Οι «κρατικοκαπιταλιστές» ισχυρίζονται, ότι στην ΕΣΣΔ υπήρχαν εμπορευματοχρηματικές σχέσεις, ότι η εργατική δύναμη ήταν εμπόρευμα κ.ο.κ. Θα αποταθούμε στο ίδιο το άρθρο του Φόμιν «Μαρξιστική ανατομία του Οκτώβρη και επικαιρότητα», στο οποίο σύμφωνα με το συγγραφέα, είναι συγκεντρωμένη όλη η κρατικοκαπιταλιστική σκέψη. Γράφει ο Φόμιν: «Ο χαρακτήρας της εργασίας των εργατών παρέμενε μισθωτός… Διατηρούνταν η εμπορευματική ανταλλαγή μεταξύ των κρατικών και κολχόζνικων - συνεταιριστικών τομέων της παραγωγής, το λιανικό εμπόριο και οι άλλες κατηγορίες της εμπορευματοχρηματικής οικονομίας».
Το ερώτημα, σχετικά με το τι είδους είναι ο χαρακτήρας (εμπορευματικός ή μη εμπορευματικός) της λαϊκής οικονομίας της ΕΣΣΔ, δεν είναι νέο. Συζητιόταν δραστήρια από τους σοβιετικούς οικονομολόγους καθ’ όλη τη διάρκεια ύπαρξης της ΕΣΣΔ. Από τα τέλη της δεκαετίας του ’50 αυτή η συζήτηση έγινε ιδιαίτερα οξεία. Οι οικονομολόγοι χωρίστηκαν σε δυο ομάδες: τους «εμπορευματικούς» και τους «αντιεμπορευματικούς». Οι πρώτοι ισχυρίζονταν, ότι η σοβιετική οικονομία έχει εμπορευματικό χαρακτήρα και όλα τα αρνητικά της οφείλονται στο ότι δεν δίνεται η δέουσα προσοχή στην αξιοποίηση των εμπορευματοχρηματικών σχέσεων. Αυτοί πρότειναν να αυξηθεί ουσιαστικά ο ρόλος των εμπορευματοχρηματικών σχέσεων. Εθεωρείτο, ότι αυτό θα ενδυναμώσει πολύ το ενδιαφέρον των επιχειρήσεων για τα αποτελέσματα της εργασίας τους.
Οι «αντιεμπορευματικοί», απεναντίας, θεωρούσαν, ότι η μεγέθυνση του ρόλου των εμπορευματοχρηματικών σχέσεων είναι κάτι το απαράδεκτο, επειδή θα οδηγήσει στην εμφάνιση του εγωισμού των ξεχωριστών επιχειρήσεων, πράγμα που θα υπονομεύει τη σχεδιοποιημένη οικονομία. Μερικοί «αντιεμπορευματικοί» θεωρούσαν ότι η σοβιετική οικονομία ξεπέρασε τις εμπορευματοχρηματικές σχέσεις, ότι αυτές δε λειτουργούν πια πραγματικά και από αυτές έμεινε μόνο η εξωτερική μορφή. Οι «αντιεμπορευματικοί» προειδοποιούσαν ότι η προσπάθεια να αναστηθούν οι εμπορευματοχρηματικές σχέσεις θα οδηγήσει σε σοβαρές στρεβλώσεις στη λαϊκή οικονομία και, σε τελικό αποτέλεσμα, στην παλινόρθωση του καπιταλισμού στην ΕΣΣΔ.
Τότε νίκησαν οι «εμπορευματικοί», συνέπεια του οποίου ήταν η μεταρρύθμιση του ’65. Ως αποτέλεσμα αυτής της μεταρρύθμισης είχαμε την οικονομία του παραλόγου, που βλέπαμε τα τελευταία 20 χρόνια της ύπαρξης της ΕΣΣΔ. Η μεταρρύθμιση αποδείχτηκε μισή, ανεπαρκής για να εκτοξεύσει τους μηχανισμούς της αγοράς, όμως υπέσκαψε σοβαρά τη σχεδιοποιημένη οικονομία. Την αγοραία μεταρρύθμιση την ολοκλήρωσαν τα χρόνια της περεστρόικα. Οπως και προέβλεπαν οι «αντιεμπορευματικοί», ο αγοραίος σοσιαλισμός μεταμορφώθηκε σε «συνηθισμένο» καπιταλισμό.
Είναι γνωστό, ότι ο Λένιν αγαπούσε να συγκρίνει το σοσιαλισμό με ένα μεγάλο εργοστάσιο. Ηταν η ΕΣΣΔ ένα τέτιο εργοστάσιο; Το ’39 ο Στάλιν έκανε λόγο για την πλήρη εξάλειψη της ιδιωτικής βιομηχανίας. Την ίδια περίοδο τα κολχόζ αγκάλιασαν το 93,5% των αγροτικών νοικοκυριών. Ολη αυτή η οικονομία λειτουργούσε σύμφωνα με ενιαίο σχέδιο. Οπως στις κρατικές επιχειρήσεις, έτσι και στα κολχόζ κατέβαινε πλάνο και για την ποσότητα και για τη βασική ονοματολογία της παραγωγής. Μεγάλο μέρος της παραγωγής των κολχόζ παραδινόταν στο κράτος. Την τεχνική, τα λιπάσματα και τα άλλα απαραίτητα προϊόντα της βιομηχανίας τα κολχόζ τα έπαιρναν επίσης σύμφωνα με το συγκεντροποιημένο πλάνο. Συνάμα «η ικανότητα αποπληρωμής» του κολχόζ δεν επηρέαζε την παράδοση της απαραίτητης σε αυτό παραγωγής της βιομηχανίας. Ηδη από τα τέλη της δεκαετίας του ’30 δεν ταιριάζει να μιλάμε για «εμπορευματική ανταλλαγή μεταξύ του κρατικού και του κολχόζνικου - συνεταιριστικού τομέα της παραγωγής» σε καθαρή μορφή. Το κολχόζ σύμφωνα με την τάξη του πλάνου παρέδιδε τη παραγωγή και με την ίδια τάξη του πλάνου ελάμβανε τεχνικά μέσα, λιπάσματα κ.ο.κ.
Στο κύριο έργο του, το «Κεφάλαιο», ο Μαρξ έγραφε ότι: «τα αντικείμενα κατανάλωσης γίνονται γενικά εμπορεύματα μόνο επειδή είναι προϊόντα ανεξάρτητων, η μια από την άλλη, ιδιωτικών εργασιών». Προς το τέλος της δεκαετίας του ’30 στην ΕΣΣΔ δεν υπήρχε καμιά ιδιωτική εργασία και κανένας πλήρως μεμονωμένος παραγωγός. Η ΕΣΣΔ έγινε πραγματικά ένα ενιαίο εργοστάσιο. Και εάν είναι έτσι, τότε δε θα μπορούσε να υπάρχει ούτε αγορά ούτε εμπορευματοχρηματικές σχέσεις.
Να μια ενδιαφέρουσα μαρτυρία του γνωστού σοβιετικού οικονομολόγου Ι. Σ. Μάλισεβ που, κατά τα τέλη της δεκαετίας του ’50 και τις αρχές της δεκαετίας του ’60, ήταν αντιπρόεδρος της Κεντρικής Στατιστικής Διεύθυνσης της ΕΣΣΔ: «Θα δοκιμάσουμε τώρα να φανταστούμε στις πιο γενικές γραμμές την εικόνα της διαδικασίας της αναπαραγωγής στη λαϊκή οικονομία της ΕΣΣΔ.
Για κάθε επόμενο έτος στο κρατικό πλάνο ορίζεται ο συνολικός όγκος της υλικής παραγωγής, που παράγεται σε όλους τους κλάδους της λαϊκής οικονομίας της ΕΣΣΔ. Ταυτόχρονα, η παραγωγή που παράγεται από τους παραγωγικούς συνεταιρισμούς συμπεριλαμβάνεται σε αυτό το πλάνο εξίσου με την παραγωγή των κρατικών παλλαϊκών επιχειρήσεων. Η παραγωγή των κολχόζ συμπεριλαμβάνεται στο γενικό πλάνο της λαϊκής οικονομίας, σύμφωνα με τα πλάνα των ίδιων των κολχόζ, που γίνονται αντικείμενο επεξεργασίας στη βάση των κρατικών καθηκόντων για παραγωγή προϊόντων για το κράτος. Τα πλάνα των κολχόζ εξετάζονται από τα τοπικά όργανα του κράτους (τις περιφερειακές εκτελεστικές επιτροπές), τα οποία πρέπει να επαληθεύσουν εάν αυτά εγγυώνται την εκτέλεση του καθήκοντος για πώληση προϊόντων στο κράτος.
Σε αντιστοιχία με το πλάνο της παραγωγής πραγματοποιείται η κατανομή των κοινωνικών αποθεμάτων εργασίας και μέσων παραγωγής στους κλάδους της οικονομίας με τέτιο τρόπο, ώστε αυτή η κατανομή να εγγυάται την εκτέλεση του παραγωγικού πλάνου.
Ολο το παραγμένο προϊόν των κρατικών επιχειρήσεων είναι ιδιοκτησία της κοινωνίας, ανεξάρτητα από το αν αποτελείται από μέσα παραγωγής ή αντικείμενα κατανάλωσης.
Από όλο το παραγμένο προϊόν (το συνολικό κοινωνικό προϊόν) το μέρος που πρέπει κατευθύνεται στην αποκατάσταση των ξοδευμένων μέσων παραγωγής. Το μέγεθος αυτού του μέρους καθορίζεται από τις υλικές συνθήκες της παραγωγής και υπολογίζεται από πριν στο πλάνο της λαϊκής οικονομίας.
Το μέρος της παραγωγής που απομένει (το εθνικό εισόδημα στο εμπράγματο περιεχόμενό του) κατανέμεται σύμφωνα με το πλάνο για τη διεύρυνση της παραγωγής, την ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών και την ατομική κατανάλωση των εργαζομένων της σοσιαλιστικής κοινωνίας»[10].
Το παράδειγμα που αναφέρθηκε δείχνει καλά πώς λειτουργούσε πραγματικά η σοβιετική οικονομία. Εμπόριο δεν υπήρχε όχι μόνο μεταξύ των επιχειρήσεων, αλλά και μεταξύ του κράτους και των κολχόζ. Τα κολχόζ στην ουσία μετατρέπονταν σε μέρος του ενιαίου λαϊκού οικονομικού συμπλέγματος. Το κράτος δεν τους πουλούσε τίποτα, αλλά το κατένειμε σε αντιστοιχία με το γενικό πλάνο. Υπήρχαν τρεις φορές «ζημιογόνα» κολχόζ, όμως και αυτά ελάμβαναν τα απαραίτητα προϊόντα της κρατικής βιομηχανίας. Το «ζημιογόνο» τους ήταν συμβατικό και οφειλόταν, κατά κανόνα, στο ότι το κολχόζ σύμφωνα με το κρατικό σχέδιο δεν καλλιεργούσε την πιο «συμφέρουσα» καλλιέργεια.
Θα συγκρίνουμε το απόσπασμα από τον Μάλισεβ με το πώς έβλεπαν το νέο κοινωνικό σχηματισμό οι κλασικοί. Στην εργασία «Οι αρχές του κομμουνισμού» ο Φ. Ενγκελς γράφει: «Πρώτα από όλα, η διεύθυνση της βιομηχανίας και όλων των κλάδων παραγωγής γενικά θα αφαιρεθεί από τα χέρια των ξεχωριστών, ανταγωνιζομένων μεταξύ τους ατόμων. Αντ’ αυτού όλοι οι κλάδοι της παραγωγής θα βρίσκονται υπό τη διεύθυνση όλης της κοινωνίας, δηλαδή θα διευθύνονται σύμφωνα με τα κοινωνικά συμφέροντα, σύμφωνα με το κοινωνικό πλάνο και με τη συμμετοχή όλων των μελών της κοινωνίας. Με αυτόν τον τρόπο αυτός ο νέος κοινωνικός σχηματισμός θα καταργήσει τον ανταγωνισμό και θα βάλει στη θέση του το συνεταιρισμό».
Στην ΕΣΣΔ τα μέτρα που υποδείχτηκαν από τον Ενγκελς υλοποιήθηκαν. Στην εξουσία των «ξεχωριστών ατόμων» έμεναν μόνο τα βοηθητικά νοικοκυριά (σ.μ.: 0,4 του εκταρίου που δινόταν στους αγρότες και εργάτες γης για καλλιέργεια συνήθως κηπευτικών για ατομική κατανάλωση και εμπορευματική παραγωγή). Γι’ αυτό ήταν δυνατό να παρατηρηθεί κάποια ομοιότητα με τις εμπορευματοχρηματικές σχέσεις μόνο στην αγορά των κολχόζ. Ομως αυτός ο κλάδος παραγωγής κατείχε μια τόσο ασήμαντη θέση, που μπορεί γενναία να βγει από τα εισαγωγικά.
Ο Ενγκελς έγραφε, ότι αξία μπορεί να είναι μόνο το προϊόν, «που έχει παραχθεί από ιδιώτη για ιδιωτικό όφελος». Στην ΕΣΣΔ δεν υπήρχε καμιά ιδιωτική παραγωγή για ιδιωτικό όφελος. Η σοβιετική λαϊκή οικονομία λειτουργούσε με ενιαίο πλάνο. Τα πλάνα διαμορφώνονταν σε φυσικούς δείκτες, ξεκινώντας από τις ανάγκες της κοινωνίας και την υπάρχουσα παραγωγική ισχύ. Μιλώντας χοντρικά, υπολογιζόταν πόσα παπούτσια χρειάζεται να παραχθούν, ώστε κανείς να μην κυκλοφορεί ξυπόλητος. Συνάμα, από το πλάνο προβλεπόταν και η λεγόμενη υπηρεσιακή οικοδόμηση. Ολα αυτά τα πολυάριθμα εργοστασιακά σπίτια, τα σπίτια ανάπαυσης, οι λέσχες, τα θεραπευτικά αναπαυτήρια, οι κατασκηνώσεις των πιονιέρων ανεγείρονταν επίσης σύμφωνα με το ενιαίο κρατικό πλάνο.
Μάλλον θα πουν ότι και στον καπιταλισμό, ιδιαίτερα το σύγχρονο μονοπωλιακό, υπάρχει σχεδιοποίηση. Ομως στον καπιταλισμό, κατά κανόνα, η σχεδιοποίηση δε βγαίνει έξω από τα όρια της επιχείρησης. Αλλά και ακόμα εάν βγαίνει, τότε στόχος μιας τέτιας σχεδιοποίησης είναι η προσαρμογή της παραγωγής με την προϋποτιθέμενη ενεργό ζήτηση. Αυτή είναι μια σχεδιοποίηση που δεν είναι προσανατολισμένη στην ικανοποίηση των αναγκών της κοινωνίας, αλλά στην εξαγωγή κέρδους. Αυτή η σχεδιοποίηση είναι προσπάθεια εξασφάλισης από τις αναπόφευκτες κρίσεις.
Στον καπιταλισμό το προϊόν που έχει παραχθεί είναι ατομική ιδιοκτησία του εμπορευματοπαραγωγού. Στην ΕΣΣΔ καμιά επιχείρηση δεν κατείχε την παραγωγή της, δεν αποφάσιζε πόσο θα παράγει, σε ποιον και πώς θα πουλάει. Ολο το προϊόν κατανεμόταν σύμφωνα με το κρατικό πλάνο και πρακτικά ήταν άμεσα κοινωνικό. Το κράτος, ακόμα και αν ήθελε, δεν μπορούσε να πουλήσει τίποτα στο εσωτερικό της χώρας, επειδή εδώ δεν υπήρχε κανείς στον οποίο να πουλήσει. Ολα ανήκαν στο κράτος, όλοι οι πολίτες ήταν εργαζόμενοι του κράτους (Γι’ αυτό τη λέξη κράτος στη δεδομένη περίπτωση μπορούμε εντελώς να την αλλάξουμε με τη λέξη «κοινωνία»).
«Πρώτον, τα μέσα παραγωγής δεν «πωλούνται» στον κάθε αγοραστή, δεν «πωλούνται» ούτε στα κολχόζ, μόνο κατανέμονται από το κράτος ανάμεσα στις επιχειρήσεις του. Δεύτερον, ο κάτοχος των μέσων παραγωγής - το κράτος κατά τη μεταβίβασή τους στη μια ή την άλλη επιχείρηση σε κανένα βαθμό δε χάνει το δικαίωμα ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής, αλλά αντίθετα το διατηρεί πλήρως. Τρίτον, οι διευθυντές των επιχειρήσεων όχι μόνο δε γίνονται ιδιοκτήτες τους, αλλά αντίθετα, καθιερώνονται ως πληρεξούσιοι του σοβιετικού κράτους για την αξιοποίηση των μέσων παραγωγής, σύμφωνα με τα πλάνα που έχουν δοθεί από το κράτος»[11].
Φυσικά, το γεγονός ότι όλα τα μέσα παραγωγής βρίσκονται στην ιδιοκτησία του κράτους, από μόνο του δεν εξαλείφει ακόμα τις εμπορευματοχρηματικές σχέσεις. Ομως σε μια τέτια κοινωνία οι κρατικές επιχειρήσεις πρέπει να παραμένουν αυτοτελή οικονομικά υποκείμενα, που λειτουργούν για την εξαγωγή κέρδους. Και σημαίνει ότι πρέπει οπωσδήποτε να υπάρχει ανεργία, επειδή για το κράτος δεν έχει νόημα να υποστηρίζει μη κερδοφόρες επιχειρήσεις. Παράδειγμα μιας τέτιας οικονομίας μπορεί να γίνει η πρώην Γιουγκοσλαβία. Στο βιβλίο που εκδόθηκε το 1960 «Δοκίμια για τα ζητήματα του ισοζυγίου της λαϊκής οικονομίας» ένας από τους καθοδηγητές της Κεντρικής Στατιστικής Διεύθυνσης της ΕΣΣΔ ο Β. Α. Σόμπολ έγραφε: «Εάν αναγνωρίσουμε την οικονομία μας ως εμπορευματική, τότε πρέπει να ακολουθήσουμε το παράδειγμα της Γιουγκοσλαβίας, όπου μεταξύ των κρατικών επιχειρήσεων υπάρχουν σχέσεις ανταγωνισμού και οι τιμές διαμορφώνονται στην αγορά. Η αρχή του σχεδιασμού εκεί έχει ονομαστικό χαρακτήρα (σ.μ.: υπάρχει κατ’ επίφασιν). Και αλλιώς δεν μπορεί να είναι, γιατί εάν ήταν δυνατόν να σχεδιοποιηθεί η εμπορευματική οικονομία, τότε θα γινόταν δυνατή η σχεδιοποιημένη καπιταλιστική οικονομία»[12].
Στην ΕΣΣΔ όμως υπήρχε μια εντελώς διαφορετική περίπτωση «κρατικοποίησης». Σε μας υπήρχε ένα τεράστιο εργοστάσιο που δεν μπορούσε να λειτουργεί καπιταλιστικά, δηλαδή για την εξαγωγή κέρδους.
Στο μη εμπορευματικό χαρακτήρα της οικονομίας της ΕΣΣΔ έστρεφαν την προσοχή τους όλοι, όσοι λίγο-πολύ ευσυνείδητα μελετούσαν τη σοβιετική κοινωνία.
«Επαναλαμβάνω και υπογραμμίζω ότι για τις επιχειρήσεις στην κομμουνιστική κοινωνία (σ.μ.: εννοείται η ΕΣΣΔ) δεν υπάρχει αναγκαιότητα να είναι προσοδοφόρες οικονομικά, αρκεί να είναι κοινωνικά δικαιωμένες. Πρέπει να ικανοποιούν σε πρώτη σειρά εξωοικονομικές απαιτήσεις. Η μοίρα τους εξαρτάται από τις αποφάσεις των διευθυντικών (σ.μ.: διαχειριστικών) οργάνων. Από μια καθαρά οικονομική σκοπιά, όλες, το 100% των κομμουνιστικών επιχειρήσεων, είναι μη κερδοφόρες. Και παρ’ όλα αυτά υπάρχουν. Το ποιες από αυτές θα θεωρούνται οικονομικά μη κερδοφόρες, το αποφασίζουν τα διευθυντικά όργανα και όχι οι αρχές της επιβίωσης όπως εκείνες, σύμφωνα με τις οποίες υπάρχουν οι επιχειρήσεις στην καπιταλιστική κοινωνία»[13].
Και να τι έγραφε στο ακραία αντιφατικό βιβλίο του «Ο κρατικός καπιταλισμός στη Ρωσία» ο θεμελιωτής αυτής της θεωρίας Τόνυ Κλιφ: «Στην πρώτη ματιά οι σχέσεις μεταξύ των διάφορων επιχειρήσεων στη Ρωσία φαντάζουν οι ίδιες, όπως οι σχέσεις μεταξύ των διάφορων επιχειρήσεων στις χώρες του κλασικού καπιταλισμού. Ομως είναι τέτιες μόνο στη μορφή… Οπως οι ξεχωριστές επιχειρήσεις, έτσι και όλη η οικονομία είναι συνολικά υποταγμένη στη σχεδιοποιημένη ρύθμιση της παραγωγής. Η διαφορά μεταξύ του καταμερισμού εργασίας, ας πούμε, μέσα σε ένα εργοστάσιο κατασκευής τρακτέρ και του καταμερισμού εργασίας μεταξύ αυτού του εργοστασίου και του χαλυβουργείου που το τροφοδοτεί είναι διαφορά μόνο βαθμού (σ.μ.: ως προς το βαθμό). Ο καταμερισμός της εργασίας μέσα στη ρωσική κοινωνία είναι, στην ουσία, μια από τις παραλλαγές του καταμερισμού εργασίας μέσα στην ξεχωριστή επιχείρηση.
Τυπικά τα προϊόντα κατανέμονται μεταξύ των διάφορων κλάδων της οικονομίας μέσω της ανταλλαγής, όμως λόγω του ότι ιδιοκτήτης όλων των επιχειρήσεων είναι μια οργάνωση -το κράτος- πραγματική ανταλλαγή εμπορευμάτων δε γίνεται. «Μόνο τα προϊόντα αυτοτελών, ανεξάρτητων της μιας από την άλλη εργασιών αντιπαρατίθενται το ένα στο άλλο σαν εμπορεύματα».
Στην κοινωνία των ατομικών παραγωγών που συνδέονται ο ένας με τον άλλο μέσω της ανταλλαγής, το μέσο που ρυθμίζει τον καταμερισμό εργασίας μέσα στην κοινωνία συνολικά είναι η χρηματική έκφραση της ανταλλακτικής αξίας - η τιμή. Στη Ρωσία υπάρχει άμεση σύνδεση μεταξύ των επιχειρήσεων μέσω του κράτους, το οποίο ελέγχει την παραγωγή σχεδόν στην κάθε μια από αυτές, και γι’ αυτό η τιμή χάνει την εξαιρετική σημασία της ως εκφραστής του κοινωνικού χαρακτήρα της εργασίας ή ρυθμιστής της παραγωγής»[14].
Σωστά γράφει ο κύριος - σύντροφος Κλιφ. Ενα δεν είναι κατανοητό - τι δουλιά έχει εδώ ο κρατικός καπιταλισμός;
Στη συλλογή που ετοιμάστηκε από το Ινστιτούτο Ρωσικής Ιστορίας της ΡΑΕ (Ρωσικής Ακαδημίας Επιστημών) «Κοινωνία και εξουσία τη δεκαετία του ’30» η λειτουργία του μηχανισμού της λαϊκής οικονομίας της ΕΣΣΔ περιγράφεται ως εξής: «Σε αντιστοιχία με το πέρασμα στο διοικητικό συγκεντρωτικό σχεδιασμό αναδομήθηκε όλο το σύστημα διεύθυνσης της λαϊκής οικονομίας, στην οποία στην αρχή ήταν εύκολο να παρατηρηθούν χαρακτηριστικά κληρονομημένα από τον πολεμικό κομμουνισμό. Στη βάση των κρατικών συνδικάτων τα οποία πρακτικά μονοπώλησαν τη διανομή και την αγορά, δημιουργούνται παραγωγικές ενώσεις που μοιάζουν πολύ στις διευθύνσεις των υπουργείων των πρώτων μετεπαναστατικών χρόνων και που ξεκίνησαν την οικοδόμηση της «υπηρεσιακής οικονομίας». Η παραγωγή έπρεπε να οικοδομείται μέσω ενός ευθέως συγκεντρωτικού κανονισμού από τα πάνω για όλους και για όλα μέχρι και τα όρια αμοιβής της εργασίας των εργατών. Οι επιχειρήσεις έπρεπε στην ουσία δωρεάν να παίρνουν τα αναλογούντα κονδύλια για πρώτες ύλες με το σύστημα των δελτίων… Χιλιάδες προμηθευτές σκόρπισαν στη χώρα, ξετινάζοντας κονδύλια, όρια κ.ο.κ.».
Το συμπέρασμα για το μη εμπορευματικό χαρακτήρα της σοβιετικής οικονομίας μπορεί να εξαχθεί και από τις εργασίες του γνωστού Αμερικανού οικονομολόγου Τ. Γκάλμπρεϊθ. «Μεγάλο μέρος της σχεδιοποιημένης εργασίας, που κάνει μια αμερικάνικη ή δυτικοευρωπαϊκή εταιρεία, στην οικονομία σοβιετικού τύπου την κάνει το κράτος. Μια μεγάλη αμερικάνικη εταιρεία καθορίζει τις ελάχιστες τιμές, οργανώνει τη ζήτηση για την παραγωγή της, καθορίζει ή συμφωνεί τις τιμές για τις πρώτες και τις ενδιάμεσες ύλες και κάνει βήματα για την εξασφάλιση της τροφοδοσίας. Επίσης καθορίζει ή συμφωνεί τις αμοιβές των ειδικών με διαφορετική προϋπηρεσία και ειδικότητα, των εργατών, όπως και κάνει βήματα για την εξασφάλιση εργατικής δύναμης. Στην ΕΣΣΔ όλες αυτές οι λειτουργίες εκτελούνται λίγο - πολύ με επιτυχία από τον κρατικό μηχανισμό σχεδιοποίησης… Στη δυτική οικονομία βασικό όργανο σχεδιοποίησης είναι η εταιρεία. Στο σοβιετικό σύστημα τέτοιο όργανο παραμένει το κράτος»[15].
Εάν στην οικονομία όλα καθορίζονται από το κράτος, εάν όλοι οι πολίτες είναι εργαζόμενοι του κράτους, τότε πού βρίσκεται θέση για εμπορευματοχρηματικές σχέσεις, των οποίων απαραίτητη προϋπόθεση είναι η ύπαρξη μεμονωμένων, ανεξάρτητων παραγωγών;
Στην οικονομία της αγοράς οι τιμές διαμορφώνονται αυθόρμητα, ως αποτέλεσμα του ανταγωνισμού. Κανένα μονοπώλιο δεν είναι σε θέση να εξαλείψει εντελώς τον ανταγωνισμό και την αναρχία της παραγωγής. Ετσι, η «Γκαζπρόμ» είναι ένα από τα μεγαλύτερα διεθνή μονοπώλια, όμως και αυτό δεν μπορεί να συγκρατήσει τις τιμές στο αέριο, πράγμα για το οποίο κλαίγεται συνέχεια δημοσίως ο κύριος Βιάχιρεφ. Σύμφωνα με την εκτίμηση του τέως υπουργού εμπορίου της Ρώσικης Ομοσπονδίας Γ. Γκαμπούνια , το 1998 η πτώση της τιμής του αερίου ήταν της τάξης του 18%[16]. Τα μεγαλύτερα διεθνή μονοπώλια αλλάζουν και πέντε φορές την ημέρα τις τιμές ανάλογα με τα δελτία των χρηματιστηρίων. Η πετρελαϊκή αγορά είναι υπερμονοπωλημένη, όμως παρ’ όλα αυτά κανείς δεν ξέρει με ακρίβεια ποιες θα είναι οι τιμές του πετρελαίου μετά από ένα μήνα, πόσο μάλλον μετά από ένα χρόνο.
Στην ΕΣΣΔ, όμως, δεν υπήρχε ούτε ανταγωνισμός ούτε αναρχία - αυτοί οι αναπόφευκτοι συνοδοί της εμπορευματικής παραγωγής. Ολες οι τιμές καθορίζονταν από τα όργανα σχεδιασμού. «Οι τιμές, που βασίζονται στις εμπορευματικές σχέσεις, καθορίζονται στην αυθόρμητη αγοραία πάλη των ιδιωτικών επιχειρήσεων και αυτές τις τιμές δεν μπορεί να τις καθορίσει το τμήμα τιμών της Επιτροπής Κρατικού Σχεδιασμού. Αυτό είναι αλφαβήτα του μαρξισμού. Το Τμήμα Τιμών της Κρατικής Επιτροπής Σχεδιασμού δεν καθορίζει εμπορευματικές, αλλά τιποτένιες «λογιστικές τιμές», όπως και προβλέπεται, στη βάση κάποιου λογαριασμού και όχι στη βάση καταστάσεων του χρηματιστηρίου εμπορευμάτων που εκφράζουν το αυθόρμητο παιχνίδι των εμπορευματικών - αγοραίων σχέσεων»[17].
Στην κοινωνία με οικονομία της αγοράς η κατανομή της κοινωνικής εργασίας γίνεται αυθόρμητα, σε αντιστοιχία με το νόμο της αξίας. Οι πηγές ρέουν προς τα εκεί, όπου τη δεδομένη στιγμή η τιμή είναι υψηλότερη από την αξία, εκρέουν από εκεί, όπου η τιμή είναι χαμηλότερη από την αξία. Στην ΕΣΣΔ δεν υπήρχε τίποτα παρόμοιο. Για δεκαετίες υπήρχαν θαυμάσια οι λεγόμενες «σύμφωνα με το πλάνο μη κερδοφόρες» επιχειρήσεις και ακόμα ολόκληροι τέτοιοι κλάδοι. Να τι γράφει για αυτό ο Β. Α. Σόμπολ, παρεμπιπτόντως, ασκώντας πολεμική σε έναν οικονομολόγο, που θεωρούσε τη σοβιετική οικονομία εμπορευματική: «Στην εμπορευματική οικονομία οι τιμές υπό την επίδραση μεγάλης ζήτησης και ανεπαρκούς προσφοράς ξεπερνούν την αξία των εμπορευμάτων, ενώ στην περίπτωση που η προσφορά ξεπερνά τη ζήτηση οι τιμές πέφτουν κάτω από την αξία. Εάν έχουν έτσι τα πράγματα, τότε πώς εξηγείται ότι στη χώρα μας για δεκαετίες η ζήτηση των κρατικών επιχειρήσεων και οργανισμών για οικοδομικά υλικά (τούβλα, τσιμέντο, ασβέστη κ.λ.π.) ήταν μεγαλύτερη της προσφοράς και οι τιμές αυτών των προϊόντων ήταν ταυτόχρονα ελλειμματικές»[18]. Στην ΕΣΣΔ η κατανομή της κοινωνικής εργασίας πραγματοποιούταν με ευθείες εντολές, με αφετηρία τις ανάγκες της κοινωνίας, και όχι με την απόκλιση των τιμών από την αξία, όπως αυτό γίνεται σε κάθε καπιταλιστική κοινωνία.
Την όψη εμπορευματικότητας της σοβιετικής οικονομίας την προσέδιδαν το υπάρχον σύστημα χρηματικών λογαριασμών μεταξύ των επιχειρήσεων και το σχετιζόμενο με αυτό σύστημα των αξιακών δεικτών (κέρδος, Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν σε ρούβλια, ισοζύγιο, επενδύσεις κεφαλαίου, φόροι, αξία, κόστος παραγωγής, χρήμα, εμπόρευμα κ.λ.π.). Να τι γράφει για αυτό στο βιβλίο «Στους λαβύρινθους της παλινόρθωσης του καπιταλισμού» ο διδάκτωρ Οικονομικών Επιστημών, κατά τη σοβιετική εποχή επικεφαλής επιστημονικός συνεργάτης του Ινστιτούτου οικονομίας της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ Α. Γεριόμιν: «Είχαμε μόνο μια απομίμηση της εμπορευματικής ανταλλαγής μεταξύ των κρατικών επιχειρήσεων. Η απομίμηση συγκάλυπτε την πραγματική οικονομική διαδικασία και, μιλώντας με την ευκαιρία, δημιουργούσε εσφαλμένους προσανατολισμούς στα μυαλά των επικεφαλής, παροτρύνοντάς τους στην τεχνητή μεγέθυνση των δαπανών με στόχο να εξαναγκαστούν τα όργανα καθορισμού των τιμών να ορίσουν υψηλότερη τιμή για την παραγωγή τους. Ομως πραγματικά τα ρούβλια στις σχέσεις μεταξύ των επιχειρήσεων δεν έπαιζαν το ρόλο χρημάτων, αλλά υπολογιστικών μονάδων («λογιστικό χρήμα»), που μεσολαβούσαν στην ανταλλαγή δραστηριοτήτων και στον υπολογισμό των δαπανών».
Με ποιο τρόπο οι αξιακοί δείκτες δημιουργούσαν εσφαλμένους προσανατολισμούς, το δείχνει καλά το παράδειγμα με τα μέσα μαζικής μεταφοράς. Οι αξιακοί δείκτες μαρτυρούν την αποτελεσματικότητα του προσωπικού των ελεγκτών και των εισπρακτόρων, επειδή αυτοί βελτιώνουν τη συλλογή των πληρωμών για τις μεταφορές. Από τη σκοπιά της οικονομίας της κοινωνικής εργασίας, η διατήρηση ελεγκτών και γενικά η είσπραξη πληρωμής για τις μεταφορές είναι μια άχρηστη δαπάνη κοινωνικής εργασίας. Η είσπραξη πληρωμής από τους επιβάτες στις αστικές συγκοινωνίες απαιτεί δαπάνη εργασίας για το τύπωμα των εισιτηρίων, την παραγωγή ακυρωτικών μηχανημάτων, κάνει απαραίτητη μια στρατιά ελεγκτών και εισπρακτόρων, όλα αυτά οδηγούν σε μια σημαντική αύξηση των εργασιακών δαπανών για τη μεταφορά του ίδιου αριθμού επιβατών. Η αντίφαση είναι φανερή: οι αξιακοί δείκτες κάνουν λόγο για αποτελεσματικότητα, ενώ ταυτόχρονα οι φυσικοί δείκτες δείχνουν αύξηση των δαπανών.
Στην οικονομία της αγοράς, όπου η επιχείρηση είναι μεμονωμένη και για τη φυσιολογική της λειτουργία χρειάζεται το κέρδος, η είσπραξη πληρωμής για τη μεταφορά είναι μια ανάγκη. Ενώ στη σχεδιοποιημένη οικονομία, όπου η ίδια επιχείρηση είναι μικρό μέρος της ενιαίας λαϊκής οικονομίας, η είσπραξη πληρωμής για τη μεταφορά οδηγεί μόνο σε σπατάλες εργασίας στην έκταση (σ.μ.: κλίμακα) της ενιαίας λαϊκής οικονομίας.
Το παράδειγμα που αναφέρθηκε δεν αποδεικνύει την ύπαρξη εμπορευματοχρηματικών σχέσεων στην ΕΣΣΔ, επειδή η παρουσία ή η απουσία κέρδους δεν είχε αποφασιστική σημασία, αλλά την αναγκαιότητα επεξεργασίας ενός νέου, μη αξιακού (φυσικού) συστήματος δεικτών για τη σχεδιοποιημένη οικονομία.
Ο μηχανισμός δαπανών εντάχτηκε πλήρως στη σοβιετική οικονομία μετά τη μεταρρύθμιση του ’65, όταν άρχισαν να αξιολογούν τις επιχειρήσεις όχι μόνο με την εκτέλεση των καθηκόντων του πλάνου, εκφρασμένων σε φυσικούς δείκτες, αλλά και με το κέρδος. Ως αποτέλεσμα, η επιχείρηση άρχισε να ενδιαφέρεται για τα έξοδα παραγωγής, επειδή σε αυτήν την περίπτωση (σ.μ.: αυξημένων εξόδων παραγωγής) τα όργανα σχεδιοποίησης καθόριζαν υψηλότερη τιμή για την παραγωγή της. Μέχρι τη μεταρρύθμιση του ’65 η επιχείρηση ενθαρρυνόταν για τη μείωση του κόστους παραγωγής, δηλαδή για τη μείωση των δαπανών εργασίας. Στο ότι ταυτόχρονα υπέφερε συχνά ο δείκτης του κέρδους (μερικές φορές ακόμα και μια πρωτοπόρα επιχείρηση γινόταν «ελλειμματική»), τότε δεν έδιναν ιδιαίτερη προσοχή, στο βαθμό που ο δείκτης του κέρδους ήταν συμβατικός.
Το ερώτημα είναι νόμιμο: εάν οι αμοιβαίοι λογαριασμοί μεταξύ των κρατικών επιχειρήσεων ήταν μόνο μια απομίμηση της εμπορευματικής ανταλλαγής, τότε γιατί υπήρχαν; Το θέμα είναι ότι κατά τη διάρκεια μιας αρκετά σημαντικής περιόδου της σοβιετικής ιστορίας οι εμπορευματοχρηματικές σχέσεις διαμεσολαβούσαν πραγματικές διαδικασίες που λάμβαναν χώρα στην οικονομία. Ομως όσο περισσότερο η κοινωνία εγκαθιστούσε έλεγχο στα μέσα παραγωγής, τόσο έμενε λιγότερος χώρος στις εμπορευματοχρηματικές σχέσεις. Σε ένα ορισμένο χρονικό σημείο ένα σημαντικό μέρος της λαϊκής οικονομίας της ΕΣΣΔ λειτουργούσε ήδη όχι σε εμπορευματική βάση, αλλά σύμφωνα με το ενιαίο πλάνο. Οι επιχειρήσεις δεν αντιπαρετίθεντο πια σαν ανταλλακτικές μονάδες, όμως παρέμενε ακόμα η εξωτερική μορφή των εμπορευματικών σχέσεων. Πρέπει να ειπωθεί, ότι ο Ι. Στάλιν, σε διάκριση από πολλούς επαγγελματίες οικονομολόγους και πολιτειολόγους καταλάβαινε αυτήν την κατάσταση. «Εάν προσεγγίσουμε την υπόθεση από φορμαλιστική σκοπιά, από τη σκοπιά των διαδικασιών που εκτυλίσσονται στην επιφάνεια των φαινομένων, μπορούμε να φτάσουμε στο εσφαλμένο συμπέρασμα ότι οι κατηγορίες του καπιταλισμού διατηρούν δήθεν την ισχύ τους στην οικονομία μας. Εάν όμως προσεγγίσουμε την υπόθεση με τη μαρξιστική ανάλυση, που κάνει αυστηρή διάκριση μεταξύ του περιεχομένου της οικονομικής διαδικασίας και της μορφής της, μεταξύ των βαθιών διαδικασιών της ανάπτυξης και των επιφανειακών φαινομένων, τότε μπορούμε να φτάσουμε στο μοναδικά σωστό συμπέρασμα, ότι από τις παλιές κατηγορίες του καπιταλισμού, παρέμεινε σε εμάς κυρίως η μορφή, η εξωτερική εμφάνιση, ενώ στην ουσία, εδώ, αυτές άλλαξαν ριζικά σύμφωνα με τις απαιτήσεις ανάπτυξης της σοσιαλιστικής λαϊκής οικονομίας»[19].
Για να απαλλαγούμε από την παλιά εμπορευματική μορφή υπολογισμού, ήταν απαραίτητο να δημιουργήσουμε ένα νέο σύστημα αξιολόγησης της αποτελεσματικότητας της λαϊκής οικονομίας, που να βασίζεται σε φυσικούς δείκτες. Ο Στάλιν έφτασε πολύ κοντά στην κατανόηση της ανάγκης και της επικαιρότητας δημιουργίας ενός νέου συστήματος κατηγοριών που θα εκαλείτο να εξυπηρετήσει τις κοινωνικές σχέσεις που είχαν αλλάξει. Στα «Οικονομικά προβλήματα του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ» υπεδείκνυε ευθέως: «Πιστεύω, ότι οι οικονομολόγοι μας πρέπει να τελειώνουν με αυτήν την αναντιστοιχία μεταξύ των παλιών εννοιών και της νέας κατάστασης πραγμάτων στη σοσιαλιστική μας χώρα, αλλάζοντας τις παλιές έννοιες με νέες, που αντιστοιχούν στη νέα κατάσταση.
Μπορούσαμε να ανεχθούμε αυτήν την αναντιστοιχία μέχρι έναν ορισμένο χρόνο, όμως τώρα ήρθε ο καιρός που πρέπει, επιτέλους, να εξαλείψουμε αυτήν την αναντιστοιχία».
Για το αδύνατο του να γίνεται έλεγχος της ενιαίας παλλαϊκής οικονομίας με τη βοήθεια της εμπορευματικής μορφής προειδοποιούσε ευθέως ο Μαρξ: «…δεν μπορεί να υπάρχει τίποτα πιο εσφαλμένο και ανόητο, από το να θεωρείται έλεγχος των ενωμένων ατόμων στη συνολική τους παραγωγή στη βάση της ανταλλακτικής αξίας και των χρημάτων…»[20].
Δυστυχώς, οι σοβιετικοί οικονομολόγοι δεν πρόσεξαν αυτή την προειδοποίηση του Μαρξ. Να πώς τεκμηριώνει την ανάγκη διατήρησης των εμπορευματικών μορφών ο Β. Α. Σόμπολ: «Σε φυσική έκφραση δεν πρέπει να συγκρίνονται τα έξοδα παραγωγής με τα αποτελέσματά της… Ετσι, για παράδειγμα, ξοδέψαμε κάρβουνο και εξοπλισμό και πήραμε ηλεκτρενέργεια. Σε φυσική έκφραση δεν μπορούμε να πούμε εάν παράγαμε περισσότερο ή όχι προϊόν, από όσο υπήρχε πριν την αρχή της παραγωγής. Και χωρίς απάντηση σε αυτήν την ερώτηση δεν γίνεται να διευθύνεται ορθολογικά η οικονομία»[21].
Πραγματικά, το να συγκριθεί το ξοδεμένο κάρβουνο με τον ηλεκτρισμό που παράχθηκε είναι δυνατό, μόνο αφού μετατραπούν και το ένα και το άλλο σε αξία. Το ερώτημα έγκειται στο γιατί εν γένει να συγκρίνεται το κάρβουνο και ο ηλεκτρισμός. Μια τέτια σύγκριση είναι απαραίτητη στην εμπορευματική παραγωγή, όπου η κάθε επιχείρηση κάνει το δικό της ξεχωριστό λογαριασμό, γι’ αυτό εκεί τα προϊόντα μετατρέπονται σε αξίες με φυσικό τρόπο. Στη σοσιαλιστική κοινωνία είναι αναγκαίο να υπολογίζεται, τι χρειάζεται η κοινωνία και πώς θα επιτευχθεί με τις μικρότερες δαπάνες εργασίας. Ξεκινώντας από το ότι η κοινωνία πρέπει να παράγει περισσότερο από όσο καταναλώνει, νόημα έχει μόνο η σύγκριση του κάρβουνου που έχει παραχθεί με το κάρβουνο που έχει καταναλωθεί, της ηλεκτρενέργειας που έχει παραχθεί με αυτήν που καταναλώθηκε κ.ο.κ. Φυσικά αυτή η σύγκριση πρέπει να γίνεται στην κλίμακα όλης της κοινωνίας. Γι’ αυτή τη σύγκριση δεν υπάρχει ανάγκη να αποδίδεται στο προϊόν συμβατική αξία, όπως έκαναν στην ΕΣΣΔ. Και η αξιολόγηση της ξεχωριστής επιχείρησης πρέπει, πρώτα από όλα, να γίνεται για τη μείωση των δαπανών εργασίας, δηλαδή με τη μείωση του χρόνου εργασίας, που είναι απαραίτητος για την παραγωγή τη μονάδας του προϊόντος.
Η προσπάθεια να εφαρμοστούν για τον υπολογισμό και τον έλεγχο της κοινωνικοποιημένης οικονομίας αξιακοί δείκτες μπέρδευε μόνο την κοινωνία και δυσκόλευε τη σχεδιοποίηση. Είναι ενδιαφέρον το πώς γινόταν η διαδικασία της σχεδιοποίησης στην ΕΣΣΔ. Στην αρχή το πλάνο καταστρωνόταν σε φυσικούς δείκτες. Μετά το λεγόμενο «συνοπτικό» τμήμα της Κρατικής Επιτροπής Σχεδιασμού τα ξαναϋπολόγιζε όλα σε «χρήματα». Υπολογιζόταν πόσα «μέσα» (σ.μ.: χρήματα) έπρεπε να έχει η κάθε επιχείρηση, ώστε να κάνει τις απαραίτητες «αγορές», που προβλέπονταν από το πλάνο σε φυσικούς δείκτες. Να πώς περιγράφεται αυτός ο μηχανισμός στον ίδιο τον Σόμπολ: «Η κοινωνία δεν ενδιαφέρεται μόνο τα χρηματικά μέσα, που εκφράζουν την αξία των ξοδευμένων μέσων παραγωγής, να κατευθύνονται στην απόκτηση μέσων παραγωγής που έχουν παραχθεί, και, από την άλλη πλευρά, να έχουν παραχθεί στις κατάλληλες ποσότητες μέσα παραγωγής, απαραίτητα για την αντικατάσταση των χρησιμοποιημένων, αλλά αυτή μπορεί με το πλάνο να εξασφαλίσει αυτή τη σύμπτωση. Από αυτό έπεται ότι στη διαδικασία αντικατάστασης των χρησιμοποιημένων μέσων παραγωγής δεν μπορούν να εμφανιστούν ανεπίλυτες δυσαναλογίες μεταξύ της παραγωγής και των κοινωνικών αναγκών. Η ενεργός ζήτηση που διαμορφώνεται σε αυτήν τη διαδικασία, έχει σχεδιοποιημένο χαρακτήρα και ικανοποιείται στα πλαίσια του πλάνου»[22].
«Στη σοσιαλιστική κοινωνία η κίνηση του προϊόντος από τον παραγωγό στον καταναλωτή είναι προκαθορισμένη από το πλάνο. Από το πλάνο έχουν προκαθοριστεί οι «πωλητές» και οι «αγοραστές» των προϊόντων, και επίσης οι τιμές των προϊόντων. Με αυτόν τον τρόπο από το πλάνο είναι προκαθορισμένες όλες οι βασικές στιγμές της αναπαραγωγής του κοινωνικού προϊόντος»[23].
Στην πράξη, αρχικά με το πλάνο οργανωνόταν η κίνηση των προϊόντων και, αργότερα, παράλληλα οργανωνόταν η κίνηση κάποιων «λογιστικών χρημάτων», τα οποία δήθεν έπρεπε να βοηθάνε εκεί κάτι να υπολογίζεται, αλλά στην πραγματικότητα τα μπέρδευαν όλα. Οι επιχειρήσεις άρχισαν να κυνηγούν την «ενεργό ζήτηση» με πρόφαση το πλάνο, που ήταν εκφρασμένο σε φυσικούς δείκτες. Από τη σοβιετική λαϊκή οικονομία ήταν δυνατόν απολύτως ήσυχα να «τραβηχτούν» «λογιστικά χρήματα», δηλαδή τα χρήματα με τη βοήθεια των οποίων οι επιχειρήσεις λογαριάζονταν μεταξύ τους, πράγμα που θα λειτουργούσε αποτελεσματικότερα, επειδή δε θα το αποσπούσαν ψεύτικες κατευθύνσεις.
Δεν είναι περίεργο ότι και τον προϋπολογισμό για το τρέχον έτος τον εισηγούταν ο πρόεδρος της Κρατικής Επιτροπής Σχεδιασμού. Το βασικό οικονομικό ντοκουμέντο στην ΕΣΣΔ δεν ήταν ο προϋπολογισμός, αλλά το πλάνο. Δεν καταρτιζόταν το πλάνο από τον προϋπολογισμό, αλλά ο προϋπολογισμός καταρτιζόταν με αφετηρία το πλάνο. Γενικά, η φύση του σοβιετικού προϋπολογισμού είχε λίγα κοινά με έναν προϋπολογισμό αστικού κράτους. Εθεωρείτο ότι ο προϋπολογισμός απεικονίζει την παραχθείσα παραγωγή. Ετσι, οι δαπάνες για την ιατρική, την άμυνα, την παιδεία δεν εξαρτιόνταν από το εάν θα μαζέψει το κράτος φόρους, αν θα πάρει δάνειο κλπ. Τι ποσότητα από γάζες, φάρμακα, εξοπλισμό θα πάρει η ιατρική εξαρτιόταν μόνο από το υπάρχον παραγωγικό δυναμικό και υπολογιζόταν σε φυσικούς δείκτες. Μετά τη σχεδιασμένη για την ιατρική παραγωγή την ξαναϋπολόγιζαν σε «χρήματα». Εξωτερικά προέκυπτε να μοιάζει πολύ στο μηχανισμό, που υπάρχει σε κάθε αστικό κράτος, όμως το περιεχόμενο ήταν ήδη εντελώς διαφορετικό. Κάπως έτσι είχε η υπόθεση και των λεγόμενων επενδύσεων κεφαλαίου. Ηταν και αυτός ένας εκ νέου υπολογισμός σε «χρήμα» των παραχωρημένων από το πλάνο φυσικών αποθεμάτων.
Οι εμπορευματοχρηματικές σχέσεις δεν καταργούνται σε μια μέρα, με διάταγμα. Για να εξαλειφθούν οι εμπορευματοχρηματικές σχέσεις δεν αρκεί η απαλλοτρίωση των καπιταλιστών και η ανακήρυξη των μέσων παραγωγής ως κοινωνικών. Η εξάλειψη των εμπορευματοχρηματικών σχέσεων είναι διαδικασία. Οσο περισσότερο η κοινωνία παίρνει στα χέρια της την παραγωγή, τόσο περισσότερο αυτή η παραγωγή λειτουργεί με ενιαίο πλάνο, τόσο λιγότερο μένει χώρος για τις εμπορευματοχρηματικές σχέσεις. Βαθμιαία δε μένει καθόλου χώρος γι’ αυτές και μαζί με αυτές για την παραγωγή χάριν του κέρδους. Ομως από τις εμπορευματοχρηματικές σχέσεις παραμένει ακόμα η εξωτερική μορφή. Και η απαλλαγή από αυτήν τη μορφή δεν είναι τόσο εύκολη, επειδή οι άνθρωποι για αιώνες συνήθισαν να μετρούν τα πάντα με χρήματα.
Μπροστά στην επιστήμη στέκει το καθήκον να δημιουργήσει ένα νέο, μη αξιακό σύστημα δεικτών για το σύνολο της λαϊκής οικονομίας και τη μεμονωμένη επιχείρηση. Αυτό το σύστημα πρέπει να προβλέπει και το μηχανισμό, μέσω του οποίου θα υλοποιείται η κατανομή του κοινωνικού προϊόντος μεταξύ των μελών της κοινωνίας.
Ετσι υπήρχαν οι εμπορευματοχρηματικές σχέσεις στην ΕΣΣΔ; Το να πούμε, ότι δεν υπήρχαν εντελώς, ότι δεν εμφανίζονταν με κανένα τρόπο, θα ήταν, φυσικά, λάθος. Ασφαλώς, εάν υπάρχει θέληση, μπορεί να βρεθούν παραδείγματα που η μεμονωμένη επιχείρηση σε ξεχωριστές περιπτώσεις εμφανιζόταν σαν ανταλλακτικό νοικοκυριό (σ.μ.: μονάδα). Παρόμοιες υποτροπές της εμπορευματικότητας είναι αναπόσπαστο χαρακτηριστικό της μεταβατικής περιόδου. Ομως αυτές ήταν μάλλον εξαιρέσεις παρά κανόνας. Η λαϊκή οικονομία της ΕΣΣΔ ήταν συνολικά μη εμπορευματική. Καθοριστικός στη σοβιετική κοινωνία δεν ήταν ο νόμος της αξίας, αλλά ο νόμος της σχεδιοποιημένης ανάπτυξης. Σε πρώτη προτεραιότητα δεν έμπαινε το κυνήγι του κέρδους, αλλά η ικανοποίηση των αναγκών της κοινωνίας.