21ο Συνέδριο του ΚΚΕ - Προσυνεδριακός διάλογος


ΚΟΜΕΠ

ΜΕ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΑΙΣΙΟΔΟΞΙΑ. ΘΑ ΝΙΚΗΣΟΥΜΕ...

του Φάνη Παρρή
μέλους του Τμήματος Ιστορίας της ΚΕ

 

Μια συνηθισμένη εικόνα στο δρόμο είναι τα πολλαπλά χαντάκια για τα ανάλογα καλώδια των οπτικών ινών. Είναι αρκετοί που θα γκρινιάξουν για αυτό που φαίνεται, δηλαδή την ταλαιπωρία ή για τις «ασυνεννοησίες» όταν η φρεσκοστρωμένη άσφαλτος ξανασκάβεται.

Αυτό που δε φαίνεται είναι η αναρχία της καπιταλιστικής παραγωγής και η συνεπαγόμενη σπατάλη πόρων και εργασίας. Τα πολλαπλά χαντάκια δεν ανοίχτηκαν για να διοχετευτούν διαφορετικές αξίες χρήσης, αλλά η ίδια αξία χρήσης (δεδομένα επικοινωνίας) που παράγεται ως εμπόρευμα από διαφορετικές καπιταλιστικές επιχειρήσεις. Αν ο σκοπός της παραγωγής ήταν η ικανοποίηση της ανάγκης επικοινωνίας θα αρκούσε η τοποθέτηση ενός καλωδίου. Εύλογα θα σκεφτεί κάποιος πως αυτό θα έπρεπε να έχει μεγαλύτερη χωρητικότητα. Αν σκύψουμε και στην ανάλογη τεχνική γνώση, θα δούμε ότι η γραμμή μιας μόνο εταιρίας αρκεί για να μεταφέρει δεδομένα πολλαπλάσια από όσα πρόκειται στην πράξη να μεταφέρουν αθροιστικά όλες οι ανταγωνίστριες εταιρίες.

Το παράδειγμα συμπυκνώνει όλες τις αντιφάσεις του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Από την άλλη, για να αναγνωριστεί το πρόβλημα ότι δεν είναι τα «πολλά χαντάκια» αλλά το για πιο λόγο γίνανε, δε φτάνει η παρατήρηση, η εμπειρία. Χρειάζεται η μαρξιστική πολιτική οικονομία, που γίνεται πιο αποδεικτική αν συνδέεται με την επιστήμη και την τεχνολογία, αποκαλύπτεται πως οι βαθιές αντιφάσεις, ακόμα και οι παραλογισμοί, είναι στο DNA των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής και όχι κάποια παρέκκλιση. Η φυσιολογική λειτουργία του καπιταλισμού εμπεριέχει τις καπιταλιστικές οικονομικές κρίσεις, με αποτέλεσμα μέσα παραγωγής να μένουν αχρησιμοποίητα, εμπορεύματα να μένουν απούλητα, κεφάλαια να μη βρίσκουν διέξοδο κερδοφόρας τοποθέτησης.

Η συνεχής τοποθέτηση κεφαλαίων σε πιο εξελιγμένα μέσα παραγωγής δίνει στον κάθε καπιταλιστή το προβάδισμα έναντι των ανταγωνιστών του, μα, ταυτόχρονα, επιφέρει μείωση στο μέσο ποσοστό κέρδους. Το κεφάλαιο, για να το αντισταθμίσει, επιδιώκει να αποστραγγίζει την εργατική δύναμη όλο και περισσότερο, να αυξάνει την εκμετάλλευση της εργατικής τάξης, να μειώνει τους μισθούς, να αυξάνει (διευθετεί) τον εργάσιμο χρόνο. Οι νέες τεχνολογίες που είναι το επαναστατικό και συνεχώς εξελισσόμενο στοιχείο της παραγωγής οδηγούν στην όλο και μεγαλύτερη όξυνση της αντίθεσης κεφαλαίου-εργασίας, ανεξάρτητα αν αυτό σήμερα συνειδητοποιείται ή όχι.

Μέτρο της ελευθερίας του ανθρώπου είναι ο ελεύθερος χρόνος του. Τα εξελιγμένα μέσα παραγωγής σήμερα αντί να υπηρετούν αυτή την ανάγκη, αξιοποιούνται για την παράταση της εργάσιμης μέρας, για την ένταση της εκμετάλλευσης. Και μάλιστα αυτά συμβαίνουν ενώ για περισσότερα από 10 χρόνια υπάρχει γενική αύξηση της απόλυτης ακόμα και της φυσικής εξαθλίωσης του λαού.

Συνολικότερα, η τριακονταετία της αντεπανάστασης δείχνει πως ούτε ο κόσμος που ζούμε έγινε καλύτερος, ούτε η κυριαρχία του καπιταλισμού έφερε τη γενική ευημερία, την επικράτηση πανανθρώπινων ιδεών, την ειρήνη, το τέλος των οικονομικών κρίσεων και της ταξικής πάλης. Αυτά διακήρυτταν οι απολογητές του καπιταλιστικού συστήματος. Η πραγματικότητα τους διέψευσε.

Τα παραπάνω είναι κριτήριο για σκέψη για τον κάθε νέο εργαζόμενο, αλλά και για τον παλιότερο που έχει ορισμένη πείρα. Να αναλογιστεί ο καθένας πως θα μπορούσαμε να ζούμε πολύ καλύτερα σε ένα ανώτερο επίπεδο πολιτισμού. Να αναλογιστεί ο καθένας αν η εργασία του και οι ικανότητές του αξιοποιούνται πραγματικά για την κοινωνική ευημερία ή μόνο για το κέρδος των καπιταλιστών.

Αν ο σαπισμένος καπιταλισμός «πήρε μια ανάσα» με την ανατροπή της ΕΣΣΔ και του σοσιαλιστικού συστήματος και το άνοιγμα νέων αγορών, σήμερα αυτός ο κύκλος κλείνει. Η παραπέρα όξυνση του λυσσαλέου ανταγωνισμού για την πρωτοκαθεδρία, για το μοίρασμα αγορών και σφαιρών επιρροής είναι στην ημερήσια διάταξη, νομοτελειακά θα οδηγήσει σε νέες πολεμικές συγκρούσεις που «αγγίζουν» και την Ευρώπη. Ζούμε τη συσσώρευση ΝΑΤΟϊκών στρατευμάτων στα σύνορα της Ρωσίας, δίχως να είναι σίγουρο για πόσο θα μένει σε ύπνωση και μια άλλη ενδεχόμενη εστία δυτικότερα, ο ευρισκόμενος σε ΝΑΤΟϊκό έδαφος ρώσικος θύλακας του Καλίνινγκραντ.

Τα τελευταία 30 χρόνια το Κόμμα μας, διδαγμένο από την πείρα της αντεπανάστασης, από τη μελέτη των συνθηκών της επαναστατικής κατάστασης στην Ελλάδα και διεθνώς, έκανε βήματα στην ιστορική γνώση κι έβγαλε συμπεράσματα που αποτελούν βάθρα για την επαναστατική ταξική πάλη. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν τα ακόλουθα: α) Ο χαρακτήρας της επανάστασης εξαρτάται από το χαρακτήρα της εποχής και όχι από το συσχετισμό των δυνάμεων. β) Ανάμεσα στον καπιταλισμό και το σοσιαλισμό δεν μπορεί να υπάρξει ούτε ενδιάμεση μορφή οικονομίας, ούτε ενδιάμεση μορφή εξουσίας. γ) Το Κομμουνιστικό Κόμμα οφείλει να είναι ιδεολογικά-πολιτικά και οργανωτικά αυτοτελές, να αποτελεί πραγματική πρωτοπορία της εργατικής τάξης και όχι έρμαιο των αστικών επιδιώξεων. δ) Όλα τα φλέγοντα ζητήματα του λαού είναι θέμα πάλης της εργατικής τάξης και όχι επιλογών του αστικού κράτους και των κυβερνήσεών του, όπως και να λέγονται αυτές.

Με αυτά τα εφόδια σφυρηλατήσαμε επαναστατικό πρόγραμμα.

Ακόμα, η πείρα όλου του 20ού αιώνα δείχνει πώς ο οπορτουνισμός, όπου δεν αντιμετωπίστηκε, ολοκληρώθηκε σε αντεπαναστατική δύναμη ακόμα και στα Κομμουνιστικά Κόμματα εξουσίας. Κόμματα που στη δεκαετία του 1920 διαχωρίστηκαν από τη σοσιαλδημοκρατία, οδηγήθηκαν ξανά στην αγκαλιά της, παρόλο που γενικά επαγρυπνούσαν απέναντι στην οπορτουνιστική διάβρωση.

Γι’ αυτό ακριβώς η καταπολέμηση του οπορτουνισμού, πέρα από την ταξικότητα και την επιστημονικότητα, προϋποθέτει και την αξιοποίηση της πρόσφατης ιστορικής πείρας. Για παράδειγμα το Κόμμα μας, αν και είχε μέτωπο ενάντια στο λεγόμενο ΚΚΕ(εσωτερικού) - ΕΑΡ, οδηγήθηκε σε συνεργασία μαζί του το 1988 και στη δημιουργία του ΣΥΝ. Φυσικά επιδρούσαν οι προγραμματικές μας επεξεργασίες που δεν απέρριπταν τις λεγόμενες προοδευτικές κυβερνήσεις ούτε τις πολιτικές συμμαχίες. Αλλά είναι θέμα μελέτης πώς υποχώρησαν τα αντανακλαστικά ενάντια σε ένα φορέα που επιδίωκε τη μετάλλαξη και διάλυση του ΚΚΕ και πώς μέσα στο Κόμμα μας αναδείχτηκαν σε υπεύθυνες θέσεις στελέχη που τελικά υπόσκαψαν το Κόμμα και κατέληξαν στο ΣΥΝ.

Κλείνοντας, το σύνθημα του Συνεδρίου δίνει το νόημα της πάλης για την ανασύνταξη του εργατικού κινήματος και την προοπτική του. Η εργατική τάξη θα βρει το δρόμο της στην οργάνωση ως τάξη για τον εαυτό της, μα απαραίτητο για αυτό είναι το Κόμμα να μπορεί να παίξει το ρόλο του ως Νους, Καρδιά, Οργανωτής της εργατικής λαϊκής πάλης για το σοσιαλισμό. Με αυτή την προϋπόθεση, για να κυοφορηθούν ριζικές αλλαγές χρειάζονται ιστορικό χρόνο, αλλά έρχονται και περίοδοι που οι εξελίξεις επιταχύνονται, βεβαιότητες για τα ιερά και όσια του καπιταλισμού κλονίζονται, ανοίγουν ρωγμές για τη διάδοση της επαναστατικής συνείδησης.

Από αυτή τη σκοπιά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η περίοδος της ήττας δεν έχει ολοκληρωθεί. Αλλά και ότι οι εξελίξεις είναι μπροστά, οι «εκρήξεις» των μεγάλων αντιφάσεων του καπιταλισμού είναι επίσης μπροστά μας.

 

 

ΓΙΑ ΟΡΙΣΜΕΝΕΣ ΠΛΕΥΡΕΣ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΣΥΜΜΑΧΙΑΣ

του Βασίλη Μαμάη
μέλους του Τμήματος ΕΒΕ της ΚΕ

 

Η πανελλαδική συνδιάσκεψη «Για την παρέμβαση του Κόμματος στους αυτοαπασχολούμενους της πόλης», πριν ένα χρόνο περίπου, ήταν αναμφίβολα ένα σημαντικό βήμα μπροστά. Για να μη μείνει μετέωρο αυτό το βήμα, θα πρέπει να υπάρχει και συνέχεια, δηλαδή να μπει σε τροχιά βελτίωσης η παρέμβασή μας στο στρώμα από όλο το Κόμμα, από τα κομματικά όργανα μέχρι τις ΚΟΒ. Και παρά τον κίνδυνο να χαρακτηρίσει κάποιος την προηγούμενη φράση απόλυτη και μονομερή, αξίζει τον κόπο να διερευνήσουμε καλύτερα ορισμένες πλευρές.

Η παρέμβαση στα μικροαστικά στρώματα δεν έχει απλά το χαρακτήρα της παρακολούθησης της συνδικαλιστικής δραστηριότητας. Όποιος προσεγγίζει με αυτόν τον τρόπο το ζήτημα, δε βλέπει ολόκληρη την εικόνα. Η παρέμβαση του Κόμματος αποτελεί πλευρά της πολιτικής συμμαχιών της εργατικής τάξης και μόνο τότε μπορεί να συνδεθεί με την προοπτική της εργατικής εξουσίας. Διαφορετικά η προοπτική αυτή φαίνεται να μη συνδέεται με τα μακροπρόθεσμα συμφέροντά τους, να μην αντανακλά τις πραγματικές τους ανάγκες.

Η κοινωνική συμμαχία έχει στρατηγική σημασία, επομένως, δεν είναι ένας οποιοσδήποτε τομέας κομματικής δουλειάς, αλλά έχει ιδιαίτερη προτεραιότητα στη δραστηριότητα των οργανώσεων. Ένας λόγος παραπάνω είναι ότι η συμμαχία δεν προκύπτει αυθόρμητα, αλλά είναι προϊόν επίμονης, προσανατολισμένης δράσης των κομμουνιστών. Η αστική τάξη, διαμορφώνοντας τη δική της πολιτική συμμαχιών, επιδιώκει και καταφέρνει πολλές φορές να στρέψει τμήματα των μικροαστικών στρωμάτων ενάντια στο εργατικό κίνημα. Ο λεγόμενος «κοινωνικός αυτοματισμός» είναι ένα παράδειγμα.

Θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ή να αφήσει να εννοηθεί «…τι το πολυψάχνουμε, τα μικροαστικά στρώματα αργά ή γρήγορα θα τα φάνε τα μονοπώλια…». Τέτοιες αντιλήψεις, αν δεν κρύβουν στρεβλώσεις και υπεκφυγές, αγνοούν σίγουρα ότι η στρατηγική δεν μπορεί να στηρίζεται σε προφητείες, αντίθετα είναι υποχρεωμένη να λαμβάνει υπόψη την υπάρχουσα κοινωνική πραγματικότητα.

Η δουλειά για την κοινωνική συμμαχία αφορά όλο το Κόμμα και προϋποθέτει μια διαφορετική προσέγγιση των καθηκόντων. Το να αποκτήσει την ικανότητα η κάθε κομματική οργάνωση, η κάθε κομματική ομάδα, να αντιμετωπίζει την παρέμβασή της με κοινωνικο-ταξικά κριτήρια είναι ζήτημα ωριμότητας του Κόμματος. Αν η κινητοποίηση για ένα τοπικό πρόβλημα, για παράδειγμα, βάλει σε κίνηση την τοπική ένωση ΕΒΕ είναι μια θετική εξέλιξη, για να γίνει, όμως, αυτό θα πρέπει η τοπική ΚΟΒ να το έχει στον προσανατολισμό της. Αν ένας συνδικαλιστικός φορέας των αυτοαπασχολούμενων ασχολείται και με τα ζητήματα της παιδείας, της Δημόσιας Υγείας, συντονίζει τη δράση του με τους φορείς των εργαζομένων, των γονέων, των γυναικών, θα διευρύνει τον ορίζοντα της δράσης του. Για να γίνει αυτό, όμως, κάποια όργανα του Κόμματος πρέπει να πάρουν την ευθύνη. Ακόμα και τα όργανα που είναι επιφορτισμένα κύρια με την εργατική συνδικαλιστική δουλειά, πρέπει να έχουν στον προσανατολισμό τους την ενίσχυση της κοινής δράσης με τους φορείς των αυτοαπασχολούμενων στο χώρο ή τον κλάδο. Ποιος άλλος θα μπολιάσει το εργατικό κίνημα με τέτοιες πλευρές, αν όχι οι κομμουνιστές.

Πέρα από τα παραπάνω, η παρέμβαση στους αυτοαπασχολούμενους, προσκρούει σε μια σειρά αναχώματα που δεν είναι πάντα προϊόν αντικειμενικών δυσκολιών, αλλά υποκρύπτουν και αντιλήψεις ή πρακτικές του τύπου «…να τα κρύψουμε κάτω από το χαλί».

Μια δημοφιλής φράση που ακούγεται στην κομματική «επικράτεια» είναι η εξής: «Δεν υπάρχει τίποτα». Τα οικονομικά στοιχεία και τα κοινωνικά δεδομένα που υπάρχουν, δείχνουν ότι η αυτοαπασχόληση είναι τρυπωμένη παντού, σε κάθε τόπο και σε κάθε κλάδο, με ελάχιστες εξαιρέσεις. Επίσης, οι διάφορες έρευνες πολιτικού προσανατολισμού δεν δείχνουν έλλειμα της επιρροής του Κόμματος στους αυτοαπασχολούμενους. Για παράδειγμα, το γενικό εκλογικό μας ποσοστό εμφανίζεται περίπου αναλλοίωτο και στο στρώμα, γεγονός το οποίο σημαίνει ότι υπάρχουν παντού αυτοαπασχολούμενοι και ένα τμήμα τους σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό επηρεάζονται από τις θέσεις του Κόμματος, με συνέπεια και σταθερότητα που ποικίλει ανάλογα με την περιοχή, τον κλάδο ή τη συγκυρία. Επομένως, πάντα «κάτι υπάρχει» και το ζητούμενο είναι πώς θα το ανακαλύψουμε, πώς θα το ενισχύσουμε, πώς θα το προσανατολίσουμε προς τη συλλογική πάλη. Μόνο έτσι θα βελτιωθούν οι συσχετισμοί στο συνδικαλιστικό κίνημα και ταυτόχρονα θα στεριώσει και θα καρπίσει η πολιτική μας επιρροή.

Η επόμενη δημοφιλέστερη ρήση είναι «…μα δεν κινητοποιούνται». Είναι γεγονός ότι η ανάπτυξη της συλλογικής δράσης στα μικροαστικά στρώματα έχει ιδιαίτερες δυσκολίες. Η ατομική λύση είναι πιο ισχυρή, ο συντεχνιασμός, παρά την υποχώρησή του τα προηγούμενα χρόνια, αποτελεί επίσης ένα εμπόδιο. Τέτοιου είδους δυσκολίες υπάρχουν αντικειμενικά και προκύπτουν από την κοινωνική θέση των μικροαστικών στρωμάτων. Δηλαδή, είναι αναμενόμενες σε μεγάλο βαθμό, και η επίκλησή τους δεν προσθέτει τίποτα καινούργιο. Και τέλος πάντων, η αποτελεσματικότητα της δουλειάς κάθε οργάνωσης δεν κρίνεται τόσο από τις δυσκολίες, όσο από την ικανότητά της να τις αντιμετωπίζει, να προσαρμόζει και να εξειδικεύει τη δράση της, στην κατεύθυνση της υπέρβασης και όχι της υποταγής της σε αυτές.

Τι χρειάζεται σε αυτές τις περιπτώσεις; Μελέτη της κατάστασης των αυτοαπασχολούμενων στο χώρο ευθύνης της, των μαζικών φορέων και της δράσης τους. Και δε συζητάμε να γράψει κανένα βιβλίο, αλλά να αποτυπώσει στοιχειωδώς τα δεδομένα που υπάρχουν, κάτι που θα της επιτρέψει να διαμορφώσει ένα σχέδιο παρέμβασης, που είναι και το ζητούμενο. Κανένας δεν αμφισβητεί τις όποιες δυσκολίες και ιδιομορφίες, από το γεγονός αυτό όμως, μέχρι το να μην κινείται τίποτα, υπάρχει μια απόσταση που δε δικαιολογείται.

Σήμερα έχουμε την ωριμότητα σαν Κόμμα να οργανώσουμε την παρέμβαση στους αυτοαπασχολούμενους χωρίς διαμεσολαβήσεις και αναθέσεις, κάτι στο οποίο συνέβαλε και η αντίστοιχη συνδιάσκεψη. Αυτή όμως η διαπίστωση από μόνη της δεν αρκεί για να αλλάξει την πεπατημένη σε αυτόν τον τομέα δουλειάς.

Πολλά μένουν να γίνουν ακόμα σε κεντρικό επίπεδο. Η ανάγκη πιο λεπτομερούς μελέτης των κλάδων της οικονομίας με ισχυρή παρουσία αυτοαπασχόλησης είναι απαραίτητη, η καλύτερη παρακολούθηση της διαπάλης στο συνδικαλιστικό κίνημα επίσης, όπως και μια καλύτερη ανάλυση της παρέμβασης της αστικής τάξης στο στρώμα. Όλα αυτά μπορούν να βρουν το δρόμο τους, γιατί το προηγούμενο διάστημα διαμορφώθηκαν καλύτερες προϋποθέσεις σε αυτό το επίπεδο.

Η «αχίλλειος πτέρνα» της παρέμβασης του Κόμματος ήταν και παραμένει η συγκεκριμένη δουλειά των κομματικών οργανώσεων, ο τρόπος που προσεγγίζουν τα όργανα το πρόβλημα, τα μέτρα που παίρνουν, αν παίρνουν, για τη βελτίωση της κατάστασης. Και η κατάσταση δεν είναι καθόλου καλή.

Η συνδιάσκεψη για τους αυτοαπασχολούμενους ήταν μια καλή αρχή, και μπορεί η αρχή να είναι «το ήμισυ του παντός», μπροστά μας όμως βρίσκεται ακόμα το άλλο «ήμισυ».

 

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΤΟΥ ΚΚΕ ΣΤΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ (ΔΚΚ)

του Άρη Ευαγγελίδη
μέλους του Τμήματος Διεθνών Σχέσεων της ΚΕ

 

Στις θέσεις της ΚΕ για το 21ο Συνέδριο αποτυπώνεται με σαφήνεια η κατάσταση του ΔΚΚ, μελετώνται σε βάθος τα προβλήματα που υπάρχουν στις συνθήκες της αντεπανάστασης και της βαθιάς κρίσης που απαιτείται να συνειδητοποιηθεί. Οι γνώσεις που έχει αποκτήσει το ΚΚΕ είναι πολύτιμες και του επιτρέπουν να παρεμβαίνει, να πρωτοστατεί στη διαπάλη που γίνεται, να προχωράει με σταθερή γραμμή, με στόχο την ανασυγκρότηση του ΔΚΚ σε επαναστατική βάση. Η γνώση του ΚΚΕ συγκεντρώθηκε μέσα από τις 30χρονες επίπονες προσπάθειες, τη συγκέντρωση και αξιοποίηση της σημαντικής πείρας που έχει αποκτηθεί. Το Kόμμα μας ανέπτυξε διμερείς σχέσεις με δεκάδες ΚΚ σε όλο τον κόσμο, πρωτοστάτησε στην καθιέρωση των Διεθνών Συναντήσεων Κομμουνιστικών και Εργατικών Κομμάτων, και στην πορεία στη δημιουργία πιο προωθημένων (με την έννοια ενός πιο συγκροτημένου ιδεολογικού-πολιτικού πλαισίου) μορφών διακομματικής συνεργασίας όπως η Ευρωπαϊκή Κομμουνιστική Πρωτοβουλία και η Διεθνής Κομμουνιστική Επιθεώρηση, για την ενίσχυση της προσπάθειας επεξεργασίας ενιαίας επαναστατικής στρατηγικής. Μπορούμε να πούμε πως το ΚΚΕ, με την πολιτική που ακολούθησε, αναδείχθηκε σε «σημείο αναφοράς», έχει μεγάλο κύρος, η δράση του και οι επεξεργασίες του έχουν απήχηση σε μέλη και στελέχη άλλων κομμάτων και αυτό είναι σημαντικό ζήτημα.

Ορισμένοι σύντροφοι και φίλοι, στα πλαίσια ενός εύλογου προβληματισμού, αλλά χωρίς τα αναγκαία εφόδια για τη σύνθετη κατάσταση μέσα στην οποία προωθούνται τα καθήκοντα στο ΔΚΚ, οδηγούνται σε μονομέρειες, καταλήγουν σε λαθεμένα συμπεράσματα και αντιμετωπίζουν την κατάσταση «αφ’ υψηλού». Διατυπώνεται λίγο-πολύ το απλουστευτικό σχήμα που λέει πως «στο ΔΚΚ κυριαρχεί ο οπορτουνισμός και λαθεμένες ιδεολογικές και πολιτικές θέσεις και άρα το ΚΚΕ πρέπει να διαρρήξει τις σχέσεις του με τον οπορτουνιστικό συρφετό».

Οι απόψεις αυτές προσπερνούν/αγνοούν την πείρα από την δράση του ΚΚΕ στο ΔΚΚ τα τελευταία 30 χρόνια, δεν απαντούν σε κρίσιμα ερωτήματα που βάζει η ίδια η ζωή:

– Πώς θα προωθείται το διεθνιστικό καθήκον του ΚΚΕ που προκύπτει από το διεθνή χαρακτήρα της ταξικής πάλης για την ανάγκη διαμόρφωσης ενιαίας επαναστατικής στρατηγικής των ΚΚ, για τη διαμόρφωση ενός πιο διακριτού μαρξιστικού-λενινιστικού πόλου στο ΔΚΚ; Μπορούν να διαμορφωθούν σχετικοί όροι μακριά από την έντονη διαπάλη στην οποία παρεμβαίνουν αστικές και οπορτουνιστικές δυνάμεις και με πολλά μέσα;

– Πώς θα γίνεται πιο αποτελεσματική η παρέμβαση του ΚΚΕ σε αυτή τη δύσκολη και σύνθετη κατάσταση, χωρίς να αξιοποιείται κάθε δυνατότητα, μέσα από τις διμερείς σχέσεις, άλλες μορφές συνάντησης ΚΚ, την κοινή δράση για σημαντικά προβλήματα, ώστε στελέχη και μέλη ΚΚ να προβληματίζονται, να κατακτούν τα αναγκαία κριτήρια, να πλουτίζουν την πείρα τους, ώστε να συνειδητοποιείται η αναγκαιότητα της επαναστατικής ανασυγκρότησης των ΚΚ;

– Είναι ή δεν είναι πολύ μεγάλης σημασίας το γεγονός ότι τα προηγούμενα χρόνια υπήρξαν κόμματα που κάτω και από την επίδραση της δράσης και των επεξεργασιών του ΚΚΕ και άλλων κομμάτων έκαναν βήματα και ξεπέρασαν τη λαθεμένη στρατηγική των σταδίων που είχαν μέχρι τότε και διαμορφώνουν μέσα από πολλές δυσκολίες και πισωγυρίσματα στρατηγική για τη σοσιαλιστική επανάσταση;

– Δεν είναι πολύ μεγάλης σημασίας ζήτημα το ΚΚΕ να εκφράζει τη διεθνιστική του αλληλεγγύη προς κόμματα που παρ’ όλες τις αδυναμίες τους δίνουν σκληρές μάχες στις χώρες τους, υπόκεινται σε αντικομμουνιστικές διώξεις και αποκλεισμούς (και εντός ΕΕ), ορισμένα από αυτά δρουν επί της ουσίας στην παρανομία, δολοφονούνται στελέχη τους κλπ.;

– Αλλά και αντίστροφα, δεν είναι παράδειγμα μεγάλη σημασίας η αλληλεγγύη στο ΚΚΕ από δεκάδες ΚΚ αυτά τα χρόνια, η στήριξη π.χ. στην αναμέτρηση με το ΣΥΡΙΖΑ ή στη μαζική καταδίκη της επίθεσης των δυνάμεων καταστολής την 17η Νοέμβρη του 2020;

– Μπορεί το ΚΚΕ (απαντώντας και σε μια παραλλαγή της ίδια άποψης που υποτιμάει τα «μικρά-αδύναμα» ΚΚ) να μπει στην λογική περί «μεγάλων» και «μικρών» κομμάτων, με ποια κριτήρια; Μπορούμε εμείς να υποτιμήσουμε το γεγονός ότι σε πολλές χώρες χάθηκε η ιστορική συνέχεια, οι κομμουνιστές μετά το 1991 δρούσαν επί διωγμό, και έπρεπε τα ΚΚ να αναγεννηθούν σχεδόν από την αρχή, να κάνουν ελπιδοφόρα βήματα στην ανάπτυξη δεσμών με την εργατική τάξη, την παρέμβαση στο κίνημα κ.ά.; Πέρα από το ότι η λογική του διαχωρισμού των ΚΚ σε «μικρά» και «μεγάλα» κόμματα αναπαράγεται στη βάση κοινοβουλευτικίστικων κριτηρίων και είναι γνωστό πως υπάρχουν κόμματα με μεγάλη κοινοβουλευτική δύναμη με μηδενική παρέμβαση στο εργατικό κίνημα των χωρών τους.

Θα μπορούσαμε να αναφερθούμε και σε άλλα παραδείγματα. Το πραγματικό ερώτημα λοιπόν δεν είναι αυτό που θέτουν αυτές οι αφοριστικές απόψεις, το αν το ΚΚΕ θα διαρρήξει τις σχέσεις του με το ΔΚΚ που υπάρχει σήμερα. Το κρίσιμο ζήτημα είναι να κάνει το ΚΚΕ ό,τι περνά από το χέρι του για να συμβάλει στην επαναστατική ανασυγκρότηση του ΔΚΚ, με επίγνωση πως η μεγαλύτερη προσφορά του θα είναι η προώθηση της υπόθεσης της ταξικής πάλης και της σοσιαλιστικής επανάστασης στη χώρα μας. Σε αυτήν την κατεύθυνση η ΚΕ δίνει σαφείς απαντήσεις στις Θέσεις, με τις οποίες συμφωνώ.

Είναι δεδομένο πως τα επόμενα χρόνια η ιδεολογικοπολιτική διαπάλη στο ΔΚΚ θα ενταθεί. Υπάρχει σημαντική αρθρογραφία στον Ριζοσπάστη, στην ΚΟΜΕΠ, αλλά και στη Διεθνή ΚΟΜΕΠ, η οποία αξίζει να μελετηθεί, όπου το Κόμμα μας και άλλα ΚΚ απαντούν στα ιδεολογικοπολιτικά ζητήματα που μπαίνουν στη συζήτηση.

Το μεγαλύτερο ίσως ζήτημα είναι η επίδραση της έντασης του ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού ανάμεσα σε ΗΠΑ, ΕΕ, Κίνα, Ρωσία κ.ά. Σήμερα υπάρχουν ΚΚ που υποτάσσονται στο πλαίσιο της ιμπεριαλιστικής ΕΕ και στρατεύονται με τις επιλογές της, όπως είναι τα κόμματα του ΚΕΑ με το οποίο το Κόμμα μας διεξάγει ανοικτή αντιπαράθεση.

Την ίδια στιγμή μια σειρά άλλα ΚΚ δεν αναγνωρίζουν, σε πείσμα της πραγματικότητας, τον καπιταλιστικό-ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα της σύγχρονης Κίνας, στοιχίζονται πίσω από τις επιλογές της. Επιδρά το ιδεολόγημα του «πολυπολικού κόσμου» σύμφωνα με το οποίο η ενίσχυση των ανταγωνιστών των ΗΠΑ (Ρωσία, Κίνα) θα οδηγήσει σε μια νέα ισορροπία δυνάμεων, που θα εξασφαλίσει την ειρήνη και την ευημερία των λαών, αναπαράγοντας τα ονειροπολήματα περί ενός καπιταλισμού χωρίς ανταγωνισμούς, αντιθέσεις, πολέμους κλπ.

Σε αυτά τα μεγάλα ζητήματα παρεμβαίνει το ΚΚΕ σε συνεργασία με άλλα ΚΚ, διερευνώντας νέες πλευρές της διαπάλης, εντείνοντας την προσπάθεια ώστε τα ΚΚ και οι λαοί να μη στοιχίζονται πίσω από κανένα ιμπεριαλιστικό κέντρο, να γίνονται χτήμα οι νομοτέλειες της σοσιαλιστικής επανάστασης και οικοδόμησης, η αναγκαία στρατηγική. Οι μάχες που έχουμε μπροστά μας είναι σκληρές και δεν υπάρχουν «εύκολες λύσεις».

 

 

ΚΡΙΣΙΜΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ

του Γιώργου Ρούση
ομότιμου καθηγητή του Παντείου Πανεπιστημίου

 

Αγαπητοί σύντροφοι,

Εν όψει του Συνεδρίου του κόμματος θέτω υπόψη σας τα παρακάτω κρίσιμα κατά τη γνώμη μου ερωτήματα τα οποία δεν φαίνεται να αντιμετωπίζονται από τις Θέσεις, αν και κατά τη γνώμη μου θα έπρεπε να αποτελούν κύριο μέλημα της έτσι κι αλλιώς ανεπαρκούς θεωρητικής δουλειάς του κόμματος.

1. Πώς είναι δυνατόν όταν, ορθώς κατά τους κλασικούς του μαρξισμού, κυριαρχεί η ιδεολογία και οι αξίες της κυρίαρχης τάξης, η οποία ως ψευδής συνείδηση της πραγματικότητας διαμορφώνεται από τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, να ανατραπεί αυτή η ιδεολογία, κάτι που αποτελεί προϋπόθεση για την κατάκτηση μιας επαναστατικής συνείδησης, η οποία με την σειρά αποτελεί προϋπόθεση της ανατροπής του καπιταλισμού, πριν την ανατροπή του;

2. Ισχύουν για τη σύγχρονη εργατική τάξη οι αιτίες που κατά τους κλασικούς καθιστούσαν το προλεταριάτο της εποχής τους εν δυνάμει επαναστατικό, και οι μεσολαβήσεις τις οποίες εκείνοι θεωρούσαν αναγκαίες για την εν τη πράξει εκδήλωση αυτής της εν δυνάμει επαναστατικότητας;

3. Πώς είναι δυνατόν όταν, ορθώς κατά τους κλασικούς του μαρξισμού, η αστική τάξη θα αντιδράσει βίαια στην ανατροπή της εξουσίας της, να μην αντιμετωπιστεί με τη λογική και την πράξη, βία στη βία της εξουσίας; Και πώς μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο όταν η εξουσία κατέχει τα μέσα και τους μηχανισμούς άσκησης της βίας;

4.Τι προοπτική μπορεί να έχει σε βάθος χρόνου η σοσιαλιστική επανάσταση και ο σοσιαλισμός σε μια μόνον χώρα, όταν ο κομμουνισμός, ορθώς κατά τους κλασικούς, δεν μπορεί παρά να είναι παγκόσμιος;

5. Με δεδομένο τον επί καπιταλισμού αντιφατικό χαρακτήρα της ανάπτυξης των υλικών παραγωγικών δυνάμεων, λόγω του ότι αυτός είναι παράλληλα επαναστατικός και καταστροφικός, για τη φύση και τους ανθρώπους, προκύπτει το ερώτημα, η επανάσταση σήμερα καλείται να παίξει το ρόλο του επιταχυντή της παραπέρα ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, όπως την αντιμετώπιζαν οι κλασικοί του μαρξισμού, ή αντίθετα του φρένου έκτακτης ανάγκης στην ανάπτυξή τους όπως την αντιμετωπίζει ο Walter Benjamin;

Καλή επιτυχία στο Συνέδριο.

 

 

ΠΛΕΥΡΕΣ ΤΗΣ ΚΑΘΟΔΗΓΗΤΙΚΗΣ ΔΟΥΛΕΙΑΣ ΣΤΟ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ

του Παναγιώτη Ρεντζελά
ΤΕ Δυτικής Ευρώπης του ΚΚΕ

 

Συμφωνώ και με τα τρία κείμενα των θέσεων της ΚΕ για το 21ο Συνέδριο.

Με τον πιο συνοπτικό τρόπο θα ήθελα να αναφερθώ σε κάποιες πλευρές της καθοδηγητικής μας δουλειάς για την πολιτική παρέμβαση και δράση των οργανώσεων του Κόμματος στο εξωτερικό. Η εμπειρία που έχουμε συλλέξει από τη δράση μας στο εξωτερικό από το προηγούμενο συνέδριο και μέχρι σήμερα μπορεί να φωτίσει πλευρές των θέσεων και να συμβάλει στη συλλογική συνεδριακή επεξεργασία που κάνει το Κόμμα.

Οι οργανώσεις του Κόμματος στο εξωτερικό κρίνονται στο δύσκολο καθήκον της εξειδίκευσης της παρέμβασης για την οργάνωση του κινήματος των Ελλήνων μεταναστών και φοιτητών, τη συμβολή στην ανασυγκρότηση του ντόπιου εργατικού κινήματος με ταξικό προσανατολισμό και του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος στις χώρες που ζούμε. Για να επιτευχθούν τα παραπάνω, πρώτη και βασική προϋπόθεση και καθήκον είναι η συγκρότηση γερών ΚΟΒ, ιδεολογικοπολιτικά και οργανωτικά, ικανών να ανοίγουν μια σχεδιασμένη και συστηματική αυτοτελή κομματική παρέμβαση, η οποία να κερδίζει και να συσπειρώνει νέες δυνάμεις δίπλα στο Κόμμα. Βασικός όρος για το περιεχόμενο της παρέμβασής μας στο εξωτερικό αποτελεί ο προσανατολισμός της δουλειάς μας στην εργατική τάξη (Έλληνες μετανάστες, ντόπιους και μετανάστες άλλων εθνικοτήτων) και στους χώρους δουλειάς, εκπαίδευσης και κατοικίας, επιδιώκοντας την ταξική συσπείρωση Ελλήνων και ξένων εργαζομένων.

Το ιδεολογικό οπλοστάσιο του Κόμματος και οι επεξεργασίες του αποτελούν το βασικό εργαλείο για ν’ ανοίγουμε μελετημένα και εξιδεικευμένα για τις χώρες διαμονής των Ελλήνων μεταναστών και φοιτητών τα ζητήματα που απασχολούν, φωτίζοντας τον ένοχο που δεν είναι άλλος από τον καπιταλισμό και τις αστικές πολιτικές διαχείρισής του. Αναδεύοντας τα καπιταλιστικά αδιέξοδα μπολιάζουμε συνειδήσεις με την αναγκαιότητα του ταξικού εργατικού κινήματος και ισχυρού επαναστατικού κινήματος, με την αναγκαιότητα του σοσιαλισμού. Οι δυνάμεις του Κόμματος και της ΚΝΕ στο εξωτερικό δεν είναι εφεδρεία, ούτε κάνουν συντήρηση δυνάμεων των μελών του Κόμματος που βρίσκονται στο εξωτερικό, αλλά έχουν το δύσκολο καταμερισμό της πολιτικής παρέμβασης και καθοδήγησης των μελών του ΚΚΕ σε συνθήκες που είναι αντικειμενικά δύσκολες και πολύπλοκες, δρώντας στα γεωγραφικά κέντρα του καπιταλισμού.

Για παράδειγμα, για να είναι αποτελεσματική η παρέμβασή μας στο κίνημα στις χώρες διαμονής πρέπει να λαμβάνονται υπ’ όψιν οι ιδιαιτερότητες, η κατάσταση στην οποία βρίσκεται το ντόπιο κομμουνιστικό και εργατικό κίνημα και η επίδραση που έχει αυτή στη συνείδηση των εργαζομένων. Χαρακτηριστικά είναι τα παραδείγματα των δυσκολιών που γεννάει η ιδεολογική και οργανωτική κυριαρχία του Εργατικού Κόμματος στα συνδικάτα στη Βρετανία, ο πολυκερματισμός-παραταξιοποίηση και η λειτουργία τύπου «παροχής υπηρεσιών» των συνδικάτων στο Βέλγιο, ο ρεφορμισμός του ΚΚ Γαλλίας στη Γαλλία και η θολή γραμμή που μπαίνει στις κινητοποιήσεις που γίνονται με σχετικά μεγάλη συχνότητα στη Γαλλία.

Η παρέμβασή μας στο εργατικό και συνδικαλιστικό κίνημα στο εξωτερικό δεν μπορεί να νοείται ως μια από τα πάνω και απέξω μετάφραση και αναπαραγωγή των θέσεων του Κόμματος ή μια τυπική παρουσία σε κάθε κινητοποίηση που γίνεται. Ούτε προκύπτει αυτόματα ο πρωτοπόρος ρόλος του κομμουνιστή σε ένα χώρο. Είναι μια ιδιότητα που κατακτιέται, όσο τα μέλη και οι οπαδοί μας με προσεκτικά σχεδιασμένη και πρωτοπόρα δράση κατοχυρώνονται στο χώρο τους, εναντιώνονται στην πράξη με τις αυταπάτες που υπάρχουν για τις συμβιβασμένες συνδικαλιστικές ηγεσίες, τις οποίες εκθέτουν όσο μπορούν στα μέλη των σωματείων και ανοίγουν μέτωπο με τον οπορτουνισμό.

Έχουμε αρκετά παραδείγματα δουλειάς των κομματικών δυνάμεων με τα χαρακτηριστικά που περιγράφονται παραπάνω. Θα σταθώ όμως στη δουλειά που έγινε το προηγούμενο χρονικό διάστημα στα πανεπιστήμια στη Βρετανία. Οι αρνητικές εξελίξεις της πανδημίας στους όρους εργασίας του προσωπικού και σπουδών των φοιτητών βρήκαν τις δυνάμεις του Κόμματος σχετικά προετοιμασμένες και έτοιμες να επεξεργαστούν και να υλοποιήσουν την παρέμβασή τους, να μπουν μπροστά στις εξελίξεις στα πανεπιστήμια και να συσπειρώσουν Βρετανούς, Έλληνες και άλλους μετανάστες με ένα πλαίσιο επεξεργασμένο. Το προηγούμενο χρονικό διάστημα οι κομματικές και κνίτικες δυνάμεις δούλεψαν συστηματικά την παρέμβασή τους στα πανεπιστήμια στη Βρετανία, χώρος που συγκεντρώνει σημαντικό αριθμό Ελλήνων εργαζόμενων (ακαδημαϊκών και διοικητικού προσωπικού), αλλά και φοιτητών.

Η οργάνωση της πάλης για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της πανδημίας βρήκε έτοιμες και ιδεολογικά και πολιτικά εξοπλισμένες τις δυνάμεις του Κόμματος στα πανεπιστήμια. Πριν την πανδημία οι δυνάμεις του Κόμματος είχαν καταγράψει το χώρο και σχεδιάσει την παρέμβαση σε σωματεία και φορείς. Στην κατεύθυνση του ιδεολογικού και πολιτικού εξοπλισμού του Κόμματος και των οπαδών λειτούργησε η επιτυχημένη εκδήλωση της Τομεακής Οργάνωσης Δυτικής Ευρώπης στο Λονδίνο τον Γενάρη του 2020 με θέμα «Επιστήμη, έρευνα και τεχνολογία στην υπηρεσία του καπιταλιστικού κέρδους ή των κοινωνικών αναγκών;» με κεντρικό ομιλητή των ΓΓ της ΚΕ.

Η εκδήλωση λειτούργησε ως χώρος για να τονιστεί ότι ο μαρξισμός μπορεί να συμβάλει για να απαλλαγεί ουσιαστικά κάθε επιστήμονας από την εμπειρική του συνείδηση, από τους φραγμούς της μηχανιστικής, της θετικιστικής και μεταμοντέρνας σκέψης ώστε να μπορέσει να συλλάβει τις αιτίες, τους εσωτερικούς δεσμούς, την πραγματική εσωτερική κίνηση κάθε φυσικού ή κοινωνικού φαινομένου που εξετάζει. Η συμβολή αυτή του μαρξισμού είναι σήμερα όχι μόνο επίκαιρη, αλλά και αναγκαία. Στη Βρετανία έχει προχωρήσει με εντατικούς ρυθμούς η πλήρης εμπορευματοποίηση των πανεπιστημίων και η απελευθέρωση της αγοράς (δίδακτρα, φοιτητικά δάνεια, οικονομική αυτονομία των πανεπιστημίων). Τα πανεπιστήμια αποτελούν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, τα οποία έχουν τυπικά μη-κερδοσκοπικό χαρακτήρα, με την έννοια ότι δεν μοιράζουν κέρδη σε μετόχους, αλλά είναι υποχρεωμένα να επανεπενδύουν τα κέρδη τους. Στην πραγματικότητα λειτουργούν σαν κανονικότατες επιχειρήσεις, που στο πλαίσιο του ανταγωνισμού εφαρμόζουν όλα τα μέτρα και εργαλεία των ιδιωτικών επιχειρήσεων (κυνήγι πελατών, ελαστικοποίηση και εντατικοποίηση εργασίας, συγχωνεύσεις και απολύσεις, ιδιωτικοποιήσεις υπηρεσιών).

Τα μέλη και οι οπαδοί του Κόμματος δεν παραβρέθηκαν απλώς στην εκδήλωση, αλλά βοήθησαν στη συλλογική επεξεργασία της οργάνωσης για την καλύτερη παρέμβαση των κομμουνιστών στα πανεπιστήμια και της ιδεολογικοπολιτικής διαπάλης με τις αστικές και οπορτουνιστικές δυνάμεις στο χώρο. Η συστηματική δουλειά με ιδεολογικό και πολιτικό εξοπλισμό των συντρόφων και μέτρα για την οργανωμένη παρέμβαση στα πανεπιστήμια έχει συντελέσει ώστε να είναι αναγνωρισμένοι σύντροφοι ως αγωνιστές και μπροστάρηδες σε χώρους εργασίας, αλλά και στην αύξηση των κομμουνιστών που είναι εκλεγμένοι σε πρωτοβάθμια σωματεία προσωπικού και ερευνητών στη Βρετανία.

Τα μέλη και οι οπαδοί του ΚΚΕ και της ΚΝΕ από το εξωτερικό παρακολουθούν το 21ο Συνέδριο του Κόμματος παρά τις όποιες δυσκολίες και περιορισμούς λόγω της πανδημίας. Τα ντοκουμέντα του Συνέδριου θα μπορούν να αξιοποιηθούν από τις δυνάμεις στο εξωτερικό για την καλύτερη παρέμβαση του Κόμματος στους Έλληνες μετανάστες και φοιτητές στο εξωτερικό και την παρέμβασή μας στα εργατικό κίνημα στις χώρες διαμονής.

 

 

ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΜΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ-ΥΛΙΣΤΙΚΗ ΕΡΕΥΝΑ ΣΤΙΣ ΘΕΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ

του Π.Ν.
ΚΟ Εξωτερικού του ΚΚΕ

 

Στο 1ο Κείμενο στη Θ.14 γίνεται αναφορά στην ανάγκη να ενταχθούν τα στελέχη με διδακτορικές, μεταπτυχιακές εργασίες πιο οργανικά… στην κομματική διαλεκτική - υλιστική έρευνα, στη θεωρητική και επιστημονική δουλειά. Αν και στο Κόμμα έχουμε αρκετές επεξεργασίες στη διαλεκτική-υλιστική έρευνα στους τομείς της ιστορίας, της κοινωνιολογίας και της πολιτικής οικονομίας, δεν ισχύει στον ίδιο βαθμό για τις θετικές και τεχνικές επιστήμες. Αυτές όμως είναι ο πυρήνας για τη διαλεκτική ανάλυση των νέων τεχνολογιών, της ψηφιοποίησης και της λεγόμενης 4ης βιομηχανικής επανάστασης. Αντίστοιχα πρέπει να δοθεί εκεί και το ανάλογο βάρος.

Είναι κατά τη γνώμη μου εξαιρετικά δύσκολο ένας σύντροφος να αποφασίσει με ποιο συγκεκριμένο θέμα θα μπορούσε να ασχοληθεί, ακόμα και αν το συζητήσει με την άμεση καθοδήγηση ή τον ιδεολογικό υπεύθυνο του Τομέα. Αναφέρομαι εδώ κυρίως στα στελέχη που έχουν μια βασική μαρξιστική μόρφωση, είτε από προηγούμενες κομματικές σχολές και διαδικασία αυτομόρφωσης. Ιδιαίτερα αν πρόκειται, όπως αναφέρουν οι Θέσεις, για εκατοντάδες στελέχη, χρειάζεται μια ολοκληρωμένη στρατηγική αντιμετώπιση του ζητήματος.

Είναι σύνθετο ζήτημα, από τη μία δικών μας υποκειμενικών αδυναμιών να αναδείξουμε στελέχη με υψηλό βαθμό επιστημονικής εξειδίκευσης και από την άλλη της αντικειμενικής δυσκολίας εφαρμογής της διαλεκτικής στις θετικές και τεχνικές επιστήμες, συγκριτικά με τις κοινωνικές επιστήμες. Για παράδειγμα, στις οργανώσεις εξωτερικού υπάρχει ένα μεγάλο κομμάτι νέων στελεχών και φίλων του Κόμματος με διδακτορικά και μεταπτυχιακά στις θετικές και τεχνικές επιστήμες, που έφυγαν από την Ελλάδα τη δεκαετία της κρίσης. Είναι στοίχημα να συνδεθούν οι νέοι αυτοί με τα αντίστοιχα Τμήματα της ΚΕ σε βάθος τετραετίας, να αποκτήσουν εμπειρία και να μετρήσουμε βήματα στην ανάπτυξη της ιδεολογικής δουλειάς.

Πώς όμως θα περάσουμε από τη γενική κατεύθυνση στα ειδικά μέτρα, ποιες είναι οι συγκεκριμένες προτάσεις μέχρι το επόμενο συνέδριο; Εδώ νομίζω χρειάζεται μια εγκάρσια θεματική διασύνδεση, που να βασίζεται σε επιστημονικούς τομείς, να μην επαφίεται μόνο σε οργανωτικές μορφές. Χρειάζεται ένα δίκτυο που να εξειδικεύει και να συγκεκριμενοποιεί τις ανάγκες της ΚΕ και των Τμημάτων της στην έρευνα. Χρειάζεται υπομονή και εμπιστοσύνη στα στελέχη, μαζί με δημιουργική κριτική και έλεγχο από τα αντίστοιχα θεματικά τμήματα της ΚΕ.

Κύριο στοιχείο είναι ο κεντρικός προγραμματισμός, ώστε να δοθεί στους συντρόφους το πλαίσιο ώστε να συνεισφέρουν με βάση τη δική τους πείρα. Τα τρία βήματα για την παραπέρα δουλειά σε βάθος τετραετίας θα μπορούσαν να είναι η ανάλυση των θεματικών ενοτήτων που έχουμε δυνάμεις, η επεξεργασία και εμβάθυνσή τους μέσα από κομματικές σχολές και η διατύπωσή τους μέσα από την πιο ενδεδειγμένη, με βάση τα αποτελέσματα, μορφή.

Αρχικά, η ΚΕ μπορεί να προετοιμάσει ένα κείμενο με θεματικές ενότητες με στόχο κάθε σύντροφος με διδακτορικό και μεταπτυχιακό να τοποθετηθεί γραπτώς σε τρεις ερωτήσεις. Πώς συνδέεται η δική του έρευνα, μέσα από το διδακτορικό ή μεταπτυχιακό του:

Με την παραγωγή και την αγορά στον καπιταλισμό; (1.000 λέξεις)

Με τον κεντρικό σχεδιασμό στο σοσιαλισμό; (1.000 λέξεις)

Με πλευρές της διαλεκτικής, τις αντιφάσεις στο θέμα του και τη λύση τους; (500 λέξεις)

Με βάση τα παραπάνω, η ΚΕ να προγραμματίσει μετά την πανδημία το 2022 κομματικές σχολές, με επιστημονική ομοιομορφία και δευτερευόντως με οργανωτικά κριτήρια. Κριτήρια επιλογής να είναι ο βαθμός ανταπόκρισης στο κάλεσμα της ΚΕ, η ποιότητα του κειμένου, το γνωστικό αντικείμενο, τα κριτήρια της κομματικότητας και ανάδειξης στελεχών. Οι σχολές θα έχουν από τη μία το βασικό πρόγραμμα και επιπλέον μέσα από τις έγγραφες τοποθετήσεις οι συμμετέχοντες θα εντρυφήσουν στην ανάλυσή τους και θα επεξεργαστούν την αρχική τους θέση.

Η ΚΕ με βάση το δυναμικό των σχολών θα επεξεργαστεί την κατεύθυνση μιας συλλογικής διαδικασίας το 2023. Η μορφή μπορεί να είναι επιστημονικό συνέδριο ή και σειρά ημερίδων, όπου το Κόμμα έχει πλέον εμπειρία. Για παράδειγμα, η ημερίδα στη Γενεύη το 2018 ήταν σε σωστή κατεύθυνση, μπορεί να λειτουργήσει ως πρότυπο μελέτης για την επιλογή της κατάλληλης μορφής. Εδώ θέλει μια προσοχή, ώστε η μορφή να πατήσει στην εμπειρία των συμμετεχόντων και να έχει επιστημονική βάση, να μη γίνει μια προσπάθεια να αποδείξουμε απλώς τις επιπτώσεις του καπιταλισμού στην επιστήμη και στην έρευνα. Για παράδειγμα τα επιστημονικά συνέδρια για τους Ρίτσο, Βάρναλη, Μπρεχτ και Χικμέτ, και της «νεοελληνικής λογοτεχνίας» είχαν ολόπλευρο, επιστημονικό χαρακτήρα, ανέδειξαν νέες πτυχές, μπορούσε να τις παρακολουθήσει ένα ευρύ κοινό που ενδιαφέρεται για την πρωτοπόρα Τέχνη. Είναι στοίχημα εάν μπορούμε να πετύχουμε κάτι ανάλογο και σε άλλους τομείς της Έρευνας.

Έτσι, ένα επιστημονικό συνέδριο που να αναδεικνύει τη διαλεκτική σε τομείς των θετικών και τεχνικών επιστημών, παίρνοντας συμπεράσματα από το σήμερα και από τη σοσιαλιστική οικοδόμηση, θα δώσει έδαφος να ερευνήσουν τα στελέχη τέτοια ζητήματα στο γνωστικό τους αντικείμενο. Ιδιαίτερα να αναδείξουμε πλευρές των νέων τεχνολογιών που θα ...συνδράμει στην κατανόηση της εκμεταλλευτικής σχέσης..., στις σύγχρονες μορφές που παίρνει η καπιταλιστική εκμετάλλευση, εξαιτίας της εφαρμογής νέων τεχνολογιών....

Μπορούμε να αξιοποιήσουμε κριτικά τη Σοβιετική βιβλιογραφία και τη βιβλιογραφία της ΓΛΔ. Για παράδειγμα στη ΓΛΔ, η επιστημονικο-τεχνική επανάσταση και η προσπάθεια ανύψωσης της παραγωγικότητας της εργασίας μπορεί να μελετηθεί από τους νέους συντρόφους πλέον με την απαιτούμενη αποστασιοποίηση. Ιδιαίτερα από τη ΓΛΔ μπορούμε να αντλήσουμε παραδείγματα, καθώς η γλώσσα δεν αποτελεί τόσο σημαντικό εμπόδιο στην παρούσα φάση όσο η ρώσικη για το δυναμικό μας. Βασικό σύμμαχο σε αυτή την προσπάθεια μπορεί να αποτελέσει ο Σύλλογος «Εμείς που Σπουδάσαμε στο Σοσιαλισμό» με δικές του τοποθετήσεις και υποστήριξη στο ερευνητικό, μεταφραστικό κομμάτι, στη μετάδοση εμπειρίας στους νέους ερευνητές.

Παράλληλα, πρέπει να σχεδιάσουμε το πώς θα αξιοποιήσουμε διπλωματικές, μεταπτυχιακές και διδακτορικές εργασίες ως μέσο για έρευνα νέων θεμάτων που ενδιαφέρουν το Κόμμα. Κρίσιμη προϋπόθεση είναι ο επιβλέπων ή/και ο υποψήφιος να έχουν μια βασική μαρξιστική μόρφωση ώστε να ερευνούν τα ζητήματα και να θέτουν τα σωστά επιστημονικά ερωτήματα. Όμως έτσι αντικειμενικά στενεύει στην παρούσα φάση πολύ ο κύκλος και οι δυνατότητες, καθώς δεν είναι εύκολο να βάλουμε σε αυτή τη μάχη μαζικά τους συντρόφους της ΚΝΕ. Επίσης, μας δυσκολεύει η πίεση από τον αντικομουνισμό, η αδυναμία μας να δώσουμε εμείς συγκεκριμένη κατεύθυνση και η έλλειψη κρίσιμης μάζας σε ένα γνωστικό αντικείμενο. Στα πλαίσια ενός επιστημονικού συνεδρίου όμως, μπορούν να συζητηθούν παράλληλα τέτοιοι προβληματισμοί, να γίνει ανταλλαγή απόψεων και εμπειρίας, να βρεθεί ένας δρόμος.

 

 

ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΥΠΕΡΣΥΣΣΩΡΕΥΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ

του Θανάση Μανιάτη
καθηγητή ΤΟΕ ΕΚΠΑ, Κορυδαλλός

 

Οι Θέσεις της ΚΕ για το 21ο συνέδριο είναι πιο προωθημένες θεωρητικά και πιο συγκεκριμένες σε σχέση με ανάλογα προηγούμενα κείμενα. Τις διέπει η λογική της πληροφόρησης από τη Μαρξιστική θεωρία-ιδεολογία και της σύνδεσης στρατηγικής και τακτικής, ανάγοντας σε κεντρικό ζήτημα με καθοριστική σημασία την ιδεολογική-μορφωτική δουλειά. Παράλληλα εντοπίζονται προβλήματα όπως ότι «σε αυτές τις αντικειμενικές συνθήκες παρουσιάζεται μαζικά το φαινόμενο ο νέος κομμουνιστής και η νέα κομμουνίστρια να μη διαθέτουν αρκετά ισχυρό μαρξιστικό ιδεολογικό υπόβαθρο ... Δείκτης αυτού του προβλήματος είναι το ότι επανέρχονται ζητήματα όπως η υπεραξία, το μέσο ποσοστό κέρδους, ο χρόνος εργασίας … [η] αντίληψή μας για τον χαρακτήρα της οικονομικής κρίσης στον καπιταλισμό, την εναλλαγή φάσεων οικονομικής κρίσης και ανάκαμψης…»

Πράγματι, η εφαρμογή των κατηγοριών αυτών για την εκτίμηση της συγκυρίας είναι απαραίτητη όχι για ακαδημαϊκούς λόγους αλλά για τις διαφορετικές συνεπαγωγές πολιτικής και στρατηγικής από την πλευρά των κομμουνιστών καθώς και την αποτίμηση των δυνατοτήτων του συστήματος να ξεπεράσει την κρίση και τη στασιμότητα.

Η αντίθεση ανάμεσα στον κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής και στην ατομική, καπιταλιστική ιδιοποίηση των αποτελεσμάτων της ή η αντίθεση κεφαλαίου-εργασίας ως θεμελιακές αιτίες των κρίσεων βρίσκονται σε ένα πολύ ψηλό επίπεδο αφαίρεσης και λίγο βοηθούν στην ανάλυση της συγκυρίας. Οι κρίσεις παράγονται από πιο συγκεκριμένους μηχανισμούς που καθορίζουν την εγγενή ή συγκυριακή φύση τους και τις δυνατότητες του κεφαλαίου και του κράτους να τις αντιμετωπίσουν ή να τις μετριάσουν, είναι δε πολύτιμη για την εργατική τάξη η γνώση της συγκυρίας, τοποθετημένης στο μακροχρόνιο ορίζοντα εξέλιξης της καπιταλιστικής οικονομίας γιατί συνεισφέρει στη σωστή εκτίμηση των πιθανοτήτων για ενδεχόμενη θεαματική ανάπτυξη και αναζωογόνηση του συστήματος, για αλλαγή φάσης.

H μακροχρόνια εξέταση της καπιταλιστικής ανάπτυξης δείχνει ότι ο ρυθμός μεταβολής της παραγωγικότητας, της κερδοφορίας, της συσσώρευσης κεφαλαίου, της μεγέθυνσης ακολουθούν σταθερά φθίνουσα πορεία με επεισόδια έντονης κρίσης που μετά τη Μεγάλη Ύφεση ποτέ δεν λύνονται ολοκληρωτικά, υπονομεύοντας τις επιδόσεις του συστήματος στην επόμενη φάση. Πίσω από την εικόνα αυτή βρίσκεται η υπερσυσσώρευση του κεφαλαίου που προκαλεί η λειτουργία του Νόμου της Πτωτικής Τάσης του Ποσοστού Κέρδους (ΝΠΤΠΚ). Χρειάζεται αποσαφήνιση ο όρος αυτός, μιας και χρησιμοποιείται και από τουλάχιστον δύο άλλες θεωρίες που περιγράφουν το σύγχρονο καπιταλισμό και τα προβλήματά του με διαφορετικό τρόπο. Αυτήν της υποκατανάλωσης ή έλλειψης επαρκούς ενεργού ζήτησης με την έννοια ότι το υπερσυσσωρευμένο, «άφθονο» κεφάλαιο με τις αυξημένες παραγωγικές δυνατότητες μπορεί δυνητικά να «παραγάγει» μεγάλες ποσότητες εμπορευμάτων που δεν μπορούν να απορροφηθούν ή πρέπει να πουληθούν κάτω από την αξία τους με μειωμένο κέρδος, και αυτήν της εξάντλησης του «εφεδρικού στρατού εργασίας» λόγω της ραγδαίας συσσώρευσης (υπερσυσσώρευσης), που οδηγεί σε αύξηση της απασχόλησης, αύξηση των μισθών και μειωμένη κερδοφορία, μια άποψη που έχει υποχωρήσει σημαντικά στην περίοδο μετά την κρίση στασιμοπληθωρισμού της δεκαετίας του 1970, ενώ η πρώτη έχει γίνει πάλι αρκετά δημοφιλής λόγω της συγκράτησης ή και μείωσης των μισθών και των κοινωνικών παροχών την ίδια περίοδο.

Αντίθετα, η μειωμένη κερδοφορία σύμφωνα με το ΝΠΤΠΚ προκαλείται από την υπερσυσσώρευση κυρίως του σταθερού μέρους του κεφαλαίου και τη σχετική ή απόλυτη μείωση της χρήσης ζωντανής εργασίας (την αύξηση της οργανικής σύνθεσης κεφαλαίου) που δημιουργεί ανεπαρκή ποσότητα αξίας, υπεραξίας, κερδών και ποσοστού κέρδους. Ουσιαστική ανάκαμψη από τέτοιες συνθήκες είναι σχεδόν πολιτικά ανέφικτη καθώς απαιτεί εκτεταμένη καταστροφή κεφαλαίου, τεράστια αύξηση της ανεργίας, αύξηση του ποσοστού υπεραξίας, τεχνολογικές επαναστάσεις που θα απογειώνουν την παραγωγικότητα και πιθανόν και μικρότερα ή μεγαλύτερα πολεμικά επεισόδια για την υλοποίηση του πρώτου όρου. Δηλαδή, το πρόβλημα δεν έγκειται στο άφθονο υπερσυσσωρευμένο κεφάλαιο που δεν μπορεί να βρει ικανοποιητικό ποσοστό κέρδους αλλά στα ανεπαρκή πραγματοποιούμενα κέρδη και το χαμηλό ποσοστό κέρδους (λόγω της αυξημένης οργανικής σύνθεσης του υπερσυσσωρευμένου κεφαλαίου) που δε δικαιολογούν ικανοποιητικό ρυθμό συσσώρευσης. Είναι στη δεύτερη περίπτωση μόνο που τα όποια «φιλολαϊκά» μέτρα στήριξης (στην πραγματικότητα μη εξαΰλωσης) των μισθών, ακόμη και αν αμβλύνουν τις άμεσες συνέπειες της κρίσης για τα πλατιά λαϊκά στρώματα, δε λύνουν το πρόβλημα που βρίσκεται στη σφαίρα της παραγωγής και όχι της ζήτησης. Τα έκτακτα μέτρα κρατικής παρέμβασης στις συνθήκες της υγειονομικής κρίσης που κάνει αδύνατη ή ζημιογόνα τη λειτουργία μέρους του κεφαλαίου δεν πρέπει να θεωρούνται ως επιστροφή στον κεϋνσιανισμό αλλά σαν πρόσκαιρη λύση ανάγκης μπροστά στον κίνδυνο αδυναμίας αναπαραγωγής του συστήματος. Η κυρίαρχη ιδεολογική κατεύθυνση παραμένει αυτή της πίστης στις λύσεις της αγοράς, ιδίως όσο απομακρυνόμαστε χρονικά από τα τελευταία επεισόδια της θεωρούμενης ως πετυχημένης κρατικής διαχείρισης της οικονομίας μετά τα μέσα του προηγούμενου αιώνα. Δεν υπάρχει «νεοκεϋνσιανισμός» με διαφορετικές από τις νεοφιλελεύθερες αρχές, κάτι που είναι πολύ καθαρό στην ακαδημαϊκή συζήτηση, παρότι η πρακτική των αστικών κυβερνήσεων δεν δεσμεύεται από ιδεολογικές αγκυλώσεις όταν το σύστημα κινδυνεύει, χωρίς όμως αυτή η παρέμβαση να συγκροτείται σε διακριτό ιδεολογικό ρεύμα εντός της αστικής στρατηγικής.

Επιπλέον η εκδοχή του νόμου της ΠΤΠΚ εξηγεί τη συνεχή συστημική τάση για ιδιωτικοποιήσεις και αύξηση της μάζας της υπεραξίας, την πολιτική συγκράτησης ή μείωσης των μισθών, την επέκταση της σχετικής και απόλυτης φτώχειας, τη δημοσιονομική λιτότητα, τη θλιβερή κατάσταση των δημόσιων συστημάτων Υγείας, την τάση για αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης, την εκτεταμένη κρατική παρέμβαση στήριξης της καπιταλιστικής κερδοφορίας που ορθά επισημαίνονται στις Θέσεις. Όλα αυτά τα φαινόμενα είναι απότοκα και παραπέμπουν σε χαμηλή, ανεπαρκή μάζα κερδών και χαμηλό, ανεπαρκές ποσοστό κέρδους. Στην ελληνική οικονομία αυτή η στενότητα διαθέσιμων κεφαλαίων για συσσώρευση είναι προφανής, εξ ου και ο διακηρυγμένος στόχος των αστικών κυβερνήσεων σε όλη την περίοδο ακόμη και πριν τα μνημόνια για έξοδο από την κρίση μέσω της προσέλκυσης ξένων επενδύσεων (κάνοντας την εργατική δύναμη όσο πιο φτηνή γίνεται για την ικανοποιητική κερδοφορία αυτού του κεφαλαίου).

Επίσης όλα αυτά συνεπάγονται μειωμένη δυνατότητα για ενσωμάτωση των κυριαρχούμενων τάξεων, αστάθεια και αυξημένη κοινωνική δυσαρέσκεια που γίνεται όλο και πιο δύσκολο να ικανοποιηθεί μέσα στο πλαίσιο του συστήματος. Είναι το «παράδοξο» της εποχής, οι πολιτικές ήττες και η οπισθοχώρηση του κινήματος να συμβαίνουν πάνω σε μια υλική βάση που κάθε άλλο παρά ευνοϊκή είναι για τις κυρίαρχες τάξεις που αναγκάζονται να αθετούν ακόμη και τις μειωμένων προσδοκιών υποσχέσεις τους προς τις κυριαρχούμενες τάξεις. Βρισκόμαστε στη φάση, στην εποχή που οι σχέσεις παραγωγής εμποδίζουν την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και το καπιταλιστικό κέρδος αποκαλύπτεται ως αναποτελεσματική αρχή οργάνωσης της συνολικής κοινωνικής αναπαραγωγής. Είναι ανύπαρκτες οι δυνατότητες για εναλλακτικά σχέδια εντός του συστήματος, κάτι που στην Ελλάδα μεταφράζεται σε εξαφάνιση της κάθε φορά –χρήσιμης για το σύστημα– «προηγούμενης» κεντροαριστερής εκδοχής αλλά έχει δημιουργήσει πρωτοφανή πολιτική ρευστότητα ακόμη και σε περισσότερο αναπτυγμένες αστικές κοινωνίες (π.χ. Γαλλία, Ιταλία). Η διαφορά από τη «χρυσή εποχή» της καπιταλιστικής συσσώρευσης είναι ότι λείπουν οι απόψεις για ενσωμάτωση των κυριαρχούμενων τάξεων στο σύστημα μέσα από τη ραγδαία ανάπτυξη της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου. Το καίριο ζήτημα είναι ιδεολογικά και πολιτικά αυτές να στρατευτούν στην πορεία ανοικτής αμφισβήτησης και ανατροπής του συστήματος και αντικατάστασής του από το σοσιαλισμό-κομμουνισμό.

 

 

ΣΚΕΨΕΙΣ ΚΑΙ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ ΠΑΝΩ ΣΤΙΣ ΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ 21ου ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ

του Λευτέρη Χαρωνίτη
σκηνοθέτη

 

Το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας είχε πάντα ως βασικό συστατικό της πολιτικής και της δράσης του τον Πολιτισμό.

Και δε θα μπορούσε να είναι διαφορετικά αφού κύριος στόχος του σοσιαλισμού-κομμουνισμού είναι το σταδιακό πέρασμα της ανθρώπινης προσωπικότητας σε ένα ανώτερο στάδιο ισορροπημένης υλικής, πνευματικής και συναισθηματικής ανάπτυξης μέσα σε ισορροπημένο κοινωνικό και φυσικό περιβάλλον.

Στην παλινόρθωση δηλαδή του ανθρώπου.

Άλλωστε, στην πεμπτουσία του επιστημονικού σοσιαλισμού ενσωματώθηκαν όλες οι μεγάλες πολιτισμικές αξίες της ανθρωπότητας.

Το «ο καθένας ανάλογα με τις δυνατότητές του στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του» είναι μία πανανθρώπινη θεμελιώδης πολιτισμική αξία που την συναντάμε και σε πρωτόγονης κοινοκτημοσύνης κοινωνίες.

Είναι αυτονόητο λοιπόν οι Θέσεις του Κόμματος να αφιερώσουν ένα μερίδιο για το τι έγινε από το προηγούμενο Συνέδριο στον πολιτισμό, να γίνουν ορισμένες διαπιστώσεις και να θέσουν το δέον γενέσθαι.

Στη Θέση 44 αναφέρεται «Η συσπείρωση γύρω από το Κόμμα ενός σημαντικού αριθμού καλλιτεχνών … δεν πρέπει να θεωρείται ακόμα ικανοποιητική ούτε δεδομένη».

Για τη διατήρηση και τη διεύρυνση των δεσμών αξιόλογων καλλιτεχνών με το Κόμμα μια προϋπόθεση έχει κριθεί ως η πλέον αποτελεσματική και θα έλεγα ότι είναι εκ των ων ουκ άνευ: οι σταθερές και προγραμματισμένες συναντήσεις μαζί τους. Κι αν είναι δυνατόν στους χώρους δουλειάς και παρουσίασης του έργου τους, όχι ευκαιριακά για να τους ζητήσουμε μία δήλωση υποστήριξης κλπ.

Βλέπουμε τη δουλειά τους, συζητάμε τα προβλήματα και τις αγωνίες τους με την ειλικρίνεια και την αγάπη που νιώθουμε για τους εργάτες της τέχνης.

Η σταθερή επικοινωνία δείχνει έμπρακτο ενδιαφέρον και χτίζει εμπιστοσύνη…

Στη δεύτερη επισήμανση της ίδιας Θέσης για την ανάγκη «...να καλλιεργούνται πολιτικοί και ιδεολογικοί δεσμοί με νεότερους ταλαντούχους καλλιτέχνες…» γνωρίζουμε ότι σε όλη τη χώρα υπάρχουν σήμερα μεμονωμένοι ή ομάδες νέων καλλιτεχνών με σοβαρές σπουδές και εφόδια.

Πολλοί από αυτούς έχουν απήχηση σε αξιόλογη μερίδα νεανικού κοινού και ορισμένοι, καθώς αναζητούν ζωτικό χώρο, χειραγωγούνται αρκετές φορές από τοπικούς φορείς και παράγοντες για ίδια οφέλη.

Πολλοί από αυτούς τους νέους ταλαντούχους καλλιτέχνες που ξεκίνησαν από έναν αντι-κομφορμισμό, αρνούνται παραδοσιακές φόρμες, αβανγκαρντίζουν, πειραματίζονται, εκδηλώνουν ένα νεανικό εγωισμό ή και ορισμένοι αναρχίζουν. Έχουν όμως ορμή, δύναμη, ιδέες και δημιουργική ενέργεια που θέλουν να επικοινωνήσουν… Όλους αυτούς πρέπει να τους πλησιάσουμε, να νιώσουν το αληθινό μας ενδιαφέρον και ας μη συμφωνούν μαζί μας… Να νιώσουν ότι τους νιώθουμε και τους ακούμε, είμαστε και εμείς κοινό τους και διεκδικούμε μέρος του ταλέντου τους και για εμάς… Τους προβληματίζουμε, ποιοι είναι και για ποιους δημιουργούν. Από αυτούς θα προκύψει το νέο, το καινούργιο.

Αυτά περίπου έλεγε ο σοφός Γιάννης Ρίτσος για αυτό το ζήτημα.

Στη Θέση 45 επισημαίνεται ότι «…σταδιακά ξεπερνιέται η αντίληψη που αντιμετωπίζει τον πολιτισμό ως διακοσμητικό στοιχείο και αρχίζει να αναγνωρίζεται ως ένα ακόμα πεδίο της ταξικής πάλης. Και τονίζεται… η ανάγκη βαθύτερης συνειδητοποίησης ότι η τέχνη και ο πολιτισμός συμβάλουν στην διεύρυνση του μορφωτικού ορίζοντα…».

Την αξία της τέχνης και του πολιτισμού δεν περιμένουμε να την κατανοήσουν οι αστικές κυβερνήσεις. Την αξία αυτή οφείλουν να κατανοήσουν οι εργαζόμενοι, η εργατική τάξη…

Η επικοινωνία με ένα έργο τέχνης επηρεάζει τον αγώνα για καθημερινή διεκδίκηση εργασίας, καλής διαβίωσης, υγείας, παιδείας… Η τέχνη βέβαια δεν μπορεί να εξασφαλίσει ούτε εργασία, ούτε καλή διαβίωση, ούτε υγεία, ούτε παιδεία.

Ωστόσο οι άνθρωποι όταν βγαίνουν από μία αίθουσα όπου παρακολούθησαν ένα καλλιτεχνικό έργο έχουν μια διαφορετική συνείδηση από αυτή που είχαν όταν μπήκαν. Το έργο τέχνης άσκησε μία μικρή, έστω, επίδραση στη συνείδηση του θεατή.

Μπροστά μας σήμερα απλώνεται ένα πεδίο με κατακτημένες αξίες, που εκτείνεται από την αρχαιότητα, τη λαϊκή τέχνη, την τέχνη των κλασσικών και φτάνει μέχρι τις προχωρημένες καλλιτεχνικές εκφράσεις και κατακτήσεις 70 χρόνων σοσιαλισμού και τις αξίες της σύγχρονης καλλιτεχνικής δημιουργίας.

Πολλές φορές αποφεύγουμε ή κριτικάρουμε αρνητικά έργα με ασυνήθιστες φόρμες. Όμως το εάν ένα έργο είναι λαϊκό ή όχι δεν εξαρτάται από τη φόρμα του. Ο «Θίασος» του Αγγελόπουλου για παράδειγμα, με την καινοτόμα φόρμα του, δεν είναι λαϊκό έργο; Ο λαός κατανοεί τους καινοτόμους τρόπους έκφρασης και επικοινωνίας, ξεπερνά τις δυσκολίες της φόρμας όταν το έργο μιλά για τα συμφέροντά του.

Ο Μπρεχτ γράφει «…ο εργάτης καταλαβαίνει τον Μαρξ καλύτερα από τον Χέγκελ, καταλαβαίνει τον Χέγκελ όταν έχει διαπαιδαγωγηθεί μαρξιστικά…».

Σοβαρό και αποτελεσματικό έργο προκειμένου να «…ξεπεραστεί η μεγάλη ανομοιομορφία της πολιτιστικής δουλειάς ανάμεσα στις Κομματικές Οργανώσεις…» μπορεί να παίξει ασφαλώς η συγκρότηση Επιτροπών Πολιτισμού σε όλες τις Οργανώσεις Περιοχής, καθώς και Οργανώσεις Καλλιτεχνών σε μεγάλες πόλεις.

Όπου έχουν δημιουργηθεί Κομματικές Οργανώσεις Καλλιτεχνών παρατηρούνται αξιόλογα αποτελέσματα. Επομένως η συγκρότηση τέτοιων οργάνων θα συνδράμει:

– στην οργάνωση των τοπικών καλλιτεχνών σε σωματεία,

– στην ενθάρρυνσή και στήριξη των διεκδικήσεων για τη λύση των προβλημάτων τους και για την καλλιτεχνική παραγωγή στην περιφέρεια,

– στη σύνδεση του καλλιτεχνικού έργου με τα μεγάλα λαϊκά αιτήματα,

– στο συντονισμό της δράσης και στο περιεχόμενο της δουλειάς των χιλιάδων πολιτιστικών φορέων της περιφέρειας,

– αλλά θα συμβάλει ακόμα και στη μελετητική προσπάθεια για τη θεωρητική επεξεργασία ζητημάτων της σύγχρονης τέχνης κλπ.

«Η τέχνη μπορεί να παραδώσει τον άνθρωπο στις συγχύσεις, τις αυταπάτες και τα θαύματα και μπορεί να παραδώσει τον κόσμο στον άνθρωπο. Μπορεί να μεγαλώσει την αμάθεια και μπορεί να μεγαλώσει τη γνώση…».

Αυτή η διαπίστωση του Μπέρτολτ Μπρεχτ μου ήρθε στο νου διαβάζοντας τις επισημάνσεις της Θέσης 46, που θίγει ένα από τα σοβαρότερα ιδεολογικά ζητήματα της κομματικής δουλειάς στο χώρο της διανόησης, της τέχνης και του πολιτισμού. Τη διαμόρφωση δηλαδή ενός απαράτ στελεχών, καλλιτεχνών, διανοουμένων και επιστημόνων με μαρξιστική κατάρτιση που θα μπορούν να αντιπαρατίθενται με επάρκεια στις σύγχρονες αστικές θεωρίες γύρω από το περιεχόμενο της τέχνης. Και όπως σωστά επισημαίνεται, πρόκειται για δύσκολο στόχο που απαιτεί μακρόχρονη προσπάθεια με μακροπρόθεσμα αποτελέσματα.

Διαχρονικά, αλλά και στις σύγχρονες στοχεύσεις τους οι αστικές θεωρίες για το χαρακτήρα και το ρόλο της τέχνης έχουν δημιουργήσει είτε από άγνοια μια επικίνδυνη θολούρα, είτε υποβαθμίζουν συνειδητά κοινωνικά θέματα της τέχνης και τα αποσυνδέουν από τον ταξικό τους χαρακτήρα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η προβολή από αστούς σκηνοθέτες, ηθοποιούς και θεωρητικούς του «δραματικού ποιητή» Μπρεχτ σε βάρος του στρατευμένου συγγραφέα. Άλλοι πάλι, επικαλούμενοι νεο-μαρξίζουσες θεωρίες απομονώνουν την τέχνη σε ένα γενικά κοινωνικό ρόλο και την αποκόπτουν από τα ταξικά χαρακτηριστικά της.

Όλες αυτές οι απόψεις προσπαθούν να πείσουν τους καλλιτέχνες πως πρέπει να μείνουν αδέσμευτοι και ότι πρέπει να διαφυλάξουν την ελευθερία της έκφρασής τους και να μη γίνουν όργανα ενός κόμματος ή μίας ιδεολογίας γιατί τότε θα ξεπέσουν… από τις υψηλές σφαίρες της πνευματικής ελευθερίας τους… στα εγκόσμια, στο επίπεδο του όχλου.

Η ουσία της επίδρασης της τέχνης για την ανόρθωση του ανθρώπου καθώς και ο ταξικός χαρακτήρας της παραμένουν.

Θα ήταν ιδιαίτερα ωφέλιμο αν μέσα από τις ομιλίες και τον προβληματισμό που θα αναπτυχθεί για όλα αυτά τα ζητήματα μέσα στο Συνέδριο, στην τελική απόφαση για τον πολιτισμό να υπάρξει, όσο αυτό είναι δυνατό, μία περιγραφή των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών και των αισθητικών - ιδεολογικών αναγκών των εργαζομένων στη σύγχρονη ψηφιοποιημένη εποχή μας.

 

 

ΓΙΑ ΤΗ ΣΧΕΣΗ ΤΟΥ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΥ ΜΕ ΤΗ ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ

του Γιώργου Βαβίτσα
ΚΟΒ Κουκακίου

 

Το πρόβλημα της θεωρίας πρέπει να εξεταστεί ιστορικά. Δεν έχει νόημα να ορίσουμε μια γενική, καθολικής ισχύος νόρμα ή ηθικό κανόνα για τη σχέση του κομμουνιστή με τη θεωρία, αν δε θέλουμε να περιστρεφόμαστε γύρω από τον εαυτό μας σε γενικολογίες. Γενικά οι ιδέες δεν έχουν δική τους ανεξάρτητη ιστορία. Πρόκειται πάντα για ιδέες συγκεκριμένων ανθρώπων που ζουν, δρουν σε συγκεκριμένες ιστορικά μεταβαλλόμενες συνθήκες. Επίσης τους ανθρώπους πρέπει να τους βλέπουμε πάντα σαν μια ολότητα που βρίσκεται δεμένη με άπειρους, αδιάλειπτους δεσμούς με την πραγματικότητα και οι ιδέες τους είναι η εικόνα αυτής. Και αυτή ως τέτοια θα καθορίζεται ουσιωδώς από τη βασική σύγκρουση, τις αντιφάσεις αυτής της πραγματικότητας. Επειδή η σχέση των μελών μας με τη θεωρία όπως έχει διαμορφωθεί δεν είναι ανεξάρτητη από την αντίστοιχη σχέση όπως είχε διαμορφωθεί στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα, στον τρόπο λειτουργίας και συγκρότησης των ΚΚ υπήρξε πάντα ισχυρή αλληλεπίδραση και μεταφορά εμπειρίας, θα πρέπει να ανατρέξουμε στην τραγωδία των ανατροπών του σοσιαλισμού, γιατί εδώ φαίνονται πιο καθαρά οι αντιφάσεις του κομμουνιστικού κινήματος και κατ’ ακολουθία και των ιδεών και της θεωρίας όπως αυτή διαμορφώθηκε στα μυαλά των ανθρώπων που συμμετείχαν σ’ αυτό. Εξυπακούεται ότι ο χαρακτήρας μιας θεωρίας καθορίζει και τη σχέση του υποκειμένου προς τη θεωρία γενικά.

Παραδόξως οι ανατροπές του σοσιαλισμού μεθοδεύτηκαν από τους ιδεολογικούς εκπροσώπους του. Η συνείδησή του ήρθε σε αντίφαση με τον εαυτό της. Πώς να τα εξηγήσουμε αυτό; Το ερώτημα γίνεται ακόμα πιο μυστηριώδες αν αντιπαραθέσουμε τη θεωρία στην κλασική της μορφή, όπως είναι επεξεργασμένη στους κλασικούς με την πραγματικότητα, γιατί επιβεβαιώνεται παντού η ορθότητα της θεωρίας. Δεν εννοώ μόνο ότι ο σοσιαλισμός ήταν πιο δίκαιος κοινωνικά, κατάργησε την αντίθεση πλούτου και φτώχειας που είναι η πεμπτουσία του λεγόμενου «δυτικού κόσμου», αλλά ότι αποδείχτηκε οικονομικά πιο αποδοτικός από τον καπιταλισμό όπως προβλέπει και η θεωρία.

Πώς να εξηγήσουμε τότε ότι ένα κυρίαρχο ρεύμα των φορέων της μαρξιστικής θεωρίας άρχισε να πιστεύει ότι ο καπιταλισμός είναι πιο αποδοτικός οικονομικά; Πώς γεννήθηκε αυτή η στρεβλή συνείδηση από μια θεωρία που η πεμπτουσία της είναι ακριβώς η εξάλειψη κάθε στρεβλότητας και μυστικισμού από τη σκέψη; Από την ίδια τη θεωρία δεν μπορεί να εξηγηθεί το πρόβλημα, όμως οι παράγοντες που το γεννούν αλλάζουν ουσιωδώς τη μορφή της. Και το ζητούμενο είναι ακριβώς να συνειδητοποιήσουμε που αρχίζει η στρέβλωση της θεωρίας.

Η σκέψη μου μπορεί να είναι στρεβλή μόνο επειδή η πραγματική ύπαρξη μου είναι στρεβλή. Στο μυαλό μου απλά αναπαράγω ιδεατά αυτό που βιώνω πραγματικά. Και τι σημαίνει στρεβλή ύπαρξη; Ποια είναι η ουσία της ύπαρξής μου σαν ανθρώπου; Η εργασία. Άρα αν η εργασία μου δεν έχει μετατραπεί ακόμα από ανάγκη για την επιβίωση σε ανάγκη της ζωής, στην πραγμάτωση του εαυτού μου, τότε και η ύπαρξή μου θα είναι διχασμένη, ο τρόπος που εκδηλώνω την ανθρώπινη φύση μου, που συνίσταται ακριβώς στην ελεύθερη δραστηριότητα, δε θα είναι ο πραγματικά ανθρώπινος, η αληθινή μου εκδήλωση. Αναγκαία θα γεννηθεί μια δεύτερη σφαίρα ή τουλάχιστον θα προκύψει η ανάγκη γι’ αυτήν, όπου θα πραγματώνω φανταστικά αυτό που δεν το καταφέρνω στην πραγματικότητα. Η σκέψη μου επίσης θα φέρει πάνω της αυτό το πνεύμα του διχασμού. Μια αντιφατική πραγματικότητα δεν μπορεί να αντανακλάται σε μια χωρίς εσωτερικές αντιφάσεις θεωρία. Όμως οι αντιφάσεις στο εσωτερικό της θεωρίας θα την «καταργούσαν σαν θεωρία, γι’ αυτό η θεωρία αναγκαστικά θα διασπαστεί σε ένα σύνολο επιμέρους θεωριών όπου η κάθε μία μπορεί να φτάνει μόνο έως τα όρια όπου εμφανίζονται οι αντιφάσεις της.»1 Θα ήθελα να τονίσω αυτό το σημείο γιατί εδώ προκύπτει σαφής διαφορά σε σχέση με τους κλασικούς στους οποίους δεν υπάρχει μια τέτοια διάσπαση και διακρίνονταν σε όλους τους τομείς για την καθολικότητα της αντίληψής τους. Στη βάση όμως του αναφερόμενου διχασμού η συνείδηση αναγκαστικά διαιρείται στη σφαίρα της καθημερινής και σε ανώτερες ιδεολογικές σφαίρες, η πρώτη όμως είναι αποξενωμένη από τις δεύτερες, έρμαιο προκαταλήψεων, κοινοτυπιών.

Ο διχασμένος άνθρωπος όμως θα έχει και διχασμένες αισθήσεις. Οι αισθητές παραστάσεις θα υποδηλώνουν κάτι υπεραισθητό, θα υποβιβάζονται σε απλά σύμβολα κάτι τι ασύλληπτου στην υγιή νόηση. Αλλά ο άνθρωπος είναι μια ολότητα και συνειδητοποιεί τον εαυτό του σαν ελεύθερο ον ακριβώς λόγο της ολότητας των αισθήσεών του. Η αίσθηση του ωραίου, η ικανότητα να αντιλαμβάνεσαι το «πρότυπο κάθε είδους», την ιδεατή μορφή που προσιδιάζει σ’ αυτό, ιστορικά πάντα εμφανιζόταν όταν ο άνθρωπος αγωνιζόταν για την ελευθερία του. Όπου κυριαρχεί η ασχήμια ο άνθρωπος είναι υποδουλωμένος στην ψυχή του. Η κρίση της ασχήμιας που χαρακτηρίζει την εποχή μας, τον καπιταλισμό που αγκομαχεί, δεν είναι άσχετη με την πνευματική υποδούλωση που επιχειρείται να επιβληθεί στην ανθρωπότητα. Άλλωστε όπως λέει ο Μαρξ στο καθεστώς της ατομικής ιδιοκτησίας που βασίζεται στην αποξένωση του ανθρώπου από την εργασία του, όλες οι αισθήσεις έχουν αντικατασταθεί από την απλή αλλοτρίωσή τους, την αίσθηση του έχειν. Ο φετιχισμός των κοινωνικών σχέσεων που έχει σαν βάση το φετιχιστικό χαρακτήρα του εμπορεύματος και συνίσταται στο ότι οι κοινωνικές σχέσεις εμφανίζονται σαν σχέσεις πραγμάτων και αποτελεί την πεμπτουσία των καπιταλιστικών σχέσεων, προϋποθέτει την αλλοτρίωση των αισθήσεων.

Ξεκάθαρα, η χειραφέτηση της ανθρωπότητας από τον καπιταλισμό πάει παράλληλα με την ανάκτηση από την εργατική τάξη όλου του ανθρώπινου πολιτισμού στη βάση της διαμόρφωσης ολόπλευρα αναπτυγμένων ανθρώπων. Ανθρώπων ικανών να σκέφτονται απομυστικοποιημένα την κοινωνική πραγματικότητα ακριβώς επειδή θα έχουν χειραφετήσει τις αισθήσεις τους από κάθε φετιχισμό, ανθρώπων που «δε θα είναι δούλοι του καταμερισμού της εργασίας» αλλά «γίγαντες σε δύναμη σκέψης, πάθους και χαρακτήρα, σε καθολικότητα και πολυμάθεια»2.

Από αυτή τη σκοπιά θα πρέπει να μελετάται και ο μαρξισμός, σαν μια καθολική θεωρία στη βάση της κριτικής αφομοίωσης της πνευματικής εξέλιξης που αρχίζει με τον Σπινόζα, περνάει από το διαφωτισμό, το Ρουσώ και καταλήγει στον Χέγκελ.

Θα πρότεινα να εκδοθεί μια συλλογή με έργα του σοβιετικού θεωρητικού Μιχαήλ Λίφσιτς που αναδεικνύει καλύτερα απ’ όλους το αυθεντικό αυτό πνεύμα του μαρξισμού.

Επίσης, νομίζω πως θα έπρεπε να προβληθεί το έργο του Μπαλζάκ, του Τολστόι και του Χάινε για την αισθητική αναγέννησή μας. Και θα πρότεινα να παροτρυνθούν οι νέοι να μάθουν ρώσικα.

1. Νίρι - Λέντβαϊ: Σύντομη ιστορία της φιλοσοφίας.
2. Ένγκελς: Διαλεκτική της φύσης.

 

 

ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΜΑΣ ΣΤΟΝ ΚΛΑΔΟ ΤΩΝ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΩΝ ΣΤΗ ΛΑΡΙΣΑ

του Αχιλλέα Σίμου
μέλους της ΕΠ Θεσσαλίας

 

Θέλω να αναφερθώ σε κάποια ζητήματα για τον κλάδο των καλλιτεχνών και σε παραδείγματα του τρόπου που δρούμε εκεί τα μέλη του Κόμματος, της ΚΝΕ από τη σκοπιά των σύγχρονων αναγκών που όπως θέτουν οι θέσεις αφορούν όλες τις πτυχές της ζωής λαού. Εκτιμά η ΚΕ στις θέσεις και σωστά, πως έχουμε μετρήσει βήματα σε ένα ζήτημα που από το 20ό Συνέδριο δώσαμε έμφαση, προσπαθούμε να το μπολιάζουμε στο κίνημα.

Υπάρχει μια πείρα από το παράρτημα Λάρισας του Πανελλήνιου Μουσικού Συλλόγου όπου γίνεται προσπάθεια η δράση του να μην έχει μονομέρεια αλλά να απλώνεται:

Σε όλες τις ειδικότητες στον πολιτισμό, σε πολλά είδη μουσικής και όσο γίνεται σε άλλα είδη τέχνης, σε ζητήματα δημοκρατικών δικαιωμάτων και ελευθεριών του λαού, σε βασικούς τομείς όπως Υγεία, Παιδεία, Φυσικές Καταστροφές. Γίνεται μια παρέμβαση συνολικά στους εργαζόμενους και τους ελεύθερους επαγγελματίες στη μουσική (καθώς και κλάδων ή φορέων που συνδέονται), επίσης σε νέους και νέες που δείχνουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τέτοια ζητήματα. Σε συζήτηση με εργαζόμενους μουσικούς ανοίγουν πλέον όλες οι πλευρές των εξελίξεων. Υπάρχει σύγχυση για το τι πρέπει να κάνουμε από εδώ και πέρα, τι λέει τελικά το ΚΚΕ κ.ά. Είναι φανερό πως η ΝΔ και ο ΣΥΡΙΖΑ κάνουν συστηματική δουλειά στον κλάδο, αξιοποιώντας διάφορους τρόπους, μηχανισμούς όπως ο Δήμος και η Περιφέρεια, δουλεύουν σταθερά με αυτό τον κόσμο. Θετικό δείγμα είναι πως μέλη του παραρτήματος μέσα από όλη τη δραστηριότητα που αναπτύσσεται κατανοούν ότι και το παράρτημα Λάρισας του ΠΜΣ είναι σημαντικό κομμάτι της δύναμης του Εργατικού Κέντρου ως σωματείο εργαζομένων. Παλεύει μαζί με τα υπόλοιπα εργατικά σωματεία μέσα από συζήτηση και αντιπαράθεση για το δικαίωμα στη δουλειά, τη ζωή, τη μόρφωση. Αυτός είναι ο χαρακτήρας του σωματείου, δε γίνονται μαζώξεις, π.χ., για να λύνονται θέματα Αρμονίας. Προφανώς, λόγω του αντικειμένου του κλάδου, ο ΠΜΣ παλεύει ταυτόχρονα και για την πολιτιστική ανάταση, την καλλιέργεια του λαού μας. Είναι χαρακτηριστικό το σύνθημα που δημιουργήθηκε εδώ, «ο αγώνας για την τέχνη συναντά την τέχνη του αγώνα».

Φέτος, δόθηκαν μάχες όπως σε όλη την Ελλάδα μαζί με άλλες μαζικές οργανώσεις, φοιτητές, μαθητές, εκπαιδευτικούς, υγειονομικούς, εργαζόμενους στον επισιτισμό - τουρισμό κλπ. Δεν ήταν τυχαία αλλά αναγκαία η δημιουργία του παραρτήματος τον Ιούνη του 2020. Αξιοποιήθηκαν πολλές μορφές: συλλαλητήρια, παραστάσεις διαμαρτυρίας, καλλιτεχνικά δρώμενα, Podcast του παραρτήματος, αρκετές ενημερωτικές ανακοινώσεις. Πρόσφατο είναι το μήνυμα με ηχητικό ντοκουμέντο δημοτικού τραγουδιού για τα 200 χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης. Είναι σημαντικό πως το κύρος του Συλλόγου διευρύνεται. Μόνο στη διαδικτυακή χριστουγεννιάτικη συναυλία αλληλεγγύης συμμετείχαν 62 μουσικοί, εκ των οποίων οι μισοί δεν ήταν μέλη του συλλόγου. Στο πανελλαδικό διήμερο δράσης #artattack 13-14/3 στη Λάρισα συμμετείχανε 18 συνδικαλιστικοί και πολιτιστικοί φορείς, ενώ περίπου 70 μουσικοί, χορευτές, εικονολήπτες, άλλοι αργαζόμενοι, σπουδαστές και μαθητές πραγματοποίησαν καλλιτεχνικές δράσεις σε διαφορετικές περιοχές του νομού. Παρά τη δυσκολία που υπήρχε στη συμμετοχή λόγω διάφορων παραγόντων που επέδρασσαν (πανδημία, ισχυρός σεισμός στην περιοχή, περιστατικά αστυνομικής βίας) έγινε προσαρμογή και προχώρησε το αγωνιστικό πρόγραμμα του Συλλόγου. Ενσωματώθηκε η αλληλεγγύη και οι διεκδικήσεις για το σεισμόπληκτο λαό της Λάρισας μέσα στη δραστηριότητα για το #artattack που έδωσε ώθηση (προστέθηκαν η παρέμβαση στο χτυπημένο από το σεισμό Δαμάσι Τυρνάβου, η συλλογή βοήθειας). Η περιοδεία του ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ στα σεισμόπληκτα χωριά, η σύσκεψη που πραγματοποιήθηκε με φορείς στον Τύρναβο, εμπλούτισε και πήγε ένα βήμα πιο πέρα το περιεχόμενο συνολικά της δράσης για την αντισεισμική θωράκιση. Στην προσαρμογή, που είπα παραπάνω, βοήθησε και το έδαφος που είχε στρωθεί από πολύ πριν με αντίστοιχες πρωτοβουλίες.

Ένα παράδειγμα είναι η αλληλεγγύη στους πλημμυροπαθείς Καρδίτσας - Φαρσάλων τον Οκτώβρη (π.χ. μουσική πορεία αλληλεγγύης στην Καρδίτσα).

Δεύτερο παράδειγμα η κινητοποίηση στις 26/8/20 στη Λάρισα από όλα τα μουσικά σωματεία της Θεσσαλίας που άνοιξε το δρόμο για κοινή δράση με αρκετούς φορείς της περιοχής. Πιο συγκεκριμένα, ήταν μια κινητοποίηση που πατούσε στα οξυμένα προβλήματα του κλάδου. Έγινε καθαρό εξαρχής πως κάθε σωματείο έχει το πλαίσιό του, δε γίνεται να υπάρχει συμφωνία σε όλα, αποτελούν όμως κοινή συνισταμένη τα προβλήματα επιβίωσης των μουσικών. Γιατί είναι θέμα κυβερνητικών επιλογών και όχι μιας λογικής του τύπου «Μη αγνοείτε τον πολιτισμό, υπάρχουμε και εμείς οι καλλιτέχνες» κ.ά. Επιγραμματικά τα τρία βασικά αιτήματα που ακουμπήσανε τη μεγάλη πλειοψηφία ήταν:

1) Διασφάλιση της αξιοπρεπούς διαβίωσης όλων των καλλιτεχνών με στήριξη από το κράτος. 2) Κατάργηση τέλους επιτηδεύματος και ΦΠΑ στα Δελτία Παροχής Υπηρεσιών. 3) Αποζημίωση όλων των εργαζομένων από το κράτος σε περίπτωση ακύρωσης με κρατική εντολή προγραμματισμένων εκδηλώσεων

Το συγκεκριμένο πλαίσιο έδωσε τη δυνατότητα να ενισχυθεί η κουβέντα και τα επιχειρήματα του σωματείου. Δόθηκαν απαντήσεις για αρκετές πλευρές στις κουβέντες που άνοιξαν: Υπάρχει καπιταλιστική οικονομική κρίση, θα έχει βάθος, απλά οι καλλιτέχνες είναι από τους πρώτους που δέχονται τα πλήγματα. Δεν είναι οι εργαζόμενοι καλλιτέχνες το ίδιο με τους επιχειρηματίες της διασκέδασης και του πολιτισμού, για κάποιον μικρό ιδιοκτήτη να βγούμε μαζί του στο δρόμο να διεκδικήσουμε, χωρίς όμως να πάνε πίσω ασφαλιστικά και εργασιακά δικαιώματα μουσικών. Με τα στοιχεία από τις χώρες της ΕΕ για τους μουσικούς αποδομήθηκε ένα επιχείρημα που έπαιζε στην αρχή «αυτά μόνο στην Ελλάδα γίνονται». Το μητρώο καλλιτεχνών φανερώνει άλλες επιδιώξεις τους, τις είδαμε στη Θεσσαλία με το μητρώο αγροτών. Συκοφαντούν για «μαύρη» εργασία ώστε να κρύψουν πως μια μειοψηφία καλλιτεχνών πήρε έστω και μια μορφή ενίσχυσης. Σήμερα, πιάνοντας το νήμα από εκεί, συνεχίζουμε την κουβέντα για τα 72 δισ. σε ομίλους και ΝΑΤΟϊκούς εξοπλισμούς, την καταστολή, τον περιορισμό δράσης των σωματείων, το ασφυκτικό πλαίσιο ελέγχου της Τέχνης με το άρθρο 8.

Για το φόβο που υπήρχε (μέτρα περιορισμού, πρόστιμα κλπ.) αξιοποιήθηκε το παράδειγμα του ΠΑΜΕ την 1η Μάη 2020, στη λογική ότι τα ταξικά εργατικά σωματεία μπορούν να εγγυηθούν μια κινητοποίηση σε δύσκολες συνθήκες. Ήταν ένα επιχείρημα που έδωσε πλεονέκτημα. Η σύνθεση της μαζικής κινητοποίησης που πραγματοποιήθηκε έδειχνε πως ένα μεγάλο κομμάτι μουσικών που συμμετείχαν ήταν μακριά από τη λογική του ΠΜΣ, πόσο μάλλον από τις θέσεις του ΚΚΕ, όμως κάτω από την πίεση των προβλημάτων ξεπέρασαν μηχανισμούς αστικών κομμάτων και βγήκανε μπροστά.

Η δράση που αναπτύχθηκε έχει αντίκτυπο, δημιουργήθηκαν πρωτοβουλίες καλλιτεχνών και παραρτήματα του ΠΜΣ σε όλη τη Θεσσαλία. Η δουλειά μπορεί να ανοίξει κι άλλο στο κίνημα, ταυτόχρονα με ένα μακρόπνοο σχέδιο πολύμορφων κομματικών πρωτοβουλιών.

 

 

ΝΟΜΟΣ ΤΗΣ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΑΠΟ ΑΝΘΡΩΠΟ

του Δημήτρη Ανδριανόπουλου
συνταξιούχου χημικού, Θήβα

 

1. Σκοπός: Σκοπός του παρακάτω κειμένου είναι να αποδείξουμε τον άγραφο νόμο της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο της καπιταλιστικής κοινωνίας.

 

2. Ορισμοί:

– Προλετάριος: είναι ο άνθρωπος που ζει πουλώντας την εργατική του δύναμη (χειρωνακτική η πνευματική).

– Εργατική δύναμη: είναι η άυλη προσθήκη του ανθρώπου στα διάφορα αντικείμενα.

– Αξία ανταλλαγής: είναι η ποσότητα της εργατικής δύναμης που εμπεριέχεται στα διάφορα αγαθά και ισούται με την τιμή πώλησης.

– Ποσότητα εργατικής δύναμης: είναι οι ώρες εργασίας.

 

3. Μαθηματική μορφή του υπό εξέταση νόμου της εκμετάλλευσης, η αλγεβρική μορφή του νόμου αυτού είναι: Χ/Η=Κ/Τ=>Χ=Η Κ/Τ (1)

όπου Χ είναι οι ώρες που αφαιρεί (κλέβει) ο επιχειρηματίας από τον προλετάριο

όπου Κ είναι το κέρδος του επιχειρηματία

όπου Τ είναι η τιμή πώλησης του παραγόμενου προϊόντος

όπου Η είναι οι ώρες εργασίας που απαιτούνται για την παραγωγή αυτού του προϊόντος.

Παράδειγμα: Έστω ότι ένα προϊόν για να παραχθεί απαιτούνται Η=8 ώρες εργασίας και η τιμή πώλησής τους είναι Τ=160 ευρώ. Τότε εάν το κέρδος του καπιταλιστή είναι Κ=60 ευρώ, η κλοπή ανέρχεται στις:

Χ=8 60/160=480/160=3 ώρες

δηλ. αντί να πληρωθεί ο προλετάριος για 8 ώρες, πληρώνεται για 8-3=5 ώρες. Έτσι με τον τρόπο αυτό οι πλούσιοι γίνονται πλουσιότεροι.

 

4. Απόδειξη του τύπου (1):

Για να αποδείξουμε τον παραπάνω τύπο πρέπει να σχεδιάσουμε και να εκτελέσουμε λογικά ένα πείραμα. Το λογικό μας πείραμα είναι το εξής: Έστω ότι θέλουμε να κατασκευάσουμε ένα σιδερένιο τραπέζι. Τα στάδια κατασκευής θα είναι: εξόρυξη - καθαρισμός - ρευστοποίηση - μορφοποίηση - ψύξη - τραπέζι. Σε όλη αυτή τη διαδικασία κατασκευής έγινε μια άυλη προσθήκη, που σύμφωνα με τον ορισμό ονομάζεται εργατική δύναμη. Η μορφή επομένως του σιδήρου άλλαξε, από άμορφη μάζα που ήταν, σε τραπέζι, επειδή του προστέθηκε μόνο εργατική δύναμη.

Η ποσότητα της εργατικής δύναμης είναι οι απαραίτητες ώρες εργασίας για την κατασκευή του τραπεζιού. Τελικά επιβεβαιώνεται εδώ ότι το τραπέζι αποτελείται από δύο μέρη: α] α΄ ύλη σίδηρο και β] ποσότητα εργατικής δύναμης.

Η α΄ ύλη σίδηρος είναι προϊόν της φύσης και παρέχεται δωρεάν (κόστος μηδέν). Η ποσότητα της εργατικής δύναμης είναι οι ώρες εργασίας. Η αξία συνεπώς ανταλλαγής (τιμή πώλησης) οφείλεται μόνο στην ποσότητα της εργατικής δύναμης που εμπεριέχεται στο τραπέζι. Όλα τα αγαθά αποκτούν αξία ανταλλαγής ή χρήσης τότε και μόνο τότε, όταν προστίθεται σε αυτά εργατική δύναμη. Η αξία τους είναι σε ευθεία αναλογία προς την ποσότητα της δύναμης αυτής. Π.χ. ένα κομμάτι πέτρας από τον πλανήτη Άρη κοστίζει εκατομμύρια ευρώ, ενώ στη γη μηδέν. Τούτο οφείλεται στις πάρα πολλές εργατοώρες που καταναλώθηκαν για να φθάσει το κομμάτι αυτό στη γη. Το ίδιο ισχύει και για τα διαμάντια (απαιτούνται πολλές ώρες για να βρεθούν). Όταν λοιπόν γίνεται κάποια ανταλλαγή, ανταλλάσσονται μόνο οι ποσότητες της εργατικής δύναμης (ώρες εργασίας).

Συμπέρασμα: Από τα παραπάνω συμπεραίνεται ότι εάν βρισκόμαστε σε μια σφαίρα οικονομίας που η ανταλλαγή των αγαθών γινόταν με ίσες αξίες (ποσότητες εργατικής δύναμης) κανένας δεν μπορούσε να γίνει πλούσιος.

Για να υπάρχουν όμως στην καπιταλιστική κοινωνία πλούσιοι και φτωχοί, συνεπάγεται ότι κάποιοι καταφέρνουν να δίνουν κατά την ανταλλαγή λιγότερες ώρες εργασίας και να παίρνουν περισσότερες. Η διαφορά αυτή είναι το περιβόητο κέρδος των επιχειρηματιών. Κέρδος συνεπώς σημαίνει κλοπή. Η τάξη που αφαιρεί (πιο καθαρά: κλέβει) ώρες εργασίας είναι οι επιχειρηματίες.

Έστω τώρα ότι (α) είναι η τιμή ανά ώρα εργασίας σε ευρώ, τότε θα έχουμε Χα=Κ (2) και Ηα=Τ (3), διαιρούμε κατά μέλη την (2) και (3) οπότε προκύπτει:

Χα/Ηα=Κ/Τ=>Χ/Η=Κ/Τ=>Χ=ΗΚ/Τ (1)

 

Τελικά συμπεράσματα:

1] Όποιος έχει καπιταλιστική πηγή (επιχείρηση) και απασχολεί έστω και έναν προλετάριο είναι εκμεταλλευτής (πιο ξάστερα: κλέφτης).

2] Όλος ο πλούτος των επιχειρηματιών είναι μια υποχθόνια εξαπάτηση (κλοπή) της ζωής των προλετάριων. Οι προλετάριοι πρέπει να μάθουν ότι αυτός ο πλούτος είναι δικός τους και όχι των αστών.

 

 

ΜΙΑ ΠΕΙΡΑ ΑΠΌ ΤΗ ΔΟΥΛΕΙΑ ΤΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ ΣΕ ΜΕΓΑΛΟ ΜΟΝΟΠΩΛΙΑΚΟ ΟΜΙΛΟ

του Π.

 

Το 21ο Συνέδριο του Κόμματός μας πραγματοποιείται μέσα σε πολύ δύσκολες συνθήκες. Στα πλαίσια του προσυνεδριακού διαλόγου, θα ήθελα να φέρω μια πείρα από τη δουλειά των δυνάμεών μας που δρουν σε μεγάλο όμιλο στρατηγικής σημασίας, κυρίως από το πώς δουλέψαμε καθοδηγητικά από τη σκοπιά της ΤΕ, ώστε να μπορέσουν να εκφραστούν βήματα κάτω από δύσκολες συνθήκες.

Τα προηγούμενα χρόνια αντιμετωπίζαμε δυσκολίες στο πώς θα δράσουμε, πώς θα ανοίξουμε τη δουλειά μας στο χώρο. Η γενική δουλειά δε βοηθούσε, καθώς δεν μπορεί να αντιγράφεται από χώρο σε χώρο, χωρίς να παίρνουμε υπόψη τις ιδιαιτερότητες του κάθε εργοστασίου.

Πώς κωδικοποιούνται ορισμένες από τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουμε:

1. Το μέγεθος του ομίλου, που διαρθρώνεται σε διάφορους κλάδους με πολλά εργοστάσια και χιλιάδες εργαζόμενους, καθώς και η θέση του στην ελληνική καπιταλιστική οικονομία, δημιουργεί στους εργάτες ένα αίσθημα «ασφάλειας», ότι δεν κινδυνεύουν να μείνουν χωρίς δουλειά, ακούμε συχνά τις απόψεις ότι «εδώ είναι καλύτερα από άλλα εργοστάσια», «ο μισθός είναι καλύτερος» κλπ.

2. Η παραπάνω θέση του ομίλου ορίζει και τη σχέση του με την κεντρική εξουσία, την τοπική διοίκηση, φορείς του αστικού κράτους, εκπαιδευτικά ιδρύματα, Εργατικά Κέντρα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Μόνο στον τομέα της ονομαζόμενης «κοινωνικής εταιρικής ευθύνης» αναπτύσσει μια πολυπλόκαμη δραστηριότητα με σοβαρή επίδραση τόσο στους εργαζόμενους όσο και στους κατοίκους της ευρύτερων περιοχών που δραστηριοποιείται, φτιάχνοντας το προφίλ του «ευεργέτη», π.χ. με τις χορηγίες διάφορων τομέων και υπηρεσιών που έχουν σχέση με την καθημερινή ζωή εργατικών-λαϊκών στρωμάτων και σκοπίμως υποβαθμίζονται-υποστελεχώνονται από τις εκάστοτε κυβερνήσεις.

3. Οι συνθήκες εργασίας και η εντατικοποίηση ανάλογα με το πόστο και το βαθμό αυτοματοποίησης, οι αμοιβές με βάση τις διάφορες σχέσεις εργασίας που υπάρχουν («μόνιμοι», πολλές «εργολαβίες» κ.ά.) παίζουν ιδιαίτερο ρόλο στην όχι ενιαία στάση των εργαζομένων απέναντι σε διάφορα ζητήματα. Για παράδειγμα, ακούμε από κάποιους ότι «δεν υπάρχει εντατικοποίηση, κάθομαι στο καμαράκι με τον καφέ και το κολατσιό μου και πατάω κουμπιά».

4.Τα συνεχή σεμινάρια για την υγιεινή και ασφάλεια από την πλευρά της εργοδοσίας, η σχετική αυστηρότητα που δείχνει στην τήρηση των Μέτρων Ατομικής Προστασίας που παρέχει καθώς και τα μέτρα που πήρε μέσα στην πανδημία σε σύγκριση με άλλους χώρους, βεβαίως δεν αποτρέπουν τα σχεδόν καθημερινά εργατικά «ατυχήματα» (ακόμα και θανατηφόρα) ή τη μεγάλη διασπορά του κορονοϊού, δημιουργεί όμως την αντίληψη που αποδέχεται μεγάλο τμήμα ότι «για το 99% των ατυχημάτων φταίνε οι εργαζόμενοι».

5. Τέλος, η παντελής έλλειψη συνδικαλιστικής οργάνωσης, που ουσιαστικά απαγορεύεται, οι απολύσεις χωρίς δεύτερη κουβέντα όσων κατά καιρούς προσπάθησαν να εκφραστούν συλλογικά, καθώς και το γεγονός ότι οι εργαζόμενοι μένουν σε πολλούς διαφορετικούς νομούς και πόλεις, είναι στοιχεία που δυσκολεύουν πρακτικά την παρέμβασή μας.

Αυτές ήταν ορισμένες πλευρές που μελέτησε καλύτερα η ΤΕ ώστε να μπορέσει να πάρει όλα τα απαραίτητα μέτρα (οργανωτικά, πολιτικά, καθοδηγητικά), να ξεκινήσει μια δουλειά που, σταδιακά, μπορεί να γίνει κτήμα όλων των δυνάμεων, μέσα κι έξω από το χώρο.

Τα μέτρα που πήρε το καθοδηγητικό όργανο είχαν σαν αποτέλεσμα να εκφραστούν ορισμένα βήματα που συνοψίζονται στα εξής:

1. Η λειτουργία ενός πρωτοπόρου πυρήνα εργαζομένων βελτιώθηκε σημαντικά και διά ζώσης, παρά τις δυσκολίες που βάζουν οι αντικειμενικές συνθήκες (βάρδιες, διαφορετικοί τόποι κατοικίας κλπ.), πράγμα που εξασφαλίστηκε ακόμα και στην ιδιαίτερη κατάσταση που διαμόρφωσε η πανδημία με τις απαγορεύσεις κυκλοφορίας από δήμο σε δήμο και από νομό σε νομό. Όλα αυτά μας ανάγκασαν να «εφεύρουμε» τρόπους και ξεπεράστηκαν με την αυταπάρνηση των πρωτοπόρων. Το ίδιο επιδιώξαμε –και σε ένα βαθμό το καταφέραμε– και με άλλους εργαζόμενους που κουβεντιάζουμε, παίρνοντας υπόψη ότι μέσα στο χώρο δουλειάς οι συζητήσεις που μπορούν να αναπτυχθούν είναι ελάχιστες. Πεισμώσαμε να εξασφαλίσουμε την επαφή μαζί τους με τον Ριζοσπάστη, να πηγαίνουμε «για περπάτημα», «για ψώνια», «φαρμακείο», για να βρεθούμε έστω μισή ώρα μαζί τους.

2. Οι συναντήσεις μας ήταν καλά προετοιμασμένες και με στοχευμένο περιεχόμενο γιατί είχαμε καλή εικόνα του χώρου. Αυτό ενισχύθηκε περισσότερο καθώς η ΤΕ πήρε μέτρα ώστε να κουβεντιάζονται όλα τα ζητήματα που άνοιγε το Κόμμα στην περιοχή (π.χ. Υγεία), ανεξάρτητα από το βαθμό που είχαμε συμμετοχή στη μαζική πολιτική ή συνδικαλιστική δράση. Δόθηκε ιδιαίτερο βάρος στην ιδεολογικοπολιτική θωράκιση των πρωτοπόρων κομμουνιστών του εργοστασιακού πυρήνα και δεν υπήρξε καμία «έκπτωση» στην υλοποίηση των ιδεολογικών μαθημάτων, τη συζήτηση άρθρων της ΚΟΜΕΠ κλπ. Αυτό γέννησε στους συντρόφους την ανάγκη να γίνουν σχεδόν όλοι συνδρομητές στο Ριζοσπάστη, την 
ΚΟΜΕΠ και τη Σύγχρονη Εποχή.

3. Τα παραπάνω μας βοήθησαν να βγούμε πιο θαρρετά στους συναδέλφους, έχοντας μια πιο καθαρή εικόνα του χώρου με περισσότερη επιχειρηματολογία σε ζητήματα που προβλημάτιζαν τους ίδιους. Με τη σωστή λειτουργία καταφέραμε να έχουμε συνεχή ενημέρωση για το τι γίνεται μέσα στο εργοστάσιο, να βλέπουμε τι προβληματίζει. Έτσι ξεπερνιόντουσαν πρακτικές δυσκολίες και άνοιγαν χώρο στις κουβέντες να εμβαθύνουμε περισσότερο. Καταφέραμε καλύτερα να συνδέσουμε στις κουβέντες μας τα εργασιακά ζητήματα με τις εξελίξεις στην οικονομία αλλά και άλλα πολιτικά ζητήματα της επικαιρότητας όπως ο πόλεμος, η υγεία κ.ά.

4. Η συνδυασμένη δουλειά μέσα κι έξω από το χώρο απέδειξε ότι οι τρόποι παρέμβασης μπορεί να είναι πολλοί. Για παράδειγμα, όταν πρόκυπταν ζητήματα στο χώρο δουλειάς (π.χ. εργατικά «ατυχήματα», εντατικοποίηση, δουλειά την Πρωτομαγιά κ.ά.), έγκαιρα βγάζαμε ανακοίνωση η οποία πάταγε στο χώρο και έπιανε τον παλμό των εργαζομένων. Αντίστοιχα, οι συχνές εξορμήσεις της ΤΕ στο χώρο, είτε με τις στοχευμένες ανακοινώσεις είτε με τις κεντρικότερες, βοηθούσαν τους συντρόφους στη δουλειά τους μέσα. Ταυτόχρονα, όταν η δουλειά στον όμιλο έγινε υπόθεση όλης της κομματικής οργάνωσης, δηλαδή ενεπλάκησαν κλαδικές και εδαφικές ΚΟΒ, αποδείχτηκε ότι μπορούν να υπάρξουν βήματα στην οικοδόμηση του Κόμματος.

Τα παραπάνω οπωσδήποτε δεν είναι ολοκληρωμένα βήματα. Όμως δείχνουν το δρόμο που πρέπει το καθοδηγητικό όργανο να ακολουθήσει και να βελτιώσει ακόμα παραπέρα. Αποδεικνύουν ότι υπάρχει δυνατότητα να αναπτυχθούμε κάτω και από τις πιο δύσκολες συνθήκες, σε χώρους κρίσιμους και στρατηγικής σημασίας που θα έχουν το δικό τους σημαντικό μερτικό στην πορεία της ταξικής πάλης σήμερα και αύριο. Με επαναστατική υπομονή αλλά και διαρκή ανησυχία και επιμονή, βασάνισμα και μέθοδο για να γινόμαστε διαρκώς πιο ικανοί, για να χτίσουμε το Κόμμα εκεί που χτυπάει η καρδιά της εργατικής τάξης, στα μεγάλα εργοστάσια και χώρους δουλειάς.

 

 

ΣΚΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΩΝ ΘΕΣΕΩΝ

του Αλέκου Χατζηκώστα
μέλους ΚΟΒ Βέροιας

«Στους αστόχαστους που ποτέ δεν αμφιβάλλουν
συνταιριάζουν οι στοχαστικοί που ποτέ δεν δρουν»

Μ. Μπρεχτ

 

1. Χρειάζεται μεγαλύτερη-βαθύτερη ενασχόληση με το ζήτημα της καταλυτικής επίδρασης της πανδημίας σε όλα τα επίπεδα της κοινωνικής-οικονομικής και πολιτικής ζωής στη χώρα μας αλλά και σε παγκόσμιο επίπεδο. Η λεγόμενη «μετα-πανδημίας εποχή» σε επίπεδο ανάλυσης-πρόβλεψης-εκτιμήσεων, στη βάση και το εποικοδόμημα, θα μπορούσε ν’ αποτελέσει ξεχωριστό κεφάλαιο των αποφάσεων του 21ου Συνεδρίου. Ιδιαίτερα να βαθαίνουμε σε πλευρές επίδρασής της (άμεσα αλλά και μακροπρόθεσμα) στη διαμόρφωση της κοινωνικής συνείδησης όπως π.χ. επιπτώσεις της λεγόμενης «κοινωνικής αποστασιοποίησης», επίδρασης της τηλεργασίας, γενίκευσης της ψηφιοποίησης κ.ά. Το προβλεπόμενο «αποτύπωμα» θα είναι πολύ μεγάλο και απ’ αυτή την άποψη θα παίξει ιδιαίτερο ρόλο στις κοινωνικές-πολιτικές εξελίξεις το επόμενο διάστημα για τις οποίες και θα πρέπει να προετοιμαζόμαστε.

2. Η αναγκαία διαρκής ενασχόλησή μας με την πολύπλοκη - αντιφατική κατάσταση σε παγκόσμιο επίπεδο, η παρακολούθηση των αντιθέσεων στο σύγχρονο κόσμο προφανώς και δεν γίνεται απλά για να καταλήγουμε σε πολυσέλιδα κείμενα που συχνά δεν μελετούνται επαρκώς ή και δεν αξιοποιούνται δημιουργικά στην καθημερινή μας δράση. Ούτε φυσικά για να «διαλέξουμε στρατόπεδο» (όπως γίνεται δυστυχώς με άλλα ΚΚ) αλλά για να μπορέσουμε όχι μόνο να αναδείξουμε μέσα απ’ αυτές τις ασυμφιλίωτες αντιθέσεις την αναγκαιότητα - ρεαλιστικότατα του σοσιαλισμού, αλλά κυρίως για να χαράξουμε το δρόμο διαλεκτικής-επαναστατικής τους υπέρβασης, αναζητώντας πάντα τον «αδύνατο κρίκο» σε κάθε «ιστορική στιγμή».

Στη σημερινή πραγματικότητα –σχηματικά– οι αντικειμενικές συνθήκες για την κοινωνική επανάσταση έχουν ωριμάσει παραπέρα, σε αντίθεση με τις υποκειμενικές που έχουν κάνει και άλλα βήματα προς τα πίσω. Χρειάζεται επομένως αντοχή, ατσάλωμα, καθημερινή μυρμηγκίσια δουλειά με στόχο τη διαμόρφωση των υποκειμενικών προϋποθέσεων για την ανατροπή της και ας φαντάζει για τους πολλούς σήμερα ως «ουτοπία».

Ταυτόχρονα αποδεικνύεται ότι εδώ δεν αρκούν μόνο οι εμπειρίες του παρελθόντος από «τη έφοδο στον ουρανό» αλλά χρειάζεται διαλεκτική ανάπτυξη της θεωρίας μας σε συνέχεια αλλά όπου χρειάζεται και σε τομή με το παρελθόν αυτό. Το παράδειγμα του ΛΕΝΙΝ σε σχέση με την αντιμετώπιση της ιστορικής κληρονομιάς της Β΄ Διεθνούς είναι πολύτιμο για το παγκόσμιο κομμουνιστικό κίνημα. Το οποίο θα πρέπει να μπει σε μία διαδικασία ουσιαστικής - συντροφικής - ανοικτής συζήτησης, κριτικής - αυτοκριτικής για όλα, πέρα από «τυπικότητες», «αυτάρκειες» ή «ηγεμονισμούς». Η επίδραση της πίεσης του ταξικού αντίπαλου δεν εκφράζεται μόνο με υποχώρηση και συμβιβασμό (δεξιός οπορτουνισμός), αλλά και με «φυγή προς τα εμπρός» (αριστερός οπορτουνισμός - σεχταρισμός).

«Τα επαναστατικά κόμματα πρέπει να συμπληρώσουν τη μόρφωσή τους. Έμαθαν να επιτίθενται. Τώρα είναι απαραίτητο να καταλάβουν ότι αυτή την επιστήμη είναι ανάγκη να τη συμπληρώσουν με την επιστήμη του πώς να υποχωρούν πιο κανονικά. Είναι απαραίτητο να καταλάβουμε –και η επαναστατική τάξη με την ίδια της την πικρή πείρα μαθαίνει να το καταλαβαίνει– ότι δεν μπορούσε να νικήσουμε αν δε μάθουμε να επιτιθόμαστε κανονικά και να υποχωρούμε κανονικά… Και το πέτυχαν αυτό οι μπολσεβίκοι μόνο και μόνο γιατί ξεσκέπασαν αμείλιχτα και πέταξαν έξω από τις γραμμές τους, τους επαναστάτες της φράσης, που δεν ήθελαν να καταλάβουν ότι έπρεπε να υποχωρήσουμε, ότι έπρεπε να μάθουμε να υποχωρούμε, ότι έπρεπε οπωσδήποτε να μάθουμε να δουλεύουμε νόμιμα και στα πιο αντιδραστικά κοινοβούλια, στις πιο αντιδραστικές συνδικαλιστικές, συνεταιριστικές, ασφαλιστικές και άλλες παρόμοιες οργανώσεις…» (ΛΕΝΙΝ: Αριστερισμός).

3. Θα πρέπει να σκύψουμε μελετητικά-επιστημονικά περισσότερο στην πραγματικότητα σε μια σειρά χώρες, γιατί δεν αρκούν οι «εύκολες» απαντήσεις. Για παράδειγμα οι ιδιομορφίες της καπιταλιστικής εξέλιξης στην Κίνα. Το ενδεχόμενο δηλαδή μέχρι το επόμενο συνέδριο να οδηγεί την κούρσα της ανθρωπότητας (κορυφή ιμπεριαλιστικής πυραμίδας) μία χώρα:

– που διαθέτει κεντρικό σχεδιασμό και σημαντικό κρατικό τομέα οικονομίας

– που στο πολιτικό εποικοδόμημα το «κουμάντο» κάνει ένα πολυάριθμο «Κομμουνιστικό κόμμα» που διακηρύττει τη πίστη του «στο σοσιαλισμό της αγοράς»…

– που έχει προσφέρει στο λαό της άλματα στο βιοτικό του επίπεδο σε σχέση με το παρελθόν (αλλά και ταυτόχρονα το μεγάλωμα της απόστασης πλούσιων-φτωχών, ταξική διαφοροποίηση-αντιθέσεις)

– που στο εσωτερικό του η ταξική πάλη δεν διεξάγεται ακόμη (;) με τους συνήθεις όρους που γνωρίζουμε σε άλλες καπιταλιστικές χώρες. Μία χώρα που αντιμετώπισε αποφασιστικά την πανδημία.

Να ασχοληθούμε περισσότερο με την Κούβα (και μετά το 8ο κομματικό συνέδριο και τις αποφάσεις του) που αποτελεί διπλό παράδειγμα:

Ως η μόνη ουσιαστικά χώρα που κράτησε όρθια με τεράστιες δυσκολίες τη σημαία της επανάστασης εδώ και 3 δεκαετίες από τη διάλυση του σοσιαλιστικού στρατοπέδου.

Ως παράδειγμα των δυσκολιών που υπάρχουν στη «μοναξιά» αυτή και που εκφράζονται με επώδυνες και όχι πάντα αναγκαίες υποχωρήσεις.

Μία χώρα που αντιμετώπισε αποφασιστικά την πανδημία, δίνοντας μάλιστα και διεθνιστική βοήθεια σε άλλες χώρες του κόσμου και που δεν θα πρέπει καθόλου να υποτιμήσουμε.

4. Το ζήτημα των επιδιώξεων της άρχουσας τάξης της χώρας για αναβάθμιση του ρόλου της δένεται και με την προσπάθειά της για εξασφάλιση «συμμάχων» από το εξωτερικό ώστε να «θωρακίζεται» περισσότερο η οικονομική-πολιτική κυριαρχία της στο εσωτερικό, μέσω δηλαδή διεθνών στηριγμάτων απέναντι στον «εχθρό λαό». Ας πάρουμε το παράδειγμα της «στρατηγικής συμφωνίας με τις ΗΠΑ» που έχει και ως αποτέλεσμα το «φύτεμα» βάσεων σε ολόκληρη τη χώρα. Να λογιστούν και ως αποτρεπτικοί παράγοντες (αυτό έδειξε και η διεθνής πείρα) σε κάθε προσπάθεια διαφορετικής πορείας για τη χώρα μας. Επομένως υπάρχει άμεση ανάγκη η πάλη για την απομάκρυνση τους –μαζί με τη γενικότερη πάλη για απεμπλοκή από τις ιμπεριαλιστικές ενώσεις– να φτάσει τα επίπεδα παλιότερων δεκαετιών, ως κρίκος προώθησης της γενικότερης στρατηγικής μας.

5. Σωστά διαπιστώνουμε (θ.40) ότι «...Η πάλη απέναντι στην κρατική καταστολή ... πρέπει να μπει στην προμετωπίδα της πάλης του εργατικού κινήματος και της κοινωνικής συμμαχίας...». Η εμπειρία του τελευταίου διαστήματος και των αγώνων που αναπτύχθηκαν δείχνουν τη λαϊκή οργή που φουντώνει, τις διαθέσεις που υπάρχουν, την προσπάθεια π.χ. του ΣΥΡΙΖΑ να εμφανιστεί ως ο «σημαιοφόρος των δημοκρατικών ελευθεριών», αλλά και τις αδύνατες πλευρές και τους κινδύνους αν αφεθεί στο «αυθόρμητο», αν αποσυνδεθεί από το πραγματικό αίτιο («ιμπεριαλισμός=αντίδραση σε όλη τη γραμμή») που το δημιουργεί. Θέλει μαστοριά και φυσικά όχι υποτίμηση, ώστε ο αγώνας αυτός με το δικό μας πρωτοστάτημα να αποτελέσει κρίκο ωρίμανσης του υποκειμενικού παράγοντα και να μην τελικά μετατραπεί απλά σε «πότισμα ξένης γλάστρας» ή να «ξεφουσκώσει»…

 

 

ΓΙΑ ΤΙΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ

του Παναγιώτη Γεωργιάδη
πανεπιστημιακού

 

Κατ’ αρχάς μια γενική επισήμανση. Θεωρώ ότι αυτό το τεύχος περιέχει την καρδιά των Θέσεων γύρω από τις οποίες έπρεπε να ακολουθήσουν και οι υπόλοιπες Θέσεις με την ανάλογη διάταξη. Θεωρώ ότι το τεύχος αυτό είναι σημαντικό και ότι η βασική του έλλειψη είναι ότι δεν καταλήγει σε συμπεράσματα, τα οποία θα ήταν πολύ χρήσιμα τόσο ως κριτήριο επαλήθευσης των επεξεργασιών του Κόμματος όσο και για την ανάπτυξη της πολιτικής του δράσης σε κάθε επίπεδο. Μοιραία αποκτά έναν λίγο-πολύ περιγραφικό χαρακτήρα, όπως, άλλωστε, και οι άλλες Θέσεις.

Στη Θέση 2 αναφέρεται ο «σχετικός συγχρονισμός» της οικονομικής κρίσης του 2020. Θυμίζω πως για την οικονομική κρίση του 2008 μιλάγαμε για «συγχρονισμένη κρίση», όμως, και εκείνη η κρίση δεν περιλάμβανε την Κίνα, που, τότε, ήταν η χώρα που δεν σημείωσε αρνητικό ΑΕΠ, όπως και στην τωρινή κρίση.

Κατ’ επέκταση η ερμηνεία της οικονομικής κρίσης του 2008 θα έπρεπε να είναι διαφορετική, όταν από τις δύο «οικονομικές υπερδυνάμεις» της παγκόσμιας οικονομίας, η μία δεν είναι σε κρίση, αλλά σημειώνει επιβράδυνση (που δεν είναι έννοια ταυτόσημη με την κρίση) στους αναπτυξιακούς της ρυθμούς, γεγονός που εξηγείται από την επίδραση που δέχθηκε η οικονομία της, λόγω της κρίσης των καπιταλιστικών χωρών.

Δηλαδή, να αναζητηθεί η αντοχή της οικονομίας της Κίνας πρωταρχικά στη δομή της και τη διάρθρωσή της. Πολύ περισσότερο αυτό ισχύει για τη σημερινή οικονομική κατάσταση της Κίνας, η οποία ξεπέρασε πολύ πιο γρήγορα, σε σχέση με άλλες χώρες, τις δυσκολίες από την επίδραση της επιδημίας του κορωναϊού, η οποία επέστρεψε σε υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, πράγμα που σημαίνει ότι εάν συνεχίσει με τους ίδιους ρυθμούς, τότε θα ξεπεράσει τις ΗΠΑ μέχρι το 2028-30 και στο nominal ΑΕΠ, όπως σημειώνουν και διεθνείς καπιταλιστικοί οργανισμοί.

Τα παραπάνω επιβάλλουν να μελετηθεί πολύ επιμελώς η οικονομική συγκρότηση της Κίνας, πράγμα που μας λείπει, γιατί θα ξεκαθαρίσουν και άλλες παράγωγες πλευρές που την αφορούν. Θα έχουμε, συνεπώς, τη δυνατότητα να αποτυπώσουμε με σαφήνεια και στην πραγματική τους διάσταση τις διεθνείς αντιθέσεις, το χαρακτήρα τους, τις οικονομικές πολιτικές, τις στρατηγικές επιδιώξεις της κάθε χώρας, να μη φαίνονται αυτές οι αντιθέσεις με την απλοποιημένη, για να μην πω την απλοϊκή μορφή της οικονομικής κούρσας, για το ποιος θα διατηρήσει την οικονομική πρωτοκαθεδρία ή θα την κατακτήσει, γεγονός που συμπλέει και με άλλες πλευρές της ανάπτυξης μιας χώρας ή ομάδας χωρών, όπως στρατιωτικές, πολιτικές, διπλωματικές, διακρατικές συμμαχίες κλπ.

Σ’ ό,τι αφορά την ελληνική οικονομία, η Θέση 24 αναφέρει ότι αυτή «χαρακτηρίζεται από εναλλαγές», από μία «“αργόσυρτη” ανάπτυξη». Στη συνέχεια ήρθε η «επιβράδυνση», η οποία «μετεξελίχθηκε … σε νέα βαθιά καπιταλιστική κρίση», ενώ, για την εκτίμηση αυτή η Θέση 24 περιορίζεται στο χρονικό διάστημα 2017-19.

Το σωστότερο θα ήταν να πάρουμε υπόψη μια άλλη, μεγαλύτερη αναπτυξιακή χρονοσειρά, π.χ. από το 1980. Τότε θα διαπιστώναμε ότι ο μέσος αναπτυξιακός ρυθμός της χώρας μας κινείται γενικά γύρω από το 0,7%. Συνολικά η ανάπτυξη στο χρονικό διάστημα 1980-2020 ήταν 26,3%, ενώ για το χρονικό διάστημα 2001-20 ο μέσος ρυθμός ανάπτυξης είναι -0,3% και έχουμε μείωση του ΑΕΠ κατά 10,9% (οι υπολογισμοί έγιναν σε σταθερές τιμές του 2015).

Το συμπέρασμα είναι σαφές: Η οικονομική κατάσταση της χώρας μας έχει επιδεινωθεί και ότι αυτή η επιδείνωση έχει να κάνει κύρια με την ένταξη της χώρας μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στο ευρώ, ενώ αντανακλάται στην παραγωγική της βάση, στη διάρθρωσή της. Το γεγονός αυτό αποτελεί μια στρατηγική ήττα για την αστική τάξη της χώρας μας και μια ιστορική αποτυχία, που έχει την ανάλογη πολιτική σημασία και που σαφώς πρέπει να εκλαϊκεύεται πολύ συστηματικά και επίμονα. Πράγμα που νομίζω ότι δεν γίνεται.

Η αστική τάξη αντιλαμβάνεται αυτήν την πραγματικότητα, ανεξάρτητα από τις ονειρικές της προσδοκίες που καλλιεργεί για τη διεθνή της αναβάθμιση και ίσως τις πιστεύει. Στο πλαίσιο αυτής της κατάστασης έχει επανέλθει η συζήτηση για την «παραγωγική ανασυγκρότηση» της χώρας. Συζήτηση που, δεν είναι τυχαίο, αναδεικνύει και τις αντιθέσεις που υπάρχουν στην αστική τάξη και που η Θέση 27 τη γενικεύει (αυτή τη συζήτηση) και την επεκτείνει τόσο στην Ευρωπαϊκή Ένωση όσο και στις ΗΠΑ.

Αν, όμως, αυτή η συζήτηση αφορά κύρια τη «χούφτα» των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων μπροστά στις δυσκολίες που συναντούν, τις ΗΠΑ, τη Γερμανία, τη Γαλλία, την Ιταλία, την Ιαπωνία κ.ά., ως προς το διεθνή ανταγωνισμό τους με την Κίνα, την ίδια στιγμή αφορά και τη χώρα μας. Είναι ένα πραγματικό πρόβλημα, που πρέπει να ενδιαφέρει και το Κόμμα μας, γιατί ενδιαφέρει το γεγονός το τι θα κληρονομήσει η Λαϊκή Εξουσία ως προς την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και τον προσανατολισμό τους.

Ένα Κομμουνιστικό Κόμμα δεν μπορεί να δίνει μονόπλευρα σημασία στις σχέσεις παραγωγής, στην αλλαγή τους. Πρέπει να ενδιαφέρεται και για τις παραγωγικές δυνάμεις. Πολύ περισσότερο που οι στρατηγικές επιλογές της αστικής τάξης έχουν αποτύχει και η συμμετοχή της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν έφερε καμία αναβάθμιση της οικονομίας της. Είχε ακριβώς τα αντίθετα αποτελέσματα. Η παραγωγική βάση της μπήκε σε προϊούσα φθορά.

Η συμμετοχή του τουριστικού κλάδου στο ΑΕΠ υπολογίζεται σε πάνω από 20%. Η χώρα μας πρακτικά έχει μετατραπεί σε μια τουριστική οικονομία, που θεωρείται πλέον η «βαριά βιομηχανία» της. Η παλιά πρόβλεψη του Κόμματος, που χρονολογείται από τα τέλη της δεκαετίας του ’50, ότι η χώρα μας θα μετατραπεί σε «χώρα γκαρσονιών» και ότι θα χάσει από τη βιομηχανία της και την παραγωγική της βάση, με έναν τρόπο έχει επαληθευτεί. Και τι επίκειται; Ο Αστικός Τύπος κάνει λόγο για τα επικείμενα μαζικά ξεπουλήματα ξενοδοχειακών μονάδων!

Δεν πρέπει να ξεχνάμε, επίσης, ότι ένα σημαντικό ποσοστό της ανεργίας αφορά εργαζόμενους με υψηλή ειδίκευση στις νέες τεχνολογίες. Πράγμα που σημαίνει ότι και τα όρια σ’ αυτόν τον τομέα της οικονομίας δεν καθορίζονται από τη χώρα μας. Και εδώ υπάρχει μια αντίστοιχη δυσκολία.

Το ερώτημα παραμένει. Σε ποια αναβάθμιση μπορεί να ελπίζει η αστική τάξη; Η απάντηση περιέχεται στη μέχρι τώρα πορεία της οικονομίας της χώρας μας. Και ακριβώς αυτό το γεγονός καθορίζει και την αμεσότητα της διεκδίκησης για την αποχώρηση της χώρας μας από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Παραμένει, όμως, και το ζήτημα των παραγωγικών δυνάμεων. Και αυτό το ζήτημα πρέπει και μπορεί να αποτελέσει σημαντικό άξονα της πολιτικής πρότασης του Κόμματος. Η συζήτηση αυτή δεν μπορεί να αφεθεί στις άλλες πολιτικές δυνάμεις ή στο πλαίσιο του καταμερισμού μεταξύ των τμημάτων της αστικής τάξης.

Το Κόμμα μας πρέπει να την πάρει πάνω του. Να παρέμβει με αποφασιστικότητα. Δεν αρκεί μόνο να μιλάμε για την ανατροπή του καπιταλισμού. Μια ανάλογη κίνηση εκ μέρους του Κόμματος θα αποτελέσει και αποφασιστικό παράγοντα συσπείρωσης των εργαζομένων και των λαϊκών δυνάμεων.

Τίποτα, επίσης, καλό δεν προοιωνίζεται από τις πρωτοβουλίες που θα πάρει η αστική τάξη και οι πολιτικές της δυνάμεις. Τα περιθώρια είναι μηδαμινά, όταν άλλες χώρες, που διεκδικούν παγκόσμιο ρόλο, βρίσκονται μπροστά σε δυσκολίες που μοιάζουν ανυπέρβλητες και προδιαγράφουν την πορεία τους. Πόσο μάλλον η χώρα μας.

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΘΕΣΕΙΣ

του Αντώνη Κυπαρίσση
ΚΟΒ Παιδείας, Λονδίνο

 

Οι Θέσεις (κυρίως στο Δεύτερο Κείμενο), αλλά και το Κόμμα στα κείμενά του, μιλούν για την «ανάπτυξη» της ελληνικής οικονομίας την τελευταία περίοδο, σχετίζοντάς την με την εκδήλωση της οικονομικής κρίσης τόσο του 2008 όσο και τη σημερινή· αναφέρονται ακόμη στους κλάδους εκείνους που προτάσσονται από το κεφάλαιο ως περισσότερο κερδοφόροι, βλ. «πράσινη ανάπτυξη» κ.ά. Θεωρώ πως ο όρος «οικονομική ανάπτυξη» χρησιμοποιείται καταχρηστικά. Στα νεοκλασικά οικονομικά, ο κυρίαρχος όρος δεν είναι άλλος από αυτόν της οικονομικής μεγέθυνσης, economic growth στα Αγγλικά. Ως μεγέθυνση εννοούν έναν και μόνο δείκτη, αυτόν του ετήσιου ρυθμού αύξησης του κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε όρους ισοδυναμίας αγοραστικής δύναμης. Χαρακτηριστικά, μελετώντας την περιβόητη έκθεση Πισσαρίδη, καταγράφεται πως «κεντρικός στόχος για την ελληνική οικονομία κατά την επόμενη δεκαετία πρέπει να είναι η συστηματική αύξηση του κατά κεφαλήν πραγματικού εισοδήματος, ώστε αυτό να συγκλίνει σταδιακά με το μέσο όρο της ΕΕ.» (Πισσσαρίδης κ.α. 2021, σ. 46). Η έννοια της οικονομικής ανάπτυξης, economic development αντίστοιχα, είναι τελείως διαφορετική. Χωρίς να κάνω κάποια μεθοδολογική ή ιστορική ανάλυση, η τελευταία θεωρείται ως το σύνολο των μεθόδων με σκοπό τη βελτίωση των όρων διαβίωσης των κοινωνιών, την κάλυψη βασικών βιοτικών τους αναγκών· σχετίζεται ακόμη άμεσα με έννοιες όπως της καλυτέρευσης της ποιότητας ζωής και λαμβάνει διαστάσεις οικονομικές, κοινωνικές, χωρικές κ.ά. Εγείρεται ζήτημα με το κατά πόσον μπορούμε να μιλούμε για οικονομική ανάπτυξη στον καπιταλισμό, δηλαδή σε ένα σύστημα όπου υποχρεωτικά υφίσταται λόγω της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο. Οι ριζοσπαστικότερες εκδοχές της έννοιας της ανάπτυξης συζητήθηκαν τις προηγούμενες δεκαετίες κυρίως στο πλαίσιο του κινήματος των Αδέσμευτων χωρών, με σοβαρά, όμως, μεθοδολογικά προβλήματα και κενά για τη Μαρξιστική σκέψη. Αυτό σε καμία περίπτωση να μη θεωρηθεί ως παραίτηση από την πάλη για καλυτέρευση των όρων ζωής των εργαζόμενων και των οικογενειών τους.

Ζήτημα άρρηκτα συνδεδεμένο με την οικονομική «ανάπτυξη» είναι αυτό της «εξωστρέφειας». Δύο είναι οι τρόποι για να επιτευχθεί οικονομική μεγέθυνση. Ο πρώτος αυξάνοντας τις εξαγωγές και ο δεύτερος υποκαθιστώντας τις εισαγωγές (προφανώς και συνδυασμοί αυτών). Ο δεύτερος σίγουρα προϋποθέτει ισχυρή κρατική παρέμβαση. Για την περίπτωση της Ελλάδας περαιτέρω εμπόδια τίθενται και από τη συμμετοχή της στην ΕΕ. Άρα ο πρώτος θεωρείται από την άρχουσα τάξη ως μονόδρομος. Εξάλλου, όλοι οι κλάδοι και οι επιχειρήσεις εστιάζουν στην εξωστρέφεια. Δηλαδή, η ΛΑΡΚΟ δεν είναι μια επιχείρηση που στηρίζεται στις εξαγωγές; Ακόμη και οι μεγάλοι κατασκευαστικοί όμιλοι, οι οποίοι παραδοσιακά είχαν μια ιδιαίτερη σχέση με το ελληνικό κράτος, εξ ου και οι παλαιότερες ερμηνείες περί εξάρτησης, για να μπορέσουν να ανταπεξέλθουν κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης στράφηκαν κυρίως στο εξωτερικό. Άρα είναι δεδομένο πως όλες οι επιχειρήσεις που μπορούν, θα εξάγουν. Τόσο ο διακλαδικός ανταγωνισμός όσο και η θέση της χώρας στην ιμπεριαλιστική πυραμίδα δημιουργούν το «αναπτυξιακό» πρότυπο, εστιάζοντας στους κλάδους εκείνους που θα πρωταγωνιστήσουν την επόμενη περίοδο στην Ελλάδα και ευρωπαϊκά. Το πρόβλημα είναι πως οι κλάδοι της ελληνικής οικονομίας που είχαν αξιόλογες επιδόσεις, και οι περισσότεροι εξ αυτών έχουν προταχθεί να αποτελέσουν την «ατμομηχανή» της ελληνικής οικονομίας και την επόμενη περίοδο, π.χ. τουρισμός, μεταφορές κ.ά., έχουν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Ο τουρισμός, ο οποίος ούτε βαριά αλλά ούτε και βιομηχανία είναι –το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι πως δεν περιλαμβάνεται ως αυτοτελής κλάδος στον πίνακα οικονομικής δραστηριότητας κατά τη Eurostat, δες Nace Rev. 2– άρα οι όποιες στατιστικές είναι εξ ορισμού ελλιπείς, καταγράφει προβληματικές όπως την εποχικότητα, τη μικρή προστιθέμενη αξία, τις μεγάλες διακυμάνσεις σε εξωγενείς παράγοντες κ.ά. Προφανώς, κάθε επιχείρηση σε όποιον κλάδο και αν δραστηριοποιείται και όσες παροχές και να δίνει στους εργαζόμενούς της, το αποτέλεσμα θα είναι στο τέλος πάντα αρνητικό για τον εργαζόμενο. Αλλά, με διαφορετική κλαδική σύνθεση της ελληνικής οικονομίας ίσως οι κλυδωνισμοί θα ήταν μικρότεροι σε έντονες διακυμάνσεις της παγκόσμιας οικονομίας, οι μισθοί μεγαλύτεροι και πολλοί θα βρίσκονταν στην πατρίδα και όχι στην ξενιτειά.

Για να μπορέσει το Κόμμα να μελετήσει βαθύτερα τις τάσεις της ελληνικής οικονομίας, την ταξική διάρθρωση της ελληνικής κοινωνίας, να προκρίνει τους κλάδους ιδιαίτερου ενδιαφέροντος, να κατανείμει αντίστοιχα το κομματικό δυναμικό, να βάλει στόχους οικοδόμησης και έτσι να χαράξει συνολικότερη πολιτική (Τρίτο Κείμενο), θα πρέπει όχι απλώς να παραθέτει με τη μορφή του copy paste τους Πίνακες της ΕΛΣΤΑΤ λέγοντας πως είναι προβληματικοί, αλλά να παράγει το ίδιο τις μελέτες που το ενδιαφέρουν, οι οποίες να μετουσιώνονται σε κείμενα πολιτικής που χρειάζονται. Καλώς καταφεύγουμε σε κριτική των κειμένων, π.χ. του ΙΝΕ ΓΣΕΕ (εδώ βέβαια χρειάζεται προσοχή καθώς υπάρχει μεγάλη ανομοιομορφία στα κείμενά του, ανάλογα με τον συντάκτη τους), αλλά αν αυτό δε συνοδευτεί από δική μας παραγωγή κειμένων, είναι δώρον άδωρον τελικά. Προφανώς για αυτό θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν άνθρωποι με τεχνικά εργαλεία και εμπειρία, αλλά στον πυρήνα του θα πρέπει να ιδωθεί ως μια διαχρονική διαδικασία στην οποία θα συμμετέχει όλο το κομματικό δυναμικό και ο περίγυρος. Αυτό, πιστεύω, θα μπορούσε να αναζωογονήσει τις ΚΟΒ οι οποίες με τη σειρά τους θα το εντάσσουν στη γενικότερη ιδεολογική τους δουλειά, στην οποία καλώς δίνουμε βάρος. Με αυτό τον τρόπο θα παίρνονται περισσότερες πρωτοβουλίες και στις οργανώσεις· έτσι, θέτουμε τα θεμέλια επίλυσης ενός από τα προβλήματα που καταγράφονται στις Θέσεις (Πρώτο Κείμενο), αυτό της έλλειψης εξειδίκευσης και ανεπεξέργαστης διαμόρφωσης πολιτικών δράσεων. Τελικά μια ΚΟΒ πολιτικά, θεωρητικά, ιδεολογικά θωρακισμένη, θα συμβάλλει τόσο στην καλυτέρευση της Κομματικής δουλειάς όσο και στη βελτίωση των καθοδηγητικών οργάνων με νέα, έμπειρα στελέχη.

 

 

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΣΤΑ ΚΕΦΑΛΑΙΑ Α΄ ΚΑΙ Β΄ ΤΟΥ ΤΡΙΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ ΤΩΝ ΘΕΣΕΩΝ

του Χρήστου Κατριβάνου
ΚΟΒ Τομέα Δικαιοσύνης της ΚΟΑ

 

1. Το πρώτο ζήτημα όπως αναφέρεται στην επικεφαλίδα του τρίτου κειμένου των Θέσεων αφορά τη ταξική διάρθρωση της ελληνικής κοινωνίας. Θεωρώ πως το ζήτημα αυτό είναι αντικείμενο επιστημονικής έρευνας και όχι θέμα προς συζήτηση και απόφαση κομματικού συνεδρίου. Η Σύγχρονη Εποχή είχε εκδώσει το 1987 το βιβλίο του Περικλή Παπαδόπουλου για την ταξική διάρθρωση της σύγχρονης (τότε) ελληνικής κοινωνίας με τη βοήθεια της ιδεολογικής επιτροπής του Κόμματος και τις παρατηρήσεις του σ. Σάρλη. Η ταξική διάρθρωση της ελληνικής κοινωνίας δεν τέθηκε θέμα σε συνέδριο. Άλλωστε η απόφαση του 20ού Συνεδρίου του Κόμματος κάνει μνεία για ολοκλήρωση της μελέτης για τη ταξική διάρθρωση της ελληνικής κοινωνίας χωρίς να προβλέπει ούτε συνδιάσκεψη, ούτε ευρεία ολομέλεια της ΚΕ που θα ασχολείτο με το θέμα αυτό.

2. Η λεπτομερής αναφορά στο ζήτημα της ταξικής διάρθρωσης της ελληνικής κοινωνίας όπως διατυπώνεται στις Θέσεις της ΚΕ περιορίζεται κατά τη γνώμη μου στην ταξική διάρθρωση της απασχόλησης. Δεν καταλήγει έστω και κατά προσέγγιση στην ταξική διάρθρωση της ελληνικής κοινωνίας. Η αναφορά που γίνεται για το χωρισμό σε μισθωτούς, αυτοαπασχολούμενους και εργοδότες δεν αποτελεί το τελικό στάδιο διατύπωσης της ταξικής διάρθρωσης δεδομένου ότι οι μισθωτοί μπορεί να ανήκουν στην εργατική τάξη, στα μεσαία στρώματα και στην αστική τάξη, οι αυτοαπασχολούμενοι μπορούν να ανήκουν στην αστική τάξη, στα μεσαία στρώματα και ένα μέρος τους να προσεγγίζει ή και να εντάσσεται στην εργατική τάξη. Όσον αφορά τους εργοδότες αυτοί μπορούν να ανήκουν στην αστική τάξη και στα μεσαία στρώματα.

3. Θα σταθώ τώρα πιο αναλυτικά σε κάποια ζητήματα που πηγάζουν από τη μελέτη των πινάκων που χρησιμοποιούν οι Θέσεις για τη διατύπωση των συμπερασμάτων τους. Ξεκαθαρίζω ότι δεν έχω καμία απολύτως αντίρρηση για τα συμπεράσματα στα οποία καταλήγουν οι Θέσεις. Οι παρατηρήσεις μου αφορούν μερικούς από τους πίνακες, αναφέρομαι κύρια στο έτος 2019.

4. Στον πίνακα 3 λείπουν οι βοηθοί οικογενειακών επιχειρήσεων που από το πίνακα 13 ανέρχονται σε 123.400. Αν προσέξετε στον πίνακα 3 το άθροισμα μισθωτών, αυτοαπασχολούμενων και εργοδοτών είναι 3.783.000, ενώ το σύνολο της απασχόλησης είναι 3.900.000 (πιο ακριβές 3.911.000). Σημειώνεται ότι στον πίνακα 4 η περιφερειακή κατανομή της απασχόλησης (2019) αναφέρεται σωστά. Υπάρχουν και οι βοηθοί. Επιπλέον το ίδιο λάθος παράλειψης υπάρχει και στον πίνακα 18. Κι εκεί αν αθροιστούν οι μισθωτοί, οι αυτοαπασχολούμενοι και οι εργοδότες έχουμε 3.787.500, ενώ στο σύνολο αναφέρονται 3.911.000.

5. Η ίδια παράλειψη γίνεται και στον πίνακα 7 που αφορά τη ταξική διάρθρωση της απασχόλησης ανά κλάδο. Θεωρώ πως η απουσία αναλυτικής καταγραφής των βοηθών οικογενειακών επιχειρήσεων πιθανά να οδηγεί σε λανθασμένα συμπεράσματα όσον αφορά τη ταξική τους θέση στην απασχόληση και σε σχέση με τη συγκρότηση της κοινωνικής συμμαχίας. Ο πίνακας αυτός αναφέρεται στο έτος 2019. Αν αθροιστούν πάλι οι μισθωτοί, οι αυτοαπασχολούμενοι και οι εργοδότες είναι 3.783.000, ενώ το σύνολο είναι 3.911.000.

6. Πιο συγκεκριμένα στον πίνακα 7 από τους 21 αναφερόμενους κλάδους στους 6 δεν υπάρχουν βοηθοί, ενώ στους υπόλοιπους 15 υπάρχουν. Οι 6 κλάδοι χωρίς βοηθούς σύμφωνα με τον πίνακα είναι οι κλάδοι που αναφέρονται με τα κεφαλαία γράμματα Ξ, Υ, Β, Ε, Δ και Τ. Από τους υπόλοιπους 15 κλάδους σε 4 από αυτούς σωρεύεται η συντριπτική πλειοψηφία των βοηθών. Στον κλάδο Α είναι 52.800, στον κλάδο Θ είναι 24.800, στον κλάδο Ζ 24.500 και στον κλάδο Γ 9.800. Στους υπόλοιπους 11 κλάδους οι βοηθοί είναι 11.400. Ο υπολογισμός των βοηθών σε κάθε κλάδο γίνεται προσθέτοντας τους μισθωτούς, τους αυτοαπασχολούμενους και τους εργοδότες και το άθροισμα το αφαιρούμε από το σύνολο.

7. Επιβάλλεται να αναδιατυπωθεί ο πίνακας 9, τόσο όσον αφορά τον ίδιο τον πίνακα όσο και για τη σχέση του με τον πίνακα 10. Οι Θέσεις εξηγούν το λόγο της μεγάλης διαφοράς των μισθωτών που απασχολούν κάτω από 10 άτομα, όμως ο τρόπος καταγραφής του πίνακα 9 είναι προφανώς δυσνόητος, η δε απόσταση των 300.000 και πλέον μισθωτών στην οποία διαφέρουν οι 2 πίνακες από στατιστική άποψη είναι πολύ μεγάλη διαφορά για την έκδοση σωστών συμπερασμάτων. Φρονώ πως η σύγκριση πρέπει να γίνεται μόνο όταν οι πίνακες έχουν εκδοθεί από την ίδια υπηρεσία (π.χ. ΕΛΣΤΑΤ) και με την ίδια μεθοδολογία. Οποιαδήποτε άλλη σύγκριση πινάκων με διαφορετικό τρόπο καλό θα ήταν να αποφεύγεται και μόνο επικουρικά να λαμβάνεται υπόψη.

8. Ανάλογο λάθος έγινε και στη χρησιμοποίηση του πίνακα 11 (ΕΡΓΑΝΗΣ) σε σχέση με τον πίνακα 8 (ΕΛΣΤΑΤ). Το έτος 2019 εμφανίζονται στον πίνακα 11 167.359 περισσότεροι μισθωτοί από το πίνακα 8. Ο υπολογισμός έγινε σε συνδυασμό με τον πίνακα 4. Μία ακόμη διαφοροποίηση υπάρχει στον πίνακα 15 σε σχέση με τον πίνακα 14. Αφορούν και οι δύο το έτος 2019 από την ΕΛΣΤΑΤ. Στον πίνακα 14 ο πληθυσμός της Ελλάδας είναι 10.724.000 κάτοικοι, ενώ στον πίνακα 15 αν γίνουν οι αθροίσεις του συνόλου της χώρας οι κάτοικοι είναι 10.612.400, δηλαδή βρίσκονται 111.600 λιγότεροι.

9. Ως επιμύθιον αναφέρω τον πίνακα 5 που καταγράφει την ακαθάριστη προστιθέμενη αξία (ΑΠΑ) ανά κλάδο οικονομίας σε ποσοστό (%) της συνολικής ΑΠΑ. Κάτω από τον πίνακα αναγράφεται ότι έχουν παραληφθεί ορισμένοι μικρότεροι κλάδοι γι’ αυτό το άθροισμα των ποσοστών δε δίνει 100%. Ο συντάξας την παρατήρηση αυτή δεν πρόσθεσε τα επιμέρους ποσοστά ανά κλάδο κάθε έτος. Αν τα προσθέσουμε έχουμε για το έτος 2017 100%, για το έτος 2008 επίσης 100% και για το έτος 2000 100,1%! Ποιοι είναι λοιπόν οι κλάδοι που έχουν παραληφθεί και με πιο ποσοστό συμμετέχουν στην ΑΠΑ;

10. Συμπερασματικά η ολοκλήρωση της μελέτης για την ταξική διάρθρωση της ελληνικής κοινωνίας επιβάλλει τη σωστή προσέγγιση των πινάκων. Πρέπει να υπάρχει μεγάλη προσοχή με τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιούνται ακριβώς διότι πρόκειται για πίνακες αστικής στατιστικής. Για να καταστεί δυνατή η σωστή περάτωση της ανωτέρω μελέτης οι πίνακες αυτοί είναι πιθανό να πρέπει να διορθωθούν ή και να συμπληρωθούν. Είμαι βέβαιος πως η απόφαση του 21ου Συνεδρίου που θα εκδοθεί θα λάβει υπόψη της τις ανωτέρω παρατηρήσεις μου, διορθώνοντας τα λάθη και συμπληρώνοντας τις παραλείψεις, όπου τυχόν υπάρχουν στους πίνακες των Θέσεων.

 

 

ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΜΑΣ ΣΤΟΥΣ ΜΕΓΑΛΟΥΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΟΥΣ ΟΜΙΛΟΥΣ

του Λ.Π.

 

«Να συγκεντρωθεί ακόμη περισσότερο η προσοχή μας στη διαμόρφωση προϋποθέσεων για παρέμβαση σε ορισμένους μονοπωλιακούς ομίλους» (Θέση 51 στο 1ο κείμενο των θέσεων για το 21ο Συνέδριο του ΚΚΕ).

Στους μεγάλους πολυκλαδικούς επιχειρηματικούς ομίλους υπάρχουν όλα τα δεδομένα της σύγχρονης πιο εντατικής εκμετάλλευσης αλλά και απόπειρας ενσωμάτωσης των εργαζόμενων στις επιδιώξεις της εργοδοσίας.

Η πανσπερμία «νέων» εργασιακών δεδομένων, οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου και η τηλεργασία απ’ τη μια, η διαρκής προσπάθεια εργασιακής χειραγώγησης από την άλλη, σε συνδυασμό πάντα με το φόβο της ανεργίας, διαμορφώνουν ένα εργασιακό καθεστώς που θυμίζει τις πρώτες εποχές της καπιταλιστικής βαρβαρότητας.

Μόνο την περίοδο της πανδημίας οι επιχειρηματικοί όμιλοι ωφελήθηκαν πολλαπλά με κρατικές ενισχύσεις που ξεπέρασαν κάθε όριο στα πλαίσια των προγραμμάτων «Αναστολών» - «ΣΥΝ-εργασία», αλλά όχι μόνο:

Ωφελήθηκαν αδρά σε μειωμένες έως απαλλαγμένες εργοδοτικές εισφορές, επιδοτήσεις μισθών, εκπτώσεις σε καταβολές ΦΠΑ, μειωμένα ενοίκια, ειδικές φοροαπαλλαγές.

Αντίθετα πολλοί εργαζόμενοι δούλεψαν «κανονικά», αποδίδοντας διπλά σε ένα καθεστώς που (ειδικά για τους μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους) μόνο Lock Down δεν θύμιζε.

Υπάρχουν μεγαλο-εργοδότες που ομολογούν απερίφραστα:

«Στα πλαίσια των κρατικών απαλλαγών και ενισχύσεων κερδίσαμε περισσότερα χρήματα απ’ όσα θα κερδίζαμε σε συνθήκες κανονικότητας...»!!!

Παράλληλα με την εργοδοτική αυθαιρεσία εντάθηκε η «εταιρική ζύμωση» με στόχο την υπεραπόδοση, την εντατικοποίηση, την αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης, με τελικό σκοπό την πλήρη ενσωμάτωση.

«Είμαστε τυχεροί που δουλεύουμε εδώ», «Ειδικά τώρα που πληρωνόμαστε κανονικά σε σχέση με άλλους εργαζόμενους, ας δουλέψουμε πιο πολύ», «Η εταιρία στις δυσκολίες της πανδημίας μάς στέκεται, ας της σταθούμε κι εμείς βάζοντας πλάτη...», «Τώρα σε αυτές τις δύσκολες συνθήκες είναι η ώρα ν’ αποδειχθεί έμπρακτα πως είμαστε κοινωνικοί εταίροι και εκείνα που μας ενώνουν είναι πολύ περισσότερα από εκείνα που μας χωρίζουν»...

Τα κελεύσματα για ταξική συμφιλίωση στη χειρότερή της μορφή «μια εταιρία είμαστε», πήραν σάρκα και οστά με τρόπο «τεκμηριωμένο» και κατηγορηματικό.

Πρακτικά ο ρόλος των επιχειρηματικών στελεχών έγινε, όσο ποτέ άλλοτε, ιμάντας μεταβίβασης της εταιρικής γραμμής και των αντίστοιχων εργοδοτικών επιδιώξεων.

Δεν θα ξεχάσω την απεύθυνση στελέχους στους εργοδότες: «Είναι η κατάλληλη στιγμή να κάνουμε τους εργαζόμενους οριστικά δικούς μας».

Η εργατική αριστοκρατία στη σύγχρονη εκδοχή της αμείβεται «ξεχωριστά» ΚΑΙ προκειμένου να λειτουργεί σαν τον πιο αποτελεσματικό «δούρειο ίππο» της εργοδοσίας.

Τα «σχήματα Bonus», ουσιαστικά αμοιβές υπεραπόδοσης - υπερεκμετάλλευσης, έχουν επεκταθεί και φτάνουν μέχρι την παραγωγική βάση, ως τον τελευταίο εργαζόμενο.

Η τηλεργασία καταργεί το όριο ανάμεσα στον εργάσιμο και τον ελεύθερό του χρόνο, δίνοντας τη δυνατότητα της παραπέρα εντατικοποίησης και της πιο στενής παρακολούθησης μέσω χιλιάδων «ηλεκτρονικών αποτυπωμάτων» καθημερινά, απ’ το πρωί ως το βράδυ!

Οι συνθήκες προκειμένου να συνειδητοποιήσει ο μέσος εργαζόμενος την ταξική του θέση, πόσο μάλλον την ταξική του αντιπαλότητα με τον εργοδότη, φαντάζουν πιο δύσκολες από ποτέ!

Ζούμε την εποχή της απόπειρας για ακραία ενσωμάτωση, τον πιο χυδαίο κοινωνικό εταιρισμό, αφού εργοδοσία, μεγαλοστελέχη «υπηρέτες της», αλλά και το μη ταξικό κομμάτι του –κατ’ όνομα– εργατικού κινήματος δείχνουν να «πείθουν», συνεπικουρούμενοι από το γενικευμένο φόβο και την ανασφάλεια πως αυτό είναι το εργασιακό - υπαρξιακό μας μέλλον!

 

 

Στο Πρώτο κείμενο των θέσεων (Θέση 49) πολύ σωστά αναφέρεται:

«Είναι ανάγκη για συγκέντρωση της προσοχής μας στους βιομηχανικούς κλάδους και σε μια σειρά κρίσιμους τομείς, ειδικά στους μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους»...

Η διαδικασία δεν είναι καθόλου απλή και προϋποθέτει δουλειά άνθρωπο τον άνθρωπο ανάλογα τη θέση, το πόστο αλλά και τον τρόπο κατανόησης όλων των αλλαγών και των δεδομένων που περιγράφονται παραπάνω.

Οι αλλαγές στην εργασιακή καθημερινότητα με άξονα την εντατικοποίηση - υπερεκμετάλλευση αποτελούν την καλύτερη αφορμή.

Με τρόπο απλό και αποδεικτικό, με αναγωγή από το ειδικό στο γενικό και το αντίστροφο.

Με ταυτόχρονη πολιτική θωράκιση γύρω από προτάσεις αμυντικού ή ακόμη και «βελτιωτικού» χαρακτήρα σε ό,τι αφορά τα αιτήματα και τους σημερινούς αγώνες.

Με ξεκάθαρο μέτωπο στις αυταπάτες πως ό,τι «υπάρχει» και ό,τι «έρχεται» μπορεί να διατηρηθεί ή να αποκρουστεί αμετάκλητα στα πλαίσια του εκμεταλλευτικού συστήματος.

Το ειδικό βάρος της ιδεολογικής - διαφωτιστικής μας δουλειάς στους εργαζόμενους, χωρίς καμία υποτίμηση με βάση το μορφωτικό τους επίπεδο, έχει αποκτήσει ξεχωριστή σημασία.

Με καθαρό μέτωπο στον ατομισμό, τα κάθε λογής οπορτουνιστικά - βελτιωτικά - εκσυγχρονιστικά πρότυπα, το βόλεμα, το συμβιβασμό, τις απόπειρες διάσπασης, την εξαγορά συνειδήσεων.

Η πεποίθηση πως το κόμμα μας στοχεύει στο μέχρι τέλους αγώνα για την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας και του εκμεταλλευτικού συστήματος είναι ΣΗΜΕΡΑ μέρος της ζύμωσης και της ιδεολογικής διαπάλης περισσότερο από ποτέ.

Η υπόθεση αυτή σίγουρα δεν θα είναι μέρος μιας ευθύγραμμης πορείας.

Θα περιλαμβάνει αρκετά μπρος-πίσω, θα αντιμετωπιστεί όλο και πιο επιθετικά όσο πιο πολύ θα βλέπει «το φως του ήλιου».

Ένα πρέπει να έχουμε κατά νου: Πως κάθε απόπειρα, ακόμη και εκείνη που οδηγείται στην προσωρινή αποτυχία, «μεταφράζεται» σε υλική δύναμη για την επόμενη φορά, για κάθε επόμενη φορά μέχρι την τελευταία - τελική φορά!

Η Κεντρική Επιτροπή του Κόμματός μας, του ΚΚΕ, πολύ σωστά στα πλαίσια του 21ου Συνέδριου αποφάσισε «η δουλειά μας στην εργατική τάξη και το κίνημά της να αποτελέσει βασικό αντικείμενο προβληματισμού και παραπέρα επεξεργασίας» (Θέση 6 στο Πρώτο κείμενο των Θέσεων).

Γνώμη μου είναι πως δεν υπάρχει περιθώριο χρόνου μέχρι την ολοκλήρωση των επεξεργασιών μας.

Αντίθετα πρέπει αυτές να τις εμπλουτίσουμε με την εμπειρία που θα αποκτήσουμε από σήμερα κιόλας.

Άλλωστε η εναλλαγή εμπειρίας και παραπέρα επεξεργασιών πάντα ήταν και θα είναι ό,τι πιο πολύτιμο στη δουλειά μας.

 

 

ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΟΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΟΥΛΕΙΑ ΣΤΟ ΚΟΜΜΑ

του Βασίλη Ζήση
χημικού μηχανικού

 

Με μεγάλο ενδιαφέρον διάβασα στις θέσεις για το 21 Συνέδριο τον προβληματισμό της ΚΕ πάνω στο σοβαρό θέμα της επαρκούς και αποτελεσματικής ιδεολογικοπολιτικής παρέμβασης του Κόμματος, θέμα το οποίο με απασχολεί εδώ και αρκετό καιρό. Η άποψή μου είναι ότι ο τομέας της ιδεολογικοπολιτικής δουλειάς του Κόμματος υστερεί σε σχέση με τις απαιτήσεις των καιρών. Υστερεί επίσης σε σχέση και με τη συνδικαλιστική μας δράση.

H ταχύτητα των εξελίξεων προκαλεί συμπίεση του πολιτικού χρόνου απαιτώντας ανάλογα ταχύτατη θεωρητική επεξεργασία των γεγονότων και «διάχυση» του προϊόντος αυτής της επεξεργασίας προς τα κάτω και προς τα έξω. Γνωρίζουμε ότι καμία δράση στο συνδικαλιστικό τομέα δεν μπορεί να κεφαλαιοποιηθεί αν δεν αναδειχτεί το πολιτικό και θεωρητικό περιεχόμενο και οι διαστάσεις του συγκεκριμένου γεγονότος. Η συνάντηση των μελών του Κόμματος με τα ευρύτερα στρώματα της εργατικής τάξης και γενικότερα της κοινωνίας μέσα στις συγκεντρώσεις του εργατικού κινήματος και στις συναντήσεις στα πλαίσια της «Κοινωνικής Συμμαχίας», είναι μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για τα κομματικά μέλη αλλά και τις κοντινές επιρροές να διαδώσουν/προπαγανδίσουν όχι απλά τις θέσεις του Κόμματος, αλλά και την ίδια τη θεωρία του μαρξισμού-λενινισμού, ερμηνεύοντας με αυτή τα διάφορα φαινόμενα που παρουσιάζονται καθημερινά.

Μάλιστα, από το 2009 και μετά υπάρχει μια πληθώρα οικονομικοπολιτικών φαινομένων, πρωτοφανούς εντάσεως που σε ομαλές περιόδους λειτουργίας του καπιταλισμού είναι δυσδιάκριτα. Κάθε θέμα που ανακύπτει καθημερινά επιδέχεται ιδεολογικής και θεωρητικής επεξεργασίας και παρουσίασης και είναι ακριβώς αυτός ο τρόπος που σταθεροποιεί τις επιρροές δίπλα στο Κόμμα, διευρύνει το ακροατήριό μας δίνοντας πειστικές και σε βάθος αναλυτικές απαντήσεις που η αστική θεωρία και ο ρεφορμισμός δεν μπορούν να δώσουν.

Εκτός όμως από τη δουλειά μας προς τα έξω, η συστηματική θεωρητική ερμηνεία των κοινωνικοοικονομικών φαινομένων συντελεί και στην καλύτερη ενσωμάτωση των ήδη μελών του Κόμματος σε αυτό. Τα θωρακίζει θεωρητικά στις περιόδους κρίσης και ιδεολογικών επιθέσεων που είναι πολλές και βίαιες. Και όσο το αστικό σύστημα δυσκολεύεται να διαχειριστεί την κρίση, αυτές οι επιθέσεις θα κλιμακωθούν τόσο σε αριθμό όσο και σε εφευρετικότητα επιχειρημάτων.

Σε μια ενδεχόμενη και αναμενόμενη «Επαναστατική Κατάσταση», δεν πρέπει να αναμένουμε ότι το λαό στο δρόμο θα τον συναντήσουν μόνοι τους οι κομμουνιστές. Ταυτόχρονα με τους κομμουνιστές, θα βρεθούν ένα σωρό ομάδες... Αυτόνομοι/ακηδεμόνευτοι που διακηρύσσουν την «ανεξαρτησία» από κόμματα, αριστεριστές, ρεφορμιστές που θα προτείνουν «σύγχρονες», εύκολες και αναίμακτες λύσεις, εθνικιστές με συνθήματα συσπείρωσης γύρω από την «πατρίδα» (βλέπε αστική τάξη), φασίστες που θα προκρίνουν δικτατορία... Κοινό επιχείρημα όλων αυτών θα είναι το γνωστό «ο κομμουνισμός απέτυχε, άρα...» (ο καθένας θα διατυπώνει τη δική του πρόταση).

Η φωνή όλων των παραπάνω, θα είναι η φωνή του αστικού συστήματος που θα κάνει τις τελευταίες του προσπάθειες «να μπορεί», για να εκτονώσει τη δυναμική του λαού που «δεν θα θέλει».

Η εμπειρία των «Πλατειών» του 2011 μας προϊδεάζει για το τι θα επικρατήσει σε μια πραγματική Επαναστατική Κατάσταση. Σε τέτοιες συνθήκες οξυμένης ταξικής πάλης, η αποτελεσματική παρέμβαση του Κόμματος δεν μπορεί να περιορίζεται σε απλή διακίνηση έντυπων ανακοινώσεων. Οι απαιτήσεις σε μια τέτοια εξέλιξη είναι, να είμαστε σε θέση να παρεμβαίνουμε, κάθε ένας μας ξεχωριστά, τόσο σε επίπεδο μεγάλων συνάξεων και αντιπαραθέσεων όσο και μικρών παρεών - τα γνωστά «πηγαδάκια» που θα σχηματίζονται... ή θα επιδιώκουμε εμείς να σχηματίζονται. Παρεμπιπτόντως, θέλω να υπενθυμίσω τα «πηγαδάκια» που γίνονταν στην Ομόνοια τη δεκαετία του ’70, τα οποία κατά τη γνώμη μου ήταν μια αποτελεσματικότατη μορφή προπαγάνδας και καλό θα ήταν να προσπαθήσουμε να τα ξαναζωντανέψουμε.

Καταλαβαίνουμε, λοιπόν, ότι οι απαιτήσεις για θεωρητική κατάρτιση κάθε ενός από μας είναι τεράστιες. Και δεν είναι μόνο η θεωρητική κατάρτιση. Είναι και ο τρόπος που θα εκφραστούμε προς τα έξω, προς ένα κοινό πολλές φορές με απλοϊκή σκέψη, αγανακτισμένο μεν και που δε θα θέλει να πάει σπίτι του, αλλά και πολιτικά απαίδευτο και ακόμα και εχθρικό. Είναι οι ταχτικές που θα υιοθετήσουμε στις παρεμβάσεις μας, η ικανότητα να «γυρίζουμε» τις συζητήσεις εκεί που θέλουμε, για να πούμε αυτά που θέλουμε. Η ικανότητα ανάδειξης της γενικότητας που κρύβεται κάτω από τα επιμέρους προβλήματα που (θα) βιώνουμε, και η απαιτούμενη ριζική αντιμετώπισή τους, δηλαδή η σοσιαλιστική επανάσταση και η σοσιαλιστική κοινωνία.

Με βάση τις παραπάνω διαπιστώσεις που ανέφερα συνοπτικά, προτείνω τα εξής: Ιδεολογική δουλειά σε επίπεδο ΚΟΒ, κατά προτίμηση «ανοιχτών», με τη συμμετοχή όλων των μελών (και προσκεκλημένων) και να μην επαφιόμαστε στις μεγάλες παρουσιάσεις από στελέχη. Οι δεύτερες, άνετα μπορούν να ανοίγουν ιδεολογικά θέματα, τα οποία θα «δουλεύονται» παραπέρα και στη λεπτομέρειά τους μέσα στις ΚΟΒ.

Επαναφορά του «ιδεολογικού υπεύθυνου» στις ΚΟΒ, με χρέωση την ιδεολογική/θεωρητική δουλειά στην ΚΟΒ σε ταχτική βάση.

Ποσόστωση χρόνου για ιδεολογικοπολιτική δουλειά στις ΚΟΒ, η οποία θα τηρείται όσο το δυνατόν πιο πιστά (π.χ. κάθε τρίτη ΚΟΒ θα είναι ιδεολογικού περιεχομένου). Θα υπάρχει γραπτή εισήγηση από τον ιδεολογικό υπεύθυνο, που θα διανέμεται έγκαιρα και από πριν στους συντρόφους (και στους προσκεκλημένους), ώστε να έχουν προετοιμαστεί με ερωτήσεις και παρεμβάσεις στην εισήγηση.

Κλείνοντας αγαπητοί συναγωνιστές, θέλω να ευχηθώ καλή επιτυχία στις εργασίες του 21ου Συνεδρίου του Κόμματος.

 

 

ΓΙΑ ΤΟ 2ο ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΩΝ ΘΕΣΕΩΝ

του Γιώργου Σαρηγιάννη
ομότιμου καθηγητή ΕΜΠ, ΚΟΒ ΕΜΠ δομικών

 

Στο δεύτερο κείμενο των Θέσεων, θα θίξω ορισμένα από τα βασικά του σημεία:

1. Φοβάμαι ότι το κείμενο δεν έχει την απαιτούμενη μαρξιστική ανάλυση και κινείται σε περιγραφικό επίπεδο.

Κατά τη γνώμη μου δύο είναι τα βασικά στοιχεία του σημερινού καπιταλιστικού κόσμου, η κυριαρχία του Τραπεζοπιστωτικού Συμπλέγματος και η διαπλοκή των υπερμονοπωλίων ενός διευρυμένου Κρατικο-Μονοπωλιακού Καπιταλισμού. Και για τα δύο έχουν εκφραστεί αναλυτικά και σαφώς τόσο ο Μαρξ και ο Ένγκελς στο Κεφάλαιο (Κ. Μαρξ, «Το Κεφάλαιο», τόμος Τρίτος, κεφάλαιο 27-35 (ο ρόλος της Πίστης στην κεφαλαιοκρατική παραγωγή) κ.εφ., γραμμένο από τον Μαρξ στο διάστημα 1865-1867, εκδόθηκε από τον Ένγκελς το 1893. σελ. 549-740, και ακόμη Συμπλήρωμα και Επίλογος (του Φρ. Ένγκελς) κεφ. ΙΙ «το Χρηματιστήριο», σελ. 1115 κ.εφ.) όσο και ο Λένιν, Ιμπεριαλισμός, το τελευταίο στάδιο του Καπιταλισμού, σελ. 48 κ.εφ.: «...έχομε από την μια μεριά, μια όλο και περισσότερη συγχώνευση ή όπως εκφράστηκε εύστοχα ο Ν. Ι. Μπουχάριν, σύμφυση του τραπεζικού και βιομηχανικού κεφαλαίου, και από την άλλη την μετεξέλιξη των τραπεζών σε ιδρύματα αληθινά καθολικού χαρακτήρα...», και καταλήγει ο Λένιν ότι «...ο ΧΧος αιώνας είναι το σημείο στροφής από τον παληό στον καινούργιο καπιταλισμό, από την κυριαρχία του κεφαλαίου γενικά, στην κυριαρχία του χρηματιστικού κεφαλαίου».

Νομίζω ότι όλα όσα αναφέρονται στο κείμενο θα είναι σε μαρξιστική βάση αν αναλυθούν μέσα από αυτούς τους δύο άξονες: διατυπώνω μερικά ερωτήματα για να φανεί αυτή η διάσταση:

 

2. Η Κρίση του 2008 ήταν «κρίση υπερπαραγωγής» (τύπου 1929) ή ήταν «κρίση του Τραπεζοπιστωτικού Συμπλέγματος» με πρωταγωνιστές τους μεγάλους τραπεζικούς κολοσσούς (Goldman Sachs, Merryl Lynts, Deutsche Bank,…), κρίση που συνδέεται άμεσα με τα χρηματοπιστωτικά προϊόντα του πλασματικού Κεφαλαίου (χάρτινα προϊόντα, τελικά τοξικά ομόλογα: financial derivatives, future contract, hedge funds, Credit Default Swap, Trade Life Policies, είναι επίσης γνωστά και ως «death bonds» γνωστά ως συμβόλαια θανάτου).

Σίγουρα η σημερινή κατάσταση, ξεκίνησε από το 1971, με τη νομοτελειακή ολοκληρωτική στροφή του Καπιταλισμού στο χρηματιστηριακό «τομέα παραγωγής», αυτό που είχε προβλέψει ο Μαρξ ήδη από τον 19ο αιώνα και είχε χαρακτηρίσει το ρόλο της Πίστης ως «…ολόκληρο σύστημα αγυρτείας και απάτης σχετικά με τις ιδρύσεις, την έκδοση μετοχών, και το εμπόριο μετοχών…» K. Marx Το Κεφάλαιο, τόμος τρίτος, κεφ. 27ο σελ. 553.

 

3. Τι κεφάλαια διακινούνται και ελέγχουν τη διεθνή Οικονομία; Έχουν «εθνικότητα» ή είναι σύνολα μεγάλων μονοπωλιακών ομίλων;;;; Μιλάμε συνέχεια για χώρες (ΗΠΑ, Κίνα, ΕΕ…) και για οικονομικές ή στρατιωτικές κ.ά., διακρατικές οργανώσεις π.χ. στη θέση 13 (7 παληές, ΟΗΕ, G7, G20… BRICS κ.ά. και άλλες 4 καινούργιες) αλλά ποια υπερεθνικά μονοπώλια διακινούνται ούτε λέξη, αν και στη θέση 10 μιλάμε για εμπλοκή «…όλο και περισσότερο διεθνείς , πολυμερείς οργανώσεις και συμφωνίες γεγονός που δείχνει ότι η αλληλεξάρτηση των καπιταλιστικών οικονομιών μπορεί να συμβαδίζει με την όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων…». Είναι τελικά «εθνικό» το θέμα ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Κίνα ή τη Ρωσία, ή την ΕΕ, ή είναι διαπάλη των υπερεθνικών μονοπωλίων, ποιος είναι π.χ. ο ρόλος των «7 αδελφών» (τώρα με την συγκεντροποίηση κεφαλαίου έγιναν 4) στο πετρελαϊκό Σύμπλεγμα ή των Τραπεζών που είδαμε πιο πάνω;;; πόσο βαθειά είναι η «αλληλεξάρτηση των καπιταλιστικών οικονομιών»;;;;; Γιατί ο Τραμπ π.χ. δεν έφερε (όπως προεκλογικά είχε ως βασικό σύνθημά του) την επαναφορά στις ΗΠΑ των επιχειρήσεων που δούλευαν με μεγάλη συμμετοχή «αμερικανικού» Κεφαλαίου σε ασιατικές χώρες μαζί με «ντόπιο» κεφάλαιο;;;; Και πόσο «αμερικανικό» και πόσο «ντόπιο» είναι το επενδεδυμένο κεφάλαιο στις Ινδίες, την ΝΑ Ασία και την Κίνα, τη Λατινική Αμερική ή την Αφρική, ή την ίδια την ΕΕ;;; (εδώ μπαίνει και το «γαλλικό» και το «γερμανικό» Κεφάλαιο…). Κάτι είχε πει παληότερα ο μπάρμπα-Κάρολος, ότι «το Κεφάλαιο δεν έχει πατρίδα» και ότι επενδύεται όπου υπάρχει μεγαλύτερο ποσοστό κέρδους, ουσιαστικά φθηνή εργατική δύναμη.

Τυπικό παράδειγμα: 1972, επενδύσεις των ΗΠΑ στην Λατινική Αμερικη 3,2 δισ. δολ. επιστροφή κερδών στις ΗΠΑ 10.6 δισ. δολ.

Ένα ακόμη: η γνωστή μας «αμερικανική» ΙΤΤ (οργανώτρια του Πραξικοπήματος κατά του Αλλιέντε στη Χιλή), πέρα από τις «θυγατρικές» της επιχειρήσεις σε πάνω από 70 χώρες σε παγκόσμιο επίπεδο, μόνο στην (τότε) Δυτ. Γερμανία είχε 36 θυγατρικές ή συμμετοχή σε εταιρείες: βιομηχανικές, εξοπλισμού, ασφαλειών , τραπεζικές, τουριστικές κ.ά. καθώς και σε άλλες 9 εμπορικές επιχειρήσεις.

 

4. Και γιατί ούτε λέξη για τον παληό γνωστό μας «ΚΜΚ» (Κρατικό-Μονοπωλιακό-Καπιταλισμό); ξεχνάμε ότι το επιτελείο του Τραμπ και του Μπάιντεν και των προηγούμενων Προέδρων αποτελείται από Υπουργούς-στελέχη πολυεθνικών (κυρίως τραπεζών, πολεμικών βιομηχανιών και πετρελαιάδων) ή ότι η «υπερτράπεζα» Goldman Sachs έχει επί σειρά αμερικανικών κυβερνήσεων εδώ και τουλάχιστον 50 χρόνια στελέχη της ως Υπουργούς Οικονομικών;;;;; π.χ. ο υπουργός Οικονομικών στην Κυβέρνηση George Bush, Henry Paulson, ο οποίος ήταν πριν την υπουργοποίησή του το 2006 Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της Goldman Sachs και Υπουργός Οικονομικών του Προέδρου Μπους, Joshua Bolten, Διευθυντής του Γραφείου του Προέδρου Μπους, Robert Rubin, Υπουργός Οικονομικών του Κλίντον, John Thornton μέλος του Συμβουλίου του κρατικού επενδυτικού Ταμείου της Κίνας «China Investment Corporation», Πέτρος Χριστοδούλου (στέλεχος και της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος), υπεύθυνος της διαχείρισης του ελληνικού χρέους!!

 

5. Ακόμη, για την ελληνική οικονομία (Θ.24) πόσο «ελληνικό» είναι το επενδεδυμένο κεφάλαιο τόσο μέσα στην Ελλάδα όσο και σε βαλκανικές χώρες μετά την καπιταλιστικοποιήσή τους το 1991;;;;

Στην ίδια θέση, οι αυξομειώσεις της βιομηχανικής παραγωγής σε διάφορους κλάδους πώς εξηγούνται; μήπως με τις επενδύσεις σε βαλκανικές χώρες;; τι ήταν τελικά αυτή η περίφημη «αποβιομηχάνιση» του 1980; Μήπως απλή μεταφορά κεφαλαίων σε χώρες φθηνού εργατικού δυναμικού;;; (Βαλκάνια, ΝΑ Ασία κ.α.)

 

6. Και γιατί ως «εξέλιξη…κλπ. της ελληνικής οικονομίας» μετράμε μόνο την αναπαραγωγή του Κοινωνικού Κεφαλαίου, τη βιομηχανία και τον τουρισμό, εμπόριο κλπ. Οι Τράπεζες;;;;; ο βασικός πόλος των σημερινών οικονομικών διεργασιών;;;; το βασικό πρόβλημά τους είναι τα κόκκινα δάνεια; (Θ26), να τις λυπηθούμε κιόλας;;;;

 

 

ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΗ ΑΝΤΕΠΙΘΕΣΗ ΤΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ ΣΕ ΟΛΑ ΤΑ ΜΕΤΩΠΑ

του Γιάννη Κοκοσαλάκη
Γερμανία

 

Το 21ο Συνέδριο του ΚΚΕ έρχεται σε μια περίοδο γενικής όξυνσης των αντιφάσεων της αστικής κοινωνίας. Οι Θέσεις της ΚΕ σωστά βάζουν μπροστά το καθήκον της ολόπλευρης ιδεολογικής θωράκισης του Κόμματος, της γενικής αναβάθμισης της θεωρητικής του ετοιμότητας. Το Κόμμα έχει γερές βάσεις για να φέρει σε πέρας αυτό το καθήκον. Εδώ και αρκετά χρόνια, το ΚΚΕ έχει δώσει έμφαση στην ενδελεχή, επιστημονική μελέτη της ιστορίας του ίδιου αλλά και ολόκληρου του ΔΚΚ. Η αποκατάσταση του αρχείου, η κατασκευή μνημείων, τοπικές και κεντρικές εκδηλώσεις, αλλά και πλήθος εκδόσεων με αποκορύφωμα το Δοκίμιο Ιστορίας, αντανακλούν τη συνολική ωρίμανση του Κόμματος, τη δυνατότητά του να βγάλει συμπεράσματα από το παρελθόν του και να διαπαιδαγωγήσει μια νέα, καλύτερα καταρτισμένη γενιά κομμουνιστών. Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι το ΚΚΕ είναι πια ένας από τους βασικούς πόλους παραγωγής ιστορικής γνώσης στην Ελλάδα.

Η οργανωτική και ερευνητική πείρα που έχει συσσωρευθεί από το Τμήμα Ιστορίας της ΚΕ μπορεί να γίνει σημείο εκκίνησης για την αναβάθμιση της ιδεολογικής παρέμβασης σε μια σειρά από άλλα ζητήματα. Επιγραμματικά, θα αναφέρω τρεις τομείς στους οποίους η επεξεργασία των θέσεων του Κόμματος μπορεί να στηριχτεί στην ιστοριογραφική δουλειά, να αναπτυχθεί συνδυαστικά μαζί της.

 

1. Απελευθέρωση της γυναίκας, σχέσεις των φύλων, οικογένεια

Πρόκειται για ένα τομέα προτεραιότητας για την παραγωγή αστικοφιλελεύθερης και οπορτουνιστικής ιδεολογίας. Υπαρκτές μεταβολές στη σύνθεση του αστικού πολιτικού και διοικητικού προσωπικού αξιοποιούνται για να δημιουργήσουν μια ψευδαίσθηση διαταξικής αλληλεγγύης.

Το παραπάνω ζήτημα επισημαίνεται στις Θέσεις της ΚΕ για το 21ο Συνέδριο (προηγούμενα και για το 20ό), θίγεται από κείμενα στον προσυνεδριακό διάλογο. Η μέχρι τώρα παρέμβαση του Κόμματος σε αυτό τον τομέα βασίζεται στις γενικά ορθές θέσεις, αλλά έχει συχνά επετειακό ή περιστασιακό χαρακτήρα, π.χ. δράσεις για την 8η Μάρτη, ανακοινώσεις με βάση την επικαιρότητα κλπ. Δίνεται έτσι σε εχθρικές δυνάμεις η ευκαιρία να παρουσιάζουν το ΚΚΕ ως δήθεν αδιάφορο για αυτά τα ζητήματα ή ακόμα και ως φορέα κοινωνικού συντηρητισμού.

Το Κόμμα μπορεί να περάσει στην αντεπίθεση σε αυτό το μέτωπο, αναλαμβάνοντας πρωτοβουλία δράσεων για την ανάδειξη της τεράστιας συμβολής του ΔΚΚ στην απελευθέρωση της γυναίκας. Να προπαγανδιστούν οι πρωτοπόρες πρακτικές της ΕΣΣΔ στην προώθηση γυναικών σε επιτελικές θέσεις στη διοίκηση και την παραγωγή, η διαρκής μέριμνα για την παροχή υπηρεσιών που απελευθερώνουν τις γυναίκες από την οικιακή εργασία (παιδικοί σταθμοί, εστιατόρια στους χώρους δουλειάς). Αντίστοιχα, να γίνουν γνωστές οι πρωτοβουλίες της Γερμανικής ΛΔ και της Κούβας στον τομέα της σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης. Χωρίς ωραιοποιήσεις να εξετασθούν οι ανεπάρκειες, οι ενδεχόμενες υποκειμενικές αδυναμίες που οδήγησαν σε πισωγυρίσματα και σε αυτόν τον τομέα (π.χ. η διάλυση του γυναικείου τμήματος της ΚΕ του ΠΚΚ μπ. το 1930). Ταυτόχρονα να αναδειχθεί η καταβαράθρωση των δικαιωμάτων της γυναίκας μετά την αντεπανάσταση. Πάνω σε αυτή τη βάση το Κόμμα μπορεί να προχωρήσει τη συζήτηση για τις σύγχρονες ανάγκες των γυναικών και των νέων ζευγαριών, να φωτίσει το γεγονός ότι η διεκδίκηση δικαιωμάτων έχει προοπτική μόνο όταν εντάσσεται σε μια συνολική στρατηγική σύγκρουσης με το σύστημα.

 

2. Η αναγκαιότητα του Κεντρικού Σχεδιασμού για την προστασία του περιβάλλοντος

Οι περιβαλλοντικές ευαισθησίες μερίδας της νεολαίας είναι σημαντικό πεδίο επίδρασης της αστικής ιδεολογίας, ειδικότερα του οπορτουνισμού. Οι επικίνδυνες επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής οδηγούν πολλούς νέους σε προβληματισμό σχετικά με το καπιταλιστικό μοντέλο ανάπτυξης. Το ίδιο το γεγονός της πανδημίας δεν είναι άσχετο με την αναρχία στην παραγωγή που χαρακτηρίζει τον καπιταλισμό. Βιολόγοι και περιβαλλοντολόγοι επισημαίνουν ότι η αλόγιστη καταστροφή βιότοπων σε συνδυασμό με τις πρακτικές των μεγάλων αγροτοκτηνοτροφικών μονοπωλίων εντείνουν τις επαφές ανθρώπινων πληθυσμών με νέα παθογόνα, αυξάνοντας έτσι διαρκώς τις πιθανότητες για την έκρηξη νέων λοιμωδών νοσημάτων.

Οι Θέσεις της ΚΕ σωστά επισημαίνουν ότι πολιτικές όπως το πράσινο New Deal έχουν στόχο την ελεγχόμενη απαξίωση κεφαλαίων και τη δημιουργία νέων πεδίων κερδοφορίας για το κεφάλαιο. Αυτή η κριτική πρέπει να συνοδευτεί από την άρθρωση ενός συνολικού πολιτικού λόγου που να αποκαλύπτει τη ματαιότητα της αναζήτησης περιβαλλοντικά βιώσιμων λύσεων μέσα στα πλαίσια ενός συστήματος που βασίζεται στη διαρκή συσσώρευση, στον άναρχο ανταγωνισμό των παραγωγικών δυνάμεων μεταξύ τους.

Η μελέτη της πείρας του ΔΚΚ μπορεί και σε αυτό τον τομέα να αποτελέσει σημείο εκκίνησης για την πιο επιθετική παρουσία του Κόμματος σε αυτό το πεδίο αντιπαράθεσης. Οι Μαρξ και Ένγκελς είχαν ήδη στον καιρό τους επισημάνει τις καταστροφικές επιπτώσεις του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής στο περιβάλλον και στη σχέση του ανθρώπου με αυτό. Στα 1930, σε συνθήκες ταχείας εκβιομηχάνισης, η ΕΣΣΔ προχώρησε στο χαρακτηρισμό αχανών εκτάσεων ως εθνικών δρυμών, στη λογική της λελογισμένης χρήσης των φυσικών πόρων αλλά και της ανάγκης να προστατευθεί το περιβάλλον για ερευνητικούς αλλά και πολιτισμικούς λόγους (αναψυχής, εκπαίδευσης κλπ.). Ανέπτυξε επίσης σε μεγάλο βαθμό την κλιματολογία, την περιβαλλοντική επιστήμη γενικότερα. Επανεξετάζοντας αυτήν την πείρα με κριτική ματιά, το Κόμμα μπορεί να προσεγγίσει πρωτοπόρους νέους και επιστήμονες που αναγνωρίζουν την υποκρισία των «πράσινων» ιδεολογημάτων και αναζητούν μια λύση στα αδιέξοδα του συστήματος.

 

3. Κριτική της αστικής οικονομικής επιστήμης

Πρόκειται για τον πυρήνα της αστικής ιδεολογίας, με βασικό στόχο να παρουσιάσει τα συμφέροντα του κεφαλαίου ως φυσικές ανάγκες και να συκοφαντήσει τον κομμουνισμό ως αντιεπιστημονική ουτοπία. Το ΚΚΕ σωστά αντιπαρατίθεται τόσο με την κυρίαρχη νεοκλασική κατεύθυνση στα οικονομικά, όσο και με τη σοσιαλδημοκρατικής έμπνευσης κριτική που της ασκείται από δυνάμεις του οπορτουνισμού. Για να αναβαθμιστεί η παρέμβαση του Κόμματος σε αυτό το καίριο μέτωπο, είναι απαραίτητο να εξοικειωθεί περισσότερο ο περίγυρός του με βασικές αρχές της Μαρξιστικής πολιτικής οικονομίας (π.χ. νόμος της αξίας, γενικός νόμος της συσσώρευσης). Να μπορούν όχι μόνο τα μέλη, αλλά και οι φίλοι του Κόμματος, να αρθρώνουν εμπεριστατωμένο αντίλογο στα ιδεολογήματα περί δίκαιης ανάπτυξης που προωθούνται από τα ΜΜΕ.

Η σε βάθος μελέτη έργων όπως το Κεφάλαιο είναι όμως διαδικασία δύσκολη και χρονοβόρα, απαιτεί σημαντική προετοιμασία. Υπάρχει ανάγκη για περισσότερο εισαγωγικού τύπου υλικό πάνω στην πολιτική οικονομία, με επικαιροποιημένα παραδείγματα που αποδεικνύουν την ισχύ των νόμων που εξέθεσε ο Μαρξ. Αξιοποιώντας την πείρα του Δοκιμίου Ιστορίας, το ΚΚΕ μπορεί να προχωρήσει στη συγγραφή εγχειριδίου πολιτικής οικονομίας με στόχο την εκλαΐκευση των νόμων κίνησης του καπιταλισμού αλλά και την συγκεκριμενοποίησή τους για την περιγραφή φαινομένων της ελληνικής οικονομικής πραγματικότητας. Αυτό μπορεί να συνδυαστεί με μια συνοπτική ιστορία της ελληνικής οικονομίας από την ένταξη στην ΕΟΚ και ύστερα.

 

 

ΠΛΕΥΡΕΣ ΤΗΣ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΗΣ ΔΙΑΠΑΛΗΣ ΣΤΑ ΤΜΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗΣ

του Νίκου Καλομοίρη
μέλους του Γραφείου της ΚΟΒ Φιλοσοφικής ΕΚΠΑ

 

Λαμβάνοντας υπόψη τον ιδιαίτερο ρόλο που διαδραματίζει το αστικό Πανεπιστήμιο στην αναπαραγωγή και τη διάχυση της ιδεολογίας της αστικής τάξης, η αντιπαράθεση, με όρους προβολής του Πανεπιστημίου των σύγχρονων αναγκών και δυνατοτήτων της εποχής μας, άρα της δουλειάς με τη στρατηγική μας σε κάθε φάση, αποτελεί «πεδίον δόξης λαμπρόν» για τις δυνάμεις μας.

 

1. Στο Φιλολογικό, στη διδασκαλία της Λογοτεχνίας δεσπόζει ο δομισμός με αποτέλεσμα να παρουσιάζονται τα λογοτεχνικά έργα αποκομμένα και αυτονομημένα από τις κοινωνικές συνθήκες, την εποχή την οποία γεννήθηκαν. Σύμφωνα με τη συγκεκριμένη προσέγγιση «αυτό που ενδιαφέρει περισσότερο είναι όχι τόσο το λογοτεχνικό έργο όσο ο λογοτεχνικός λόγος». Επιπλέον είναι χαρακτηριστικό ότι κομμουνιστές λογοτέχνες όπως ο Ρίτσος ή ο Βάρναλης δεν διδάσκονται. Μάλιστα η όποια αναφορά συνοδεύεται από τον αναγκαίο αποχαρακτηρισμό: «Κάποτε θέλει να υπηρετήσει την κοινωνική του ιδεολογία. Δεν είναι αυτά τα πιο επιτυχημένα του ποιήματα» (για τον Γ. Ρίτσο από την Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας του Λ. Πολίτη). Συνολικά η απουσία έργων που η λογοτεχνική τους αξία έχει «κατοχυρωθεί» ιστορικά ως αποτέλεσμα των συνθηκών δημιουργίας τους και του προοδευτικού, από τη σκοπιά της κοινωνικής εξέλιξης, ρόλου τους ίσως μπορεί να ερμηνευτεί και από την άνοδο των λεγόμενων πολιτισμικών σπουδών. Στο όνομα της κατάργησης του λογοτεχνικού κανόνα ως κάτι το συντηρητικό αμφισβητείται και η λογοτεχνική αξία ως υποκειμενική κατασκευή. Με τον τρόπο αυτό η λαϊκή μυθοπλασία, η λογοτεχνική παραγωγή περιθωριοποιημένων κοινωνικών και εθνικών ομάδων, τίθεται στο επίκεντρο παράλληλα με 
την ανάπτυξη των θεωριών φύλου, ταυτοτήτων κλπ. Εδώ η περιθωριοποίηση της λογοτεχνικής παράδοσης συνοδεύεται και από την άρνηση των αντικειμενικών κριτηρίων στην αξιολογική κρίση και επομένως το λογοτεχνικό κείμενο ερμηνεύεται κατά το δοκούν από τον αναγνώστη. Να σημειωθεί πως η συνεξέταση του μαθήματος της Λογοτεχνίας με αυτό της Έκθεσης στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση ενισχύει τον υποκειμενισμό που προαναφέρθηκε μιας και δίνεται έμφαση κατά βάση στην πρόσληψη και στην «πειστική» ερμηνεία που θα κληθεί να δώσει ο μαθητής.

Ταυτόχρονα η ίδια τάση (δομισμός) εντοπίζεται και στη γλωσσολογία. Είναι χαρακτηριστικό πως η πλειονότητα των μαθημάτων της αντίστοιχης κατεύθυνσης αφορούν τη δομή της νέας ελληνικής (μορφολογία, σύνταξη, κειμενογλωσσολογία) ενώ σε δεύτερη μοίρα μπαίνει η κοινωνιογλωσσολογία ή η ιστορικοσυγκριτική. Επί της ουσίας ο γλωσσολογικός δομισμός προκρίνει τη συγχρονική μελέτη της γλώσσας και όχι τη διαχρονική της εξέλιξη.

 

2. Στο Ιστορικό αναμφίβολα εντοπίζουμε περιπτώσεις αντικομμουνισμού και ευθείας διαστρέβλωσης της ιστορίας. Ωστόσο θα ήθελα να σταθώ στην πρόσφατη εμπειρία μας να αντιπαρατεθούμε στο πρόγραμμα «Μνήμες Κατοχής στην Ελλάδα» και στα συμπεράσματα που προκύπτουν από τη συγκεκριμένη διαδικασία. Η μεθοδολογία με την οποία συστάθηκε το πρόγραμμα εξάλλου διαπερνά σε μεγάλο βαθμό και τη διδασκαλία της ιστορίας στο τμήμα. Η προσπάθεια να τεθούν τα ιστορικά τεκμήρια στο περιθώριο και να αναδειχθούν οι προσωπικές –προσεκτικά επιλεγμένες– μαρτυρίες στο επίκεντρο της διδασκαλίας με το πρόσχημα ότι είναι πιο ελκυστικές και ενδιαφέρουσες για τους μαθητές γεννά ερωτήματα. Πώς μπορεί ένας μαθητής αλλά και ένας εν δυνάμει ιστορικός να μελετήσει ένα ιστορικό γεγονός όταν έχει πλήρη άγνοια των πορισμάτων της ιστορικής επιστήμης; Δεν οδηγείται αυτόματα στον υποκειμενισμό; Αντίστοιχα, αρκεί μία θολή καταδίκη του ναζισμού υπό το πρίσμα της παρέκκλισης από την αστική δημοκρατία για να εξηγηθούν οι παράγοντες που οδήγησαν στην άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία με την ανοχή και στήριξη της γερμανικής αστικής τάξης; Τέλος, πόσο αντικειμενική μπορεί να είναι η ιστορική έρευνα με τις πλάτες του Ιδρύματος «Σταύρος Νιάρχος», του Υπουργείου Εξωτερικών της Γερμανίας κλπ. στα πλαίσια της σύσφιξης των σχέσεων των δύο αστικών τάξεων; Οι παραπάνω πλευρές εντάχθηκαν σε σχετική ανακοίνωση του φοιτητικού συλλόγου του ΙΑ. Μερίδα καθηγητών, θιασώτες της προφορικής ιστορίας, που στηρίζουν το πρόγραμμα φάνηκε να ενοχλούνται, άνοιξε έστω και αδύναμα μία διαπάλη.

 

3. Στα παιδαγωγικά τμήματα κυριαρχεί η διδασκαλία του κονστρουκτιβισμού. Η άρνηση της αντικειμενικότητας της γνώσης, η κατασκευή βιώσιμων εξηγήσεων για τον κόσμο και συνολικά η οικοδόμηση της γνώσης από το μηδέν εγκλωβίζουν τον εκπαιδευτικό στο να δίνει εξηγήσιμες απαντήσεις και εναλλακτικές που να μην αντιβαίνουν στην προσωπική εμπειρία του μαθητή αλλά αντίθετα να προσαρμόζουν τη διδασκαλία σ’ αυτή. Παράλληλα, στα πλαίσια της στρατηγικής της αστικής της τάξης να προτάξει την περιβόητη πράσινη ανάπτυξη ως μοχλό για την καπιταλιστική ανάπτυξη ξεχωριστή θέση καταλαμβάνουν και τα αντίστοιχα μαθήματα (Περιβαλλοντική Εκπαίδευση κ.ά.) με σκοπό να προετοιμάσουν το έδαφος, να πείσουν για το «ανάπτυξη για όλους» πατώντας και στις οικολογικές ανησυχίες των νέων. Άλλες φορές γίνεται προσπάθεια να ντυθεί το παραπάνω πρόταγμα με περισσότερο ριζοσπαστισμό. Έτσι, σε πρόσφατη διάλεξη με τίτλο «Τα περιβαλλοντικά προβλήματα της εποχής μας και η απάντηση της Κριτικής Παιδαγωγικής» ο διδάσκων ασκώντας μεν κριτική στην πολιτική των εξορύξεων αλλά και στην αλόγιστη χρήση των ΑΠΕ υπερθεμάτιζε δε υπέρ μιας προοδευτικής πολιτικής συμμαχίας που θα μπορούσε να υλοποιήσει τη μετάβαση στις πράσινες μορφές ενέργειας στο έδαφος του καπιταλισμού.

Συμπερασματικά, κοινή συνισταμένη των προαναφερθέντων παραδειγμάτων αποτελεί η άρνηση της γνωσιμότητας του κόσμου και κατ’ επέκταση της αλλαγής του. Μάλιστα θα μπορούσαμε να πούμε πως ενώ η συζήτηση αφορά το περιεχόμενο των σπουδών, ο αντίπαλος προσδοκά και την αντίστοιχη αδράνεια/παραίτηση και απέναντι στις εξελίξεις. Πόσες φορές συναντήσαμε δυσκολία να συζητήσουμε π.χ. για τα ελληνοτουρκικά με το «δεν τα καταλαβαίνω εγώ αυτά», «είναι δύσκολα και σύνθετα θέματα», «δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι εμείς» κλπ. να τίθεται έντονα από τον περίγυρο;

Νομίζω πως η ένταση της ιδεολογικής δουλειάς σε όλα τα μέτωπα μπορεί να μας ανοίξει δρόμους στην καθημερινή παρέμβαση. Χρειάζεται να αντιμετωπίσουμε την αδυναμία να δουλεύουμε με τη γραμμή μας όταν απουσιάζει κάποιο οξυμένο πρόβλημα στους χώρους μας. Επιπρόσθετα πρέπει να κατανοηθεί πως ο σχεδιασμός και η υλοποίησή του πρέπει να αγγίζει το σύνολο του αμφιθεάτρου. Η «ατάκα» πρωτοετούς συντρόφου μας: «είμαστε λίγοι για να μιλήσουμε με όλο το έτος» πρέπει να αποτελεί φάρο και στην κατεύθυνση να γίνουμε περισσότεροι και ικανότεροι στην πάλη για το σοσιαλισμό.

«Ο δρόμος που οδηγεί στην επιστήμη δεν είναι πλατιά λεωφόρος και πιθανότητες να φτάσουν στις φωτεινές κορυφές της έχουν μόνο εκείνοι που δε φοβούνται να κουραστούν για να σκαρφαλώσουν στα απόκρημνα μονοπάτια της» (από τον Πρόλογο της γαλλικής έκδοσης του Κεφαλαίου).

Καλή επιτυχία στις διαδικασίες του Συνεδρίου μας.

 

 

Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ «ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟΥ ΣΩΜΑΤΕΙΟΥ»

του Γιάννη Κερασαρίδη
υπεύθυνου της Πανεπιστημονικής Μαθηματικών,
αντιπρόεδρου β΄ της Ελληνικής Μαθηματικής Εταιρείας

 

1. τι είναι το επιστημονικό σωματείο

Το επιστημονικό σωματείο είναι μια συλλογικότητα, τα μέλη της οποίας είναι πρόσωπα με επίσημη πιστοποίηση μιας επιστημονικής ειδικότητας (γιατροί, εκπαιδευτικοί, μηχανικοί, κοινωνιολόγοι,…). Η ανάγκη για εγκυρότητα γνώμης, για εγγύηση ακολουθητέας πρακτικής, για ενημέρωση του κόσμου τι υπάρχει και πού θα το βρει, για δημόσιο έλεγχο του «καλώς ποιείν», για επιστημονική ενημέρωση των μελών, οδήγησε στο σχηματισμό αυτών των επιστημονικών συλλογικοτήτων.

 

2. το επιστημονικό σωματείο και η κοινωνία

Η παρουσία επιστημονικού σωματείου στην κοινωνία γίνεται αντιληπτή κατά δύο τρόπους: α) άμεσα και β) έμμεσα

α) άμεση παρουσία. Η άμεση παρουσία στο κοινωνικό σώμα συνίσταται στο να λαμβάνει γνώση (ο απλός πολίτης) των ιδεών και των παρεμβάσεων του επιστημονικού σωματείου, δηλ., να έχει πρόσβαση σε όσα τον αφορούν. Αυτή η παρουσία υλοποιείται μέσα από πολλούς τρόπους, μερικοί απ’ τους οποίους είναι:

α1. οι δημόσιες παρεμβάσεις (ΜΜΕ, έντυπα και ηλεκτρονικά) για θέματα που αφορούν το αντικείμενο του επιστημονικού σωματείου, κριτική του κρατούντος συστήματος και ενημέρωση των μελών και της κοινής γνώμης.

α2. η εκλαΐκευση των επιστημονικών όρων, ώστε ο εργαζόμενος πολίτης να μην πέφτει θύμα της αστικής προπαγάνδας η οποία, από τα άγρια πρωινά μέχρι τα άγρια μεσάνυχτα προσπαθεί, μέσα από ένα κατακλυσμό στρεβλώσεων της πραγματικότητας, να παρουσιάσει το ...άσπρο για μαύρο, δηλ. αν η κρατούσα άποψη ενός επιστημονικού σωματείου δεν είναι αρεστή στο «σύστημα», αυτό θα κάνει το παν για να την στρεβλώσει.

α3. τα συνέδρια, οι διαλέξεις και τα οργανωμένα μαθήματα για εμπέδωση του αντικειμένου του επιστημονικού σωματείου.

α4. τα περιοδικά για μαθητές και νέα παιδιά, παρουσιασμένα κατά τρόπο ελκυστικό για την ηλικία για την οποία προορίζονται.

β) έμμεση παρουσία. Η έμμεση παρουσία υλοποιείται αποκλειστικά από την κοινότητα των μελών του επιστημονικού σωματείου. Μέσω αυτής, διαχέεται στο υπόλοιπο κοινωνικό σώμα. Η παρουσία αυτή παίρνει διαφορετικές μορφές, ανάλογα με τον εργασιακό χώρο στον οποίο δραστηριοποιείται το κάθε μέλος. Είναι γνωστό ότι τα μέλη του επιστημονικού σωματείου δραστηριοποιούνται είτε στην ευρύτερη αγορά εργασίας είτε στα πανεπιστήμια, είτε σε ερευνητικά κέντρα. Η υλοποίηση αυτού του ρόλου πραγματώνεται με πολλούς τρόπους μερικοί απ’ τους οποίους είναι:

β1. η συμμετοχή των επιστημόνων στο επιστημονικό τους σωματείο και η ενεργός συμμετοχή στην παραγωγή ιδεών και θέσεων της επιστήμης τους,

β2. η διαπάλη απόψεων και ιδεών τις οποίες το κάθε μέλος αισθάνεται ότι το εκφράζουν,

β3. τα επαγγελματικά συμφέροντα του κάθε μέλους,

β4. η επιστημονική του πληρότητα μέσα από τα έντυπα του σωματείου, τις διαλέξεις, τα σεμινάρια, τα συνέδρια,

β5. η ηθική ανταμοιβή των προσπαθειών του κλπ., κλπ.

 

3. η πραγματικότητα

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ένα επιστημονικό σωματείο, δεν είναι (ούτε μπορεί να είναι) μία κλειστή λέσχη όπου οι «επιστήμονες» απομονωμένοι από τον «χύδην όχλο» κατεβάζουν τις «μεγάλες ιδέες» τους κλπ., κλπ. Κάθε επιστημονικό σωματείο είναι ένα κέντρο παραγωγής ιδεών που επηρεάζουν, επηρεάζονται και ενδιαφέρουν το κοινωνικό σύνολο. Το κυρίαρχο κοινωνικό σύστημα, συνεπές στη φύση του, προσπαθεί να δώσει σαν χαρακτηριστικό του επιστημονικού σωματείου, τα χαρακτηριστικά της κλειστής λέσχης.

Πολλοί πιστεύουν πως το επιστημονικό σωματείο «δεν έχει καμιά δουλειά» να κάνει κριτική στις αποφάσεις των ποικιλώνυμων θεσμοθετημένων οργάνων, μέσω των οποίων η εκάστοτε κυβέρνηση ασκεί κοινωνική, εκπαιδευτική, οικονομική πολιτική. Οι ίδιοι υποστηρίζουν πως στην αρμοδιότητα των ενδιαφερόντων της ΕΜΕ, εμπίπτουν εκείνες οι αποφάσεις που αφορούν μόνο τη μαθηματική παιδεία. Μάλιστα, κάθε απόπειρα κριτικής και δράσης για μια κυβερνητική απόφαση την θεωρούν έγκλημα καθοσίωσης αφού, κατά τη γνώμη τους, είναι τουλάχιστο άκομψο ένα επιστημονικό σωματείο να ασχολείται με την …πολιτική (!!)

 

4. τι να κάνουμε

Το πώς βλέπουμε μια επιστημονική ένωση, φαίνεται από τη Διακήρυξη της Δημοκρατικής Πανεπιστημονικής Κίνησης Μαθηματικών (συντομογραφικά: Πανεπιστημονική Μαθηματικών), τους σκοπούς της οποίας υπηρετούμε.

  • σκοπός μας είναι, μια Ελληνική Μαθηματική εταιρεία (στο εξής: ΕΜΕ), αποκλειστικά στην υπηρεσία:

– των αναγκών του κοινωνικού συνόλου

– των αναγκών των συναδέλφων μας

– της επιστήμης των Μαθηματικών

  • σκοπός μας είναι, να πετύχουμε:

– μια ΕΜΕ που θα σέβεται και θα την σέβονται τα μέλη της

– μια ΕΜΕ χωρίς εκ προοιμίου «αυθεντίες» και «σωτήρες»

– μια ΕΜΕ που θα υπερασπίζεται μαχητικά τα δίκαια των μελών της και του κοινωνικού συνόλου

  • σκοπός μας είναι, να πετύχουμε:

– μια ΕΜΕ που θα αναδείξει την κοινωνική διάσταση των Μαθηματικών

– μια ΕΜΕ που θα αντισταθεί, σθεναρά και αγωνιστικά, κατά της περαιτέρω υποβάθμισης της παρεχόμενης στο σχολείο εκπαίδευσης με νέες «μεταρρυθμίσεις» που αρχίζουν και τελειώνουν στο εξεταστικό

– μια ΕΜΕ που θα συμμετάσχει στον πανεκπαιδευτικό ξεσηκωμό κατά της άμεσης ή έμμεσης ιδιωτικοποίησης της Παιδείας

– μια ΕΜΕ που θα πάρει ξεκάθαρη θέση γύρω από το «πανεπιστήμιο τύπου Bologna»

– μια ΕΜΕ που θ’ αγωνιστεί και θα ζητήσει την άμεση θέσπιση του Ενιαίου Δημόσιου 12χρονου Δωρεάν Βασικού Υποχρεωτικού Σχολείου Γενικής Παιδείας και κατάργηση του διπλού σχολικού δικτύου, ενώ σήμερα το Σχολείο σχεδιάζεται μέχρι τη 10η τάξη, με τις δύο τελευταίες τάξεις του Λυκείου να μετατρέπονται σε «κρατικό» φροντιστήριο

– μια ΕΜΕ για να διεκδικήσει γενναία αύξηση του προϋπολογισμού για την Παιδεία, ένα αίτημα επίκαιρο σήμερα που το 2,5% στραγγαλίζει τη Δημόσια εκπαίδευση. Για να αποσυρθεί το νομοσχέδιο λαιμητόμος, που πετά στην ανεργία χιλιάδες συμβασιούχους, για μονιμοποίηση όλων των συμβασιούχων, για μαζικούς διορισμούς για την κάλυψη των αναγκών στην παιδεία, κατάργηση των ελαστικών σχέσεων εργασίας, μόνιμη και σταθερή δουλειά για όλους.

– αυτό θα το πετύχουμε με σαφέστατο λόγο και ασταμάτητο αγώνα, ώστε να πάψει η ΕΜΕ να είναι διαχειριστής της εκάστοτε κυβερνητικής πολιτικής.

  • Εμείς, της «ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗΣ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΚΙΝΗΣΗΣ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΩΝ»:

– ποτέ δεν προτάξαμε το προσωπικό μας συμφέρον, μπρος στο συλλογικό συμφέρον· είναι, για εμάς, καθαρά θέμα ιδεολογίας,

– από την πρώτη στιγμή πήραμε θέση, απέναντι στις δομικές και ιδεολογικές προσαρμογές στην εκπαίδευση, σύμφωνα με τις απαιτήσεις της ΕΕ, αλλά και απέναντι στην οικονομική κρίση που εδώ και χρόνια μαστίζει τη χώρα, από την οποία κερδίζουν μόνο οι μεγάλες ντόπιες και πολυεθνικές εταιρείες,

– αντιταχθήκαμε, με όλες τις δυνάμεις μας, καταγγέλλοντας την αήθη απόπειρα, να μετατρέψει το επιστημονικό μας σωματείο σε άκριτο χειροκροτητή του υπουργείου Παιδείας. Και τα μετέπειτα, μας δικαίωσαν.

 

Συνάδελφοι, εμείς:

– απεχθανόμαστε τα πολιτικάντικα τερτίπια,

– καταδικάζουμε τη λασπολογία, σαν μέσο ανταγωνισμού,

– ό,τι υποσχόμαστε το παλεύουμε ασταμάτητα έως την πραγμάτωσή του,

– εγγύηση, η ιστορία κι η συνέπειά μας, ήδη, από το 1963!

– είμαστε υπερήφανοι για τις ιδέες μας.

 

 

ΑΣ ΦΤΙΑΞΟΥΜΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΗ ΔΙΚΗ ΜΑΣ «ΤΡΟΦΙΚΗ» ΑΛΥΣΙΔΑ!

της Ειρήνης Κυριαζή
ΚΟΒ Εργατοϋπαλλήλων Πρέβεζας

 

Ιεραρχώντας τους κλάδους στους οποίους θα πρέπει να δώσουμε έμφαση το επόμενο διάστημα σύμφωνα με το 3o κείμενο των θέσεων για το συνέδριο του Κόμματος, αναφέρεται ο κλάδος των τροφίμων.

Στον κλάδο αυτό και με μεγάλη προσήλωση θα πρέπει να μελετήσουμε τόσο όλες τις πλευρές της ίδιας της παραγωγής όσο και τις διάφορες σχέσεις που δημιουργούνται. Βασικός μας στόχος θα πρέπει να είναι η ριζοσπαστικοποίηση της συνείδησης των εργατών, η άνοδος της ταξικής πολιτικής δράσης.

Τα εμπόδια που εμφανίζονται στην εκπλήρωση αυτού του στόχου είναι τα ιδεολογήματα της αστικής τάξης μέσω διάφορων μηχανισμών της, καθώς και τα ιδεολογήματα του ίδιου του εργοδότη.

Η εμπειρία μας ως τώρα έχει δείξει ότι δεν λειτουργούμε με σχέδιο.

Κύριο μέλημά μας ήταν η «φτωχή» καταγραφή και η εύρεση ενός εργάτη που θα γίνει το «μάτι - αυτί» μας στο εργοστάσιο. Αυτό αρκεί; Όχι! Πρέπει να οργανώσουμε σωστά τη δράση μας για να υπερπηδήσουμε όλα τα εμπόδια.

Ως μέλος εργατικής ΚΟΒ και έχοντας στο μυαλό μου ένα εργοστάσιο τυποποίησης τροφίμων στο χώρο δράσης μου, με εκατοντάδες εργαζόμενους, θα καταθέσω κάποιες σκέψεις για τη δουλειά μας με βάση την έως τώρα εμπειρία. Συγκεκριμένα:

 

1. Μελετάμε τις συμβάσεις που έχουν υπογραφεί ειδικά σε χώρους όπου δεν υπάρχει συλλογική σύμβαση εργασίας αλλά επιχειρησιακή. Στο συγκεκριμένο εργοστάσιο επικρατούν οι ατομικές συμβάσεις εργασίας. Οι εργαζόμενοι, υπογράφοντας τη σύμβαση, συμφωνούν στην 5ήμερη 40ωρη εργασία αλλά με τον όρο ότι θα εργάζονται τη μία ώρα του διαλείμματός τους.

 

2. Μελετάμε τυχόν εσωτερικούς κανονισμούς οι οποίοι καθορίζουν συνήθως τον τρόπο με τον οποίο ο εργάτης θα πρέπει να λειτουργεί στα στενά πλαίσια της επιχείρησης.

 

3. Έχουμε με κάθε τρόπο πλήρη εικόνα για το πώς είναι οργανωμένη η παραγωγή. Συγκεκριμένα θα πρέπει να γνωρίζουμε όλα τα πόστα, τις θέσεις εργασίας, πώς γίνεται ο καταμερισμός της, έτσι ώστε σε περιόδους εντατικοποίησης να μπορούμε να καταλάβουμε ποια ομάδα ή ομάδες εργατών δέχονται τη μεγαλύτερη πίεση.

 

4. Θα πρέπει να γνωρίζουμε τυχόν συγγενικές ή φιλικές σχέσεις που έχουν δημιουργηθεί. Σε επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην επαρχία είναι συχνό το φαινόμενο η εργοδοσία να προσλαμβάνει άτομα από την ίδια οικογένεια, δημιουργώντας έτσι υποχρέωση απέναντί της από τη μεριά των εργαζομένων. Έχοντας γνώση τι συνδέει τους εργαζόμενους μεταξύ τους, αποφεύγεις τις «κακοτοπιές» και επιπλέον μπορείς να περιφρουρήσεις κάποιον ο οποίος έχει αναπτυγμένη την ταξική του συνείδηση. Επιπλέον είναι συχνό το φαινόμενο να προσλαμβάνουν εργαζόμενους με ειδικές συστάσεις από πολιτικά πρόσωπα.

 

5. Η παρέμβασή μας μέσω των σωματείων θα πρέπει να είναι διαρκής και άμεση σε ό,τι πρόβλημα προκύπτει. Θα πρέπει να επιδιώκουμε συναντήσεις με την εργοδοσία του εκάστοτε εργοστασίου με σκοπό να αποσπάσουμε χρήσιμες πληροφορίες για τη λειτουργία του εργοστασίου και για τα μελλοντικά σχέδια. Π.χ. πληροφορίες για τον αριθμό εργαζομένων, τις συμβάσεις, την κατάργηση υπερωριών, τα προγράμματα του ΟΑΕΔ.

Στις συναντήσεις του σωματείου με την εργοδοσία αποσπάσαμε την πληροφορία πως έχουν μετατρέψει τις συμβάσεις ενός μόνο τμήματος από 5ήμερη σε 6ήμερη απασχόληση. Σκοπός τους είναι να καταγράψουν τυχόν αντιδράσεις, έτσι ώστε να εφαρμοστεί 6ήμερη απασχόληση καθολικά με την υπογραφή νέων ατομικών συμβάσεων.

Επιπλέον η διοίκηση του εργοστασίου αποφάσισε την κατάργηση των υπερωριών, όχι γιατί δεν ήθελε να τις πληρώνει, αλλά έχοντας απαίτηση από τους εργαζόμενους την εντατικοποίηση της δουλειάς για την ολοκλήρωση της ημερήσιας παραγωγής. Με αυτό τον τρόπο η εταιρεία αυξάνει το βαθμό εκμετάλλευσης και καρπώνεται μεγαλύτερο κομμάτι υπεραξίας.

Ακόμα και η απόφαση να μην προσλαμβάνουν εργαζόμενους με προγράμματα του ΟΑΕΔ αποτυπώνει τη δυσκολία που αντιμετωπίζουν από τις υποτυπώδεις απαγορεύσεις αυτών των προγραμμάτων στην ευελιξία εφαρμογής της αντεργατικής τους πολιτικής (όροι όπως οι απαγορεύσεις απολύσεων, υπογραφής συμβάσεων ορισμένου χρόνου και η μείωση των ωρών εργασίας σε περιόδους μειωμένης παραγωγής). Έτσι και αλλιώς λογικά έχουν πρόσβαση σε άλλα χρηματοδοτικά εργαλεία (ΕΣΠΑ, επιδοτήσεις).

 

6. Τα ιδεολογήματα του αντιπάλου. Η συγκεκριμένη επιχείρηση εκδίδει ένα περιοδικό το οποίο χαρακτηρίζεται ως «το περιοδικό των εργαζομένων». Σε αυτό καταθέτουν την προσωπική τους εμπειρία εργαζόμενοι της επιχείρησης όπως διευθυντές παραγωγής, ανθρώπινου δυναμικού, μάρκετινγκ και άλλα στελέχη. Δεν υπάρχει όμως καμία συνέντευξη από κάποιον εργάτη από την παραγωγή. Στις σελίδες του περιοδικού αναφέρονται τα εξής:

Διευθυντής εργοστασίου: «Για τους υπαλλήλους μας που είναι κυρίως γυναίκες το εργοστάσιο είναι ένας τόπος συνάντησης για να μπορούν να ξεφύγουν λίγο από την καθημερινότητα του σπιτιού. Πράγματι γίνονται πολλές κουβέντες κατά τη διάρκεια εργασιών αποφλοίωσης (αποφλοίωση γαρίδας). Οι υπάλληλοι μπορούν να προγραμματίσουν τη δουλειά τους με ευελιξία».

Διευθύντρια ανθρώπινου δυναμικού: «Είμαι ήδη 64 χρόνων και θα συνταξιοδοτηθώ σε 3 χρόνια, αλλά απολαμβάνω πάρα πολύ τη δουλειά μου στην επιχείρηση».

Διευθύντρια: «Το ωραίο είναι ότι οι υπάλληλοι εδώ αισθάνονται μεγάλη δέσμευση απέναντι στην επιχείρηση και την ίδια δέσμευση αισθάνονται και απέναντι ο ένας στον άλλον». Είναι η ίδια διευθύντρια η οποία σε συνέντευξή της σε τοπικό ραδιόφωνο ανέφερε ότι ο λόγος εδραίωσης και ανάπτυξης της επιχείρησης στην πόλη μας δεν είναι άλλος από το μεγάλο βαθμό απόδοσης και εργατικότητας των εργαζομένων. Είναι η ίδια διευθύντρια η όποια συμφωνεί με την απεργία ως μορφή κινητοποίησης και διεκδίκησης, αλλά θα επιθυμούσε να προκηρύσσεται σε μη εργάσιμη ημέρα.

 

7. Αναζήτηση «ματιού - αυτιού». Τον πιο σημαντικό ρόλο στο «ξεδίπλωμα» και στην επιτυχία του σχεδίου θα παίξει η επαφή μας μέσα στο χώρο δουλειάς. Θα πρέπει να λειτουργεί με ανεπτυγμένες όλες τις αισθήσεις του για να μπορέσει να μεταφέρει την πιο πλήρη εικόνα. Θα πρέπει να είναι υπόδειγμα εργαζόμενου τόσο σε εργασιακό επίπεδο όσο και στις σχέσεις με τους συναδέλφους, έτσι ώστε να εμπνέει εμπιστοσύνη.

Άρα, συλλέγοντας στοιχεία, αφουγκραζόμενοι όλα όσα μας μεταφέρουν οι επαφές μας, πρέπει να οργανώσουμε τη δράση μας βάσει σχεδίου που θα έχει αρχή, μέση και τέλος.

Η αρχή αφορά τη συστηματική και συνεχή μελέτη του ταξικού αντιπάλου.

Η μέση αφορά τη συσπείρωση και διαφώτιση των εργαζομένων και το τέλος αφορά τις αλλαγές στο επίπεδο της εξουσίας. Για να φτιάξουμε από την αρχή τη δικής μας «τροφική» αλυσίδα.

Όπως ο ταξικός αντίπαλος αξιοποιεί την παραμικρή δυνατότητα που εμφανίζεται για το βάθεμα της εκμετάλλευση των εργαζομένων, έτσι και οι εργαζόμενοι θα πρέπει να αξιοποιούν την παραμικρή δυνατότητα για να συσπειρώνονται εναντίον του.

 

 

ΟΡΙΣΜΕΝΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ «ΠΡΑΣΙΝΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ»

του Γιώργου Π.
μέλους του Συμβουλίου Περιοχής Αττικής της ΚΝΕ

 

Στη θέση 7 αναφέρεται ότι εμφανίζεται στο προσκήνιο η πρόταση για το «πράσινο New Deal» που παρουσιάζεται τόσο ως ανάγκη κρατικής στήριξης νέων επενδύσεων όσο κι ως πεδίο αντιπαράθεσης ανάμεσα στο «νεοφιλελευθερισμό» και τη σοσιαλδημοκρατία. Κάποια στοιχεία για τις εξελίξεις στον κλάδο και την αστική παρέμβαση:

1. Κοινό παρονομαστή αποτελεί η πεποίθηση ότι η Ελλάδα στο όνομα της προστασίας του περιβάλλοντος μπορεί και πρέπει να μετατραπεί σε κέντρο παραγωγής και εξαγωγής καθαρής ενέργειας και ότι στην υλοποίηση αυτής της επιδίωξης οι νέοι πρέπει να πρωτοστατήσουν. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται σε κινήσεις και πρωτοβουλίες σαν αυτές που πραγματοποιήθηκαν από μαθητές πέρυσι, σε πολλές χώρες μεταξύ τους και η Ελλάδα, οι οποίες δείχνουν το δρόμο, όπως λένε, για το ρόλο που πρέπει να επιτελέσουν οι νέοι στη μάχη ενάντια στην κλιματική αλλαγή.

2. Δαπανάται πολύς χρόνος και χρήμα για να εξηγηθεί η ιστορική ευκαιρία της χώρας μας που λόγω ηλιακού κι αιολικού δυναμικού μπορεί να διαμορφωθεί σε ισχυρό ενεργειακό παράγοντα στην περιοχή κι ευρύτερα. Σε αυτή την κατεύθυνση αξιοποιείται η ανάγκη για προστασία του περιβάλλοντος, αλλά και το ότι τα ενεργειακά έργα μπορούν να ενισχύσουν συνολικά την απασχόληση στη χώρα μας με την ανάπτυξη υποδομών σε όλο το εύρος της εφοδιαστικής αλυσίδας. Κοινή βάση για την υλοποίηση των έργων αυτών αποτελεί το γεγονός ότι το κόστος προώθησης των ΑΠΕ είναι μεγάλο και δεν μπορεί να το αναλαμβάνει εξ ολοκλήρου ο παραγωγός.

3. Παρά την κοινή συνισταμένη όλων των αστικών δυνάμεων για το γεγονός ότι η χώρα πρέπει άμεσα να προχωρήσει στην απολιγνιτοποίηση, υπάρχουν έντονες διαφοροποιήσεις για το μείγμα ηλεκτροπαραγωγής που θα διαδεχθεί τη λιγνιτική εποχή. Για το αν θα πρέπει η χώρα μας να στραφεί κυρίως σε ανεμογεννήτριες ή φωτοβολταϊκά και σε ποια αναλογία, αν θα πρέπει να επενδύσει στο φυσικό αέριο, στα «πράσινα αυτοκίνητα» ή ακόμα και σε νέες τεχνολογίες υδρογόνου. Προφανώς οι διάφορες εναλλακτικές ντύνονται με τις θέσεις εργασίας που δημιουργούν, αλλά και συνολικότερα με την άποψη ότι τα ενεργειακά έργα, τύπου Volkswagen στην Αστυπάλαια, είναι η ευκαιρία των νέων για καλύτερο μέλλον.

4. Ιδιαίτερη συζήτηση γίνεται και για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, με το επιχείρημα ότι πρωτοβουλίες που στρέφονται στις επενδύσεις γύρω από ΑΠΕ και νέες τεχνολογίες μπορούν να υπερβούν τη δύσκολη συζήτηση της εξόρυξης υδρογονανθράκων στη ΝΑ Μεσόγειο, που σε λίγα χρόνια θα μοιάζει τελείως ξεπερασμένη, καλλιεργώντας την αντίληψη ότι αφού ξεπερνιούνται αυτές οι πηγές ενέργειας (πετρέλαιο, φυσικό αέριο) θα ξεπεραστούν και οι κόντρες, παραγνωρίζοντας βέβαια το γεγονός ότι σημαντικό αιολικό και ηλιακό δυναμικό βρίσκεται στο Αιγαίο και σχεδιάζεται να αξιοποιηθεί (πλωτές ανεμογεννήτριες - φωτοβολταϊκά).

Με βάση αυτά τα δεδομένα, αλλά και τους στόχους που έχουν θεσπιστεί από την ΕΕ μέχρι το 2030 για υπερδιπλασιασμό των ΑΠΕ στη χώρα μας, γίνεται κατανοητό ότι πρόκειται για ζήτημα που θα είναι στο προσκήνιο τα επόμενα χρόνια, δεδομένου ότι αποτελεί και τομέα που μπορούν ταυτόχρονα να καταστραφούν σημαντικές παραγωγικές δυνάμεις (συμβατικές - λιγνιτικές μονάδες) αλλά και να διοχετευτούν υπερσυσσωρευμένα κεφάλαια. Πρόκειται επίσης για ζήτημα γύρω από το οποίο αναπτύσσεται έντονη διαπάλη και ενδέχεται να κινηθούν μάζες. Το αντιμετωπίσαμε ως ένα βαθμό και στα σχολεία με κινητοποιήσεις που έλαβαν προβολή και στήριξη από διάφορα μέσα και δυνάμεις, αλλά και σε διάφορες περιοχές εγκατάστασης ανεμογεννητριών.

 

Για τη δική μας παρέμβαση:

1. Διαπερνάει το 2ο κείμενο των θέσεων η όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών για το ξεπέρασμα της κρίσης και η προσπάθεια που θα ενταθεί προκειμένου να αξιοποιηθεί σ’ αυτούς τους ανταγωνισμούς ο λαϊκός παράγοντας. Είναι γεγονός ότι όσο πιο σφοδρές γίνονται οι ενδοαστικές κόντρες τόσο πιο επεξεργασμένα θα είναι τα επιχειρήματα που ρίχνονται για να κερδηθεί ο λαός στο ένα ή στο άλλο αστικό στρατόπεδο, τόσο πιο ισχυρά είναι δηλαδή τα δίπολα που στήνονται και άρα πιο δύσκολο να ξεφύγεις από αυτά. Δεν ξεμπερδεύεις με το να χαρακτηρίζεις απλά αυτούς που υποστηρίζουν τη μία ή την άλλη επιχειρηματική προοπτική ή ακόμα και συμμετέχουν ή οργανώνουν διάφορες κινήσεις. Το ζητούμενο είναι να αναπτυχθεί η ικανότητα διεξαγωγής της διαπάλης που θα αξιοποιεί τις ενδοαστικές αυτές κόντρες για να φωτίσει το γεγονός ότι το πρόγραμμα του Κόμματος βάσει των δυνατοτήτων και της τεχνολογικής εξέλιξης είναι αυτό που μπορεί να αξιοποιήσει τις ενεργειακές πηγές της χώρας προς όφελος του λαού και είναι άμεσα υλοποιήσιμο. Ταυτόχρονα χρειάζεται ιδιαίτερη επεξεργασία ώστε να μην ταυτιστεί η θέση του Κόμματος με τον έναν ή τον άλλο αστικό πόλο κι όλα αυτά πάνω στο αναντικατάστατο έδαφος της πάλης ενάντια στον εκάστοτε αστικό σχεδιασμό. Για παράδειγμα, θέλει ειδική επεξεργασία μια κινητοποίηση ενάντια στην εγκατάσταση ανεμογεννητριών, ώστε το αποτύπωμα που θα αφήσει να μην είναι γενικά ότι το Κόμμα είναι ενάντια στην αξιοποίηση τέτοιων μορφών ενέργειας. Να αναδεικνύεται μέσα από τέτοιες πρωτοβουλίες ότι αντιπαλεύουμε το περιεχόμενο της αστικής πολιτικής κι όχι τα μέσα ή τα επιτεύγματα της τεχνολογίας που αυτή χρησιμοποιεί.

2. Η αντιφατικότητα με την οποία αντανακλάται στις συνειδήσεις των νέων η πραγματικότητα που ζουν μπορεί και πρέπει να αποτελέσει για εμάς ευκαιρία ανάδειξης της δικής μας προοπτικής και προϋπόθεση σε αυτό είναι να γίνει διεισδυτικότερη η δική μας παρέμβαση, πιο αποδεικτική και συγκεκριμένη. Για παράδειγμα, αποτελεί κοινή διαπίστωση ότι η ενεργειακή μετάβαση στις ΑΠΕ γίνεται άναρχα, με πολλές φορές τα αντίθετα αποτελέσματα για το περιβάλλον, ωστόσο οι επενδύσεις αυτές αποτελούν στη συνείδηση των νέων μονόδρομο. Δεν απαντιέται το ζήτημα απλά αποκαλύπτοντας ότι πίσω από τη διαμάχη για την ενεργειακή πολιτική που θα ακολουθηθεί κρύβονται οικονομικά συμφέροντα μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων, την ώρα που στην πλειοψηφία των νέων τα συμφέροντα κεφαλαίου κι εργαζομένων κάθε άλλο παρά ασυμβίβαστα είναι. Είναι στοιχεία που προφανώς δεν σχετίζονται αποκλειστικά με δική μας αδυναμία στη διεξαγωγή της διαπάλης, αλλά έχει να κάνει με τις συνολικότερες συνθήκες μέσα στις οποίες αυτή διεξάγεται. Ωστόσο η δική μας παρέμβαση χρειάζεται να είναι προσεκτική ώστε να μην τροφοδοτεί τέτοιες αντιλήψεις.

3. Κολοσσιαία ενεργειακά έργα που αξιοποιούν νέες μορφές ενέργειας ή άλλα τύπου Microsoft σηματοδοτούν για εμάς την επικαιρότητα και την αναγκαιότητα να οργανωθεί η κοινωνία με ριζικά διαφορετικό τρόπο και χρειάζεται να γίνονται αφορμή για να αναδεικνύεται η ανάγκη πάλης για αυτήν την προοπτική.

 

 

ΣΚΕΨΕΙΣ ΚΑΙ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ 21ο ΣΥΝΕΔΡΙΟ

του Σεραφείμ Α. Τσιώνου
ΚΟΒ Βλαχομαχαλά Καρδίτσας

 

Μπροστά στο 21ο Συνέδριο του Κόμματος πρέπει να εξετάσουμε ζητήματα που προέκυψαν από το 20ό Συνέδριο και να διορθώσουμε την τακτική μας εκεί που χρειάζεται.

Την τετραετία που πέρασε μετά το 20ό Συνέδριο και ιδιαίτερα το τελευταίο χρονικό διάστημα το Κόμμα μας έκανε βήματα σε σωστή κατεύθυνση ιδιαίτερα στην τακτική μας στη λειτουργία των πρωτοβάθμιων συνδικαλιστικών οργανώσεων. Στο τρίτο κείμενο των θέσεων και ιδιαίτερα στα κεφαλαία Γ΄ και Δ΄ περιγράφεται αναλυτικά η κατάσταση στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα και το βασικό καθήκον, για την ανάπτυξη και την άνοδο του βαθμού οργάνωσης της εργατικής τάξης. Ιδιαίτερα οι θέσεις 33, 34, 35, 38, 40, 42 και 45 επαναφέρουν τη δοκιμασμένη τακτική για τη συμμετοχή μας και την ενδυνάμωση όλων των πρωτοβάθμιων σωματείων, όχι μόνο αυτών που έχουμε πλειοψηφία. Έστω μετά από δεκαετία επανερχόμαστε στη Λενινιστική τακτική για τη συμμετοχή μας σε όλα τα συνδικάτα. Επίσης ήταν επόμενο σε αυτή την κατάσταση να ατονήσουν οι Λαϊκές Επιτροπές και σωστά δεν αναφέρονται στις θέσεις. Το κύριο βάρος πρέπει να δοθεί στην οργάνωση του συνδικαλιστικού κινήματος, όπως αναφέραμε και παραπάνω.

Διαβάζοντας τις σκέψεις και προτάσεις όλων των συντρόφων και φίλων του Κόμματος που έγραψαν μέχρι τις 28/4/2021, σε άλλα συμφωνώ και σε άλλα δεν ασπάζομαι τις απόψεις. Είναι όλες βεβαίως σεβαστές. Αυτό που μου έκανε εντύπωση είναι ότι ένα μέλος του Πολιτικού Γραφείου έδωσε απάντηση με χαρακτηρισμούς σε σύντροφο πρώην μέλος της ΚΕ που διατύπωσε απόψεις, που κατά την άποψή μου είναι σωστές, για την οργάνωση των συνδικαλιστικών αγώνων. Τέτοιες παρεμβάσεις δεν πρέπει να γίνονται, δε βοηθούν το διάλογο. Εννοείται ότι όλα τα μέλη έχουν τα ίδια δικαιώματα στον προσυνεδριακό διάλογο και δεν πρέπει να γίνονται παρεμβάσεις από τα πάνω. Ενώ δεχόμαστε στελέχη άλλων κινήσεων ή κομμάτων που είχαν διαφορετικές θέσεις από το ΚΚΕ να γράφουν στον προσυνεδριακό διάλογο και δεν τους απαντάμε στα γραφόμενά τους, που έχουμε δικαίωμα, δεν πρέπει να κάνουμε τέτοιες παρεμβάσεις σε συντρόφους γιατί έτσι αδυνατίζει ο διάλογος.

Ένα άλλο ζήτημα που θέλω να αναφερθώ είναι η κριτική που ασκείται πάνω στην ιστορία του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος (ΔΚΚ). Στο δεύτερο κείμενο των θέσεων σε συνδυασμό με ανάλογη πρόσφατη αρθρογραφία του τμήματος διεθνών σχέσεων γίνεται έμμεση κριτική στη στάση της ΕΣΣΔ μετά την εισβολή των Γερμανών ναζί, να δώσει δηλαδή στον πόλεμο το χαρακτήρα του μεγάλου πατριωτικού πολέμου «με αποτέλεσμα η πάλη ενάντια στο φασισμό (…) να αποσυνδεθεί από την πάλη ενάντια στο κεφάλαιο». Τι χαρακτήρα έπρεπε να δώσει; Και ποιος δεν αντιλαμβάνεται τότε στην ΕΣΣΔ αλλά και σήμερα ότι αν νικούσαν οι ναζί θα γκρέμιζαν το σοσιαλισμό και θα παλινόρθωναν τον καπιταλισμό και μάλιστα στη φασιστική του μορφή; Αξίζει να σημειωθεί ότι οι επεξεργασίες του 7ου Συνεδρίου της Διεθνούς το ’35 με την εισήγηση του Γκεόργκι Ντιμιτρόφ αποτέλεσαν τη βάση για τη νικηφόρα πολεμική και πολιτική τακτική του κομμουνιστικού κινήματος στο Β΄ παγκόσμιο πόλεμο με την ταυτόχρονη αποφυγή της απομόνωσής του και τη μαζικοποίηση των ΚΚ και του ΔΚΚ. Και ενώ δεν αμφισβητείται η συνεισφορά της Κομμουνιστικής Διεθνούς [της Τρίτης Διεθνούς ή Κομιντέρν], ακολουθείται μια αρνητική κριτική για το 6ο Συνέδριο της Διεθνούς και κυρίως για το 7ο. Γνωρίζω από τα προηγούμενα ντοκουμέντα ότι το 7ο Συνέδριο έβαλε την πολιτική βάση για την αντιφασιστική συμμαχία των λαών, των αντιφασιστικών κινημάτων και της ΕΣΣΔ, ΗΠΑ, Αγγλίας και η συμμαχία αυτή έφερε τη νίκη, τη μεγάλη νίκη: τη συντριβή του φασισμού και σώθηκε η ανθρωπότητα και η ΕΣΣΔ από τη χειρότερη απειλή που γνώρισε ποτέ ο κόσμος.

Στην παρέμβαση του Τ.Δ.Σ. όμως ή έστω έμμεσα στις θέσεις δεν γράφεται με ποια άλλη πολιτική θα μπορούσε να νικηθεί η παντοδύναμη τότε φασιστική-χιτλερική συμμαχία;! Υπήρχε άλλη δυνατότητα; Υπήρχε άλλη επιλογή για την Τρίτη Διεθνή ή για την ηγεσία της Σοβιετικής Ένωσης και τον σ. Ι. Στάλιν; Αν υπήρχε να γραφτεί ή να ξεκαθαριστεί η όποια εναλλακτική στρατηγική. Μα τι να γραφτεί; Κατά τη γνώμη μου, σε τέτοια μεγάλα ζητήματα, ιστορικά, υπάρχει μια σωστή επιλογή την οποία ακολουθείς –με τους αναγκαίους ελιγμούς όταν δεν υπερέχεις– και ή νικάς ή «πας στον γκρεμό». Και δεν μπορεί η ιστορική αποτίμηση να αλλάζει κάθε φορά που αλλάζει ή επικαιροποιείται το πρόγραμμα και η θέση μας, ξεχνώντας παλιότερες επεξεργασίες και ιστορικές δοσμένες συνθήκες και συνθετότερες καταστάσεις.

Επίσης θέλω να τονίσω τα εξής:

Τα κείμενα των θέσεων είναι μεγάλα (σύνολο 162 σελ.), το αντίστοιχο του 20ού (106 σελ.) και του 16ου (48 σελ.). Μπορεί να γίνει μικρότερο, ως απόφαση πλέον, αν πυκνώσει σε αρκετά σημεία και αποφευχθούν κάποιες επαναλήψεις.

Οι θέσεις χρειάζονται αρκετή δουλειά για την παραπέρα επεξεργασία και επεξήγηση ορισμένων ζητημάτων με σκοπό να εκλαϊκευτούν και να γίνουν περισσότερο κατανοητές όχι μόνο από τα μέλη αλλά και από φίλους του Κόμματος.