Στο πλαίσιο της σύγχρονης φιλολογίας και προπαγάνδας περί της τρομοκρατίας ως «νέου αόρατου εχθρού», που συνοδεύει την εκστρατεία των κυρίαρχων ιμπεριαλιστικών κύκλων για την καταστρατήγηση των δημοκρατικών δικαιωμάτων και λαϊκών ελευθεριών σε ολόκληρο τον κόσμο, ξεχωριστή - κεντρική ίσως, κατά μία έννοια - θέση κατέχει η αντίληψη περί της «ισλαμικής τρομοκρατίας» και του «ισλαμικού φονταμενταλισμού» ως απειλής για τη δημοκρατία και την ελευθερία του λεγόμενου «δυτικού κόσμου». Είναι βέβαια, νομίζω, σε όλους μας εδώ φανερό το πού στοχεύει όλη αυτή η φιλολογία. Ωστόσο έχει νόημα κατά τη γνώμη μου να αναφερθούν κάποια, λίγα έστω, στοιχεία -δεδομένου του περιορισμένου χρόνου- γύρω από τα λεγόμενα «ισλαμικά» πολιτικά κινήματα και οργανώσεις, την ουσία τους, τις κοινωνικές και ταξικές τους καταβολές, καθώς και τις μεθόδους και μορφές πάλης που ασκούν. Το θέμα βέβαια είναι πολύπλευρο και πολυδιάστατο και μόνο τηλεγραφική και σχηματική μπορεί να είναι -στο πλαίσιο της σημερινής ημερίδας- αυτή η αναφορά.
Ολη η φιλολογία περί ισλαμικού φονταμενταλισμού έχει σαν κύριο χαρακτηριστικό ότι τοποθετεί το όλο ζήτημα σε βάση πολιτισμική και το απομακρύνει από κάθε είδους κοινωνική, ταξική και πολιτική ανάλυση και εξήγηση. Το περίφημο ιδεολόγημα περί «σύγκρουσης των πολιτισμών» του Χάντιγκτον είναι μόνο ένα από τα πολλά παρόμοια ιδεολογήματα, δεξιά και «αριστερά», που κινούνται σε αυτή την κατεύθυνση. Ωστόσο, το θέμα είναι κάθε άλλο παρά πολιτισμικό, έχει βαθύτατες κοινωνικο-ταξικές αιτίες και ρίζες.
Τα πραγματικά ερωτήματα που καλούμαστε να απαντήσουμε είναι τα εξής: Γιατί και πώς εμφανίζονται αυτά τα ισλαμικά πολιτικά (και γενικά τα πολιτικο-θρησκευτικά) κινήματα, κόμματα και οργανώσεις σήμερα; Τι είδους κοινωνικές ανάγκες (και ποιων τάξεων και στρωμάτων) εξυπηρετούν και γιατί αποκτούν μαζική βάση σε ορισμένες χώρες;
Τα κινήματα αυτά άρχισαν να εμφανίζονται στη σημερινή τους μορφή στα τέλη της δεκαετίας του 1960 - αρχές του 1970. Οφείλονται στην κρίση και υποχώρηση κοσμικών κινημάτων σε προοδευτική κατεύθυνση, όπως του λεγόμενου «παναραβισμού» και αραβικού, ιρανικού κ.ο.κ. εθνισμού (που βρισκόταν στη βάση της πολιτικής της Αιγύπτου του Νάσερ, της Συρίας, της Λιβύης, της Τυνησίας, της Αλγερίας, του Ιράκ, του Ιράν της εποχής του Μοσαντέκ κλπ.). Αυτά ήσαν κινήματα που στόχευαν στην εθνική ανεξαρτησία, στην απόκρουση της αποικιοκρατίας και νεοαποικιοκρατίας και που αντιμάχονταν τόσο τις ιμπεριαλιστικές χώρες, όσο και τα αντιδραστικά φιλοϊμπεριαλιστικά καθεστώτα στην περιοχή της Β. Αφρικής και της Εγγύς και Μέσης Ανατολής (Σαουδική Αραβία, Πακιστάν, Ιράν του Σάχη, Ιορδανία, Κουβέιτ και άλλα καθεστώτα του Περσικού Κόλπου). Τα προοδευτικά αυτά κινήματα είχαν αρκετές επιτυχίες, στηριζόμενα και στη βοήθεια του σοσιαλιστικού στρατοπέδου και της ΕΣΣΔ. Οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις αντέδρασαν σε αυτές τις επιτυχίες. Τα αντιδραστικά καθεστώτα της περιοχής ενισχύθηκαν με κάθε τρόπο. Ακόμη, δόθηκε ιδιαίτερο βάρος στην ενίσχυση των πιο συντηρητικών και αντιδραστικών θρησκευτικών καταβολών και μηχανισμών στις κοινωνίες αυτές, σαν αντίβαρο στην ανάπτυξη του αντιαποικιοκρατικού κινήματος και των σοσιαλιστικών ιδεών (εκείνη την εποχή γινόταν λόγος ακόμη και για «ισλαμικό σοσιαλισμό», από μια μερίδα ριζοσπαστικοποιημένων μεσαίων στρωμάτων των κοινωνιών αυτών).
Το αντιιμπεριαλιστικό κίνημα στη συνέχεια δοκίμασε μια σειρά από νέες δυσκολίες και ήττες, με συνέπεια να υποχωρήσει σε αρκετές χώρες στις δεκαετίες του 1970-80. Μετά το 1989 η κατάσταση ανατράπηκε οριστικά, με αποτέλεσμα να υπάρξει σημαντική κοινωνική, πολιτική και πολιτιστική οπισθοδρόμηση σε όλη αυτή την περιοχή.
Το πρώτο στοιχείο που πρέπει να σημειώσουμε, λοιπόν, είναι πως τα πολιτικο-θρησκευτικά κινήματα ισλαμικού τύπου ενισχύθηκαν σαν αντίβαρο σε προοδευτικές πολιτικές και ιδεολογικές διεργασίες σε μια σειρά χώρες (αραβικές, αλλά και Τουρκία, Ιράν, Αφγανιστάν, εννοείται στο Πακιστάν, κλπ.).
Το δεύτερο όμως στοιχείο ή πλευρά που πρέπει να έχουμε υπόψη μας και που είναι και η πιο σημαντική, αφορά στις κοινωνικές αλλαγές και μετασχηματισμούς που επήλθαν σε αυτές τις χώρες, σε συνθήκες ιστορικής μετάβασης και ανάπτυξης των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων και υπό το καθεστώς έντονης οικονομικής κρίσης και συστηματικής απομύζησης των πόρων τους από τα ιμπεριαλιστικά κράτη και τις συνεργαζόμενες μαζί τους ντόπιες ολιγαρχίες.
Επρόκειτο για χώρες αναπτυσσόμενες, αγροτικές κατά βάση. Ο αγροτικός τους πληθυσμός άρχισε να απαλλοτριώνεται με ραγδαίους ρυθμούς. Πλήθη απαλλοτριωμένων αγροτών άρχισαν να συρρέουν στα αστικά κέντρα που γιγαντώθηκαν και σε σημαντικό βαθμό μετατράπηκαν σε απέραντες παραγκουπόλεις εξαθλιωμένων (όπως το Κάιρο και η Κωνσταντινούπολη). Η απότομη αλλαγή και εξαθλίωση οδήγησαν σε έντονη πολιτική ριζοσπαστικοποίηση αυτών των νέων λαϊκών στρωμάτων, που δεν ήταν πλέον αγροτικά, αλλά που δεν είχαν καταφέρει να γίνουν ακόμη συγκροτημένη εργατική τάξη. Με δεδομένη τη φθίνουσα πορεία των προοδευτικών κινημάτων και την απαγόρευση και κρατική καταστολή των σοσιαλιστικών ιδεολογιών και των φορέων τους, όλο αυτό το πλήθος των νεόφερτων εξαθλιωμένων κατοίκων των πόλεων έτεινε να εμπνέεται και να συσπειρώνεται γύρω από ιδεολογίες που του ήταν οικείες από το πρόσφατο αγροτικό παρελθόν του και οι οποίες στηρίζονταν στην παράδοση, δηλαδή από θρησκευτικές ιδεολογίες, οι οποίες με τη σειρά τους απέκτησαν νέα, ριζοσπαστική πολιτική έκφραση και περιεχόμενο μέσα στο αλλαγμένο κοινωνικό περιβάλλον των φορέων τους. Πρόκειται για ένα φαινόμενο που παρατηρείται ιστορικά κατά την επέκταση των καπιταλιστικών σχέσεων σε βάρος προκαπιταλιστικών κοινωνικών μορφών (βλ. Μεταρρύθμιση στην Ευρώπη), αλλά που εδώ έγινε με ακόμη πιο επώδυνους όρους απ’ ό,τι αλλού, λόγω της ιμπεριαλιστικής επικυριαρχίας και εκμετάλλευσης αυτών των χωρών.
Η καταναγκαστική μετανάστευση στις πόλεις και η μαζική προλεταριοποίηση αγροτικών μαζών διατάραξε τους φορείς και τις οργανώσεις της, μικρής εξάλλου, εργατικής τάξης που προϋπήρχε και η οποία «πνίγηκε» μέσα στο πλήθος των νεοφερμένων πρώην αγροτών και προκαπιταλιστικού τύπου μικροεπαγγελματιών. Φυσικοί ηγέτες αυτών των βίαια ξεριζωμένων από την πρότερη ζωή τους μαζών ήταν, από ιδεολογικής πλευράς, οι φορείς-λειτουργοί της κυρίαρχης θρησκευτικής παράδοσης (που είναι κυρίαρχη στην προκαπιταλιστική ύπαιθρο) και από κοινωνικής και ταξικής πλευράς, τα μικροαστικά και μεσαία αστικά στρώματα (στα οποία εξάλλου ανήκαν αυτοί οι λειτουργοί-διανοούμενοι), ακόμη και ένα σημαντικό τμήμα της μη μονοπωλιακής αστικής τάξης αυτών των χωρών του οποίου η θέση διαρκώς επιδεινωνόταν στον ανταγωνισμό με τα ξένα μονοπώλια και τις ντόπιες ολιγαρχίες-συνεργάτες τους. Επικεφαλής των ισλαμικών πολιτικών κινημάτων και παλιότερα και τώρα είναι όχι οι παλιοί συνεργάτες και συντηρητικοί σωματοφύλακες της ισλαμικής παράδοσης, αλλά θεολόγοι νέου τύπου «διανοούμενοι», δηλαδή απόφοιτοι πανεπιστημιακών σχολών θετικής ή τεχνολογικής κατεύθυνσης και μικροαστικής και αστικής καταγωγής, οι οποίοι δεν μπορούν να απορροφηθούν στον κρατικό μηχανισμό αυτών των χωρών λόγω έλλειψης πόρων και στρεβλής ανάπτυξης του τελευταίου. Τα νέα μικροαστικά και μεσοαστικά στρώματα της διανόησης που γεννά η ίδια η ανάπτυξη του καπιταλισμού και του σύγχρονου εκπαιδευτικού συστήματος, που σε άλλες συνθήκες θα στελέχωναν τον κρατικό μηχανισμό και τις νέες αστικές επαγγελματικές κατηγορίες, την αστική «κοινωνία των πολιτών» και τα κοσμικά κοινωνικά και πολιτικά κινήματα, βρέθηκαν και αυτά στο περιθώριο, αναζητώντας κοινωνικό ρόλο στις συντελούμενες αλλαγές, ριζοσπαστικοποιούμενα ολοένα και περισσότερο.
Αρα στα κινήματα αυτά, η θρησκευτική ισλαμική παράδοση παίζει απλά το ρόλο της μεταμφίεσης (αλλά και διαστρέβλωσης) πολιτικών αιτημάτων και κοινωνικών αναγκών των λαϊκών μαζών σε μια φάση οδυνηρής και στρεβλής ιστορικής μετάβασης στην καπιταλιστική κοινωνία. Το παραδοσιοκρατικό στοιχείο εκφράζει εντελώς σύγχρονες ανάγκες. Στο πλαίσιο αυτό, η ίδια η μουσουλμανική θρησκευτική ιδεολογία αλλάζει, αποκόβεται από το παρελθόν (όπως έχει κάνει εδώ και αιώνες και η χριστιανική θρησκευτική ιδεολογία). Επομένως, η φιλολογία περί δήθεν έμφυτης επιθετικότητας της ισλαμικής θρησκείας, που, έμμεσα και άμεσα, διαδίδεται από ορισμένους σήμερα, είναι εκ του πονηρού. Πίσω από τις ιδεολογίες υπάρχουν πάντα τα συμφέροντα, οι διεκδικήσεις, τα αιτήματα συγκεκριμένων κοινωνικών τάξεων και στρωμάτων.
Αυτές είναι, πολύ συνοπτικά και σχηματικά, οι κοινωνικές ρίζες των σύγχρονων ισλαμικών κινημάτων. Συχνά αποτελούν μαζικά λαϊκά κινήματα που μέσα από το θρησκευτικό αυτοκαθορισμό τους (οργάνωση της κοινωνικής ζωής σύμφωνα με τις επιταγές της «σαρία», του ισλαμικού νόμου) εκφράζουν αντιιμπεριαλιστικές διαθέσεις και διεκδικήσεις, καλώντας όμως ουτοπιστικά προς τα πίσω, σε μια επιστροφή σε ένα προκαπιταλιστικό παρελθόν που έχει παρέλθει οριστικά πια. Είναι φανερό ότι αυτός ο θρησκευτικός αυτοκαθορισμός περιορίζει ασφυκτικά την όποια προοπτική τους ως απελευθερωτικών κινημάτων και παρέχει στις άρχουσες τάξεις τη δυνατότητα να χειραγωγήσουν αργά ή γρήγορα αυτά τα κινήματα.
Οι μορφές πάλης που ακολουθούν αυτά τα κινήματα και οργανώσεις και που συχνά περιλαμβάνουν και την ατομική τρομοκρατία, έχουν επίσης σχέση με τις κοινωνικές και ταξικές καταβολές τους (βλ. λ.χ. τα λαϊκιστικά και προκαπιταλιστικά αγροτικά κινήματα, καθώς και κινήματα όπως των ναρόντνικων στη Ρωσία, των ιρλανδών ρεπουμπλικάτων και του ΙΡΑ στη Β. Ιρλανδία κλπ.). Πρόκειται για μορφές πάλης που αντιστοιχούν όχι σε ένα ώριμο, επαγγελματικά και πολιτικά, δηλαδή ιστορικά μαζικό, λαϊκό και εργατικό κίνημα, (οργάνωση, πειθαρχία, απεργίες, επιστημονικά σχεδιασμένος και συστηματικός πολιτικός αγώνας κλπ.), αλλά ακριβώς σε κινήματα αγροτών και μεσαίων στρωμάτων (λατρεία του αυθόρμητου, ανορθολογισμός και τυφλή ανεξέλεγκτη βιαιότητα, τυχοδιωκτισμός, συναισθηματισμός κλπ.) τα οποία, όπως επανειλημμένα έχει αποδειχτεί ιστορικά, πολύ συχνά τείνουν να εμπνέονται από παραδοσιακές ιδεολογίες, εθνικές ή θρησκευτικές. Εννοείται ότι εδώ αναφερόμαστε στην ατομική τρομοκρατία ως μορφή πάλης που ασκούν ισλαμικές οργανώσεις και κινήματα που έχουν πραγματική μαζική λαϊκή βάση και υποστήριξη.
Δυο τελευταίες παρατηρήσεις:
α) Οφείλουμε να διαχωρίσουμε αυτή την ατομική τρομοκρατία που αναφέραμε, από οργανώσεις που έχουν λαϊκή βάση και προέλευση, από την κρατική αστική τρομοκρατία που ασκείται στο όνομα του Ισλάμ ομολογημένα ή ανομολόγητα (Πακιστάν, Ινδονησία, Σαουδική Αραβία και άλλα καθεστώτα του Περσικού Κόλπου, Μαρόκο, Σουδάν, Ιράν κλπ.), καθώς και από την τρομοκρατία οργανώσεων όπως η Αλ-Κάιντα, που είναι ιδιαιτέρως ύποπτης προέλευσης και κοινωνικής παραγγελίας.
β) Σε σχέση ακριβώς με τη διαφορά της Αλ-Κάιντα από τις άλλες ισλαμικές ριζοσπαστικές οργανώσεις: Πρώτον, πολλές από τις ισλαμικές οργανώσεις που εφαρμόζουν την ατομική τρομοκρατία, δεν περιορίζονται μόνο στην πολιτική και στρατιωτική πάλη, αλλά συνδέονται με ένα ευρύ δίκτυο κοινωνικής αρωγής και αλληλοβοήθειας (σχολεία, νοσοκομεία κλπ.) μέσα στις λαϊκές μάζες. Εκεί οφείλεται και μεγάλο μέρος της στήριξης και αποδοχής που απολαμβάνουν από τον ντόπιο πληθυσμό, με αυτόν τον τρόπο εξάλλου στρατολογούν και τα μέλη τους. Και δεύτερον, όλες αυτές οι ισλαμικές οργανώσεις, παρότι μιλούν για το Ισλάμ ενάντια στη «Δύση» και θεωρητικά δεν απορρίπτουν κάποιου είδους ενότητα όλων των μουσουλμάνων, ή για «ισλαμικό οικουμενισμό», εντούτοις στην πράξη έχουν βαθιά εθνικό χαρακτήρα. Δρουν στο πλαίσιο μιας ορισμένης χώρας και έχουν στόχους που αφορούν ακριβώς τη χώρα τους, κάτι που απηχεί, εκτός των άλλων, και τα κοινωνικο-ταξικά συμφέροντα που εκφράζουν (δηλαδή συμφέροντα αστικής τάξης της συγκεκριμένης χώρας - όλες αυτές οι κοινωνικές κατηγορίες προσβλέπουν ακριβώς στο εθνικό κράτος που μπορεί να τους προστατέψει από τον ανταγωνισμό των ξένων μονοπωλίων και των ντόπιων συνεργατών τους). Αυτό μπορεί να το δει εύκολα κανείς και στη «Χαμάς» και τη «Τζιχάντ» των Παλαιστινίων και στη «Χεσμπολάχ» του Λιβάνου, στους «Αδελφούς Μουσουλμάνους» και την «Τζιχάντ» της Αιγύπτου, στις αλγερινές ισλαμικές οργανώσεις κ.ο.κ.
Αντίθετα, εξαίρεση και ως προς αυτό το σημείο αποτελεί η «Αλ-Κάιντα», που αποτελεί τη μόνη οργάνωση η οποία και δεν έχει άλλες δραστηριότητες εκτός της ένοπλης πάλης, αλλά ταυτόχρονα είναι και η μόνη διεθνής ή «διεθνιστική» ισλαμική πολιτικο - στρατιωτική οργάνωση. Και στην περίπτωση αυτή, οφείλουμε να ρωτήσουμε: πια κοινωνικά συμφέροντα και τάξεις εκφράζονται στη δράση της;
Στη σημερινή εποχή, διεθνιστικό χαρακτήρα μπορούν να έχουν κινήσεις, οργανώσεις και κινήματα που εκφράζουν είτε την εργατική τάξη, είτε τη μονοπωλιακή αστική τάξη. Μόνο αυτές οι δύο κοινωνικές τάξεις μπορούν να έχουν αληθινά διεθνή χαρακτήρα και διασυνδέσεις, αρκετά διαφορετικού τύπου βέβαια και με αντίθετους σκοπούς και δράση. Είναι, τώρα, φανερό ότι η «Αλ-Κάιντα» δεν εκφράζει κανενός είδους εργατικά συμφέροντα. Είναι επίσης σίγουρο, ότι στη δράση και στον τρόπο σύστασης αυτής της οργάνωσης δεν εκφράζονται ούτε καν συμφέροντα που έχουν να κάνουν με μεσαία στρώματα, ούτε ακόμη και με τμήματα μη μονοπωλιακών αστικών τάξεων των δοσμένων χωρών της περιοχής. Τι απομένει επομένως; Απομένει ο ιμπεριαλισμός - κυρίως των ΗΠΑ και δευτερευόντως της Βρετανίας, λόγω και της μεγάλης πρότερης εμπειρίας της στην περιοχή και της γνώσης του χειρισμού της διαδικασίας αποσύνθεσης του καθεστώτος των φυλών της περιοχής, αρκεί να διαβάσει κανείς το βιβλίο «Οι επτά στύλοι της σοφίας» του Λώρενς, Αγγλου πράκτορα, γνωστού και ως «Λώρενς της Αραβίας» για να εικάσει για το μέγεθος της «τεχνογνωσίας» των Βρετανών για την περιοχή - και μαζί με τον ιμπεριαλισμό, η παρασιτική μονοπωλιακή αστική τάξη και γραφειοκρατία των εξαρτημένων χωρών της περιοχής.
Η «Αλ-Κάιντα» και ο Οσάμα Μπιν Λάντεν δηλώνουν διάφορα πράγματα. Ωστόσο, αυτό που ξέρουν όλοι είναι πως η εμφάνισή τους έγινε μέσα από μια τριπλή σχέση: Αντιδραστική άρχουσα τάξη της Σαουδικής Αραβίας, διεφθαρμένο καθεστώς και μυστικές υπηρεσίες του Πακιστάν, CIA και στενές σχέσεις με σημαίνοντα πρόσωπα της αμερικανικής ηγεσίας, μεταξύ των οποίων και με την οικογένεια Μπους. Είναι τα μόνα βέβαια πράγματα που είναι γνωστά για τον Μπιν Λάντεν και την «Αλ-Κάιντα». Η ιδεολογία που προβάλλει είναι σαουδαραβικής απόχρωσης («ουαχαμπιτισμός», το κυρίαρχο ισλαμικό ρεύμα στη Σαουδική Αραβία), ο χώρος που φέρεται να κινείται το επιτελείο της είναι το Πακιστάν - Αφγανιστάν και οι φημολογούμενες διεθνείς διασυνδέσεις της συμπίπτουν με αυτές της CIA (50 χώρες του κόσμου, αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες και άφθονες, υποτίθεται τραπεζικές καταθέσεις και λογαριασμοί σε αυτές, Βοσνία-Κόσσοβο-Αλβανία, Τσετσενία-κεντροασιατικές πρώην σοβιετικές δημοκρατίες, τώρα τελευταία και Ιράκ, όπου προσφάτως «εγκαταστάθηκαν» οι Αμερικανοί). Οι συμπτώσεις παραείναι πολλές... Αλλά και χωρίς αυτές τις συμπτώσεις, ακόμη και η απλή ανάλυση του περιεχομένου των ιδεών της «Αλ-Κάιντα» δείχνουν ότι αυτή δεν εκφράζει κανένα από τα κοινωνικά εκείνα στρώματα του πληθυσμού των «μουσουλμανικών» χωρών που αντιτάσσονται στη σημερινή κατάσταση. Εκτός αυτού, το ίδιο το μέγεθος των στόχων που θέτει η «Αλ-Κάιντα» και η επιλογή αυτών των στόχων (με τις τεράστιες από επιχειρησιακής πλευράς απαιτήσεις τους σε τεχνική, στρατιωτική, λογισμική υποστήριξη), δεν έχουν τίποτε κοινό με τις τρομοκρατικές πρακτικές οποιασδήποτε άλλης ισλαμικής οργάνωσης. Τι απομένει; Τα αντιδραστικά γραφειοκρατικά φιλοϊμπεριαλιστικά καθεστώτα της περιοχής που επιδιώκουν τη διατήρηση της σημερινής ισορροπίας δυνάμεων, του σημερινού στάτους κβο, και φυσικά η ίδια η ιμπεριαλιστική σημερινή υπερδύναμη.