Κατ’ αρχήν επισημαίνω πως, όταν σχολιάζεται η θεαματικότητα αυτών των «παιχνιδιών», συνήθως παραβλέπεται τόσο η ιστορική τους εξέλιξη (αλλά και η πορεία διαμόρφωσης των ΜΜΕ γενικά), όσο και οι πολλές πολιτικές και κοινωνικές συνιστώσες που την καθορίζουν. Πραγματικά, αν προσπαθήσουμε να ερμηνεύσουμε τη θεαματικότητα χωρίς να αναφερθούμε στην ιστορική διαδρομή και στο ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον, τότε το πρόβλημα μοιάζει με ανεξιχνίαστο μυστήριο. Και, όταν ένα κοινωνικό πρόβλημα μοιάζει απροσπέλαστο, τότε δημιουργείται αυθόρμητα η τάση να το αποδεχτούμε ως «πραγματικότητα».
Παρακάτω, θα σκιαγραφήσω σε αδρές γραμμές τις συνιστώσες εκείνες που νομίζω πως είναι οι σημαντικότερες και που μας επιτρέπουν να προσεγγίσουμε το ερώτημα:
α. Τα τηλεπαιχνίδια εμφανίστηκαν ιστορικά, από την αρχή της λειτουργίας της τηλεόρασης. Τότε είχαν μια μορφή που μπορούμε να την ονομάσουμε «κλασική». Στην κλασική τους μορφή τα τηλεπαιχνίδια ονομάστηκαν επίσης «παιχνίδια γνώσεων» και πρόσφεραν χρηματικό έπαθλο σε «παίκτες», όταν αυτοί κατάφερναν να απαντήσουν σε δύσκολες ερωτήσεις εγκυκλοπαιδικού χαρακτήρα. Ο «παίκτης» δεν ξεπουλούσε ασφαλώς, την αξιοπρέπειά του, διακινδύνευε μόνο να ντροπιαστεί μπροστά στο κοινωνικό του περιβάλλον αν δεν κατάφερνε να ανταποκριθεί. Το ρίσκο αυτό δεν παραβίαζε κατακτημένους πολιτισμικούς κανόνες και γινόταν εύκολα αποδεκτό από την κοινωνία. Πέρασαν λοιπόν αρκετές δεκαετίες προτού συμβεί η πρώτη μετάλλαξη (ανάμεσα στις μεταλλάξεις υπήρχαν πάντα τα ενδιάμεσα βήματα που συσσώρευαν μικρές, ποιοτικές αλλαγές).
Σταδιακά, οι ερωτήσεις των παιχνιδιών γινόταν όλο και πιο εύκολες, ενώ ταυτόχρονα η «οικειότητα» του τηλεπαρουσιαστή προς το διαγωνιζόμενο, όλο και μεγάλωνε. Τα παιχνίδια έπαψαν να είναι «γνώσεων» και ο «παίκτης» κατέληξε να επιλέγει μόνο «την κουρτίνα ένα ή την κουρτίνα δύο», όπου η κατάκτηση του επάθλου ήταν ζήτημα τύχης. Οσο πιο εύκολα και τυχερά γινόταν τα παιχνίδια, τόσο ο τηλεπαρουσιαστής «έπαιρνε το ελεύθερο» να κοροϊδεύει τους συμμετέχοντες και, πολλές φορές, να τους εξευτελίζει. Τότε, ακούστηκαν για πρώτη φορά κάποιες άτονες διαμαρτυρίες. Σε πολύ σύντομο χρόνο, ακολούθησε η δεύτερη μετάλλαξη.
Κατ’ αυτήν, ο συμμετέχων δεν κέρδιζε καν χρηματικό έπαθλο, αλλά κάτι άλλο, ίσως πολύ ευτελές και ο τηλεπαρουσιαστής τον εξευτέλιζε έντονα και επίμονα καθ’ όλη τη διάρκεια της εκπομπής. Αναφέρομαι σε εκπομπές τύπου «Συνοικέσιο», όπου η διαπόμπευση των συμμετεχόντων ήταν προφανής και προκαλούσε διάφορα ερωτηματικά (π.χ.: «γιατί αυτοί οι άνθρωποι δηλώνουν συμμετοχή;», «πόσο χαμηλό είναι το επίπεδο της ελληνικής κοινωνίας;» κλπ.) και ποικίλες αντιδράσεις. Παρά ταύτα, οι εκπομπές λειτούργησαν και επιβλήθηκαν με τη συνήθεια, πλουτίζοντας το ρεπερτόριό τους με «γυάλινους τοίχους», «συγγνώμες» και ό,τι άλλο, προσφέροντας στους μεν συμμετέχοντες απλώς «υπηρεσίες» και όχι χρήματα, στους δε θεατές την ελαστικοποίηση των αισθητικών τους κριτηρίων. Από εκεί κι έπειτα, ο δρόμος για το «Big Brother» ήταν ορθάνοιχτος.
Η μορφή των εκπομπών ακολούθησε επίσης μια ανάλογη πορεία, προς την όλο και πιο εξατομικευμένη και εξαντλητικά παρουσιασμένη λεπτολόγηση. Οσο περισσότερο οι εκπομπές παραβίαζαν την ατομική ζωή του «παίκτη» και την απέκδυαν από την αξιοπρέπειά της, τόσο περισσότερο την έδειχναν αναλυτικά, όλο και πιο λεπτομερειακά.
Συνεπώς, το «Big Brother» δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία. Μια ολόκληρη σειρά σταδιακών «διολισθήσεων», από το κλασικό «παιχνίδι γνώσεων» μέχρι την «κυρία» Ανίτα Πάνια, προσπαθούσε να προετοιμάσει την καθαυτό υποτίμηση δηλαδή να κουρελιάσει τα πολιτισμικά ήθη, να απο-ευαισθητοποιήσει την κοινωνία και να δημιουργήσει μια γενιά καινούργιων «παικτών» που είναι διατεθειμένοι να εκχωρήσουν τα πάντα.
Παρ’ όλα αυτά, οι αντιδράσεις στον «Big Brother» ήταν πολλές και έντονες (αν και συνήθως ασκούσαν κριτική σε α-ταξική βάση, χωρίς ταυτόχρονα να δραστηριοποιούνται πρακτικά). Οι καναλάρχες αντέδρασαν επιθετικά: πολλαπλασίασαν τα «παιχνίδια» και περιόρισαν το χρονικό διάστημα που θα έπρεπε να μεσολαβεί ανάμεσά τους, ώστε να επιβάλλουν με το στανιό το προϊόν τους. Ολο και πιο πολλά κανάλια άρχισαν να ασχολούνται με αυτές τις εκπομπές, όλο και πιο αναλυτικά. Τέλος, οι εκπομπές οι ίδιες ευτελίστηκαν ακόμη περισσότερο, άρχισαν να διαφημίζουν περισσότερο επίμονα τις πλέον αναξιοπρεπείς στιγμές των «παιχτών». Σε σχέση με την εξέλιξή του, ο αρχικός «Big Brother» μοιάζει κιόλα, αρκετά «αθώος».
Κάποια κανάλια αποφάσισαν να δώσουν «βήμα» στις αυθόρμητες καταδίκες του «Big Brother». Ετσι, αφ' ενός καρπώνονται την επικαιρότητα των «παιχνιδιών» για να ανεβάσουν τη δική τους τηλεθέαση και αφ' ετέρου προσπαθούν να στρέψουν την ιδεολογική διαπάλη, ώστε να μη διεξάγεται στο κοινωνικό πεδίο (όπου ενδέχεται να εμπλουτιστεί και να γίνει πιο εύστοχη), αλλά μέσα από τα «παράθυρα» και επί της οθόνης (δηλαδή με τρόπο που να ενισχύει τα κέρδη των ΜΜΕ).
Αν οι εκπομπές τύπου «Big Brother» επιβληθούν με τη δύναμη της συνήθειας και αν η κριτική τους μείνει στο επιδερμικό επίπεδο στο οποίο κινείται (και ανεξάρτητα από το αν η τηλεθέασή τους θα ανέβει ή θα πέσει), η επόμενη μετάλλαξή τους θα είναι απείρως χειρότερη, θα είναι ανείδωτη.
Στο μεταξύ, δημιουργούν νέα κατάσταση στο τηλεοπτικό πεδίο συνολικά, καθώς το στρέφουν να γίνεται όλο και πιο «γαργαλιστικό» και σκανδαλοθηρικό (στρέφοντας υποχρεωτικά ακόμη και τις πολιτικές εκπομπές προς τη σκανδαλοθηρία και αναδεικνύοντας «αυθόρμητα» το Μ. Τριανταφυλλόπουλο ως πρωταγωνιστή). Ασφαλώς, δημιουργούν επίσης μια νέα κατάσταση στον πολιτισμό της κοινωνίας μας γενικά.
β. Ενας άλλος αποφασιστικός παράγοντας που προετοίμασε το έδαφος για εκπομπές τύπου «Big Brother» ήταν, κατά τη γνώμη μου, ο νεοφιλελευθερισμός, ειδικά έτσι όπως εκφράστηκε από το «σοσιαλιστικό» ΠΑΣΟΚ. Φυσικά και η ΝΔ, ως παραδοσιακά νεοφιλελεύθερο κόμμα είχε και έχει τη δική της συμβολή στην καλλιέργεια του εδάφους ως κυβέρνηση και αξιωματική αντιπολίτευση, γενικότερα με τη δράση της στην ελληνική κοινωνία.
Κατά τη 10ετία του ’80, με την τότε διακυβέρνηση από το ΠΑΣΟΚ, έγιναν αποφασιστικά βήματα στην ενσωμάτωση των λαϊκών μαζών στο σύστημα, μεγάλα τμήματα εργαζομένων αποστρατεύθηκαν, η ισχυροποίηση του ρεφορμισμού αποδυνάμωσε το συνδικαλιστικό κίνημα, η ταξική εργατική συνείδηση υποχώρησε, δημιουργήθηκε έτσι το κατάλληλο έδαφος για την επέλαση της πολιτικής των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων που συνιστούν την ουσία της νεοφιλελεύθερης διαχείρισης.
Ακολουθώντας μια προδιαγεγραμμένη πορεία το ΠΑΣΟΚ, πέρασε στην πιο ωμή υπεράσπιση του νεοφιλελευθερισμού, με ιδεολογήματα τα οποία είναι απολύτως συναφή με το κλίμα του ηθικού αμοραλισμού της τηλεόρασης. Ενα -μόνο- παράδειγμα: Χρόνια τώρα η κυβέρνηση διακηρύσσει πως το ξεπούλημα των πάντων (του Οτσαλάν, της κρατικής περιουσίας, της εθνικής ανεξαρτησίας και αξιοπρέπειας, των συνόρων, των συνταγματικών πολιτικών και ατομικών δικαιωμάτων) και η εκκαθάριση κάθε λαϊκής κατάκτησης είναι μια επικερδής πράξη που μετατρέπει τη χώρα μας σε μια «ισχυρή Ελλάδα». Επίσης, πως η εθελούσια υποταγή των λαϊκών δυνάμεων στη «νέα τάξη» είναι συμπεριφορά «σώφρον», «καλή» και «συμφέρουσα». Στο βαθμό που τέτιου είδους συνθήματα βρίσκουν έδαφος στο λαό, είναι φυσικό να ανατροφοδοτούν μια ανάλογη ατομική συμπεριφορά και στάση: αν ο λαός συνολικά κερδίζει από το ξεπούλημα και την υποταγή, γιατί είναι κακό να κερδίζει κάποιος πολίτης ατομικά από το ξεπούλημά του;
Την ίδια κατεύθυνση ενίσχυσε η κυβερνητική πρακτική της σοσιαλδημοκρατίας: Υποχρέωσε τους ανθρώπους να παρακαλούν το ρουσφέτι, να ξεπουλούν την ψήφο τους και την αξιοπρέπειά τους στα γραφεία των βουλευτών, να εξαργυρώνουν τη συνείδησή τους για μια θέση εργασίας (δηλαδή, για μια θέση όπου θα γίνουν αντικείμενο εκμετάλλευσης). Στη βιάση της να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα της κυρίαρχης τάξης, έκανε εξαιρετικά έκδηλο ότι η αστική πολιτική, στο έδαφος του καπιταλισμού που σαπίζει, έχει μετατραπεί σε αμοραλιστική επιχείρηση.
Η αστική πολιτική εκμαυλίζει καθημερινά και υποτάσσει ένα τμήμα της κοινωνίας, το οποίο γίνεται έτσι ανεκτικό στον εκμαυλισμό και την υποταγή. Αντικειμενικά, η ταπείνωση του λαού για την απλή επιβίωση δημιουργεί το πρόσφορο κοινωνικό έδαφος για την προβολή της ταπείνωσης έναντι αμοιβής. Και αντιστρόφως: η προβολή του ανταμειβόμενου εξευτελισμού διαδίδει την ταπείνωση ως κοινωνικό «ιδανικό», ενώ ταυτόχρονα απενοχοποιεί εκείνα τα κοινωνικά στρώματα για τα οποία το ξεπούλημα είναι καθημερινή πρακτική επιβίωσης (το απλό ρουσφέτι είναι ένα τίποτα μπροστά σε αυτά που κάνουν οι «παίκτες» για το χρήμα).
Πολύ σημαντικός παράγοντας που επιτάχυνε τον κατήφορο ήταν η επικράτηση της αντεπανάστασης στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες και η επακόλουθη υποχώρηση των αξιών και ιδανικών της πρωτοπόρας τάξης στη συνείδηση των λαϊκών δυνάμεων.
Η πολιτική του νεοφιλελευθερισμού τρέφεται λοιπόν από τη δοξολογία της υποταγής, τη διαστρέβλωση των εννοιών και του πολιτισμού, ενώ ταυτόχρονα τα τρέφει, ιδεολογικά και πρακτικά, δημιουργώντας το κατάλληλο έδαφος που πάνω του «ανθίζουν» οι «big brother». (Επειδή δεν είναι όλη η κοινωνία εκμαυλισμένη -για λόγους μιας μακράς λαϊκής παράδοσης αλλά και εξ' αιτίας της επίμονης συμβολής των κομμουνιστών- γι' αυτό και οι αντιδράσεις στις εκπομπές ήταν πολλές και έντονες).
γ. Η ανάλυση των εκπομπών μας έδειξε απτά, πως συνιστούν μια επιθετική υπεράσπιση του καπιταλισμού: Προβάλλουν την «ηθική» αρχή πως το χρήμα είναι ο θεός και το μέτρο της αξίας των πάντων, ενώ ταυτόχρονα εξευτελίζουν τον άνθρωπο και επιδεικνύουν τις πιο ταπεινές πλευρές του. Προβάλλουν το ξεπούλημα ως μια καλή και επικερδή πράξη, η οποία αναδεικνύει τον εθελούσιο δούλο σε κοινωνικό πρότυπο. Ο ανταγωνισμός αναδεικνύεται σε κανόνα της ατομικής συμπεριφοράς και σε παράγοντα κοινωνικής ανόδου, ενώ η πολιτική και κοινωνική ευαισθησία προβάλλονται ως στάσεις περιττές και άσχετες με την προσωπική και κοινωνική επιτυχία. Η επιδερμικότητα-επιτήδευση στις ανθρώπινες σχέσεις προβάλλεται ως «φυσιολογική» συμπεριφορά και κοινωνικός κανόνας. Αυτή η ιδεολογία και η «ηθική» προβάλλονται παραστατικά και έμμεσα, όμως προβάλλονται επιθετικά, ως στάσεις όμορφες και καταξιωμένες.
Προκύπτει λοιπόν, πως οι εκπομπές αυτές, ως τμήμα του ελεύθερου χρόνου (στην εποχή της απόλυτης κυριαρχίας των ΜΜΕ στον ελεύθερο χρόνο), συνιστούν το απαραίτητο αλλοτριωτικό συμπλήρωμα του εργάσιμου χρόνου.
Πράγματι, στην παραγωγική διαδικασία γεννιούνται ταυτόχρονα δύο αντίθετες στάσεις ζωής: Ευρισκόμενος στην ίδια θέση με τους ομοίους του, ο εργάτης βιώνει αυθόρμητα τη συναδελφικότητα και την αλληλεγγύη που, σε στιγμές όξυνσης της ταξικής πάλης, οδηγούν μέχρι τη συντροφικότητα, τον αλτρουισμό και την αυτοθυσία. Ταυτόχρονα, όμως, επειδή αναγκάζεται να πουλήσει ένα κομμάτι του εαυτού του για να ζήσει, διδάσκεται επίσης αυθόρμητα τον ανταγωνισμό με τους όμοιούς του, το συμβιβασμό, τη δύναμη επιβολής που διαθέτει το χρήμα. Η ηθική της κυρίαρχης τάξης που διακρίνεται από τη θέωση του χρήματος και τον ακραίο ανταγωνισμό, διαποτίζει αυθόρμητα τις κατώτερες τάξεις.
Η διασκέδαση που προσφέρουν τα ΜΜΕ κατά τη διάρκεια του ελεύθερου χρόνου, άπτεται και συμπληρώνει μόνο αυτή, τη δεύτερη στάση ζωής που ο εργαζόμενος αναπτύσσει αυθόρμητα κατά την παραγωγική διαδικασία, ενώ εναντιώνεται ξεκάθαρα στην πρώτη και την εμφανίζει τουλάχιστον ως περιττή και ανόητη. Το συμπέρασμα αυτό δεν αφορά ασφαλώς μόνο στις εκπομπές που συζητάμε, αλλά προκύπτει από τη μελέτη κάθε πλευράς των ΜΜΕ.
Αν λοιπόν στην παραγωγική διαδικασία γεννιούνται αυθόρμητα οι ιδέες της παντοδυναμίας του χρήματος και οι «αξίες» της υποταγής, οι εκπομπές του είδους τις πολλαπλασιάζουν και τις αναμεταδίδουν επίμονα, ώστε να συνοδεύουν τον άνθρωπο σαν κατάρα σε όλη τη διάρκεια της ζωής του. Οι εκπομπές αυτές όντως δείχνουν την πραγματικότητα, όμως δείχνουν μόνο τη μισή αλήθεια της, που ισοδυναμεί με ένα ολόκληρο ψέμα.
Συμπεραίνουμε, λοιπόν, πως οι εκπομπές τύπου «Big Brother» είναι αποτέλεσμα της εξέλιξης των τηλεοπτικών εκπομπών (άρα προμηνύουν μια νέα εξέλιξη), όπως επίσης είναι αποτέλεσμα της συγκεκριμένης πολιτικής κατάστασης και του συγκεκριμένου κοινωνικού συστήματος τα οποία ανατροφοδοτούν. Με δυο λόγια, είναι συνέπεια της κυριαρχίας μιας αντικοινωνικής και ξεπεσμένης κοινωνικής τάξης. Ως φαινόμενο, συνιστούν έκφραση της υποδούλωσης των ανθρώπων, έκφραση της δυστυχίας και της άγνοιάς τους, έκφραση της αδυναμίας της εργατικής τάξης να βάλει τώρα τη δική της σφραγίδα στην κοινωνική εξέλιξη. (Ασφαλώς, συνιστούν επίσης αποτέλεσμα της αδυναμίας οργανωμένης έκφρασης των όποιων αντιρρήσεων, πρόβλημα που θα το συζητήσουμε πιο κάτω).
Οι εκπομπές αυτές και η πραγματικότητα είναι, κατά μία έννοια, ομοειδείς και συμπληρωματικές, στο βαθμό που η πραγματικότητα (του καπιταλισμού) επίσης ευτελίζει τον άνθρωπο και τον πολιτισμό. Ο θεατής δε «δραπετεύει» στο «Big Brother» για να αποφύγει την πραγματικότητα, αλλά επειδή έχει διαμορφωθεί από την πραγματικότητα, έτσι ώστε να μην μπορεί να τον αποφύγει. Η παραγωγική του δραστηριότητα και το σύνολο της κοινωνικής ζωής τον αλλοτριώνουν έτσι, ώστε να μη μπορεί να αποφύγει την αλλοτρίωση στον ελεύθερο χρόνο. Σε μια κοινωνία θεμελιωμένη πάνω στην αθλιότητα, η αθλιότητα κυριαρχεί υποχρεωτικά σε όλες τις πλευρές της κοινωνικής ζωής. Οι εκπομπές συνιστούν το επιφαινόμενο ενός πολιτισμού, γι’ αυτό και εκφράζουν την ουσία του.
Η κριτική που ασκείται στα κανάλια, εκείνα που υποτίθεται πως είναι αντίθετα, είναι εκ των πραγμάτων επιφανειακή, γιατί ακριβώς παραβλέπει τη σχέση των εκπομπών με τον εργάσιμο χρόνο και με το ευρύ κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο. Οι προσκεκλημένοι στύβουν καθημερινά το μυαλό τους για να επινοήσουν επιχειρήματα και επειδή κανένα δε μοιάζει αρκετά συντριπτικό, επανέρχονται την επόμενη με μεγαλύτερες καταδικαστικές μεγαλοστομίες. Προφανώς, το ζήτημα (παρ’ ότι προϋποθέτει την ανάλυση και την ερμηνεία του φαινομένου) δε θα κριθεί στον τομέα της κριτικής (ούτε βέβαια σε νομικό επίπεδο ή από το ΕΣΡ), αλλά στο πεδίο της ταξικής πάλης.
Το επιχείρημα που λέει πως η τηλεθέαση διαμορφώνεται κυρίως από τα παιδιά ηλικίας του δημοτικού ή του γυμνασίου, εκτός του ότι είναι περίπου αδύνατο να ευσταθεί, είναι επίσης ένα μάλλον «βολικό» επιχείρημα, που απενοχοποιεί τους ενήλικες και συσκοτίζει τις συνιστώσες που δημιουργούν το πρόβλημα.
Τα άλλα επιχειρήματα, εκείνα που υπερασπίζονται το «αναφαίρετο δικαίωμα» των καναλαρχών να επιβάλλουν στην κοινωνία ό,τι τους συμφέρει, δεν τα σχολιάζω καθόλου. Σημειώνω μόνο, ότι είναι απολύτως συναφή και συγγενικά με τα ιδεολογήματα υπεράσπισης της ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής, γενικά.