ΟΙ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΤΙΣ ΔΕΚΟ


του Τμήματος Οικονομίας της ΚΕ του ΚΚΕ

Α. ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΟΥ ΘΕΜΑΤΟΣ

Γενικά η επιχειρηματική δραστηριότητα του κράτους στο καπιταλιστικό σύστημα δεν αποτελεί μια παγιωμένη, μόνιμη κατάσταση. Η αποκλειστικότητα του κρατικού επιχειρηματικού τομέα αντιστρατεύεται μακροπρόθεσμα τις νομοτέλειες της καπιταλιστικής παραγωγής. Ιστορικά αυτή η αποκλειστικότητα συνδέεται με την προετοιμασία του εδάφους της καπιταλιστικής συσσώρευσης, σε τομείς όπου απαιτείται μεγάλο κεφάλαιο με υψηλό κίνδυνο για την κερδοφορία του.

Πριν λοιπόν την «απελευθέρωση» στρατηγικών τομέων της οικονομίας (π.χ. ενέργεια - τηλεπικοινωνίες), το κρατικό μονοπώλιο σε κάθε τομέα υπηρετεί την καπιταλιστική ανάπτυξη διασφαλίζοντας την αναγκαία υποδομή για τη διευρυμένη αναπαραγωγή του κεφαλαίου (π.χ. επάρκεια ηλεκτρικής ενέργειας), την επιτάχυνση της συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του κεφαλαίου (π.χ. πολιτική προμηθειών, μεγάλη απόκλιση μεταξύ τιμών βιομηχανικής κατανάλωσης και οικιακής κατανάλωσης κλπ.), αλλά και τη διαχείριση των λαϊκών αναγκών από τη σκοπιά των στρατηγικών συμφερόντων της άρχουσας τάξης (επιχειρήσεις «κοινής ωφέλειας»).

Στο πλαίσιο της «απελευθέρωσης» ο ρόλος των ΔΕΚΟ αλλάζει μέσα από τη μετοχοποίηση - ιδιωτικοποίησή τους (μερική ή ολική), την είσοδο ανταγωνιστικών ιδιωτικών ομίλων στην αγορά κάθε τομέα, τον τεμαχισμό και την κατάργηση της καθετοποιημένης δομής τους (π.χ. διαχωρισμός εταιριών παραγωγής - μεταφοράς - διανομής του προϊόντος, αφού συνεχίζει να είναι αναγκαίο το μονοπώλιο στα δίκτυα διανομής), τη διακοπή της προνομιακής κρατικής χρηματοδότησης, την κατεδάφιση των σχέσεων πλήρους και σταθερής απασχόλησης των εργαζομένων.

Ετσι, πλέον, οι κρατικές (π.χ. ΕΥΔΑΠ) και οι μικτές επιχειρήσεις (π.χ. ΔΕΗ ΑΕ) στο πλαίσιο της απελευθέρωσης λειτουργούν σύμφωνα με τους νόμους της υπεραξίας και του καπιταλιστικού ανταγωνισμού, δηλαδή με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια, όπως και οι ανταγωνίστριές τους ιδιωτικές καπιταλιστικές επιχειρήσεις. Στοχεύουν επομένως στη μεγιστοποίηση της κερδοφορίας τους, με την αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης των εργαζομένων και την επιβάρυνση της λαϊκής κατανάλωσης.

Οι εξελίξεις στις ΔΕΚΟ αποτελούν βασική πλευρά της προώθησης της «απελευθέρωσης» από την κρατική μονοπωλιακή εκμετάλλευση βασικών τομέων της οικονομίας (ενέργεια, τηλεπικοινωνίες, μεταφορές κλπ.).

Η προώθηση της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης σε αυτούς τους τομείς αποτελεί έναν από τους σημαντικούς άξονες της στρατηγικής της Λισσαβόνας και υλοποιείται με διαφορετικούς ρυθμούς σε όλα τα κράτη-μέλη της ΕΕ. Στοχεύει στη μεγέθυνση της κερδοφορίας των μονοπωλίων, στην επιτάχυνση της συγκέντρωσης κεφαλαίου ώστε να μετατραπεί η ΕΕ σε μια από τις πιο ανταγωνιστικές οικονομίες παγκόσμια. Η «απελευθέρωση» στρατηγικών τομέων δημιουργεί δυνατότητες εισόδου σε κεφάλαια που είχαν υπερσυσσωρευθεί σε άλλους κλάδους, δηλαδή διαμορφώνει καλύτερες προϋποθέσεις για την άνοδο της κερδοφορίας αυτών των κεφαλαίων. Αποτελεί τρόπο υλοποίησης της Συνθήκης του Μάαστριχτ (ελεύθερη κίνηση κεφαλαίων, εμπορευμάτων κλπ.) και προωθείται σχεδιασμένα προκειμένου να συγκροτηθεί η ενιαία ευρωπαϊκή αγορά έναντι κυρίως των ΗΠΑ.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο της «απελευθέρωσης» και όχι αποσπασματικά πρέπει να εξετάζουμε τις αλλαγές και τις αναπροσαρμογές σε επίπεδο κρατικών επιχειρήσεων και κρατικών ρυθμίσεων. Διερευνώντας με γνώμονα την ικανοποίηση του συνόλου των λαϊκών αναγκών, αφού οι αρνητικές επιπτώσεις αφορούν ολόκληρη την εργατική τάξη και όχι μόνο τους εργαζόμενους στις πρώην ΔΕΚΟ. Οι εργαζόμενοι μπορούν και πρέπει να κατανοήσουν τις βαθύτερες αιτίες της αναδιάρθρωσης, τις οποίες προαναφέραμε.

Γενικότερα πρέπει να τονίσουμε το ρόλο του κράτους στην προώθηση της «απελευθέρωσης». Οι κρατικές ρυθμίσεις και η κρατική χρηματοδότηση (π.χ. φοροαπαλλαγές, αναπτυξιακά κίνητρα, Γ΄ και Δ΄ ΚΠΣ) ενισχύουν την είσοδο του ιδιωτικού κεφαλαίου και διασφαλίζουν ουσιαστικά την κερδοφορία του. Το κράτος επιχειρεί να διαχειριστεί σταδιακά τον ανταγωνισμό ανάμεσα στην κάθε μετοχοποιημένη ΔΕΚΟ που ηγεμονεύει στην εγχώρια αγορά και τις εισερχόμενες ανταγωνίστριες επιχειρήσεις που προσπαθούν να κατοχυρώσουν μερίδια αγοράς.

Σε αυτό το πλαίσιο το κράτος συγκροτεί και τις λεγόμενες «ανεξάρτητες ρυθμιστικές αρχές» (π.χ. ΡΑΕ, ΕΕΤΤ) που επιχειρούν να διαμορφώσουν ίσους όρους ανταγωνισμού μεταξύ των ομίλων ιδιαίτερα στο επίμαχο ζήτημα της πρόσβασης στα δίκτυα μεταφοράς και διανομής. Οι αρχές αυτές έχουν ως θεσμική αποστολή την προώθηση της πολιτικής της ΕΕ και υπάγονται στα αντίστοιχα κοινοτικά όργανα. Στην ίδια κατεύθυνση ενισχύονται και τα διευρωπαϊκά δίκτυα στην ενέργεια, στις επικοινωνίες, στις μεταφορές που βοηθούν την κίνηση κεφαλαίου, εργασίας, εμπορευμάτων στην ενιαία ευρωπαϊκή αγορά και ιδιαίτερα την αύξηση των εξαγωγών των ευρωπαϊκών μονοπωλίων σε κάθε τομέα. Η ανάπτυξή τους συνοδεύεται και από σταδιακή μετατόπιση του ελέγχου των δικτύων από τα κράτη-μέλη προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Τέλος, τα ιδιαίτερα συμφέροντα της άρχουσας τάξης κάθε κράτους-μέλους τροφοδοτούν αντιθέσεις ανάμεσα στο κοινοτικό και στο εθνικό επίπεδο και προκαλούν παρεμβάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (π.χ. ΟΣΕ, ΟΤΕ, Ολυμπιακή κλπ.).

Ετσι, από τη μια οι ανάγκες των μονοπωλίων καθορίζουν τη βασική κατεύθυνση των αλλαγών και από την άλλη το πλαίσιο της «απελευθέρωσης» χαρακτηρίζεται από ορισμένες εγγενείς αντιφάσεις και αντιθέσεις που επιβραδύνουν αυτές τις αλλαγές.

Στη συνέχεια κωδικοποιούνται ορισμένες αλλαγές της τελευταίας περιόδου στους τομείς που λειτουργούν οι ΔΕΚΟ. Φυσικά αυτή η συνοπτική καταγραφή δεν υποκαθιστά την ανάγκη συγκεκριμένης ανάλυσης και παρέμβασης σε κάθε τομέα που προωθείται η «απελευθέρωση».

Β. ΣΥΝΟΨΗ ΕΞΕΛΙΞΕΩΝ

1. Η γενική παρέμβαση για το μέλλον των ΔΕΚΟ

Η κυβέρνηση προωθεί το «Εθνικό Πρόγραμμα Μεταρρυθμίσεων» που καταρτίστηκε σύμφωνα με τις αντιλαϊκές κατευθύνσεις της στρατηγικής της Λισσαβόνας. Στο πλαίσιο αυτό προωθεί το σχέδιο νόμου για τις πρώην ΔΕΚΟ με διπλό στόχο:

(α) Προώθηση της «απελευθέρωσης», της μετοχοποίησης και των συμπράξεων, μέσα από τον περιορισμό της προνομιακής κρατικής ενίσχυσης των ΔΕΚΟ, σύμφωνα με το κοινοτικό πλαίσιο της «απελευθέρωσης» (ίσοι όροι ανταγωνισμού των επιχειρήσεων). Προβλέπει σειρά μέτρων όπως:

- Υιοθέτηση κανόνων εταιρικής διακυβέρνησης, ώστε η διαχείριση να γίνεται με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια. Προβλέπεται η εφαρμογή διεθνών λογιστικών προτύπων, η σύνταξη τριμηνιαίων λογιστικών καταστάσεων καθώς και η αποτίμηση της περιουσίας κάθε ΔΕΚΟ.

- Περικοπή κρατικής χρηματοδότησης στις ελλειμματικές ΔΕΚΟ και στις επενδυτικές προτάσεις που δε διασφαλίζουν υψηλή απόδοση.

- Λογοδοσία του αρμοδίου υπουργού για τα οικονομικά των ΔΕΚΟ.

(β) Αλλαγή των εργασιακών σχέσεων και αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης των εργαζομένων.

Κάτω από τον τίτλο «εξορθολογισμός των αμοιβών και των προνομίων του προσωπικού», μεθοδεύεται η επέκταση του γνωστού αντιδραστικού «μοντέλου ΟΤΕ». Προβλέπεται η περιορισμένη αξιοποίηση της εθελουσίας εξόδου, οι προσλήψεις με συμβάσεις αντίστοιχες του ιδιωτικού τομέα, η μείωση του ρόλου των υπηρεσιακών συμβουλίων στους νέους κανονισμούς προσωπικού ώστε να διευκολύνονται οι απολύσεις, ακόμα και η ενοικίαση εργαζομένων από ιδιωτικές εταιρείες.

Στην ίδια κατεύθυνση η κυβέρνηση περιορίζει το ρυθμό αύξησης των κρατικών επιχορηγήσεων σε δημόσιους φορείς (στο 5,3% έναντι 11,4% το 2004) και επιταχύνει τις ιδιωτικοποιήσεις. Τα έσοδα από ιδιωτικοποιήσεις το 2005 ανέρχονται στο 1,3% του ΑΕΠ.

Ταυτόχρονα, η κυβερνητική παρέμβαση σε κάθε επί μέρους τομέα διευκολύνει την είσοδο ιδιωτών επενδυτών και περιορίζει το μερίδιο αγοράς που κατέχουν οι πρώην ΔΕΚΟ, κατοχυρώνοντας την ισότιμη πρόσβαση των ιδιωτικών ομίλων στα δίκτυα μεταφοράς και διανομής, την ενίσχυση των ρυθμιστικών αρχών και των φορέων διαχείρισης των δικτύων, σε αυτήν την κατάσταση τη διασφάλιση της κερδοφορίας των επενδύσεων. Ας δούμε συνοπτικά τις εξελίξεις στις κυριότερες πρώην ΔΕΚΟ.

2. Σχετικά με τη ΔΕΗ

Εχουμε τις πιο σύνθετες και σημαντικές εξελίξεις αντικειμενικά, αφού εκτός από τη στρατηγική σημασία της ηλεκτρικής ενέργειας, οι πωλήσεις του τομέα υπερβαίνουν τα 4 δισ. ευρώ.

Στον τομέα της παραγωγής αναμένεται μέχρι το τέλος του 2005 η προκήρυξη διαγωνισμού για κατασκευή ιδιωτικών μονάδων συνολικής ισχύος 900 MW. Ανταγωνίζονται για τις 3 άδειες οι όμιλοι Λάτση - ΕΛΠΕ σε συμμαχία με τη γερμανική RWE, Βαρδινογιάννη-Μότορ Οιλ, όμιλος Κοπελούζου (συνεργασία με ρωσική Gazprom) σε συμμαχία με την ιταλική ENEL, όμιλος Μυτιληναίου (Αλουμίνιον της Ελλάδος), ΓΕΚ-Τέρνα, HED του ΑΚΤΩΡΑ.

Ηδη λειτουργούν ιδιωτικά Αιολικά πάρκα 465 MW και από το 2006 η μονάδα ηλεκτροπαραγωγής των ΕΛΠΕ στη Θεσσαλονίκη, με τη στήριξη της RWE.

Με τις νέες επενδύσεις αλλά και την προμήθεια ρεύματος από το εξωτερικό (συμφωνία Κοπελούζου - ENEL για αξιοποίηση της ελληνοϊταλικής διασύνδεσης), η ΔΕΗ ΑΕ θα απωλέσει το 28% της αγοράς, που πρέπει να περάσει στους ιδιώτες, μέχρι 1.1.2007.

Η ΔΕΗ ΑΕ στα πλαίσια του ανταγωνισμού και των αναγκαίων συμβιβασμών σχεδιάζει:

- Το ενδεχόμενο εξαγοράς του 30% της ΔΕΠΑ λόγω της σημασίας που έχει η προμήθεια φυσικού αερίου στους νέους σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής.

- Την υλοποίηση της απόφασης αντικατάστασης μονάδων 1600 MW με νέες μονάδες, που προχωρά αργά. Ηδη αναβαθμίστηκε μια μονάδα στο Αλιβέρι και λειτουργεί νέα μονάδα στο Λαύριο.

- Την αξιοποίηση εργοστασίου που εξαγόρασε στη Βουλγαρία (Bovol Pol) και τη συνεργασία με την ιταλική Edison για δύο μονάδες ηλεκτροπαραγωγής σε Ελλάδα και Ιταλία. Η Edison έχει ήδη συμπράξει με την Ελληνική Τεχνοδομική.

- Την άσκηση πίεσης για συμμετοχή της ΔΕΗ με 30% σε ορισμένες επενδύσεις των ανταγωνιστών της (μονάδες 900MW), κυρίως με ΕΛΠΕ και ΔΕΠΑ.

- Την αξιοποίηση της δυνατότητας να παράγει κατά 20% φτηνότερα από τους ιδιώτες ανταγωνιστές της, λόγω της κατοχής λιγνιτικών μονάδων.

Παράλληλα μέσω του Επιχειρησιακού Προγράμματος «Ανταγωνιστικότητα» του Γ’ ΚΠΣ δρομολογείται η χρηματοδότηση νέων ιδιωτικών επενδύσεων στις ΑΠΕ (Αιολικά πάρκα κλπ.) ύψους 360 εκ. ευρώ, με προκλητική μείωση της ίδιας συμμετοχής του ιδιώτη στο 15%.

Οι συνολικές επενδύσεις στον τομέα της ενέργειας αναμένεται να ξεπερνούν τα 3,5 δισ. ευρώ την περίοδο 2005-2009.

Η κυβέρνηση προωθεί με σχέδιο - νόμου την ενσωμάτωση στην ελληνική νομοθεσία των κοινοτικών οδηγιών της «απελευθέρωσης» των αγορών φυσικού αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας. Με βάση αυτά τα σχέδια νόμου δημιουργείται εταιρία διαχείρισης του δικτύου διανομής ηλεκτρικού ρεύματος, ανεξάρτητη από τη ΔΕΗ ΑΕ (με συμμετοχή του ΔΕΣΜΗΕ κατά 51%) και διαχωρίζεται επίσης το Εθνικό Σύστημα Φυσικού Αερίου (σύστημα μεταφοράς και εγκαταστάσεις αποθήκευσης φυσικού αερίου) από τη ΔΕΠΑ ΑΕ. Ετσι η κυβέρνηση κατοχυρώνει την ισότιμη πρόσβαση των ιδιωτικών ομίλων, σε σχέση με τις πρώην ΔΕΚΟ στα δίκτυα μεταφοράς και διανομής.

Ταυτόχρονα με την υπογραφή της συνθήκης ίδρυσης της Ενεργειακής Κοινότητας Νοτιοανατολικής Ευρώπης, αναβαθμίζει τη δυνατότητα εισαγωγών ηλεκτρικού ρεύματος από τα γειτονικά κράτη με φθηνότερη ηλεκτροπαραγωγή και θα οδηγήσει σταδιακά σε ένταση της ενεργειακής εξάρτησης της χώρας.

Το σύνολο των προαναφερομένων εξελίξεων οδηγεί σε ένταση του ανταγωνισμού μεταξύ της ΔΕΗ ΑΕ και άλλων ιδιωτικών ομίλων, αλλά και στο εσωτερικό της ΔΕΗ ΑΕ για τις ενδεδειγμένες συμμαχίες της επιχείρησης (π.χ. αντιπαράθεση Παλαιοκρασά - Μανιατάκη για τις σχέσεις της ΔΕΗ ΑΕ με τους ομίλους Κοπελούζου, Μυτιληναίου και τη ΔΕΠΑ).

Οι ενσωματωμένες συνδικαλιστικές ηγεσίες επιχειρούν να εγκλωβίσουν το συνδικαλιστικό κίνημα σε αυτές τις αντιθέσεις, που δεν αφορούν τις λαϊκές ανάγκες.

Στον αντίποδα το εργατικό ταξικό κίνημα αναδεικνύει τις επιπτώσεις στις εργασιακές σχέσεις (μείωση προσωπικού, εντατικοποίηση, ασφαλιστικό, σύνδεση αμοιβών με παραγωγικότητα, εργατικά ατυχήματα), τις επιπτώσεις στη λαϊκή κατανάλωση (αύξηση τιμολογίων κατά 13,5% την περίοδο 2000-2004, ενώ αυξήθηκε ο κύκλος εργασιών ανά εργαζόμενο στη ΔΕΗ ΑΕ κατά 45% και ο μέσος πραγματικός μισθός του εργαζόμενου στον ιδιωτικό τομέα παρέμεινε στάσιμος τη διετία 2003-2004) και στον ενεργειακό σχεδιασμό (π.χ. αξιοποίηση του εισαγόμενου φυσικού αερίου σαν στρατηγικού καυσίμου ηλεκτροπαραγωγής - αντί του φτηνότερου εγχώριου λιγνίτη το επόμενο διάστημα), στην επιβάρυνση του εργαζόμενου σαν φορολογούμενου και σαν χρήστη από τις συμπράξεις δημοσίου-ιδιωτικού τομέα.

3. Σχετικά με τον ΟΤΕ

Η «απελευθέρωση» έχει προχωρήσει και καταγράφεται ένταση του ανταγωνισμού και συνεχείς ανακατατάξεις.

Από τους ιδιωτικούς ομίλους ανταγωνιστές του ΟΤΕ ξεχωρίζουν:

- Η προσπάθεια της TIM με προγραμματισμένες επενδύσεις 400 εκ. ευρώ την επόμενη πενταετία, με στόχο την επανάκτηση μεριδίων στην αγορά και την αύξηση κερδών.

- Η προσπάθεια της INTRACOM να καταστεί ανταγωνιστική του ΟΤΕ (απόκτηση μεριδίου της Forthnet, εξαγορά της Hellas on line κλπ.) που δεν έχει κριθεί οριστικά και εξαρτάται από τη στάση του ισλανδικού ομίλου Novator και του ITE Κρήτης (σχέση με ΝΑΤΟ) μετόχων της Forthnet.

Στον ΟΤΕ είχαμε πρόσφατα την ιδιωτικοποίηση ενός πρόσθετου 10% μετοχών του δημοσίου (κρατική συμμετοχή 30% πλέον). Εντείνονται οι πληροφορίες για είσοδο της ισπανικής Telefonica ως στρατηγικού επενδυτή μετά το 2007.

Παράλληλα ο ΟΤΕ εντείνει τη δράση του στην ευρύτερη περιοχή (συμφωνία με τουρκική Turk Telecom για υποδομές και σύνδεση με Δυτική Ευρώπη, υψηλές επιδόσεις κερδοφορίας της θυγατρικής Rom Telecom κ.ά).

Η αύξηση του κύκλου εργασιών της αγοράς τηλεπικοινωνιών το 2004 παρουσίασε επιβράδυνση (αύξηση με ρυθμό 5,4% το 2004 έναντι 6,1% το 2003). Η ανάπτυξη οφείλεται κατά κύριο λόγο στις εταιρείες κινητής τηλεφωνίας που είναι και οι μόνες κερδοφόρες. Αντίθετα οι ιδιώτες εναλλακτικοί πάροχοι της σταθερής - τηλεφωνίας παρότι απέσπασαν το 24% της κίνησης του ΟΤΕ, παρουσιάζουν ζημιές στο σύνολό τους, ύψους 32 εκ. ευρώ. Αναμένεται ότι θα επιζήσουν μέσα και από συγχωνεύσεις 3 όμιλοι στη σταθερή τηλεφωνία έναντι των σημερινών 12 μικρών εταιρειών. Θα δυναμώσει και σε αυτόν τον τομέα η συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου (TELLAS, FORTHNET, κλπ.).

Παράλληλα η δημιουργία υποδομής ευρυζωνικών δικτύων σε 65 Δήμους της χώρας την περίοδο 2006-2007 (700 χιλμ. Οπτικών ινών) προδιαγράφει το νέο μεγάλο πεδίο ανταγωνισμού μεταξύ των ομίλων (προσφορά ευρυζωνικών υπηρεσιών). Η δυνατότητα ταχύτερης και φθηνότερης πρόσβασης στο διαδίκτυο με την ανάπτυξη της ευρυζωνικότητας, δημιουργεί μια νέα μεγάλη αγορά (ενημέρωση, ψυχαγωγία, ηλεκτρονικές συναλλαγές με δημόσιες υπηρεσίες και τράπεζες, φθηνότερες τηλεφωνικές κλήσεις κ.ά.).

Η κυβέρνηση προωθεί σχέδιο νόμου που επιταχύνει την πλήρη απελευθέρωση και αυξάνει το ρυθμιστικό ρόλο του κράτους στο μονοπωλιακό ανταγωνισμό.

Το εργατικό κίνημα πρέπει και σε αυτόν τον τομέα να αναδείξει τις συνέπειες στις εργασιακές σχέσεις (εντατικοποίηση και μείωση προσωπικού, κατάργηση πλήρους - σταθερής απασχόλησης, ασφαλιστικό, μονιμοποίηση εκτάκτων κλπ.), την επιβάρυνση της λαϊκής κατανάλωσης (πανάκριβο γρήγορο Internet, ακριβή κινητή τηλεφωνία, αύξηση αστικής κλήσης σε σχέση και με τη θεαματική αύξηση της παραγωγικότητας εργασίας), το ζήτημα της ασφάλειας εργαζομένων και κατοίκων (πολλές κεραίες ανταγωνιστικών ομίλων σε κάθε λαϊκή γειτονιά, κίνδυνοι ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας), στα δημοκρατικά δικαιώματα (παρακολούθηση και αποθήκευση τηλεφωνικών κλήσεων κλπ.).

4. Σχετικά με τον ΟΣΕ

Προβλέπεται η απελευθέρωση των εμπορευματικών μεταφορών μέχρι το 2008 και η εναρμόνιση της ελληνικής νομοθεσίας με το σχετικό κοινοτικό δίκαιο.

Το Επιχειρησιακό σχέδιο του ΟΣΕ (2005-2007) προβλέπει την υποχρεωτική διάσπαση του ΟΣΕ σε εταιρεία υποδομής, η οποία θα μείνει στο δημόσιο και εταιρείες εμπορικής εκμετάλλευσης με είσοδο του ιδιωτικού κεφαλαίου. Προβλέπεται σαφής διάκριση των δαπανών στα σχήματα που θα προκύψουν μετά τη διάσπαση, ώστε να μπει φραγμός στην έμμεση ενίσχυση της εταιρείας εμπορικής εκμετάλλευσης στην οποία θα συμμετέχει ο ΟΣΕ, από την εταιρεία υποδομής. Τα καταστατικά των αντίστοιχων εταιρειών θα ετοιμαστούν μέσα στο Νοέμβρη.

Δεν έχει καταληχτεί ο τελικός αριθμός θυγατρικών του ΟΣΕ (από 4 έως 11) στο Υπουργείο Μεταφορών. Πάντως, θα αναπτυχθούν συνεργασίες με το ιδιωτικό κεφάλαιο για την κατασκευή και εκμετάλλευση των έργων (ΕΡΓΟΣΕ) και την αξιοποίηση των ακινήτων (ΓΑΙΟΣΕ), με την αξιοποίηση του πλαισίου για τις συμπράξεις δημόσιου-ιδιωτικού τομέα (ΣΔΙΤ). Ηδη η J&P, κατασκευάζει τη σήραγγα Καλλιδρόμου προϋπολογισμού 239 εκατ. ευρώ, ενώ βρίσκονται σε εξέλιξη τα έργα επέκτασής του προς Κόρινθο, γραμμή Κόρινθος-Κιάτο, ηλεκτροκίνηση στον Αξονα Αθήνας-Θεσσαλονίκης κ.ά. Η επιλογή των συμπράξεων και της ιδιωτικοποίησης επιχειρείται να τεκμηριωθεί με επίκληση των υψηλών χρεών, μια και το ύψος των δανείων που έχει λάβει ο ΟΣΕ την τελευταία 4ετία ξεπερνά τα 3,5 δισ. ευρώ.

Το Επιχειρησιακό σχέδιο προβλέπει μείωση του αριθμού των εργαζομένων σε 7.250 από 8.000 σήμερα. Πριν 3 χρόνια οι απασχολούμενοι ήταν 10.000. Η συντήρηση έχει ήδη δοθεί σε ιδιωτικές εργολαβίες.

5. Σχετικά με την Ολυμπιακή Αεροπορία

Η απελευθέρωση στις αερομεταφορές προωθήθηκε μέσα από την κατάργηση της κρατικής μονοπωλιακής εκμετάλλευσης των εσωτερικών πτήσεων, την κατάργηση των εθνικών κρατικών αερομεταφορέων και την ιδιωτικοποίησή τους, την απελευθέρωση των υπηρεσιών επίγειας εξυπηρέτησης και συντήρησης, την ιδιωτικοποίηση αεροδρομίων και υπηρεσιών ελέγχου, τη δημιουργία του «Ενιαίου ευρωπαϊκού ουρανού» και την κατάργηση των εναέριων εσωτερικών συνόρων για την πολιτική αεροπορία, σε πρώτη φάση. Στα πλαίσια του «Ενιαίου ευρωπαϊκού ουρανού» προωθείται ο διαχωρισμός των εποπτικών αρχών από τις υπηρεσίες αεροπλοΐας και η ιδιωτικοποίησή τους.

Αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής ήταν η επιτάχυνση της συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης στον κλάδο, μέσα από εξαγορές, συγχωνεύσεις και χρεοκοπίες, η εντατικοποίηση των εργαζομένων, η απώλεια εκατοντάδων χιλιάδων θέσεων εργασίας.

Στα πλαίσια αυτά προωθείται η ιδιωτικοποίηση της ΟΑ, μέσα από τα αλλεπάλληλα «Προγράμματα εξυγίανσης» οδηγήθηκε στην απαξίωση, στη συρρίκνωση του πτητικού έργου, μειώθηκαν κατά 50% την τελευταία δεκαετία οι εργαζόμενοι σε αυτήν. Τεμαχίστηκε η καθετοποιημένη δομή του ομίλου, ήδη ιδιωτικοποιήθηκε η «Olympic Ketering». Διαχώρισαν το πτητικό έργο μέσα από τη δημιουργία των «Ολυμπιακών Αερογραμμών».

Γ. ΤΟ ΜΕΤΩΠΟ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΑ ΑΛΛΑ ΚΟΜΜΑΤΑ

Αναδεικνύουμε και καλούμε σε καταδίκη της στρατηγικής σύμπλευσης ΝΔ- ΠΑΣΟΚ στο κοινοτικό πλαίσιο της «απελευθέρωσης» που απορρέει από τη συμφωνία τους στην προώθηση της στρατηγικής της Λισσαβόνας και γενικότερα των κατευθύνσεων της ΕΕ και της άρχουσας τάξης.

Αυτή την πραγματικότητα επιχειρεί να συγκαλύψει και να συσκοτίσει η κυβερνητική προπαγάνδα, που προβάλλει ως στόχους της «απελευθέρωσης»:

- Την ανάγκη δημοσιονομικής προσαρμογής της χώρας, ώστε να μειωθεί το υψηλό έλλειμμα και χρέος, σύμφωνα με τους όρους του Συμφώνου Σταθερότητας.

- Την ενίσχυση του ρυθμού ανάπτυξης και την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.

- Τη διασφάλιση καλύτερων τιμών για τους λαϊκούς καταναλωτές.

Ομως η πολιτική της «απελευθέρωσης» και ιδιαίτερα στους στρατηγικούς κλάδους δικτύων (π.χ. ενέργεια, τηλεπικοινωνίες) προωθείται απαρέγκλιτα και ενιαία σε όλα τα κράτη-μέλη της ΕΕ, ανεξάρτητα από τις διαφορετικές δημοσιονομικές τους επιδόσεις.

Εξάλλου η πολύμορφη κρατική χρηματοδότηση του μεγάλου κεφαλαίου (π.χ. αναπτυξιακός και φορολογικός νόμος) αποδεικνύει τον ταξικό χαρακτήρα της δημοσιονομικής διαχείρισης, το γεγονός ότι η διαχείριση με μικρότερα ή μεγαλύτερα ελλείμματα έχει τον ίδιο αντιλαϊκό χαρακτήρα.

Το ίδιο συμβαίνει και με ορισμένους δείκτες της οικονομίας. Η βελτίωση του ρυθμού ανάπτυξης, της ανταγωνιστικότητας και της παραγωγικότητας δεν οδηγεί στην αναβάθμιση της ικανοποίησης των λαϊκών αναγκών. Η πείρα της Ελλάδας και στην Ευρώπη δείχνει ότι η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας δε μεταφράζεται σε ένα συμβιβασμό του κεφαλαίου για αναδιανομή των κερδών του προς όφελος των εργαζομένων, αλλά αντίθετα επιταχύνει την επίθεση κατεδάφισης των εργατικών δικαιωμάτων.

Το κεφάλαιο επωφελείται συνεχώς με την κατεδάφιση κατακτήσεων. Ούτε καν την αναδιανομή που έκανε παλαιότερα κάνει σήμερα. Και όταν παραχωρεί ψίχουλα σε έναν τομέα, αρπάζει καρβέλια από άλλο.

Η αλλαγή των εργασιακών σχέσεων ισοδυναμεί με αύξηση της εκμετάλλευσης όλων των εργαζομένων και αυτών που δουλεύουν στις πρώην ΔΕΚΟ και όλων των άλλων που δουλεύουν στον ιδιωτικό τομέα, στο δημόσιο. Ιδιαίτερος στόχος είναι οι νέες ηλικίες, οι νέοι και οι νέες, η νέα γυναίκα. Και μόνο για χάρη των τελευταίων αξίζει να σηκωθεί το ανάστημα όλων των εργαζομένων και να συσπειρωθούν με τις ταξικές δυνάμεις που δεν υποκύπτουν.

Η κυβέρνηση, με το σύνθημα «περί ορθολογισμού» των αμοιβών και των προνομίων του προσωπικού», μεθοδεύει την επέκταση, την αξιοποίηση του γνωστού αντιδραστικού μοντέλου του ΟΤΕ και στις άλλες ΔΕΚΟ. Με την περιορισμένη αξιοποίηση της εθελούσιας εξόδου, με προσλήψεις και συμβάσεις αντίστοιχες με τον ιδιωτικό τομέα, με τη μείωση του ρόλου των υπηρεσιακών συμβουλίων του προσωπικού ώστε να διευκολύνονται οι απολύσεις και η ενοικίαση εργαζομένων από ιδιωτικές εταιρίες. Ανοίγει το δρόμο για τη μαύρη εργασία των εργατοϋπαλλήλων, των διάφορων εργολάβων που παίρνουν δουλιές και παραγγελίες και σήμερα και αύριο θα πάρουν ακόμα μεγαλύτερο κομμάτι από την πίτα.

Απορρίπτουμε την προπαγάνδα διαίρεσης σε υψηλόμισθους και χαμηλόμισθους, σε «ρετιρέ» και «υπόγεια». Για το ότι οι εργατοϋπάλληλοι των εργοστασίων και των ιδιωτικών επιχειρήσεων στο μεγαλύτερο μέρος τους έχουν μικρότερους μισθούς και μεροκάματα, λιγότερες κοινωνικές παροχές, δεν ευθύνονται οι εργαζόμενοι στις ΔΕΚΟ και γενικότερα στο δημόσιο τομέα, αν και τα τελευταία χρόνια η τάση είναι να προσεγγίζουν μεταξύ τους με βάση τις νέες προσλήψεις.

Επίσης, την αύξηση της παραγωγικότητας στους «απελευθερωμένους τομείς», δεν την καρπώνεται ο λαϊκός καταναλωτής μέσα από μια πραγματική μείωση των τιμών, σε σχέση με το επίπεδο των αναγκών και το λαϊκό εισόδημα. Αντίθετα, αυτή η αύξηση τροφοδοτεί την κερδοφορία των ιδιωτών επενδυτών και των μεγαλομετόχων των πρώην ΔΕΚΟ.

Η γενική τάση είναι να ανεβαίνουν σχετικά απόλυτα οι τιμές. Μπορεί για ένα διάστημα μια επιχείρηση, προκειμένου να καταλάβει θέσεις στην αγορά, να ρίχνει τις τιμές, τελικά όμως οι ανταγωνιστές είτε με συμφωνία μεταξύ τους είτε με πρωτοβουλία τους ανεβάζουν τις τιμές. Και όταν δεν ανεβάζουν τις τιμές εμφανώς, ρίχνουν τα μεροκάματα και τους μισθούς, παρατείνουν το συνολικό εργάσιμο χρόνο, ανεβάζουν την εκμετάλλευση και επομένως κερδίζουν. Το κριτήριο ΔΕΝ είναι οι ονομαστικές τιμές των προϊόντων. Οταν π.χ. ανεβαίνει η παραγωγικότητα, άρα μειώνεται το κόστος, οι τιμές δεν πέφτουν. Το τι είναι ακριβό και φτηνό εξαρτάται από την αγοραστική ικανότητα, δηλαδή από το λαϊκό εισόδημα και από το ποιες είναι οι πραγματικές ανάγκες των εργαζομένων.

Ανοίγουμε μέτωπο προς τον ουτοπικό και αποπροσανατολιστικό χαρακτήρα της οπορτουνιστικής πρότασης (ΣΥΝ, ΓΣΕΕ, στελέχη ΠΑΣΟΚ, κλπ.) που καλεί σε συσπείρωση διάσωσης του δημόσιου χαρακτήρα των πρώην ΔΕΚΟ, μέσα στο πλαίσιο της καπιταλιστικής απελευθέρωσης. Τονίζουμε ότι οι δημόσιες επιχειρήσεις της συγκεκριμένης πρότασης λειτουργούν με γνώμονα την κερδοφορία τους τόσο σε βάρος του λαϊκού καταναλωτή όσο και για την αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης των εργαζομένων τους.

Γενικότερα η οπορτουνιστική αντίληψη σχετικά με τη δυνατότητα ρυθμιστικής παρέμβασης στην καπιταλιστική αγορά -που να ικανοποιεί τις λαϊκές ανάγκες- δημιουργεί αυταπάτες ότι η ταξική πάλη μπορεί να αναχαιτίσει την τάση εξέλιξης του συστήματος που καθορίζεται από το νόμο του καπιταλιστικού κέρδους.

Δ. ΓΡΑΜΜΗ ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΞΟΔΟΣ

Καλούμε τους εργαζόμενους σε αγωνιστική συσπείρωση με άξονες:

- Οχι στο πλαίσιο «απελευθέρωσης» της ΕΕ.

- Οχι στην ιδιωτικοποίηση.

- Ενιαίοι αποκλειστικά κρατικοί φορείς σε όλους τους τομείς στρατηγικής σημασίας (ενέργεια, μεταφορές κλπ.), οι οποίοι θα αποτελούν λαϊκή περιουσία και θα υπηρετούν τις λαϊκές ανάγκες, όπως η σταθερή - πλήρης απασχόληση, η ασφάλεια των εργαζομένων, η προστασία του περιβάλλοντος, η κατοχύρωση της επικοινωνίας, της μεταφοράς, της ενέργειας ως κοινωνικών αγαθών και όχι ως εμπορευμάτων, η φτηνή και γρήγορη πρόσβαση του λαϊκού καταναλωτή στις σχετικές υπηρεσίες, κλπ.

Η πολιτική επιλογή για τη διαχείριση της παραγωγής - διανομής στην ενέργεια, τις τηλεπικοινωνίες, τις μεταφορές είναι ζήτημα ταξικό. Συγκρούονται δυο πολιτικές. Η μια υπηρετεί το κεφάλαιο. Η άλλη, για να υπηρετήσει την εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα, προϋποθέτει ανατροπές στο συσχετισμό δυνάμεων σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο.

Υπερασπιζόμαστε τον ενιαίο χαρακτήρα των προαναφερομένων αξόνων και αναδεικνύουμε την ανάγκη να διαμορφωθεί άμεσα πόλος συσπείρωσης των εργαζομένων σε αυτή τη βάση και σε κάθε συγκεκριμένο τομέα, εξειδικεύοντας τη γραμμή συσπείρωσης, π.χ. στις αερομεταφορές με αίτημα τον ενιαίο αποκλειστικά κρατικό αερομεταφορέα στον οποίο θα ανήκει το σύνολο των λειτουργιών και των υποδομών των αερομεταφορών και θα διασφαλίζει φτηνή, γρήγορη και ασφαλή χρήση των μεταφορών, πλήρη - σταθερή απασχόληση, εξοικονόμηση ενέργειας, προστασία του περιβάλλοντος.

Ταυτόχρονα, στην ίδια βάση και με αφορμή την εναντίωση στο νομοσχέδιο για τις ΔΕΚΟ, καλούμε σε συντονισμό τις δυνάμεις του λαϊκού κινήματος, αξιοποιώντας το γενικό πλαίσιο του ΠΑΜΕ, καθώς και ιδιαίτερες αιχμές-κρίκους σχετικά με τις επιπτώσεις της «απελευθέρωσης», π.χ. εργασιακές σχέσεις, τιμολόγια οικιακής χρήσης, κλπ.

Η προσπάθεια οικοδόμησης του αγωνιστικού πόλου σε κάθε κλάδο και του συντονισμού αποτελεί το γόνιμο έδαφος για να προβάλουμε τους σκοπούς και τα κίνητρα μιας οικονομίας που κινείται με στόχο τη σχεδιασμένη και διευρυμένη ανάπτυξη της λαϊκής ευημερίας και όχι το καπιταλιστικό κέρδος.

Η σχεδιασμένη κομματική παρέμβαση για την οργάνωση της λαϊκής αντεπίθεσης, με τη μεγαλύτερη δυνατή συσπείρωση δυνάμεων αναδεικνύει και τους πολιτικούς όρους που μπορούν να διασφαλίζουν τη συνδυασμένη ικανοποίηση των λαϊκών αναγκών στο σύνολό τους (π.χ. η καπιταλιστική επιχείρηση αερομεταφορών δεν μπορεί να διασφαλίζει ταυτόχρονα, συνδυασμένα και την ασφάλεια των πτήσεων και το φθηνό εισιτήριο). Στο επίκεντρο του προβληματισμού του λαού, πρέπει να βρεθεί το στρατηγικό ερώτημα σχετικά με τις αλλαγές στον κοινωνικό - πολιτικό συσχετισμό, ώστε να ξεδιπλώσουμε το περιεχόμενο της διεξόδου που προτείνουμε (κοινωνικοποίηση βασικών και συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής, αποκλειστικά κρατικοί φορείς στους στρατηγικούς τομείς που συνεργάζονται αρμονικά, κεντρικός σχεδιασμός, εργατικός έλεγχος, κλπ.) ως αναγκαιότητα για την ικανοποίηση των λαϊκών αναγκών και όχι ως συνθηματολογική αναφορά.

Αναδεικνύουμε την αναγκαιότητα αποδέσμευσης της κοινωνικής παραγωγής - διανομής από την κυριαρχία των μονοπωλίων, την αναγκαιότητα της λαϊκής εξουσίας, για να υπάρξει σχεδιασμένη ανάπτυξη των μεταφορών, των επικοινωνιών, του τομέα της ενέργειας που θα ανταποκρίνεται στον κοινωνικό χαρακτήρα της εργασίας και της παραγωγής.


ΣημειώσειςΣημειώσεις

Κείμενο του Τμήματος Οικονομίας της ΚΕ του ΚΚΕ.