Το ΚΚΕ, πριν ακόμη η χώρα ενταχθεί στην τότε ΕΟΚ, είχε προειδοποιήσει και αποκαλύψει ότι η Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ) δεν είχε στόχο την ανάπτυξη του αγροτικού τομέα σύμφωνα με τις αυξανόμενες ανάγκες του λαού και την εξασφάλιση ενός ανεκτού βιοτικού επιπέδου στους μικρομεσαίους αγρότες, όπως ισχυρίζονταν οι υποστηρικτές της ένταξης, αλλά στόχευε στη γρήγορη ανάπτυξη του καπιταλισμού στη γεωργία και την προσαρμογή της διάρθρωσης και ποσότητας της παραγωγής σε επίπεδα που θα καθορίζουν οι πολυεθνικές βιομηχανίες τροφίμων και άλλες μεταποιητικές βιομηχανίες της αγροτικής παραγωγής (κλωστοϋφαντουργία, καπνοβιομηχανία, κλπ).
Αυτό σημαίνει συγκέντρωση γης και παραγωγής στα χέρια λίγων ιδιωτικών αγροτικών επιχειρήσεων και μεγαλοαγροτών, με ταυτόχρονο εκτοπισμό από την παραγωγή πρώτα των πιο φτωχών νοικοκυριών και στη συνέχεια των μεσαίων αγροτών, όπως έχει γίνει σε όλες τις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες της ΕΕ, όπου το 20% των αγροτικών νοικοκυριών απολαμβάνει το 80% της στήριξης που δίνει η ΕΕ.
Το ότι σήμερα στην Ελλάδα η συντριπτική πλειοψηφία όσων ασχολούνται με την αγροτική παραγωγή είναι μικροί και μεσαίοι αγρότες και όχι μεγαλοαγρότες δεν οφείλεται στο ότι βοηθήθηκαν από την ΚΑΠ, αλλά στο ότι: Το μεγάλο κεφάλαιο δεν είχε ενδιαφέρον να κάνει άμεσες επενδύσεις στη γεωργία, γιατί εκμεταλλευόταν τους αγρότες μέσω της εμπορίας αγροτικών προϊόντων και των εφοδίων. Δεν υπήρχαν εναλλακτικές λύσεις απασχόλησης για ν' απορροφήσουν τους περιθωριοποιημένους παραγωγούς, που κάτω από το βάρος αυτών των πολιτικών χρεοκοπούν, ενώ ταυτόχρονα αναπτύχθηκε ισχυρή αντίσταση με μεγάλους αγώνες, όλα αυτά τα χρόνια.
Οι σημερινές εξελίξεις με την «Ατζέντα-2000», την ενδιάμεση αναθεώρηση και τη διεύρυνση της ΕΕ με άλλες 10 χώρες, στην οικονομία των οποίων η συμμετοχή του αγροτικού τομέα είναι πάνω από τον αντίστοιχο μέσο όρο των 15 κρατών-μελών, είναι σίγουρο ότι θα επιταχύνουν την καταστροφή του μικρού και μεσαίου νοικοκυριού.
Με την ίδρυση της τράπεζας γης, την ιδιωτικοποίηση της ΑΤΕ και τη μετατροπή της σε καθαρά εμπορική τράπεζα, τη διάλυση των Δημόσιων Οργανισμών που στήριζαν, όπως στήριζαν βέβαια, το μικρομεσαίο αγρότη, (οργανισμός βάμβακος, καπνού, εγγείων βελτιώσεων, κ.ά.), τη μετατροπή των συνεταιρισμών σε ΑΕ, τα κριτήρια για ένταξη σε προγράμματα βελτίωσης και «νέων αγροτών», την προώθηση των ομάδων παραγωγών, κλπ. έχει πια ολοκληρωθεί και το θεσμικό πλαίσιο που θα επιταχύνει τις εξελίξεις στην κατεύθυνση αυτή.
Το ΚΚΕ παίρνοντας υπόψη του ότι ο αγροτικός τομέας είναι εξαιρετικά σημαντικός, από κάθε άποψη, για την κοινωνικο-οικονομική ανάπτυξη, θεωρεί επιβεβλημένη την ανάπτυξή του, χωρίς περιορισμούς, και την αναδιάρθρωσή του με κατεύθυνση την αύξηση της ζωικής παραγωγής.
Κριτήριο πρέπει να είναι όχι τα κέρδη του μεγάλου κεφαλαίου με ό,τι αυτό συνεπάγεται, αλλά οι αυξανόμενες ανάγκες του λαού, οι δυνατότητες που δίνουν οι φυσικές συνθήκες, η επιστήμη και τεχνολογία, η πείρα και εργατικότητα του δυναμικού, ο συνδυασμός εξασφάλισης του βιοτικού επιπέδου του μικρομεσαίου αγρότη με τα συμφέροντα όλου του λαού, οι δυνατότητες που υπάρχουν στη διεθνή αγορά, ιδιαίτερα εάν προωθείται ένας ισότιμος καταμερισμός εργασίας.
Στον αντίποδα της μεγάλης καπιταλιστικής αγροτικής επιχείρησης (καθετοποιημένης ή μη) που υιοθετούν όλοι όσοι στηρίζουν και προπαγανδίζουν σα μονόδρομο την ΚΑΠ (ΠΑΣΟΚ, ΝΔ, ΣΥΝ), το ΚΚΕ προτείνει τον παραγωγικό συνεταιρισμό, που μπορεί να αποτελέσει τον πυρήνα της ανάπτυξης της αγροτικής οικονομίας και να δώσει απάντηση στα προβλήματα του σήμερα και του αύριο για το μικρομεσαίο αγρότη και τον εργαζόμενο - καταναλωτή.
Αυτός ο συνεταιρισμός, που προτείνει το ΚΚΕ, δεν έχει καμιά σχέση με το σημερινό συνεταιριστικό σύστημα, που κινείται στα πλαίσια της καπιταλιστικής παραγωγής και αγοράς, είναι υδροκέφαλο, χρεοκοπημένο, περιθωριοποιημένο, ούτε φυσικά με τις ομάδες παραγωγών. Σήμερα, συνεταιριστικό σύστημα και ομάδες παραγωγών υλοποιούν και συμβάλλουν στην προώθηση της κοινοτικής και κυβερνητικής πολιτικής, που οδήγησε στα σημερινά αδιέξοδα εκατοντάδες χιλιάδες μικρομεσαίους αγρότες.
Ο παραγωγικός συνεταιρισμός συγκροτείται σε εθελοντική βάση, λειτουργώντας στα πλαίσια της λαϊκής οικονομίας, όπου τα βασικά και συγκεντρωμένα μέσα παραγωγής και οι πλουτοπαραγωγικές πηγές αποτελούν κοινωνική ιδιοκτησία και υπάρχει κεντρικός σχεδιασμός. Διοικείται δημοκρατικά και με διαφάνεια. Ελέγχεται για όλες τις δραστηριότητές του από τους ίδιους τους συνεταίρους και από το κράτος για τυχόν κακοδιαχείριση των διοικούντων, προσωπικό πλουτισμό, απάτες, κλπ.
Στον παραγωγικό συνεταιρισμό συνενώνονται οι μικροί και μεσαίοι αγρότες προσφέροντας γη, καλλιεργητικά μέσα και εργασία και μπορεί η δραστηριότητά του να επεκτείνεται σε όλες τις φάσεις της οικονομικής διαδικασίας. Από την κοινή χρήση μηχανών και εργαλείων για την εκτέλεση των καλλιεργητικών φροντίδων (όργωμα, καταπολέμηση ασθενειών, συγκομιδή, κλπ), παραγωγή ζώων, προμήθεια γεωργικών εφοδίων, μέχρι τη συσκευασία, τυποποίηση, μεταποίηση και εμπορία της αγροτικής παραγωγής. Οι συνεταιρισμένοι αμείβονται με βάση την εργασία που προσφέρουν, τα μέσα και τη γη.
Ετσι, ο συνεταιρισμός μπορεί να εξουδετερώνει τα μειονεκτήματα της μικρής και μεσαίας αγροτικής εκμετάλλευσης, που χρησιμοποιούνται σαν μόνιμη επωδός όλων εκείνων που συμφωνούν και υλοποιούν την ΚΑΠ για την ανάπτυξη των ιδιωτικών καπιταλιστικών επιχειρήσεων στη γεωργία.
Με τη συγκέντρωση που γίνεται σε γη και άλλα μέσα παραγωγής από τον παραγωγικό συνεταιρισμό γίνεται δυνατή η οικονομικότερη χρήση των νέων τεχνικών και τεχνολογιών, εξοικονομούνται τεράστια ποσά από την πλήρη αξιοποίηση των μηχανών, μειώνεται το κόστος παραγωγής, αυξάνει η παραγωγικότητα γης και εργασίας και ο μικρομεσαίος αγρότης απαλλάσσεται από το να αγοράζει από μόνος του έναν ολόκληρο στόλο από μηχανήματα και εργαλεία, που για να τα συντηρεί και ξεχρεώσει χρειάζεται να δουλεύει σε όλη του τη ζωή. Απαλλάσσεται ακόμη από την ανάγκη να κάνει από μόνος του εγγειοβελτιωτικά και αρδευτικά έργα, που τον οδηγούν στη χρεοκοπία πολλές φορές. Απαλλάσσεται ακόμη από την εκμετάλλευση που του κάνει το μεγάλο κεφάλαιο αγοράζοντας την παραγωγή του. Ως αποτέλεσμα ο λαός μπορεί να απολαμβάνει φθηνά και καλής ποιότητας αγροτικά προϊόντα. Οσο θα αναπτύσσεται σε αυτή τη βάση η αγροτική παραγωγή- θα μειώνεται και η ανάγκη επιδοτήσεων.
Το κράτος, στα πλαίσια της λαϊκής οικονομίας, δίνει κίνητρα στους μικρομεσαίους αγρότες για να συμμετέχουν στον παραγωγικό συνεταιρισμό στα πρώτα στάδια και βοηθάει το συνεταιρισμό με μεσομακροπρόθεσμα δάνεια για να αποκτήσει υποδομή που θα του επιτρέψει να εκπληρώσει τους σκοπούς του.
Παράλληλα το κράτος εφαρμόζοντας ένα σύστημα τιμών και επιδοτήσεων, εξασφαλίζει όχι μόνο ανεκτό εισόδημα στους μικρομεσαίους αγρότες, αλλά και ευνοεί την αναδιάρθρωση της παραγωγής με στόχο την αύξηση της ζωικής παραγωγής που η χώρα έχει γίνει τρομερά ελλειμματική. Αυτό το σύστημα τιμών και επιδοτήσεων (όσο θα χρειάζονται) είναι σε αντίθετη κατεύθυνση από αυτό της ΕΕ, σύμφωνα με το οποίο τα κίνητρα και τις επιδοτήσεις παίρνουν οι μεγαλοαγρότες και οι μεγάλες καπιταλιστικές επιχειρήσεις, αφού το 80% των επιδοτήσεων συγκεντρώνεται στο 20% των αγροτικών εκμεταλλεύσεων. Δηλαδή, στα πλαίσια της λαϊκής οικονομίας δίνονται κίνητρα και επιδοτήσεις στους μικρομεσαίους αγρότες.
Με ευθύνη του κράτους διατίθενται τα απαραίτητα χρήματα από τις δημόσιες επενδύσεις για έργα υποδομής, αρδευτικά, στραγγιστικά και άλλα εγγειοβελτιωτικά έργα που βελτιώνουν την απόδοση της γης και αξιοποιούνται όλες οι δυνατότητες που υπάρχουν γι’ αυτά.
Στα πλαίσια του κεντρικού σχεδιασμού αναπτύσσεται με ευθύνη του κράτους η εγχώρια έρευνα και τεχνολογία, η δωρεάν εκπαίδευση των αγροτών. Τα προϊόντα της έρευνας και τεχνολογίας δεν αποτελούν πηγή κέρδους για τους ιδιοκτήτες τους, όπως σήμερα, αλλά είναι κρατική ιδιοκτησία που τίθεται στην υπηρεσία του μικρομεσαίου αγρότη.
Γίνεται αυστηρός έλεγχος στη διαμόρφωση της τιμής των γεωργικών εφοδίων και μέσων για να μη υπάρχουν περιθώρια παράνομου πλουτισμού, και αυξάνει το κόστος παραγωγής.
Δίνονται ουσιαστικά και αποτελεσματικά κίνητρα στους νέους αγρότες και σε όλους τους νέους που θέλουν να επιστρέψουν στο χωριό και ν’ ασχοληθούν με την αγροτική παραγωγή, μέσα από τον παραγωγικό συνεταιρισμό και όχι σε λίγους που ήδη είναι μεγάλοι, για να γίνουν μεγαλύτεροι. Τα κίνητρα θα διαφοροποιούνται και θα είναι μεγαλύτερα για τις ορεινές και νησιώτικες περιοχές.
Η διάθεση της παραγωγής δε θα’ ναι μόνο φροντίδα του μεμονωμένου αγρότη αλλά του συνεταιρισμού και του κράτους, που θα συνάπτει συμβάσεις με άλλες χώρες και οργανώσεις για την προμήθειά τους με αγροτικά προϊόντα. Η ντόπια παραγωγή θα προστατεύεται από αθρόες, ανεξέλεγκτες και άχρηστες πολλές φορές εισαγωγές. Προωθείται η ανάπτυξη ισότιμων εμπορικών σχέσεων με όλες τις χώρες του κόσμου, και όχι προνομιακές για τις αναπτυγμένες χώρες της ΕΕ, που έχουν κατακλείσει την αγορά με δικά τους αγροτικά προϊόντα. Δίνονται εξαγωγικές επιδοτήσεις στους συνεταιρισμούς.
Η παραγωγή και τα μέσα παραγωγής, γενικά οι πόροι (φυτικοί και ζωικοί) ασφαλίζοναι σε κρατικό ασφαλιστικό φορέα, στους πόρους του οποίου συμμετέχει το κράτος και οι αγρότες.
Βελτιώνονται οι συνθήκες ζωής στο χωριό με εξασφάλιση δωρεάν υψηλής στάθμης υπηρεσιών υγείας με Νομαρχιακά Νοσοκομεία, Κέντρα Υγείας και οικογενειακό γιατρό, και δωρεάν επίσης φαρμακευτική περίθαλψη. Εξασφαλίζεται πραγματικά δωρεάν σύγχρονη παιδεία, με υποχρεωτικό 12χρονο σχολείο. Εξασφαλίζεται ανθρώπινη σύνταξη για αγρότες και αγρότισσες, ίση τουλάχιστον με την κατώτερη του ΙΚΑ για τις σημερινές συνθήκες, μετά από 30 χρόνια ασφάλισης.
Μια τέτια ανάπτυξη της γεωργίας είναι καθαρό ότι δεν μπορεί να γίνει στα πλαίσια του καπιταλισμού. Για να δρομολογηθούν τέτιες εξελίξεις, που είναι και οι μόνες ικανές να αντιστρέψουν τον κατήφορο των μικρομεσαίων αγροτών, χρειάζεται άλλη εξουσία και κατεύθυνση κοινωνικο-οικονομικής ανάπτυξης. Μόνο στα πλαίσια της λαϊκής εξουσίας και λαϊκής οικονομίας μπορεί να επιβιώσει ο παραγωγικός συνεταιρισμός και να εφαρμοστούν οι κατευθύνσεις που αναφέρονται παραπάνω. Το θέμα, γιατί για τους μικρομεσαίους αγρότες δημιουργούνται αδιέξοδα ενώ για τους μεγαλοκαπιταλιστές επιχειρηματίες στην αγροτική οικονομία ανοίγουν διάπλατα οι πόρτες, πρέπει να «ανοίξει» σήμερα στο χωριό, όπως και το θέμα ποια προβλήματα θα λύσει η κοινωνικοποίηση των βασικών και συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής και ο κεντρικός σχεδιασμός.