Στην απόφαση του 16ου Συνεδρίου «Για το Αντιιμπεριαλιστικό Αντιμονοπωλιακό Δημοκρατικό Μέτωπο» γίνονται ορισμένες εκτιμήσεις για τη σύγχρονη καπιταλιστική πραγματικότητα, όπως:
«Το ενδεχόμενο να ζήσει η ανθρωπότητα μια παγκόσμια κρίση είναι υπαρκτό, καθώς έχει προχωρήσει σε ανώτερο επίπεδο η κοινωνικοποίηση της εργασίας από τη μια και η συγκέντρωση του κοινωνικού πλούτου σε όλο και λιγότερα χέρια από την άλλη. Καθώς οι αντιθέσεις και ανταγωνισμοί ανάμεσα στα διάφορα περιφερειακά κέντρα του ιμπεριαλισμού, αλλά και οι ανταγωνισμοί εντός των κέντρων αυτών, γίνονται όλο και πιο άγριοι, ενώ οι κλασικές συνταγές αντιμετώπισης των κρισιακών φαινομένων ή κάποιες παραλλαγές τους αποδείχνονται ατελέσφορες».
«Οι αντικειμενικές συνθήκες μιας πιο γενικευμένης κρίσης που υπάρχουν θα διαμορφώσουν στην πορεία και αντικειμενικά στοιχεία πανεθνικής κρίσης σε μια ή περισσότερες χώρες, αλλού νωρίτερα αλλού αργότερα».
«Η όξυνση των ανταγωνισμών στο ιμπεριαλιστικό σύστημα, η αυξανόμενη στρατιωτικοποίηση, οι πολύμορφες εστίες πολέμου, η νέα κούρσα πυρηνικών εξοπλισμών που ετοιμάζεται, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι οι λαοί πρέπει να επαγρυπνούν, γιατί ο κίνδυνος για γενικευμένη σύρραξη παγκόσμιας σημασίας εξακολουθεί να υπάρχει κι από μια άποψη να ενισχύεται».
Οι εκτιμήσεις του 16ου Συνεδρίου, τόσο για την κρίση όσο και για την ενίσχυση του κινδύνου παγκόσμιας σύρραξης, επιβεβαιώνονται και από τις αστικές πηγές ιδιαίτερα μετά το τρομοκρατικό χτύπημα της 11ης Σεπτέμβρη. Ποιος άραγε μπορεί να προβλέψει με βεβαιότητα την εξέλιξη του 10ετούς πολέμου των ιμπεριαλιστών, με δεδομένη την ένταση της στρατιωτικοποίησης και των τριών ιμπεριαλιστικών κέντρων, αλλά και την τάση ενίσχυσης της αυτοτελούς πολιτικοστρατιωτικής δράσης της Ευρωπαϊκής Ενωσης, με τον ευρωστρατό να δρα σε ολόκληρο τον πλανήτη; Αλλωστε ο πόλεμος στο Αφγανιστάν συνεχίζεται, το ίδιο και στην Παλαιστίνη, ο Μπους απείλησε ευθέως Ιράν, Ιράκ και Λ. Δ. Κορέας, μακρύς είναι ο κατάλογος των υποψηφίων χωρών για την ανάπτυξη ανάλογων μετώπων, ενώ η σύρραξη μεταξύ Ινδίας-Πακιστάν, αν γενικευτεί, θα έχει απρόβλεπτες συνέπειες για τους λαούς της Ασίας και όχι μόνο.
Στις ΗΠΑ, ορισμένα στοιχεία είναι χαρακτηριστικά για πορεία προς κρίση. Οι απολύσεις έφτασαν στο 1.000.000 εργαζόμενους μέσα στο 2001. Χαρακτηρίζεται ως η μεγαλύτερη μείωση της απασχόλησης στα τελευταία 12 χρόνια. Οι κλάδοι με τις περισσότερες απολύσεις είναι αυτοί της πληροφορικής, των τηλεπικοινωνιών, των αερομεταφορών και του τουρισμού. Το Νοέμβρη του 2001 η ανεργία έφτασε στο 5,7% έναντι του 4% του 2000, ενώ το Δεκέμβρη σύμφωνα με στοιχεία του υπουργείου εργασίας των ΗΠΑ οι άνεργοι έφτασαν τα 8.300.000.
Η «Lucent Technologies», αμερικανική εταιρία, η μεγαλύτερη στον κόσμο που κατασκευάζει εξοπλισμό για τον κλάδο των τηλεπικοινωνιών και του διαδικτύου, είχε απώλειες 1,6 δισ. δολαρίων και προχώρησε στην απόλυση 16.000 εργαζομένων.
Η «Μπόινγκ», ο μεγαλύτερος όμιλος κατασκευής αεροσκαφών στον κόσμο, ανακοίνωσε το Σεπτέμβρη 30.000 απολύσεις εργαζομένων μέχρι τα τέλη του 2002, ενώ οι αμερικανικές αεροπορικές εταιρίες «United Airlines» και «US Airlines», ανακοίνωσαν το Σεπτέμβρη την απόλυση τουλάχιστον 20.000 εργαζομένων η πρώτη ή ποσοστό 20% του εργατικού της δυναμικού, ενώ η δεύτερη 11.000 εργαζομένων.
Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η χρεοκοπία του ενεργειακού κολοσσού Enron, μια από τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις στον κόσμο.
Στην Ιαπωνία, ο ρυθμός ανάπτυξης του ΑΕΠ ήταν αρνητικός τόσο στο β΄ όσο και στο γ΄ τρίμηνο του 2001. Εκτιμάται ότι η Ιαπωνία περνά τη χειρότερη κρίση μετά το Β΄ παγκόσμιο πόλεμο. Το καλοκαίρι του 2001 το ποσοστό ανεργίας ήταν 5%, το μεγαλύτερο ποσοστό από το 1953, που ξεκίνησαν οι μετρήσεις της ανεργίας. Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία της ιαπωνικής κυβέρνησης, οι άνεργοι τον Ιούλη ανέρχονταν σε 3,3 εκατομμύρια, με αυξητική τάση, ενώ σε εκατοντάδες ανέρχονται οι επιχειρήσεις που χρεοκόπησαν.
Η κατάσταση δεν είναι καλύτερη στην Ευρωπαϊκή Ενωση και κυρίως στην ευρωζώνη. Η οικονομία της ευρωζώνης παρέμεινε στάσιμη στο μεγαλύτερο μέρος του 2001.
Η βιομηχανική παραγωγή στην ευρωζώνη τον Οκτώβρη του 2001 μειώθηκε με ταχύτερο ρυθμό τους τελευταίους τρεις μήνες. Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, η συνολική βιομηχανική παραγωγή συρρικνώθηκε κατά 1,4% σε μηνιαία βάση και 2,7% σε ετήσια. Ειδικότερα για τη Γερμανία, το υπουργείο Οικονομικών στη μηνιαία έκθεσή του για το Δεκέμβρη εκτιμά μεγαλύτερη ακόμη πτώση της οικονομίας (το ΑΕΠ στο γ΄ τρίμηνο του 2001 ήταν -0,1%), γεγονός το οποίο αποδίδεται στη συνεχιζόμενη πτώση της κατανάλωσης. Οι άνεργοι στη Γερμανία ήταν 4 εκατομμύρια τον περασμένο Δεκέμβρη, ενώ επίσημες πηγές, με δεδομένη την αυξητική τάση σε σχέση με τον περασμένο Νοέμβρη (από 9,2% αυξήθηκε στο 9,6%), ανησυχούσαν για ακόμη μεγαλύτερη αύξηση.
Στην ευρωζώνη, ο δείκτης PMI (δείκτης μεταποίησης) έπεσε το Σεπτέμβρη στο χαμηλότερο σημείο της τετραετούς ζωής του, δείχνοντας σημαντική πτώση στην παραγωγή, στις νέες παραγγελίες και στη συνολική δραστηριότητα. Ηταν ο έκτος συνεχής μήνας που ο μεταποιητικός τομέας σημείωνε πτώση στην ευρωζώνη. Το πλήγμα οφείλεται στην επιβράδυνση των επιχειρηματικών επενδύσεων και ιδίως στην πτώση των εξαγωγών.
Το ΔΝΤ εκτίμησε ότι η ανάκαμψη, παρά τις διαφορετικές προβλέψεις, δε γίνεται ορατή. Στη φετινή «Παγκόσμια Οικονομική Επισκόπηση», που έδωσε στη δημοσιότητα στην προτελευταία εβδομάδα του περασμένου Δεκέμβρη, εκτίμησε ακόμη ότι η παγκόσμια οικονομία αντιμετωπίζει τη μεγαλύτερη κρίση της τελευταίας δεκαετίας και ότι η ανάκαμψη θα καθυστερήσει τουλάχιστον ένα χρόνο, αφού θα εμφανίσει στο 2002 τους ίδιους σχεδόν ρυθμούς ανάπτυξης με το 2001. Το ΔΝΤ συμπληρώνει την εκτίμησή του με το γεγονός ότι η «ύφεση» πλήττει ολόκληρη την καπιταλιστική οικονομία. Χαμηλότεροι ρυθμοί ανάπτυξης (2,3%) της παγκόσμιας οικονομίας είχαν να εμφανιστούν από το 1993.
Αυτή η πραγματικότητα, οι ίδιες οι αντικειμενικές εξελίξεις δημιουργούν προϋποθέσεις για ανάταση του λαϊκού κινήματος. Χαρακτηριστικό το παράδειγμα της Αργεντινής, με τους εξεγερμένους στους δρόμους και την αδυναμία σταθερής κυβερνητικής διεξόδου. Σε διάστημα δύο εβδομάδων άλλαξαν πέντε κυβερνήσεις, κάτω από τη συνεχή παλλαϊκή δράση, με την τελευταία να συνεχίζει να δέχεται τα πυρά των διαδηλωτών. Οι κινητοποιήσεις εξαπλώθηκαν σε όλη τη χώρα. Εναντιώθηκαν στα κυβερνητικά μέτρα τα οποία επιδίωκαν την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης από τη σκοπιά των συμφερόντων του κεφαλαίου και την ισχυροποίηση της οικονομίας σε συνθήκες εντεινόμενου διεθνούς ανταγωνισμού, μιας καπιταλιστικής οικονομίας με ισχυρή διαπλοκή με το αμερικάνικο κεφάλαιο. Οι συνέπειες της κρίσης έπεσαν δυσβάσταχτες στις πλάτες της εργατικής τάξης και των άλλων λαϊκών στρωμάτων με την άκρατη ένταση της εκμετάλλευσης, ραγδαία άνοδο της ανεργίας και της φτώχειας, εξαθλίωση κλπ. Το γεγονός ότι η κρίση αγκαλιάζει ολόκληρη την οικονομία, ότι υπάρχει αδυναμία διευρυμένης αναπαραγωγής του κεφαλαίου, οδηγεί σε απότομη όξυνση των ταξικών αντιθέσεων και αντικειμενικά σε άνοδο της λαϊκής δράσης. Η εξέλιξη θα εξαρτηθεί από τις δυνατότητες και την ετοιμότητα του υποκειμενικού παράγοντα.
Ομως το 2001 μπορεί να χαρακτηριστεί χρονιά που εκδηλώνεται σε μεγαλύτερο βαθμό η λαϊκή αφύπνιση σε πολλά μέρη του πλανήτη. Χαρακτηριστικές περιπτώσεις οι πολυεθνικές λαϊκές διαδηλώσεις, στο Γκέτεμποργκ, τη Γενεύη, τη Γένοβα, τις Βρυξέλες, που άρχισαν να αποκτούν πιο συντονισμένο και οργανωμένο χαρακτήρα, αλλά και πιο καθαρή αντίθεση στη διεθνή δράση του κεφαλαίου, έστω και με ασαφή τα αντικαπιταλιστικά χαρακτηριστικά, με αδύναμη ακόμη τη συνειδητοποίηση του πραγματικού, του ταξικού εχθρού, αλλά και της λαϊκής προοπτικής σε κάθε χώρα και διεθνώς.
Αυτή η εξέλιξη, κατώτερη των αναγκών για τους λαούς, με ανισόμετρη την ανάπτυξη των λαϊκών κινημάτων στις διάφορες χώρες, αλλά και με μια πολυμορφία στα ίδια τα κινήματα, ως προς τις δυνάμεις που τα συγκροτούν και τους στόχους τους, αναδεικνύει ότι η ταξική πάλη είναι ασίγαστη, οι αγώνες αναπτύσσονται κόντρα στην τακτική της ταξικής συνεργασίας, του «κοινωνικοεταιρισμού» και των «κοινωνικών διαλόγων». Αυτό είναι έτσι και αλλιώς επιβεβαιωμένο ιστορικά, όμως η αντεπανάσταση και η ανατροπή του σοσιαλιστικού συστήματος στην Ευρώπη, το πισωγύρισμα δηλαδή της κοινωνικής εξέλιξης, έδωσε τροφή στην αστική ιδεολογία για την προβολή της αντιεπιστημονικής άποψης περί του «τέλους της ιστορίας». Ουτοπική η επιδίωξή τους να ξεμπερδεύουν με τον ιστορικό υλισμό, με τη βασική αντίληψη ότι κινητήριος μοχλός της ιστορίας των ταξικών κοινωνιών είναι η ταξική πάλη.
Οι ιμπεριαλιστές αντιλαμβάνονται την ανάπτυξη της ταξικής πάλης ως τον πρώτο εχθρό τους και δεν έχουν άδικο. Η οικονομική κρίση που, ανεξάρτητα από ένταση, τα σημάδια της εμφανίζονται και στα τρία ιμπεριαλιστικά κέντρα (ΗΠΑ, Ευρωπαϊκή Ενωση, Ιαπωνία) από τα τέλη του 2000 και ιδιαίτερα μέσα στο 2001, δημιουργεί στις κυρίαρχες αστικές τάξεις πολλούς και μεγάλους φόβους για την πορεία του καπιταλισμού.