Την ίδια στιγμή που ο λαός υφίσταται δραματικές περικοπές σε Υγεία, Παιδεία, Κοινωνική Πρόνοια και Ασφάλιση, στέγη και υποδομές, το κράτος διαθέτει πόρους για τα ολυμπιακά έργα, των οποίων οι μεταολυμπιακές χρήσεις ενδιαφέρουν το μεγάλο κεφάλαιο.
Για λόγους σκοπιμότητας, το κόστος της διοργάνωσης δεν παρουσιάστηκε από την αρχή στον ελληνικό λαό. Την περίοδο της διεκδίκησης το κόστος της διοργάνωσης συνειδητά υποβαθμιζόταν, σε σημείο μάλιστα να παρουσιάζεται στο λαό η εκτίμηση ότι από τη διοργάνωση των αγώνων θα προκύψει και οικονομικό όφελος (10 δισ.) για την πόλη. Επρόκειτο για ιδεολόγημα, το οποίο έσφαλλε, όχι μόνο λογιστικά αλλά και ουσιαστικά, διότι ακόμα και να υπήρχαν τα 10 δισ. δρχ. με τη μορφή πλεονάσματος, προφανώς δε θα ήταν «όφελος για την πόλη».
Ο επίσημος προϋπολογισμός του κόστους των Ολυμπιακών Αγώνων είναι 1,5 τρισ. δρχ. Η πορεία της εκτίμησης του κόστους των αγώνων συνοπτικά είναι η εξής:
Το 1996-97 (περίοδος διεκδίκησης - ανάληψης των αγώνων) η εκτίμηση του κόστους ήταν 450 δισ. δρχ. περίπου.
Τον Ιούνιο του 2000 η πρώτη επικαιροποίηση στην εκτίμηση του κόστους των αγώνων (μετά από πολλές πιέσεις και κριτική στην κυβέρνηση) έδοσε το ποσό των 1,15 τρισ. δρχ.
Τον Ιούνιο του 2001 μετά από διαρροές στον Τύπο εκτιμήσεων, ότι το κόστος των αγώνων έφτασε στα 2,15 τρισ. δρχ, η διυπουργική επιτροπή παρουσίασε νέα εκτίμηση για το κόστος της τάξης του 1,5 τρισ. δρχ.
Η κυβέρνηση παραμένει σε αυτή την εκτίμηση, η οποία όμως από την πρώτη στιγμή φάνηκε ότι στηρίχτηκε σε τερτίπια κατάταξης των έργων σε διάφορες κατηγορίες «απαραίτητα», «συμπληρωματικά», «παράλληλα».
Η δική μας εκτίμηση δεν αποκόπτει το κόστος από το χαρακτήρα των έργων που πρόκειται να πραγματοποιηθούν για τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Εμείς λέμε ότι το κόστος θα είναι δυσβάσταχτο για το λαό, όχι γιατί θα είναι 1 τρισ. δρχ. ή 2 τρισ. δρχ. (το επιχείρημα της κυβέρνησης λέει «τι είναι το 1,5 τρισ. δρχ. μπροστά στα 18 τρισ. δρχ. του Γ΄ ΚΠΣ») αλλά γιατί και τα τρισ. των Ολυμπιακών Αγώνων όπως και τα υπόλοιπα τρισ. του Γ΄ ΚΠΣ και του κρατικού προϋπολογισμού θα καταλήξουν στα επενδυτικά σχέδια του κεφαλαίου, που έχει αποδειχτεί ότι δεν προάγουν τη λαϊκή ευημερία και ανάπτυξη.
Το πως η κυβέρνηση ποντάρει σε πλασματικό προϋπολογισμό και κατά συνέπεια σε πλασματικό κοστολόγιο, φαίνεται από την τελευταία συνέντευξη του υφυπουργού Οικονομίας κ. Πάχτα την Κυριακή 13/1/2001, στην οποία αναγνωρίζει τον κίνδυνο, υποβαθμίζει όμως τα πράγματα υποστηρίζοντας: «...η κατεύθυνση που υπάρχει είναι ότι δε θα υπερβούμε το 1,5 τρισ. που έχουμε αποφασίσει. Αν υπάρχουν πρόσθετες ανάγκες, τα υπουργεία πρέπει να αυξομειώσουν εσωτερικά το πρόγραμμά τους και να περικόψουν άλλες δαπάνες».
Για να καλυφθούν οι δαπάνες των ολυμπιακών έργων και προγραμμάτων θα πέσει άγριο ψαλίδι στις κοινωνικές δαπάνες του κράτους. Η Τοπική Αυτοδιοίκηση θα πληρώσει ακριβά τους ολυμπιακούς αγώνες, αφού σημαντικό μέρος των κονδυλίων του κράτους που την αφορούν και των οποίων η κατανομή στους ΟΤΑ γίνεται με κριτήρια καθορισμένα, αποσπάται και κατανέμεται με υπουργικές αποφάσεις για δράσεις που αφορούν τους αγώνες.
Αναφέρουμε συγκεκριμένα το Επιχειρησιακό Σχέδιο το οποίο υπεγράφη, του υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και της Οργανωτικής Επιτροπής. Το κόστος του προγράμματος συνολικού ύψους 140 δισ., το οποίο αποφασίστηκε από την κυβέρνηση και την Οργανωτική Επιτροπή, κατά το ποσό των 100 δισ. βαραίνει τα νομοθετημένα έσοδα της Αυτοδιοίκησης, γιατί η συμφωνία μεταξύ των δύο μερών προβλέπει ότι το ποσό που αναλογεί στο ΥΠΕΣΔΔΑ θα καλυφθεί από το Ειδικό Πρόγραμμα της ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ (ΕΠΤΑ) και από τους Κεντρικούς Αυτοτελείς Πόρους. Δευτερευόντως, αναφέρονται ως πηγές χρηματοδότησης του προγράμματος ο κρατικός προϋπολογισμός, το ΠΔΕ, τα Περιφερειακά Επιχειρησιακά Προγράμματα.
Είμαστε κατηγορηματικά αντίθετοι με τη θέση που προβάλλει δημαγωγικά η ΝΔ, σχετικά με το θέμα του κόστους των αγώνων, η οποία υποστηρίζει τη μέθοδο της αυτοχρηματοδότησης των έργων. Η θέση αυτή ήταν και επίσημη θέση της κυβέρνησης τα τρία πρώτα χρόνια μετά την ανάθεση των αγώνων από τη ΔΟΕ και εγκαταλείφθηκε στην πορεία.
Η μεταολυμπιακή αξιοποίηση των ολυμπιακών εγκαταστάσεων έχει ήδη καθοριστεί από τους νόμους που ψηφίστηκαν και οι οποίοι προβλέπουν ότι στις περιοχές των ολυμπιακών εγκαταστάσεων αναπτύσσονται χρήσεις τουρισμού, εμπορίου, αναψυχής και υπηρεσιών.
Εν τέλει δεν έχει νόημα η κόντρα μεταξύ της κυβέρνησης και της ΝΔ για το πότε θα εγκατασταθούν οι μεγάλες επιχειρήσεις ως ιδιοκτήτες των ολυμπιακών εγκαταστάσεων και περιοχών, πριν ή μετά τους αγώνες. Το πραγματικό πρόβλημα είναι ακριβώς ότι αυτές οι μεγάλες εκτάσεις στο Λεκανοπέδιο της Αττικής, οι οποίες χαρακτηρίζονται ολυμπιακές και προορίζονται για να γίνουν σε αυτές υποδομές για τους ολυμπιακούς αγώνες, θα αναπτυχθούν με βάση τα συμφέροντα του μεγάλου κεφαλαίου και της μετατροπής της Αθήνας και της ευρύτερης περιοχής της σε μητροπολιτικό κέντρο παροχής υπηρεσιών και διαμετακομιστικό κέντρο του κεφαλαίου.