Τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας προωθήθηκαν με ταχύτερους ρυθμούς οι ευρωενωσιακές πολιτικές. Εχουν προχωρήσει σε ακόμη μεγαλύτερο βαθμό οι καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις με τις αντιδραστικές αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις, στο ασφαλιστικό, με την ταχύτερη προώθηση των ιδιωτικοποιήσεων δημοσίων επιχειρήσεων, σε μια προσπάθεια να ενισχυθεί ακόμη περισσότερο το μεγάλο κεφάλαιο, τόσο με τη διασφάλιση και αύξηση των κερδών όσο και με τη θωράκιση της πολιτικής εξουσίας του. Οι πολιτικοί εκπρόσωποι των αστικών τάξεων της ΕΕ επιδιώκουν να προλάβουν κάθε κίνδυνο αμφισβήτησης της πολιτικής τους (ακόμη και πριν αυτή εκδηλωθεί), να εμποδίσουν ενδεχόμενες κοινωνικές μεταβολές στα κράτη-μέλη κάτω από την επίδραση της ταξικής πάλης. Παραπέρα, προσπαθούν να πείσουν όλους τους λαούς της ΕΕ να στηρίξουν ενεργά το εγχείρημα της ευρωπαϊκής καπιταλιστικής ενοποίησης και την αντιλαϊκή πολιτική τους.
Είναι λογικό να ρίξουν ιδιαίτερο βάρος στη νέα γενιά, τη σημερινή νεολαία, βλέποντάς το ως «επένδυση στο μέλλον», αφού αποτελεί την αυριανή βάρδια της εργατικής τάξης. «…Κατά την επιδίωξη του κοινοτικού οράματος, κυρίως με την προοπτική της διεύρυνσης, πολλά εξαρτώνται από την προσάρτηση των νέων γενεών»[1]. Η επιδίωξη αυτή αποκτά στις μέρες μας ακόμη μεγαλύτερη σημασία, αφού φαίνεται ότι η νεανική αμφισβήτηση μεγαλώνει και σταδιακά εκφράζεται ολοένα με πιο συλλογικούς τρόπους και συνδέεται με το υπόλοιπο λαϊκό κίνημα, γεγονός που βάζει ακόμη μεγαλύτερα εμπόδια στην προσπάθεια προώθησης των λεγόμενων «αναδιαρθρώσεων».
Πιο ενεργά λοιπόν προωθούνται μέτρα και πολιτικές για τη νεολαία στο επίπεδο της ΕΕ όσο και σε κάθε χώρα χωριστά. «Η πολιτική νεολαίας σε επίπεδο ΕΕ έχει ως στόχο να προωθήσει τη συνεργασία στον τομέα της νεολαίας, προκειμένου να ενισχυθεί η ευρωπαϊκή συνείδηση των νέων και να ληφθεί υπόψη η επιθυμία τους να διαδραματίσουν ενεργό ρόλο στην οικοδόμηση της Ευρωπαϊκής κοινότητας»[2]. Ο γενικός πολιτικός στόχος που έχουν αυτά τα προγράμματα πηγάζει από τον ίδιο τον αντιδραστικό χαρακτήρα της ΕΕ και είναι η προώθηση της πολιτικής του κεφαλαίου, το κέρδισμα με αυτήν της πλειοψηφίας της νεολαίας, που αντικειμενικά όχι μόνο δεν έχει συμφέρον από αυτήν την πολιτική, αλλά είναι εις βάρος της. Προφανώς, η αποδοχή της αντιλαϊκής πολιτικής από τα ίδια τα θύματά της είναι κάτι όχι και τόσο εύκολο, γι’ αυτό φαίνεται να απασχολεί ιδιαίτερα τα κέντρα αποφάσεων της ΕΕ.
Η θεωρία της «κοινωνικής συνοχής» διαπνέει μεγάλο μέρος των κειμένων της ΕΕ για τη νεολαία, ενώ φαίνεται ότι αποτελεί έναν από τους κεντρικούς άξονες για τη λήψη των όποιων αποφάσεων στο χώρο της νεολαίας. Κατά το Συμβούλιο της Λισσαβόνας, οι αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων της ΕΕ έθεσαν ως στόχο «…την ύπαρξη μεγαλύτερης κοινωνικής συνοχής μέχρι το 2010»[3].
Αυτή η τακτική βέβαια δε στοχεύει μόνο, ούτε κυρίως στη νεολαία, αλλά στην εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα που πλήττονται από τη φιλομονοπωλιακή πολιτική. Η καθυπόταξη της νεολαίας και η χειραγώγησή της είναι στοιχείο ισχυροποίησης της αστικής τάξης στο συσχετισμό δυνάμεων, ώστε να συνεχίσει να εκμεταλλεύεται την εργατική δύναμη με ολοένα και πιο εντατικούς ρυθμούς (βλέπε γκρέμισμα κοινωνικο-ασφαλιστικού συστήματος, ανατροπή εργασιακών σχέσεων κλπ.) και να διαιωνίσει την κυριαρχία της, αφού η νεολαία αποτελεί την αυριανή εργατική τάξη. Η προώθηση λοιπόν και η υιοθέτηση από τη νεολαία ιδεών όπως είναι η «ανταγωνιστικότητα», η «επιχειρηματικότητα», η «ευελιξία», η «κινητικότητα» κ.ά., αποτελεί θέμα κομβικής σημασίας, αφού είναι ο μόνος τρόπος να πετύχουν «κοινωνική συνοχή» και συναίνεση.