«Ο πόλεμος είναι η συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα».
Αυτή η πασίγνωστη διατύπωση του Κλάουζεβιτς, ενός από τους μεγαλύτερους συγγραφείς για τα προβλήματα του πολέμου, συνιστά τον πιο ολοκληρωμένο και διαλεκτικό μάλιστα ορισμό του χαρακτήρα του πολέμου και της βίας που περιέχεται σε αυτόν.
«Ο πόλεμος είναι μια πράξη βίας προορισμένη στο να καταναγκάσει τον αντίπαλο να εκτελέσει τη θέλησή μας ... Είναι μια σύγκρουση μεγάλων συμφερόντων ρυθμισμένη με το αίμα, και είναι μόνο σ’ αυτό που διαφέρει από τις άλλες συγκρούσεις» γράφει στο σύγγραμμα του «Περί του πολέμου» ο Κλάουζεβιτς, στο οποίο ρητά δηλώνει σε κάποιο άλλο σημείο πως η πολιτική είναι το αίτιο που γεννά τον πόλεμο: «Αν λοιπόν έχει κανείς στο νου του πως ο πόλεμος προκύπτει από ένα πολιτικό σχέδιο, είναι φυσικό αυτό το αρχικό αίτιο από το οποίο κατάγεται, να παραμένει η πρώτη και ανώτερη θεώρηση που θα υπαγορεύσει τη διεξαγωγή του ... η πολιτική πρόθεση είναι ο σκοπός, ενώ ο πόλεμος είναι το μέσο, και το μέσο δεν μπορεί να θεωρηθεί ανεξάρτητο από το σκοπό»[1].
Το φαινόμενο του πολέμου και της βίας πάντα απασχολούσε τους κλασσικούς του κομμουνισμού και σήμερα αποκτά μια ιδιαίτερη επικαιρότητα, αφού η ιμπεριαλιστική νέα τάξη πραγμάτων με κύρια πολιτικά της όργανα την κρατική βία και τον πόλεμο στρέφεται σε ολομέτωπη και «εφ’ όλης της ύλης» επίθεση ενάντια στην εργατική τάξη, τους λαούς, βαφτίζοντας σαν «τρομοκράτη», «αναρχικό» και «φανατικό» κάθε άνθρωπο που αγωνίζεται για τα δημοκρατικά, κοινωνικά και πολιτικά του δικαιώματα, που η δράση του έρχεται σε αντίθεση με την πολιτική κυριαρχία του ιμπεριαλισμού.
Τα λόγια του αμερικανού Προέδρου Τζωρτζ Μπους «ή είστε με εμάς ή με τους τρομοκράτες», οι πολεμικές ιαχές αστών πολιτικών και φιλοσόφων «τύπου» Χάντιγκτον πως ζούμε σε μια «σύγκρουση πολιτισμών» και ότι πρέπει να υπερασπίσουμε -εκμεταλλευτές και εκμεταλλευόμενοι- όλοι από κοινού τις αξίες και την «ανωτερότητα» του δυτικού πολιτισμού, δεν είναι τίποτε άλλο παρά το προπέτασμα του καπνού για να κρύψουν την ταξική φύση του καπιταλισμού που γεννά τον πόλεμο και να εξασφαλίσουν «εθνική ενότητα», δηλαδή υποταγή στα πολεμοκάπηλα σχέδιά τους.
Ιδιαίτερα αποκαλυπτικός για τα σχέδια του ιμπεριαλισμού και το ρόλο των ΗΠΑ είναι ο Ζμπίγκνιου Μπρζεζίνσκι: «Για την Αμερική το κύριο γεωπολιτικό λάφυρο είναι η Ευρασία… Μακροπρόθεσμα η παγκόσμια πολιτική θα ευνοεί υποχρεωτικά όλο και λιγότερο τη συγκέντρωση της ηγεμονικής δύναμης στα χέρια ενός μόνο κράτους. Επομένως η Αμερική δεν είναι μόνο η πρώτη καθώς και η μοναδική πραγματικά παγκόσμια υπερδύναμη, αλλά πιθανόν είναι και η τελευταία»[2].
Στην αστική κοινωνιολογία και φιλοσοφία είναι ιδιαίτερα διαδεδομένες αντιδραστικές και απάνθρωπες αντιλήψεις που εξηγούν και τελικά δικαιολογούν τον πόλεμο και τη βία σε βάρος των λαών, αποδίδοντάς τον στην ανθρώπινη φύση, σύμφωνα με την οποία, ισχυρίζονται, «ο άνθρωπος είναι λύκος για τον άνθρωπο».
Καλλιεργούν τον εθνικισμό και το μίσος, υποδαυλίζουν τεχνητές φυλετικές και θρησκευτικές διαφορές, και επιδιώκουν να πείσουν τους λαούς ότι ο πόλεμος είναι κάτι φυσικό και αναπόφευκτο. Σε αυτή τη γραμμή κινείται για να μας πείσει ο πολυδιαφημισμένος Σάμιουελ Χάντινγκτον: «Οι πολιτισμοί αποτελούν τις ύστατες ανθρώπινες φυλές, και η διαπάλη των πολιτισμών είναι μία φυλετική σύγκρουση σε παγκόσμια κλίμακα. Στον κόσμο που αναδύεται τα κράτη και οι ομάδες, δύο διαφορετικών πολιτισμών, είναι πιθανό να δημιουργήσουν περιορισμένες, ειδικές, τακτικές σχέσεις και συνασπισμούς, για να προωθήσουν τα συμφέροντά τους έναντι των οντοτήτων ενός τρίτου πολιτισμού ή και για άλλους λόγους. Παρ’ όλα αυτά οι σχέσεις μεταξύ ομάδων από διαφορετικούς πολιτισμούς, δεν θα γίνουν σχεδόν ποτέ στενές, θα είναι συνήθως ψυχρές αν όχι εχθρικές»[3].
Οι ΗΠΑ, το ΝΑΤΟ και η Ευρωπαϊκή Ενωση αναγορεύουν τον εαυτό τους σε παγκόσμιους εισαγγελείς και στέλνουν βομβαρδιστικά και δυνάμεις ταχείας επέμβασης, όπως έκαναν στο Ιράκ, στη Γιουγκοσλαβία και σήμερα στο Αφγανιστάν, για να επιβάλλουν το «διεθνές δίκαιο», δηλαδή το δικό τους δίκαιο. Αυτό που δεκάδες φορές επιχείρησαν τον αιώνα που πέρασε να επιβάλουν σε λαούς και κινήματα που αγωνίζονταν για την ανεξαρτησία τους, για το σοσιαλισμό. Οπως το 1918 όταν οι δυνάμεις της Αντάντ, και με τη συμμετοχή της Ελλάδας, επεδίωξαν να «στραγγαλίσουν» στη γέννησή του το πρώτο σοσιαλιστικό κράτος του κόσμου, τη Σοβιετική Ενωση. Οπως το Δεκέμβρη του ’44 στη δική μας χώρα έπραξαν οι Αγγλοι ιμπεριαλιστές εισβάλλοντας στην Αθήνα για να χτυπήσουν το ΕΑΜ και το ΚΚΕ. Οπως και το 1961 στη Κούβα όταν χιλιάδες αμερικάνοι μισθοφόροι και Κουβανοί αντεπαναστάτες εισέβαλαν στον Κόλπο των Χοίρων για να ανατρέψουν τη λαϊκή εξουσία. Οπως και στην Κορέα, στην Ινδονησία, στο Βιετνάμ, στη Χιλή, στην Κύπρο και σε δεκάδες άλλες χώρες του πλανήτη, επρόκειτο για την κατάπνιξη των λαϊκών κινημάτων, για την εξασφάλιση αγορών και σφαιρών επιρροής, για την υπονόμευση του σοσιαλιστικού συστήματος και τη διαιώνιση της καπιταλιστικής κυριαρχίας.
Το ΚΚΕ με ανακοίνωσή του στις 15.9.2001 για το τρομοκρατικό πλήγμα που εκδηλώθηκε στις ΗΠΑ αποσαφηνίζοντας την επιθετικότητα του ιμπεριαλισμού τονίζει: «Το κύριο ζήτημα που πρέπει να συγκεντρώσει την προσοχή του ελληνικού λαού είναι η απόφαση των ΗΠΑ να κηρύξουν κατάσταση πολέμου, με στόχο ένα σημαντικό αριθμό χωρών και λαϊκών κινημάτων. Ο κίνδυνος είναι ακόμα μεγαλύτερος, καθώς πρέπει να παρθούν υπόψη μια σειρά παράγοντες που συνυπάρχουν, όπως: Η κρίση αγκαλιάζει συγχρονισμένα και τα τρία κέντρα του ιμπεριαλισμού, τις ΗΠΑ, την Ευρώπη, την Ιαπωνία. Οι ενδοϊμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί έχουν οξυνθεί και οι ΗΠΑ ενδιαφέρονται να ενισχύσουν τη θέση τους ως παγκόσμιου χωροφύλακα, ενώ η ΕΕ διεκδικεί ένα ανάλογο ευρύτερο ρόλο σε διεθνές επίπεδο, πέρα από το ρόλο του χωροφύλακα που κατέχει στη γηραιά ήπειρο»[4].