ΤΑ ΚΟΙΝΟΤΙΚΑ ΚΟΝΔΥΛΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΕΥΡΩΠΑΪΚΑ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ
Προβάλλεται η άποψη απ’ όλα τα αστικά κόμματα (ΝΔ, ΠΑΣΟΚ), αλλά και από τις δυνάμεις του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ, ότι τα κοινοτικά κονδύλια που διοχετεύονται στην εκπαίδευση είναι σημαντικά χρηματικά ποσά και ότι συμβάλλουν στην ανάπτυξη και τον εκσυγχρονισμό της εκπαιδευτικής διαδικασίας.
Τα κοινοτικά κονδύλια διοχετεύονται μέσα από τα Κοινοτικά Πλαίσια Στήριξης και τα Επιχειρησιακά Προγράμματα για την Εκπαίδευση και την Αρχική Επαγγελαμτική Κατάρτιση (ΕΠΕΑΕΚ) και έχουν χρονική διάρκεια 7 χρόνων. Μέσα από τα προγράμματα αυτά υλοποιείται ένα σημαντικό μέρος των αναδιαρθρώσεων από τον κεντρικό φορέα άσκησης της αστικής εκπαιδευτικής πολιτικής, την κυβέρνηση. Για παράδειγμα στο Επιχειρησιακό Πρόγραμμα «Εκπαίδευση και δια βίου μάθηση» για την περίοδο 2007-2013 εντάσσονται όλοι οι κεντρικοί στόχοι των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων στην εκπαίδευση όπως: αλλαγές στο περιεχόμενο των αναλυτικών προγραμμάτων, στις μεθόδους διδασκαλίας, αποκέντρωση της εκπαιδευτικής διαδικασίας, παρέμβαση των επιχειρήσεων στην εκπαίδευση κ.ά. Τα προηγούμενα ΕΠΕΑΕΚ, ανάμεσα στα άλλα, επιχορήγησαν την ίδρυση νέων τμημάτων σε ΑΕΙ-ΤΕΙ και μεταπτυχιακών προγραμμάτων, αμφίβολου επιστημονικού αντικειμένου, χρηματοδότησαν τη συγγραφή των νέων βιβλίων σε Δημοτικό και Γυμνάσιο.
Τα ποσά των ΚΠΣ αντικειμενικά έχουν το ρόλο της προώθησης και υλοποίησης των αναδιαρθρώσεων και δεν προορίζονται για την επίλυση πάγιων αναγκών, ελλείψεων κλπ. Για παράδειγμα, για την επταετία 2007-2013 το ποσό του ΕΠΕΑΕΚ είναι 1,4 δισ. ευρώ, όταν ακόμα και αυτός ο κουτσουρεμένος κρατικός προϋπολογισμός για την παιδεία δίνει για ένα χρόνο 8 δισ. ευρώ.
Αμεσα ενταγμένα στα κοινοτικά κονδύλια είναι και τα ευρωπαϊκά προγράμματα. Μέσα από τα προγράμματα αυτά, με πρόσχημα το ζωντάνεμα του σχολείου, δηλαδή τη σύνδεσή του με τη ζωή και το άνοιγμά του στην κοινωνία, επιχειρείται μια πιο άμεση, ευλύγιστη στην ενσωμάτωση νέων δεδομένων και πιο αποτελεσματική προπαγάνδιση των κυρίαρχων μονοπωλιακών επιλογών και των καπιταλιστικών προτύπων ζωής και «αξιών», όπως η επιχειρηματικότητα, η ανταγωνιστικότητα, η ευρωπαϊκή ιδέα κ.ά.
Οι ασυνάρτητες αυτές μαθήσεις υπονομεύουν την ενότητα και τον όποιο ενιαίο και κοινό χαρακτήρα των αναλυτικών προγραμμάτων της εκπαίδευσης, ενώ ταυτόχρονα στο όνομα της «σύνδεσης του σχολείου με την κοινωνία και την παραγωγή» ενθαρρύνεται η άμεση εμπλοκή των επιχειρήσεων στα σχολικά πράγματα. Δεν έλειψαν μάλιστα και οι περιπτώσεις που οι ίδιοι οι εκπρόσωποι του κεφαλαίου (ΣΕΒ) ανέλαβαν το ρόλο του δασκάλου (π.χ. στα ΤΕΕ στο μάθημα «εργασιακό περιβάλλον»).
ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΤΗΤΑΣ
Αποτελεί σημαία του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ στην προσπάθειά του να αποκρύψει τις ευθύνες της ΕΕ. Η άποψη ότι η ΕΕ δεν μπορεί να ασκήσει πολιτική για την εκπαίδευση που να υποχρεώνει τα κράτη-μέλη είναι επί της ουσίας ψευδής και αποπροσανατολιστική. Καταρχήν ήδη από τη Συνθήκη του Μάαστριχτ αλλά και τη Συνθήκη του Αμστερνταμ (όπου τα ίδια άρθρα μπαίνουν σε άλλη αρίθμηση και δεν αλλάζουν καθόλου) γίνεται λόγος για ενιαίους στόχους και κοινά επιδιωκόμενα αποτελέσματα με δυνατότητα διαφοροποιήσεων στην υλοποίησή τους. Συγκεκριμένα στο άρθρο 189 της συνθήκης ξεκαθαρίζεται ότι οι κανονισμοί, οι οδηγίες έχουν γενική ισχύ και δεσμευτικό χαρακτήρα. Το αποτέλεσμα είναι κοινό για όλα τα κράτη, αλλά αφήνει την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών. Αρα όποιος υπερασπίζεται την αρχή της επικουρικότητας αποδέχεται στην πραγματικότητα την κοινή γραμμή, τη στρατηγική της ΕΕ στην εκπαίδευση.
Παραπέρα, η άποψη ότι η ΕΕ έχει κοινή πολιτική για την κατάρτιση και τη δια βίου μάθηση αλλά όχι για την εκπαίδευση είναι αποπροσανατολιστική. Καταρχήν όλα τα τελευταία κείμενα της ΕΕ δεν ξεχωρίζουν την εκπαίδευση από την κατάρτιση και τη δια βίου μάθηση. Ακόμα και η διαδικασία της Μπολόνια, η οποία ξεκίνησε εκτός ΕΕ, έχει ενσωματωθεί στην ευρωενωσιακή πολιτική, ενώ σε πρόσφατη σύνοδο των υπουργών παιδείας για την επαγγελματική κατάρτιση προτείνεται η δημιουργία ενιαίου ευρωπαϊκού χώρου επαγγελματικής κατάρτισης. Μόνο το γεγονός ότι σε πολλά ντοκουμέντα της ΕΕ διαβάζουμε ότι: «Πρέπει να αναπτυχθούν γέφυρες ανάμεσα στη γενική εκπαίδευση, την επαγγελματική κατάρτιση και την ανώτατη εκπαίδευση, να αναπτυχθούν ατομικά μονοπάτια εκπαίδευσης», αποδεικνύει ότι η ΕΕ δε χωρίζει με σινικά τείχη τις διάφορες βαθμίδες και χώρους.
Τέλος, με αφορμή το ζήτημα της επικουρικότητας και της λειτουργίας των ΚΕΣ, αναφέρουμε ότι ακόμα και η περίφημη αρχή της επικουρικότητας δεν έχει καμία εφαρμογή στις εκπαιδευτικές υπηρεσίες που παρέχονται μέσω συμφωνιών δικαιόχρησης. Ταυτόχρονα η αρχή αυτή, σε συνδυασμό με άλλα άρθρα της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας ,είναι κενό γράμμα. Ολα τα αρμόδια όργανα της ΕΕ έχουν ξεκαθαρίσει ότι στην περίπτωση των ιδρυμάτων-επιχειρήσεων που παρέχουν εκπαιδευτικές υπηρεσίες με συμφωνίες δικαιόχρησης ισχύει αποκλειστικά το νομικό πλαίσιο του κράτους καταγωγής, του κράτους στο οποίο έχει την έδρα του το εκπαιδευτικό ίδρυμα που χορηγεί τον τίτλο σπουδών. Καμιά αρμοδιότητα σε ζητήματα παροχής διδασκαλίας και εκπαίδευσης δεν έχει το κράτος υποδοχής παρά μόνο να εξετάσει την ύπαρξη και τη γνησιότητα της συμφωνίας.
Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ
Η αξιολόγηση προβάλλεται ως λύση από τις αστικές δυνάμεις, ενώ ο ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ κάνει λόγο για «ακαδημαϊκή αξιολόγηση». Η αξιολόγηση είναι εργαλείο πιο στενής σύνδεσης της εκπαίδευσης με τις ανάγκες του κεφαλαίου. Η πολιτική της ΕΕ πάνω στο ζήτημα της αξιολόγησης ή αλλιώς διασφάλισης της ποιότητας είναι ξεκάθαρη και δεν επιδέχεται αμφισβητήσεις για δήθεν ακαδημαϊκά κριτήρια. Το κείμενο «Διασφάλιση της ποιότητας στα πανεπιστήμια» (2005) αναφέρεται στα κριτήρια της αξιολόγησης: «στην προμετωπίδα των διαδικασιών της εξωτερικής διασφάλισης της ποιότητας βρίσκονται τα συμφέροντα των σπουδαστών και των άλλων εμπλεκομένων, όπως των εκπροσώπων της αγοράς εργασίας». Προβλέπεται επίσης η απαγόρευση των ιδρυμάτων να απονέμουν πτυχία και η στέρηση της χρηματοδότησής τους στην περίπτωση που δεν αξιολογηθούν από κάποια εταιρία του ευρωπαϊκού μητρώου. Για τις βαθμίδες της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, η αξιολόγηση θα επιφέρει αναπόφευκτα την κατηγοριοποίηση των σχολικών μονάδων και την ανάπτυξη διαφοροποιημένων προγραμμάτων και -με δεδομένη την υποχρηματοδότηση- θα οδηγήσει στην αναζήτηση πόρων από την προβολή και τη διαφήμιση του «προϊόντος» και την επιχειρηματική δραστηριότητα των σχολείων.
Το κύριο πρόβλημα της εκπαίδευσης δεν είναι ποσοτικό ζήτημα για να αντιμετωπιστεί με δείκτες και θεσμούς αξιολόγησης. Ο λαϊκός έλεγχος, προγραμματισμός και απολογισμός της εκπαιδευτικής διαδικασίας εξαρτάται ουσιαστικά από τον έλεγχο και το είδος της κρατικής εξουσίας και της πολιτικής της, από τους ταξικούς σκοπούς της που εκφράζονται και στην εκπαιδευτική πολιτική.
Η ΑΠΟΚΕΝΤΡΩΣΗ
Είναι στοιχείο της πολιτικής όλων των κομμάτων του ευρωμονόδρομου. Η αποκέντρωση, όπως κάθε αστική κρατική κατεύθυνση, δεν είναι γενικά και αόριστα μια παραχώρηση αρμοδιοτήτων, αλλά μια ενίσχυση της κρατικής παρέμβασης μέσα από τους θεσμούς της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Στην περίπτωση της Παιδείας, αποκέντρωση σημαίνει διευκόλυνση της εισόδου του κεφαλαίου στην εκπαίδευση, μεταφορά της ευθύνης και του κόστους στη λαϊκή οικογένεια και όξυνση της ταξικής διαφοροποίησης. Μέτρα αποκέντρωσης της εκπαίδευσης ήδη εφαρμόζονται στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση (Δημοτικό), τα οποία σύμφωνα με σχετική Εκθεση της επιτροπής του ΕΣΥΠ για τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση (Γυμνάσιο, Λύκειο) προβλέπεται να συστηματοποιηθούν και να γενικευτούν σε όλη τη σχολική εκπαίδευση. Ανάλογες προτάσεις έχει τόσο το ΠΑΣΟΚ, το οποίο κάνει λόγο για μια «εκπαιδευτική μονάδα με ευελιξία, λόγο και ευθύνη στη διαχείριση πόρων», όσο και ο ΣΥΝ που αποδέχεται την αποκέντρωση, αλλά κάνει λόγο για ανεπαρκή κονδύλια. Την τελευταία περίοδο ο ΣΥΝ επικεντρώνει την κριτική του στην «αποκέντρωση», στη δήθεν μεταβίβαση της ευθύνης για το σχολείο στο Δήμο, ενώ είναι γνωστό ότι η κυβερνητική πολιτική ρίχνει το βάρος στην αυτόνομη-ανταγωνιστική λειτουργία του σχολείου με εμπλοκή της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των επιχειρήσεων.
Η αστική στρατηγική και για την εκπαίδευση είναι ενιαία και αδιαίρετη. Από αυτή την άποψη, αποκέντρωση δεν μπορεί να υπάρξει σε καμία κοινωνία όπου το κράτος ως εκφραστής των συλλογικών συμφερόντων της κυρίαρχης τάξης ασκεί την εκπαιδευτική πολιτική. Οποιος κρίνει την αποκέντρωση ως εγχείρημα που μπορεί να έχει και θετικά, φιλολαϊκά χαρακτηριστικά, θέτει εμπόδια στην κατανόηση της ταξικότητας του εκπαιδευτικού συστήματος και οδηγεί το λαό, το κίνημα στην αγκαλιά εναλλακτικών προτύπων διαχείρισης της αστικής εξουσίας.
Η ΠΑΙΔΕΙΑ «ΜΟΧΛΟΣ» ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ
Είναι κοινή η άποψη (όλων των αστικών πολιτικών δυνάμεων και του οπορτουνισμού) ότι η εκπαίδευση στο πλαίσιο του καπιταλισμού μπορεί να γίνει μοχλός ανάπτυξης που θα συμφέρει και την εργατική τάξη και τα μονοπώλια. Η άποψη αυτή συνιστά αποδοχή της κεντρικής στρατηγικής της Λισσαβόνας για συμβολή της Παιδείας στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας. Οταν οι αστοί πολιτικοί κάνουν λόγο για αναβάθμιση της Παιδείας, δεν εννοούν την κάλυψη των σύγχρονων μορφωτικών αναγκών για τα παιδιά της λαϊκής πλειοψηφίας. Αντίθετα η παιδεία θα συμβάλει στη δημιουργία καλύτερων όρων εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης. Μάλιστα, σε συνθήκες που εξελίσσεται η καπιταλιστική κρίση, προβάλλεται η άποψη ότι η εκπαίδευση μπορεί να αποτελέσει εργαλείο διεξόδου από αυτή.
Το Συμβούλιο της ΕΕ το Φεβρουάριο του 2009, σε κείμενό του με θέμα «Εκπαίδευση και ο δρόμος προς την ανάρρωση» (δηλαδή από την κρίση), τονίζει: «Απαντώντας στις προκλήσεις που θέτει η παγκόσμια οικονομική κρίση, πλήρης εκτίμηση πρέπει να δοθεί στην ουσιαστική συμβολή που η εκπαίδευση και η κατάρτιση μπορούν να έχουν προς την αποκατάσταση». Σε αυτή την προοπτική συμφωνεί και το ΠΑΣΟΚ και ο ΣΥΝ.
Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ Γ. Παπανδρέου, σε ομιλία του για την παιδεία (5 Απριλίου 2009), υποστήριξε:
«Θα μας ρωτήσει κανείς: μα εν μέσω κρίσης, θα κάνετε εσείς επένδυση στην παιδεία; Η απάντηση είναι απλή. Ακριβώς επειδή είμαστε μέσα σε μια κρίση, χρειάζεται επένδυση στην παιδεία, χρειάζεται επένδυση στον άνθρωπο. […] Και δεν είμαστε μόνοι. Δεν είναι τυχαίο ότι χώρες όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Γερμανία επενδύουν σήμερα, εν μέσω κρίσης, ως μέρος του πακέτου τόνωσης της οικονομίας, όπως ονομάζεται, τεράστια ποσά στην κατάρτιση και στην παιδεία».
Ο πρόεδρος του ΣΥΝ Αλ. Τσίπρας, σε συνέντευξη τύπου (9 Μαρτίου 2009), δήλωσε:
«Εμείς έχουμε ένα διαμετρικά αντίθετο σχέδιο και πρόγραμμα. Πιστεύουμε ότι η ενίσχυση της παιδείας είναι μια από τις απαραίτητες εκείνες κινήσεις που μπορούν να διασφαλίσουν τους πολίτες απέναντι στην κρίση αλλά και μπορεί να αποτελέσει όχημα για την υπέρβαση της κρίσης και την προστασία της κοινωνίας», ενώ ο πρόεδρος της κοινοβουλευτικής ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ, Αλ. Αλαβάνος, έχει φέρει τη Φινλανδία ως παράδειγμα αξιοποίησης της εκπαίδευσης για έξοδο από την κρίση, εννοώντας σαφώς τη σύνδεση των πανεπιστήμιων με τις επιχειρήσεις.
Η άποψη ότι η εκπαίδευση είναι εργαλείο αντιμετώπισης της κρίσης σηματοδοτεί τη συμφωνία αστικών και οπορτουνιστικών δυνάμεων για επιτάχυνση των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων.