγάλων ή μικρών καπιταλιστικών κρατών στη διαμόρφωση παγκόσμιων αποφάσεων και τελικά αποπροσανατολίζει το κίνημα, βάζοντάς του μονοδιάστατα καθήκοντα που δεν το βοηθούν ούτε στην ανάπτυξή του ούτε στην αποτελεσματικότητά του. Μάλιστα η διαδικασία κάθαρσης των «εθνικών» κυβερνήσεων δε γίνεται έμμεσα αλλά πολλές φορές χωρίς προσχήματα: «η παγκοσμιοποίηση καθιστά δύσκολο για τις κυβερνήσεις να ενισχύσουν την κρατική νομοθεσία. … Καθώς οι επενδυτές λαμβάνουν υπόψη στις αποφάσεις τους την εργατική νομοθεσία και τον τρόπο που εφαρμόζεται είναι μεγάλος ο πειρασμός για τις κυβερνήσεις να μετριάσουν ή να μην εφαρμόζουν τα μέτρα προστασίας των εργαζομένων ή ακόμα και να κλείνουν τα μάτια στις παραβιάσεις τους»[20].