1. Η γενική παρέμβαση για το μέλλον των ΔΕΚΟ
Η κυβέρνηση προωθεί το «Εθνικό Πρόγραμμα Μεταρρυθμίσεων» που καταρτίστηκε σύμφωνα με τις αντιλαϊκές κατευθύνσεις της στρατηγικής της Λισσαβόνας. Στο πλαίσιο αυτό προωθεί το σχέδιο νόμου για τις πρώην ΔΕΚΟ με διπλό στόχο:
(α) Προώθηση της «απελευθέρωσης», της μετοχοποίησης και των συμπράξεων, μέσα από τον περιορισμό της προνομιακής κρατικής ενίσχυσης των ΔΕΚΟ, σύμφωνα με το κοινοτικό πλαίσιο της «απελευθέρωσης» (ίσοι όροι ανταγωνισμού των επιχειρήσεων). Προβλέπει σειρά μέτρων όπως:
- Υιοθέτηση κανόνων εταιρικής διακυβέρνησης, ώστε η διαχείριση να γίνεται με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια. Προβλέπεται η εφαρμογή διεθνών λογιστικών προτύπων, η σύνταξη τριμηνιαίων λογιστικών καταστάσεων καθώς και η αποτίμηση της περιουσίας κάθε ΔΕΚΟ.
- Περικοπή κρατικής χρηματοδότησης στις ελλειμματικές ΔΕΚΟ και στις επενδυτικές προτάσεις που δε διασφαλίζουν υψηλή απόδοση.
- Λογοδοσία του αρμοδίου υπουργού για τα οικονομικά των ΔΕΚΟ.
(β) Αλλαγή των εργασιακών σχέσεων και αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης των εργαζομένων.
Κάτω από τον τίτλο «εξορθολογισμός των αμοιβών και των προνομίων του προσωπικού», μεθοδεύεται η επέκταση του γνωστού αντιδραστικού «μοντέλου ΟΤΕ». Προβλέπεται η περιορισμένη αξιοποίηση της εθελουσίας εξόδου, οι προσλήψεις με συμβάσεις αντίστοιχες του ιδιωτικού τομέα, η μείωση του ρόλου των υπηρεσιακών συμβουλίων στους νέους κανονισμούς προσωπικού ώστε να διευκολύνονται οι απολύσεις, ακόμα και η ενοικίαση εργαζομένων από ιδιωτικές εταιρείες.
Στην ίδια κατεύθυνση η κυβέρνηση περιορίζει το ρυθμό αύξησης των κρατικών επιχορηγήσεων σε δημόσιους φορείς (στο 5,3% έναντι 11,4% το 2004) και επιταχύνει τις ιδιωτικοποιήσεις. Τα έσοδα από ιδιωτικοποιήσεις το 2005 ανέρχονται στο 1,3% του ΑΕΠ.
Ταυτόχρονα, η κυβερνητική παρέμβαση σε κάθε επί μέρους τομέα διευκολύνει την είσοδο ιδιωτών επενδυτών και περιορίζει το μερίδιο αγοράς που κατέχουν οι πρώην ΔΕΚΟ, κατοχυρώνοντας την ισότιμη πρόσβαση των ιδιωτικών ομίλων στα δίκτυα μεταφοράς και διανομής, την ενίσχυση των ρυθμιστικών αρχών και των φορέων διαχείρισης των δικτύων, σε αυτήν την κατάσταση τη διασφάλιση της κερδοφορίας των επενδύσεων. Ας δούμε συνοπτικά τις εξελίξεις στις κυριότερες πρώην ΔΕΚΟ.
2. Σχετικά με τη ΔΕΗ
Εχουμε τις πιο σύνθετες και σημαντικές εξελίξεις αντικειμενικά, αφού εκτός από τη στρατηγική σημασία της ηλεκτρικής ενέργειας, οι πωλήσεις του τομέα υπερβαίνουν τα 4 δισ. ευρώ.
Στον τομέα της παραγωγής αναμένεται μέχρι το τέλος του 2005 η προκήρυξη διαγωνισμού για κατασκευή ιδιωτικών μονάδων συνολικής ισχύος 900 MW. Ανταγωνίζονται για τις 3 άδειες οι όμιλοι Λάτση - ΕΛΠΕ σε συμμαχία με τη γερμανική RWE, Βαρδινογιάννη-Μότορ Οιλ, όμιλος Κοπελούζου (συνεργασία με ρωσική Gazprom) σε συμμαχία με την ιταλική ENEL, όμιλος Μυτιληναίου (Αλουμίνιον της Ελλάδος), ΓΕΚ-Τέρνα, HED του ΑΚΤΩΡΑ.
Ηδη λειτουργούν ιδιωτικά Αιολικά πάρκα 465 MW και από το 2006 η μονάδα ηλεκτροπαραγωγής των ΕΛΠΕ στη Θεσσαλονίκη, με τη στήριξη της RWE.
Με τις νέες επενδύσεις αλλά και την προμήθεια ρεύματος από το εξωτερικό (συμφωνία Κοπελούζου - ENEL για αξιοποίηση της ελληνοϊταλικής διασύνδεσης), η ΔΕΗ ΑΕ θα απωλέσει το 28% της αγοράς, που πρέπει να περάσει στους ιδιώτες, μέχρι 1.1.2007.
Η ΔΕΗ ΑΕ στα πλαίσια του ανταγωνισμού και των αναγκαίων συμβιβασμών σχεδιάζει:
- Το ενδεχόμενο εξαγοράς του 30% της ΔΕΠΑ λόγω της σημασίας που έχει η προμήθεια φυσικού αερίου στους νέους σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής.
- Την υλοποίηση της απόφασης αντικατάστασης μονάδων 1600 MW με νέες μονάδες, που προχωρά αργά. Ηδη αναβαθμίστηκε μια μονάδα στο Αλιβέρι και λειτουργεί νέα μονάδα στο Λαύριο.
- Την αξιοποίηση εργοστασίου που εξαγόρασε στη Βουλγαρία (Bovol Pol) και τη συνεργασία με την ιταλική Edison για δύο μονάδες ηλεκτροπαραγωγής σε Ελλάδα και Ιταλία. Η Edison έχει ήδη συμπράξει με την Ελληνική Τεχνοδομική.
- Την άσκηση πίεσης για συμμετοχή της ΔΕΗ με 30% σε ορισμένες επενδύσεις των ανταγωνιστών της (μονάδες 900MW), κυρίως με ΕΛΠΕ και ΔΕΠΑ.
- Την αξιοποίηση της δυνατότητας να παράγει κατά 20% φτηνότερα από τους ιδιώτες ανταγωνιστές της, λόγω της κατοχής λιγνιτικών μονάδων.
Παράλληλα μέσω του Επιχειρησιακού Προγράμματος «Ανταγωνιστικότητα» του Γ’ ΚΠΣ δρομολογείται η χρηματοδότηση νέων ιδιωτικών επενδύσεων στις ΑΠΕ (Αιολικά πάρκα κλπ.) ύψους 360 εκ. ευρώ, με προκλητική μείωση της ίδιας συμμετοχής του ιδιώτη στο 15%.
Οι συνολικές επενδύσεις στον τομέα της ενέργειας αναμένεται να ξεπερνούν τα 3,5 δισ. ευρώ την περίοδο 2005-2009.
Η κυβέρνηση προωθεί με σχέδιο - νόμου την ενσωμάτωση στην ελληνική νομοθεσία των κοινοτικών οδηγιών της «απελευθέρωσης» των αγορών φυσικού αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας. Με βάση αυτά τα σχέδια νόμου δημιουργείται εταιρία διαχείρισης του δικτύου διανομής ηλεκτρικού ρεύματος, ανεξάρτητη από τη ΔΕΗ ΑΕ (με συμμετοχή του ΔΕΣΜΗΕ κατά 51%) και διαχωρίζεται επίσης το Εθνικό Σύστημα Φυσικού Αερίου (σύστημα μεταφοράς και εγκαταστάσεις αποθήκευσης φυσικού αερίου) από τη ΔΕΠΑ ΑΕ. Ετσι η κυβέρνηση κατοχυρώνει την ισότιμη πρόσβαση των ιδιωτικών ομίλων, σε σχέση με τις πρώην ΔΕΚΟ στα δίκτυα μεταφοράς και διανομής.
Ταυτόχρονα με την υπογραφή της συνθήκης ίδρυσης της Ενεργειακής Κοινότητας Νοτιοανατολικής Ευρώπης, αναβαθμίζει τη δυνατότητα εισαγωγών ηλεκτρικού ρεύματος από τα γειτονικά κράτη με φθηνότερη ηλεκτροπαραγωγή και θα οδηγήσει σταδιακά σε ένταση της ενεργειακής εξάρτησης της χώρας.
Το σύνολο των προαναφερομένων εξελίξεων οδηγεί σε ένταση του ανταγωνισμού μεταξύ της ΔΕΗ ΑΕ και άλλων ιδιωτικών ομίλων, αλλά και στο εσωτερικό της ΔΕΗ ΑΕ για τις ενδεδειγμένες συμμαχίες της επιχείρησης (π.χ. αντιπαράθεση Παλαιοκρασά - Μανιατάκη για τις σχέσεις της ΔΕΗ ΑΕ με τους ομίλους Κοπελούζου, Μυτιληναίου και τη ΔΕΠΑ).
Οι ενσωματωμένες συνδικαλιστικές ηγεσίες επιχειρούν να εγκλωβίσουν το συνδικαλιστικό κίνημα σε αυτές τις αντιθέσεις, που δεν αφορούν τις λαϊκές ανάγκες.
Στον αντίποδα το εργατικό ταξικό κίνημα αναδεικνύει τις επιπτώσεις στις εργασιακές σχέσεις (μείωση προσωπικού, εντατικοποίηση, ασφαλιστικό, σύνδεση αμοιβών με παραγωγικότητα, εργατικά ατυχήματα), τις επιπτώσεις στη λαϊκή κατανάλωση (αύξηση τιμολογίων κατά 13,5% την περίοδο 2000-2004, ενώ αυξήθηκε ο κύκλος εργασιών ανά εργαζόμενο στη ΔΕΗ ΑΕ κατά 45% και ο μέσος πραγματικός μισθός του εργαζόμενου στον ιδιωτικό τομέα παρέμεινε στάσιμος τη διετία 2003-2004) και στον ενεργειακό σχεδιασμό (π.χ. αξιοποίηση του εισαγόμενου φυσικού αερίου σαν στρατηγικού καυσίμου ηλεκτροπαραγωγής - αντί του φτηνότερου εγχώριου λιγνίτη το επόμενο διάστημα), στην επιβάρυνση του εργαζόμενου σαν φορολογούμενου και σαν χρήστη από τις συμπράξεις δημοσίου-ιδιωτικού τομέα.
3. Σχετικά με τον ΟΤΕ
Η «απελευθέρωση» έχει προχωρήσει και καταγράφεται ένταση του ανταγωνισμού και συνεχείς ανακατατάξεις.
Από τους ιδιωτικούς ομίλους ανταγωνιστές του ΟΤΕ ξεχωρίζουν:
- Η προσπάθεια της TIM με προγραμματισμένες επενδύσεις 400 εκ. ευρώ την επόμενη πενταετία, με στόχο την επανάκτηση μεριδίων στην αγορά και την αύξηση κερδών.
- Η προσπάθεια της INTRACOM να καταστεί ανταγωνιστική του ΟΤΕ (απόκτηση μεριδίου της Forthnet, εξαγορά της Hellas on line κλπ.) που δεν έχει κριθεί οριστικά και εξαρτάται από τη στάση του ισλανδικού ομίλου Novator και του ITE Κρήτης (σχέση με ΝΑΤΟ) μετόχων της Forthnet.
Στον ΟΤΕ είχαμε πρόσφατα την ιδιωτικοποίηση ενός πρόσθετου 10% μετοχών του δημοσίου (κρατική συμμετοχή 30% πλέον). Εντείνονται οι πληροφορίες για είσοδο της ισπανικής Telefonica ως στρατηγικού επενδυτή μετά το 2007.
Παράλληλα ο ΟΤΕ εντείνει τη δράση του στην ευρύτερη περιοχή (συμφωνία με τουρκική Turk Telecom για υποδομές και σύνδεση με Δυτική Ευρώπη, υψηλές επιδόσεις κερδοφορίας της θυγατρικής Rom Telecom κ.ά).
Η αύξηση του κύκλου εργασιών της αγοράς τηλεπικοινωνιών το 2004 παρουσίασε επιβράδυνση (αύξηση με ρυθμό 5,4% το 2004 έναντι 6,1% το 2003). Η ανάπτυξη οφείλεται κατά κύριο λόγο στις εταιρείες κινητής τηλεφωνίας που είναι και οι μόνες κερδοφόρες. Αντίθετα οι ιδιώτες εναλλακτικοί πάροχοι της σταθερής - τηλεφωνίας παρότι απέσπασαν το 24% της κίνησης του ΟΤΕ, παρουσιάζουν ζημιές στο σύνολό τους, ύψους 32 εκ. ευρώ. Αναμένεται ότι θα επιζήσουν μέσα και από συγχωνεύσεις 3 όμιλοι στη σταθερή τηλεφωνία έναντι των σημερινών 12 μικρών εταιρειών. Θα δυναμώσει και σε αυτόν τον τομέα η συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου (TELLAS, FORTHNET, κλπ.).
Παράλληλα η δημιουργία υποδομής ευρυζωνικών δικτύων σε 65 Δήμους της χώρας την περίοδο 2006-2007 (700 χιλμ. Οπτικών ινών) προδιαγράφει το νέο μεγάλο πεδίο ανταγωνισμού μεταξύ των ομίλων (προσφορά ευρυζωνικών υπηρεσιών). Η δυνατότητα ταχύτερης και φθηνότερης πρόσβασης στο διαδίκτυο με την ανάπτυξη της ευρυζωνικότητας, δημιουργεί μια νέα μεγάλη αγορά (ενημέρωση, ψυχαγωγία, ηλεκτρονικές συναλλαγές με δημόσιες υπηρεσίες και τράπεζες, φθηνότερες τηλεφωνικές κλήσεις κ.ά.).
Η κυβέρνηση προωθεί σχέδιο νόμου που επιταχύνει την πλήρη απελευθέρωση και αυξάνει το ρυθμιστικό ρόλο του κράτους στο μονοπωλιακό ανταγωνισμό.
Το εργατικό κίνημα πρέπει και σε αυτόν τον τομέα να αναδείξει τις συνέπειες στις εργασιακές σχέσεις (εντατικοποίηση και μείωση προσωπικού, κατάργηση πλήρους - σταθερής απασχόλησης, ασφαλιστικό, μονιμοποίηση εκτάκτων κλπ.), την επιβάρυνση της λαϊκής κατανάλωσης (πανάκριβο γρήγορο Internet, ακριβή κινητή τηλεφωνία, αύξηση αστικής κλήσης σε σχέση και με τη θεαματική αύξηση της παραγωγικότητας εργασίας), το ζήτημα της ασφάλειας εργαζομένων και κατοίκων (πολλές κεραίες ανταγωνιστικών ομίλων σε κάθε λαϊκή γειτονιά, κίνδυνοι ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας), στα δημοκρατικά δικαιώματα (παρακολούθηση και αποθήκευση τηλεφωνικών κλήσεων κλπ.).
4. Σχετικά με τον ΟΣΕ
Προβλέπεται η απελευθέρωση των εμπορευματικών μεταφορών μέχρι το 2008 και η εναρμόνιση της ελληνικής νομοθεσίας με το σχετικό κοινοτικό δίκαιο.
Το Επιχειρησιακό σχέδιο του ΟΣΕ (2005-2007) προβλέπει την υποχρεωτική διάσπαση του ΟΣΕ σε εταιρεία υποδομής, η οποία θα μείνει στο δημόσιο και εταιρείες εμπορικής εκμετάλλευσης με είσοδο του ιδιωτικού κεφαλαίου. Προβλέπεται σαφής διάκριση των δαπανών στα σχήματα που θα προκύψουν μετά τη διάσπαση, ώστε να μπει φραγμός στην έμμεση ενίσχυση της εταιρείας εμπορικής εκμετάλλευσης στην οποία θα συμμετέχει ο ΟΣΕ, από την εταιρεία υποδομής. Τα καταστατικά των αντίστοιχων εταιρειών θα ετοιμαστούν μέσα στο Νοέμβρη.
Δεν έχει καταληχτεί ο τελικός αριθμός θυγατρικών του ΟΣΕ (από 4 έως 11) στο Υπουργείο Μεταφορών. Πάντως, θα αναπτυχθούν συνεργασίες με το ιδιωτικό κεφάλαιο για την κατασκευή και εκμετάλλευση των έργων (ΕΡΓΟΣΕ) και την αξιοποίηση των ακινήτων (ΓΑΙΟΣΕ), με την αξιοποίηση του πλαισίου για τις συμπράξεις δημόσιου-ιδιωτικού τομέα (ΣΔΙΤ). Ηδη η J&P, κατασκευάζει τη σήραγγα Καλλιδρόμου προϋπολογισμού 239 εκατ. ευρώ, ενώ βρίσκονται σε εξέλιξη τα έργα επέκτασής του προς Κόρινθο, γραμμή Κόρινθος-Κιάτο, ηλεκτροκίνηση στον Αξονα Αθήνας-Θεσσαλονίκης κ.ά. Η επιλογή των συμπράξεων και της ιδιωτικοποίησης επιχειρείται να τεκμηριωθεί με επίκληση των υψηλών χρεών, μια και το ύψος των δανείων που έχει λάβει ο ΟΣΕ την τελευταία 4ετία ξεπερνά τα 3,5 δισ. ευρώ.
Το Επιχειρησιακό σχέδιο προβλέπει μείωση του αριθμού των εργαζομένων σε 7.250 από 8.000 σήμερα. Πριν 3 χρόνια οι απασχολούμενοι ήταν 10.000. Η συντήρηση έχει ήδη δοθεί σε ιδιωτικές εργολαβίες.
5. Σχετικά με την Ολυμπιακή Αεροπορία
Η απελευθέρωση στις αερομεταφορές προωθήθηκε μέσα από την κατάργηση της κρατικής μονοπωλιακής εκμετάλλευσης των εσωτερικών πτήσεων, την κατάργηση των εθνικών κρατικών αερομεταφορέων και την ιδιωτικοποίησή τους, την απελευθέρωση των υπηρεσιών επίγειας εξυπηρέτησης και συντήρησης, την ιδιωτικοποίηση αεροδρομίων και υπηρεσιών ελέγχου, τη δημιουργία του «Ενιαίου ευρωπαϊκού ουρανού» και την κατάργηση των εναέριων εσωτερικών συνόρων για την πολιτική αεροπορία, σε πρώτη φάση. Στα πλαίσια του «Ενιαίου ευρωπαϊκού ουρανού» προωθείται ο διαχωρισμός των εποπτικών αρχών από τις υπηρεσίες αεροπλοΐας και η ιδιωτικοποίησή τους.
Αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής ήταν η επιτάχυνση της συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης στον κλάδο, μέσα από εξαγορές, συγχωνεύσεις και χρεοκοπίες, η εντατικοποίηση των εργαζομένων, η απώλεια εκατοντάδων χιλιάδων θέσεων εργασίας.
Στα πλαίσια αυτά προωθείται η ιδιωτικοποίηση της ΟΑ, μέσα από τα αλλεπάλληλα «Προγράμματα εξυγίανσης» οδηγήθηκε στην απαξίωση, στη συρρίκνωση του πτητικού έργου, μειώθηκαν κατά 50% την τελευταία δεκαετία οι εργαζόμενοι σε αυτήν. Τεμαχίστηκε η καθετοποιημένη δομή του ομίλου, ήδη ιδιωτικοποιήθηκε η «Olympic Ketering». Διαχώρισαν το πτητικό έργο μέσα από τη δημιουργία των «Ολυμπιακών Αερογραμμών».