Η αστική θέση φαίνεται λογικοφανής, είναι όμως απατηλή και επικίνδυνη για τους εργαζόμενους.
Η άνοδος της παραγωγικότητας της εργασίας αποτελεί μια αλλαγή στη διαδικασία της εργασίας, που συντομεύει τον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας για την παραγωγή ενός εμπορεύματος[2]. Με την αύξηση της παραγωγικότητας μειώνεται ο χρόνος εργασίας που χρειάζεται για να παραχθεί μια μονάδα εμπορεύματος. Λόγω της αύξησης της παραγωγικότητας στο σύνολο των κλάδων της παραγωγής, μειώνεται η αξία του συνόλου των εμπορευμάτων που πρέπει να καταναλώνει καθημερινά για να καλύψει - αναπαραγάγει την εργατική του δύναμη, δηλαδή μειώνεται ο αναγκαίος χρόνος εργασίας.
Εφόσον, όμως, ο συνολικός ημερήσιος εργάσιμος χρόνος παραμένει σταθερός και ο αναγκαίος χρόνος εργασίας μειώνεται, αυτό ισοδυναμεί με αύξηση του πρόσθετου απλήρωτου χρόνου εργασίας, δηλαδή του χρόνου που ο εργάτης δουλεύει για να παράγει αξία για τον κεφαλαιοκράτη. Αυτή η αύξηση του πρόσθετου χρόνου εργασίας στο σύνολο του εργάσιμου χρόνου, αποτελεί την αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης του εργάτη.
Η συγκεκριμένη αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης δεν προϋποθέτει την εντατικοποίηση της εργασίας του εργάτη. Η αύξηση της παραγωγικότητας μπορεί να επέλθει από τη βελτίωση των μέσων παραγωγής και του επιπέδου εφαρμογής της τεχνολογίας, την αναβάθμιση της οργάνωσης και του συντονισμού της διαδικασίας παραγωγής και άλλους παράγοντες. Ο Μαρξ επισημαίνει συγκεκριμένα:
«Η παραγωγική δύναμη της εργασίας καθορίζεται από ποικίλα περιστατικά, ανάμεσα στα άλλα απ’ το μέσο βαθμό δεξιοτεχνίας των εργατών, απ’ τη βαθμίδα ανάπτυξης της επιστήμης και της τεχνολογικής εφαρμογής της, απ’ τον κοινωνικό συντονισμό του προτσές παραγωγής, απ’ την ένταση και την αποτελεσματικότητα των μέσων παραγωγής και απ’ τους φυσικούς όρους»[3].
Φυσικά, σε αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης οδηγεί και η αύξηση της έντασης της εργασίας, η εντατικοποίηση. Στην περίπτωση αυτή έχουμε αύξηση της ποσότητας εργασίας που ξοδεύει ο εργάτης μέσα σε ένα δεδομένο χρονικό διάστημα για την παραγωγή εμπορευμάτων. Δηλαδή εντονότερη κατανάλωση εργατικής δύναμης στη μονάδα του χρόνου. Ουσιαστικά, η εντατικοποίηση της εργασίας ισοδυναμεί με παράταση της εργάσιμης ημέρας, του πρόσθετου απλήρωτου χρόνου εργασίας.
Ο Μαρξ προσδιορίζει την ομοιόμορφη επίδραση της αύξησης της παραγωγικότητας και της εντατικοποίησης στην αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης: «Το ανέβασμα της παραγωγικής δύναμης της εργασίας και η αύξηση της έντασης της εργασίας, επενεργούν από μια άποψη ομοιόμορφα. Και τα δυο αυξάνουν τη μάζα των προϊόντων που παράγονται στο ίδιο χρονικό διάστημα. Και τα δυο συντομεύουν λοιπόν το μέρος εκείνο της εργάσιμης ημέρας που χρειάζεται ο εργάτης για την παραγωγή των μέσων συντήρησής του»[4].
Ακόμα και αν ο μισθός του εργάτη μπορούσε να αυξηθεί ανάλογα με την αύξηση της παραγωγικότητας, το μόνο όφελος γι’ αυτόν θα είναι να μην αυξηθεί ο βαθμός εκμετάλλευσής του από το κεφάλαιο. Μπορεί όμως να συμβεί έστω και αυτό μακροπρόθεσμα στο πλαίσιο των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής και ιδιαίτερα στο ιμπεριαλιστικό στάδιο του καπιταλισμού; Μπορεί η αστική τάξη να αποδεχθεί στον ιστορικό χρόνο τη μείωση του συνολικού χρόνου εργασίας του εργαζόμενου, ανάλογα με την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας και την αντίστοιχη μείωση του αναγκαίου χρόνου εργασίας; Οχι, γιατί το συγκυριακό πρόσθετο κέρδος είναι στοιχείο του καπιταλιστικού ανταγωνισμού.
Αν η αστική τάξη δεχόταν σε σταθερή βάση τη συγκεκριμένη λύση, αυτό θα ισοδυναμούσε με παραίτηση από το μόνιμο στρατηγικό στόχο της να αυξάνει διαρκώς την εκμετάλλευση της εργατικής τάξης, να αυξάνει τον πρόσθετο απλήρωτο χρόνο εργασίας. Φυσικά, κάτω από την επίδραση της ταξικής πάλης, η αστική τάξη μπορεί να υποχρεωθεί σε προσωρινούς συμβιβασμούς και ελιγμούς. Ομως, όπως επιβεβαιώνει η ελληνική και η διεθνής πείρα σε μακροπρόθεσμη βάση, η βελτίωση της παραγωγικότητας της εργασίας και κατά συνέπεια της ανταγωνιστικότητας του μεγάλου κεφαλαίου, όχι μόνο δεν καταλήγει αυτόματα σε παραχωρήσεις του κεφαλαίου και αναδιανομή του παραγόμενου πλούτου προς τους εργαζόμενους, αλλά, αντίθετα, οδηγεί σε ένταση της κεφαλαιοκρατικής προσπάθειας να αυξήσει το βαθμό εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης. Ακόμα και στο σκέλος της αύξησης της παραγωγικότητας μέσα από τον εκσυγχρονισμό των μέσων παραγωγής και της οργάνωσης της εργασίας, οι όποιες επενδυτικές προτάσεις συνοδεύονται από την κεφαλαιοκρατική απαίτηση αφαίρεσης εργατικών δικαιωμάτων και συμπίεσης της τιμής της εργατικής δύναμης, π.χ. επιβολή ευέλικτων εργασιακών σχέσεων, κατάργηση της πλήρους και σταθερής απασχόλησης.
Το γεγονός αυτό δεν είναι βέβαια τυχαίο. Η άνοδος του βαθμού εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης και η προσπάθεια συμπίεσης του μισθού της εργασίας κάτω από την αξία της εργατικής δύναμης, αποτελούν βασικές αιτίες που συγκρατούν την τάση πτώσης του ποσοστού κέρδους, που αποτελεί γενικό νόμο του καπιταλισμού[5]. Αποτελούν επομένως αντικειμενικά στρατηγικούς στόχους της πολιτικής του κεφαλαίου, απέναντι στις δυνάμεις της εργασίας.
Το κεφάλαιο δίνει τη μάχη του να συγκρατήσει την ιστορική τάση πτώσης του ποσοστού κέρδους, αξιοποιώντας τις λειτουργίες και την ισχύ του αστικού κράτους (π.χ. αναδιαρθρώσεις σε τομείς παραγωγής στρατηγικής σημασίας). Η κάθε καπιταλιστική επιχείρηση επιχειρεί να βελτιώσει την παραγωγικότητα της εργασίας στο εσωτερικό της για να αποκομίσει συγκυριακά μεγαλύτερο κέρδος από το μέσο που διαμορφώνεται σ’ έναν κλάδο, για να υπερισχύσει στον ανταγωνισμό με τις υπόλοιπες.
Ομως αυτό οδηγεί στο εξής φαινόμενο, όπως το περιγράφει ο Μαρξ:
«Μια και η ανάπτυξη της παραγωγικής δύναμης και η αντίστοιχη με αυτήν υψηλότερη σύνθεση του κεφαλαίου θέτει σε κίνηση μια διαρκώς αυξανόμενη ποσότητα μέσων παραγωγής από μια διαρκώς μικρότερη ποσότητα εργασίας, κάθε μονάδα εμπορεύματος απορροφά λιγότερη ζωντανή εργασία και περιέχει επίσης λιγότερη υλοποιημένη εργασία… Κάθε μονάδα εμπορεύματος περιέχει λοιπόν μια μικρότερη ποσότητα υλοποιημένης σε μέσα παραγωγής εργασίας και νέας εργασίας που έχει προστεθεί σε αυτό κατά τη διάρκεια της παραγωγής του… Παρόλα αυτά μπορεί να αυξάνει η μάζα του κέρδους που περιέχεται στην κάθε μονάδα εμπορεύματος, όταν αυξάνει το ποσοστό της ανάλυσης και της σχετικής υπεραξίας. Ωστόσο, αυτό γίνεται μέσα σε καθορισμένα όρια. Μαζί με την απόλυτη μείωση της ποσότητας της ζωντανής εργασίας που προστίθεται στην κάθε μονάδα του εμπορεύματος, μείωση που αυξάνει σε τεράστιο βαθμό στην πορεία της ανάπτυξης της παραγωγής, ΘΑ ΜΕΙΩΝΕΤΑΙ ΑΠΟΛΥΤΑ ΚΑΙ Η ΜΑΖΑ ΤΗΣ ΑΠΛΗΡΩΤΗΣ ΔΟΥΛΕΙΑΣ ΠΟΥ ΠΕΡΙΕΧΕΤΑΙ ΣΕ ΑΥΤΟ, όσο και αν αυξηθεί σχετικά, δηλαδή σε σχέση με το πληρωμένο μέρος»[6].
Σε αυτή τη νομοτελειακή κίνηση της καπιταλιστικής παραγωγής κρύβεται η υστέρηση που θα έχει πάντοτε το επίπεδο ικανοποίησης των αναγκών των μισθωτών εργαζομένων με το επίπεδο της παραγωγικότητας μιας καπιταλιστικής οικονομίας.
Η μάχη του ανταγωνισμού των κεφαλαίων σε ένα κλάδο δίνεται κυρίως μέσω της μείωσης των τιμών των εμπορευμάτων. Η μείωση των τιμών εξαρτάται από την παραγωγικότητα της εργασίας, η οποία εξαρτάται από την κλίμακα παραγωγής. Γι’ αυτό τα μεγαλύτερα σε μέγεθος κεφάλαια μπορούν και εκτοπίζουν τα μικρότερα. Το μεγάλο κεφαλαίο έχει γενικά τη δυνατότητα να ενσωματώσει πιο γρήγορα και αποτελεσματικά απ’ το μικρότερο, καινοτόμες μεθόδους παραγωγής και οργάνωσης της εργασίας, σύγχρονο μηχανικό εξοπλισμό και να επιτύχει για ένα διάστημα μείωση της τιμής πώλησης του εμπορεύματος συγκριτικά με τις υπόλοιπες μικρότερες επιχειρήσεις. Προοδευτικά οι νέες μέθοδοι παραγωγής υιοθετούνται και από όσες από τις υπόλοιπες επιχειρήσεις, καταφέρνουν να επιζούν στον ανταγωνισμό.
Με το πέρασμα του χρόνου ο ανταγωνισμός εξαναγκάζει τους καπιταλιστές παραγωγούς να πωλούν το εμπόρευμα τους στην ίδια περίπου τιμή, δυναμώνει τη τάση εξίσωσης των τιμών στον κλάδο. Αυτό που πετυχαίνει ο ανταγωνισμός σε μια σφαίρα παραγωγής είναι η αποκατάσταση σε βάθος χρόνου μιας ίσης αγοραίας αξίας και αγοραίας τιμής, από τις διαφορετικές ατομικές αξίες των εμπορευμάτων.
Ο ανταγωνισμός των κεφαλαίων δεν περιορίζεται βέβαια στην συγκριτικά μεγαλύτερη αύξηση της παραγωγικότητας σε σχέση με τους ανταγωνιστές, σε ένα συγκεκριμένο κλάδο. Το κεφάλαιο αναζητά δυνατότητες μεγαλύτερης κερδοφορίας με τη μεταφορά του σε άλλους κλάδους της εγχώριας αλλά και διεθνούς αγοράς. Ομως και ο διακλαδικός ανταγωνισμός οδηγεί σε μια εξισωτική τάση των ποσοστών κέρδους των διαφόρων κλάδων σε ένα μέσο ποσοστό κέδρους, μέσω της συνεχούς μεταφοράς κεφαλαίου από τον ένα κλάδο παραγωγής στον άλλο.
Το ίδιο συμβαίνει και με το επίπεδο παραγωγικότητας και τον ανταγωνισμό σε επίπεδο μιας περιφερειακής (βλέπε ευρωενωσιακής) ή διεθνούς αγοράς.
Το κεφάλαιο κάθε χώρας που ανταγωνίζεται τα υπόλοιπα για την πώληση ομοειδών εμπορευμάτων στη διεθνή αγορά, προσπαθεί να παράγει τα συγκεκριμένα εμπορεύματα ξεπερνώντας το διεθνή μέσο όρο παραγωγικότητας. Οταν ένα κεφάλαιο δαπανά για την παραγωγή ενός συγκεκριμένου εμπορεύματος λιγότερο χρόνο εργασίας από τους ανταγωνιστές του, τότε μπορεί τελικά να αποκομίσει πρόσθετο κέρδος στην παγκόσμια αγορά και να αναβαθμίσει το μερίδιο σε αυτήν, επομένως και τα συνολικά κέρδη του.
Η ανταγωνιστική υπεροχή ενός κεφαλαίου στη διεθνή αγορά καθορίζεται σε τελευταία ανάλυση από τη δράση του νόμου της αξίας, αφού η αξία ενός εμπορεύματος εξακολουθεί να εκφράζει τον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο για την παραγωγή του σε διεθνές πλέον επίπεδο.
Αυτό βέβαια συμβαίνει μόνο σε τελευταία ανάλυση, γιατί στην πράξη παρεμβάλλεται ο οικονομικός ρόλος του αστικού κράτους στο διεθνή καπιταλιστικό ανταγωνισμό. Η οικονομική λειτουργία του αστικού κράτους, οι διακυμάνσεις συναλλαγματικών ισοτιμιών του εθνικού νομίσματος, το θεσμικό πλαίσιο, μπορούν να δράσουν σε ένα βαθμό προστατευτικά για τα εμπορεύματα των εγχώριων καπιταλιστικών επιχειρήσεων στην εσωτερική αγορά κάθε κράτους, είτε και σε μια ευρύτερη αγορά (π.χ. πολιτική επιδότησης εξαγωγών). Επίσης, η δυνατότητα κάθε καπιταλιστικού κράτους και αντίστοιχα μιας διακρατικής ιμπεριαλιστικής ένωσης να προστατεύσει και να προωθήσει τα εμπορεύματα της στο διεθνή ανταγωνισμό, είναι διαφορετική και επιδρά στο τελικό αποτέλεσμα.
Οι προαναφερόμενες επισημάνσεις έχουν ιδιαίτερη σημασία για το ιμπεριαλιστικό στάδιο του καπιταλισμού, όπου τον ελεύθερο ανταγωνισμό διαδέχεται ο ανταγωνισμός των μονοπωλίων. Ο Λένιν συνοψίζει τη μετάβαση αυτή: «Δεν έχουμε πια μπροστά μας την πάλη του ελευθέρου συναγωνισμού των μικρών και των μεγάλων, των τεχνικά καθυστερημένων και των τεχνικά προοδευμένων επιχειρήσεων. Εχουμε μπροστά μας το πνίξιμο από τους μονοπωλητές εκείνων που δεν υποτάσσονται στα μονοπώλια, στο ζυγό τους»[7].
Το πέρασμα του καπιταλισμού σε αυτό το νέο στάδιο ασύγκριτα υψηλότερης συγκέντρωσης του κεφαλαίου και της παραγωγής σε σχέση με την προηγούμενη περίοδο, οδηγεί στην ένταση της διαπάλης για το μοίρασμα και το ξαναμοίρασμα των αγορών και των εδαφών ανάμεσα στα ισχυρότερα καπιταλιστικά κράτη, στις ιμπεριαλιστικές ενώσεις και τους μονοπωλιακούς ομίλους. Οπως είναι φυσικό, ο συσχετισμός δύναμης καθορίζει κάθε γύρο αυτού του μοιράσματος.
Στοιχείο του συσχετισμού είναι και η τάση ανατροπής του, καθοριστικό ρόλο δε σε αυτή αποτελεί η ταχύτητα στη συγκέντρωση και στη συγκεντροποίηση. Οι πολιτικές μπορούν να επιταχύνουν, γι’ αυτό εμφανίστηκαν με διεθνή χαρακτηριστικά οι πολιτικές των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων, της αύξησης του βαθμού εκμετάλλευσης. Με άλλα λόγια, η επίθεσή της στα δικαιώματα και στις κατακτήσεις των εργαζομένων, η προσπάθεια αύξησης του απλήρωτου πρόσθετου χρόνου εργασίας, ως μονόδρομος για το κεφάλαιο και όχι ως προϊόν κάποιων αυθαίρετων, δογματικών, «νεοφιλελεύθερων» επιλογών ορισμένων κυβερνήσεων στην Ευρώπη και παγκόσμια.
Ο Μαρξ συνοψίζει το προαναφερόμενο ιστορικό πρόβλημα του κεφαλαίου, δηλαδή το νόμο της τάσης του μέσου ποσοστού κέρδους να πέφτει, ως εξής:
«Με την πρόοδο του προτσές παραγωγής και συσσώρευσης πρέπει λοιπόν να αυξάνει η μάζα της ιδιοποιήσιμης και ιδιοποιημένης εργασίας, επομένως και η απόλυτη μάζα του κέρδους που το ιδιοποιείται το κοινωνικό κεφάλαιο. Οι ίδιοι όμως νόμοι της παραγωγής και της συσσώρευσης, μαζί με τη μάζα του σταθερού κεφαλαίου, μεγαλώνουν με αυξανόμενη πρόοδο και την αξία του, γρηγορότερα από την αύξηση της αξίας του μεταβλητού μέρους του κεφαλαίου που ανταλλάσσεται με ζωντανή εργασία. Επομένως, οι ίδιοι οι νόμοι δημιουργούν για το κοινωνικό κεφάλαιο μια μάζα κέρδους που αυξάνει απόλυτα και ένα ποσοστό κέρδους που πέφτει»[8].
Η πρόσφατη και παλιότερη πείρα των εργαζομένων στη χώρα μας επιβεβαιώνει ότι η αύξηση της παραγωγικότητας που επέρχεται με κίνητρο την καπιταλιστική ανταγωνιστικότητα, επιφέρει τελικά σχετική επιδείνωση της κατάστασης της εργατικής τάξης και του λαού και απόλυτη εξαθλίωση για ορισμένα τμήματα.
Την περίοδο 1999-2004 η Ελλάδα παρουσίασε κατά μέσο όρο ετήσια αύξηση του κατά κεφαλήν ΑΕΠ κατά 3,9% έναντι 1,4% στην ΕΕ-15 και αύξηση της παραγωγικότητας επίσης 3,9% έναντι 0,7% στην ΕΕ-15[9].
Τι συνέβη όμως με τους εργαζόμενους; Την περίοδο 2003-2004 δεν υπήρξε καμία άνοδος των πραγματικών αποδοχών στον ιδιωτικό τομέα. Αν μάλιστα συγκρίνουμε την εξέλιξη της παραγωγικότητας και της μέσης πραγματικής αμοιβής τα τελευταία 25 χρόνια (διάγραμμα 1), βλέπουμε ότι μειώθηκε το μερίδιο της μισθωτής εργασίας στην πίτα της παραγόμενης αξίας υπέρ του κεφαλαίου[10].
Αυτή η σχετική επιδείνωση του μέσου πραγματικού μισθού σε σχέση με την αύξηση της παραγωγικότητας, είναι στην πραγματικότητα ακόμα μεγαλύτερη αν υπολογίσουμε την εξέλιξη στο διαθέσιμο εισόδημα του μισθωτού (και όχι μόνο), όπως διαμορφώνεται μέσω της κρατικής παρέμβασης (π.χ. έμμεσης φορολογίας). Παράλληλα, το τμήμα του πληθυσμού που βρίσκεται υπό τον κίνδυνο φτώχειας στην Ελλάδα ξεπερνά, σύμφωνα με τις μετρήσεις της Eurostat, το 20% έναντι 15% στην ΕΕ-15.
Για να σχηματίσουμε μια ακριβέστερη εικόνα της πραγματικής κατάστασης των εργαζομένων, θα πρέπει να συνυπολογίσουμε και την τάση πιστωτικής επέκτασης των λαϊκών νοικοκυριών. Η συνολική δανειακή επιβάρυνσή τους αυξήθηκε από 26,1% του ΑΕΠ στα τέλη του 2003 σε 32,5% τον Αύγουστο του 2005[11].
Και η εμπειρία των τελευταίων χρόνων, όπως και άλλων στο παρελθόν, επιβεβαιώνει ότι δεν υπάρχει «ισόβαθμο όφελος από την αύξηση της παραγωγικότητας για κεφάλαιο και μισθωτούς. Η τάση αυτή αντανακλάται και στους αυτοαπασχολούμενους.
Ας δούμε όμως συγκεκριμένα πως εκφράζεται η κεφαλαιοκρατική προσπάθεια να αυξηθεί ο βαθμός εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης στην ΕΕ.