Η κυβερνητική πολιτική διακηρύσσει ότι το λιμενικό σύστημα πρέπει, μεταξύ άλλων, να υπηρετήσει το στόχο της ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας των θαλάσσιων μεταφορών, με έμφαση στο τρίπτυχο ασφάλεια - ταχεία εξυπηρέτηση - χαμηλό κόστος. Να ικανοποιήσει στρατηγικές επιλογές όπως:
- Βελτίωση υποδομών και σιδηροδρομική σύνδεση λιμένων για ανάπτυξη συνδυασμένων μεταφορών.
- Αύξηση της εξειδίκευσής τους σύμφωνα με τις ανάγκες του κεφαλαίου στην ευρωενωσιακή αγορά, αλλά και στη σύνδεσή της με άλλες αγορές με ανάδειξη των ελληνικών λιμανιών σε διαμετακομιστικούς κόμβους διακίνησης εμπορευματοκιβωτίων και δημιουργία εμπορευματικών κέντρων
- Ανάπτυξη των θαλάσσιων λεωφόρων της Μεσογείου, στο πλαίσιο των διευρωπαϊκών δικτύων μεταφορών. Ανάπτυξη της ναυτιλίας μικρών αποστάσεων και προώθηση συνδυασμένων μεταφορών.
- Προετοιμασία της ένταξης έργων στα λιμάνια, καθώς και το συντονισμό με ΟΣΕ για την επέκταση των σιδηροτροχιών στα λιμάνια, στα πλαίσια των διευρωπαϊκών Δικτύων μεταφορών.
- Ενίσχυση της ασφάλειας των λιμανιών στα πλαίσια της εφαρμογής SSPS - CODE, των σχετικών κοινοτικών ρυθμίσεων και της συμφωνίας για την ασφάλεια εμπορευματοκιβωτίων (CSI).
- Προσέλκυση ιδιωτικών κεφαλαίων για επενδύσεις στα λιμάνια. Προώθηση έργων λιμενικής υποδομής με «αυτοχρηματοδότηση», εκμετάλλευση της ανωδομής από εταιρίες πέραν των σημερινών φορέων (δημοσίων), εκμετάλλευση και αξιοποίηση για την όλη επιχείρηση ιδιωτικοποίησης της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων (ΕΤΕπ). Ο όποιος ρόλος της θα είναι καθοριστικός, όχι μόνο για τη σύναψη δανείου, αλλά και για να ενθαρρύνει την προσέλκυση επενδυτών από τον ιδιωτικό τομέα. Στο πλαίσιο αυτό υπογράφτηκε το πρωτόκολλο σύναψης δανείου με την ΕΤΕπ, ύψους 3 δισ. ευρώ για τη χρηματοδότηση του συνολικού προγράμματος εκσυγχρονισμού των λιμανιών ύψους 6 δισ. ευρώ.
Πρώτιστος στόχος της κυβερνητικής πολιτικής αποτελούν οι Συμπράξεις Δημόσιου και Ιδιωτικού Τομέα (ΣΔΙΤ) για «συγχρηματοδοτούμενα» έργα.
Οπως ήδη αναφέρθηκε, δεν έχει ακόμη ψηφιστεί η οδηγία για την «απελευθέρωση της αγοράς λιμενικών υπηρεσιών», η οποία απορρίφθηκε το 2004, λόγω και ενδοκαπιταλιστικών αντιθέσεων εφοπλιστικού και μεγάλου ναυτιλιακού κεφαλαίου διαμέσου των κυβερνήσεων, αλλά και αντιδράσεων από τους λιμενεργάτες και τους ναυτεργάτες στις χώρες της ΕΕ.
Ωστόσο, τόσο οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ όσο και της ΝΔ, μετά την ένταξη της Ελλάδας στην ΟΝΕ, κινήθηκαν στη γραμμή της απελευθέρωσης, της «αποκρατικοποίησης» και της ένταξης των λιμανιών σε ένα διευρωπαϊκό δίκτυο μεταφορών. Στόχος της πολιτικής του κεφαλαίου είναι να συμβάλει στη λειτουργία της «εσωτερικής» ευρωενωσιακής αγοράς, στην ενίσχυση της οικονομικής και κοινωνικής συνοχής, στη διευκόλυνση και παραμερισμό των όποιων εμποδίων στη διακίνηση (κεφαλαίων, εμπορευμάτων, προσώπων, υπηρεσιών). Υπηρετεί τη νέα ιμπεριαλιστική τάξη πραγμάτων στην περιοχή, οικονομική και στρατιωτική διείσδυση σε Βαλκάνια, Μέση Ανατολή, Παρευξήνεια περιοχή - Κασπία, τη σύνδεση με χώρες της διεύρυνσης προς τα βόρεια στην Κεντρικοανατολική Ευρώπη.
Βασικό στοιχείο της αστικής πολιτικής για τα λιμάνια είναι και οι αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις σε βάρος των εργαζομένων: Ευέλικτες μορφές απασχόλησης (διευθέτηση του ημερήσιου και εβδομαδιαίου χρόνου εργασίας, κατάργηση της σταθερής, μόνιμης με πλήρη δικαιώματα εργασίας), αφαίρεση ασφαλιστικών κατακτήσεων, κατάργηση κανονισμών εργασίας, μείωση του αριθμού εργαζομένων, εντατικοποίηση της εργασίας, γενίκευση των 8μηνιτών εργαζομένων και άλλα με στόχο την απόσπαση μεγαλύτερης απόλυτης και σχετικής υπεραξίας.
Παράλληλα αυτή η πολιτική πλήττει εκτός από τους εργατοϋπαλλήλους και μια σειρά αυτοαπασχολούμενους και μικροεπιχειρηματίες σε συμπληρωματικές εργασίες στη Ναυπηγοεπισκευή.
Είναι χαρακτηριστικό, όσον αφορά τον ΟΛΠ, ότι με διαρκώς μειούμενο το προσωπικό από το ’89 και δώθε, έχουμε αύξηση του μεταφορικού έργου και σταθερή κερδοφορία με σταθερά τα τιμολόγια από το 1997. Ετσι με προβλεπόμενες θέσεις εργασίας 4.597 το 1989 και καλυμμένες 3.500 σήμερα απασχολεί περίπου 1.800 εργαζόμενους. Η πραγματικότητα είναι οι γενικευμένες διπλοβάρδιες, η βάρβαρη παραβίαση της εργατικής νομοθεσίας κ.ά. Ετσι, τα προ φόρων κέρδη, σύμφωνα με τους δημοσιευμένους ισολογισμούς, ανέρχονται: το 2001 σε 28.771 χιλ. ευρώ, το 2002 σε 30.070 χιλ. ευρώ και το 2004 σε 24.082 χιλ. ευρώ.
Αλλη τάση, ευδιάκριτη τουλάχιστον στον ΟΛΠ και ΟΛΘ, είναι να μεταφέρονται λιμενικές εργασίες συντήρησης και επισκευής σε εργολαβίες, όπου κυριαρχεί η «μαύρη εργασία».
H όλη παρέμβαση γίνεται με ένταση της ιδεολογικής επίθεσης περί «ανταγωνιστικότητας» για κατάκτηση ή διαφύλαξη μεριδίου διαμετακόμισης σε σχέση με άλλα ανταγωνιστικά λιμάνια στο εσωτερικό της χώρας, στη Μεσόγειο και τα Βαλκάνια, περί «κοινού συμφέροντος» σε αυτούς τους στόχους.
Προβάλλονται ως «εθνικοί» υπερταξικοί στόχοι, οι άξονες της κεφαλαιοκρατικής λιμενικής πολιτικής. Γι’ αυτό επιστρατεύονται ο οπορτουνισμός και ο κυβερνητικός και εργοδοτικός συνδικαλισμός.
Ο ΣΥΝ υποστηρίζει την πολιτική της «επιχειρηματικότητας» και της «ανταγωνιστικότητας» με επενδύσεις και «εκσυγχρονισμούς» με «ανάλυση κόστους ωφέλειας» των δραστηριοτήτων των λιμανιών και εφαρμογή κατάλληλης πολιτικής. Μιλάει για «δημόσιο χαρακτήρα» και ευελιξία και ισχυρίζεται ότι τα μέτρα που παίρνονται είναι απόρροια επιλογής του νεοφιλελεύθερου μοντέλου, «είναι μια καθαρά πολιτική επιλογή η οποία τάχα δεν επιβάλλεται από την αντικειμενική πραγματικότητα»[9].
Δηλαδή, στις φράσεις συνταιριάζει τους στόχους του κεφαλαίου με μια ασαφή οπορτουνιστική θέση περί «δημοσίου». Δικαιώνει τη στρατηγική της Ευρωπαϊκής Ενωσης και των κυβερνήσεων για λογαριασμό του κεφαλαίου, ρίχνοντας τα πυρά της κριτικής του στο «νεοφιλελεύθερο μοντέλο». Δεν αναγνωρίζει ότι τα μέτρα που παίρνονται υπαγορεύονται από τις σύγχρονες ανάγκες της κεφαλαιοκρατικής αναπαραγωγής. Καταλήγει έτσι να σκορπίζει αυταπάτες για να εγκλωβίσει τελικά σε ταυτόσημες επιλογές με αυτές της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ. Χαρακτηριστικό είναι ότι υποστηρίζει το real estate (αγορά ακινήτων) για την «αξιοποίηση», όπως υποστηρίζει, κτιρίων της λιμενικής ζώνης, πολιτική που προετοίμασε το ΠΑΣΟΚ και έχει σε προτεραιότητα η σημερινή κυβέρνηση της ΝΔ. Σε τελευταία ανάλυση, ο ΣΥΝ συνταυτίζεται με τις στρατηγικές επιλογές του κεφαλαίου, της ΕΕ, ως προς το ερώτημα «ανάπτυξη για ποιόν»;